Υπόθεση C-403/05
Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Προσφυγή ακυρώσεως — Απόφαση της Επιτροπής περί εγκρίσεως σχεδίου για την ασφάλεια των συνόρων των Φιλιππίνων — Απόφαση εκδοθείσα βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ) 443/92 — Εκτελεστικές αρμοδιότητες της Επιτροπής — Όρια»
Περίληψη της αποφάσεως
Συνεργασία για την ανάπτυξη — Χρηματοδοτική και τεχνική βοήθεια και οικονομική συνεργασία με τις αναπτυσσόμενες χώρες — Κανονισμός 443/92
(Άρθρο 202, τρίτη περίπτωση, ΕΚ· κανονισμός 443/92 του Συμβουλίου, άρθρα 1, 5, 6, 7, 8 και 15)
Στο πλαίσιο των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που αναθέτει το Συμβούλιο στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 202, τρίτη περίπτωση, ΕΚ, τα όρια των οποίων πρέπει να εκτιμώνται με γνώμονα τους ουσιώδεις γενικούς στόχους της οικείας ρυθμίσεως, η Επιτροπή έχει την εξουσία να θεσπίζει όλα τα αναγκαία ή πρόσφορα εκτελεστικά μέτρα για την εφαρμογή της βασικής ρυθμίσεως, αρκεί να μην αντίκεινται προς τη ρύθμιση αυτή.
Σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού 443/92, περί χρηματοδοτικής και τεχνικής βοήθειας καθώς και οικονομικής συνεργασίας με τις αναπτυσσόμενες χώρες της Λατινικής Αμερικής και της Ασίας, το Συμβούλιο ανέθεσε στην Επιτροπή τη διαχείριση της χρηματοδοτικής και τεχνικής βοήθειας, καθώς και της οικονομικής συνεργασίας με τις εν λόγω αναπτυσσόμενες χώρες. Στο πλαίσιο αυτής της εκτελεστικής αρμοδιότητας, η Επιτροπή εξέδωσε απόφαση περί εγκρίσεως σχεδίου για την ασφάλεια των συνόρων των Φιλιππίνων, προς βελτίωση της ασφάλειας και διαχειρίσεως των συνόρων αυτών, σύμφωνα με το ψήφισμα 1373 (2001) του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, το οποίο αποσκοπεί στην καταπολέμηση της τρομοκρατίας και της διεθνούς εγκληματικότητας.
Πάντως, ο κανονισμός 443/92 δεν προβλέπει ρητώς την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και της διεθνούς εγκληματικότητας. Εξάλλου, όσον αφορά το αν ένα τέτοιο σχέδιο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού, επειδή συμβάλλει στην ενίσχυση των θεσμικών πλαισίων της οικείας χώρας και ο συγκεκριμένος τομέας δράσεως εμπίπτει ρητώς τόσο στα άρθρα 5 και 6 του κανονισμού αυτού, περί χρηματοδοτικής και τεχνικής βοήθειας, όσο και στα άρθρα 7 και 8 του ίδιου κανονισμού, περί οικονομικής συνεργασίας, επιβάλλεται η διευκρίνιση ότι, όσον αφορά τη χρηματοδοτική και τεχνική βοήθεια, η υποστήριξη προς τα εθνικά θεσμικά όργανα των αναπτυσσομένων χωρών δεν συνιστά αυτοσκοπό, αλλά μέσο για την ενίσχυση της δυνατότητάς τους να διαχειρίζονται την πολιτική και τα σχέδια για την ανάπτυξη τομέων με ιδιαίτερη σημασία κατά τον κανονισμό, στους οποίους όμως δεν περιλαμβάνεται η καταπολέμηση της τρομοκρατίας και της διεθνούς εγκληματικότητας, καθώς και ότι η ενίσχυση των διοικητικών δυνατοτήτων στους τομείς της οικονομικής συνεργασίας πρέπει να σχετίζεται ευθέως με τον σκοπό του κανονισμού, ο οποίος συνίσταται στην ενίσχυση των επενδύσεων και της ανάπτυξης, πράγμα που δεν προκύπτει από κανένα στοιχείο της επίμαχης αποφάσεως.
Επομένως, ο στόχος της προσβαλλομένης αποφάσεως όσον αφορά την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και της διεθνούς εγκληματικότητας εκφεύγει του πλαισίου της πολιτικής της συνεργασίας για την ανάπτυξη στην οποία αποσκοπεί ο κανονισμός 443/92 και, ως εκ τούτου, η Επιτροπή υπερέβη τις εκτελεστικές αρμοδιότητες που της έχει αναθέσει το Συμβούλιο με το άρθρο 15 του εν λόγω κανονισμού.
(βλ. σκέψεις 51-53, 59-62, 66-68)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τμήμα μείζονος συνθέσεως)
της 23ης Οκτωβρίου 2007 (*)
«Προσφυγή ακυρώσεως – Απόφαση της Επιτροπής περί εγκρίσεως σχεδίου για την ασφάλεια των συνόρων των Φιλιππίνων – Απόφαση εκδοθείσα βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ) 443/92 – Εκτελεστικές αρμοδιότητες της Επιτροπής – Όρια»
Στην υπόθεση C‑403/05,
με αντικείμενο προσφυγή ακυρώσεως δυνάμει του άρθρου 230 ΕΚ, η οποία ασκήθηκε στις 16 Νοεμβρίου 2005,
Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, εκπροσωπούμενο αρχικώς από τον R. Passos, καθώς και από τις E. Waldherr και K. Lindahl, στη συνέχεια από τους δύο πρώτους και τον G. Mazzini, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγον,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τις C. Tufvesson και A. Bordes, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
υποστηριζόμενης από:
το Βασίλειο της Ισπανίας, εκπροσωπούμενο από τον J. M. Rodríguez Cárcamo, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
παρεμβαίνον,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τμήμα μείζονος συνθέσεως),
συγκείμενο από τους Β. Σκουρή, Πρόεδρο, P. Jann, C. W. A. Timmermans, A. Rosas, K. Lenaerts και R. Schintgen (εισηγητή), προέδρους τμήματος, A. Tizzano, J. N. Cunha Rodrigues, R. Silva de Lapuerta, J.-C. Bonichot, T. von Danwitz, A. Arabadjiev και C. Toader, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: J. Kokott
γραμματέας: M.-A. Gaudissart, προϊστάμενος τμήματος,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 20ής Μαρτίου 2007,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 22ας Μαΐου 2007,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με την προσφυγή του, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, περί εγκρίσεως σχεδίου για την ασφάλεια των συνόρων των Φιλιππίνων, χρηματοδοτούμενου από το κονδύλιο 19 10 02 του γενικού προϋπολογισμού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (Philippine Border Management Project, αριθ. ASIA/2004/016-924) (μη δημοσιευθείσα στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), η οποία εκδόθηκε προς εκτέλεση του κανονισμού (ΕΟΚ) 443/92 του Συμβουλίου της 25ης Φεβρουαρίου 1992, περί χρηματοδοτικής και τεχνικής βοήθειας καθώς και οικονομικής συνεργασίας με τις αναπτυσσόμενες χώρες της Λατινικής Αμερικής και της Ασίας (ΕΕ L 52, σ. 1), όπως έχει τροποποιηθεί με τον κανονισμό (ΕΚ) 807/2003 του Συμβουλίου, της 14ης Απριλίου 2003, περί προσαρμογής προς την απόφαση 1999/468/ΕΚ των διατάξεων των σχετικών με τις επιτροπές που επικουρούν την Επιτροπή στην άσκηση των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων της, οι οποίες προβλέπονται από πράξεις του Συμβουλίου που εκδόθηκαν σύμφωνα με τη διαδικασία διαβούλευσης (ομοφωνία) (ΕΕ L 122, σ. 36, στο εξής: κανονισμός 443/92), κατά το μέτρο που η Επιτροπή υπερέβη τις εκτελεστικές αρμοδιότητες που της απονέμει ο εν λόγω κανονισμός.
2 Η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε κατόπιν προτάσεως χρηματοδοτήσεως που υπέβαλε η Επιτροπή κατά τη συνεδρίαση της προβλεπόμενης από τον κανονισμό 443/92 κανονιστικής επιτροπής στις 17 και 18 Νοεμβρίου 2004. Δεδομένου ότι, κατά τη συνεδρίαση αυτή, ορισμένα κράτη μέλη διατύπωσαν επιφυλάξεις όσον αφορά την επιλεγείσα νομική βάση, η πρόταση υποβλήθηκε στην έγγραφη διαδικασία, η οποία περατώθηκε στις 7 Δεκεμβρίου 2004, με θετική γνώμη της εν λόγω επιτροπής, που αποφάσισε με ειδική πλειοψηφία.
3 Η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε στις 21 Δεκεμβρίου 2004.
Το νομικό πλαίσιο
Ο κανονισμός 443/92
4 Κατά το άρθρο 1 του κανονισμού 443/92:
«Η Κοινότητα συνεχίζει και διευρύνει την κοινοτική συνεργασία με τις αναπτυσσόμενες χώρες της Λατινικής Αμερικής και της Ασίας, εφεξής καλούμενες “ΑΧ-ΛΑΑ”, οι οποίες δεν έχουν υπογράψει τη σύμβαση της Λομέ και δεν εμπίπτουν στην πολιτική συνεργασίας της Κοινότητας με τις τρίτες χώρες της Μεσογείου. Η συνεργασία αυτή, συμπληρωματική της βοήθειας των κρατών μελών, περιλαμβάνει τη χρηματοδοτική και τεχνική βοήθεια για την ανάπτυξη καθώς και την οικονομική συνεργασία. Σ’ αυτά τα πλαίσια, η Κοινότητα αποδίδει πρωταρχική σημασία στην προώθηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, στη στήριξη των διαδικασιών εκδημοκρατισμού καθώς και στη χρηστή, αποτελεσματική και δίκαιη κρατική διαχείριση, στην προστασία του περιβάλλοντος, στη φιλελευθεροποίηση των συναλλαγών και στην ενίσχυση της πολιτιστικής διάστασης, μέσω ενός αυξανόμενου διαλόγου για τα πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα με γνώμονα το αμοιβαίο συμφέρον.»
5 Κατά το άρθρο 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού αυτού, «οι κοινοτικές πολιτικές στον τομέα της ανάπτυξης και της συνεργασίας σκοπεύουν στην προώθηση του ανθρώπινου παράγοντα».
6 Το άρθρο 4 του κανονισμού 443/92 ορίζει:
«Η χρηματοδοτική και τεχνική βοήθεια απευθύνεται κυρίως στα φτωχότερα στρώματα του πληθυσμού και στις φτωχότερες χώρες των δύο περιοχών και επιδιώκει την υλοποίηση προγραμμάτων και σχεδίων σε τομείς όπου η κοινοτική βοήθεια μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο. Ειδικότερα, αναλαμβάνονται δράσεις σε τομείς στους οποίους είναι δυσχερής η αξιοποίηση των τοπικών οικονομικών πόρων και του ανθρώπινου δυναμικού, αλλά οι οποίοι έχουν στρατηγική σημασία είτε για την ανάπτυξη των χωρών αυτών είτε για το σύνολο της διεθνούς κοινότητας.»
7 Με το άρθρο 5 του κανονισμού αυτού διευκρινίζεται:
«Η χρηματοδοτική και τεχνική βοήθεια αποσκοπεί ιδιαίτερα στην ανάπτυξη του αγροτικού τομέα και στη βελτίωση του βαθμού επισιτιστικής ασφάλειας. […]
Η προστασία του περιβάλλοντος και των φυσικών πόρων καθώς και η συνεχής ανάπτυξη είναι μακροπρόθεσμες προτεραιότητες. […]
[…]
Ιδιαίτερη προσοχή αποδίδεται στις δράσεις για την καταπολέμηση των ναρκωτικών. Η συνεργασία της Κοινότητας με τις ΑΧ-ΛΑΑ για την ενθάρρυνση της καταπολέμησης των ναρκωτικών εντατικοποιείται βάσει διαλόγου εντασσομένου στο γενικότερο πλαίσιο της οικονομικής ανάπτυξης των χωρών παραγωγών και της συνεργασίας τους με την Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Η συνεργασία αυτή αφορά δράσεις που σχετίζονται τόσο με την ανθρωπιστική όσο και με την αναπτυξιακή βοήθεια.
Η ανθρώπινη διάσταση της ανάπτυξης είναι παρούσα σε όλους τους τομείς παρέμβασης, λόγω του ίδιου του στόχου αυτής της μορφής συνεργασίας.
Η πολιτιστική διάσταση της ανάπτυξης πρέπει να αποτελεί μόνιμο στόχο για όλες τις δραστηριότητες και προγράμματα με τα οποία συνδέεται η Κοινότητα.
Με την έννοια αυτή, η βοήθεια πρέπει να χορηγείται, μεταξύ άλλων, σε συγκεκριμένα σχέδια που αφορούν τον εκδημοκρατισμό, τη χρηστή, αποτελεσματική και δίκαιη δημόσια διοίκηση και τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Εξάλλου, πρέπει να καταβάλλεται μέριμνα ώστε οι αλλαγές που θεσπίζονται με τα σχέδια και τα προγράμματα να μην μεταβάλλουν επί τα χείρω την κατάσταση και το ρόλο των γυναικών, αλλά, αντιθέτως, να θεσπίζονται συγκεκριμένα μέτρα, ή και σχέδια, με σκοπό την αύξηση της ενεργού και ισότιμης συμμετοχής τους στις παραγωγικές διαδικασίες και στους καρπούς τους, στις κοινωνικές δραστηριότητες και στη λήψη αποφάσεων.
Ιδιαίτερα προσοχή αποδίδεται επίσης στην προστασία των παιδιών.
Πρέπει να αποδίδεται ιδιαίτερη προσοχή στις εθνικές μειονότητες, υπό μορφή δράσεων που αποσκοπούν στη βελτίωση των όρων διαβίωσής τους, και πάντοτε με σεβασμό των πολιτιστικών ιδιαιτεροτήτων τους.
Ιδιαίτερη προσοχή αποδίδεται στα δημογραφικά προβλήματα, και ιδιαίτερα στα σχετιζόμενα με την αύξηση του πληθυσμού.
Η κοινοτική βοήθεια για σχέδια και προγράμματα ανάπτυξης πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα μακροοικονομικά και τομεακά προβλήματα και να προωθεί ιδιαίτερα τις δράσεις, οι οποίες έχουν επιπτώσεις στη διάρθρωση της οικονομίας, στην ανάπτυξη των τομεακών πολιτικών και στην ανάπτυξη των θεσμών. […]
Τομέας δράσης ικανός να διαδραματίσει στρατηγικό ρόλο στη διαδικασία της ανάπτυξης είναι η υποστήριξη των εθνικών θεσμικών οργάνων των αναπτυσσομένων χωρών, με σκοπό τη βελτίωση της ικανότητάς τους να χειρίζονται την αναπτυξιακή πολιτική και τα σχετικά σχέδια. Σημαντικό στοιχείο, εν προκειμένω, είναι η ύπαρξη κατάλληλου διαλόγου μεταξύ των αναπτυσσομένων χωρών και της Κοινότητας.
[…]»
8 Κατά το άρθρο 6 του κανονισμού 443/92:
«Η χρηματοδοτική και τεχνική βοήθεια καλύπτει τις σχετικά πιο προηγμένες ΑΧ-ΛΑΑ, ιδίως στους ειδικούς τομείς και περιπτώσεις που αναφέρονται κατωτέρω:
– εκδημοκρατισμός και ανθρώπινα δικαιώματα,
– πρόληψη καταστροφών ή ανασυγκρότηση μετά από καταστροφές,
– καταπολέμηση των ναρκωτικών,
– περιβάλλον και φυσικοί πόροι,
– ενίσχυση των θεσμικών πλαισίων, ιδίως της δημόσιας διοίκησης,
– πειραματικά σχέδια υπέρ των ιδιαίτερα μειονεκτούντων στρωμάτων του πληθυσμού, ιδίως στα μεγάλα αστικά κέντρα,
– περιφερειακή συνεργασία και ενοποίηση, με ιδιαίτερη προσοχή στις δράσεις συνεργασίας και περιφερειακής ενοποίησης, στις οποίες μπορούν να συμμετέχουν τόσο φτωχές όσο και σχετικά προηγμένες χώρες.»
9 Το άρθρο 7 του κανονισμού αυτού ορίζει:
«Η οικονομική συνεργασία, η οποία λαμβάνει υπόψη το αμοιβαίο συμφέρον της Κοινότητας και των χωρών εταίρων, συμβάλλει στην ανάπτυξη των ΑΧ-ΛΑΑ, βοηθώντας τες να ενισχύσουν τα θεσμικά τους πλαίσια ώστε να δημιουργήσουν συνθήκες ευνοϊκότερες για τις επενδύσεις και την ανάπτυξη και να εκμεταλλευθούν, κατά τον καλύτερο τρόπο, τις προοπτικές που δημιουργούνται από την αύξηση των διεθνών συναλλαγών, συμπεριλαμβανομένης της ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς, και ενισχύοντας τη συμμετοχή φορέων, τεχνολογίας και τεχνογνωσίας όλων των κρατών μελών, ιδίως στον ιδιωτικό τομέα και στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Η οικονομική συνεργασία στοχεύει ιδιαιτέρως στη δημιουργία κλίματος εμπιστοσύνης, ενισχύοντας τις χώρες που εφαρμόζουν μακροοικονομικές και διαρθρωτικές πολιτικές με τις οποίες πραγματοποιείται άνοιγμα στις συναλλαγές και στις επενδύσεις και ευνοείται η μεταφορά τεχνολογίας, με εξασφάλιση ιδίως της προστασίας των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.»
10 Κατά το άρθρο 8 του εν λόγω κανονισμού, η οικονομική συνεργασία υλοποιείται, μεταξύ άλλων, στους εξής τρεις τομείς:
«1) Βελτίωση του επιστημονικού και τεχνολογικού δυναμικού και, γενικά, του οικονομικού, κοινωνικού και πολιτιστικού πλαισίου, μέσω δράσεων κατάρτισης και μεταφοράς τεχνογνωσίας. […]
2) Βελτίωση της θεσμικής υποστήριξης, η οποία πρέπει να συνοδεύεται από εντατικοποίηση του διαλόγου με τους εταίρους, με στόχο τη δημιουργία ευνοϊκότερου για την ανάπτυξη οικονομικού, νομοθετικού, κανονιστικού και κοινωνικού περιβάλλοντος.
3) Υποστήριξη των επιχειρήσεων, ιδίως μέσω δράσεων εμπορικής προώθησης, κατάρτισης και τεχνικής βοήθειας, μέσω της ανάπτυξης επαφών μεταξύ επιχειρήσεων και μέτρων που ευνοούν τη μεταξύ τους συνεργασία.
[…]»
11 Κατά το άρθρο 15 του κανονισμού 443/92:
«1. Η Επιτροπή εξασφαλίζει τη διαχείριση της χρηματοδοτικής και τεχνικής βοήθειας καθώς και της οικονομικής συνεργασίας.
2. Η Επιτροπή επικουρείται από μια επιτροπή.
3. Όταν γίνεται αναφορά στο παρόν άρθρο, εφαρμόζονται τα άρθρα 5 και 7 της απόφασης 1999/468/ΕΚ.
Η περίοδος που προβλέπεται στο άρθρο 5 παράγραφος 6 της απόφασης 1999/468/ΕΚ ορίζεται σε ένα μήνα.
[...]»
Η προσβαλλόμενη απόφαση
12 Η προσβαλλόμενη απόφαση έχει καταρτιστεί στα αγγλικά και περιέχει δύο άρθρα.
13 Το άρθρο 1, παράγραφος 1, αφορά την έγκριση του σχεδίου για τη διαχείριση των συνόρων των Φιλιππίνων (Philippine Border Management Project, στο εξής: σχέδιο), όπως περιγράφεται στο παράρτημα της εν λόγω αποφάσεως (στο εξής: περιγραφή του σχεδίου). Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, το ύψος της συνεισφοράς της Επιτροπής ορίζεται σε 4 900 000 ευρώ από το κονδύλιο 19 10 02 του γενικού προϋπολογισμού της Κοινότητας για το 2004.
14 Το άρθρο 2 της προσβαλλομένης αποφάσεως ρυθμίζει τα της εκτελέσεως της αποφάσεως και το χρονοδιάγραμμα των πληρωμών.
15 Σύμφωνα με το σημείο 3.2 της περιγραφής του σχεδίου, με τίτλο «Expected results and main activities», σκοπός του σχεδίου είναι η παροχή βοήθειας στις αρχές των Φιλιππίνων προς επίτευξη των εξής στόχων:
«1. Promotion of best international border management standards through review/validation of ongoing national policies and practices.
2. Intelligence information is efficiently shared among agencies involved in BM [border management] through a linked and secured IT system […] (analysing and processing the information).
3. Circulation of false identity documents is prevented through increased capacity to detect false documents and public awareness on the importance of holding correct identity documents.
4. Capacity of Border Management senior and technical staff is increased through appropriate training activities (gender and culturally-sensitive).»
16 Στην πρώτη αιτιολογική σκέψη της προσβαλλομένης αποφάσεως γίνεται μνεία των συμπερασμάτων του Συμβουλίου «Γενικών Υποθέσεων» της 22ας Ιουλίου 2002 και τονίζεται ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως στην παροχή βοήθειας προς τις τρίτες χώρες, εφόσον αυτές τηρούν τις υποχρεώσεις που υπέχουν από το ψήφισμα 1373 (2001) του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών της 28ης Σεπτεμβρίου 2001 (στο εξής: ψήφισμα 1373).
17 Στη δεύτερη αιτιολογική σκέψη της εν λόγω αποφάσεως γίνεται μνεία του αναθεωρημένου εγγράφου στρατηγικής ανά χώρα για το διάστημα 2002-2006 όσον αφορά τις Φιλιππίνες, καθώς και του ενδεικτικού εθνικού προγράμματος για το διάστημα 2002-2004 όσον αφορά το ίδιο κράτος, τα οποία δίδουν προτεραιότητα στα μέτρα καταπολέμησης της τρομοκρατίας. Κατά την ίδια αιτιολογική σκέψη, η Επιτροπή επικεντρώνει τη βοήθειά της για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας στη διαχείριση των συνόρων και, ειδικότερα, στη μετανάστευση, καθώς και στην καταπολέμηση της χρηματοδοτήσεως της τρομοκρατίας.
18 Σύμφωνα με την τρίτη αιτιολογική σκέψη της εν λόγω αποφάσεως «the overall objective of the proposed project is to assist in the implementation of the UNSCR 1373 (2001) in the fight against terrorism and international crime».
19 Κατά την τέταρτη αιτιολογική σκέψη, «the purpose of the project is to contribute to the efforts of the Government of the Republic of the Philippines to enhance border security and management in the Philippines in accordance with international norms and protocols».
Αιτήματα των διαδίκων
20 Το Κοινοβούλιο ζητεί από το Δικαστήριο:
– να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση,
– να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
21 Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
– να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη ή, σε κάθε περίπτωση, ως αβάσιμη,
– να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων κατά νόμο.
22 Με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 28ης Μαρτίου 2006, επιτράπηκε στο Βασίλειο της Ισπανίας να παρέμβει στην υπό κρίση υπόθεση προς στήριξη των αιτημάτων της Επιτροπής.
Επί του παραδεκτού της προσφυγής
Επιχειρήματα των διαδίκων
23 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η προσφυγή του Κοινοβουλίου είναι εκπρόθεσμη. Κατ’ αυτήν, το εν λόγω θεσμικό όργανο έλαβε γνώση της προσβαλλομένης αποφάσεως πριν αυτή κοινοποιηθεί επισήμως στις 9 Σεπτεμβρίου 2005, καθώς η απόφαση αυτή γνωστοποιήθηκε ανεπισήμως με έγγραφο που απέστειλε στις 12 Μαΐου 2005 η αντιπροσωπεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στη Μανίλα στη γραμματεία της αρμόδιας για την ανάπτυξη επιτροπής του Κοινοβουλίου, καθώς και με αλληλογραφία της 19ης Ιουλίου 2005 μεταξύ των μελών των νομικών υπηρεσιών των δύο θεσμικών οργάνων.
24 Το Κοινοβούλιο απαντά ότι η προθεσμία ασκήσεως προσφυγής με αίτημα την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία δεν δημοσιεύθηκε και δεν απευθύνεται στο Κοινοβούλιο, υπολογίζεται από την ημέρα κατά την οποία το Κοινοβούλιο έλαβε πλήρη γνώση, δηλαδή από την ημέρα της επίσημης παραλαβής αντιγράφου της αποφάσεως αυτής στις 9 Σεπτεμβρίου 2005. Το Κοινοβούλιο φρονεί ότι τα προηγούμενα έγγραφα δεν ήταν αρκετά σαφή, ώστε να γνωρίζει επακριβώς το περιεχόμενο και την αιτιολογία της εν λόγω αποφάσεως, η δε ανεπίσημη αλληλογραφία μεταξύ συναδέλφων των δύο θεσμικών οργάνων δεν υποκαθιστά τη γνωστοποίηση της προσβαλλομένης αποφάσεως.
25 Το Βασίλειο της Ισπανίας δεν υπέβαλε παρατηρήσεις σχετικά με το ζήτημα του παραδεκτού της προσφυγής.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
26 Κατά το άρθρο 230, πέμπτο εδάφιο, ΕΚ, οι προβλεπόμενες στο άρθρο αυτό προσφυγές ασκούνται εντός δύο μηνών, υπολογιζομένων, κατά περίπτωση, από τη δημοσίευση της πράξεως, την κοινοποίησή της στον προσφεύγοντα ή, ελλείψει δημοσιεύσεως ή κοινοποιήσεως, από την ημέρα κατά την οποία ο προσφεύγων έλαβε γνώση αυτής.
27 Κατά το άρθρο 254, παράγραφος 3, ΕΚ, οι οδηγίες και οι αποφάσεις, εκτός αυτών που, δυνάμει των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού, δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κοινοποιούνται στους αποδέκτες τους και αποκτούν ενέργεια με την κοινοποίησή τους.
28 Δεν αμφισβητείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα ούτε κοινοποιήθηκε στο Κοινοβούλιο και, επομένως, η προθεσμία των δύο μηνών υπολογίζεται, όσον αφορά αυτό το θεσμικό όργανο, από την ημέρα κατά την οποία αυτό έλαβε πλήρη γνώση της εν λόγω αποφάσεως.
29 Πρέπει, συνεπώς, να προσδιοριστεί η ημερομηνία κατά την οποία περιήλθε επακριβώς σε γνώση του Κοινοβουλίου το περιεχόμενο και η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως.
30 Καταρχάς, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι η Επιτροπή διαβίβασε στο Κοινοβούλιο στις 14 Δεκεμβρίου 2004 περίληψη των πρακτικών της συνεδριάσεως της από τον κανονισμό 443/92 προβλεπόμενης κανονιστικής επιτροπής στις 17 και 18 Νοεμβρίου 2004, απ’ όπου προκύπτει ότι η εν λόγω επιτροπή ανέβαλε τη διατύπωση γνώμης επί της προτάσεως της Επιτροπής σχετικά με το σχέδιο.
31 Με έγγραφες ερωτήσεις τους της 8ης και της 10ης Φεβρουαρίου 2005, δύο μέλη του Κοινοβουλίου ζήτησαν περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την τύχη της προτάσεως αυτής.
32 Με τις από 14 Μαρτίου και 22 Απριλίου 2005 έγγραφες απαντήσεις της, η Επιτροπή απλώς παρέθεσε την εξέλιξη της διαδικασίας εγκρίσεως της εν λόγω προτάσεως, επισήμανε ότι ο κανονισμός 443/92 αποτελεί τη νομική βάση της προσβαλλομένης αποφάσεως και επανέλαβε την τρίτη και την τέταρτη αιτιολογική σκέψη της αποφάσεως αυτής. Επιπλέον, με την έγγραφη απάντηση της 22ας Απριλίου 2005, η Επιτροπή αναφέρθηκε στο σχετικό με τις Φιλιππίνες έγγραφο στρατηγικής ανά χώρα για το διάστημα 2002-2006. Ωστόσο, κανένα από τα ως άνω έγγραφα δεν περιείχε αντίγραφο της προσβαλλομένης αποφάσεως ή της περιγραφής του σχεδίου.
33 Στις 22 Μαΐου 2005, το Κοινοβούλιο, καθώς δεν είχε ακόμη λάβει επακριβώς γνώση του περιεχομένου και της αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, ζήτησε από την Επιτροπή, διά της αρμόδιας για την ανάπτυξη επιτροπής, αντίγραφο της αποφάσεως αυτής.
34 Κατόπιν έγγραφης υπομνήσεως της 26ης Αυγούστου 2005, το Κοινοβούλιο έλαβε, εν τέλει, στις 9 Σεπτεμβρίου 2005, αντίγραφο της προσβαλλομένης αποφάσεως, χωρίς ημερομηνία και υπογραφή, καθώς και της περιγραφής του σχεδίου.
35 Πρέπει να προστεθεί ότι η Επιτροπή, ενώ ισχυρίζεται ότι απάντησε στο αίτημα του Κοινοβουλίου με έγγραφο της 22ας Ιουνίου 2005, εντούτοις δεν απέδειξε ότι το εν λόγω θεσμικό όργανο όντως έλαβε αντίγραφο της προσβαλλομένης αποφάσεως την ημερομηνία αυτή. Η ανεπίσημη αλληλογραφία μεταξύ των θεσμικών οργάνων, την οποία επικαλείται η Επιτροπή, δεν ασκεί επιρροή στο πλαίσιο αυτό. Εξάλλου, η Επιτροπή δεν αντέκρουσε τον ισχυρισμό του Κοινοβουλίου ότι οι πληροφορίες που δόθηκαν κατά τις εν λόγω ανεπίσημες επαφές δεν ήταν αρκούντως σαφείς, ώστε να μπορέσει το Κοινοβούλιο να μάθει επακριβώς το περιεχόμενο και την αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως.
36 Κατόπιν των προεκτεθέντων, διαπιστώνεται ότι το Κοινοβούλιο έλαβε επακριβώς γνώση του περιεχομένου και της αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως μόνον αφού η Επιτροπή του κοινοποίησε το πλήρες κείμενο της εν λόγω αποφάσεως στις 9 Σεπτεμβρίου 2005.
37 Κατά συνέπεια, η προθεσμία εντός της οποίας το Κοινοβούλιο μπορούσε να ασκήσει προσφυγή άρχισε στις 10 Σεπτεμβρίου 2005 και έληξε στις 20 Νοεμβρίου 2005, συνυπολογιζομένης της παρεκτάσεως αυτής λόγω αποστάσεως.
38 Δεδομένου ότι, εν προκειμένω, το δικόγραφο της προσφυγής κατατέθηκε στις 16 Νοεμβρίου 2005, η προσφυγή ασκήθηκε εμπρόθεσμα.
Επί της προσφυγής
Επιχειρήματα των διαδίκων
39 Προς στήριξη της προσφυγής του, το Κοινοβούλιο προβάλλει ένα μόνο λόγο ακυρώσεως, ο οποίος αντλείται από έλλειψη αρμοδιότητας της Επιτροπής να εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση. Συγκεκριμένα, η απόφαση αυτή, δεδομένου ότι υπαγορεύθηκε προδήλως από λόγους αναγόμενους στην καταπολέμηση της τρομοκρατίας και της διεθνούς εγκληματικότητας, εκφεύγει του πλαισίου του κανονισμού 443/92, ο οποίος αποτελεί τη νομική βάση της, και, ειδικότερα, των άρθρων 7 και 8 του κανονισμού αυτού περί οικονομικής συνεργασίας.
40 Το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 443/92 δεν μπορεί να διευρυνθεί με διασταλτική ερμηνεία, διότι η υπαγωγή σε αυτό της καταπολέμησης της τρομοκρατίας και της διεθνούς εγκληματικότητας προϋποθέτει τροποποίηση του κανονισμού. Το Κοινοβούλιο προβάλλει, συναφώς, ότι η Επιτροπή είχε υποβάλει πρόταση να υπαχθεί η καταπολέμηση της τρομοκρατίας στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού, αλλά η προσπάθεια αυτή δεν τελεσφόρησε.
41 Κατά το Κοινοβούλιο, μολονότι η ενίσχυση των θεσμικών πλαισίων αποτελεί μέρος της συνεργασίας για την ανάπτυξη, εντούτοις η διεθνής ασφάλεια και η καταπολέμηση της τρομοκρατίας δεν μπορεί να αποτελέσουν αναπόσπαστο μέρος της προβλεπόμενης στον κανονισμό 443/92 θεσμικής συνδρομής. Συγκεκριμένα, η υποστήριξη στον τομέα αυτόν δεν αποτελεί αυτοσκοπό, αλλά μέσο για τον περιορισμό της ένδειας και την επίτευξη των στόχων της πολιτικής της συνεργασίας για την ανάπτυξη. Σε κάθε περίπτωση, η καταπολέμηση της τρομοκρατίας δεν εμπίπτει στη γενική αρμοδιότητα της Κοινότητας.
42 Επικουρικώς, το Κοινοβούλιο, ως αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή, υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί λόγω της αναρμοδιότητας της Επιτροπής να αναλάβει τις αναγκαίες για τη χρηματοδότηση του επίμαχου σχεδίου δαπάνες. Αφενός, η ανάληψη των δαπανών αυτών έγινε χωρίς να εκδοθεί βασική πράξη που να επιτρέπει την πραγματοποίησή τους. Αφετέρου, πρόκειται για μη προσήκουσα χρήση πιστώσεων προοριζομένων για τη συνεργασία για την ανάπτυξη, κατά παράβαση της αρχής της ειδικότητας του προϋπολογισμού.
43 Η Επιτροπή υποστηρίζει, αντιθέτως, ότι η έλλειψη ρητής μνείας για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και της διεθνούς εγκληματικότητας στον κανονισμό 443/92 δεν σημαίνει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι παράνομη, όπως υποστηρίζει το Κοινοβούλιο. Συγκεκριμένα, η ανεπαρκής, ενδεχομένως, αιτιολογία της αποφάσεως αυτής δεν επηρεάζει το κύρος της. Κατά την Επιτροπή, πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ, αφενός, του στόχου της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο οποίος συνίσταται στην εφαρμογή του ψηφίσματος 1373, και, αφετέρου, του ειδικότερου σκοπού της, ο οποίος συνίσταται στην ενίσχυση των θεσμικών πλαισίων, όπως ρητώς προβλέπεται στα άρθρα 5 και 6 του κανονισμού 443/92, διά της παροχής συνδρομής στη διαχείριση των συνόρων.
44 Στόχος του σχεδίου που τίθεται σε εφαρμογή με την προσβαλλόμενη απόφαση είναι η καταπολέμηση όχι μόνον της τρομοκρατίας, αλλά και του εμπορίου ναρκωτικών και ανθρώπων. Επομένως, το σχέδιο έχει θετικές συνέπειες στον τομέα της εσωτερικής ασφάλειας, ιδίως στον τομέα του τουρισμού. Επιπλέον, κατά την Επιτροπή, το σχέδιο συμβάλλει στη δημιουργία ευνοϊκότερων συνθηκών για την οικονομική ανάπτυξη και τις επενδύσεις και, ως εκ τούτου, εμπίπτει και στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 7 και 8 του κανονισμού 443/92.
45 Επικαλούμενη το γενικό πλαίσιο και την εξέλιξη της πολιτικής για την ανάπτυξη κατά τα τελευταία έτη, η Επιτροπή προβάλλει ακόμη ότι η ενίσχυση των θεσμικών πλαισίων, ως απαραίτητη προϋπόθεση της σταθερής και διαρκούς ανάπτυξης, αποτελεί πλέον μέρος της κοινοτικής πολιτικής για την ανάπτυξη. Η διαπίστωση αυτή προκύπτει και από τα άρθρα 177 ΕΚ και 181 A ΕΚ, καθώς, σύμφωνα με το γράμμα των οικείων διατάξεων, επιτρέπεται η παροχή βοήθειας και σε τομείς ως προς τους οποίους δεν υπάρχει ρητή πρόβλεψη, όπως είναι, μεταξύ άλλων, η αποναρκοθέτηση ή ο παροπλισμός ελαφρών όπλων.
46 Η Επιτροπή, αν και δέχεται ότι δεν διαθέτει αυτοτελή αρμοδιότητα όσον αφορά την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, τονίζει εντούτοις ότι ο κανονισμός 443/92 αποτελεί το χρηματοδοτικό μέσο μιας συνολικής πολιτικής και, ως εκ τούτου, ο προσδιορισμός του πεδίου εφαρμογής του πρέπει να γίνεται κατά τρόπο ευέλικτο, λαμβανομένου υπόψη, μεταξύ άλλων, του γενικού πολιτικού πλαισίου.
47 Επικουρικώς, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, σύμφωνα με τη νομική βάση του κανονισμού 443/92, ήτοι το άρθρο 235 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 308 ΕΚ), ο εν λόγω κανονισμός πρέπει να ερμηνεύεται διασταλτικά.
48 Κατά το Βασίλειο της Ισπανίας, οι εκτελεστικές αρμοδιότητες της Επιτροπής πρέπει να καθορίζονται λαμβανομένης υπόψη της ευρείας εξουσίας εκτιμήσεως που, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, διαθέτουν τα κοινοτικά όργανα σε τομείς όπου απαιτούνται πολύπλοκες οικονομικές αναλύσεις. Υποστηρίζει, ειδικότερα, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 443/92, διότι, αφενός, συμβάλλει στην ενίσχυση της θεσμικής οργάνωσης του δικαιούχου κράτους, όπως ρητώς προβλέπει το άρθρο 8 του εν λόγω κανονισμού, και, αφετέρου, συμβάλλει στην οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη του κράτους, ενισχύοντας την εσωτερική ασφάλεια. Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται από το ότι οι στόχοι του κανονισμού 443/92 περιλαμβάνουν και δράσεις που αποσκοπούν στη βελτίωση της ασφάλειας, όπως είναι η καταπολέμηση των ναρκωτικών. Καθόσον η απαρίθμηση των στόχων του εν λόγω κανονισμού δεν είναι εξαντλητική, η ελαστική ερμηνεία του καθιστά δυνατή την προσαρμογή στην εξέλιξη της διεθνούς κοινωνίας, παρέχοντας τη δυνατότητα να περιληφθούν στους στόχους αυτούς η καταπολέμηση της τρομοκρατίας και η τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το ψήφισμα 1373, οι οποίες είναι αμφότερες συμβατές με τις δράσεις της κοινοτικής πολιτικής για την ανάπτυξη και την οικονομική συνεργασία.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
49 Πρέπει, καταρχάς, να υπομνηστεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, τα όργανα της Κοινότητας οφείλουν να ενεργούν μόνον εντός των ορίων των εξουσιών που τους απονέμει η Συνθήκη (βλ., επ’ αυτού, τις αποφάσεις της 13ης Δεκεμβρίου 2001, C‑93/00, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2001, σ. I‑10119, σκέψη 39, και της 14ης Απριλίου 2005, C‑110/03, Βέλγιο κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. I‑2801, σκέψη 57).
50 Κατά το άρθρο 202, τρίτη περίπτωση, ΕΚ, για την πραγματοποίηση των σκοπών της Συνθήκης και κατά τους όρους αυτής, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως αναθέτει στην Επιτροπή, με τις πράξεις που εκδίδει, αρμοδιότητες εκτέλεσης των κανόνων που θεσπίζει. Το Συμβούλιο μπορεί να υπαγάγει την άσκηση αυτών των αρμοδιοτήτων σε ορισμένους όρους, καθώς επίσης να διατηρήσει το δικαίωμα να ασκεί απευθείας εκτελεστικές αρμοδιότητες σε ειδικές περιπτώσεις.
51 Στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων αυτών, τα όρια των οποίων πρέπει να εκτιμώνται με γνώμονα τους ουσιώδεις γενικούς στόχους της οικείας ρυθμίσεως, η Επιτροπή έχει την εξουσία να θεσπίζει όλα τα αναγκαία ή πρόσφορα εκτελεστικά μέτρα για την εφαρμογή της βασικής ρυθμίσεως, αρκεί να μην αντίκεινται προς τη ρύθμιση αυτή (βλ., συναφώς, τις αποφάσεις της 17ης Οκτωβρίου 1995, C-478/93, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. Ι-3081, σκέψεις 30 και 31, καθώς και της 19ης Νοεμβρίου 1998, C‑159/96, Πορτογαλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. I‑7379, σκέψεις 40 και 41).
52 Εν προκειμένω, σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού 443/92, το Συμβούλιο ανέθεσε στην Επιτροπή τη διαχείριση της χρηματοδοτικής και τεχνικής βοήθειας, καθώς και της οικονομικής συνεργασίας με τις χώρες της Λατινικής Αμερικής και της Ασίας. Η Επιτροπή εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση στο πλαίσιο αυτής της εκτελεστικής αρμοδιότητας.
53 Όπως προκύπτει από την αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως, καθώς και από την περιγραφή του, σκοπός του σχεδίου είναι να συμβάλει στις προσπάθειες της Δημοκρατίας των Φιλιππίνων για βελτίωση της ασφάλειας και της διαχείρισης των συνόρων, σύμφωνα με το ψήφισμα 1373, το οποίο αποσκοπεί στην καταπολέμηση της τρομοκρατίας και της διεθνούς εγκληματικότητας.
54 Προς τούτο, το σχέδιο αποβλέπει στην υλοποίηση συγκεκριμένων μέτρων σε τέσσερις σχετικούς με τη διαχείριση των συνόρων τομείς, ήτοι στη βελτίωση των μεθόδων διαχείρισης, τη δημιουργία συστήματος πληροφορικής, τον έλεγχο των δελτίων ταυτότητας, καθώς και την εκπαίδευση του οικείου προσωπικού.
55 Επομένως, το Δικαστήριο, για να αποφανθεί επί της προσφυγής του Κοινοβουλίου, πρέπει να κρίνει αν ο στόχος της καταπολέμησης της τρομοκρατίας και της διεθνούς εγκληματικότητας, τον οποίον επιδιώκει η προσβαλλόμενη απόφαση, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 443/92.
56 Βεβαίως, τα άρθρα 177 ΕΚ έως 181 ΕΚ, τα οποία προστέθηκαν με τη Συνθήκη ΕΕ και αφορούν τη συνεργασία με τις αναπτυσσόμενες χώρες, σκοπούν όχι μόνον τη σταθερή και διαρκή οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη των χωρών αυτών, την αρμονική και προοδευτική ένταξή τους στη διεθνή οικονομία και την καταπολέμηση της ένδειας, αλλ’ επίσης την ανάπτυξη και την εδραίωση της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου, καθώς και τον σεβασμό των ανθρώπινων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών, και, παράλληλα, την τήρηση των δεσμεύσεων που έχουν αναληφθεί στο πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών και των άλλων διεθνών οργανισμών.
57 Επιπλέον, από την κοινή δήλωση του Συμβουλίου και των αντιπροσώπων των κυβερνήσεων των κρατών μελών συνελθόντων στα πλαίσια του Συμβουλίου, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Επιτροπής σχετικά με την αναπτυξιακή πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης «Η ευρωπαϊκή κοινή αντίληψη» (ΕΕ 2006, C 46, σ. 1), προκύπτει ότι δεν νοείται σταθερή και διαρκής ανάπτυξη και εξάλειψη της ένδειας χωρίς ειρήνη και ασφάλεια, καθώς και ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την επιδίωξη των στόχων της νέας κοινοτικής πολιτικής για την ανάπτυξη είναι η προαγωγή της δημοκρατίας και ο σεβασμός των δικαιωμάτων του ανθρώπου.
58 Επίσης, ο κοινοτικός νομοθέτης, όταν κατάργησε τον κανονισμό 443/92 με τον κανονισμό (ΕΚ) 1905/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2006, για τη θέσπιση μηχανισμού χρηματοδότησης της αναπτυξιακής συνεργασίας (ΕΕ L 378, σ. 41), αποφάσισε να ενισχύσει το πλαίσιο της πολιτικής για την ανάπτυξη, προκειμένου να βελτιωθεί η αποτελεσματικότητά της. Στο πλαίσιο αυτό, ο κανονισμός (ΕΚ) 1717/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Νοεμβρίου 2006, για τη θέσπιση μηχανισμού σταθερότητας (ΕΕ L 327, σ. 1), προβλέπει την παροχή κοινοτικής βοήθειας, συμπληρωματικής προς την εξωτερική, με σκοπό, μεταξύ άλλων, την πρόληψη των εύθραυστων πολιτειακών καταστάσεων στα οικεία κράτη. Σύμφωνα με την έκτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού αυτού, πρέπει να ληφθεί υπόψη η δήλωση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, της 25ης Μαρτίου 2004, για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, με την οποία ζητείται η ενσωμάτωση στα προγράμματα εξωτερικής βοήθειας των σχετικών με την καταπολέμηση της τρομοκρατίας στόχων. Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του ίδιου κανονισμού, στην Επιτροπή ανατίθεται εφεξής η διαχείριση της τεχνικής και χρηματοοικονομικής βοήθειας στον τομέα της ενισχύσεως των ικανοτήτων των αρχών που μετέχουν στην καταπολέμηση της τρομοκρατίας και του οργανωμένου εγκλήματος, με προτεραιότητα, μεταξύ άλλων, σε υποστηρικτικά μέτρα για την ανάπτυξη και ενίσχυση της αντιτρομοκρατικής, της τελωνειακής και της μεταναστευτικής νομοθεσίας.
59 Πάντως, δεν αμφισβητείται ότι ο κανονισμός 443/92 δεν προβλέπει ρητώς την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και της διεθνούς εγκληματικότητας. Πρέπει, επίσης, να τονιστεί ότι δεν ευδοκίμησε η πρόταση τροποποιήσεως του κανονισμού 443/92, την οποία υπέβαλε η Επιτροπή το 2002 (COM 2002/0340 τελικό, της 2ας Ιουλίου 2002), με αντικείμενο την υπαγωγή, μεταξύ άλλων, της καταπολέμησης της τρομοκρατίας στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού.
60 Ωστόσο, η Επιτροπή φρονεί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση νομίμως εκδόθηκε βάσει του κανονισμού 443/92, κατά το μέτρο που το σχέδιο συμβάλλει ευθέως στην ενίσχυση των θεσμικών πλαισίων της οικείας χώρας και ο συγκεκριμένος τομέας δράσεως εμπίπτει ρητώς τόσο στα άρθρα 5 και 6 του κανονισμού αυτού, περί χρηματοδοτικής και τεχνικής βοήθειας, όσο και στα άρθρα 7 και 8 του ίδιου κανονισμού, περί οικονομικής συνεργασίας.
61 Συναφώς, όσον αφορά τη χρηματοδοτική και τεχνική βοήθεια, από το άρθρο 5 του κανονισμού 443/92 προκύπτει ότι η υποστήριξη προς τα εθνικά θεσμικά όργανα των αναπτυσσομένων χωρών δεν συνιστά αυτοσκοπό, αλλά μέσο για την ενίσχυση της δυνατότητάς τους να διαχειρίζονται την πολιτική και τα σχέδια για την ανάπτυξη τομέων στους οποίους ο κανονισμός προσδίδει ιδιαίτερη σημασία, όπως είναι, μεταξύ άλλων, ο αγροτικός τομέας, η επισιτιστική ασφάλεια, η προστασία του περιβάλλοντος, η καταπολέμηση των ναρκωτικών, η πολιτιστική διάσταση της ανάπτυξης, η προστασία των παιδιών και τα δημογραφικά ζητήματα. Ωστόσο, η ενίσχυση των διοικητικών δυνατοτήτων των αρμοδίων για τη διαχείριση των συνόρων αρχών, με σκοπό την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και της διεθνούς εγκληματικότητας, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στους τομείς δράσης που προβλέπει ο εν λόγω κανονισμός.
62 Όσον αφορά το άρθρο 6 του κανονισμού 443/92, το ότι σκοπεί να επεκταθεί στις σχετικά πιο προηγμένες αναπτυσσόμενες χώρες η προβλεπόμενη στο άρθρο 5 χρηματοδοτική και τεχνική βοήθεια σε συγκεκριμένους τομείς και περιπτώσεις, ιδίως όσον αφορά την ενίσχυση των θεσμικών πλαισίων της δημόσιας διοίκησης, από το άρθρο 1, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού αυτού προκύπτει ότι η βοήθεια πρέπει συμβάλλει στην επίτευξη των στόχων που απαριθμεί η διάταξη αυτή. Κατά συνέπεια, όσον αφορά τη διαλαμβανόμενη στον κανονισμό χρηματοδοτική και τεχνική βοήθεια, η προβλεπόμενη στο άρθρο 6 του κανονισμού 443/92 ενίσχυση των θεσμικών πλαισίων επίσης δεν αποτελεί αυτοσκοπό.
63 Η Επιτροπή δεν μπορεί να επικαλείται ούτε το γεγονός ότι το σχέδιο αποσκοπεί στην ενίσχυση της εσωτερικής σταθερότητας και ασφάλειας της Δημοκρατίας των Φιλιππίνων.
64 Είναι αληθές ότι η διαχείριση των συνόρων συμβάλλει, καταρχήν, στην αύξηση της εσωτερικής σταθερότητας και ασφάλειας της ενδιαφερόμενης χώρας, καθόσον επιτρέπει τη βελτίωση των ελέγχων, ιδίως όσον αφορά το εμπόριο όπλων, ναρκωτικών και ανθρώπων, δραστηριότητες οι οποίες αποτελούν αναμφισβήτητα σοβαρά εμπόδια στην οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη. Επιβάλλεται, όμως, η διαπίστωση ότι ο κανονισμός 443/92 όχι μόνο δεν μνημονεύει καθόλου την εσωτερική σταθερότητα και ασφάλεια, αλλ’ επίσης δεν περιέχει καμία ένδειξη από την οποία να συνάγεται ότι επιδιώκει εμμέσως τους στόχους αυτούς και, πάντως, σύμφωνα με την έβδομη αιτιολογική σκέψη, ως νέες προτεραιότητες ορίζει, μεταξύ άλλων, το περιβάλλον, την ανθρώπινη διάσταση της ανάπτυξης και την οικονομική συνεργασία σε πνεύμα αμοιβαίου συμφέροντος.
65 Αντιθέτως προς ό,τι ισχυρίζεται η Επιτροπή, μικρή σημασία έχει το ότι βάσει του κανονισμού 443/92 έχουν εκδοθεί αποφάσεις ανάλογες προς την προσβαλλόμενη ούτε το ότι η εν λόγω απόφαση αφορά τομείς, όπως η καταπολέμηση των ναρκωτικών, των οποίων οι συνέπειες όσον αφορά την εσωτερική σταθερότητα και ασφάλεια της ενδιαφερόμενης χώρας είναι παρόμοιες με αυτές της καταπολέμησης της τρομοκρατίας και της διεθνούς εγκληματικότητας. Συγκεκριμένα, αφενός, η εκτίμηση των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων της Επιτροπής πρέπει να γίνεται λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών στοιχείων της κάθε αποφάσεως, τα οποία, εν προκειμένω, δεν δικαιολογούν την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως βάσει των άρθρων 5 και 6 του κανονισμού 443/92 και, αφετέρου, αντιθέτως προς την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και της διεθνούς εγκληματικότητας, η καταπολέμηση των ναρκωτικών προβλέπεται ρητώς στα άρθρα 5 και 6 του εν λόγω κανονισμού.
66 Όσον αφορά την ενίσχυση των θεσμικών πλαισίων στον τομέα της οικονομικής συνεργασίας, την οποία επικαλείται η Επιτροπή, από τα άρθρα 7 και 8 του κανονισμού 443/92 προκύπτει ότι η οικονομική συνεργασία πρέπει να συμβάλλει ώστε το οικονομικό, νομοθετικό, κανονιστικό και κοινωνικό περιβάλλον να καθίσταται ευνοϊκότερο για τις επενδύσεις και την ανάπτυξη. Κατά το μέτρο που οποιαδήποτε δράση συνεργασίας, έστω και λόγω της χρηματοδοτήσεως που απαιτεί, μπορεί, καταρχήν, να έχει συνέπειες στην οικονομική κατάσταση της κάθε χώρας, ένα σχέδιο στον τομέα της ενισχύσεως των θεσμικών πλαισίων, για να είναι επιλέξιμο βάσει της οικονομικής συνεργασίας, πρέπει να σχετίζεται άμεσα με τον σκοπό της ενισχύσεως των επενδύσεων και της ανάπτυξης.
67 Ωστόσο, εν προκειμένω, όπως τονίζει η γενική εισαγγελέας στα σημεία 101 και 102 των προτάσεών της, από κανένα στοιχείο της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν προκύπτει ότι ο επιδιωκόμενος με το σχέδιο στόχος όντως συμβάλλει στο να καταστεί το περιβάλλον πιο ευνοϊκό για τις επενδύσεις και την οικονομική ανάπτυξη.
68 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι ο στόχος της προσβαλλομένης αποφάσεως όσον αφορά την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και της διεθνούς εγκληματικότητας εκφεύγει του πλαισίου της πολιτικής της συνεργασίας για την ανάπτυξη στην οποία αποσκοπεί ο κανονισμός 443/92 και, ως εκ τούτου, η Επιτροπή υπερέβη τις εκτελεστικές αρμοδιότητες που της έχει αναθέσει το Συμβούλιο με το άρθρο 15 του εν λόγω κανονισμού.
69 Επομένως, η προσβαλλομένη απόφαση πρέπει, για τον λόγο αυτό, να ακυρωθεί.
70 Υπό τις συνθήκες αυτές, παρέλκει η εξέταση του επιχειρήματος που προβάλλει το Κοινοβούλιο με το υπόμνημα απαντήσεως, περί αναρμοδιότητας της Επιτροπής να αναλάβει τις αναγκαίες για τη χρηματοδότηση του σχεδίου δαπάνες.
Επί των δικαστικών εξόδων
71 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι το Κοινοβούλιο έχει υποβάλει σχετικό αίτημα και η Επιτροπή ηττήθηκε, πρέπει αυτή να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 4, του κανονισμού αυτού, το Βασίλειο της Ισπανίας φέρει τα δικαστικά έξοδά του.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τμήμα μείζονος συνθέσεως) αποφασίζει:
1) Ακυρώνει την απόφαση της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων περί εγκρίσεως σχεδίου για την ασφάλεια των συνόρων των Φιλιππίνων, χρηματοδοτούμενου από το κονδύλιο 19 10 02 του γενικού προϋπολογισμού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (Philippine Border Management Project, αριθ. ASIA/2004/016-924).
2) Καταδικάζει την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στα δικαστικά έξοδα.
3) Το Βασίλειο της Ισπανίας φέρει τα δικά του δικαστικά έξοδα.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy