Υπόθεση C-375/05
Erhard Geuting
κατά
Direktor der Landwirtschaftskammer Nordrhein-Westfalen für den Bereich Landwirtschaft
(αίτηση του Bundesverwaltungsgericht
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Bόειο κρέας — Πριμοδότηση για τη διατήρηση της αγέλης θηλαζουσών αγελάδων»
Περίληψη της αποφάσεως
1. Γεωργία — Κοινή οργάνωση των αγορών — Βόειο κρέας — Πριμοδότηση για τη διατήρηση αγελών θηλαζουσών αγελάδων — Έγκυος δαμαλίδα — Εξομοίωση με θηλάζουσα αγελάδα
(Κανονισμός 805/68 του Συμβουλίου, άρθρο 4 A, τρίτη περίπτωση, σημείο ii)
2. Γεωργία — Κοινή οργάνωση των αγορών — Βόειο κρέας — Πριμοδότηση για τη διατήρηση αγελών θηλαζουσών αγελάδων
(Κανονισμός 3886/92 της Επιτροπής, άρθρο 33 §§ 2 και 4)
3. Γεωργία — Κοινή οργάνωση των αγορών — Βόειο κρέας — Πριμοδότηση για τη διατήρηση αγελών θηλαζουσών αγελάδων
(Κανονισμός 3886/92 της Επιτροπής, άρθρο 33 § 2)
4. Γεωργία — Κοινή οργάνωση των αγορών — Βόειο κρέας — Πριμοδότηση για τη διατήρηση αγελών θηλαζουσών αγελάδων
(Κανονισμός 805/68 του Συμβουλίου, άρθρο 4 στ § 4· κανονισμός 3886/92 της Επιτροπής, άρθρο 33 § 4)
1. Το άρθρο 4α, τρίτη περίπτωση, στοιχείο ii, του κανονισμού 805/68, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2222/96, έχει την έννοια ότι μια έγκυος δαμαλίδα μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί θηλάζουσα αγελάδα, κατά την έννοια της παραγράφου 1 του πρώτου τμήματος του κανονισμού αυτού, μόνον αν αντικαθιστά, μετά την κατάθεση της αιτήσεως πριμοδοτήσεως για την περίοδο εμπορίας, μια θηλάζουσα αγελάδα που περιλαμβάνεται στην αίτηση αυτή.
Επιπλέον, μια έγκυος δαμαλίδα η οποία, στο πλαίσιο μιας περιόδου εμπορίας, αντικατέστησε μια θηλάζουσα αγελάδα για την οποία υποβλήθηκε αίτηση πριμοδοτήσεως και η οποία αναγνωρίστηκε ως επιλέξιμη για την πριμοδότηση αυτή μπορεί να θεωρηθεί θηλάζουσα αγελάδα, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, αν πληροί, το επόμενο έτος, τις προϋποθέσεις για να αντικαταστήσει εκ νέου μια θηλάζουσα αγελάδα. Ωστόσο, μια έγκυος δαμαλίδα για την οποία έχει υποβληθεί αίτηση πριμοδοτήσεως δεν είναι επιλέξιμη για την πριμοδότηση αν γεννήσει μοσχάρι πριν από τη λήξη της προθεσμίας που προβλέπεται για την υποβολή της εν λόγω αιτήσεως. Συγκεκριμένα, δεδομένου ότι η κατάθεση της αιτήσεως πριμοδοτήσεως καθορίζει την έναρξη της περιόδου κατοχής και ο αριθμός των θηλαζουσών αγελάδων λαμβάνεται υπόψη κατά το χρονικό αυτό σημείο, κατά την ίδια αυτή ημερομηνία πρέπει επίσης τα ζώα να έχουν όλα τα χαρακτηριστικά που είναι αναγκαία για την επιλεξιμότητά τους.
(βλ. σκέψεις 21, 26, 31, 33, διατακτ. 1-3)
2. Το άρθρο 33, παράγραφοι 2 και 4, του κανονισμού 3886/92 της Επιτροπής, για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής όσον αφορά τα καθεστώτα επιδοτήσεων που προβλέπονται στον κανονισμό 805/68, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος, και την κατάργηση των κανονισμών 1244/82 και 714/89, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2311/96, έχει την έννοια ότι ένας παραγωγός πρέπει να θεωρείται ότι δεν χρησιμοποίησε τα δικαιώματά του για πριμοδότηση στο πλαίσιο μιας περιόδου εμπορίας, αν υπέβαλε αίτηση πριμοδοτήσεως, αλλά η αίτηση αυτή απορρίφθηκε με το αιτιολογικό ότι τα ζώα τα οποία αυτή αφορούσε δεν ήσαν επιλέξιμα, τούτο δε έστω και αν η εν λόγω αίτηση δεν υποβλήθηκε καταχρηστικώς.
Μια τέτοια ερμηνεία δεν είναι αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας. Συγκεκριμένα, η επιστροφή στο εθνικό απόθεμα των μη χρησιμοποιηθέντων δικαιωμάτων συνιστά μέτρο ακατάλληλο για την επίτευξη του σκοπού μιας καλύτερης κινητικότητας των διαθέσιμων και μη χρησιμοποιηθέντων δικαιωμάτων πριμοδοτήσεως.
(βλ. σκέψεις 48, 50, διατακτ. 4)
3. Ούτε οι διατάξεις του κανονισμού 3886/92, για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής όσον αφορά τα καθεστώτα επιδοτήσεων που προβλέπονται στον κανονισμό 805/68 του Συμβουλίου για την κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος και την κατάργηση των κανονισμών 1244/82 και 714/89, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2311/96, ούτε οι αιτιολογικές σκέψεις αυτού καθορίζουν τα είδη των κριτηρίων που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για να δικαιολογείται μια εξαιρετική κατάσταση κατά την έννοια του άρθρου 33, παράγραφος 2, τελευταία περίπτωση, του εν λόγω κανονισμού, που να επιτρέπει παρέκκλιση από τον κανόνα της επιστροφής του εθνικού αποθέματος του μη χρησιμοποιηθέντος τμήματος των δικαιωμάτων πριμοδοτήσεως. Δεδομένου ότι ο κοινοτικός νομοθέτης δεν θέλησε να διευκρινίσει περισσότερο την έννοια αυτή ούτε να τη συνδέσει με ιδιαίτερα κριτήρια, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να αποφασίσει αν, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των δεόντως δικαιολογημένων περιστάσεων που χαρακτηρίζουν την κατάσταση ενός προσφεύγοντος σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, υφίσταται εξαιρετική περίπτωση που υπαγορεύει την εφαρμογή της εν λόγω εισάγουσας παρέκκλιση διατάξεως, λαμβάνοντας ταυτοχρόνως υπόψη την ανάγκη περιοριστικής εφαρμογής της διατάξεως αυτής.
(βλ. σκέψεις 52, 54, 57, διατακτ. 5)
4. Το άρθρο 33, παράγραφος 4, του κανονισμού 3886/92, για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής όσον αφορά τα καθεστώτα επιδοτήσεων που προβλέπονται στον κανονισμό 805/68 του Συμβουλίου για την κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος και την κατάργηση των κανονισμών 1244/82 και 714/89, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2311/96, σε συνδυασμό με το άρθρο 4στ, παράγραφος 4, του κανονισμού 805/68, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2222/96, έχει την έννοια ότι τα κράτη μέλη μπορούν να επιστρέψουν κατά προτεραιότητα σε έναν παραγωγό, μετά τη λήξη διετούς περιόδου αναστολής, τα δικαιώματα πριμοδοτήσεως που του αφαιρέθηκαν με το αιτιολογικό ότι ο παραγωγός αυτός είχε κάνει χρήση τουλάχιστον του 70 %, αλλά λιγότερο από το 90 % των δικαιωμάτων του κατά την περίοδο εμπορίας 1998. Συγκεκριμένα, δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν έλαβε μέτρα σχετικά με τα ατομικά δικαιώματα που δεν χρησιμοποιήθηκαν το 1997 και το 1998, και τα οποία επιστράφηκαν στο εθνικό απόθεμα, τα κράτη μέλη διατηρούν απολύτως το περιθώριο χειρισμών όσον αφορά τη χρησιμοποίηση του εθνικού τους αποθέματος.
(βλ. σκέψεις 60-61, διατακτ. 6)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)
της 4ης Οκτωβρίου 2007 (*)
«Bόειο κρέας – Πριμοδότηση για τη διατήρηση της αγέλης θηλαζουσών αγελάδων»
Στην υπόθεση C‑375/05,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το Bundesverwaltungsgericht (Γερμανία) με απόφαση της 23 Αυγούστου 2005, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 12 Οκτωβρίου 2005, στο πλαίσιο της δίκης
Erhard Geuting
κατά
Direktor der Landwirtschaftskammer Nordrhein-Westfalen für den Bereich Landwirtschaft,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους P. Jann, πρόεδρο τμήματος, R. Schintgen, A. Borg Barthet (εισηγητή), M. Ilešič και E. Levits, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: P. Mengozzi
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– ο Erhard Geuting, εκπροσωπούμενος από τον F. Schulze, Rechtsanwalt,
– ο Direktor der Landwirtschaftskammer Nordrhein-Westfalen für den Bereich Landwirtschaft, ο οποίος κατέστη ο Direktor der Landwirtschaftskammer Nordrhein-Westfalen, εκπροσωπούμενος από τον M. Günther,
– η Βελγική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την L. Van den Broeck,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την C. Cattabriga και τον F. Erlbacher,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 4α, τρίτη περίπτωση, σημείο ii, του κανονισμού (ΕΟΚ) 805/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 72), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 2222/96 του Συμβουλίου, της 8ης Νοεμβρίου 1996 (ΕΕ L 210, σ. 17, στο εξής: κανονισμός 805/68), όσον αφορά την αντικατάσταση των θηλαζουσών αγελάδων, καθώς και του άρθρου 33, παράγραφοι 2 και 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3886/92 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 1992, για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής όσον αφορά τα καθεστώτα επιδοτήσεων που προβλέπονται στον κανονισμό 805/68 και την κατάργηση των κανονισμών (ΕΟΚ) 1244/82 και (ΕΟΚ) 714/89 (ΕΕ L 391, σ. 20), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 2311/96 της Επιτροπής, της 2ας Δεκεμβρίου 1996 (ΕΕ L 313, σ. 9, στο εξής: κανονισμός 3886/92), που αφορά την επιστροφή των δικαιωμάτων για επιδότηση στο εθνικό απόθεμα.
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Ε. Geuting και του Direktor der Landwirtschaftskammer Nordrhein-Westfalen für den Bereich Landwirtschaft (διευθυντή του γεωργικού επιμελητηρίου της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας για τον γεωργικό τομέα), ο οποίος κατέστη ο Direktor der Landwirtschaftskammer Nordrhein-Westfalen (διευθυντής του γεωργικού επιμελητηρίου της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας), σχετικά με την αίτηση πριμοδότησης για θηλάζουσες αγελάδες που υπέβαλε ο Ε. Geuting για την περίοδο εμπορίας 1998.
Νομικό πλαίσιο
3 Το άρθρο 4α, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 805/68 ορίζει την έννοια «θηλάζουσα αγελάδα» ως εξής:
«i) μια αγελάδα που ανήκει σε φυλή η οποία προορίζεται για παραγωγή “κρέατος” ή που προέρχεται από διασταύρωση με ζώο μιας από τις φυλές αυτές και που είναι μέρος μιας αγέλης η οποία προορίζεται για εκτροφή μοσχαριών για παραγωγή κρέατος
και
ii) μια έγκυος δάμαλις, η οποία πληροί τις ίδιες προϋποθέσεις και αντικαθιστά μια θηλάζουσα αγελάδα.»
4 Το άρθρο 4δ, παράγραφος 5, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 805/68 ορίζει τα εξής:
«Η πριμοδότηση χορηγείται στον παραγωγό ο οποίος δεν παραδίδει γάλα, ούτε γαλακτοκομικά προϊόντα προερχόμενα από την εκμετάλλευσή του επί δώδεκα μήνες από την ημέρα κατάθεσης της αίτησης και ο οποίος, κατά την περίοδο αυτή, κατέχει επί έξι τουλάχιστον διαδοχικούς μήνες αριθμό θηλαζουσών αγελάδων τουλάχιστον ίσο προς εκείνον για τον οποίο ζητείται πριμοδότηση.»
5 Οι παράγραφοι 1, 2 και 4 του άρθρου 4 στ του κανονισμού 805/68 ορίζουν τα εξής:
«1. Κάθε κράτος μέλος συνιστά αρχικό εθνικό απόθεμα ίσο με τουλάχιστον το 1 % ή κατ’ ανώτατο όριο το 3 % του συνολικού αριθμού ζώων για τα οποία χορηγήθηκε πριμοδότηση θηλάζουσας αγελάδας για το έτος αναφοράς στους παραγωγούς των οποίων οι εκμεταλλεύσεις βρίσκονται εντός της επικράτειάς του. […]
2. Τα κράτη μέλη χρησιμοποιούν τα εθνικά τους αποθέματα για τη χορήγηση, εντός των ορίων των αποθεμάτων αυτών, δικαιωμάτων πριμοδότησης ιδίως στους ακόλουθους παραγωγούς:
α) στους παραγωγούς που έχουν υποβάλλει αίτηση πριμοδότησης πριν από την 1η Ιανουαρίου 1993 και οι οποίοι αποδεικνύουν, κατά τρόπο ικανοποιητικό για τις αρμόδιες αρχές, ότι η εφαρμογή των ατομικών ανώτατων ορίων σύμφωνα με το άρθρο 4δ παράγραφος 2 θέτει σε κίνδυνο τη βιωσιμότητα της εκμεταλλεύσεώς τους, δεδομένου ότι εκτελείται επενδυτικό πρόγραμμα στον τομέα των βοοειδών το οποίο έχει καταρτιστεί πριν την 1η Ιανουαρίου 1993·
β) στους παραγωγούς που υπέβαλαν, για το έτος αναφοράς, αίτηση πριμοδότησης η οποία, λόγω εκτάκτων περιστάσεων, δεν αντιστοιχεί πλέον στην πραγματική κατάσταση όπως έχει καταγραφεί κατά τη διάρκεια των προηγούμενων ετών·
γ) στους παραγωγούς που έχουν υποβάλει τακτικά αιτήσεις πριμοδότησης, χωρίς ωστόσο, να έχουν υποβάλει αίτηση για το έτος αναφοράς·
δ) στους παραγωγούς που υπέβαλαν αίτηση πριμοδότησης για πρώτη φορά κατά το έτος που ακολουθεί το έτος αναφοράς ή τα επόμενα έτη·
ε) στους παραγωγούς που έχουν αποκτήσει τμήμα των εκτάσεων στις οποίες πραγματοποιείτο προηγουμένως εκτροφή βοοειδών από άλλους παραγωγούς·
[...]
4. Η Επιτροπή θεσπίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 27.
Σύμφωνα με την ίδια διαδικασία εγκρίνονται:
– τα μέτρα που εφαρμόζονται στην περίπτωση κατά την οποία, σε ένα κράτος μέλος, δεν έχει χρησιμοποιηθεί το εθνικό απόθεμα,
– τα μέτρα για τα ατομικά δικαιώματα που δεν χρησιμοποιούνται στα έτη 1997, 1998 και 1999 και επιστρέφονται στο εθνικό απόθεμα.
– τα μεταβατικά μέτρα που είναι αναγκαία για να διευκολυνθεί η μετάβαση από το προϋπάρχον καθεστώς σ’ αυτό που προβλέπεται από τον παρόντα κανονισμό και ιδίως εκείνα που αφορούν τους παραγωγούς που έχουν λάβει πριμοδότηση θηλάζουσας αγελάδας την πρώτη φορά για το έτος 1991 ή 1992, στην περίπτωση που το έτος αυτό είναι το αμέσως επόμενο μετά από το έτος που έχει επιλεγεί από το συγκεκριμένο κράτος μέλος ως έτος αναφοράς.»
6 Το άρθρο 33 του κανονισμού 3886/92 περιέχει διατάξεις εφαρμογής σχετικά με το εθνικό απόθεμα που προβλέπει το άρθρο 4στ του κανονισμού 805/68. Το εν λόγω άρθρο 33 έχει ως εξής:
«1. Ένας παραγωγός που διαθέτει δικαιώματα μπορεί να τα χρησιμοποιήσει είτε ο ίδιος ή/και να τα εκχωρήσει προσωρινά σε άλλο παραγωγό.
2. Όταν ένας παραγωγός δεν χρησιμοποιεί τουλάχιστον 70 % των δικαιωμάτων του κατά τη διάρκεια κάθε έτους, το μη χρησιμοποιηθέν μέρος μεταφέρεται στο εθνικό απόθεμα, εκτός:
– της περίπτωσης παραγωγού που διαθέτει το πολύ επτά δικαιώματα πριμοδότησης. Όταν ο παραγωγός αυτός δεν χρησιμοποιεί τουλάχιστον 70 % των δικαιωμάτων του κατά τη διάρκεια καθενός των δύο συνεχόμενων ημερολογιακών ετών, το μη χρησιμοποιηθέν μέρος κατά το τελευταίο ημερολογιακό έτος μεταφέρεται στο εθνικό απόθεμα,
– της περίπτωσης παραγωγού που συμμετέχει σε πρόγραμμα εκτατικοποίησης αναγνωρισμένο από την Επιτροπή,
– της περίπτωσης παραγωγού που συμμετέχει σε πρόγραμμα πρόωρης συνταξιοδότησης αναγνωρισμένο από την Επιτροπή στο οποίο η μεταφορά ή/και η προσωρινή εκχώρηση των δικαιωμάτων δεν είναι υποχρεωτική ή
– εξαιρετικών περιπτώσεων δεόντως αιτιολογημένων.
[…]
4. Για τα έτη 1997 και 1998, το ποσοστό του 70 % το οποίο προβλέπεται στην παράγραφο 2 και στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3, αντικαθίσταται από το ποσοστό του 90 %. Σε αυτήν την περίπτωση, τα δικαιώματα τα οποία επιστρέφουν στο εθνικό αποθεματικό, δεν είναι δυνατόν να αναδιανεμηθούν για τα έτη 1998 και 1999.»
7 Το άρθρο 10 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3887/92 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 1992, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής του ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης και ελέγχου σχετικά με ορισμένα καθεστώτα κοινοτικών ενισχύσεων (ΕΕ L 391, σ. 36, στο εξής: κανονισμός 3887/92), καθορίζει τη βάση υπολογισμού των πριμοδοτήσεων για τις οποίες υπάρχει μεμονωμένο ανώτατο όριο, καθώς και τη μείωση των πριμοδοτήσεων αυτών σε ορισμένες περιπτώσεις. Το άρθρο αυτό προβλέπει τα εξής:
«[...]
2. Όταν διαπιστωθεί ότι ο αριθμός ζώων που έχει δηλωθεί σε μια αίτηση χορήγησης ενίσχυσης υπερβαίνει εκείνον που έχει διαπιστωθεί κατά τη διάρκεια ελέγχου, το ποσό της ενίσχυσης υπολογίζεται βάσει του αριθμού των ζώων που έχουν διαπιστωθεί. [...]
[...]
4. Τα βοοειδή που ευρίσκονται στην εκμετάλλευση λαμβάνονται υπόψη μόνον όταν πρόκειται για εκείνα που προσδιορίζονται στην αίτηση ενίσχυσης, ή στις περιπτώσεις εφαρμογής της παραγράφου 3 εκείνα που βρέθηκαν εγγεγραμμένα στο ειδικό μητρώο.
Εντούτοις, μια θηλάζουσα αγελάδα η οποία έχει δηλωθεί για την επιδότηση ή ένα βοοειδές που έχει δηλωθεί για την αντισταθμιστική αποζημίωση που προβλέπει ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2328/91 μπορεί να αντικατασταθεί από μια άλλη θηλάζουσα αγελάδα ή από ένα άλλο βοοειδές αντίστοιχα, υπό τον όρο ότι η αντικατάσταση αυτή θα πραγματοποιηθεί εντός 20 ημερών από την ημερομηνία εξόδου από την εκμετάλλευση και ότι η αντικατάσταση αυτή θα εγγραφεί στο ειδικό μητρώο, το αργότερο μέχρι την τρίτη ημέρα από την ημερομηνία αντικατάστασης.»
8 Σύμφωνα με το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 2988/95 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1995, σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 312, σ. 1):
«1. Για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων θεσπίζονται γενικοί κανόνες σχετικά με ομοιογενείς ελέγχους, καθώς και με διοικητικά μέτρα και κυρώσεις για τις παρατυπίες βάσει του κοινοτικού δικαίου.
2. Παρατυπία συνιστά κάθε παράβαση διάταξης του κοινοτικού δικαίου που προκύπτει από πράξη ή παράλειψη ενός οικονομικού φορέα, με πραγματικό ή ενδεχόμενο αποτέλεσμα να ζημειωθεί ο γενικός προϋπολογισμός των Κοινοτήτων ή προϋπολογισμός διαχειριζόμενος από τις Κοινότητες, είτε με τη μείωση ή ματαίωση εσόδων που προέρχονται από ίδιους πόρους που εισπράττονται απευθείας για λογαριασμό της Κοινότητας, είτε με αδικαιολόγητη δαπάνη.»
9 Το άρθρο 1 του κανονισμού (EOK) 1244/82 της Επιτροπής, της 19ης Μαΐου 1982, περί των λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος πριμοδοτήσεως προς διατήρηση των αγελών θηλαζουσών αγελάδων (ΕΕ L 143, σ. 20), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2079/90 της Επιτροπής, της 20ής Ιουλίου 1990 (ΕΕ L 190, σ. 15, στο εξής: κανονισμός 1244/82), έχει ως εξής:
«Οι αιτήσεις πριμοδοτήσεως για τη διατήρηση των αγελών θηλαζουσών αγελάδων υποβάλλονται στην αρμόδια αρχή που ορίζεται από κάθε κράτος μέλος από τις 15 Ιουνίου έως τις 31 Ιανουαρίου του επόμενου έτους για τις θηλάζουσες αγελάδες που υφίστανται κατά την ημέρα υποβολής της αιτήσεως. Εντούτοις, τα κράτη μέλη μπορούν να καθορίσουν, εντός της περιόδου αυτής, μία ή περισσότερες περιόδους για την υποβολή των αιτήσεων.
Ο αριθμός των αγελάδων που λαμβάνονται υπόψη για τη χορήγηση της πριμοδοτήσεως είναι ίσος ή κατώτερος με τον αριθμό των θηλαζουσών αγελάδων, αποκλειομένων των κυοφορουσών δαμάλεων, που ευρίσκονται στην εκμετάλλευση κατά την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως.
Κατά τη διάρκεια της περιόδου από 15 Ιουνίου έως 31 Ιανουαρίου, ένας παραγωγός μπορεί να υποβάλει μία μόνον αίτηση.»
Τα πραγματικά περιστατικά και το προδικαστικά ερωτήματα
10 Στις 20 Απριλίου 1998, ο αναιρεσίβλητος της κύριας δίκης υπέβαλε, στο πλαίσιο της περιόδου εμπορίας 1998, αίτηση πριμοδοτήσεως για θηλάζουσες αγελάδες για συνολικά 64 θηλάζουσες αγελάδες, αναφέροντας ότι το ατομικό του ανώτατο όριο ήταν 65,3 δικαιώματα πριμοδοτήσεως. 47 από τα ζώα αυτά αποτελούσαν αναμφισβήτητα θηλάζουσες αγελάδες. 17 ήσαν έγκυοι δαμαλίδες, τις οποίες ο αναιρεσίβλητος της κύριας δίκης χαρακτήρισε με την αίτησή του ως ζώα που αντικατέστησαν θηλάζουσες αγελάδες.
11 Επί των 17 αυτών εγκύων δαμαλίδων, οι 10 είχαν ήδη χαρακτηριστεί από τον αναιρεσίβλητο της κύριας δίκης, κατά την προηγούμενη περίοδο υποχρεωτικής παραμονής των ζώων στην εκμετάλλευση, ως ζώα που αντικαθιστούσαν θηλάζουσες αγελάδες οι οποίες είχαν εξέλθει από την αγέλη του στις 21 Οκτωβρίου 1997. Οι λοιπές 7 επρόκειτο να αντικαταστήσουν θηλάζουσες αγελάδες που είχαν εξέλθει από την αγέλη του μεταξύ 21ης Ιανουαρίου και 17ης Απριλίου 1998. 13 από τις εγκύους αυτές δαμαλίδες γέννησαν μοσχάρια πριν από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής της αιτήσεως πριμοδοτήσεως, ήτοι πριν από τις 15 Μαΐου 1998.
12 Με απόφαση της 3ης Μαΐου 1999, ο αναιρεσίβλητος της κύριας δίκης μείωσε το ατομικό ανώτατο όριο των δικαιωμάτων πριμοδοτήσεως του αναιρεσείοντος της κύριας δίκης στις 47 θηλάζουσες αγελάδες, από 10 Ιουνίου 1998, αναφέροντας ότι οι έγκυοι δαμαλίδες δεν μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως θηλάζουσες αγελάδες. Κατ’ αυτόν, ο αναιρεσίβλητος της κύριας δίκης δεν είχε χρησιμοποιήσει το 1998 το 90 % τουλάχιστον των δικαιωμάτων πριμοδοτήσεως, οπότε το μη χρησιμοποιηθέν τμήμα των εν λόγω δικαιωμάτων έπρεπε να επιστραφεί στο εθνικό απόθεμα.
13 Με απόφαση της 23ης Αυγούστου 2001, ο αναιρεσίβλητος της κύριας δίκης απέρριψε εξ ολοκλήρου την αίτηση πριμοδοτήσεως του αναιρεσείοντος της κύριας δίκης για την περίοδο εμπορίας 1998 και απαίτησε την επιστροφή της σχετικής προκαταβολής εντόκως, με το αιτιολογικό ότι η διαφορά μεταξύ του αριθμού των αναφερθέντων και των διαπιστωθέντων ζώων υπερέβαινε το 20 %.
14 Οι διοικητικές ενστάσεις που υπέβαλε ο αναιρεσείων της κύριας δίκης απορρίφθηκαν με αποφάσεις του αναιρεσίβλητου της κύριας δίκης της 5ης Νοεμβρίου 1999 και της 11ης Ιανουαρίου 2002. Το Bundesverwaltungsgericht (ομοσπονδιακό διοικητικό δικαστήριο), που επελήφθη της υποθέσεως κατ’ αναίρεση, αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) [Όσον αφορά] την ερμηνεία του άρθρου 4α, τρίτη περίπτωση, στοιχείο ii, του [κανονισμού 805/68]:
α) Αποτελεί η “έγκυος δάμαλις” θηλάζουσα αγελάδα, κατά την έννοια του τμήματος 1 του κανονισμού [805/68], μόνο όταν αντικαθιστά μια θηλάζουσα αγελάδα για την οποία έχει υποβληθεί αίτηση πριμοδότησης;
β) Αποτελεί η “έγκυος δάμαλις” θηλάζουσα αγελάδα, κατά την έννοια του τμήματος 1 του κανονισμού, ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία η δαμαλίδα αυτή αντικατέστησε κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος θηλάζουσα αγελάδα, για την οποία είχε υποβληθεί αίτηση πριμοδότησης, και αναγνωρίστηκε στη συνέχεια ως επιλέξιμη για τη χορήγηση πριμοδότησης, δηλαδή αναγνωρίστηκε ότι μπορούσε να χορηγηθεί πριμοδότηση για τη δαμαλίδα αυτή;
γ) Πρέπει να χορηγηθεί πριμοδότηση για την έγκυο δαμαλίδα για την οποία έχει υποβληθεί αίτηση πριμοδότησης στην περίπτωση τουλάχιστον κατά την οποία γέννησε το μοσχάρι πριν από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής της αίτησης;
2) [Όσον αφορά την ερμηνεία] του άρθρου 33, παράγραφοι 2 και 4, του [κανονισμού 3886/92]:
α) Πρόκειται για μη χρησιμοποίηση από τον παραγωγό των δικαιωμάτων πριμοδότησης ενός οικονομικού έτους ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία ο παραγωγός αυτός υπέβαλε μεν αίτηση για πριμοδότηση, αλλά η αίτησή του απορρίφθηκε επειδή για τα ζώα που αφορούσε η αίτηση δεν επιτρεπόταν η χορήγηση πριμοδότησης;
Συμβαίνει αυτό ακόμη και όταν δεν συντρέχει κανένα στοιχείο από το οποίο να συνάγεται ότι πρόκειται για καταχρηστική υποβολή αίτησης;
Θα συμβιβαζόταν αυτό με την αρχή του κοινοτικού δικαίου περί αναλογικότητας;
β) Έχει το άρθρο 33, παράγραφος 2, του [κανονισμού 3886/92] την έννοια ότι στις περιπτώσεις όπως η προκείμενη διατηρούνται τα δικαιώματα πριμοδότησης, επειδή συντρέχει (δεόντως αιτιολογημένη) εξαιρετική περίπτωση;
γ) Πρέπει τα δικαιώματα πριμοδότησης που αφαιρέθηκαν από έναν παραγωγό βάσει του άρθρου 33, παράγραφος 4, [του κανονισμού 3886/92] για τον λόγο ότι χρησιμοποίησε τα δικαιώματά του κατά το οικονομικό έτος 1998 σε ποσοστό μεγαλύτερο μεν του 70 %, αλλά μικρότερο του 90 %, να χορηγηθούν, μετά τη λήξη της διετούς απαγόρευσης διανομής, κατά προτεραιότητα στον παραγωγό αυτό;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί του πρώτου ερωτήματος, στοιχείο a΄
15 Με το ερώτημα αυτό, το αιτούν δικαστήριο ρωτά αν μια έγκυος δαμαλίδα αποτελεί θηλάζουσα αγελάδα, κατά την έννοια του άρθρου 4α, τρίτη περίπτωση, στοιχείο ii, του κανονισμού 805/68, μόνον αν αντικαθιστά θηλάζουσα αγελάδα για την οποία έχει υποβληθεί αίτηση πριμοδοτήσεως.
16 Πρέπει καταρχάς να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, μόνο μια έγκυος δαμαλίδα που αντικαθιστά θηλάζουσα αγελάδα μπορεί να θεωρηθεί θηλάζουσα αγελάδα κατά την έννοια της διατάξεως αυτής. Η διάταξη αυτή δεν διευκρινίζει ωστόσο αν η αντικατάσταση πρέπει να αφορά μια θηλάζουσα αγελάδα που περιλαμβάνεται ήδη στην αίτηση πριμοδοτήσεως ή αν μπορεί να αφορά οποιαδήποτε θηλάζουσα αγελάδα που προέρχεται από την αγέλη του ενδιαφερομένου κτηνοτρόφου.
17 Αντιθέτως, το άρθρο 10, παράγραφος 4, του κανονισμού 3887/92 προβλέπει ρητώς ότι μόνο τα βοοειδή που προσδιορίζονται στην αίτηση ενισχύσεως μπορούν να ληφθούν υπόψη, διευκρινίζοντας ταυτοχρόνως ότι τα ζώα αυτά μπορούν να αντικατασταθούν από άλλα, υπό την προϋπόθεση ότι η αντικατάσταση αυτή θα πραγματοποιηθεί εντός είκοσι ημερών από την ημερομηνία εξόδου από την εκμετάλλευση και ότι η αντικατάσταση αυτή θα εγγραφεί στο ειδικό μητρώο εντός τριών ημερών. Είναι κατά συνέπεια αδύνατη η αντικατάσταση μιας θηλάζουσας αγελάδας που δεν έχει προσδιοριστεί στην αίτηση πριμοδοτήσεως από μια έγκυο δαμαλίδα.
18 Όσον αφορά την ημερομηνία αντικατάστασης, το αιτούν δικαστήριο τονίζει ορθώς ότι το άρθρο 4α, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 805/68 δεν διευκρινίζει αν η αντικατάσταση πρέπει να πραγματοποιηθεί οπωσδήποτε μετά την υποβολή της αιτήσεως πριμοδοτήσεως ή αν μπορεί επίσης να έχει πραγματοποιηθεί κατά την προηγούμενη περίοδο. Η μετέπειτα εξέλιξη του εφαρμοστέου στον τομέα αυτό κοινοτικού δικαίου παρέχει ωστόσο διευκρινίσεις επί του σημείου αυτού. Έτσι, το άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 1254/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος (ΕΕ L 160, σ. 21), που αντικατέστησε από την 1η Ιανουαρίου 2000 τον κανονισμό 805/68, επιτρέπει πλέον τη χορήγηση της πριμοδοτήσεως τόσο για θηλάζουσες αγελάδες όσο και για δαμαλίδες. Από την έβδομη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού αυτού προκύπτει όμως ότι ο νομοθέτης θέλησε να παράσχει μεγαλύτερη ευελιξία στους παραγωγούς, επεκτείνοντας την επιλεξιμότητα για πριμοδότηση για θηλάζουσες αγελάδες και στις δαμαλίδες που πληρούν τις ίδιες απαιτήσεις εκτροφής με τις θηλάζουσες αγελάδες. Δεδομένου ότι ο ρητός σκοπός της νέας νομοθεσίας συνίσταται στην τροποποίηση της παλαιάς, καθιστώντας τις δαμαλίδες επιλέξιμες για την αίτηση πριμοδοτήσεως, μπορεί να συναχθεί από αυτό ότι οι δαμαλίδες δεν ήσαν επιλέξιμες υπό το κράτος της προηγούμενης ρυθμίσεως, η οποία είχε εφαρμογή στην υπόθεση της κύριας δίκης.
19 Η ερμηνεία του άρθρου 4α, τρίτη περίπτωση, στοιχείο ii, του κανονισμού 805/68, σύμφωνα με την οποία οι έγκυοι δαμαλίδες δεν μπορούν κατ’ αρχήν να αποτελέσουν αντικείμενο αιτήσεως πριμοδοτήσεως, επιβεβαιώνεται και από το προϊσχύσαν δίκαιο. Η πριμοδότηση για τις θηλάζουσες αγελάδες εισήχθη με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1357/80 του Συμβουλίου, της 5ης Ιουνίου 1980, περί καθιερώσεως καθεστώτος πριμοδοτήσεως για τη διατήρηση του πληθυσμού των θηλαζουσών αγελάδων (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/028, σ. 194), ο οποίος συμπληρώθηκε με τον κανονισμό 1244/82. Το άρθρο 1, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού αυτού αναφέρει ότι «[ο] αριθμός των αγελάδων που λαμβάνεται υπόψη για τη χορήγηση της πριμοδοτήσεως είναι ίσος με τον αριθμό των θηλαζουσών αγελάδων, αποκλειομένων των κυοφορουσών δαμάλεων, που ευρίσκονται υπό εκμετάλλευση κατά την ημερομηνία καταθέσεως της αιτήσεως». Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, δεν μπορεί να υποβληθεί αίτηση πριμοδοτήσεως για θηλάζουσες αγελάδες που να αφορά εγκύους δαμαλίδες. Εν συνεχεία, ο κανονισμός 3886/92 κατήργησε τον κανονισμό 1244/82, επαναλαμβάνοντας κατ’ ουσίαν το καθεστώς πριμοδοτήσεως για τις θηλάζουσες αγελάδες όπως αυτό προέκυπτε από τον τελευταίο αυτό κανονισμό. Συγκεκριμένα, η έβδομη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 3886/92 τονίζει συναφώς τη βούληση του κοινοτικού νομοθέτη να συνεχίσει να εφαρμόζει τους κανόνες διαχείρισης που ίσχυαν ήδη στο παλαιό καθεστώς πριμοδοτήσεως για τις θηλάζουσες αγελάδες. Ορισμένες όμως τροποποιήσεις εισήχθησαν σκοπίμως, όπως αυτή που αφορά τις επιλέξιμες φυλές. Δεδομένου ότι η διάταξη που αφορά τη μη επιλεξιμότητα των εγκύων δαμαλίδων δεν περιλαμβάνεται στον αριθμό των τροποποιήσεων αυτών, μπορεί εντεύθεν να συναχθεί ότι, κατά την περίοδο εκείνη, ο κοινοτικός νομοθέτης δεν είχε την πρόθεση να τροποποιήσει τον κανόνα αυτό.
20 Έτσι, από την εξέλιξη του εφαρμοστέου στον τομέα αυτό κοινοτικού δικαίου προκύπτει ότι, για να μπορεί μια έγκυος δαμαλίδα να θεωρηθεί θηλάζουσα αγελάδα κατά την έννοια του άρθρου 4α, τρίτη περίπτωση, στοιχείο ii, του κανονισμού 805/68, η αντικατάσταση πρέπει να πραγματοποιείται μετά την υποβολή της αιτήσεως πριμοδοτήσεως.
21 Συνεπώς, στο πρώτο ερώτημα, στοιχείο α΄, πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 4α, τρίτη περίπτωση, στοιχείο ii, του κανονισμού 805/68 έχει την έννοια ότι μια έγκυος δαμαλίδα μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί θηλάζουσα αγελάδα, κατά την έννοια της παραγράφου 1 του πρώτου τμήματος του κανονισμού αυτού, μόνον αν αντικαθιστά, μετά την κατάθεση της αιτήσεως πριμοδοτήσεως για την περίοδο εμπορίας, μια θηλάζουσα αγελάδα που περιλαμβάνεται στην αίτηση αυτή.
Επί του πρώτου ερωτήματος, στοιχείο β΄
22 Με το ερώτημα αυτό, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν μια έγκυος δαμαλίδα αποτελεί θηλάζουσα αγελάδα κατά την έννοια του 805/68 αν αντικατέστησε, για την προηγούμενη περίοδο εμπορίας, μια θηλάζουσα αγελάδα για την οποία έχει υποβληθεί αίτηση πριμοδοτήσεως και αν αναγνωρίστηκε ως επιλέξιμη για την πριμοδότηση αυτή.
23 Κατά τον αναιρεσίβλητο της κύριας δίκης, στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση. Φρονεί συγκεκριμένα ότι μια καταφατική απάντηση θα συνεπαγόταν ότι η αντικατάσταση αποτελεί διαρκή κατάσταση έως ότου η έγκυος δαμαλίδα γεννήσει μοσχάρι, έστω και αν εν τω μεταξύ έχει αρχίσει μια νέα περίοδος εμπορίας.
24 Ωστόσο, η ανάλυση του αναιρεσιβλήτου της κύριας δίκης πρέπει να αποκλεισθεί, καθόσον στηρίζεται σε υπερβολικά στενή θεώρηση των περιπτώσεων που καλύπτονται από το υπό κρίση προδικαστικό ερώτημα. Λαμβανομένης υπόψη της εννιάμηνης περιόδου κυοφορήσεως των βοοειδών, μπορεί πράγματι να συμβεί το ενδεχόμενο μια έγκυος δαμαλίδα να έχει αντικαταστήσει μια θηλάζουσα αγελάδα κατά το πέρας μιας περιόδου εμπορίας και, κατά την επόμενη περίοδο εμπορίας, δεδομένου ότι δεν έχει ακόμη γεννήσει μοσχάρι, να αντικαταστήσει εκ νέου μια άλλη θηλάζουσα αγελάδα που περιλαμβάνεται στην αίτηση πριμοδοτήσεως της δεύτερης αυτής περιόδου εμπορίας.
25 Συναφώς, η Επιτροπή τόνισε ορθώς ότι το γεγονός και μόνον ότι ο αναιρεσίβλητος της κύριας δίκης προσδιόρισε ορισμένες εγκύους δαμαλίδες ως ζώα που πρόκειται να αντικαταστήσουν άλλα ζώα για το 1997 δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να μπορούν οι δαμαλίδες αυτές να αντικαταστήσουν εκ νέου το 1998 θηλάζουσες αγελάδες, οπότε πρέπει να ελεγχθεί αν, το 1998, οι εν λόγω δαμαλίδες πληρούσαν τις προϋποθέσεις για να αντικαταστήσουν εκ νέου θηλάζουσες αγελάδες. Συγκεκριμένα, από κανένα στοιχείο των εφαρμοστέων διατάξεων δεν προκύπτει ότι μία και η αυτή έγκυος δαμαλίδα δεν μπορεί να αντικαταστήσει θηλάζουσες αγελάδες στο πλαίσιο δύο διαδοχικών περιόδων εμπορίας, στον βαθμό που πληροί όλες τις προς τούτο προϋποθέσεις και ειδικότερα αυτές που διαλαμβάνονται στο πλαίσιο της απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, στοιχείο α΄.
26 Επομένως, στο πρώτο ερώτημα, στοιχείο β΄, πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι μια έγκυος δαμαλίδα η οποία, στο πλαίσιο μιας περιόδου εμπορίας, αντικατέστησε μια θηλάζουσα αγελάδα για την οποία υποβλήθηκε αίτηση πριμοδοτήσεως και η οποία αναγνωρίστηκε ως επιλέξιμη για την πριμοδότηση αυτή μπορεί να θεωρηθεί θηλάζουσα αγελάδα κατά την έννοια του άρθρου 4α, τρίτη περίπτωση, στοιχείο ii, του κανονισμού 805/68 αν πληροί, το επόμενο έτος, τις προϋποθέσεις για να αντικαταστήσει εκ νέου μια θηλάζουσα αγελάδα.
Επί του πρώτου ερωτήματος, στοιχείο γ΄
27 Με το ερώτημα αυτό, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν το άρθρο 4α, τρίτη περίπτωση, στοιχείο ii, του κανονισμού 805/68 έχει την έννοια ότι μια έγκυος δαμαλίδα για την οποία υποβλήθηκε αίτηση πριμοδοτήσεως είναι επιλέξιμη για την πριμοδότηση αν γεννήσει μοσχάρι πριν από τη λήξη της προθεσμίας που προβλέπεται για την υποβολή της αιτήσεως πριμοδοτήσεως.
28 Ο αναιρεσείων της κύριας δίκης ισχυρίζεται ότι οι δεκατρείς δαμαλίδες που γέννησαν μοσχάρια πριν από τη λήξη της προθεσμίας αυτής στις 15 Μαΐου 1998 πρέπει να θεωρηθούν επιλέξιμες για την πριμοδότηση, καθόσον το γεγονός ότι υπέβαλε νωρίτερα την αίτησή του, ήτοι στις 20 Απριλίου 1998, δεν πρέπει να του προκαλέσει ζημία.
29 Συνεπώς, πρέπει να καθοριστεί αν τα ζώα για τα οποία υποβλήθηκε αίτηση πριμοδοτήσεως πρέπει να έχουν όλα τα χαρακτηριστικά που απαιτούνται για την επιλεξιμότητά τους, ειδικότερα το να μην αποτελούν πλέον έγκυο δαμαλίδα, αλλά θηλάζουσα αγελάδα, κατά τον χρόνο της υποβολής της αιτήσεως πριμοδοτήσεως, ή αν αρκεί να πληρούν τις προϋποθέσεις αυτές κατά την ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας για την υποβολή αιτήσεως. Κατά την ημερομηνία αυτή, συγκεκριμένα, τα δεκατρία ζώα για τα οποία πρόκειται στην υπόθεση της κύριας δίκης είχαν καταστεί θηλάζουσες αγελάδες.
30 Συναφώς, πρέπει καταρχάς να τονιστεί ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι το ολοκληρωμένο σύστημα διαχείρισης και ελέγχου που θέσπισε ο κανονισμός 3887/92 απαιτεί να είναι εξαρχής πλήρη και ακριβή τα στοιχεία που παρέχει ο αιτών την ενίσχυση, προκειμένου να μπορεί ο αιτών να υποβάλει ορθή αίτηση καταβολής αντισταθμιστικών πληρωμών και να αποφύγει την επιβολή κυρώσεων. Ο κάτοχος γεωργικής εκμεταλλεύσεως που υποβάλλει αίτηση ενισχύσεως υποχρεούται να δηλώνει τα ζώα που πληρούν τις διάφορες προϋποθέσεις τις οποίες επιβάλλει η κοινοτική ρύθμιση όσον αφορά τη χορήγηση των εν λόγω ενισχύσεων (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 16ης Μαΐου 2002, C‑63/00, Schilling και Nehring, Συλλογή 2002, σ. I-4483, σκέψεις 34 και 33).
31 Περαιτέρω, το άρθρο 4δ, παράγραφος 5, του κανονισμού 805/68 διευκρινίζει ότι η πριμοδότηση χορηγείται στον παραγωγό ο οποίος δεν παραδίδει γάλα, ούτε γαλακτοκομικά προϊόντα προερχόμενα από την εκμετάλλευσή του επί δώδεκα μήνες από την ημέρα καταθέσεως της αιτήσεως και ο οποίος, κατά την περίοδο αυτή, κατέχει επί έξι τουλάχιστον διαδοχικούς μήνες αριθμό θηλαζουσών αγελάδων τουλάχιστον ίσο προς εκείνο για τον οποίο ζητείται η πριμοδότηση. Το γεγονός ότι η κατάθεση της αιτήσεως πριμοδοτήσεως καθορίζει την έναρξη της περιόδου κατοχής και ο αριθμός των θηλαζουσών αγελάδων λαμβάνεται υπόψη κατά το χρονικό αυτό σημείο συνεπάγεται ότι κατά την ίδια αυτή ημερομηνία πρέπει επίσης τα ζώα να έχουν όλα τα χαρακτηριστικά που είναι αναγκαία για την επιλεξιμότητά τους.
32 Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 41, παράγραφος 2, του κανονισμού 3886/92, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέψουν ότι ο παραγωγός μπορεί να υποβάλει εκ νέου αίτηση πριμοδοτήσεως για τη νέα θηλάζουσα αγελάδα μέχρι του ατομικού του ανωτάτου ορίου, εντός της προθεσμίας που προβλέπεται για την υποβολή μιας τέτοιας αιτήσεως. Ανεξάρτητα όμως από το ζήτημα αν η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας έκανε χρήση της εν λόγω ευχέρειας, από τη δικογραφία που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο προκύπτει ότι, εν προκειμένω, ο αναιρεσείων της κύριας δίκης είχε τη δυνατότητα να υποβάλει αίτηση πριμοδοτήσεως μετά τη γέννηση μοσχαριών από τις εγκύους δαμαλίδες, αλλά πριν από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής της αιτήσεως αυτής, οπότε μια τέτοια αίτηση θα πληρούσε τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τη χορήγηση των δικαιωμάτων για πριμοδότηση.
33 Επομένως, στο πρώτο ερώτημα, στοιχείο γ΄, πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 4α, τρίτη περίπτωση, στοιχείο ii, του κανονισμού 805/68 έχει την έννοια ότι μια έγκυος δαμαλίδα για την οποία έχει υποβληθεί αίτηση πριμοδοτήσεως δεν είναι επιλέξιμη για την πριμοδότηση αν γεννήσει μοσχάρι πριν από τη λήξη της προθεσμίας που προβλέπεται για την υποβολή της εν λόγω αιτήσεως.
Επί του δευτέρου ερωτήματος, στοιχείο a΄
34 Με το ερώτημα αυτό, που αφορά την ερμηνεία του άρθρου 33, παράγραφοι 2 και 4, του κανονισμού 3886/92, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν τα δικαιώματα πριμοδοτήσεως ενός παραγωγού πρέπει να θεωρούνται ότι έχουν χρησιμοποιηθεί αν αυτός έχει βεβαίως υποβάλει αίτηση πριμοδοτήσεως, αλλά η αίτησή του απορρίφθηκε με το αιτιολογικό ότι τα ζώα τα οποία η αίτηση αυτή αφορούσε δεν ήσαν επιλέξιμα. Επικουρικώς, ερωτά αν μια ενδεχομένως αρνητική απάντηση πρέπει να διατηρηθεί ακόμη και όταν δεν υφίσταται κανένα στοιχείο από το οποίο να μπορεί να προκύψει ότι η επίμαχη αίτηση υποβλήθηκε καταχρηστικά και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, αν μια τέτοια κατάσταση συνάδει με την αρχή της αναλογικότητας.
35 Ο αναιρεσίβλητος της κύριας δίκης υπέβαλε πράγματι αίτηση πριμοδοτήσεως για τη θηλάζουσα αγελάδα για 64 ζώα, του χορηγήθηκε όμως πριμοδότηση μόνο για 47 από τα ζώα αυτά, πράγμα που αντιπροσωπεύει λιγότερο από το 90 % των δικαιωμάτων που διέθετε. Τίθεται συνεπώς το ερώτημα αν, με την υποβολή της αιτήσεώς του, χρησιμοποίησε για το σύνολο των 64 ζώων τα δικαιώματα πριμοδοτήσεως που διέθετε ή αν, όπως υποστηρίζει ο αναιρεσίβλητος της κύριας δίκης, για τα 17 από τα ζώα αυτά υπήρξε μόνο απόπειρα χρησιμοποιήσεως των εν λόγω δικαιωμάτων, οπότε πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρο 33, παράγραφοι 2 και 4, του κανονισμού 3886/92 και τα δικαιώματα πρέπει κατά συνέπεια να επιστραφούν στο εθνικό απόθεμα.
36 Συναφώς, πρέπει να τονιστεί ότι η ένατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 3886/92 αναφέρει ότι, «λαμβανομένου υπόψη του ρυθμιστικού αποτελέσματος που θα έχει στην αγορά το καθεστώς των ατομικών αδειών, πρέπει να προβλεφθεί η επαναφορά στο εθνικό απόθεμα των δικαιωμάτων επιδότησης που δεν χρησιμοποιήθηκαν από τους δικαιούχους κατά τη διάρκεια μιας ορισμένης περιόδου». Περαιτέρω, η τέταρτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού (ΕΚ) 1846/95 της Επιτροπής, της 26ης Ιουλίου 1995, για την τροποποίηση του κανονισμού 3886/92 (ΕΕ L 177, σ. 28), από την οποία προκύπτουν οι παράγραφοι 1 έως 3 του άρθρου 33 του κανονισμού 3886/92, αναφέρει την πρόθεση «να διασφαλιστεί η καλύτερη διακίνηση των δικαιωμάτων που είναι διαθέσιμα πριν την πριμοδότηση, αλλά που δεν χρησιμοποιήθηκαν από τους παραγωγούς». Ο σκοπός του συστήματος της επιστροφής των μη χρησιμοποιηθέντων δικαιωμάτων στο εθνικό απόθεμα συνίσταται συνεπώς στο να χρησιμοποιηθούν πράγματι όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα πριμοδοτήσεως προκειμένου να αποφευχθεί το ενδεχόμενο ορισμένοι παραγωγοί που δεν θα τα χρησιμοποιούσαν αμέσως να προβούν στον αποθησαυρισμό τους και να εμποδίσουν τη χρησιμοποίηση των δικαιωμάτων αυτών από άλλους παραγωγούς. Έτσι, τα κατεχόμενα δικαιώματα πριμοδοτήσεως πρέπει να αντιστοιχούν στην πραγματική και ενεστώσα κατάσταση της εκμεταλλεύσεως.
37 Κατά τον χρόνο όμως της υποβολής μιας αιτήσεως πριμοδοτήσεως, δεν είναι δυνατόν να είναι γνωστόν αν η κατάσταση που περιγράφεται στην αίτηση αυτή αντιστοιχεί πράγματι σε εκείνη της εκμεταλλεύσεως. Επιπλέον, για να υπάρξει χρησιμοποίηση των δικαιωμάτων πριμοδοτήσεως, πρέπει η κατάσταση της εκμεταλλεύσεως να πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τη χορήγηση των αιτουμένων πριμοδοτήσεων, πράγμα για το οποίο είναι απαραίτητη η εκτίμηση των αρμοδίων εθνικών αρχών. Σε ένα πλαίσιο όπως αυτό της διαφοράς της κύριας δίκης, όπου η κατάσταση της εκμεταλλεύσεως δεν αντιστοιχεί στις προϋποθέσεις αυτές, λόγω του ότι τα ζώα που αναφέρθηκαν στην αίτηση πριμοδοτήσεως δεν ήσαν επιλέξιμα για τις σχετικές πριμοδοτήσεις, τα δικαιώματα πριμοδοτήσεως δεν μπορούν να θεωρούνται ότι έχουν χρησιμοποιηθεί.
38 Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται, μεταξύ άλλων, σχετικά με το συμβατό της ερμηνείας αυτής προς την αρχή της αναλογικότητας. Η ερμηνεία αυτή θα μπορούσε συγκεκριμένα να ισοδυναμεί, κατά το αιτούν δικαστήριο, με πρόσθετη κύρωση για παρατυπίες διαπραχθείσες κατά την υποβολή της αιτήσεως, κύρωση που είναι τόσο αυστηρή, λόγω των μακροπρόθεσμων συνεπειών της μειώσεως του ατομικού ανωτάτου ορίου, ώστε να είναι αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας.
39 Η θέση αυτή πρέπει ωστόσο να απορριφθεί. Συγκεκριμένα, από τις προαναφερθείσες αιτιολογικές σκέψεις των κανονισμών 3886/92 και 1864/95 προκύπτει ότι ο σκοπός του συστήματος επιστροφής των δικαιωμάτων πριμοδοτήσεως στο εθνικό απόθεμα δεν συνίσταται στην υποβολή κυρώσεων για τις καταχρήσεις. Πράγματι, το μέτρο αυτό, μολονότι μπορεί να έχει δυσμενείς συνέπειες για τον οικείο παραγωγό, δεν έχει τον χαρακτήρα κυρώσεως ελλείψει παρατυπίας, κατά την έννοια του άρθρου 1 του κανονισμού 2988/95, της οποίας την πρόβλεψη και τον κολασμό θα αφορούσε το μέτρο αυτό. Συγκεκριμένα, η μόνη παράβαση διατάξεως του κοινοτικού δικαίου που προκύπτει από πράξη ή παράλειψη επιχειρηματία έχουσα ως αποτέλεσμα την πρόκληση ζημίας στον γενικό προϋπολογισμό των Κοινοτήτων και η οποία μπορεί να συνιστά παρατυπία, κατά την έννοια της παραγράφου 2 του εν λόγω άρθρου, συνίσταται στην υποβολή αιτήσεως πριμοδοτήσεως περιέχουσας εσφαλμένα στοιχεία. Ένας παραγωγός όμως που θα ζητούσε, σύμφωνα με τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, δικαιώματα πριμοδοτήσεως για έναν ακριβή αριθμό θηλαζουσών αγελάδων, ο οποίος όμως θα ήταν κατώτερος από το ατομικό του ανώτατο όριο, θα υφίστατο μείωση του ανωτάτου αυτού ορίου, όπως και ο παραγωγός που υπέβαλε εσφαλμένη αίτηση. Έτσι, οι συνέπειες είναι ίδιες ανεξάρτητα από το αν υπάρχει ή όχι πταισματική συμπεριφορά. Το επίμαχο μέτρο, δεδομένου ότι προκύπτει ότι δεν αποσκοπεί στον κολασμό μιας παρατυπίας, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί κύρωση κατά την έννοια του κανονισμού 2988/95.
40 Δεδομένου ότι δεν έχουν τον χαρακτήρα κυρώσεως κατά την έννοια του κανονισμού 2988/95, οι συνέπειες που προβλέπει το άρθρο 33, παράγραφοι 2 και 4, του κανονισμού 3886/92 συνιστούν αποκλειστικά μέτρο που αποσκοπεί στην προσαρμογή του ατομικού ανωτάτου ορίου στην πραγματικότητα της εκμεταλλεύσεως.
41 Περαιτέρω, δεδομένου ότι η μείωση του ατομικού ανωτάτου ορίου που προκύπτει από την επιστροφή στο εθνικό απόθεμα δεν αποτελεί κύρωση, αλλ’ απλή συνέπεια συνδεόμενη με μια αντικειμενική κατάσταση, η πρόθεση που βρίσκεται στη βάση της συμπεριφοράς που καταλήγει στη μείωση αυτή και ο πταισματικός ή όχι χαρακτήρας της συμπεριφοράς αυτής αποτελούν παράγοντες που δεν έχουν σημασία, οπότε παρέλκει η εξέταση του ερωτήματος αν μια μερικώς απορριφθείσα αίτηση πριμοδοτήσεως υποβλήθηκε ή όχι καταχρηστικώς.
42 Επιπλέον, εφόσον δεν πρόκειται για κύρωση, το ζήτημα του συμβατού του συνισταμένου σε μείωση του ατομικού ανωτάτου ορίου μέτρου προς την αρχή της αναλογικότητας τίθεται κατά διαφορετικό τρόπο από αυτόν που προτείνει το αιτούν δικαστήριο, καθόσον δεν πρόκειται για την αναλογικότητα μιας διττής κυρώσεως, αλλ’ απλώς και μόνο για την αναλογικότητα του εν λόγω μέτρου που απορρέει από τη μείωση του αριθμού των επιλέξιμων ζώων.
43 Συναφώς, πρέπει να υπομνηστεί η πάγια νομολογία του Δικαστηρίου που αφορά την αρχή της αναλογικότητας όπως εφαρμόζεται, ειδικότερα, στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής.
44 Ο κοινοτικός νομοθέτης διαθέτει στον τομέα αυτό ευρεία εξουσία εκτιμήσεως που αντιστοιχεί στις πολιτικές ευθύνες που τα άρθρα 34 ΕΚ έως 37 ΕΚ του αναθέτουν. Κατά συνέπεια, ο έλεγχος του κοινοτικού δικαστή πρέπει να περιορίζεται στην εξέταση του αν το επίμαχο μέτρο είναι πλημμελές λόγω πρόδηλης πλάνης ή καταχρήσεως εξουσίας ή του αν η οικεία αρχή υπερέβη προδήλως τα όρια της εξουσίας της εκτιμήσεως (βλ. υπό την έννοια αυτή, μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 9ης 2004, C‑304/01, Ισπανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. I‑7655, σκέψη 23, και της 7ης Σεπτεμβρίου 2006, C‑310/04, Ισπανία κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2006, σ. I‑7285, σκέψη 96).
45 Όσον αφορά τον έλεγχο της αναλογικότητας, πρέπει να υπομνηστεί ότι η αρχή της αναλογικότητας, η οποία συγκαταλέγεται μεταξύ των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου, απαιτεί οι πράξεις των κοινοτικών οργάνων να μην υπερβαίνουν τα όρια αυτού που είναι κατάλληλο και αναγκαίο για την επίτευξη των θεμιτών σκοπών που επιδιώκει η σχετική ρύθμιση, δεκτού γενομένου ότι, όταν υφίσταται δυνατότητα επιλογής μεταξύ περισσοτέρων καταλλήλων μέτρων, πρέπει να επιλέγεται το λιγότερο καταναγκαστικό μέτρο, και ότι τα δυσμενή αποτελέσματα που προκαλούνται δεν πρέπει να είναι υπέρμετρα σε σχέση με τους επιδιωκόμενους σκοπούς (αποφάσεις 12ης Ιουλίου 2001, C‑189/01, Jippes κ.λπ., Συλλογή 2001, σ. I‑5689, σκέψη 81 και η παρατιθέμενη εκεί νομολογία, καθώς και της 7ης Σεπτεμβρίου 2006, Ισπανία κατά Συμβουλίου, προπαρατεθείσα, σκέψη 97).
46 Όσον αφορά τον δικαστικό έλεγχο των προϋποθέσεων εφαρμογής της αρχής αυτής, λαμβανομένης υπόψη της ευρείας διακριτικής εξουσίας που διαθέτει ο κοινοτικός νομοθέτης στον τομέα της κοινής γεωργικής πολιτικής, μόνον η προφανής ακαταλληλότητα ενός μέτρου που λαμβάνεται στον τομέα αυτό, σε σχέση με τον σκοπό που επιδιώκει το αρμόδιο κοινοτικό όργανο, μπορεί να επηρεάσει τη νομιμότητα του μέτρου αυτού (αποφάσεις της 10ης Ιανουαρίου 2006, C‑344/04, IATA και ELFAA, Συλλογή 2006, σ. I‑403, σκέψη 80, καθώς και της 7ης Σεπτεμβρίου 2006, Ισπανία κατά Συμβουλίου, σκέψη 98).
47 Έτσι, το ζήτημα δεν είναι αν το μέτρο που θέσπισε ο νομοθέτης ήταν το μόνο ή το καλύτερο δυνατό, αλλά αν ήταν προδήλως ακατάλληλο (προπαρατεθείσα απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 2006, Ισπανία κατά Συμβουλίου, σκέψη 99).
48 Από τη σκέψη 36 της παρούσας αποφάσεως, καθώς και από τις αιτιολογικές σκέψεις που μνημονεύονται στη σκέψη αυτή, προκύπτει ότι η επιστροφή στο εθνικό απόθεμα των μη χρησιμοποιηθέντων δικαιωμάτων αποσκοπεί στην εξασφάλιση της πραγματικής χρησιμοποίησης όλων των δικαιωμάτων πριμοδοτήσεως. Το μέτρο αυτό όμως συνιστά μέτρο ακατάλληλο για την επίτευξη του σκοπού μιας καλύτερης κινητικότητας των διαθέσιμων και μη χρησιμοποιηθέντων δικαιωμάτων πριμοδοτήσεως. Πρέπει εξάλλου να τονιστεί ότι το ενδεχόμενο το εν λόγω μέτρο να είναι προδήλως ακατάλληλο δεν προεβλήθη από κανέναν από τους ενδιαφερομένους που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο.
49 Δεδομένου ότι η επιστροφή στο εθνικό απόθεμα δεν συνιστά προδήλως ακατάλληλο μέσο για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού, το βαλλόμενο μέτρο δεν είναι κατά συνέπεια αντίθετο προς την αρχή της αναλογικότητας.
50 Επομένως, στο δεύτερο ερώτημα, στοιχείο α΄, πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 33, παράγραφοι 2 και 4, του κανονισμού 3886/92 έχει την έννοια ότι ένας παραγωγός πρέπει να θεωρείται ότι δεν χρησιμοποίησε τα δικαιώματά του για πριμοδότηση στο πλαίσιο μιας περιόδου εμπορίας, αν υπέβαλε αίτηση πριμοδοτήσεως, αλλά η αίτηση αυτή απορρίφθηκε με το αιτιολογικό ότι τα ζώα τα οποία αυτή αφορούσε δεν ήσαν επιλέξιμα, τούτο δε έστω και αν η εν λόγω αίτηση δεν υποβλήθηκε καταχρηστικώς. Μια τέτοια ερμηνεία δεν είναι αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας.
Επί του δευτέρου ερωτήματος, στοιχείο β΄
51 Με το ερώτημα αυτό, το αιτούν δικαστήριο ερωτά επικουρικώς αν, υπό περιστάσεις όπως αυτές της υποθέσεως της κύριας δίκης, μπορεί να γίνει δεκτή η ύπαρξη εξαιρετικής περιπτώσεως δεόντως δικαιολογημένης κατά την έννοια του άρθρου 33, παράγραφος 2, τελευταία περίπτωση, του κανονισμού 3886/92.
52 Πρέπει καταρχάς να τονιστεί ότι η ύπαρξη εξαιρετικής περιπτώσεως δεόντως δικαιολογημένης επιτρέπει παρέκκλιση από τον κανόνα της επιστροφής στο εθνικό απόθεμα του μη χρησιμοποιηθέντος τμήματος των δικαιωμάτων πριμοδοτήσεως και πρέπει, για τον λόγο αυτό, να ερμηνεύεται στενά. Η ερμηνεία αυτή υπαγορεύεται από τη χρησιμοποίηση, στην εν λόγω διάταξη, της λέξεως «εξαιρετικών».
53 Η τελευταία περίπτωση του άρθρου 33, παράγραφος 2, του κανονισμού 3886/92 φαίνεται, υπό το φως της γενικής οικονομίας της διατάξεως αυτής, ότι αποτελεί γενική ρήτρα επιείκειας, προοριζόμενη να καλύψει καταστάσεις διαφορετικές από αυτές που αναφέρονται στις προηγούμενες περιπτώσεις, στις οποίες η εφαρμογή του γενικού κανόνα θα εθεωρείτο εξαιρετικά σκληρή, αλλά οι οποίες δεν μπορούν όλες να αποτελέσουν αντικείμενο ειδικής μνείας. Όπως και οι καταστάσεις που μνημονεύονται στις προηγούμενες περιπτώσεις, πρόκειται για καταστάσεις στις οποίες θα ήταν δίκαιο να μπορεί ο παραγωγός να προβάλει μεταγενέστερα τα δικαιώματά του πριμοδοτήσεως, μολονότι δεν μπορεί, για εξαιρετικούς λόγους, να τα χρησιμοποιήσει προσωρινώς.
54 Ούτε οι διατάξεις ούτε οι αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού αυτού καθορίζουν τα είδη των κριτηρίων που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για να δικαιολογείται μια τέτοια εξαιρετική κατάσταση. Επομένως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ο κοινοτικός νομοθέτης δεν θέλησε να διευκρινίσει περισσότερο την έννοια αυτή ούτε να τη συνδέσει με ιδιαίτερα κριτήρια. Πρέπει συνεπώς να ληφθεί υπόψη το σύνολο των περιστάσεων, τόσο υποκειμενικής όσο και αντικειμενικής φύσεως, προκειμένου να καθοριστεί αν, μεταξύ των περιστάσεων αυτών, υφίσταται ένα ή περισσότερα στοιχεία που μπορούν να δικαιολογήσουν την ύπαρξη εξαιρετικής περιπτώσεως. Η εκτίμηση αυτή μπορεί να πραγματοποιείται μόνο κατά περίπτωση και από τις αρχές που είναι επιφορτισμένες με την εφαρμογή του άρθρου 33, παράγραφος 2, τελευταία περίπτωση, του κανονισμού 3886/92. Εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο, που έχει επιληφθεί της διαφοράς της κύριας δίκης και είναι το μόνο που μπορεί να διαπιστώσει τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, να προβεί στην εκτίμηση αυτή στο πλαίσιο της εν λόγω διαφοράς, λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη περιοριστικής εφαρμογής της διατάξεως αυτής.
55 Εν πάση περιπτώσει, ελλείψει ειδικών περιστάσεων, μια εσφαλμένη ερμηνεία της εφαρμοστέας νομοθεσίας δεν μπορεί να συνιστά εξαιρετική περίπτωση κατά την έννοια του άρθρου 33, παράγραφος 2, τελευταία περίπτωση, του κανονισμού 3886/92.
56 Πρέπει επιπλέον να τονιστεί ότι, σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, προκειμένου αυτή να μπορεί να εφαρμοστεί, είναι αναγκαίο ο παραγωγός να έχει δεόντως αιτιολογήσει τον εξαιρετικό χαρακτήρα της καταστάσεως στην οποία βρίσκεται.
57 Επομένως, στο δεύτερο ερώτημα, στοιχείο β΄, πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να αποφασίσει αν, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των δεόντως δικαιολογημένων περιστάσεων που χαρακτηρίζουν την κατάσταση του αναιρεσείοντος της κύριας δίκης, υφίσταται εξαιρετική περίπτωση που υπαγορεύει την εφαρμογή της εισάγουσας παρέκκλιση διατάξεως του άρθρου 33, παράγραφος 2, τελευταία περίπτωση, του κανονισμού 3886/92, λαμβάνοντας ταυτοχρόνως υπόψη την ανάγκη περιοριστικής εφαρμογής της διατάξεως αυτής.
Επί του δευτέρου ερωτήματος, στοιχείο γ΄
58 Τέλος, έτι επικουρικότερον, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν τα δικαιώματα πριμοδοτήσεως που αφαιρέθηκαν από έναν παραγωγό βάσει του άρθρου 33, παράγραφος 4, του κανονισμού 3886/92, με το αιτιολογικό ότι ο εν λόγω παραγωγός έκανε χρήση τουλάχιστον του 70 %, αλλά λιγότερο από το 90 % των δικαιωμάτων του κατά την περίοδο εμπορίας 1998, πρέπει να επιστραφούν κατά προτεραιότητα στον παραγωγό αυτόν μετά τη λήξη διετούς περιόδου αναστολής. Το αιτούν δικαστήριο θεωρεί συγκεκριμένα ότι η αρχή της αναλογικότητας θα μπορούσε να επιβάλει την προνομιακή μεταχείριση των παλαιών δικαιούχων, καθόσον η κατάστασή τους επηρεάστηκε ιδιαίτερα σημαντικά από την αύξηση του ποσοστού χρήσεως από το 70 στο 90 % στο πλαίσιο των εξαιρετικών μέτρων που ελήφθησαν κατόπιν της κρίσεως της «τρελής αγελάδας».
59 Η εκ μέρους των κρατών μελών χορήγηση των δικαιωμάτων πριμοδοτήσεως που αποτελούν τμήμα του εθνικού αποθέματος αποτελεί αντικείμενο του άρθρου 4στ, παράγραφος 2, του κανονισμού 805/68, το οποίο απαριθμεί τους παραγωγούς στους οποίους μπορούν να χορηγηθούν τα δικαιώματα αυτά. Από τη χρησιμοποίηση της λέξης «ιδίως» στη διατύπωση της διατάξεως αυτής προκύπτει ότι δεν πρόκειται για εξαντλητικό κατάλογο.
60 Η Επιτροπή παρατήρησε ορθώς ότι το άρθρο 4στ, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 805/68 την εξουσιοδότησε να λάβει τα μέτρα που αφορούν τα ατομικά δικαιώματα που δεν χρησιμοποιήθηκαν το 1997, και το 1998, και τα οποία επιστράφηκαν στο εθνικό απόθεμα, τα μέτρα όμως αυτά ουδέποτε ελήφθησαν. Επομένως, τα κράτη μέλη διατηρούν απολύτως το περιθώριο χειρισμών όσον αφορά τη χρησιμοποίηση του εθνικού τους αποθέματος. Μπορούν κατά συνέπεια να προβλέψουν την κατά προτεραιότητα χορήγηση των δικαιωμάτων πριμοδοτήσεως στους παραγωγούς που υποχρεώθηκαν να επιστρέψουν τα δικαιώματά τους στο απόθεμα αυτό με το αιτιολογικό ότι είχαν κάνει χρήση τουλάχιστον του 70 %, αλλά λιγότερο από το 90 % των δικαιωμάτων αυτών κατά την περίοδο εμπορίας 1998.
61 Κατόπιν των προεκτεθέντων,στο δεύτερο ερώτημα, στοιχείο γ΄, πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 33, παράγραφος 4, του κανονισμού 3886/92, σε συνδυασμό με το άρθρο 4στ, παράγραφος 4, του κανονισμού 805/68, έχει την έννοια ότι τα κράτη μέλη μπορούν να επιστρέψουν κατά προτεραιότητα σε έναν παραγωγό, μετά τη λήξη διετούς περιόδου αναστολής, τα δικαιώματα πριμοδοτήσεως που του αφαιρέθηκαν με το αιτιολογικό ότι ο παραγωγός αυτός είχε κάνει χρήση τουλάχιστον του 70 %, αλλά λιγότερο από το 90 % των δικαιωμάτων του κατά την περίοδο εμπορίας 1998.
Επί των δικαστικών εξόδων
62 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφαίνεται:
1) Το άρθρο 4α, τρίτη περίπτωση, στοιχείο ii, του κανονισμού 805/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 2222/96 του Συμβουλίου, της 18ης Νοεμβρίου 1996, έχει την έννοια ότι μια έγκυος δαμαλίδα μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί θηλάζουσα αγελάδα, κατά την έννοια της παραγράφου 1 του πρώτου τμήματος του κανονισμού αυτού, μόνον αν αντικαθιστά, μετά την κατάθεση της αιτήσεως πριμοδοτήσεως για την περίοδο εμπορίας, μια θηλάζουσα αγελάδα που περιλαμβάνεται στην αίτηση αυτή.
2) Μια έγκυος δαμαλίδα η οποία, στο πλαίσιο μιας περιόδου εμπορίας, αντικατέστησε μια θηλάζουσα αγελάδα για την οποία υποβλήθηκε αίτηση πριμοδοτήσεως και η οποία αναγνωρίστηκε ως επιλέξιμη για την πριμοδότηση αυτή μπορεί να θεωρηθεί θηλάζουσα αγελάδα κατά την έννοια του άρθρου 4α, τρίτη περίπτωση, στοιχείο ii, του κανονισμού 805/68, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2222/96, αν πληροί, το επόμενο έτος, τις προϋποθέσεις για να αντικαταστήσει εκ νέου μια θηλάζουσα αγελάδα.
3) Το άρθρο 4α, τρίτη περίπτωση, στοιχείο ii, του κανονισμού 805/68, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2222/96, έχει την έννοια ότι μια έγκυος δαμαλίδα για την οποία έχει υποβληθεί αίτηση πριμοδοτήσεως δεν είναι επιλέξιμη για την πριμοδότηση αν γεννήσει μοσχάρι πριν από τη λήξη της προθεσμίας που προβλέπεται για την υποβολή της εν λόγω αιτήσεως.
4) Το άρθρο 33, παράγραφοι 2 και 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3886/92 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 1992, για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής όσον αφορά τα καθεστώτα επιδοτήσεων που προβλέπονται στον κανονισμό 805/68 και την κατάργηση των κανονισμών (ΕΟΚ) 1244/82 και (ΕΟΚ) 714/89, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 2311/96 της Επιτροπής, της 2ας Δεκεμβρίου 1996, έχει την έννοια ότι ένας παραγωγός πρέπει να θεωρείται ότι δεν χρησιμοποίησε τα δικαιώματά του για πριμοδότηση στο πλαίσιο μιας περιόδου εμπορίας, αν υπέβαλε αίτηση πριμοδοτήσεως, αλλά η αίτηση αυτή απορρίφθηκε με το αιτιολογικό ότι τα ζώα τα οποία αυτή αφορούσε δεν ήσαν επιλέξιμα, τούτο δε έστω και αν η εν λόγω αίτηση δεν υποβλήθηκε καταχρηστικώς. Μια τέτοια ερμηνεία δεν είναι αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας.
5) Εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να αποφασίσει αν, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των δεόντως δικαιολογημένων περιστάσεων που χαρακτηρίζουν την κατάσταση του αναιρεσείοντος της κύριας δίκης, υφίσταται εξαιρετική περίπτωση που υπαγορεύει την εφαρμογή της εισάγουσας παρέκκλιση διατάξεως του άρθρου 33, παράγραφος 2, τελευταία περίπτωση, του κανονισμού 3886/92, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2311/96, λαμβάνοντας ταυτοχρόνως υπόψη την ανάγκη περιοριστικής εφαρμογής της διατάξεως αυτής.
6) Το άρθρο 33, παράγραφος 4, του κανονισμού 3886/92, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2311/96 σε συνδυασμό με το άρθρο 4στ, παράγραφος 4, του κανονισμού 805/68, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2222/96, έχει την έννοια ότι τα κράτη μέλη μπορούν να επιστρέψουν κατά προτεραιότητα σε έναν παραγωγό, μετά τη λήξη διετούς περιόδου αναστολής, τα δικαιώματα πριμοδοτήσεως που του αφαιρέθηκαν με το αιτιολογικό ότι ο παραγωγός αυτός είχε κάνει χρήση τουλάχιστον του 70 %, αλλά λιγότερο από το 90 % των δικαιωμάτων του κατά την περίοδο εμπορίας 1998.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy