Υπόθεση C-177/05
María Cristina Guerrero Pecino
κατά
Fondo de Garantía Salarial (Fogasa)
(αίτηση του Juzgado de lo Social Único de Algeciras
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Προδικαστική παραπομπή — Άρθρο 104, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας — Κοινωνική πολιτική — Προστασία των εργαζομένων σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη — Οδηγία 80/987/EΟΚ (τροποποιηθείσα από την οδηγία 2002/74/EΚ) — Αποζημίωση συμφωνηθείσα στο πλαίσιο του δικαστικού συμβιβασμού — Εξασφάλιση της καταβολής με τη σύσταση εγγυήσεως — Καταβολή εξαρτώμενη από την έκδοση δικαστικής αποφάσεως»
Διάταξη του Δικαστηρίου (τέταρτο τμήμα) της 13ης Δεκεμβρίου 2005
Περίληψη της διατάξεως
1. Προδικαστικά ερωτήματα — Απάντηση που συνάγεται σαφώς από τη νομολογία — Εφαρμογή του άρθρου 104, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας
(Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου, άρθρο 104 § 3)
2. Κοινωνική πολιτική — Προσέγγιση τωv νομοθεσιών — Προστασία τωv μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας τoυ εργοδότη — Οδηγία 80/987 — Πεδίο εφαρμογής — Έννοια αμοιβής — Εθνική νομοθεσία που αναγνωρίζει ως εμπίπτουσες στην έννοια της αμοιβής τις αναγνωρισμένες με δικαστική ή διοικητική απόφαση απαιτήσεις που αφορούν αποζημιώσεις λόγω παράνομης απολύσεως και αποκλείει απαιτήσεις καθορισθείσες στο πλαίσιο διαδικασίας δικαστικού συμβιβασμού — Παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως — Υποχρεώσεις και εξουσίες του εθνικού δικαστή
(Οδηγία 80/987 του Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2002/74, άρθρο 3 § 1)
ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)
της 13ης Δεκεμβρίου 2005 (*)
«Προδικαστική παραπομπή – Άρθρο 104, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας – Κοινωνική πολιτική – Προστασία των εργαζομένων σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη – Οδηγία 80/987/EΟΚ (τροποποιηθείσα από την οδηγία 2002/74/EΚ) – Αποζημίωση συμφωνηθείσα στο πλαίσιο του δικαστικού συμβιβασμού – Εξασφάλιση της καταβολής με τη σύσταση εγγυήσεως – Καταβολή εξαρτώμενη από την έκδοση δικαστικής αποφάσεως»
Στην υπόθεση C-177/05,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το Juzgado de lo Social Único de Algeciras (Ισπανία) με απόφαση της 30ής Μαρτίου 2005, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 20 Απριλίου 2005, στο πλαίσιο της δίκης
María Cristina Guerrero Pecino
κατά
Fondo de Garantía Salarial (Fogasa),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους K. Schiemann, πρόεδρο τμήματος, N. Colneric (εισηγήτρια) και E. Juhász, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: A. Tizzano
γραμματέας: R. Grass
αφού πρότεινε να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη, σύμφωνα με το άρθρο 104, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
1 Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία της οδηγίας 80/987/EOK του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 1980, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την προστασία των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη (ΕΕ L 283, σ. 23), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2002/74/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Σεπτεμβρίου 2002 (ΕΕ L 270, σ. 10, στο εξής: οδηγία).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Guerrero Pecino και του Fondo de Garantía Salarial (Ταμείο εγγυήσεως μισθών, στο εξής: Fogasa), με αφορμή την άρνηση του εν λόγω ταμείου να καταβάλει, στο πλαίσιο της επικουρικής ευθύνης του, αποζημίωση στην ενδιαφερομένη λόγω παράνομης απολύσεως, την καταβολή της οποίας προβλέπει συμφωνία δικαστικού συμβιβασμού συνηφθείσα μεταξύ της Guerrero Pecino και του εργοδότη της.
Το κανονιστικό πλαίσιο
Η κοινοτική νομοθεσία
3 Το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 80/987 ορίζει ότι «[η] παρούσα οδηγία ισχύει για τις απαιτήσεις μισθωτών από συμβάσεις εργασίας ή από σχέσεις εργασίας κατά εργοδοτών σε κατάσταση αφερεγγυότητας κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1».
4 Το άρθρο 2, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας ορίζει ότι η οδηγία αυτή δεν θίγει το δικαίωμα των κρατών μελών όσον αφορά τον καθορισμό του περιεχομένου των εννοιών «μισθωτός», «εργοδότης», «αμοιβή εργασίας», «κεκτημένο δικαίωμα» και «δικαίωμα προσδοκίας».
5 Το άρθρο 3, πρώτο εδάφιο, της ιδίας οδηγίας ορίζει:
«Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα, έτσι ώστε οι οργανισμοί εγγύησης να εξασφαλίζουν, με την επιφύλαξη του άρθρου 4, την πληρωμή των ανεξόφλητων απαιτήσεων των μισθωτών που απορρέουν από συμβάσεις εργασίας ή από σχέσεις εργασίας, περιλαμβανομένης, όποτε αυτό προβλέπεται από την εθνική νομοθεσία, της καταβολής αποζημιώσεων σε περίπτωση λύσεως της σχέσεως εργασίας.»
6 Κατά το άρθρο 4 της οδηγίας, τα κράτη μέλη έχουν την ευχέρεια να περιορίζουν την υποχρέωση πληρωμής των οργανισμών εγγυήσεως που προβλέπεται στο άρθρο 3 καθορίζοντας τη διάρκεια της περιόδου που θεμελιώνει την πληρωμή των ανεξόφλητων απαιτήσεων από τον οργανισμό εγγυήσεως, ή καθορίζοντας ανώτατα όρια για τις πληρωμές που πραγματοποιούνται από τον εν λόγω οργανισμό.
7 Κατά το άρθρο 10, στοιχείο α΄, της οδηγίας, η οδηγία «δεν θίγει την ευχέρεια των κρατών μελών [...] να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα που αποσκοπούν στην αποτροπή καταχρήσεων».
Η ισπανική κανονιστική ρύθμιση
8 Το άρθρο 33, παράγραφοι 1 και 2, του βασιλικού νομοθετικού διατάγματος 1/1995, της 24ης Μαρτίου 1995, περί εγκρίσεως του τροποποιηθέντος κειμένου του Estatuto de los Trabajadores (νόμου περί της νομικής καταστάσεως των εργαζομένων, BOE αριθ. 75, της 29ης Μαρτίου 1995, σ. 9654), όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο 60/1997, της 19ης Δεκεμβρίου 1997 (BOE αριθ. 304, της 20ής Δεκεμβρίου 1997, σ. 37453, στο εξής: νόμος περί της νομικής καταστάσεως των εργαζομένων), ορίζει τα εξής:
«1. Το Ταμείο εγγυήσεως των μισθών, αυτοτελής οργανισμός υπαγόμενος στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφαλίσεως, με νομική προσωπικότητα και ικανότητα διενέργειας πράξεων για την επίτευξη των σκοπών του, καταβάλλει στους εργαζομένους το ποσό των μισθών που τους οφείλονται σε περίπτωση αφερεγγυότητας των εργοδοτών, αναστολής πληρωμών, πτωχεύσεως ή δικαστικής εξυγιάνσεως των επιχειρηματιών.
Για τους σκοπούς του προηγουμένου εδαφίου, μισθός θεωρείται το ποσό το οποίο αναγνωρίζεται ως τέτοιος στην πράξη συμβιβασμού ή στη δικαστική απόφαση, σε όλες τις περιπτώσεις που διαλαμβάνονται στο άρθρο 26, παράγραφος 1, καθώς και η πρόσθετη αποζημίωση που καταβάλλεται ως “salarios de tramitación” [μισθοί της μεταβατικής περιόδου], την καταβολή της οποίας αποφασίζει, σε μια τέτοια περίπτωση, η αρμόδια δικαστική αρχή, ενώ το Ταμείο επ’ ουδενί καταβάλλει, συνολικά ή χωριστά, ποσό υψηλότερο του ποσού που προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό του διπλάσιου του κατώτατου διεπαγγελματικού ημερομισθίου με τον αριθμό των ημερών για τις οποίες δεν καταβλήθηκε μισθός, με ανώτατο όριο τις εκατόν είκοσι ημέρες.
2. Στις περιπτώσεις της προηγούμενης παραγράφου, το Ταμείο εγγυήσεως των μισθών καταβάλλει τις αποζημιώσεις που έχουν αναγνωριστεί με δικαστική ή διοικητική απόφαση υπέρ των εργαζομένων λόγω απολύσεως ή λύσεως της συμβάσεως κατά τα άρθρα 50, 51 και 52, στοιχείο c, του παρόντος νόμου, επί ένα κατ’ ανώτατο όριο έτος, υπό τον αυτονόητο όρο ότι το ημερομίσθιο που λαμβάνεται ως βάση του υπολογισμού δεν μπορεί να υπερβαίνει το διπλάσιο του κατώτατου διεπαγγελματικού μισθού.
Το ύψος της αποζημιώσεως, αποκλειστικά για τους σκοπούς της εκ μέρους του Ταμείου εγγυήσεως των μισθών καταβολής της σε περιπτώσεις απολύσεως ή λύσεως των συμβάσεων κατά το άρθρο 50 του παρόντος νόμου, υπολογίζεται λαμβανομένων ως βάσεως 25 ημερών ανά έτος υπηρεσίας και δεν μπορεί να υπερβαίνει το όριο που καθορίζεται στο προηγούμενο εδάφιο.»
9 To άρθρο 56, παράγραφος 1, του νόμου περί της νομικής καταστάσεως των εργαζομένων ορίζει τα εξής:
«1. Οσάκις η απόλυση κρίνεται παράνομη, ο εργοδότης, εντός προθεσμίας πέντε ημερών από της κοινοποιήσεως της δικαστικής αποφάσεως, μπορεί να επιλέξει μεταξύ της αναπροσλήψεως του μισθωτού, συνοδευόμενης από την καταβολή των salarios de tramitación, όπως προβλέπονται από το στοιχείο b της παρούσας παραγράφου, και της καταβολής των ακόλουθων ποσών, τα οποία θα πρέπει να καθορίζονται με τη δικαστική απόφαση:
a) αποζημίωση ίση προς μισθό αντιστοιχούντα σε 45 ημέρες εργασίας ανά έτος υπηρεσίας, διευκρινιζομένου ότι οι μικρότερες του έτους περίοδοι υπολογίζονται αναλογικά σε μηνιαία βάση με ανώτατο όριο τους 42 μηνιαίους μισθούς·
b) ποσό ίσο προς το άθροισμα των μισθών που οφείλονται από την ημερομηνία της απολύσεως έως την κοινοποίηση της δικαστικής αποφάσεως με την οποία η απόλυση κηρύσσεται παράνομη ή έως την ημερομηνία κατά την οποία ο εργαζόμενος εξηύρε εργασία, αν η πρόσληψη αυτή προηγείται της εκδόσεως της δικαστικής αποφάσεως και αν ο εργοδότης αποδεικνύει την καταβολή των ποσών προκειμένου αυτά να αφαιρεθούν από τους salarios de tramitación.
Ο εργοδότης πρέπει να συνεχίσει να δηλώνει τον εργαζόμενο στα μητρώα κοινωνικής ασφαλίσεως κατά την περίοδο που αντιστοιχεί στους μισθούς που διαλαμβάνονται στο στοιχείο b.»
10 Το άρθρο 84 του βασιλικού νομοθετικού διατάγματος 2/1995, της 7ης Απριλίου 1995, περί εγκρίσεως του τροποποιηθέντος κειμένου του Ley de Procedimiento Laboral (νόμου περί της διαδικασίας εργατικών διαφορών, BOE αριθ. 86, της 11ης Απριλίου 1995, σ. 10695, στο εξής: LPL) προβλέπει ότι, μετά την αποτυχία του συμβιβασμού ενώπιον διοικητικής υπηρεσίας επιληφθείσας της υποθέσεως κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 63 του ίδιου διατάγματος, πρέπει υποχρεωτικώς να κινηθεί νέα διαδικασία συμβιβασμού ενώπιον του αρμόδιου δικαιοδοτικού οργάνου.
Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
11 Η Guerrero Pecino, ενάγουσα της κύριας δίκης, αποτελούσε μέλος του προσωπικού της εταιρίας Camisas Leica SL (στο εξής: Camisas Leica) κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 9ης Ιουλίου 1990 και 27ης Δεκεμβρίου 2001, οπότε και απολύθηκε.
12 Στο πλαίσιο διαδικασίας ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, η Guerrero Pecino και η Camisas Leica συνήψαν, στις 13 Μαΐου 2002, συμφωνία συμβιβασμού, δυνάμει της οποίας η Camisas Leica αναγνώρισε τον καταχρηστικό χαρακτήρα της απολύσεως της ενάγουσας της κύριας δίκης και συμφώνησε ρητώς να της καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση, ήτοι αποζημίωση ίση με μισθό 45 ημερών για κάθε έτος εργασίας και τους «salarios de tramitación».
13 Η Guerrero Pecino, στηριζόμενη σε απόφαση η οποία εκδόθηκε από το ίδιο δικαστήριο κατόπιν αιτήσεώς της και με την οποία αναγνωρίσθηκε η προσωρινή αφερεγγυότητα της Camicas Leica, ζήτησε από το Fogasa να της καταβάλει το ποσό της εν λόγω αποζημιώσεως και τους «salarios de tramitación» που δεν της είχε καταβάλει ο πρώην εργοδότης της.
14 Το Fogasa δέχθηκε να καταβάλει στην ενάγουσα της κύριας δίκης ποσό 3 338,88 ευρώ ως «salarios de tramitación», έκρινε όμως ότι δεν έπρεπε να της καταβληθεί το ποσό των 8 622,42 ευρώ που είχε ζητήσει ως αποζημίωση λόγω απολύσεως, διότι η εν λόγω απόλυση δεν είχε αναγνωρισθεί με δικαστική απόφαση.
15 Η Guerrero Pecino προσέβαλε ενώπιον του Juzgado de lo Social de Algeciras την απόφαση του Fogasa να μην της καταβάλει την εν λόγω αποζημίωση λόγω απολύσεως.
16 Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι η οδηγία 2002/74, που τροποποίησε την οδηγία 80/987, είχε ήδη τεθεί σε ισχύ κατά τον χρόνο διαπιστώσεως της αφερεγγυότητας της Camisas Leica.
17 Το εν λόγω δικαστήριο εξηγεί ότι, αναμφισβήτητα, το ισπανικό εσωτερικό δίκαιο προβλέπει, με το άρθρο 33, παράγραφος 2, του νόμου περί της νομικής καταστάσεως των εργαζομένων, την καταβολή από το Fogasa αποζημιώσεων οφειλομένων λόγω της λύσεως της σχέσεως εργασίας, μόνον όμως εκείνων που «έχουν αναγνωρισθεί με δικαστική ή διοικητική απόφαση υπέρ των εργαζομένων λόγω απολύσεως». Το Tribunal Supremo ερμήνευσε τη διάταξη αυτή υπό την έννοια ότι οι αποζημιώσεις λόγω απολύσεως που οφείλονται βάσει δικαστικού συμβιβασμού ο οποίος επετεύχθη στο πλαίσιο του νόμου περί της νομικής καταστάσεως των εργαζομένων δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της.
18 Το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν, παρά τη διατύπωση της εν λόγω διατάξεως, υπάρχουν βάσιμα επιχειρήματα τα οποία, ερμηνευόμενα σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο, καθιστούν δυνατή την πλήρη ένταξη στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως των αποζημιώσεων λόγω απολύσεως που οφείλονται στον εργαζόμενο κατόπιν της λύσεως της σχέσεως εργασίας και κατ’ εφαρμογή συμφωνίας συμβιβασμού.
19 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Juzgado de lo Social Único de Algeciras αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Δικαιολογείται αντικειμενικώς, υπό το πρίσμα των γενικών αρχών της ισότητας και της απαγορεύσεως των διακρίσεων, η διαφορετική μεταχείριση που προβλέπει το άρθρο 33, παράγραφος 2 [του νόμου περί της νομικής καταστάσεως των εργαζομένων] και η ερμηνεία του από το [Tribunal Supremo] και, ως εκ τούτου, επιτρέπεται η εξαίρεση της αποζημιώσεως εργαζομένου λόγω απολύσεως, που έχει αναγνωριστεί στο πλαίσιο δικαστικού συμβιβασμού, από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας […];
Ή, αντιθέτως, υπό το πρίσμα των γενικών αρχών της ισότητας και της απαγορεύσεως των διακρίσεων, δεν δικαιολογείται αντικειμενικώς η διαφορετική μεταχείριση που προβλέπει το άρθρο 33, παράγραφος 2 [του νόμου περί της νομικής καταστάσεως των εργαζομένων] και η ερμηνεία του από το [Tribunal Supremo] και, ως εκ τούτου, μπορεί να περιληφθεί η αποζημίωση εργαζομένου λόγω απολύσεως, που έχει αναγνωριστεί στο πλαίσιο δικαστικού συμβιβασμού, στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας […];»
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
20 Δεδομένου ότι η απάντηση στο υποβληθέν ερώτημα απορρέει σαφώς από τη νομολογία του Δικαστηρίου και ιδίως από την απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2004, C-520/03, Olaso Valero (Συλλογή 2004, σ. I-12065), το Δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 104, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας, να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη.
21 Το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν το κοινοτικό δίκαιο απαγορεύει τη διαφοροποίηση των αποζημιώσεων λόγω απολύσεως που καταβάλλονται στον εργαζόμενο κατ’ εφαρμογή δικαστικής ή διοικητικής αποφάσεως και των αποζημιώσεων που του καταβάλλονται βάσει δικαστικού συμβιβασμού.
22 Με το ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί την ερμηνεία της οδηγίας 2002/74. Συναφώς, επιβάλλεται η επισήμανση ότι η εν λόγω οδηγία, σύμφωνα με το άρθρο της 3, τέθηκε σε ισχύ την ημέρα δημοσιεύσεώς της στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ήτοι στις 8 Οκτωβρίου 2002, και ότι, σύμφωνα με το άρθρο της 2, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, «[τ]α κράτη μέλη [πρέπει να θέσουν] σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν προς την παρούσα οδηγία […] πριν από τις 8 Οκτωβρίου 2005». Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της εν λόγω οδηγίας, τα κράτη μέλη «εφαρμόζουν τις διατάξεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σε κάθε περίπτωση αφερεγγυότητας ενός εργοδότη που επήλθε μετά την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος των διατάξεων αυτών».
23 Οι σκέψεις που ακολουθούν αφορούν μόνον την περίπτωση κατά την οποία η οδηγία 2002/74 μεταφέρθηκε στο εσωτερικό δίκαιο την κρίσιμη ημερομηνία, στοιχείο του οποίου η εξακρίβωση απόκειται στο αιτούν δικαστήριο. Αν δεν συντρέχει η περίπτωση αυτή, η υπόθεση της κύριας δίκης πρέπει να εκτιμηθεί σύμφωνα με όσα δέχθηκε το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα απόφαση Olaso Valero.
24 Το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας καθορίζεται με το άρθρο της 1. Από τον συνδυασμό των άρθρων 1, παράγραφος 3, και 3, παράγραφος 1, της οδηγίας προκύπτει ότι η εν λόγω οδηγία αφορά τις απαιτήσεις μισθωτών από συμβάσεις εργασίας ή από σχέσεις εργασίας, περιλαμβανομένης, όποτε αυτό προβλέπεται από την εθνική νομοθεσία, της αποζημιώσεως σε περίπτωση λύσεως της σχέσεως εργασίας.
25 Συνεπώς, στο εθνικό δίκαιο απόκειται να διευκρινίζει ποιες αποζημιώσεις εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Κατά την ισπανική νομοθεσία, όπως έχει ερμηνευθεί από το Tribunal Supremo, το Fogasa οφείλει μόνον τις αποζημιώσεις λόγω απολύσεως που προβλέπονται από δικαστική ή διοικητική απόφαση σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη.
26 Το Δικαστήριο πάντως έχει κρίνει ότι η ευχέρεια του εθνικού νομοθέτη να προσδιορίζει τις παροχές με την καταβολή των οποίων βαρύνεται ο οργανισμός εγγυήσεως υπόκειται στον όρο περί σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων, στα οποία συγκαταλέγεται η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως και της απαγορεύσεως των διακρίσεων. Η αρχή αυτή επιβάλλει να μην αντιμετωπίζονται κατά διαφορετικό τρόπο παρεμφερείς καταστάσεις, εκτός αν η διαφοροποίηση δικαιολογείται αντικειμενικώς (προαναφερθείσα απόφαση Olaso Valero, σκέψη 34).
27 Το Δικαστήριο έχει επίσης διαπιστώσει ότι οι παρανόμως απολυθέντες μισθωτοί βρίσκονται σε παρόμοια κατάσταση, καθόσον δικαιούνται αποζημίωση σε περίπτωση μη αναπροσλήψεως (προαναφερθείσα απόφαση Olaso Valero, σκέψη 35).
28 Το Δικαστήριο, εκτιμώντας αν μπορεί να δικαιολογηθεί αντικειμενικώς η διαφορετική μεταχείριση που επιφυλάσσει η ισπανική κανονιστική ρύθμιση στους εν λόγω εργαζομένους, έκρινε ότι οι δικογραφίες των υποθέσεων στο πλαίσιο των οποίων εκδόθηκαν η απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 2002, C-442/00, Rodríguez Caballero (Συλλογή 2002, σ. I-11915), και η προαναφερθείσα απόφαση Olaso Valero δεν περιελάμβαναν στοιχεία δυνάμενα να δικαιολογήσουν τη διαφορετική μεταχείριση των απαιτήσεων που αφορούν αποζημιώσεις λόγω παράνομης απολύσεως αναγνωρισθείσες με δικαστική ή διοικητική απόφαση και εκείνων που αφορούν αποζημιώσεις λόγω παράνομης απολύσεως αναγνωρισθείσες στο πλαίσιο διαδικασίας συμβιβασμού (προαναφερθείσα απόφαση Olaso Valero, σκέψεις 36 και 37).
29 Όσον αφορά την υπό κρίση υπόθεση, το αιτούν δικαστήριο υπενθύμισε, κατ’ ουσίαν, τη νομολογία του Tribunal Supremo, χωρίς όμως να παράσχει οποιοδήποτε νέο στοιχείο το οποίο δεν έχει ήδη εκτιμηθεί από το Δικαστήριο.
30 Κατά συνέπεια, στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, οσάκις, σύμφωνα με την οικεία εθνική ρύθμιση, αποζημιώσεις λόγω παράνομης απολύσεως οι οποίες αναγνωρίσθηκαν με δικαστική ή διοικητική απόφαση θεωρούνται, βάσει της εθνικής νομοθεσίας, ως αποζημιώσεις λόγω λύσεως της σχέσεως εργασίας κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας, αποζημιώσεις ανάλογης φύσεως αναγνωρισθείσες στο πλαίσιο διαδικασίας δικαστικού συμβιβασμού, όπως ο επίμαχος της κύριας δίκης, πρέπει επίσης να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της ίδιας διατάξεως. Το αιτούν δικαστήριο δεν πρέπει να εφαρμόζει μια εσωτερική ρύθμιση η οποία παραβιάζει την αρχή της ισότητας αποκλείοντας τις τελευταίες αυτές αποζημιώσεις από το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω κοινοτικής ρυθμίσεως.
Επί των δικαστικών εξόδων
31 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τέταρτο τμήμα) αποφαίνεται:
Οσάκις, σύμφωνα με την οικεία εθνική ρύθμιση, αποζημιώσεις λόγω παράνομης απολύσεως οι οποίες αναγνωρίσθηκαν με δικαστική ή διοικητική απόφαση θεωρούνται, βάσει της εθνικής νομοθεσίας, ως αποζημιώσεις λόγω λύσεως της σχέσεως εργασίας κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 80/987/EOK του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 1980, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την προστασία των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2002/74/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Σεπτεμβρίου 2002, αποζημιώσεις ανάλογης φύσεως αναγνωρισθείσες στο πλαίσιο διαδικασίας δικαστικού συμβιβασμού, όπως ο επίμαχος της κύριας δίκης, πρέπει επίσης να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της ίδιας διατάξεως. Το αιτούν δικαστήριο δεν πρέπει να εφαρμόζει μια εθνική ρύθμιση η οποία παραβιάζει την αρχή της ισότητας αποκλείοντας τις τελευταίες αυτές αποζημιώσεις από το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω κοινοτικής ρυθμίσεως.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η ισπανική.
Full & Egal Universal Law Academy