Υπόθεση C-372/05
Ευρωπαϊκή Επιτροπή
κατά
Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας
«Παράβαση κράτους μέλους – Αδασμολόγητη εισαγωγή στρατιωτικού εξοπλισμού»
Περίληψη της αποφάσεως
1. Κοινοτικό δίκαιο – Πεδίο εφαρμογής – Δεν υφίσταται γενική επιφύλαξη υπέρ της εξαιρέσεως των μέτρων που λαμβάνονται για λόγους δημόσιας ασφάλειας
(Άρθρα 30 ΕΚ, 39 ΕΚ, 46 ΕΚ, 58 ΕΚ, 64 ΕΚ, 296 ΕΚ και 297 ΕΚ)
2. Ίδιοι πόροι των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων – Βεβαίωση και διάθεση από τα κράτη μέλη – Αδασμολόγητη εισαγωγή στρατιωτικού εξοπλισμού από κράτος μέλος
(Κανονισμοί του Συμβουλίου 1552/89, όπως έχει τροποποιηθεί από τον κανονισμό 1355/96, άρθρα 2 και 9 έως 11, και 1150/2000, άρθρο 2 και 9 έως 11)
1. Μολονότι εναπόκειται στα κράτη μέλη να θεσπίσουν τα κατάλληλα μέτρα για την προάσπιση της εσωτερικής και εξωτερικής τους ασφάλειας, ωστόσο αυτό δεν σημαίνει ότι τα μέτρα αυτά διαφεύγουν πλήρως της εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου. Η Συνθήκη προβλέπει τη δυνατότητα παρεκκλίσεων σε περίπτωση καταστάσεων ικανών να απειλήσουν τη δημόσια ασφάλεια μόνο στα άρθρα 30 ΕΚ, 39 ΕΚ, 46 ΕΚ, 58 ΕΚ, 64 ΕΚ, 296 ΕΚ και 297 ΕΚ, τα οποία αφορούν εξαιρετικές και σαφώς προσδιορισμένες περιπτώσεις. Δεν μπορεί να συναχθεί από τα άρθρα αυτά η ύπαρξη γενικής και εγγενούς στη Συνθήκη επιφυλάξεως που εξαιρεί από το πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου όλα τα μέτρα που λαμβάνονται για τη δημόσια ασφάλεια. H αναγνώριση της ύπαρξης γενικής επιφύλαξης, εκτός των συγκεκριμένων προϋποθέσεων που θέτουν οι διατάξεις της Συνθήκης, θα μπορούσε να θίξει τον δεσμευτικό χαρακτήρα και την ομοιόμορφη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου.
Εξάλλου, οι εξαιρέσεις που προβλέπονται στα άρθρα 296 ΕΚ και 297 ΕΚ πρέπει, όπως ισχύει για τις εξαιρέσεις από τις θεμελιώδεις ελευθερίες να ερμηνεύονται συσταλτικώς. Όσον αφορά, ειδικότερα, το άρθρο 296 ΕΚ, μολονότι το άρθρο αυτό παραθέτει τα μέτρα που μπορεί να κρίνει αναγκαία το κράτος μέλος για την προστασία των ουσιωδών συμφερόντων ασφαλείας του ή τις πληροφορίες τη δημοσιοποίηση των οποίων θεωρεί αντίθετη προς τα συμφέροντα αυτά, τούτο δεν μπορεί, ωστόσο, να ερμηνεύεται κατά τρόπο παρέχοντα στα κράτη μέλη τη διακριτική ευχέρεια ν α παρεκκλίνουν από τις διατάξεις της Συνθήκης απλώς με αόριστη επίκληση των εν λόγω συμφερόντων. Κατά συνέπεια, εναπόκειται στο κράτος μέλος που επικαλείται το άρθρο 296 ΕΚ να αποδείξει την ανάγκη να γίνει χρήση της προβλεπόμενης από το άρθρο αυτό απαλλαγής προκειμένου να προστατευθούν τα ουσιώδη συμφέροντα ασφαλείας του.
(βλ. σκέψεις 68-70, 72)
2. Το κράτος μέλος που, αφενός, αρνήθηκε να υπολογίσει, να βεβαιώσει και να θέσει στη διάθεση της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ιδίους πόρους από την εισαγωγή στρατιωτικού εξοπλισμού κατά την περίοδο από 1ης Ιανουαρίου 1998 έως 31 Δεκεμβρίου 2002, και, αφετέρου, αρνήθηκε να καταβάλει τόκους υπερημερίας για τη μη απόδοση στην Επιτροπή των εν λόγω ιδίων πόρων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 2 και 9 έως 11 του κανονισμού 1552/89, για την εφαρμογή της απόφασης 88/376, για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων, όπως έχει τροποποιηθεί από τον κανονισμό 1355/96, καθώς και των ιδίων άρθρων του κανονισμού 1150/2000, για την εφαρμογή της απόφασης 94/728, για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων.
Συγκεκριμένα, δεν μπορεί να γίνει δεκτή η επίκληση από κράτος μέλος της ανατίμησης του στρατιωτικού εξοπλισμού λόγω της επιβολής δασμών στις εισαγωγές του εν λόγω υλικού από τρίτες χώρες προκειμένου το κράτος μέλος αυτό να αποφύγει, σε βάρος άλλων κρατών μελών τα οποία εισπράττουν και καταβάλλουν δασμούς για τις εισαγωγές αυτές, τις υποχρεώσεις που του επιβάλλει η αλληλέγγυα συνεισφορά στον κοινοτικό προϋπολογισμό.
(βλ. σκέψεις 73, 80 και διατακτ.)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τμήμα μείζονος συνθέσεως)
της 15ης Δεκεμβρίου 2009 (*)
«Παράβαση κράτους μέλους – Αδασμολόγητη εισαγωγή στρατιωτικού εξοπλισμού»
Στην υπόθεση C‑372/05,
με αντικείμενο προσφυγή του άρθρου 226 ΕΚ λόγω παραβάσεως, η οποία ασκήθηκε στις 7 Οκτωβρίου 2005,
Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον C. Cattabriga καθώς και από τους G. Wilms, Δ. Τριανταφύλλου και H. Støvlbæk, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, εκπροσωπούμενης από τον M. Lumma, επικουρούμενο από τον C. von Donat, Rechtsanwalt,
καθής,
υποστηριζόμενη από
το Βασίλειο της Δανίας, εκπροσωπούμενο από τον J. Bering Liisberg,
την Ελληνική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τις E.-Μ. Μαμούνα και Α. Σαμώνη-Ράντου καθώς και από τον K. Μπόσκοβιτς, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
τη Δημοκρατία της Φινλανδίας, εκπροσωπούμενη από τις E. Bygglin και A. Guimaraes-Purokoski, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
παρεμβαίνοντα,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τμήμα μείζονος συνθέσεως),
συγκείμενο από τους Β. Σκουρή, Πρόεδρο, A. Tizzano, J. N. Cunha Rodrigues, K. Lenaerts, E. Levits και C. Toader, προέδρους τμήματος, C. W. A. Timmermans, A. Borg Barthet (εισηγητή), M. Ilešič, J. Malenovský και U. Lõhmus, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: D. Ruiz-Jarabo Colomer
γραμματέας: M. Ferreira, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 25ης Νοεμβρίου 2008,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 10ης Φεβρουαρίου 2009,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με το δικόγραφο της προσφυγής της, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, αρνούμενη να υπολογίσει και να καταβάλει, κατά την περίοδο από 1ης Ιανουαρίου 1998 έως 31 Δεκεμβρίου 2002, μη εισπραχθέντες ιδίους πόρους από την εισαγωγή στρατιωτικού εξοπλισμού με δασμολογική ατέλεια που δεν προβλέπεται από την κοινοτική τελωνειακή νομοθεσία, καθώς και αρνούμενη να καταβάλει τόκους υπερημερίας για τη μη απόδοση ιδίων πόρων στην Επιτροπή, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 2 και 9 έως 11 του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ) 1552/89 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 1989, για την εφαρμογή της απόφασης 88/376/ΕΟΚ, Ευρατόμ για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων (ΕΕ L 155, σ. 1), όπως έχει τροποποιηθεί από τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) 1355/96 του Συμβουλίου, της 8ης Ιουλίου 1996 (ΕΕ L 175, σ. 3, στο εξής: κανονισμός 1552/89), και των ιδίων άρθρων του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 1150/2000 του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2000, για την εφαρμογή της απόφασης 94/728/ΕΚ, Ευρατόμ, για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων (ΕΕ L 130, σ. 1).
Το νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική νομοθεσία
2 Το άρθρο 2, παράγραφος 1, των αποφάσεων 88/376/ΕΟΚ, Ευρατόμ, του Συμβουλίου, της 24ης Ιουνίου 1988, για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων (ΕΕ L 185, σ. 24), και 94/728/ΕΚ, Ευρατόμ, του Συμβουλίου, της 31ης Οκτωβρίου 1994, για το σύστημα των ιδίων πόρων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 293, σ. 9), προβλέπει:
«Συνιστούν ιδίους πόρους που εγγράφονται στον προϋπολογισμό των Κοινοτήτων τα έσοδα που προέρχονται από:
[…]
β) τους δασμούς του κοινού δασμολογίου και τους λοιπούς δασμούς που θεσπίζονται ή θα θεσπιστούν από τα όργανα των Κοινοτήτων επί των συναλλαγών με χώρες μη μέλη και από τους δασμούς που επιβάλλονται στα προϊόντα τα οποία υπάγονται στη Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα·
[...]».
3 Το άρθρο 20 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 302, σ. 1, στο εξής: κοινοτικός τελωνειακός κώδικας), ορίζει:
«1. Οι δασμοί που καθίστανται απαιτητοί σε περίπτωση γένεσης τελωνειακής οφειλής βασίζονται στο δασμολόγιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
[…]
3. Το δασμολόγιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων περιλαμβάνει:
α) τη συνδυασμένη ονοματολογία των εμπορευμάτων·
[...]
γ) τους συντελεστές και τα άλλα στοιχεία είσπραξης που κανονικά εφαρμόζονται στα εμπορεύματα που καλύπτονται από τη συνδυασμένη ονοματολογία όσον αφορά:
– τους δασμούς
[…]
δ) τα προτιμησιακά δασμολογικά μέτρα που αποφασίζονται μονομερώς από την Κοινότητα υπέρ ορισμένων χωρών, ομάδων χωρών ή εδαφών·
ε) τα προτιμησιακά δασμολογικά μέτρα που αποφασίζονται μονομερώς από την Κοινότητα υπέρ ορισμένων χωρών, ομάδων χωρών ή εδαφών·
στ) τα αυτόνομα μέτρα αναστολής που προβλέπουν μειώσεις ή απαλλαγές από τους εισαγωγικούς δασμούς που επιβάλλονται σε ορισμένα εμπορεύματα·
ζ) τα άλλα δασμολογικά μέτρα που προβλέπονται από άλλες κοινοτικές ρυθμίσεις.
[...]»
4 Το άρθρο 217, παράγραφος 1, του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα ορίζει:
«Κάθε ποσό των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που προκύπτει από τελωνειακή οφειλή, που στο εξής καλείται “ποσό των δασμών”, υπολογίζεται από τις τελωνειακές αρχές μόλις αυτές διαθέτουν τα απαραίτητα στοιχεία και εγγράφεται από τις εν λόγω αρχές στα λογιστικά βιβλία ή σε οποιοδήποτε άλλο υπόθεμα επέχει θέση βιβλίων (βεβαίωση).
[...]»
5 Στο πλαίσιο της αποδόσεως στην Επιτροπή των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξέδωσε τον κανονισμό 1552/89, που είχε εφαρμογή κατά την υπό εξέταση περίοδο στην υπό κρίση υπόθεση μέχρι τις 30 Μαΐου 2000. Ο κανονισμός αυτός αντικαταστάθηκε από 31ης Μαΐου 2000 από τον κανονισμό 1150/2000 που κωδικοποιεί τον κανονισμό 1552/89 χωρίς να τροποποιεί το περιεχόμενό του.
6 Το άρθρο 2 του κανονισμού 1552/89 προβλέπει:
«1. Για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, η απαίτηση των Κοινοτήτων επί των ιδίων πόρων που προβλέπονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1, στοιχεία α΄ και β΄, της απόφασης 88/376/ΕΟΚ, Ευρατόμ θεωρείται βεβαιωθείσα άπαξ και πληρούνται οι όροι που προβλέπονται από την τελωνειακή νομοθεσία όσον αφορά τη λογιστική καταχώρηση του ποσού και την ανακοίνωσή του στον οφειλέτη.
1α. Η ημερομηνία που λαμβάνεται υπόψη για τη βεβαίωση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 είναι η ημερομηνία λογιστικής καταχώρησης που προβλέπεται από την τελωνειακή νομοθεσία.
[…]»
7 Το άρθρο 9, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού ορίζει:
«Σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 10, το ποσό των ιδίων πόρων πιστώνεται από κάθε κράτος μέλος στο λογαριασμό που έχει ανοιχθεί για το σκοπό αυτό στο όνομα της Επιτροπής στο Δημόσιο Ταμείο του ή στον οργανισμό που έχει ορίσει.
Δεν καταβάλλονται έξοδα για το λογαριασμό αυτό.»
8 Σύμφωνα με το άρθρο 10, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού:
«Αφού αφαιρεθεί το 10 % του ποσού των ιδίων πόρων για έξοδα είσπραξης σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 3, της απόφασης 88/376/ΕΟΚ, Ευρατόμ, η εγγραφή των ιδίων πόρων που αναφέρονται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ και β΄, της απόφασης αυτής διενεργείται το αργότερο την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά τη 19η ημέρα του δεύτερου μήνα που ακολουθεί τον μήνα κατά τη διάρκεια του οποίου βεβαιώθηκε η απαίτηση βάσει του άρθρου 2 του παρόντος κανονισμού.
[...]»
9 Το άρθρο 11 του κανονισμού 1552/89 ορίζει:
«Κάθε καθυστέρηση στις εγγραφές του λογαριασμού που αναφέρεται στο άρθρο 9, παράγραφος 1, δημιουργεί, για το συγκεκριμένο κράτος μέλος, την υποχρέωση καταβολής τόκων με επιτόκιο ίσο προς το επιτόκιο που εφαρμόζεται κατά την ημέρα της λήξης στη χρηματαγορά του οικείου κράτους μέλους για τις βραχυπρόθεσμες χρηματοδοτήσεις, προσαυξημένο κατά 2 μονάδες. Το επιτόκιο αυτό αυξάνεται κατά 0,25 μονάδες κατά μήνα καθυστέρησης. Το αυξημένο κατ’ αυτό τον τρόπο επιτόκιο εφαρμόζεται για όλη την περίοδο υπερημερίας.»
10 Σύμφωνα με το άρθρο 22 του κανονισμού 1150/2000:
«Ο κανονισμός (ΕΟΚ, Ευρατόμ) 1552/89 καταργείται.
Οι αναφορές στον κανονισμό θεωρούνται ότι γίνονται στον παρόντα κανονισμό και διαβάζονται σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας που εμφαίνεται στο παράρτημα, μέρος Α.»
11 Έτσι, εκτός από το γεγονός ότι οι κανονισμοί 1552/89 και 1150/2000 παραπέμπουν ιδίως στην απόφαση 88/376 ο πρώτος, και στην απόφαση 94/728 ο δεύτερος, τα άρθρα 2 και 9 έως 11 των κανονισμών αυτών είναι κατ’ ουσίαν όμοια.
12 Το ποσοστό του 10 % που αναφέρεται στο άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 1150/2000 αυξήθηκε σε 25 % με την απόφαση 2000/597/ΕΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2000, για το σύστημα των ιδίων πόρων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 253, σ. 42).
13 Η πρώτη αιτιολογική σκέψη της απόφασης αυτής ορίζει:
«Σύμφωνα με τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου που συνήλθε στο Βερολίνο στις 24 και 25 Μαρτίου 1999, προβλέπεται, μεταξύ άλλων, ότι το σύστημα ιδίων πόρων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων πρέπει να είναι δίκαιο, διαφανές, αποτελεσματικό και απλό και να βασίζεται σε κριτήρια που να εκφράζουν όσο το δυνατόν καλύτερα την ικανότητα συνεισφοράς κάθε κράτους μέλους.»
14 Ο κανονισμός (ΕΚ) 150/2003 του Συμβουλίου, της 21ης Ιανουαρίου 2003, σχετικά με την αναστολή δασμών που επιβάλλονται στις εισαγωγές ορισμένων όπλων και στρατιωτικού εξοπλισμού (ΕΕ L 25, σ. 1), που εκδόθηκε βάσει του άρθρου 26 ΕΚ, ορίζει με την πέμπτη αιτιολογική του σκέψη:
«Προκειμένου να ληφθεί υπόψη η προστασία του στρατιωτικού απορρήτου των κρατών μελών, είναι ανάγκη να καταρτισθούν συγκεκριμένες διοικητικές διαδικασίες για την παροχή του ωφελήματος της αναστολής των δασμών. Μια δήλωση της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους, για τις ένοπλες δυνάμεις του οποίου προορίζονται τα όπλα ή ο στρατιωτικός εξοπλισμός, η οποία θα μπορούσε επίσης να χρησιμεύσει ως τελωνειακή διασάφηση που απαιτεί ο τελωνειακός κώδικας, θα αποτελεί τη δέουσα εγγύηση ότι οι όροι αυτοί έχουν εκπληρωθεί. Η διασάφηση θα πρέπει να υποβάλλεται υπό τη μορφή πιστοποιητικού. Θα πρέπει να ορισθεί ο τύπος των εν λόγω πιστοποιητικών και να προβλεφθεί επίσης η χρήση τεχνικών επεξεργασίας δεδομένων για τη διασάφηση.»
15 Το άρθρο 1 του κανονισμού αυτού προβλέπει:
«Ο παρών κανονισμός καθορίζει τους όρους για την αυτόνομη αναστολή των εισαγωγικών δασμών επί ορισμένων όπλων και στρατιωτικού εξοπλισμού, που εισάγονται από τρίτες χώρες από τις αρχές που είναι αρμόδιες για τη στρατιωτική άμυνα των κρατών μελών ή για λογαριασμό των εν λόγω αρχών.»
16 Το άρθρο 3, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού ορίζει:
«Παρά την παράγραφο 1, για λόγους στρατιωτικού απορρήτου, το πιστοποιητικό και τα εισαγόμενα εμπορεύματα μπορούν να προσκομίζονται σε άλλες αρχές τις οποίες ορίζει προς τούτο το κράτος μέλος εισαγωγής. Στις περιπτώσεις αυτές, η αρμόδια αρχή η οποία εκδίδει το πιστοποιητικό, αποστέλλει στις τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους αυτού πριν από την 31η Ιανουαρίου και την 31η Ιουλίου εκάστου έτους συνοπτική έκθεση σχετικά με τις εισαγωγές αυτές. Η έκθεση καλύπτει περίοδο έξι μηνών αμέσως πριν από τον μήνα κατά τον οποίο υποβάλλεται η έκθεση και περιλαμβάνει τον αριθμό και την ημερομηνία έκδοσης των πιστοποιητικών, την ημερομηνία εισαγωγής και τη συνολική αξία και το μεικτό βάρος των προϊόντων που εισήχθησαν δυνάμει των πιστοποιητικών αυτών.»
17 Σύμφωνα με το άρθρό του 8, ο κανονισμός 150/2003 εφαρμόζεται από την 1η Ιανουαρίου 2003.
Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
18 Με έγγραφο της 20ής Δεκεμβρίου 2001, η Επιτροπή επισήμανε στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ότι η απαλλαγή, από το 1998, από τους δασμούς της εισαγωγής στρατιωτικού υλικού είχε προκαλέσει απώλεια ιδίων πόρων για την Κοινότητα. Κάλεσε το εν λόγω κράτος μέλος να υπολογίσει τα μη εισπραχθέντα ποσά για τις χρήσεις από το 1998 και μετά και να της καταβάλει τα εν λόγω ποσά πριν από τις 31 Μαρτίου 2002. Επισήμανε επίσης στις γερμανικές αρχές ότι οφείλονται τόκοι υπερημερίας από την ημερομηνία αυτή, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 11 του κανονισμού 1150/2000.
19 Με τις απαντήσεις της της 13ης Μαρτίου και 6ης Μαΐου 2002, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστήριξε ότι έχει δικαίωμα να αποκλίνει από την εφαρμογή του Κοινού Δασμολογίου, δυνάμει του άρθρου 296, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, ΕΚ, όταν η εισαγωγή αφορά εξοπλισμό που χρησιμοποιείται αποκλειστικά για στρατιωτικούς σκοπούς, προκειμένου να προστατεύσει έτσι ουσιώδη συμφέροντα που αφορούν την ασφάλειά της.
20 Με έγγραφο της 24ης Μαρτίου 2003, η Επιτροπή επανέλαβε το αρχικό αίτημά της για τις εισαγωγές πριν από την 1η Ιανουαρίου 2003, δεδομένου ότι ο κανονισμός 150/2003 κάλυπτε την περίοδο μετά την ημερομηνία αυτή.
21 Με την από 12 Μαΐου 2003 απάντησή της, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ενέμεινε στην άποψή της όσον αφορά την καταβολή των επίδικων ποσών των ιδίων πόρων.
22 Με έγγραφο της 17ης Οκτωβρίου 2003, η Επιτροπή απηύθυνε στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας έγγραφο οχλήσεως.
23 Με την από 19 Ιανουαρίου 2004 απάντησή της, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ενέμεινε στην άποψή της.
24 Η Επιτροπή, αφού έλαβε γνώση της απάντησης της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, εξέδωσε, στις 18 Οκτωβρίου 2004, αιτιολογημένη γνώμη, με την οποία κάλεσε το κράτος μέλος αυτό να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί προς τη γνώμη αυτή εντός προθεσμίας δύο μηνών από τη λήψη της. Το εν λόγω κράτος μέλος απάντησε στις 16 Δεκεμβρίου 2004, εμμένοντας στην άποψή του.
25 Δεδομένου ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κατέβαλε, υπό επιφύλαξη, 10 803 000 ευρώ, χωρίς να κατανείμει το ποσό αναλόγως των εισαγωγών και των διαφόρων περιόδων, η Επιτροπή, επειδή δεν είχε επαρκείς πληροφορίες για να το πράξει, με έγγραφο της 16ης Δεκεμβρίου 2004, κάλεσε το κράτος μέλος αυτό να προβεί το ίδιο σε κατανομή προκειμένου να υπολογιστούν οι τόκοι υπερημερίας. Με την απάντησή του της 22ας Φεβρουαρίου 2005, το εν λόγω κράτος μέλος αρνήθηκε να παράσχει τις πληροφορίες αυτές, επισημαίνοντας ότι ήσαν απόρρητες.
26 Κατόπιν των παρασχεθέντων από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στοιχείων, η Επιτροπή, θεωρώντας ότι το κράτος μέλος αυτό δεν συμμορφώθηκε προς την αιτιολογημένη γνώμη, άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
27 Με διατάξεις της 23ης Φεβρουαρίου 2006 και της 4ης Μαΐου 2006, αντιστοίχως, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου επέτρεψε την παρέμβαση του Βασιλείου της Δανίας, της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Δημοκρατίας της Φινλανδίας προς υποστήριξη των αιτημάτων της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας.
Επί της προσφυγής
Επί του παραδεκτού
28 Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας προβάλλει, πρώτον, ένσταση απαραδέκτου λόγω τυπικής πλημμέλειας της προσφυγής, που οφείλεται σε επιλογή εσφαλμένης ένδικης διαδικασίας. Το εν λόγω κράτος μέλος διευκρινίζει ότι, εφόσον για τη μη καταβολή των δασμών που αντιστοιχούν στις επίμαχες εισαγωγές στρατιωτικού εξοπλισμού επικαλέσθηκε το άρθρο 296 ΕΚ, η Επιτροπή δεν είχε δικαίωμα να ασκήσει την παρούσα προσφυγή βάσει του άρθρου 226 ΕΚ, αλλά έπρεπε να προσφύγει στην ειδική διαδικασία του άρθρου 298, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ.
29 Συναφώς, πρέπει να τονιστεί ότι, με την υπό κρίση προσφυγή, σκοπός της Επιτροπής είναι η αναγνώριση παράβασης των άρθρων 2 και 9 έως 11 των κανονισμών 1552/89 και 1150/2000. Το άρθρο 298 ΕΚ έχει εφαρμογή μόνον εάν η Επιτροπή είχε προβάλει καταχρηστική άσκηση των εξουσιών που προβλέπονται στα άρθρα 296 ΕΚ και 297 ΕΚ.
30 Επομένως, η πρώτη ένσταση απαραδέκτου πρέπει να απορριφθεί.
31 Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζει, δεύτερον, ότι η υπό κρίση προσφυγή είναι απαράδεκτη διότι η Επιτροπή δεν ήταν σε θέση, λόγω της φύσης της εν λόγω προσφυγής, να αποδείξει την παραβίαση της Συνθήκης ΕΚ. Συγκεκριμένα, δεδομένου ότι το εν λόγω κράτος μέλος δεν υποχρεούται να παράσχει τις πληροφορίες που ζήτησε η Επιτροπή, η Επιτροπή δεν διέθετε επαρκή αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τις επίμαχες εισαγωγές που θα της επέτρεπαν να αποδείξει την ύπαρξη παραβάσεως.
32 Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας προβάλλει, τρίτον, ότι ορθώς δεν διαβίβασε τις πληροφορίες που ζήτησε η Επιτροπή και ότι η προσφυγή η οποία βασίζεται, μεταξύ άλλων, στη μη διαβίβαση των πληροφοριών αυτών είναι επίσης απαράδεκτη.
33 Όσον αφορά τη δεύτερη και την τρίτη ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι αυτές αφορούν, αφενός, το βάρος αποδείξεως το οποίο φέρει η Επιτροπή και, αφετέρου, τη δυνατότητα εφαρμογής και το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 296 ΕΚ. Αφορούν, επομένως, κατά κύριο λόγο το βάσιμο της προσφυγής της Επιτροπής και όχι τον τύπο ή τη νομιμότητά της.
34 Επομένως, η δεύτερη και η τρίτη ένσταση απαραδέκτου πρέπει να απορριφθούν.
35 Υπό τις συνθήκες αυτές, η προσφυγή της Επιτροπής πρέπει να κριθεί παραδεκτή.
Επί της ουσίας
Επιχειρήματα των διαδίκων
36 Η Επιτροπή προβάλλει ότι εσφαλμένως αρνείται η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας την καταβολή των δασμών επικαλούμενη το άρθρο 296 ΕΚ, δεδομένου ότι η είσπραξή τους δεν απειλεί τα ουσιώδη συμφέροντα ασφαλείας του κράτους μέλους αυτού.
37 Η Επιτροπή κρίνει ως εσφαλμένη τη συλλογιστική της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας με την οποία υποστηρίζεται ότι οι πληροφορίες που αφορούν την εισαγωγή στρατιωτικού εξοπλισμού, και επομένως την ασφάλεια του κράτους μέλους αυτού, δεν μπορούν να διαβιβαστούν στην Επιτροπή και ότι, ως εκ τούτου, δεν όφειλε να της καταβάλει τους επίμαχους δασμούς.
38 Η Επιτροπή θεωρεί ότι τα μέτρα που θεσπίζουν απαλλαγές ή εξαιρέσεις, όπως το άρθρο 296 ΕΚ, πρέπει να ερμηνεύονται συσταλτικώς. Έτσι, το οικείο κράτος μέλος που υποστηρίζει την εφαρμογή του άρθρου αυτού πρέπει να αποδείξει ότι πληροί όλες τις προβλεπόμενες στο εν λόγω άρθρο προϋποθέσεις όταν προτίθεται να παρεκκλίνει από το άρθρο 20 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, στο οποίο περιλαμβάνεται η γενική αρχή της επιβολής δασμών, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 26 ΕΚ.
39 Η Επιτροπή θεωρεί επίσης ότι το γεγονός και μόνον ότι τα προϊόντα περιλαμβάνονται στον κατάλογο που θεσπίστηκε με την απόφαση 255/58 του Συμβουλίου, της 15ης Απριλίου 1958, ο οποίος καθορίζει τα προϊόντα επί των οποίων μπορεί να έχει εφαρμογή το άρθρο 296, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, ΕΚ, δεν αρκεί για την εφαρμογή της διάταξης αυτής, για την οποία πρέπει να πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που αυτή προβλέπει.
40 Η Επιτροπή υποστηρίζει, επομένως, ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας φέρει το βάρος να προσκομίσει συγκεκριμένη και εμπεριστατωμένη απόδειξη για το ότι η επίμαχη στην υπό κρίση υπόθεση καταβολή των δασμών εισαγωγής απειλεί τα ουσιώδη συμφέροντα ασφαλείας του κράτους μέλους αυτού.
41 Συναφώς, οι αόριστες δηλώσεις του κράτους μέλους αυτού ότι η αμυντική ικανότητα αποτελεί ουσιαστικό στοιχείο της πολιτικής του για την ασφάλεια, καθώς και το γεγονός ότι η διεθνής συνεργασία, απαραίτητη για την αμυντική του πολιτική, θα παρεμποδιζόταν σημαντικά από την υποχρέωση καταβολής δασμών για τον εν λόγω εξοπλισμό, δεν αποτελούν τέτοιου είδους απόδειξη. Το ίδιο ισχύει και για την επίκληση των ρητρών εμπιστευτικότητας που περιλαμβάνονται στις διεθνείς συμβάσεις και των στρατιωτικών απορρήτων που αποκλείουν την εφαρμογή της κοινοτικής τελωνειακής νομοθεσίας. Τέλος, το γεγονός ότι άλλα κράτη μέλη εισπράττουν και καταβάλλουν δασμούς στις εισαγωγές στρατιωτικού εξοπλισμού επιβεβαιώνει ότι τούτο είναι απολύτως εφικτό γι’ αυτό το είδος υλικού.
42 Η Επιτροπή θεωρεί ότι η λειτουργία του κοινοτικού τελωνειακού συστήματος εγγυάται την εμπιστευτικότητα των προς επεξεργασία πληροφοριών. Επιπλέον, δεδομένου ότι το εν λόγω σύστημα εφαρμόζεται από εθνικούς υπαλλήλους, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας είναι σε θέση να εξασφαλίσει τα ουσιώδη συμφέροντα ασφαλείας της.
43 Η Επιτροπή θεωρεί ότι, όσον αφορά το επιχείρημα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας ότι η αύξηση του κόστους των εισαγωγών υλικού εξοπλισμού είναι πιθανό να υπονομεύσει την αμυντική της ικανότητα, το εν λόγω κράτος μέλος δεν προσκόμισε συγκεκριμένα στοιχεία που να αποδεικνύουν μια τέτοια απειλή. Αντιθέτως, η ενιαία καταβολή, που πραγματοποιήθηκε το 2004, των οφειλομένων δασμών της πενταετίας δεν φαίνεται να μείωσε τις δυνατότητες του κράτους αυτού σε θέματα άμυνας.
44 Η Επιτροπή τονίζει ότι η εκ μέρους κράτους μέλους απαλλαγή από δασμούς των εισαγωγών στρατιωτικού εξοπλισμού με σκοπό τη μείωση του κόστους του πολεμικού υλικού είναι απαράδεκτη, διότι τούτο αποδεικνύει τη μη τήρηση εκ μέρους του κράτους μέλους αυτού των υποχρεώσεών του για αλληλέγγυα συνεισφορά στον κοινοτικό προϋπολογισμό.
45 Η Επιτροπή επισημαίνει, συναφώς, ότι η επίδικη μη καταβολή των δασμών από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δημιουργεί ανισότητα μεταξύ των κρατών μελών σε σχέση με τις αντίστοιχες συνεισφορές τους στον κοινοτικό προϋπολογισμό. Συγκεκριμένα, η μη καταβολή έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση των παραδοσιακών κοινοτικών ιδίων πόρων, η οποία μπορεί να αντισταθμιστεί μόνο με αύξηση των εισφορών από την πηγή την καλούμενη «ΑΕΠ» (ακαθάριστο εθνικό προϊόν) οι οποίες βαρύνουν όλα τα κράτη μέλη.
46 Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι είναι αβάσιμα τα επιχειρήματα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας περί κινδύνου δημοσιοποίησης των πληροφοριών που περιλαμβάνονται στην τελωνειακή διασάφηση, ή ακόμη περί του ενδεχομένου η εφαρμογή των διαδικασιών ελέγχου να έχει ως αποτέλεσμα την εκ μέρους των θεσμικών οργάνων της ΕΕ παραβίαση του στρατιωτικού απορρήτου.
47 Ο κανονισμός 150/2003 προβλέπει ότι τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή σχετικά με τον όγκο των παραγγελιών στρατιωτικού εξοπλισμού. Προκαλεί, επομένως, έκπληξη το γεγονός ότι, για τους ιδίους πόρους των Κοινοτήτων, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας επικαλείται μείζονα συμφέροντα ασφαλείας που αντιτίθενται στην κοινοποίηση των πληροφοριών που απαιτούνται για την είσπραξη των πόρων αυτών.
48 Επιπλέον, η άποψη αυτή ουδόλως συμβιβάζεται, κατά την Επιτροπή, με το γεγονός ότι οποιοσδήποτε μπορεί να έχει πρόσβαση μέσω του διαδικτύου, σε πληροφορίες που αφορούν, π.χ., τα ποσά των αγορών που πραγματοποιήθηκαν στον τομέα αυτόν. Οι πληροφορίες αυτές που διατίθενται ελεύθερα είναι κατά πολύ λεπτομερέστερες από αυτές που απαιτούνται για την κατάταξη στο κοινό δασμολόγιο και την καταβολή των ιδίων πόρων.
49 Η Επιτροπή θεωρεί αβάσιμο το επιχείρημα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας που αντλείται από το γεγονός ότι οι διαπραγματεύσεις που οδήγησαν στην έκδοση του κανονισμού 150/2003 και στην αναστολή, το 1984, της διαδικασίας λόγω παραβάσεως κατά του εν λόγω κράτους μέλους έχουν δημιουργήσει δικαιολογημένη εμπιστοσύνη, υπό την έννοια ότι το κράτος αυτό θα μπορούσε ευλόγως να αναμένει ότι, κατά τη διάρκεια των ετών που ο εν λόγω κανονισμός ήταν στο στάδιο της προετοιμασίας, μπορούσε να εισάγει, ατελώς, ορισμένα είδη στρατιωτικού εξοπλισμού.
50 Συγκεκριμένα, η Επιτροπή διευκρινίζει ότι ο κανονισμός 150/2003 εφαρμόζεται από την 1η Ιανουαρίου 2003 και ότι, κατά τις σχετικές με την έκδοσή του συζητήσεις, η Επιτροπή δήλωσε ότι πρέπει να εισπράξει, για το παρελθόν, τους επίδικους δασμούς, οπότε από τον κανονισμό δεν μπορεί να συναχθεί καμία προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Εξάλλου, ο κανονισμός αυτός βασίζεται στο άρθρο 26 ΕΚ και όχι στο άρθρο 296 ΕΚ.
51 Ομοίως, η προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης δεν μπορεί να συναχθεί από την αναστολή μιας συγκεκριμένης διαδικασίας λόγω παραβάσεως κατά τη διάρκεια του έτους 1984, δεδομένου ότι η Επιτροπή διαθέτει, βάσει του άρθρου 226 ΕΚ, ευρεία διακριτική ευχέρεια που της επιτρέπει να αποφασίσει, μεταξύ άλλων, αν είναι σκόπιμη η κίνηση ή η συνέχιση διαδικασίας λόγω παραβάσεως.
52 Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αντιτάσσει ότι, εν προκειμένω, πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 296, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, ΕΚ. Θεωρεί ότι από τη διατύπωση της διάταξης αυτής προκύπτει ότι η Συνθήκη θέλησε να παράσχει στα κράτη μέλη ευρεία εξουσία εκτιμήσεως σχετικά με τα μέτρα που λαμβάνουν για την προστασία των ουσιωδών συμφερόντων ασφαλείας τους και αφορούν προϊόντα επί των οποίων έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εν λόγω παραγράφου 1, στοιχείο β΄. Έτσι, το άρθρο 296, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, ΕΚ επιτρέπει στα κράτη μέλη να παρεκκλίνουν από το άρθρο 26 ΕΚ και από τον κοινοτικό τελωνειακό κώδικα σε περίπτωση εισαγωγών εξοπλισμού που προορίζεται αποκλειστικά για στρατιωτικούς σκοπούς και όταν ο σκοπός των εν λόγω εισαγωγών είναι η προστασία των ουσιωδών συμφερόντων ασφαλείας του οικείου ή των οικείων κρατών μελών.
53 Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας προσθέτει ότι δεν είναι υποχρεωμένη να επιβάλει δασμούς στις εισαγωγές όλων των στρατιωτικών εξοπλισμών και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να υπάρξει παράβαση των άρθρων 2 και 9 έως 11 των κανονισμών 1552/89 και 1150/2000. Συγκεκριμένα, δεν υφίσταται καμία υποχρέωση αυτού του είδους, διότι, αφενός, το κοινοτικό δίκαιο δεν προβλέπει απεριόριστη υποχρέωση επιβολής δασμών σε στρατιωτικό εξοπλισμό και, αφετέρου, τα ουσιώδη συμφέροντα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας σε θέματα ασφάλειας έρχονται σε αντίθεση με την επιβολή δασμών στην εισαγωγή του εν λόγω εξοπλισμού.
54 Εξάλλου, η καθής θεωρεί ότι η Επιτροπή απώλεσε το δικαίωμα να ζητήσει διαπίστωση παραβάσεως όσον αφορά την απαλλαγή από δασμούς στις εισαγωγές στρατιωτικού εξοπλισμού, διότι έδωσε την εντύπωση ότι είχε περατώσει, κατά το 1984, τη διαδικασία λόγω παραβάσεως που είχε κινήσει για το θέμα αυτό και, στη συνέχεια, ενώ η κατάσταση είχε παραμείνει αμετάβλητη και λαμβανομένων υπόψη των προπαρασκευαστικών εργασιών του κανονισμού 150/2003, επανέλαβε τη διαδικασία επιβολής κυρώσεων για συμπεριφορά η οποία ήταν μέχρι τότε αποδεκτή ή ανεκτή. Συγκεκριμένα, το κοινοτικό δίκαιο δεν διαθέτει μηχανισμό προσωρινής αναστολής της διαδικασίας λόγω παραβάσεως. Η Επιτροπή όφειλε, κατά την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, είτε να συνεχίσει είτε να περατώσει τη διαδικασία λόγω παραβάσεως εναντίον της, και όχι να τη διακόψει για διάστημα δεκαεπτά ετών.
55 Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υπογραμμίζει ότι, πριν την έναρξη ισχύος του κανονισμού 150/2003, καμία διαδικαστική διάταξη δεν προέβλεπε την είσπραξη δασμών στην εισαγωγή εξοπλισμού και έλεγχο επί της εισπράξεως αυτής, γεγονός που αποδεικνύει ότι δεν υπήρχε κοινοτική υποχρέωση είσπραξης των επίδικων δασμών.
56 Κατά την άποψη του κράτους μέλους αυτού, η είσπραξη ή μη είσπραξη δασμών επί της εισαγωγής οπλικού υλικού επιδρά στο εμπόριο όπλων, πυρομαχικών και πολεμικού υλικού. Ενώ η είσπραξη των εν λόγω δασμών περιορίζει το εμπόριο, μειώνει, κατά συνέπεια, την επιχειρησιακή ικανότητα του στρατού και θίγει την ελευθερία κινήσεων του κράτους μέλους αυτού στον τομέα των προμηθειών αμυντικού εξοπλισμού, η μη είσπραξη των δασμών αυτών καθιστά εφικτή την επέκταση και την ενίσχυση της συνεργασίας στον τομέα των εξοπλισμών υπό την έννοια του άρθρου 17 ΕΕ.
57 Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ισχυρίζεται επίσης ότι με την ερμηνεία της η Επιτροπή διογκώνει το κριτήριο της «αναγκαιότητας» κατά την έννοια του άρθρου 296 ΕΚ. Το κριτήριο αυτό δεν επιβάλλει να αποδειχθεί, σε περίπτωση που δεν έχει ληφθεί το μέτρο προστασίας, ότι θίγονται σοβαρά τα ουσιώδη συμφέροντα σε θέματα ασφάλειας. Αρκεί ότι το μέτρο αυτό βελτιώνει την κατάσταση σε θέματα ασφάλειας και είναι απλώς αναγκαίο για λόγους εθνικής άμυνας.
58 Ομοίως, η υποχρέωση εμπιστευτικότητας δεν επιτρέπει στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας να κοινοποιήσει πληροφορίες στην Επιτροπή και η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τα συμφέροντα του κράτους μέλους αυτού σε θέματα ασφάλειας των πληροφοριών. Επιπλέον, η υποχρέωση έντιμης συνεργασίας του άρθρου 10 ΕΚ δεν συνεπάγεται τη λήψη δυσανάλογων μέτρων, όπως η θέσπιση ειδικής τελωνειακής διαδικασίας.
59 Συγκεκριμένα, η επεξεργασία των πληροφοριών που περιέχονται σε μια τελωνειακή διασάφηση, χωρίς σεβασμό του εμπιστευτικού χαρακτήρα τους, μπορεί να προκαλέσει σοβαρή βλάβη στα ουσιώδη συμφέροντα ασφαλείας των κρατών μελών. Τα μέτρα εμπιστευτικότητας που προβλέπονται από τον κοινοτικό τελωνειακό κώδικα δεν πληρούν επαρκώς τις απαιτήσεις της ασφάλειας και εμπιστευτικότητας τις οποίες δικαιούται να θέσει το κράτος μέλος, όταν πρόκειται για πληροφορίες που αφορούν την ασφάλειά του.
60 Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζει ότι το γεγονός ότι κράτος μέλος εξαιρεί από δασμούς τις εισαγωγές στρατιωτικού εξοπλισμού βάσει του άρθρου 296 ΕΚ δεν παραβιάζει κατ’ ανάγκη την αρχή της κοινοτικής αλληλεγγύης. Θα ήταν αντίθετο προς την αρχή αυτή να υποχρεωθούν τα κράτη μέλη που υπέχουν, στον τομέα αυτόν, μεγαλύτερα βάρη να εισφέρουν περισσότερα στον κοινοτικό προϋπολογισμό.
61 Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας έχει την άποψη ότι η έκδοση του κανονισμού 150/2003 επιβεβαιώνει την ανάγκη σεβασμού των συμφερόντων ασφαλείας των κρατών μελών και το δικαίωμά τους να επικαλούνται την εμπιστευτικότητα, όταν αυτό είναι απαραίτητο.
62 Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρατηρεί ότι, βάσει του κανονισμού 150/2003, η είσπραξη δασμών επί ορισμένων όπλων και στρατιωτικού εξοπλισμού που εισάγονται από τρίτες χώρες έχει επίσης τύχει απαλλαγής από 1ης Ιανουαρίου 2003, ημερομηνία κατά την οποία ορίσθηκε η έναρξη ισχύος του κανονισμού. Έτσι, από την ημερομηνία αυτή, τα συμφέροντα του εν λόγω κράτους μέλους όσον αφορά την εισαγωγή εξοπλισμού προστατεύονται από τις διατάξεις του εν λόγω κανονισμού. Πάντως, η μη είσπραξη δασμών επί των εισαγωγών αυτών είναι απαραίτητη, τόσο πριν όσο και μετά την ημερομηνία αυτή, για την εξασφάλιση της προστασίας των ουσιωδών συμφερόντων ασφαλείας των κρατών μελών. Επιπλέον, το γεγονός ότι, από το 1988, η Επιτροπή υπέβαλε πρόταση κανονισμού (ΕΟΚ) του Συμβουλίου, σχετικά με την προσωρινή αναστολή των δασμών επί ορισμένων όπλων και στρατιωτικού εξοπλισμού (ΕΕ C 265, σ. 9), αποδεικνύει ότι γνώριζε ότι η μη είσπραξη δασμών επί των εισαγωγών αυτών ήταν απαραίτητη για την προστασία των εν λόγω συμφερόντων.
63 Το εν λόγω κράτος μέλος καταλήγει ότι, από την πρόταση αυτή και μετά, και μολονότι αυτή, μόλις το 2003, κατέληξε στην έκδοση του κανονισμού 150/2003, τα κράτη μέλη ορθώς θεώρησαν ότι δεν ήταν απαραίτητο να εισπράξουν δασμούς στην εισαγωγή «υλικού στρατιωτικής αποκλειστικά χρήσεως» που παρατίθεται στον κατάλογο της αποφάσεως 255/58.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
64 Ο κοινοτικός τελωνειακός κώδικας προβλέπει είσπραξη δασμών επί της εισαγωγής προϊόντων για στρατιωτική χρήση, όπως τα επίδικα, από τρίτες χώρες. Καμία διάταξη της κοινοτικής τελωνειακής νομοθεσίας δεν προέβλεπε για την περίοδο των επίδικων εισαγωγών, δηλαδή από την 1η Ιανουαρίου 1998 έως τις 31 Δεκεμβρίου 2002, ειδική απαλλαγή από τους δασμούς για την εισαγωγή αυτού του είδους προϊόντων. Επομένως, δεν υπήρχε επίσης, για την περίοδο αυτή, ρητή απαλλαγή από την υποχρέωση καταβολής στις αρμόδιες αρχές των οφειλομένων δασμών και των ενδεχόμενων τόκων υπερημερίας.
65 Εξάλλου, από το γεγονός ότι ο κανονισμός 150/2003 προέβλεψε την αναστολή δασμών στις εισαγωγές ορισμένων όπλων και στρατιωτικού εξοπλισμού από 1ης Ιανουαρίου 2003, συνάγεται ότι ο κοινοτικός νομοθέτης θεώρησε ως δεδομένο ότι η υποχρέωση καταβολής τέτοιων δασμών υφίστατο πριν από την ημερομηνία αυτή.
66 Εξάλλου, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ουδέποτε αρνήθηκε την ύπαρξη των επίμαχων εισαγωγών κατά την υπό εξέταση περίοδο. Στο πλαίσιο της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας διαβίβασε, εξάλλου, για ιδίους πόρους, το ποσό των 10 803 000 ευρώ που συνδέονται με τις επίμαχες εισαγωγές, χωρίς να κατανείμει το ποσό αυτό αναλόγως των εισαγωγών και βάσει των διαφορετικών περιόδων.
67 Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας περιορίστηκε να αμφισβητήσει το δικαίωμα της Κοινότητας επί των εν λόγω ιδίων πόρων, ενώ παράλληλα υποστήριξε ότι, δυνάμει του άρθρου 296 ΕΚ, η υποχρέωση καταβολής δασμών επί του εισαγόμενου από τρίτες χώρες στρατιωτικού εξοπλισμού θα έβλαπτε σοβαρά ουσιώδη συμφέροντά της σε θέματα ασφάλειας.
68 Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, μολονότι εναπόκειται στα κράτη μέλη να θεσπίσουν τα κατάλληλα μέτρα για την προάσπιση της εσωτερικής και εξωτερικής τους ασφάλειας, εντούτοις αυτό δεν σημαίνει ότι τα μέτρα αυτά διαφεύγουν πλήρως της εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου (βλ., συναφώς, απόφαση της 26ης Οκτωβρίου 1999, C-273/97, Sirdar, Συλλογή 1999, σ. I-7403, σκέψη 15, και της 11ης Ιανουαρίου 2000, C-285/98, Kreil, Συλλογή 2000, σ. I-69, σκέψη 15). Συγκεκριμένα, όπως έχει αποφανθεί το Δικαστήριο, η Συνθήκη προβλέπει τη δυνατότητα ρητών παρεκκλίσεων σε περίπτωση καταστάσεων ικανών να απειλήσουν τη δημόσια ασφάλεια μόνο στα άρθρα 30 ΕΚ, 39 ΕΚ, 46 ΕΚ, 58 ΕΚ, 64 ΕΚ, 296 ΕΚ και 297 ΕΚ, τα οποία αφορούν εξαιρετικές και σαφώς προσδιορισμένες περιπτώσεις. Δεν μπορεί να συναχθεί από τα άρθρα αυτά η ύπαρξη γενικής και εγγενούς στη Συνθήκη επιφυλάξεως που εξαιρεί από το πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου όλα τα μέτρα που λαμβάνονται για τη δημόσια ασφάλεια. H αναγνώριση της ύπαρξης γενικής επιφύλαξης, εκτός των συγκεκριμένων προϋποθέσεων που θέτουν οι διατάξεις της Συνθήκης, θα μπορούσε να θίξει τον δεσμευτικό χαρακτήρα και την ομοιόμορφη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου (βλ., συναφώς, απόφαση της 11ης Μαρτίου 2003, C‑186/01, Dory, Συλλογή 2003, σ. I‑2479, σκέψη 31 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
69 Εξάλλου, οι εξαιρέσεις που προβλέπονται στα άρθρα 296 ΕΚ και 297 ΕΚ πρέπει, όπως κατά πάγια νομολογία ισχύει για τις εξαιρέσεις από τις θεμελιώδεις ελευθερίες (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 31ης Ιανουαρίου 2006, C-503/03, Επιτροπή κατά Ισπανίας, Συλλογή 2006, σ. Ι-1097, σκέψη 45, της 18ης Ιουλίου 2007, C-490/04, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 2007, σ. Ι-6095, σκέψη 86, και της 11ης Σεπτεμβρίου 2008, C-141/07, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 2008, σ. Ι-6935, σκέψη 50) να ερμηνεύονται συσταλτικώς.
70 Όσον αφορά, ειδικότερα, το άρθρο 296 ΕΚ, πρέπει να τονιστεί ότι, μολονότι το άρθρο αυτό παραθέτει τα μέτρα που μπορεί να κρίνει αναγκαία το κράτος μέλος για την προστασία των ουσιωδών συμφερόντων ασφαλείας του ή τις πληροφορίες τη διάδοση των οποίων θεωρεί αντίθετη προς τα συμφέροντα αυτά, τούτο δεν μπορεί, ωστόσο, να ερμηνεύεται με τρόπο ώστε να δοθεί στα κράτη μέλη η διακριτική ευχέρεια να παρεκκλίνουν από τις διατάξεις της Συνθήκης απλώς με αόριστη επίκληση των εν λόγω συμφερόντων.
71 Εξάλλου, στον τομέα του φόρου προστιθέμενης αξίας, το Δικαστήριο αναγνώρισε, με την απόφαση της 16ης Σεπτεμβρίου 1999, C-414/97, Επιτροπή κατά Ισπανίας (Συλλογή 1999, σ. Ι-5585), την ύπαρξη παράβασης για τον λόγο ότι το Βασίλειο της Ισπανίας δεν απέδειξε ότι η απαλλαγή από τον φόρο επί των εισαγωγών και των προμηθειών όπλων, πυρομαχικών και εξοπλισμού αποκλειστικά για στρατιωτική χρήση, απαλλαγή που προβλέπεται από την ισπανική νομοθεσία, ήταν δικαιολογημένη, βάσει του άρθρου 296, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, ΕΚ, από την ανάγκη προστασίας των ουσιωδών συμφερόντων ασφαλείας του κράτους μέλους αυτού.
72 Κατά συνέπεια, εναπόκειται στο κράτος μέλος που επικαλείται το άρθρο 296 ΕΚ να αποδείξει την ανάγκη να γίνει χρήση της προβλεπόμενης από το άρθρο αυτό απαλλαγής προκειμένου να προστατευθούν τα ουσιώδη συμφέροντα ασφαλείας του.
73 Βάσει των ανωτέρω σκέψεων, δεν μπορεί να γίνει δεκτή η επίκληση από κράτος μέλος της αύξησης του κόστους του στρατιωτικού εξοπλισμού λόγω της επιβολής δασμών στις εισαγωγές των εξοπλισμού αυτού από τρίτες χώρες προκειμένου το κράτος μέλος αυτό να αποφύγει, σε βάρος άλλων κρατών μελών τα οποία εισπράττουν και καταβάλλουν δασμούς για τις εισαγωγές αυτές, τις υποχρεώσεις που του επιβάλλει η αλληλέγγυα συνεισφορά στον κοινοτικό προϋπολογισμό.
74 Όσον αφορά το επιχείρημα ότι με τις κοινοτικές τελωνειακές διαδικασίες δεν εξασφαλίζεται η ασφάλεια της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, λαμβανομένων υπόψη των απαιτήσεων εμπιστευτικότητας που περιλαμβάνονται στις συμφωνίες με τα κράτη εξαγωγής, πρέπει να τονιστεί, όπως ορθώς επισήμανε η Επιτροπή, ότι η εφαρμογή της κοινοτικής τελωνειακής διαδικασίας συνεπάγεται την παρέμβαση υπαλλήλων, κοινοτικών και εθνικών, οι οποίοι υπέχουν, ενδεχομένως, υποχρέωση τήρησης εμπιστευτικότητας, σε περίπτωση επεξεργασίας ευαίσθητων δεδομένων, η οποία μπορεί να προστατεύσει τα ουσιώδη συμφέροντα ασφαλείας των κρατών μελών.
75 Εξάλλου, οι δηλώσεις που πρέπει να συμπληρώνουν και να υποβάλλουν στην Επιτροπή τα κράτη μέλη σε τακτά χρονικά διαστήματα δεν προϋποθέτουν επίπεδο ακρίβειας τέτοιας φύσεως που να μπορεί να παραβλάψει τα συμφέροντα των εν λόγω κρατών σε θέματα τόσο ασφάλειας όσο και απορρήτου.
76 Υπό τις συνθήκες αυτές, και σύμφωνα με το άρθρο 10 ΕΚ σχετικά με την υποχρέωση των κρατών μελών να διευκολύνουν την Επιτροπή στην εκτέλεση της αποστολής της, η οποία συνίσταται στη μέριμνα για την τήρηση της Συνθήκης, οφείλουν επίσης να της παρέχουν τα αναγκαία έγγραφα για τον έλεγχο του νομότυπου της καταβολής των ιδίων πόρων της Κοινότητας. Ωστόσο, η υποχρέωση αυτή δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη, όπως τόνισε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 168 των προτάσεών του, να αποφασίζουν, κατά περίπτωση και κατ’ εξαίρεση, βάσει του άρθρου 296 ΕΚ, να περιορίσουν την πληροφόρηση σε ορισμένα τμήματα ενός εγγράφου ή να την αρνηθούν στο σύνολό της.
77 Κατόπιν των προεκτεθέντων, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν απέδειξε ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που είναι απαραίτητες για την εφαρμογή του άρθρου 296 ΕΚ.
78 Τέλος, όσον αφορά τα επιχειρήματα που προέβαλε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας για να αποδείξει ότι, λόγω της παρατεταμένης αδράνειας της Επιτροπής καθώς και της εκδόσεως του κανονισμού 150/2003, το εν λόγω κράτος μέλος μπορούσε νομίμως να θεωρήσει ότι η Επιτροπή δεν θα ασκήσει την υπό κρίση προσφυγή, στον βαθμό που δέχθηκε σιωπηρά την ύπαρξη συναφούς εξαιρέσεως, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι η Επιτροπή δεν παραιτήθηκε, σε κανένα στάδιο της διαδικασίας, από την κατ’ αρχήν θέση της.
79 Συγκεκριμένα, με τη δήλωσή της που διατυπώθηκε κατά τις σχετικές με τον κανονισμό 150/2003 διαπραγματεύσεις, εξέφρασε τη σταθερή της πρόθεση να μην παραιτηθεί από την είσπραξη των δασμών που έπρεπε να είχαν καταβληθεί για τις περιόδους πριν από την έναρξη ισχύος του εν λόγω κανονισμού και επιφυλάχθηκε του δικαιώματός της να αναλάβει τις κατάλληλες προς τούτο πρωτοβουλίες.
80 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, αρνούμενη να υπολογίσει, να βεβαιώσει και να θέσει στη διάθεση της Επιτροπής, κατά την περίοδο από 1ης Ιανουαρίου 1998 έως 31 Δεκεμβρίου 2002, ιδίους πόρους από την εισαγωγή στρατιωτικού εξοπλισμού, καθώς και αρνούμενη να καταβάλει τόκους υπερημερίας για τη μη απόδοση στην Επιτροπή των εν λόγω ιδίων πόρων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 2 και 9 έως 11 του κανονισμού 1552/89 και από τα άρθρα 2 και 9 έως 11 του κανονισμού 1150/2000.
Επί των δικαστικών εξόδων
81 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας η οποία ηττήθηκε, το κράτος μέλος αυτό πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
82 Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας, τα κράτη μέλη που παρεμβαίνουν στη δίκη φέρουν τα έξοδα τους. Σύμφωνα με την παράγραφο 4, πρώτο εδάφιο, του ίδιου άρθρου, το Βασίλειο της Δανίας, η Ελληνική Δημοκρατία και η Δημοκρατία της Φινλανδίας, που παρενέβησαν στη δίκη, φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τμήμα μείζονος συνθέσεως) αποφασίζει:
1) Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, αρνούμενη να υπολογίσει, να βεβαιώσει και να θέσει στη διάθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ιδίους πόρους από την εισαγωγή στρατιωτικού εξοπλισμού κατά την περίοδο από 1ης Ιανουαρίου 1998 έως 31 Δεκεμβρίου 2002, καθώς και αρνούμενη να καταβάλει τόκους υπερημερίας για τη μη απόδοση στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή των εν λόγω ιδίων πόρων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 2 και 9 έως 11 του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ) 1552/89 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 1989, για την εφαρμογή της απόφασης 88/376/ΕΟΚ, Ευρατόμ για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων, όπως έχει τροποποιηθεί από τον κανονισμό (Ευρατόμ, ΕΚ) 1355/96 του Συμβουλίου, της 8ης Ιουλίου 1996, και των ιδίων άρθρων του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 1150/2000 του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2000, για την εφαρμογή της απόφασης 94/728/ΕΚ, Ευρατόμ για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων.
2) Καταδικάζει την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στα δικαστικά έξοδα.
3) Το Βασίλειο της Δανίας, η Ελληνική Δημοκρατία και η Δημοκρατία της Φινλανδίας φέρουν τα έξοδά τους.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy