Υπόθεση C‑398/05
AGST Draht- und Biegetechnik GmbH
κατά
Hauptzollamt Aachen
(αίτηση του Finanzgericht Düsseldorf
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Κοινή εμπορική πολιτική – Αντισταθμιστικοί δασμοί – Άμυνα κατά των πρακτικών επιδοτήσεως – Κανονισμός (ΕΚ) 1599/1999 – Σύρματα από ανοξείδωτο χάλυβα – Ζημία του κοινοτικού κλάδου παραγωγής – Aιτιώδης συνάφεια»
Απόφαση του Δικαστηρίου (τέταρτο τμήμα) της 28ης Φεβρουαρίου 2008
Περίληψη της αποφάσεως
Κοινή εμπορική πολιτική – Άμυνα κατά των πρακτικών επιδοτήσεως εκ μέρους τρίτων κρατών – Ζημία – Απόδειξη της αιτιώδους συνάφειας – Υποχρεώσεις των κοινοτικών οργάνων – Συνυπολογισμός παραγόντων ξένων προς την επιδότηση
(Κανονισμός 2026/97 του Συμβουλίου, άρθρο 8 § 7)
Κατά τον προσδιορισμό της ζημίας του κοινοτικού κλάδου παραγωγής στο πλαίσιο διαδικασίας κατά επιδοτήσεων, το Συμβούλιο και η Επιτροπή υποχρεούνται να εξετάζουν αν η ζημία που προτίθενται να λάβουν υπόψη πράγματι οφείλεται σε εισαγωγές που αποτέλεσαν αντικείμενο επιδοτήσεων και να αποκλείουν κάθε ζημία που προκύπτει από άλλους παράγοντες και ιδίως ζημία που οφείλεται σε ίδιες ενέργειες των κοινοτικών παραγωγών.
Εφόσον τα κοινοτικά όργανα τήρησαν την υποχρέωση αυτή και έκριναν ότι ο παράγοντας που σχετίζεται με την αντίθετη προς τους κανόνες του ανταγωνισμού συμπεριφορά των κοινοτικών παραγωγών αποτελούσε μόνον ένα μικρό ποσοστό της τελικής τιμής του επίμαχου προϊόντος, έτσι ώστε η τιμή αυτή μπορούσε να θεωρηθεί ως αξιόπιστος δείκτης προκειμένου να υπολογιστεί η ζημία που υπέστη ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής, εναπόκειται στους διαδίκους που επικαλούνται το ανίσχυρο του κανονισμού που επιβάλλει τον αντισταθμιστικό δασμό να προσκομίσουν αποδεικτικά στοιχεία ικανά να αποδείξουν ότι ο παράγοντας αυτός είχε τόσο σημαντική επίπτωση ώστε οι τελικές τιμές του προϊόντος δεν μπορούσαν πλέον να χρησιμοποιηθούν για να διαπιστωθεί η ύπαρξη της εν λόγω ζημίας και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της ζημίας αυτής και των επιδοτούμενων εισαγωγών.
(βλ. σκέψεις 35, 51, 54)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)
της 28ης Φεβρουαρίου 2008 (*)
«Κοινή εμπορική πολιτική – Αντισταθμιστικοί δασμοί – Άμυνα κατά των πρακτικών επιδοτήσεως – Κανονισμός (ΕΚ) 1599/1999 – Σύρματα από ανοξείδωτο χάλυβα – Ζημία του κοινοτικού κλάδου παραγωγής – Aιτιώδης συνάφεια»
Στην υπόθεση C‑398/05,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το Finanzgericht Düsseldorf (Γερμανία) με απόφαση της 2ας Νοεμβρίου 2005, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 15 Νοεμβρίου 2005, στο πλαίσιο της δίκης
AGST Draht- und Biegetechnik GmbH
κατά
Hauptzollamt Aachen,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους K. Lenaerts, πρόεδρο τμήματος, Γ. Αρέστη (εισηγητή), R. Silva de Lapuerta, J. Malenovský και T. von Danwitz, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: E. Sharpston
γραμματέας: B. Fülöp, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 21ης Ιουνίου 2007,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η AGST Draht- und Biegetechnik GmbH, εκπροσωπούμενη από τους P. Henseler και T. Lieber, Rechtsanwälte,
– το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, εκπροσωπούμενο από τον J.-P. Hix, επικουρούμενο από τον G. Berrisch, Rechtsanwalt,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους T. Scharf και K. Gross,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά το κύρος του κανονισμού (ΕΚ) 1599/1999 του Συμβουλίου, της 12ης Ιουλίου 1999, για την επιβολή οριστικού αντισταθμιστικού δασμού και την οριστική είσπραξη του προσωρινού δασμού που επιβλήθηκε στις εισαγωγές συρμάτων από ανοξείδωτους χάλυβες με διάμετρο 1 mm ή μεγαλύτερη, καταγωγής Ινδίας, και για την περάτωση της διαδικασίας σχετικά με τις εισαγωγές ανοξείδωτου χάλυβα με διάμετρο 1 mm ή μεγαλύτερη, καταγωγής Δημοκρατίας της Κορέας (ΕΕ L 189, σ. 1).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της AGST Draht- und Biegetechnik GmbH (στο εξής: AGST) και του Hauptzollamt Aachen (στο εξής: Hauptzollamt), το οποίο επέβαλε στην AGST αντισταθμιστικό δασμό κατά την εισαγωγή συρμάτων από ανοξείδωτο χάλυβα με διάμετρο 1 mm ή μεγαλύτερη, που κατατάσσονται στη διάκριση 7223 00 19 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας (στο εξής: ΣΟ), καταγωγής Ινδίας.
Το νομικό πλαίσιο
3 Οι διατάξεις οι οποίες διέπουν την επιβολή αντισταθμιστικών δασμών από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα περιλαμβάνονται στον κανονισμό (ΕΚ) 2026/97 του Συμβουλίου, της 6ης Οκτωβρίου 1997, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο επιδοτήσεων εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΕΕ L 288, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 461/2004 του Συμβουλίου, της 8ης Μαρτίου 2004 (στο εξής: βασικός κανονισμός).
4 Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού προβλέπει τα ακόλουθα:
«Αντισταθμιστικός δασμός είναι δυνατό να επιβάλλεται με σκοπό την εξουδετέρωση των συνεπειών της επιδότησης που έχει ενδεχομένως χορηγηθεί, άμεσα ή έμμεσα, για την κατασκευή, την παραγωγή, την εξαγωγή ή τη μεταφορά οιουδήποτε προϊόντος του οποίου η θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία στην Κοινότητα προκαλεί ζημία.»
5 Το άρθρο 8, παράγραφος 7, του κανονισμού αυτού ορίζει τα εξής:
«Εξετάζονται ακόμη τυχόν άλλοι γνωστοί παράγοντες, εκτός από τις επιδοτούμενες εισαγωγές, οι οποίοι προκαλούν κατά τον ίδιο χρόνο ζημία στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής, προκειμένου να εξασφαλισθεί ότι η ζημία που προκαλείται από αυτούς τους άλλους παράγοντες δεν αποδίδεται στις επιδοτούμενες εισαγωγές κατά την έννοια της παραγράφου 6. Στους παράγοντες που ενδέχεται να έχουν σημασία από αυτή την άποψη συμπεριλαμβάνονται ο όγκος και οι τιμές των μη επιδοτούμενων εισαγωγών, η συρρίκνωση της ζήτησης ή οι μεταβολές των προτύπων κατανάλωσης, οι περιοριστικές εμπορικές πρακτικές που εφαρμόζουν οι παραγωγοί τρίτων χωρών και της Κοινότητας, καθώς και ο ανταγωνισμός μεταξύ τους, οι τεχνολογικές εξελίξεις, καθώς και οι εξαγωγικές επιδόσεις και η παραγωγικότητα του κοινοτικού κλάδου παραγωγής.»
Ο κανονισμός 1599/1999
6 Στις 23 Μαρτίου 1999, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΚ) 618/1999 για την επιβολή προσωρινού αντισταθμιστικού δασμού στις εισαγωγές σύρματος από ανοξείδωτο χάλυβα με διάμετρο 1 mm ή περισσότερο καταγωγής Ινδίας και Δημοκρατίας της Κορέας (ΕΕ L 79, σ. 25, στο εξής: προσωρινός κανονισμός).
7 Κατόπιν, στις 12 Ιουλίου 1999, το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό 1599/1999 για την επιβολή οριστικού αντισταθμιστικού δασμού επί των εισαγωγών από την Ινδία και για την περάτωση της διαδικασίας σχετικά με τις εισαγωγές από τη Δημοκρατία της Κορέας.
8 Στις 13 Νοεμβρίου 1998, το Συμβούλιο εξέδωσε, στο πλαίσιο άλλης διαδικασίας που αφορούσε ράβδους ανοξείδωτου χάλυβα, τον κανονισμό (ΕΚ) 2450/98, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ράβδων ανοξείδωτου χάλυβα καταγωγής Ινδίας και την οριστική είσπραξη του επιβληθέντος προσωρινού δασμού (ΕΕ L 304, σ. 1). Ο κανονισμός αυτός ακυρώθηκε με την απόφαση του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 19ης Σεπτεμβρίου 2001, T‑58/99, Mukand κ.λπ. κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2001, σ. II-2521).
Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
9 H AGST συγκαταλέγεται στους κυριότερους γερμανούς παραγωγούς εύκαμπτων συρμάτων από ανοξείδωτο χάλυβα. Στις 7 Αυγούστου και 17 Νοεμβρίου 2000, η εταιρία αυτή διασάφησε στο Hauptzollamt σύρματα από ανοξείδωτο χάλυβα με διάμετρο 1 mm ή μεγαλύτερη, υπαγόμενα στη διάκριση 7223 00 19 της ΣΟ, ενόψει της θέσεώς τους σε ελεύθερη κυκλοφορία.
10 Η AGST δήλωσε τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ως τόπο καταγωγής των εμπορευμάτων και προσκόμισε τιμολόγια που της είχε εκδώσει η εταιρία Link Middle East Ltd καθώς και πιστοποιητικά καταγωγής επί εντύπων τύπου A, σύμφωνα με τα οποία τα προϊόντα είχαν κατασκευασθεί στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
11 Ωστόσο, από μια έρευνα της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) αποκαλύφθηκε ότι χώρα καταγωγής των εισαγομένων προϊόντων ήταν στην πραγματικότητα η Ινδία. Ειδικότερα, σύμφωνα με την OLAF, τα σύρματα από ανοξείδωτο χάλυβα που εισήγαγε στην Κοινότητα η Link Middle East Ltd μεταξύ Ιουνίου 1999 και Δεκεμβρίου 2000 είχαν κατασκευαστεί από την εταιρία Venus Wire Industries Ltd, που εδρεύει στη Βομβάη (Ινδία).
12 Με απόφαση της 30ής Ιουλίου 2003, το Hauptzollamt επέβαλε εκ των υστέρων στις εν λόγω τελωνειακές διασαφήσεις, βάσει του κανονισμού 1599/1999, τελωνειακό και αντισταθμιστικό δασμό που ανερχόταν, αντιστοίχως, σε 4 034,79 DEM και 59 513,21 DEM.
13 Με απόφαση της 29ης Ιουνίου 2004, το Hauptzollamt απέρριψε μια προσφυγή της AGST που αφορούσε την επιβολή των εν λόγω δασμών. Στις 21 Ιουλίου 2004, η AGST άσκησε κατά της αποφάσεως αυτής προσφυγή ενώπιον του Finanzgericht Düsseldorf, με την οποία επικαλείται ιδίως ότι η εκ των υστέρων επιβολή του αντισταθμιστικού δασμού είναι παράνομη για τον λόγο ότι ο κανονισμός 1599/1999 είναι ανίσχυρος.
14 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Finanzgericht Düsseldorf αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Είναι ο κανονισμός […] 1599/1999 [...] ανεφάρμοστος, καθόσον πρέπει να επιβληθεί δυνάμει αυτού αντισταθμιστικός δασμός επί συρμάτων από χάλυβα [που κατατάσσονται στη διάκριση] 7223 00 19 της [ΣΟ] και έχουν κατασκευασθεί στη Βομβάη (Ινδία) από την εταιρία Venus Wire Industries Ltd;»
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
15 Από τον φάκελο της υποθέσεως προκύπτει ότι το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν ο κανονισμός 1599/1999 είναι ανίσχυρος, καθόσον η εκτίμηση του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως όσον αφορά την ύπαρξη ζημίας του κοινοτικού κλάδου παραγωγής και της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ζημίας αυτής και των επιδοτούμενων εισαγωγών συρμάτων από ανοξείδωτο χάλυβα είναι προδήλως εσφαλμένη. Συναφώς, το δικαστήριο αυτό διερωτάται αν η προπαρατεθείσα απόφαση του Πρωτοδικείου Mukand κ.λπ. κατά Συμβουλίου, που ακύρωσε τον κανονισμό 2450/98 για ράβδους ανοξείδωτου χάλυβα καταγωγής Ινδίας που κατατάσσονται στις διακρίσεις 7222 20 11, 7222 20 21, 7222 20 31 και 7222 20 81 της ΣΟ, μπορεί να εφαρμοσθεί στην υπόθεση της κύριας δίκης για την εκτίμηση του κύρους του κανονισμού 1599/1999.
Επιχειρήματα των διαδίκων
16 Η AGST θεωρεί ότι ο κανονισμός 1599/1999 είναι αυτοδικαίως άκυρος για τον λόγο ότι η εκτίμηση του Συμβουλίου όσον αφορά την ύπαρξη ζημίας του κοινοτικού κλάδου παραγωγής και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της ζημίας αυτής και των επιδοτούμενων εισαγωγών συρμάτων από ανοξείδωτο χάλυβα είναι προδήλως εσφαλμένη. Ειδικότερα, τα κοινοτικά όργανα δεν έλαβαν επαρκώς υπόψη τους τον αντιταχθέντα από τους ινδούς παραγωγούς-εξαγωγείς ισχυρισμό ότι οι κοινοτικοί παραγωγοί ανοξείδωτου χάλυβα υπό μορφή πλατέων προϊόντων είχαν προκαλέσει ζημία στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής σχηματίζοντας «σύμπραξη προσαυξήσεως της τιμής του κράματος».
17 Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η AGST προέβαλε ότι, για τα πλατέα προϊόντα, η προσαύξηση της τιμής του κράματος, που είναι συντελεστής ενσωματωμένος στον υπολογισμό της τιμής των προϊόντων από χάλυβα, αυξήθηκε τεχνητά με συντελεστή απόδοσης 1,35. Η προσαύξηση της τιμής του κράματος που εφαρμόσθηκε στα σύρματα από χάλυβα καθορίστηκε με πολλαπλασιασμό της προσαυξήσεως της τιμής του κράματος που εφαρμόζεται στα πλατέα προϊόντα επίσης με συντελεστή 1,35, πράγμα που αναπόφευκτα κατέστησε μεγαλύτερη την εν λόγω προσαύξηση της τιμής του κράματος για τα σύρματα από χάλυβα.
18 Η AGST επισημαίνει ακόμη ότι η προπαρατεθείσα απόφαση του Πρωτοδικείου Mukand κ.λπ. κατά Συμβουλίου πρέπει να εφαρμοσθεί κατ’ αναλογία και να κηρυχθεί ανίσχυρος ο κανονισμός 1599/1999.
19 Συναφώς, η AGST προβάλλει ότι, σε ό,τι αφορά την ύπαρξη της συμπράξεως προσαυξήσεως της τιμής του κράματος για πλατέα προϊόντα, δεν ασκεί επιρροή το ότι το σύρμα από χάλυβα δεν παράγεται από πλατέα προϊόντα ή το ότι οι αντίστοιχοι παραγωγοί δεν ταυτίζονται πάντοτε. Η Επιτροπή έχει διαπιστώσει την ύπαρξη της συμπράξεως αυτής, η οποία, όπως έκρινε το Πρωτοδικείο με την προπαρατεθείσα απόφαση Mukand κ.λπ. κατά Συμβουλίου, επηρέασε τις τιμές του ανοξείδωτου χάλυβα σε ράβδους.
20 Η AGST υποστηρίζει ότι η εν λόγω σύμπραξη επηρέασε και τις τιμές του σύρματος από ανοξείδωτο χάλυβα. Ειδικότερα, ο ανοξείδωτος χάλυβας σε ράβδους δεν διαφέρει σε τίποτε από το σύρμα από ανοξείδωτο χάλυβα, δεδομένου ότι αμφότερα ανήκουν στα επιμήκη προϊόντα. Ακόμη, λόγω της σπουδαιότητας των πλατέων προϊόντων, η εξέλιξη των τιμών στις αγορές ανοξείδωτου χάλυβα πολύ συχνά καθορίζεται από τις αποφάσεις που λαμβάνουν για τις τιμές οι παραγωγοί των προϊόντων αυτών.
21 Η AGST προβάλλει ότι ο κανονισμός 1599/1999 επαναλαμβάνει στις αιτιολογικές σκέψεις του την ίδια αιτιολογία με τον κανονισμό 2450/98, που ακυρώθηκε με την προπαρατεθείσα απόφαση του Πρωτοδικείου Mukand κ.λπ. κατά Συμβουλίου.
22 Σύμφωνα με την AGST, αφής στιγμής ο ανοξείδωτος χάλυβας σε ράβδους δεν διαφέρει σε τίποτε από το σύρμα από ανοξείδωτο χάλυβα, η σύμπραξη προσαυξήσεως της τιμής του κράματος επηρέασε τις τιμές των συρμάτων από ανοξείδωτο χάλυβα στον ίδιο βαθμό με εκείνες του ανοξείδωτου χάλυβα σε ράβδους. Έτσι, ο κανονισμός 1599/1999 πάσχει πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως εξίσου με τον κανονισμό 2450/98, ο οποίος αφορούσε τις επιδοτούμενες εισαγωγές ανοξείδωτου χάλυβα σε ράβδους.
23 Η Επιτροπή υποστηρίζει, αντιθέτως, ότι τα κοινοτικά όργανα εξέτασαν, τόσο στο πλαίσιο του προσωρινού κανονισμού όσο και του κανονισμού 1599/1999, τις αντιρρήσεις των ινδών παραγωγών σχετικά με την ύπαρξη συμπράξεως προσαυξήσεως της τιμής του κράματος μεταξύ των κοινοτικών παραγωγών των πλατέων προϊόντων.
24 Συναφώς, η Επιτροπή εκθέτει ότι διαπίστωσε ιδίως με την διακοσιοστή δωδέκατη έως την διακοσιοστή δέκατη έκτη αιτιολογική σκέψη του προσωρινού κανονισμού ότι τα σύρματα από ανοξείδωτο χάλυβα δεν παράγονταν από πλατέα προϊόντα και ότι από τη σύγκριση των τιμών πωλήσεως μεταξύ των παραγωγών του κοινοτικού κλάδου παραγωγής προέκυπτε ότι οι τιμές αυτές διέφεραν για τα ίδια προϊόντα.
25 Επιπλέον, οι εν λόγω αιτιολογικές σκέψεις διευκρίνιζαν ότι η σύμπραξη προσαυξήσεως της τιμής του κράματος αποτελούσε μόνον ένα μικρό ποσοστό της συνολικής τιμής των προϊόντων που συνίστανται σε σύρματα από ανοξείδωτο χάλυβα. Το Συμβούλιο επιβεβαίωσε, εν συνεχεία, τις διαπιστώσεις αυτές με την ενενηκοστή τρίτη αιτιολογική σκέψη του οριστικού κανονισμού 1599/1999.
26 Επιπλέον, το Συμβούλιο και η Επιτροπή θεωρούν ότι τα συμπεράσματα του Πρωτοδικείου στην προπαρατεθείσα απόφαση Mukand κ.λπ. κατά Συμβουλίου δεν μπορούν να εφαρμοσθούν στην υπόθεση της κύριας δίκης για την εκτίμηση του κύρους του κανονισμού 1599/1999. Συναφώς, τα κοινοτικά όργανα ορθώς κατέληξαν, με τον κανονισμό αυτόν, ότι η εφαρμογή της προσαυξήσεως της τιμής του κράματος, η οποία αποτελούσε μόνον ένα μικρό ποσοστό της συνολικής τιμής των επίμαχων προϊόντων, δεν είχε δημιουργήσει αμφιβολίες ως προς την αξιοπιστία του σταθμισμένου μέσου όρου των τελικών τιμών για τους σκοπούς της διαπιστώσεως ζημίας του κοινοτικού κλάδου παραγωγής.
27 Εν πάση περιπτώσει, τα εν λόγω θεσμικά όργανα επισημαίνουν ότι οι παρατηρήσεις που στηρίζονται στον σταθμισμένο μέσον όρο των τελικών τιμών, οι οποίες περιλαμβάνονται στον κανονισμό 1599/1999 και αφορούν τη ζημία καθώς και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της ζημίας και των επιδοτούμενων εισαγωγών των επιδίκων στην υπόθεση της κύριας δίκης προϊόντων, δεν πάσχουν πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως.
28 Στο πλαίσιο της διαπιστώσεως της ζημίας αυτής, οι δύο ουσιώδεις παράγοντες ήταν, αφενός, η σημαντική υποτιμολόγηση των εισαγωγών από την Ινδία και, αφετέρου, η σημαντική συμπίεση των τιμών πώλησης του κοινοτικού κλάδου παραγωγής. Ως εκ τούτου, έστω κι αν υποτεθεί ότι η εφαρμογή της προσαυξήσεως της τιμής του κράματος αύξησε όλες τις καθαρές τιμές στην Κοινότητα και ότι επιπλέον η αύξηση αυτή ήταν πλήρως καταλογιστέα σε συμπεριφορά αντίθετη προς τους κανόνες του ανταγωνισμού, για τις εν λόγω εισαγωγές εξακολουθεί να υφίσταται υποτιμολόγηση περίπου 17 %.
Απάντηση του Δικαστηρίου
29 Πρέπει να εξετασθεί αν τα κοινοτικά όργανα υπέπεσαν σε πρόδηλο σφάλμα κατά την εκτίμηση της υπάρξεως ζημίας του κοινοτικού κλάδου παραγωγής και της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αυτής και των επιδοτούμενων εισαγωγών συρμάτων από ανοξείδωτο χάλυβα.
30 Ειδικότερα, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι ο κανονισμός 1599/1999 επαναλαμβάνει τις ίδιες αιτιολογίες με εκείνες του κανονισμού 2450/98 προκειμένου να απορρίψει τις αντιρρήσεις των ινδών παραγωγών-εξαγωγέων σχετικά με τις περιοριστικές πρακτικές των κοινοτικών παραγωγών, ήτοι την ομοιόμορφη εφαρμογή της προσαυξήσεως της τιμής του κράματος.
31 Πρέπει να υπομνησθεί, αφενός, ότι, δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 7, του βασικού κανονισμού, εξετάζονται τυχόν άλλοι γνωστοί παράγοντες, εκτός από τις επιδοτούμενες εισαγωγές, οι οποίοι προκαλούν κατά τον ίδιο χρόνο ζημία στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής, προκειμένου να εξασφαλισθεί ότι η ζημία που προκαλείται από αυτούς τους άλλους παράγοντες δεν οφείλεται στις επιδοτούμενες εισαγωγές κατά την έννοια της παραγράφου 6 του ίδιου άρθρου.
32 Ενδεικτικώς, το εν λόγω άρθρο προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι στους παράγοντες που ενδέχεται να έχουν σημασία από αυτή την άποψη περιλαμβάνονται οι περιοριστικές εμπορικές πρακτικές που εφαρμόζουν οι παραγωγοί τρίτων χωρών και της Κοινότητας, καθώς και ο ανταγωνισμός μεταξύ τους.
33 Επιβάλλεται, αφετέρου, η επισήμανση ότι, στον τομέα της κοινής εμπορικής πολιτικής και, ειδικότερα, των μέτρων εμπορικής άμυνας, τα κοινοτικά όργανα διαθέτουν ευρεία εξουσία εκτιμήσεως λόγω της πολυπλοκότητας των οικονομικών, πολιτικών και νομικών καταστάσεων που πρέπει να εξετάσουν (βλ. απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 2007, C‑351/04, Ikea Wholesale, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 40 και παρατιθέμενη νομολογία).
34 Αποτελεί, εξάλλου, πάγια νομολογία ότι η διαπίστωση της ζημίας του κοινοτικού κλάδου παραγωγής προϋποθέτει την εκτίμηση πολύπλοκων οικονομικών καταστάσεων, ο δε δικαστικός έλεγχος της εκτιμήσεως αυτής πρέπει να περιορίζεται στην εξακρίβωση του αν τηρήθηκαν οι διαδικαστικοί κανόνες, του αν είναι ακριβείς οι διαπιστώσεις όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά, του αν υπήρξε πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως των περιστατικών αυτών ή κατάχρηση εξουσίας (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Ikea Wholesale, σκέψη 41 και παρατιθέμενη νομολογία). Τούτο ισχύει, μεταξύ άλλων, ως προς τη διαπίστωση των παραγόντων που προκαλούν ζημία στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής στο πλαίσιο διαδικασίας κατά επιδοτήσεων.
35 Κατά τη διαπίστωση της ζημίας, το Συμβούλιο και η Επιτροπή υποχρεούνται να εξετάζουν αν η ζημία που προτίθενται να λάβουν υπόψη πράγματι οφείλεται σε εισαγωγές που αποτέλεσαν αντικείμενο επιδοτήσεων και να αποκλείουν κάθε ζημία που προκύπτει από άλλους παράγοντες και ιδίως ζημία που οφείλεται σε ίδιες ενέργειες των κοινοτικών παραγωγών (βλ. απόφαση της 11ης Ιουνίου 1992, C‑358/89, Extramet Industrie κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1992, σ. I‑3813, σκέψη 16).
36 Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι, προς αντίκρουση της επιχειρηματολογίας της AGST ότι οι αντιρρήσεις των ινδών παραγωγών σχετικά με τη σύμπραξη προσαυξήσεως της τιμής του κράματος για πλατέα προϊόντα δεν εξετάσθηκαν από τα κοινοτικά όργανα, τα εν λόγω όργανα παρέπεμψαν, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, στην ενενηκοστή τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1599/1999, η οποία επιβεβαίωσε τα συμπεράσματα που εκτίθενται στην διακοσιοστή ένατη έως την διακοσιοστή δέκατη έκτη αιτιολογική σκέψη του προσωρινού κανονισμού, δεδομένου ότι κανένα από τα ενδιαφερόμενα μέρη δεν προέβαλε νέα επιχειρήματα όσον αφορά τις αντιρρήσεις των ινδών παραγωγών-εξαγωγέων, σύμφωνα με τις οποίες όλα τα στοιχεία που υπέβαλε ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής στο πλαίσιο της διαδικασίας κατά επιδοτήσεων διογκώθηκαν τεχνητά συνεπεία της ομοιόμορφης εφαρμογής του συστήματος της προσαυξήσεως της τιμής του κράματος.
37 Με τη διακοσιοστή δέκατη και διακοσιοστή ενδέκατη αιτιολογική σκέψη του προσωρινού κανονισμού επισημάνθηκε ότι η απόφαση με την οποία διαπιστώθηκε η αντίθετη προς τους κανόνες του ανταγωνισμού πρακτική της προσαυξήσεως της τιμής του κράματος αφορούσε τα πλατέα προϊόντα κατ’ αντιδιαστολή προς τα επιμήκη προϊόντα, στα οποία ανήκουν τα επίδικα στην υπόθεση της κύριας δίκης σύρματα από ανοξείδωτο χάλυβα. Ωστόσο, οι παραγωγοί-εξαγωγείς προέβαλαν ότι η υφιστάμενη αθέμιτη πρακτική για τα πλατέα προϊόντα θα είχε επίσης αποτελέσματα συνεργίας και μεταγενέστερες συνέπειες στα επιμήκη προϊόντα.
38 Συναφώς, με τη διακοσιοστή δωδέκατη αιτιολογική σκέψη του προσωρινού κανονισμού, η Επιτροπή, προς αντίκρουση της επιχειρηματολογίας αυτής των παραγωγών-εξαγωγέων, προέβαλε ότι τα σύρματα από ανοξείδωτο χάλυβα δεν παράγονται, για τεχνικούς λόγους, από πλατέα προϊόντα και ότι, ως εκ τούτου, ήταν αμφίβολο ότι η εναρμονισμένη πρακτική που διαπιστώθηκε για τα πλατέα προϊόντα θα είχε μεταγενέστερες συνέπειες στα σύρματα από ανοξείδωτο χάλυβα. Πρόσθεσε ότι οι παραγωγοί πλατέων προϊόντων και επιμήκων προϊόντων δεν είναι οι ίδιοι και ότι οι δεύτεροι είναι περισσότεροι από τους πρώτους.
39 Από τις αιτιολογικές αυτές σκέψεις προκύπτει ότι, αντίθετα προς όσα υποστηρίζει η AGST, τα κοινοτικά όργανα εξέτασαν, σε συμφωνία με την επιταγή του βασικού κανονισμού περί αποκλεισμού κάθε ζημίας που προκύπτει από άλλους παράγοντες πλην των εισαγωγών που αποτέλεσαν αντικείμενο επιδοτήσεων, κατά πόσον τα στοιχεία που υπέβαλε ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής στο πλαίσιο της διαδικασίας κατά επιδοτήσεων μπορούσαν να επηρεασθούν από την εναρμονισμένη εφαρμογή του συστήματος προσαυξήσεως της τιμής του κράματος από τους παραγωγούς πλατέων προϊόντων.
40 Προς στήριξη των επιχειρημάτων της, η AGST βεβαιώνει ότι η διακοσιοστή ένατη έως διακοσιοστή δέκατη έκτη αιτιολογική σκέψη του προσωρινού κανονισμού, σύμφωνα με τις οποίες η Επιτροπή απέρριψε τις αντιρρήσεις των ινδών παραγωγών σχετικά με την ύπαρξη συμπράξεως προσαυξήσεως της τιμής του κράματος, αντιστοιχούν, συνολικά, στην τεσσαρακοστή τρίτη, τεσσαρακοστή έκτη και τεσσαρακοστή έβδομη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2450/98, ως προς τις οποίες το Πρωτοδικείο έκρινε, με την προπαρατεθείσα απόφαση Mukand κ.λπ. κατά Συμβουλίου, ότι περιείχαν πρόδηλα σφάλματα εκτιμήσεως.
41 Συναφώς, από τον φάκελο της υποθέσεως προκύπτει ότι οι κανονισμοί 1599/1999 και 2450/98 αφορούν προϊόντα από ανοξείδωτο χάλυβα που ανήκουν στην κατηγορία των επιμήκων προϊόντων. Επιπλέον, δεν αμφισβητείται ότι η προσαύξηση της τιμής του κράματος που εφαρμόσθηκε στα σύρματα από ανοξείδωτο χάλυβα είχε καθοριστεί από τους παραγωγούς ράβδων από χάλυβα κατά τον ίδιο τρόπο, με πολλαπλασιασμό της προσαυξήσεως της τιμής του κράματος που εφαρμόζεται στα πλατέα προϊόντα χάλυβα με συντελεστή 1,35.
42 Έτσι, τίθεται το ερώτημα αν η αντίθετη προς τους κανόνες του ανταγωνισμού συμπεριφορά των παραγωγών πλατέων προϊόντων χάλυβα, που συνδέεται με την ομοιόμορφη εφαρμογή της συμπράξεως προσαυξήσεως της τιμής του κράματος, συνιστούσε, για τον τομέα των συρμάτων από ανοξείδωτο χάλυβα, γνωστό παράγοντα κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 7, του βασικού κανονισμού.
43 Στο πλαίσιο αυτό, η προπαρατεθείσα απόφαση του Πρωτοδικείου Mukand κ.λπ. κατά Συμβουλίου, την οποία επικαλείται η AGST, αφορά τον αντίθετο προς τους κανόνες του ανταγωνισμού καθορισμό του ύψους της προσαυξήσεως της τιμής του κράματος που εφαρμοζόταν από τους κοινοτικούς παραγωγούς στα πλατέα προϊόντα από ανοξείδωτο χάλυβα, ο οποίος είχε επηρεάσει σημαντικά τις τιμές των ράβδων από χάλυβα και είχε προκαλέσει την τεχνητή αύξησή τους, καθιστώντας συνεπώς τις τιμές αυτές μη αξιόπιστες για τη διαπίστωση της ζημίας που υπέστη ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής.
44 Με την απόφαση αυτή, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι, αν και δεν αποδείχθηκε ότι οι τελικές τιμές πώλησης των ράβδων ανοξείδωτου χάλυβα είχαν καθοριστεί με εναρμονισμένες αποφάσεις των κοινοτικών παραγωγών, τα κοινοτικά όργανα, μη λαμβάνοντας υπόψη την ενιαία και πάγια βιομηχανική πρακτική των κοινοτικών παραγωγών ράβδων ανοξείδωτου χάλυβα, της οποίας το αντικειμενικό αποτέλεσμα ήταν η αυτόματη μετακύλιση, στις αγορές των προϊόντων αυτών, των τεχνητών αυξήσεων τιμών που επιτυγχάνονταν χάρη στην εναρμόνιση μεταξύ των παραγωγών πλατέων προϊόντων, δεν έλαβαν υπόψη ένα γνωστό παράγοντα, διαφορετικό από τις επιδοτούμενες εισαγωγές, ο οποίος θα μπορούσε να προκαλέσει κατά τον ίδιο χρόνο ζημία στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής.
45 Πρέπει επομένως να εξετασθεί αν η εναρμονισμένη εφαρμογή της προσαυξήσεως της τιμής του κράματος από τους παραγωγούς πλατέων προϊόντων, για την οποία το Πρωτοδικείο έκρινε με την προπαρατεθείσα απόφαση Mukand κ.λπ. κατά Συμβουλίου ότι μπορούσε να έχει σημαντική επίδραση στις τιμές του ανοξείδωτου χάλυβα σε ράβδους, μπορούσε να έχει τέτοια επίδραση και στις τιμές του σύρματος από ανοξείδωτο χάλυβα κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 7, του βασικού κανονισμού.
46 Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι τα κοινοτικά όργανα εξέθεσαν ότι η προσαύξηση της τιμής του κράματος για τα σύρματα από ανοξείδωτο χάλυβα είχε ήδη γίνει αντιληπτή ως στοιχείο της τελικής τιμής.
47 Σύμφωνα με τα όργανα αυτά, η προσαύξηση της τιμής του κράματος για τα σύρματα από ανοξείδωτο χάλυβα ανερχόταν, κατά την περίοδο έρευνας, σε ποσοστό κατά μέσον όρο κατώτερο του 5 % του σταθμισμένου μέσου όρου της καθαρής τιμής των προϊόντων αυτών. Έστω κι αν υποτεθεί ότι το ύψος της προσαυξήσεως της τιμής του κράματος επηρεάστηκε από την αντίθετη προς τους κανόνες του ανταγωνισμού συμπεριφορά των παραγωγών πλατέων προϊόντων, το αποτέλεσμα της τεχνητής αυξήσεως της προσαυξήσεως της τιμής του κράματος επί του σταθμισμένου μέσου όρου των καθαρών τιμών των συρμάτων από ανοξείδωτο χάλυβα θα ήταν τόσο περιορισμένο ώστε να μη μπορεί να θέσει υπό αμφισβήτηση την αξιοπιστία των τιμών αυτών.
48 Η AGST προβάλλει ότι, εφόσον η προσαύξηση της τιμής του κράματος για τις ράβδους ανοξείδωτου χάλυβα αύξησε τεχνητά τις τιμές τους, δεδομένου ότι πολλαπλασιάστηκε με συντελεστή απόδοσης 1,35, αναπόφευκτα αύξησε τεχνητά την τιμή των συρμάτων από ανοξείδωτο χάλυβα. Συναφώς, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η AGST υποστήριξε ότι η προσαύξηση της τιμής του κράματος για τα σύρματα από ανοξείδωτο χάλυβα κατά την περίοδο έρευνας ανερχόταν, εν πάση περιπτώσει, σε ποσοστό μεγαλύτερο του 4 ή 5 % που παρουσίασε η Επιτροπή.
49 Οι παραγωγοί-εξαγωγείς επισήμαναν, κατά τη διοικητική διαδικασία, ότι οι κοινοτικοί παραγωγοί που εφάρμοσαν προσαύξηση της τιμής του κράματος επί των συρμάτων από χάλυβα καθόρισαν το ύψος της, όπως έπραξαν οι παραγωγοί ράβδων από χάλυβα, με πολλαπλασιασμό της προσαυξήσεως της τιμής του κράματος που εφαρμόσθηκε στα πλατέα προϊόντα χάλυβα με συντελεστή 1,35, το αντικειμενικό αποτέλεσμα του οποίου ήταν η αυτόματη μετακύλιση, στις αγορές των προϊόντων αυτών, των τεχνητών αυξήσεων τιμών που επετεύχθησαν χάρη στην εναρμόνιση μεταξύ των παραγωγών πλατέων προϊόντων.
50 Πάντως η AGST δεν παρέσχε κανένα στοιχείο, όσον αφορά την ομοιότητα της εξελίξεως της τιμής των πλατέων προϊόντων με εκείνη της τιμής των συρμάτων από ανοξείδωτο χάλυβα λόγω της ομοιόμορφης εφαρμογής του συντελεστή απόδοσης 1,35 από τους παραγωγούς συρμάτων επί της προσαυξήσεως της τιμής του κράματος που εφαρμόζεται στα πλατέα προϊόντα, δυνάμενο να καταδείξει ότι η αντίθετη προς τους κανόνες του ανταγωνισμού συμπεριφορά των παραγωγών πλατέων προϊόντων μπορούσε να έχει σημαντικό αντίκτυπο στο επίπεδο των τιμών των συρμάτων από ανοξείδωτο χάλυβα, ικανό να επιφέρει τεχνητή αύξηση των τιμών αυτών.
51 Στην υπόθεση της κύριας δίκης, τα κοινοτικά όργανα δεν παρέλειψαν να λάβουν υπόψη ένα γνωστό παράγοντα όπως το σύστημα εφαρμογής της προσαυξήσεως της τιμής του κράματος. Ειδικότερα, τα όργανα αυτά εξέτασαν τον παράγοντα της προσαυξήσεως της τιμής του κράματος και έκριναν ότι αποτελούσε μόνον ένα μικρό ποσοστό της τελικής τιμής. Υπό τις συνθήκες αυτές, εναπόκειται στους διαδίκους που επικαλούνται ότι ο κανονισμός είναι ανίσχυρος να προσκομίσουν αποδεικτικά στοιχεία ικανά να αποδείξουν ότι η εναρμονισμένη εφαρμογή της προσαυξήσεως της τιμής του κράματος από τους παραγωγούς πλατέων προϊόντων είχε τόσο σημαντική επίπτωση ώστε οι τελικές τιμές των συρμάτων από ανοξείδωτο χάλυβα δεν μπορούσαν πλέον να χρησιμοποιηθούν για να διαπιστωθεί η ύπαρξη ζημίας του κοινοτικού κλάδου παραγωγής καθώς και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της ζημίας αυτής και των επιδοτούμενων εισαγωγών.
52 Ο φάκελος της υποθέσεως δεν περιέχει κανένα στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι τα κοινοτικά όργανα υπέπεσαν σε πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως με το να βασιστούν, κατά τη διαπίστωση της ζημίας και της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ζημίας αυτής και των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο επιδοτήσεων, στην απουσία παραγόντων, εκτός των εισαγωγών αυτών, οι οποίοι, κατά την AGST, προκαλούσαν κατά τον ίδιο χρόνο ζημία στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής.
53 Η AGST στηρίχθηκε αποκλειστικά στην προπαρατεθείσα απόφαση του Πρωτοδικείου Mukand κ.λπ. κατά Συμβουλίου, για να προβάλει ότι τα συμπεράσματά του έπρεπε να ισχύσουν για τον κανονισμό 1599/1999, δεδομένου ότι τα σύρματα από ανοξείδωτο χάλυβα εμπίπτουν, όπως ακριβώς και οι ράβδοι ανοξείδωτου χάλυβα, στην κατηγορία των καλούμενων επιμήκων προϊόντων, καθώς και στην ομοιότητα του υπολογισμού της προσαυξήσεως της τιμής του κράματος για αμφότερα τα προϊόντα.
54 Κανένα στοιχείο δεν προσκομίστηκε ως προς το ότι η εναρμονισμένη εφαρμογή της προσαυξήσεως της τιμής του κράματος στα πλατέα προϊόντα οδήγησε σε αύξηση του γενικού επιπέδου των τιμών των συρμάτων από ανοξείδωτο χάλυβα τέτοια ώστε οι τελικές τιμές των τελευταίων αυτών προϊόντων δεν θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως αξιόπιστος δείκτης προκειμένου να υπολογιστεί η ζημία που υπέστη ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής λόγω των επιδοτούμενων εισαγωγών.
55 Από τα προεκτεθέντα συνάγεται ότι από την εξέταση του υποβληθέντος ερωτήματος δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να θίξει το κύρος του κανονισμού 1599/1999.
Επί των δικαστικών εξόδων
56 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τέταρτο τμήμα) αποφαίνεται:
Από την εξέταση του υποβληθέντος ερωτήματος δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να θίξει το κύρος του κανονισμού (ΕΚ) 1599/1999 του Συμβουλίου, της 12ης Ιουλίου 1999, για την επιβολή οριστικού αντισταθμιστικού δασμού και την οριστική είσπραξη του προσωρινού δασμού που επιβλήθηκε στις εισαγωγέςσυρμάτων από ανοξείδωτους χάλυβες με διάμετρο 1 mm ή μεγαλύτερη, καταγωγής Ινδίας, και για την περάτωση της διαδικασίας σχετικά με τις εισαγωγές ανοξείδωτου χάλυβα με διάμετρο 1 mm ή μεγαλύτερη, καταγωγής Δημοκρατίας της Κορέας.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy