Υπόθεση C-461/05
Ευρωπαϊκή Επιτροπή
κατά
Βασιλείου της Δανίας
«Παράβαση κράτους μέλους – Αδασμολόγητη εισαγωγή στρατιωτικού εξοπλισμού»
Περίληψη της αποφάσεως
1. Κοινοτικό δίκαιο – Πεδίο εφαρμογής – Δεν υφίσταται γενική επιφύλαξη υπέρ της εξαιρέσεως των μέτρων που λαμβάνονται για λόγους δημόσιας ασφάλειας
(Άρθρα 30 ΕΚ, 39 ΕΚ, 46 ΕΚ, 58 ΕΚ, 64 ΕΚ, 296 ΕΚ και 297 ΕΚ)
2. Ίδιοι πόροι των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων – Βεβαίωση και διάθεση από τα κράτη μέλη – Αδασμολόγητη εισαγωγή στρατιωτικού εξοπλισμού από κράτος μέλος
(Κανονισμοί του Συμβουλίου 1552/89, όπως έχει τροποποιηθεί από τον κανονισμό 1355/96, άρθρο 2 και 9 έως 11, και 1150/2000, άρθρο 2 και 9 έως 11)
1. Μολονότι εναπόκειται στα κράτη μέλη να θεσπίσουν τα κατάλληλα μέτρα για την προάσπιση της εσωτερικής και εξωτερικής τους ασφάλειας, ωστόσο αυτό δεν σημαίνει ότι τα μέτρα αυτά διαφεύγουν πλήρως της εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου. Η Συνθήκη προβλέπει τη δυνατότητα παρεκκλίσεων σε περίπτωση καταστάσεων ικανών να απειλήσουν τη δημόσια ασφάλεια μόνο στα άρθρα 30 ΕΚ, 39 ΕΚ, 46 ΕΚ, 58 ΕΚ, 64 ΕΚ, 296 ΕΚ και 297 ΕΚ, τα οποία αφορούν εξαιρετικές και σαφώς προσδιορισμένες περιπτώσεις. Δεν μπορεί να συναχθεί από τα άρθρα αυτά η ύπαρξη γενικής και εγγενούς στη Συνθήκη επιφυλάξεως που εξαιρεί από το πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου όλα τα μέτρα που λαμβάνονται για τη δημόσια ασφάλεια. H αναγνώριση της ύπαρξης γενικής επιφύλαξης, εκτός των συγκεκριμένων προϋποθέσεων που θέτουν οι διατάξεις της Συνθήκης, θα μπορούσε να θίξει τον δεσμευτικό χαρακτήρα και την ομοιόμορφη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου.
Εξάλλου, οι εξαιρέσεις που προβλέπονται στα άρθρα 296 ΕΚ και 297 ΕΚ πρέπει, όπως ισχύει για τις εξαιρέσεις από τις θεμελιώδεις ελευθερίες να ερμηνεύονται συσταλτικώς. Όσον αφορά, ειδικότερα, το άρθρο 296 ΕΚ, μολονότι το άρθρο αυτό παραθέτει τα μέτρα που μπορεί να κρίνει αναγκαία το κράτος μέλος για την προστασία των ουσιωδών συμφερόντων ασφαλείας του ή τις πληροφορίες τη δημοσιοποίηση των οποίων θεωρεί αντίθετη προς τα συμφέροντα αυτά, τούτο δεν μπορεί, ωστόσο, να ερμηνεύεται κατά τρόπο παρέχοντα στα κράτη μέλη τη διακριτική ευχέρεια ν α παρεκκλίνουν από τις διατάξεις της Συνθήκης απλώς με αόριστη επίκληση των εν λόγω συμφερόντων. Κατά συνέπεια, εναπόκειται στο κράτος μέλος που επικαλείται το άρθρο 296 ΕΚ να αποδείξει την ανάγκη να γίνει χρήση της προβλεπόμενης από το άρθρο αυτό απαλλαγής προκειμένου να προστατευθούν τα ουσιώδη συμφέροντα ασφαλείας του.
(βλ. σκέψεις 51-53, 55)
2. Το κράτος μέλος που, αφενός, αρνήθηκε να υπολογίσει, να βεβαιώσει και να θέσει στη διάθεση της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ιδίους πόρους από την εισαγωγή στρατιωτικού εξοπλισμού κατά την περίοδο από 1ης Ιανουαρίου 1998 έως 31 Δεκεμβρίου 2002, και, αφετέρου, αρνήθηκε να καταβάλει τόκους υπερημερίας για τη μη απόδοση στην Επιτροπή των εν λόγω ιδίων πόρων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 2 και 9 έως 11 του κανονισμού 1552/89, για την εφαρμογή της απόφασης 88/376, για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων, όπως έχει τροποποιηθεί από τον κανονισμό 1355/96, καθώς και των ιδίων άρθρων του κανονισμού 1150/2000, για την εφαρμογή της απόφασης 94/728, για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων.
Συγκεκριμένα, δεν μπορεί να γίνει δεκτή η επίκληση από κράτος μέλος της ανατίμησης του στρατιωτικού εξοπλισμού λόγω της επιβολής δασμών στις εισαγωγές του εν λόγω υλικού από τρίτες χώρες προκειμένου το κράτος μέλος αυτό να αποφύγει, σε βάρος άλλων κρατών μελών τα οποία εισπράττουν και καταβάλλουν δασμούς για τις εισαγωγές αυτές, τις υποχρεώσεις που του επιβάλλει η αλληλέγγυα συνεισφορά στον κοινοτικό προϋπολογισμό.
(βλ. σκέψεις 56, 61 και διατακτ.)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τμήμα μείζονος συνθέσεως)
της 15ης Δεκεμβρίου 2009 (*)
«Παράβαση κράτους μέλους – Αδασμολόγητη εισαγωγή στρατιωτικού εξοπλισμού»
Στην υπόθεση C‑461/05,
με αντικείμενο προσφυγή του άρθρου 226 ΕΚ λόγω παραβάσεως, η οποία ασκήθηκε στις 23 Δεκεμβρίου 2005,
Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τη C. Cattabriga καθώς και από τους G. Wilms, Δ. Τριανταφύλλου και H. Støvlbæk, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Βασιλείου της Δανίας, εκπροσωπούμενου από τους J. Molde και J. Bering Liisberg καθώς και από την B. Weis Fogh,
καθού,
υποστηριζόμενου από
την Ελληνική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τις E.-Μ. Μαμούνα και Α. Σαμώνη-Ράντου καθώς και από τον K. Μπόσκοβιτς,
την Πορτογαλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τη C. Guerra Santos καθώς και από τους L. Inez Fernandes και J. Gomes,
τη Δημοκρατία της Φινλανδίας, εκπροσωπούμενη από τους E. Bygglin και A. Guimaraes-Purokoski, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
παρεμβαίνουσες,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τμήμα μείζονος συνθέσεως),
συγκείμενο από τους Β. Σκουρή, Πρόεδρο, A. Tizzano, J. N. Cunha Rodrigues, K. Lenaerts, E. Levits και τη C. Toader, προέδρους τμήματος, C. W. A. Timmermans, A. Borg Barthet (εισηγητή), M. Ilešič, J. Malenovský και U. Lõhmus, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: D. Ruiz-Jarabo Colomer
γραμματέας: M. Ferreira, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 25ης Νοεμβρίου 2008,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 10ης Φεβρουαρίου 2009,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με το δικόγραφο της προσφυγής της, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι το Βασίλειο της Δανίας, αρνούμενο να υπολογίσει και να καταβάλει, κατά την περίοδο από 1ης Ιανουαρίου 1998 έως 31 Δεκεμβρίου 2002, μη εισπραχθέντες ιδίους πόρους από την εισαγωγή στρατιωτικού εξοπλισμού με δασμολογική ατέλεια, καθώς και αρνούμενο να καταβάλει τόκους υπερημερίας για τη μη απόδοση των εν λόγω ιδίων πόρων στην Επιτροπή, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει, αντιστοίχως, από τα άρθρα 2 και 9 έως 11 του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ) 1552/89 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 1989, για την εφαρμογή της απόφασης 88/376/ΕΟΚ, Ευρατόμ για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων (ΕΕ L 155, σ. 1), όπως έχει τροποποιηθεί από τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) 1355/96 του Συμβουλίου, της 8ης Ιουλίου 1996 (ΕΕ L 175, σ. 3, στο εξής: κανονισμός 1552/89), μέχρι τις 31 Μαΐου 2000, καθώς και, από την ίδια αυτή ημερομηνία, τις υποχρεώσεις από τα ίδια ως άνω άρθρα του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 1150/2000 του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2000, για την εφαρμογή της απόφασης 94/728/ΕΚ, Ευρατόμ, για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων (ΕΕ L 130, σ. 1).
Το νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική νομοθεσία
2 Το άρθρο 2, παράγραφος 1, των αποφάσεων 88/376/ΕΟΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουνίου 1988, για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων (ΕΕ L 185, σ. 24), και 94/728/ΕΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 31ης Οκτωβρίου 1994, για το σύστημα των ιδίων πόρων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 293, σ. 9), προβλέπει:
«Συνιστούν ιδίους πόρους που εγγράφονται στον προϋπολογισμό των Κοινοτήτων τα έσοδα που προέρχονται από:
[…]
β) τους δασμούς του κοινού δασμολογίου και τους λοιπούς δασμούς που θεσπίζονται ή θα θεσπιστούν από τα όργανα των Κοινοτήτων επί των συναλλαγών με χώρες μη μέλη και από τους δασμούς που επιβάλλονται στα προϊόντα τα οποία υπάγονται στη Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα·
[...]».
3 Το άρθρο 20 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 302, σ. 1, στο εξής: κοινοτικός τελωνειακός κώδικας), ορίζει:
«1. Οι δασμοί που καθίστανται απαιτητοί σε περίπτωση γένεσης τελωνειακής οφειλής βασίζονται στο δασμολόγιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
[…]
3. Το δασμολόγιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων περιλαμβάνει:
α) τη συνδυασμένη ονοματολογία των εμπορευμάτων·
[...]
γ) τους συντελεστές και τα άλλα στοιχεία είσπραξης που κανονικά εφαρμόζονται στα εμπορεύματα που καλύπτονται από τη συνδυασμένη ονοματολογία όσον αφορά:
– τους δασμούς
[…]
δ) τα προτιμησιακά δασμολογικά μέτρα που αποφασίζονται μονομερώς από την Κοινότητα υπέρ ορισμένων χωρών, ομάδων χωρών ή εδαφών·
ε) τα προτιμησιακά δασμολογικά μέτρα που αποφασίζονται μονομερώς από την Κοινότητα υπέρ ορισμένων χωρών, ομάδων χωρών ή εδαφών·
στ) τα αυτόνομα μέτρα αναστολής που προβλέπουν μειώσεις ή απαλλαγές από τους εισαγωγικούς δασμούς που επιβάλλονται σε ορισμένα εμπορεύματα·
ζ) τα άλλα δασμολογικά μέτρα που προβλέπονται από άλλες κοινοτικές ρυθμίσεις.
[...]»
4 Το άρθρο 217, παράγραφος 1, του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα ορίζει:
«Κάθε ποσό των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που προκύπτει από τελωνειακή οφειλή, που στο εξής καλείται “ποσό των δασμών”, υπολογίζεται από τις τελωνειακές αρχές μόλις αυτές διαθέτουν τα απαραίτητα στοιχεία και εγγράφεται από τις εν λόγω αρχές στα λογιστικά βιβλία ή σε οποιοδήποτε άλλο υπόθεμα επέχει θέση βιβλίων (βεβαίωση).
[...]»
5 Στο πλαίσιο της αποδόσεως στην Επιτροπή των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξέδωσε τον κανονισμό 1552/89, που είχε εφαρμογή κατά την υπό εξέταση περίοδο στην υπό κρίση υπόθεση μέχρι τις 30 Μαΐου 2000. Ο κανονισμός αυτός αντικαταστάθηκε από 31ης Μαΐου 2000 από τον κανονισμό 1150/2000 που κωδικοποιεί τον κανονισμό 1552/89 χωρίς να τροποποιεί το περιεχόμενό του.
6 Το άρθρο 2 του κανονισμού 1552/89 προβλέπει:
«1. Για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, η απαίτηση των Κοινοτήτων επί των ιδίων πόρων που προβλέπονται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ και β΄, της απόφασης 88/376/ΕΟΚ, Ευρατόμ θεωρείται βεβαιωθείσα άπαξ και πληρούνται οι όροι που προβλέπονται από την τελωνειακή νομοθεσία όσον αφορά τη λογιστική καταχώρηση του ποσού και την ανακοίνωσή του στον οφειλέτη.
1α. Η ημερομηνία που λαμβάνεται υπόψη για τη βεβαίωση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 είναι η ημερομηνία λογιστικής καταχώρησης που προβλέπεται από την τελωνειακή νομοθεσία.
[…]»
7 Το άρθρο 9, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού ορίζει:
«Σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 10, το ποσό των ιδίων πόρων πιστώνεται από κάθε κράτος μέλος στο λογαριασμό που έχει ανοιχθεί για το σκοπό αυτό στο όνομα της Επιτροπής στο Δημόσιο Ταμείο του ή στον οργανισμό που έχει ορίσει.
Δεν καταβάλλονται έξοδα για το λογαριασμό αυτό.»
8 Κατά το άρθρο 10, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού:
«Αφού αφαιρεθεί το 10 % του ποσού των ιδίων πόρων για έξοδα είσπραξης σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 3, της απόφασης 88/376/ΕΟΚ, Ευρατόμ, η εγγραφή των ιδίων πόρων που αναφέρονται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ και β΄, της απόφασης αυτής διενεργείται το αργότερο την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά τη 19η ημέρα του δεύτερου μήνα που ακολουθεί τον μήνα κατά τη διάρκεια του οποίου βεβαιώθηκε η απαίτηση βάσει του άρθρου 2 του παρόντος κανονισμού.
[...]»
9 Το άρθρο 11 του κανονισμού 1552/89 ορίζει:
«Κάθε καθυστέρηση στις εγγραφές του λογαριασμού που αναφέρεται στο άρθρο 9 παράγραφος 1 δημιουργεί, για το συγκεκριμένο κράτος μέλος, την υποχρέωση καταβολής τόκων με επιτόκιο ίσο προς το επιτόκιο που εφαρμόζεται κατά την ημέρα της λήξης στη χρηματαγορά του οικείου κράτους μέλους για τις βραχυπρόθεσμες χρηματοδοτήσεις, προσαυξημένο κατά 2 μονάδες. Το επιτόκιο αυτό αυξάνεται κατά 0,25 μονάδες κατά μήνα καθυστέρησης. Το αυξημένο κατ’ αυτό τον τρόπο επιτόκιο εφαρμόζεται για όλη την περίοδο υπερημερίας.»
10 Σύμφωνα με το άρθρο 22 του κανονισμού 1150/2000:
«Ο κανονισμός (ΕΟΚ, Ευρατόμ) 1552/89 καταργείται.
Οι αναφορές στον κανονισμό θεωρούνται ότι γίνονται στον παρόντα κανονισμό και διαβάζονται σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας που εμφαίνεται στο παράρτημα, μέρος Α.»
11 Έτσι, εκτός από το γεγονός ότι οι κανονισμοί 1552/89 και 1150/2000 παραπέμπουν ιδίως στην απόφαση 88/376 ο πρώτος και στην απόφαση 94/728 ο δεύτερος, τα άρθρα 2 και 9 έως 11 των κανονισμών αυτών είναι κατ’ ουσίαν όμοια.
12 Το ποσοστό του 10 % που αναφέρεται στο άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 1150/2000 αυξήθηκε σε 25 % με την απόφαση 2000/597/ΕΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2000, για το σύστημα των ιδίων πόρων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 253, σ. 42).
13 Η πρώτη αιτιολογική σκέψη της απόφασης αυτής ορίζει:
«Σύμφωνα με τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου που συνήλθε στο Βερολίνο στις 24 και 25 Μαρτίου 1999, προβλέπεται, μεταξύ άλλων, ότι το σύστημα ιδίων πόρων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων πρέπει να είναι δίκαιο, διαφανές, αποτελεσματικό και απλό και να βασίζεται σε κριτήρια που να εκφράζουν όσο το δυνατόν καλύτερα την ικανότητα συνεισφοράς κάθε κράτους μέλους.»
14 Ο κανονισμός (ΕΚ) 150/2003 του Συμβουλίου, της 21ης Ιανουαρίου 2003, σχετικά με την αναστολή δασμών που επιβάλλονται στις εισαγωγές ορισμένων όπλων και στρατιωτικού εξοπλισμού (ΕΕ L 25, σ. 1), που εκδόθηκε βάσει του άρθρου 26 ΕΚ, ορίζει με την πέμπτη αιτιολογική του σκέψη:
«Προκειμένου να ληφθεί υπόψη η προστασία του στρατιωτικού απορρήτου των κρατών μελών, είναι ανάγκη να καταρτισθούν συγκεκριμένες διοικητικές διαδικασίες για την παροχή του ωφελήματος της αναστολής των δασμών. Μια δήλωση της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους, για τις ένοπλες δυνάμεις του οποίου προορίζονται τα όπλα ή ο στρατιωτικός εξοπλισμός, η οποία θα μπορούσε επίσης να χρησιμεύσει ως τελωνειακή διασάφηση που απαιτεί ο τελωνειακός κώδικας, θα αποτελεί τη δέουσα εγγύηση ότι οι όροι αυτοί έχουν εκπληρωθεί. Η διασάφηση θα πρέπει να υποβάλλεται υπό τη μορφή πιστοποιητικού. Θα πρέπει να ορισθεί ο τύπος των εν λόγω πιστοποιητικών και να προβλεφθεί επίσης η χρήση τεχνικών επεξεργασίας δεδομένων για τη διασάφηση.»
15 Το άρθρο 1 του κανονισμού αυτού προβλέπει:
«Ο παρών κανονισμός καθορίζει τους όρους για την αυτόνομη αναστολή των εισαγωγικών δασμών επί ορισμένων όπλων και στρατιωτικού εξοπλισμού, που εισάγονται από τρίτες χώρες από τις αρχές που είναι αρμόδιες για τη στρατιωτική άμυνα των κρατών μελών ή για λογαριασμό των εν λόγω αρχών.»
16 Το άρθρο 3, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού ορίζει:
«Παρά την παράγραφο 1, για λόγους στρατιωτικού απορρήτου, το πιστοποιητικό και τα εισαγόμενα εμπορεύματα μπορούν να προσκομίζονται σε άλλες αρχές τις οποίες ορίζει προς τούτο το κράτος μέλος εισαγωγής. Στις περιπτώσεις αυτές, η αρμόδια αρχή η οποία εκδίδει το πιστοποιητικό, αποστέλλει στις τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους αυτού πριν από την 31η Ιανουαρίου και την 31η Ιουλίου εκάστου έτους συνοπτική έκθεση σχετικά με τις εισαγωγές αυτές. Η έκθεση καλύπτει περίοδο έξι μηνών αμέσως πριν από τον μήνα κατά τον οποίο υποβάλλεται η έκθεση και περιλαμβάνει τον αριθμό και την ημερομηνία έκδοσης των πιστοποιητικών, την ημερομηνία εισαγωγής και τη συνολική αξία και το μεικτό βάρος των προϊόντων που εισήχθησαν δυνάμει των πιστοποιητικών αυτών.»
17 Σύμφωνα με το άρθρό του 8, ο κανονισμός 150/2003 εφαρμόζεται από την 1η Ιανουαρίου 2003.
Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
18 Με έγγραφο οχλήσεως της 20ής Δεκεμβρίου 2001, που παρελήφθη την επόμενη ημέρα, η Επιτροπή προέβαλε ότι το Βασίλειο της Δανίας, απαλλάσσοντας από δασμούς τις εισαγωγές υλικού προοριζόμενου ειδικά για στρατιωτική χρήση, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπείχε από την κοινοτική νομοθεσία.
19 Με έγγραφο της 20ής Δεκεμβρίου 2001, η Επιτροπή κάλεσε το κράτος μέλος αυτό να υπολογίσει τα μη εισπραχθέντα ποσά για τις χρήσεις από το 1998 και μετά και να της τα καταβάλει πριν από τις 31 Μαρτίου 2002. Επισήμανε επίσης στις αρχές της Δανίας ότι οφείλονται τόκοι υπερημερίας από την ως άνω ημερομηνία, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 11 του κανονισμού 1150/2000.
20 Το Βασίλειο της Δανίας, με την από 27 Μαρτίου 2002 απάντησή του, υποστήριξε, επικαλούμενο το άρθρο 296 ΕΚ, το οποίο παρέχει στα κράτη μέλη ευρεία εξουσία εκτιμήσεως για να καθορίσουν τα μέτρα που κρίνουν αναγκαία για την προστασία των ουσιωδών συμφερόντων ασφαλείας τους, ότι δεν εισέπραττε δασμούς στις εισαγωγές υλικού προοριζόμενου ειδικά για στρατιωτική χρήση.
21 Με έγγραφο της 24ης Μαρτίου 2003, η Επιτροπή επανέλαβε το αρχικό αίτημά της όσον αφορά τις εισαγωγές υλικού προοριζόμενου ειδικά για στρατιωτική χρήση που πραγματοποιήθηκαν πριν από την 1η Ιανουαρίου 2003, δεδομένου ότι ο κανονισμός 150/2003 κάλυπτε την περίοδο μετά την ημερομηνία αυτή.
22 Με την από 7 Μαΐου 2003 απάντησή του, το Βασίλειο της Δανίας ενέμεινε στην άποψή του.
23 Με έγγραφο της 17ης Οκτωβρίου 2003, η Επιτροπή όχλησε εκ νέου το Βασίλειο της Δανίας να προβεί στους απαραίτητους υπολογισμούς για να προσδιορίσει το ποσό των ιδίων πόρων που δεν καταβλήθηκαν στην Κοινότητα λόγω της δασμολογικής απαλλαγής των εισαγωγών υλικού προοριζόμενου αποκλειστικά για στρατιωτική χρήση κατά τις χρήσεις 1998 έως 2002, να θέσει τους πόρους αυτούς στη διάθεση της Επιτροπής και να καταβάλει τους οφειλόμενους τόκους υπερημερίας, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 11 του κανονισμού 1150/2000.
24 Με την από 7 Ιανουαρίου 2004 απάντησή του, το Βασίλειο της Δανίας επανέλαβε την άποψή του σύμφωνα με την οποία το άρθρο 296, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, ΕΚ, του παρείχε το δικαίωμα να απαλλάξει από δασμούς την εισαγωγή στρατιωτικού εξοπλισμού προκειμένου να προστατεύσει ουσιώδη συμφέροντα που αφορούν την ασφάλειά του.
25 Η Επιτροπή, αφού έλαβε γνώση της απάντησης του Βασιλείου της Δανίας, εξέδωσε, στις 18 Οκτωβρίου 2004, αιτιολογημένη γνώμη, με την οποία κάλεσε το κράτος μέλος αυτό να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί προς τη γνώμη αυτή εντός προθεσμίας δύο μηνών από τη λήψη της. Το εν λόγω κράτος μέλος απάντησε στις 3 Μαρτίου 2005, επαναλαμβάνοντας και διευκρινίζοντας τις ανωτέρω απόψεις του.
26 Κατόπιν των παρασχεθέντων από το Βασίλειο της Δανίας στοιχείων, η Επιτροπή, θεωρώντας ότι το κράτος μέλος αυτό δεν συμμορφώθηκε προς την αιτιολογημένη γνώμη, άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
27 Με διάταξη της 5ης Μαΐου 2006, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου επέτρεψε την παρέμβαση της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Πορτογαλίας και της Δημοκρατίας της Φινλανδίας υπέρ του Βασιλείου του Δανίας.
Επί της προσφυγής
Επιχειρήματα των διαδίκων
28 Η Επιτροπή προβάλλει ότι εσφαλμένως αρνείται το Βασίλειο της Δανίας την καταβολή των δασμών επικαλούμενο το άρθρο 296 ΕΚ, δεδομένου ότι η είσπραξή τους δεν απειλεί τα ουσιώδη συμφέροντα ασφαλείας του κράτους μέλους αυτού.
29 Η Επιτροπή θεωρεί ότι τα μέτρα που θεσπίζουν απαλλαγές ή εξαιρέσεις, όπως το άρθρο 296 ΕΚ, πρέπει να ερμηνεύονται συσταλτικώς. Έτσι, το οικείο κράτος μέλος που υποστηρίζει την εφαρμογή του άρθρου αυτού πρέπει να αποδείξει ότι πληροί όλες τις προβλεπόμενες στο εν λόγω άρθρο προϋποθέσεις όταν προτίθεται να παρεκκλίνει από το άρθρο 20 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, στο οποίο περιλαμβάνεται η γενική αρχή της επιβολής δασμών, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 26 ΕΚ.
30 Η Επιτροπή θεωρεί επίσης ότι το γεγονός και μόνον ότι τα προϊόντα περιλαμβάνονται στον κατάλογο που θεσπίστηκε με την απόφαση 255/58 του Συμβουλίου, της 15ης Απριλίου 1958, ο οποίος καθορίζει τα προϊόντα επί των οποίων μπορεί να έχει εφαρμογή το άρθρο 296, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, ΕΚ, δεν αρκεί για την εφαρμογή της διάταξης αυτής, για την οποία πρέπει να πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που αυτή προβλέπει.
31 Η Επιτροπή υπογραμμίζει, επομένως, ότι το Βασίλειο της Δανίας φέρει το βάρος να προσκομίσει συγκεκριμένη και εμπεριστατωμένη απόδειξη για το ότι η επίμαχη στην υπό κρίση υπόθεση καταβολή των δασμών εισαγωγής απειλεί τα ουσιώδη συμφέροντα ασφαλείας του κράτους μέλους αυτού.
32 Η Επιτροπή επισημαίνει επίσης ότι το Βασίλειο της Δανίας δεν την ενημέρωσε για το ύψος των δασμών που εκτιμά ως οφειλόμενα, μολονότι τούτο αποτελεί προϋπόθεση για να μπορέσει να εξακριβώσει αν πληρούται ο όρος της αναγκαιότητας του άρθρου 296, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, ΕΚ. Επιπλέον, το Βασίλειο της Δανίας δεν αναφέρει ως προς τι διαφέρει η κατάστασή του από εκείνη άλλων κρατών μελών που έχουν εισπράξει τέτοιου είδους δασμούς.
33 Η Επιτροπή διευκρινίζει ακόμη ότι ο κανονισμός 150/2003 εφαρμόζεται από την 1η Ιανουαρίου 2003 και ότι, κατά τις σχετικές με την έκδοσή του συζητήσεις, η Επιτροπή δήλωσε ότι πρέπει να εισπράξει, για το παρελθόν, τους επίδικους δασμούς, οπότε από τον κανονισμό δεν μπορεί να συναχθεί καμία προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Εξάλλου, ο κανονισμός αυτός βασίζεται στο άρθρο 26 ΕΚ και όχι στο άρθρο 296 ΕΚ.
34 Όσον αφορά την υποχρέωση που αφορά το στρατιωτικό απόρρητο του άρθρου 296, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, ΕΚ, την οποία επίσης επικαλείται το Βασίλειο της Δανίας, η Επιτροπή θεωρεί ότι το επιχείρημα αυτό συγχέει το σημείο α΄ του άρθρου 296, παράγραφος 1, ΕΚ, το οποίο παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να μη δημοσιοποιούν ορισμένες πληροφορίες όταν τούτο αντιβαίνει στα ουσιώδη συμφέροντα ασφαλείας τους, και το σημείο β΄ της εν λόγω διάταξης, το οποίο επιτρέπει στα κράτη μέλη, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να λάβουν ορισμένα μέτρα που κρίνουν απαραίτητα για την προστασία των εν λόγω συμφερόντων.
35 Κατά την Επιτροπή, η αναστολή των δασμών που θεσπίστηκε με τον κανονισμό 150/2003 στον στρατιωτικό τομέα εκφράζει το γεγονός ότι είναι δυνατό να θεσπιστούν ειδικές διαδικασίες για την τελωνειακή μεταχείριση του στρατιωτικού εξοπλισμού, με ή χωρίς την καταβολή δασμών, και ότι οι τελωνειακές διαδικασίες για τον στρατιωτικό εξοπλισμό αποτελούν, επομένως, ζήτημα διαφορετικό από την καταβολή των δασμών. Επιπλέον, σύμφωνα με τον κοινοτικό τελωνειακό κώδικα, το Βασίλειο της Δανίας μπορούσε να οργανώσει την είσπραξη των δασμών με τρόπο που να διασφαλίζει την εμπιστευτικότητα των στοιχείων για τις εισαγωγές στρατιωτικού υλικού, αναθέτοντας σε ορισμένα τελωνειακά γραφεία ειδικές αρμοδιότητες για τον τομέα αυτόν.
36 Η Επιτροπή επισημαίνει, συναφώς, ότι η επίδικη μη καταβολή των δασμών από το Βασίλειο της Δανίας δημιουργεί ανισότητα μεταξύ των κρατών μελών σε σχέση με τις αντίστοιχες συνεισφορές τους στον κοινοτικό προϋπολογισμό. Συγκεκριμένα, η μη καταβολή έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση των παραδοσιακών κοινοτικών ιδίων πόρων, η οποία μπορεί να αντισταθμιστεί μόνο με αύξηση των εισφορών από την πηγή την καλούμενη «ΑΕΠ» (ακαθάριστο εθνικό προϊόν), οι οποίες βαρύνουν όλα τα κράτη μέλη.
37 Το Βασίλειο της Δανίας εκτιμά ότι, δυνάμει του άρθρου 296, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, ΕΚ, τα κράτη μέλη διαθέτουν ευρεία εξουσία εκτιμήσεως σχετικά με τα μέτρα που λαμβάνουν για την προστασία των ουσιωδών συμφερόντων ασφαλείας τους και αφορούν προϊόντα επί των οποίων έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του εν λόγω άρθρου 296, παράγραφος 1, στοιχείο β΄. Έτσι, το άρθρο 296, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, ΕΚ επιτρέπει στα κράτη μέλη να παρεκκλίνουν από το άρθρο 26 ΕΚ και από τον κοινοτικό τελωνειακό κώδικα σε περίπτωση εισαγωγών εξοπλισμού που προορίζεται αποκλειστικά για στρατιωτικούς σκοπούς και όταν σκοπός των εν λόγω εισαγωγών είναι η προστασία των ουσιωδών συμφερόντων ασφαλείας του οικείου κράτους μέλους, λαμβανομένης υπόψη της συγκεκριμένης κατάστασής του.
38 Το Βασίλειο της Δανίας έχει επίσης την άποψη ότι η έκδοση του κανονισμού 150/2003 επιβεβαίωσε την αναγκαιότητα σεβασμού των συμφερόντων ασφαλείας των κρατών μελών και δεν τροποποίησε την προγενέστερη νομοθεσία, αλλά διευκρίνισε την προϋπάρχουσα έννομη κατάσταση.
39 Το γεγονός ότι, πριν την έναρξη ισχύος του κανονισμού 150/2003, καμία κοινοτική διάταξη δεν παρείχε τη δυνατότητα στο κράτος μέλος να λάβει, εάν χρειαστεί, τα απαραίτητα μέτρα για την προάσπιση των ουσιωδών συμφερόντων ασφαλείας του κατά την εισαγωγή στρατιωτικού εξοπλισμού οδήγησε το Βασίλειο της Δανίας να θεωρήσει ότι τα συμφέροντα αυτά καλύπτονται από το άρθρο 296 ΕΚ, τόσο λόγω του γράμματος όσο και λόγω του σκοπού του εν λόγω άρθρου. Έτσι, το κράτος μέλος αυτό έκρινε ότι η μόνη επιλογή που διέθετε ήταν να προβλέψει, σε εθνικό επίπεδο, την απαλλαγή από δασμούς της εισαγωγής του εν λόγω εξοπλισμού βάσει του άρθρου 296 ΕΚ.
40 Το Βασίλειο της Δανίας εκτιμά ότι η είσπραξη δασμών κατά την εισαγωγή στρατιωτικού εξοπλισμού αποτελεί ενδεχομένως απειλή για τα ουσιώδη συμφέροντα ασφαλείας ενός κράτους μέλους. Πρώτον, η διαφύλαξη των συμφερόντων ασφαλείας ενός κράτους μέλους συνδέεται στενά με την αμυντική του ικανότητα, δεδομένου ότι η αγορά στρατιωτικού υλικού συμβάλλει αναγκαία στη διατήρησή της. Δεύτερον, δεδομένου ότι οι οικονομικοί πόροι ενός κράτους μέλους που προορίζονται για την άμυνα είναι περιορισμένοι, η ύπαρξη των εν λόγω δασμών στην εισαγωγή στρατιωτικού υλικού θα αύξανε κατά πολύ το κόστος του και θα αποτελούσε εμπόδιο στην ικανότητα του κράτους να το προμηθευτεί.
41 Κατά το Βασίλειο της Δανίας, από τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 150/2003 καθώς και από την υποβολή της πρότασης του κανονισμού αυτού προκύπτει σαφώς ότι η Επιτροπή αναγνώρισε ότι υφίσταται σχέση μεταξύ της είσπραξης δασμών κατά την εισαγωγή στρατιωτικού εξοπλισμού και των ουσιωδών συμφερόντων ασφαλείας των κρατών μελών. Υπό τις συνθήκες αυτές, το καθού θεωρεί ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να απαιτεί από τα κράτη μέλη να προσκομίσουν πρόσθετα στοιχεία για να αποδείξουν ότι η είσπραξη των δασμών αυτών συνιστά απειλή για τα ουσιώδη συμφέροντα ασφαλείας τους.
42 Το Βασίλειο της Δανίας υποστηρίζει ότι δεν μπορεί να εφαρμόσει την κοινοτική τελωνειακή διαδικασία στις επίδικες εισαγωγές στρατιωτικού εξοπλισμού χωρίς να διατρέχει τον κίνδυνο να δημοσιοποιήσει, εντός της Κοινότητας, ουσιώδεις πληροφορίες που αφορούν την ασφάλεια του εθνικού της εδάφους, δηλαδή, ιδίως, πληροφορίες ως προς τη φύση του εισαγόμενου εξοπλισμού, ως προς τη σύνθεσή του και τις δυνατότητες χρήσης του. Ως εκ τούτου, η υποχρέωση τήρησης εμπιστευτικότητας επί του θέματος εμποδίζει το Βασίλειο της Δανίας να δημοσιοποιήσει στην Επιτροπή τις πληροφορίες αυτές και η μονομερής παραβίαση της υποχρέωσης αυτής από το εν λόγω κράτος μέλος μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τη συνέχιση της συνεργασίας και των εμπορικών σχέσεων στον στρατιωτικό τομέα με ορισμένες τρίτες χώρες.
43 Το Βασίλειο της Δανίας εκτιμά ότι τα μέτρα εμπιστευτικότητας που προβλέπονται από τον κοινοτικό τελωνειακό κώδικα δεν πληρούν επαρκώς τις απαιτήσεις της ασφάλειας και εμπιστευτικότητας τις οποίες δικαιούται να θέσει το κράτος, όταν πρόκειται για πληροφορίες που αφορούν την ασφάλειά του. Υπό τις συνθήκες αυτές, το κράτος μέλος μπορεί να μην καταβάλει δασμούς επί των εισαγωγών στρατιωτικού εξοπλισμού, χωρίς ωστόσο να αποτελεί αυτό παράβαση των κοινοτικών υποχρεώσεών του.
44 Το Βασίλειο της Δανίας υποστηρίζει, επίσης, ότι τα κράτη μέλη έχουν την ευχέρεια να θεσπίσουν ειδικές διαδικασίες για την αδασμολόγητη εισαγωγή στρατιωτικού εξοπλισμού, με σκοπό το να εξασφαλιστεί απλώς ότι ο οικείος εξοπλισμός είναι όντως στρατιωτικής φύσεως, χωρίς να αποσκοπείται ο καθορισμός της δασμολογικής κατάταξης των επίμαχων προϊόντων ούτε του συντελεστή για τον υπολογισμό των εισαγωγικών δασμών από τρίτες χώρες. Το γεγονός ότι κατά την επεξεργασία του κανονισμού 150/2003 ήταν απαραίτητο να καθοριστεί η νομική βάση για την εισαγωγή μιας τέτοιας ειδικής διαδικασίας στον εν λόγω κανονισμό σημαίνει ότι η εξουσιοδότηση αυτή δεν υπήρχε στον κοινοτικό τελωνειακό κώδικα.
45 Το Βασίλειο της Δανίας υποστηρίζει ότι το γεγονός ότι ένα κράτος μέλος εξαιρεί από δασμούς τις εισαγωγές στρατιωτικού εξοπλισμού βάσει του άρθρου 296 ΕΚ δεν παραβιάζει κατ’ ανάγκη τις αρχές της κοινοτικής αλληλεγγύης και της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης.
46 Τέλος, το Βασίλειο της Δανίας εκτιμά ότι το γεγονός ότι η Επιτροπή είχε αποφασίσει, από το 1988, να υποβάλει πρόταση κανονισμού (ΕΟΚ) του Συμβουλίου, σχετικά με την προσωρινή αναστολή των δασμών επί ορισμένων όπλων και στρατιωτικού εξοπλισμού (ΕΕ C 265, σ. 9), αποδεικνύει ότι όχι μόνο δεν διαφωνούσε με τη λύση της δασμολογικής απαλλαγής, αλλά ότι, αντιθέτως, με την πρότασή της αποσαφήνιζε την κατάσταση του προγενέστερου νόμου.
47 Εξάλλου, πρέπει επίσης να επισημανθεί, κατά το κράτος μέλος αυτό, ότι το γεγονός ότι, αφενός, δεν πραγματοποιήθηκε καμία νέα διαπραγμάτευση για το θέμα αυτό μέχρι την έκδοση του κανονισμού 150/2003 και, αφετέρου, ότι η Επιτροπή παραιτήθηκε από τη συνέχιση των διαδικασιών λόγω παραβάσεως που είχε κινήσει εναντίον του κατά τα έτη 1984 και 1985 όσον αφορά τη μη είσπραξη δασμών για τις εισαγωγές από τρίτες χώρες υλικού προοριζόμενου για πολιτική και στρατιωτική χρήση, χωρίς να κινήσει μια τέτοια διαδικασία για την εισαγωγή εξοπλισμού προοριζόμενου ειδικώς για στρατιωτική χρήση, οδήγησε τις αρχές της Δανίας να θεωρήσουν ότι η Επιτροπή είχε αποδεχθεί ότι μπορούσε να υπάρξει απόκλιση στον εν λόγω τομέα.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
48 Ο κοινοτικός τελωνειακός κώδικας προβλέπει είσπραξη δασμών επί της εισαγωγής προϊόντων για στρατιωτική χρήση, όπως τα επίδικα, από τρίτες χώρες. Καμία διάταξη της κοινοτικής τελωνειακής νομοθεσίας δεν προέβλεπε για την περίοδο των επίδικων εισαγωγών, δηλαδή από την 1η Ιανουαρίου 1998 έως τις 31 Δεκεμβρίου 2002, ειδική απαλλαγή από τους δασμούς για την εισαγωγή αυτού του είδους προϊόντων. Επομένως, δεν υπήρχε επίσης, για την περίοδο αυτή, ρητή απαλλαγή από την υποχρέωση καταβολής στις αρμόδιες αρχές των οφειλομένων δασμών και των ενδεχόμενων τόκων υπερημερίας.
49 Εξάλλου, από το γεγονός ότι ο κανονισμός 150/2003 προέβλεψε την αναστολή δασμών στις εισαγωγές ορισμένων όπλων και στρατιωτικού εξοπλισμού από 1ης Ιανουαρίου 2003, συνάγεται ότι ο κοινοτικός νομοθέτης θεώρησε ως δεδομένο ότι η υποχρέωση καταβολής τέτοιων δασμών υφίστατο πριν από την ημερομηνία αυτή.
50 Το Βασίλειο της Δανίας ουδέποτε αρνήθηκε την ύπαρξη των επίμαχων εισαγωγών κατά την υπό εξέταση περίοδο. Το κράτος μέλος αυτό περιορίστηκε να αμφισβητήσει το δικαίωμα της Κοινότητας επί των εν λόγω ιδίων πόρων, ενώ παράλληλα υποστήριξε ότι, δυνάμει του άρθρου 296 ΕΚ, η υποχρέωση καταβολής δασμών επί του εισαγόμενου από τρίτες χώρες στρατιωτικού εξοπλισμού θα έβλαπτε σοβαρά ουσιώδη συμφέροντά της σε θέματα ασφάλειας.
51 Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, μολονότι εναπόκειται στα κράτη μέλη να θεσπίσουν τα κατάλληλα μέτρα για την προάσπιση της εσωτερικής και εξωτερικής τους ασφάλειας, εντούτοις αυτό δεν σημαίνει ότι τα μέτρα αυτά διαφεύγουν πλήρως της εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 26ης Οκτωβρίου 1999, C-273/97, Sirdar, Συλλογή 1999, σ. I-7403, σκέψη 15, και της 11ης Ιανουαρίου 2000, C-285/98, Kreil, Συλλογή 2000, σ. I-69, σκέψη 15). Συγκεκριμένα, όπως έχει αποφανθεί το Δικαστήριο, η Συνθήκη προβλέπει τη δυνατότητα ρητών παρεκκλίσεων σε περίπτωση καταστάσεων ικανών να απειλήσουν τη δημόσια ασφάλεια μόνο στα άρθρα 30 ΕΚ, 39 ΕΚ, 46 ΕΚ, 58 ΕΚ, 64 ΕΚ, 296 ΕΚ και 297 ΕΚ, τα οποία αφορούν εξαιρετικές και σαφώς προσδιορισμένες περιπτώσεις. Δεν μπορεί να συναχθεί από τα άρθρα αυτά η ύπαρξη γενικής και εγγενούς στη Συνθήκη επιφυλάξεως που εξαιρεί από το πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου όλα τα μέτρα που λαμβάνονται για τη δημόσια ασφάλεια. H αναγνώριση της ύπαρξης γενικής επιφύλαξης, εκτός των συγκεκριμένων προϋποθέσεων που θέτουν οι διατάξεις της Συνθήκης, θα μπορούσε να θίξει τον δεσμευτικό χαρακτήρα και την ομοιόμορφη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου (βλ., συναφώς, απόφαση της 11ης Μαρτίου 2003, C‑186/01, Dory, Συλλογή 2003, σ. I‑2479, σκέψη 31 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
52 Εξάλλου, οι εξαιρέσεις που προβλέπονται στα άρθρα 296 ΕΚ και 297 ΕΚ πρέπει, όπως κατά πάγια νομολογία ισχύει για τις εξαιρέσεις από τις θεμελιώδεις ελευθερίες (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 31ης Ιανουαρίου 2006, C-503/03, Επιτροπή κατά Ισπανίας, Συλλογή 2006, σ. Ι-1097, σκέψη 45, της 18ης Ιουλίου 2007, C-490/04, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 2007, σ. Ι-6095, σκέψη 86 και της 11ης Σεπτεμβρίου 2008, C-141/07, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 2008, σ. Ι-6935, σκέψη 50) να ερμηνεύονται συσταλτικώς.
53 Όσον αφορά, ειδικότερα, το άρθρο 296 ΕΚ, πρέπει να τονιστεί ότι, μολονότι το άρθρο αυτό παραθέτει τα μέτρα που μπορεί να κρίνει αναγκαία το κράτος μέλος για την προστασία των ουσιωδών συμφερόντων ασφαλείας του ή τις πληροφορίες τη διάδοση των οποίων θεωρεί αντίθετη προς τα συμφέροντα αυτά, τούτο δεν μπορεί, ωστόσο, να ερμηνεύεται με τρόπο ώστε να δοθεί στα κράτη μέλη η διακριτική ευχέρεια να παρεκκλίνουν από τις διατάξεις της Συνθήκης απλώς με αόριστη επίκληση των εν λόγω συμφερόντων.
54 Εξάλλου, στον τομέα του φόρου προστιθέμενης αξίας, το Δικαστήριο αναγνώρισε, με την απόφαση της 16ης Σεπτεμβρίου 1999, C-414/97, Επιτροπή κατά Ισπανίας (Συλλογή 1999, σ. Ι-5585), την ύπαρξη παράβασης για τον λόγο ότι το Βασίλειο της Ισπανίας δεν απέδειξε ότι η απαλλαγή από τον φόρο επί των εισαγωγών και των προμηθειών όπλων, πυρομαχικών και εξοπλισμού αποκλειστικά για στρατιωτική χρήση, απαλλαγή που προβλέπεται από την ισπανική νομοθεσία, ήταν δικαιολογημένη, βάσει του άρθρου 296, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, ΕΚ, από την ανάγκη προστασίας των ουσιωδών συμφερόντων ασφαλείας του κράτους μέλους αυτού.
55 Κατά συνέπεια, εναπόκειται στο κράτος μέλος που επικαλείται το άρθρο 296 ΕΚ να αποδείξει την ανάγκη να γίνει χρήση της προβλεπόμενης από το άρθρο αυτό απαλλαγής προκειμένου να προστατευθούν τα ουσιώδη συμφέροντα ασφαλείας του.
56 Βάσει των ανωτέρω σκέψεων, δεν μπορεί να γίνει δεκτή η επίκληση από κράτος μέλος της αύξησης του κόστους του στρατιωτικού εξοπλισμού λόγω της επιβολής δασμών στις εισαγωγές των εξοπλισμού αυτού από τρίτες χώρες προκειμένου το κράτος μέλος αυτό να αποφύγει, σε βάρος άλλων κρατών μελών τα οποία εισπράττουν και καταβάλλουν δασμούς για τις εισαγωγές αυτές, τις υποχρεώσεις που του επιβάλλει η αλληλέγγυα συνεισφορά στον κοινοτικό προϋπολογισμό.
57 Όσον αφορά το επιχείρημα ότι με τις κοινοτικές τελωνειακές διαδικασίες δεν εξασφαλίζεται η ασφάλεια του Βασιλείου της Δανίας, λαμβανομένων υπόψη των απαιτήσεων εμπιστευτικότητας που περιλαμβάνονται στις συμφωνίες με τα κράτη εξαγωγής, πρέπει να τονιστεί, όπως ορθώς επισήμανε η Επιτροπή, ότι η εφαρμογή της κοινοτικής τελωνειακής διαδικασίας συνεπάγεται την παρέμβαση υπαλλήλων, κοινοτικών και εθνικών, οι οποίοι υπέχουν, ενδεχομένως, υποχρέωση τήρησης εμπιστευτικότητας, σε περίπτωση επεξεργασίας ευαίσθητων δεδομένων, η οποία μπορεί να προστατεύσει τα ουσιώδη συμφέροντα ασφαλείας των κρατών μελών.
58 Εξάλλου, οι δηλώσεις που πρέπει να συμπληρώνουν και να υποβάλλουν στην Επιτροπή τα κράτη μέλη σε τακτά χρονικά διαστήματα δεν προϋποθέτουν επίπεδο ακρίβειας τέτοιας φύσεως που να μπορεί να παραβλάψει τα συμφέροντα των εν λόγω κρατών σε θέματα τόσο ασφάλειας όσο και απορρήτου.
59 Υπό τις συνθήκες αυτές, και σύμφωνα με το άρθρο 10 ΕΚ σχετικά με την υποχρέωση των κρατών μελών να διευκολύνουν την Επιτροπή στην εκτέλεση της αποστολής της, η οποία συνίσταται στη μέριμνα για την τήρηση της Συνθήκης, οφείλουν επίσης να της παρέχουν τα αναγκαία έγγραφα για τον έλεγχο του νομότυπου της καταβολής των ιδίων πόρων της Κοινότητας. Ωστόσο, η υποχρέωση αυτή δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη, όπως τόνισε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 168 των προτάσεών του, να αποφασίζουν, κατά περίπτωση και κατ’ εξαίρεση, βάσει του άρθρου 296 ΕΚ, να περιορίσουν την πληροφόρηση σε ορισμένα τμήματα ενός εγγράφου ή να την αρνηθούν στο σύνολό της.
60 Κατόπιν των προεκτεθέντων, το Βασίλειο της Δανίας δεν απέδειξε ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που είναι απαραίτητες για την εφαρμογή του άρθρου 296 ΕΚ.
61 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το Βασίλειο της Δανίας, αρνούμενο να υπολογίσει και να καταβάλει στην Επιτροπή, κατά την περίοδο από 1ης Ιανουαρίου 1998 έως 31 Δεκεμβρίου 2002, μη εισπραχθέντες ιδίους πόρους από την εισαγωγή στρατιωτικού εξοπλισμού με δασμολογική ατέλεια, καθώς και αρνούμενο να καταβάλει τόκους υπερημερίας για τη μη απόδοση των εν λόγω ιδίων πόρων στην Επιτροπή, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπείχε, αντιστοίχως, από τα άρθρα 2 και 9 έως 11 του κανονισμού 1552/89, μέχρι τις 31 Μαΐου 2000, καθώς και, από την ίδια αυτή ημερομηνία, των ίδιων άρθρων του κανονισμού 1150/2000.
Επί των δικαστικών εξόδων
62 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα το Βασίλειο της Δανίας το οποίο ηττήθηκε, το κράτος μέλος αυτό πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
63 Σύμφωνα με την παράγραφο 4, πρώτο εδάφιο, του ίδιου άρθρου, η Ελληνική Δημοκρατία, η Δημοκρατία της Πορτογαλίας και η Δημοκρατία της Φινλανδίας, που παρενέβησαν στη δίκη, φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τμήμα μείζονος συνθέσεως) αποφασίζει:
1) Το Βασίλειο της Δανίας, αρνούμενο να υπολογίσει και να καταβάλει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, κατά την περίοδο από 1ης Ιανουαρίου 1998 έως 31 Δεκεμβρίου 2002, μη εισπραχθέντες ιδίους πόρους από την εισαγωγή στρατιωτικού εξοπλισμού με δασμολογική ατέλεια, καθώς και αρνούμενο να καταβάλει τόκους υπερημερίας για τη μη απόδοση των εν λόγω ιδίων πόρων στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπείχε, αντιστοίχως, από τα άρθρα 2 και 9 έως 11 του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ) 1552/89 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 1989, για την εφαρμογή της απόφασης 88/376/ΕΟΚ, Ευρατόμ για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων, όπως έχει τροποποιηθεί από τον κανονισμό (Ευρατόμ, ΕΚ) 1355/96 του Συμβουλίου, της 8ης Ιουλίου 1996, μέχρι τις 31 Μαΐου 2000, καθώς και, από την ίδια αυτή ημερομηνία, τις υποχρεώσεις από τα ίδια ως άνω άρθρα του κανονισμού 1150/2000 του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2000, για την εφαρμογή της απόφασης 94/728/ΕΚ, Ευρατόμ για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων.
2) Καταδικάζει το Βασίλειο της Δανίας στα δικαστικά έξοδα.
3) Η Ελληνική Δημοκρατία, η Δημοκρατία της Πορτογαλίας και η Δημοκρατία της Φινλανδίας φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η δανική.
Full & Egal Universal Law Academy