Υπόθεση T-50/05
Ευρωπαϊκή Δυναμική – Προηγμένα Συστήματα Τηλεπικοινωνιών Πληροφορικής και Τηλεματικής ΑΕ
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής
«Δημόσιες συμβάσεις υπηρεσιών – Κοινοτική διαδικασία προσκλήσεως για την υποβολή προσφορών – Παροχή υπηρεσιών πληροφορικής που αφορούν μηχανοργανωμένα συστήματα παρακολούθησης της διακίνησης των προϊόντων που υπόκεινται σε ειδικούς φόρους κατανάλωσης – Απόρριψη της προσφοράς διαγωνιζομένου – Προσφυγή ακυρώσεως – Διαγωνιζόμενη κοινοπραξία – Παραδεκτό – Αρχή της ίσης μεταχείρισης των διαγωνιζομένων και αρχή της διαφάνειας – Κριτήρια αναθέσεως – Αρχές της χρηστής διοικήσεως και της επιμέλειας – Υποχρέωση αιτιολογήσεως – Πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως»
Περίληψη της αποφάσεως
1. Προσφυγή ακυρώσεως – Φυσικά ή νομικά πρόσωπα – Νομιμοποίηση
(Άρθρο 230, εδ. 4, ΕΚ)
2. Δημόσιες συμβάσεις των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων – Διαδικασία προσκλήσεως για την υποβολή προσφορών – Υποχρέωση τηρήσεως της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως των διαγωνιζομένων
(Κανονισμός 1605/2002 του Συμβουλίου, άρθρο 89 § 1)
3. Δημόσιες συμβάσεις των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων – Διαδικασία προσκλήσεως για την υποβολή προσφορών – Σύναψη συμβάσεων – Προσφορά που είναι οικονομικώς η πιο συμφέρουσα – Κριτήρια ανάθεσης
(Κανονισμός 1605/2002 του Συμβουλίου, άρθρο 97 §§ 1 και 2· κανονισμός 2342/2002 της Επιτροπής, άρθρο 138 §§ 2 και 3)
4. Πράξεις των οργάνων – Αιτιολογία – Υποχρέωση αιτιολογήσεως – Έκταση – Απόφαση, στο πλαίσιο διαδικασίας σύναψης δημόσιας σύμβασης, περί απορρίψεως προσφοράς
(Άρθρο 253 ΕΚ· κανονισμός 1605/2002 του Συμβουλίου, άρθρο 100 § 2· κανονισμός 2342/2002 της Επιτροπής, άρθρο 149)
1. Στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως κατά απόφασης της αναθέτουσας αρχής, που απευθύνεται προς διαγωνιζόμενη κοινοπραξία η οποία ουδέποτε είχε νομική προσωπικότητα, περί απορρίψεως της προσφοράς της και περί αναθέσεως του αντικειμένου της σύμβασης σε άλλον διαγωνιζόμενο, οι οικείες εταιρίες, μέλη της κοινοπραξίας, πρέπει να θεωρηθούν ως αποδέκτες της εν λόγω αποφάσεως. Υπό τις συνθήκες αυτές, μία εταιρία που είναι μέλος της εν λόγω κοινοπραξίας μπορεί, επομένως, νομίμως, ως αποδέκτης της εν λόγω απόφασης, να την αμφισβητήσει σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 230 ΕΚ.
(βλ. σκέψη 40)
2. Η αναθέτουσα αρχή οφείλει να μεριμνά, σε κάθε στάδιο της διαδικασίας υποβολής προσφορών, για την τήρηση της αρχής της ίσης μεταχείρισης και, κατά συνέπεια, τη διασφάλιση ίσων ευκαιριών για όλους τους διαγωνιζόμενους. Η αρχή της ίσης μεταχείρισης των διαγωνιζόμενων, η οποία έχει ως σκοπό να ευνοήσει την ανάπτυξη υγιούς και πραγματικού ανταγωνισμού μεταξύ των επιχειρήσεων που μετέχουν σε διαγωνισμό, επιβάλλει όπως όλοι οι διαγωνιζόμενοι έχουν ίσες ευκαιρίες όταν διατυπώνουν τους όρους των προσφορών τους και επομένως συνεπάγεται ότι ισχύουν οι ίδιες προϋποθέσεις για όλους τους διαγωνιζομένους.
Η αρχή της ίσης μεταχείρισης συνεπάγεται την υποχρέωση διαφάνειας, προκειμένου να καθίσταται εφικτός ο έλεγχος της τηρήσεώς της. H εν λόγω αρχή της διαφάνειας έχει κατ’ ουσίαν ως σκοπό να αποκλείει τον κίνδυνο ευνοιοκρατίας και αυθαιρεσίας εκ μέρους της αναθέτουσας αρχής. Προϋποθέτει ότι όλοι οι όροι και όλες οι λεπτομέρειες της διεξαγωγής της διαδικασίας αναθέσεως πρέπει να διατυπώνονται με σαφήνεια, ακρίβεια και χωρίς αμφισημία στην προκήρυξη του διαγωνισμού ή στη συγγραφή υποχρεώσεων. Η αρχή της διαφάνειας συνεπάγεται, επομένως, ότι όλα τα ουσιώδη τεχνικά στοιχεία για την προσήκουσα κατανόηση της προκηρύξεως διαγωνισμού ή της συγγραφής υποχρεώσεων τίθενται, το συντομότερο δυνατό, στη διάθεση όλων των επιχειρήσεων που μετέχουν σε δημόσιο διαγωνισμό, έτσι ώστε, αφενός, να παράσχουν σε όλους τους έχοντες εύλογη πληροφόρηση και επιδεικνύοντες τη συνήθη επιμέλεια διαγωνιζομένους τη δυνατότητα να κατανοήσουν το ακριβές περιεχόμενό τους και να τα ερμηνεύσουν κατά τον ίδιο τρόπο και, αφετέρου, να παράσχουν στην αναθέτουσα αρχή τη δυνατότητα να ελέγξει αποτελεσματικά αν οι προσφορές των διαγωνιζόμενων ανταποκρίνονται στα κριτήρια που διέπουν τον οικείο διαγωνισμό.
Η προσβολή της ισότητας των ευκαιριών και η παραβίαση της αρχής της διαφάνειας συνιστά πλημμέλεια της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας, η οποία θίγει το δικαίωμα πληροφορήσεως των ενδιαφερομένων μερών. Ωστόσο, η διαδικαστική αυτή πλημμέλεια δεν μπορεί να συνεπάγεται την ακύρωση της επίμαχης αποφάσεως παρά μόνον αν αποδεικνύεται ότι, ελλείψει της πλημμέλειας αυτής, η διοικητική διαδικασία θα μπορούσε να καταλήξει σε διαφορετικό αποτέλεσμα αν υπήρχε, συναφώς, πιθανότητα –έστω και περιορισμένη– να επιτύχει ο προσφεύγων να καταλήξει η διοικητική διαδικασία σε διαφορετικό αποτέλεσμα.
(βλ. σκέψεις 55-59, 61)
3. Το άρθρο 97, παράγραφος 1, του κανονισμού 1605/2002 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 2002, για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στον γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, επιβάλλει στην αναθέτουσα αρχή, όταν η σύμβαση συνάπτεται με τον υποβαλόντα την πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφορά, την υποχρέωση να καθορίσει και να διευκρινίσει με τα έγγραφα της πρόσκλησης υποβολής προσφορών τα κριτήρια ανάθεσης που παρέχουν τη δυνατότητα να αξιολογηθεί το περιεχόμενο των προσφορών. Τα κριτήρια αυτά πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 138, παράγραφος 2, του κανονισμού 2342/2002, να δικαιολογούνται από το αντικείμενο της σύμβασης. Κατά την παράγραφο 3 της ίδιας διάταξης, η αναθέτουσα αρχή πρέπει επίσης να προσδιορίζει, με την προκήρυξη του διαγωνισμού είτε με τη συγγραφή υποχρεώσεων, τη σχετική στάθμιση που αποδίδει σε καθένα από τα κριτήρια που εφαρμόζει για τον προσδιορισμό της πλέον συμφέρουσας από οικονομική άποψη προσφοράς. Οι διατάξεις αυτές αφήνουν, πάντως, στην ευχέρεια της αναθέτουσας αρχής την επιλογή των κριτηρίων ανάθεσης υπό το πρίσμα των οποίων θα αξιολογηθούν οι προσφορές. Τα επιλεχθέντα κριτήρια δεν πρέπει κατ’ ανάγκη να είναι ποσοτικής φύσεως ή αποκλειστικά προσανατολισμένα στις τιμές. Έστω και αν η συγγραφή υποχρεώσεων προβλέπει κριτήρια που δεν εκφράζονται με ποσοτικούς όρους, τα κριτήρια αυτά μπορούν να εφαρμόζονται κατ’ αντικειμενικό και ομοιόμορφο τρόπο προς τον σκοπό της σύγκρισης των προσφορών και είναι σαφώς κατάλληλα προς εντοπισμό της πλέον συμφέρουσας από οικονομική άποψη προσφοράς.
(βλ. σκέψεις 106-108)
4. Οι κανονιστικές διατάξεις που καθορίζουν το περιεχόμενο της υποχρέωσης αιτιολόγησης την οποία υπέχει η αναθέτουσα αρχή έναντι του διαγωνιζομένου του οποίου η προσφορά δεν προκρίθηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας σύναψης συγκεκριμένης σύμβασης είναι το άρθρο 100, παράγραφος 2, του κανονισμού 1605/2002, για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στον γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, και το άρθρο 149 του κανονισμού 2342/2002, για τη θέσπιση των κανόνων εφαρμογής του δημοσιονομικού κανονισμού. Από τα εν λόγω άρθρα προκύπτει ότι, στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων, η αναθέτουσα αρχή τηρεί την υποχρέωση αιτιολόγησης αν περιοριστεί, καταρχάς, να ανακοινώσει αμέσως σε κάθε απορριφθέντα διαγωνιζόμενο τους λόγους της απόρριψης της προσφοράς του και παράσχει, στη συνέχεια, στους διαγωνιζόμενους που είχαν υποβάλει παραδεκτή προσφορά και διατύπωσαν ρητώς σχετικό αίτημα, τα χαρακτηριστικά και τα σχετικά πλεονεκτήματα της προκριθείσας προσφοράς καθώς και το όνομα του αναδόχου εντός προθεσμίας δεκαπέντε ημερολογιακών ημερών από την παραλαβή γραπτής αίτησης. Αυτός ο τρόπος ενέργειας είναι σύμφωνος προς τον σκοπό της υποχρέωσης αιτιολόγησης την οποία προβλέπει το άρθρο 253 ΕΚ, σύμφωνα με τον οποίο πρέπει να προκύπτει κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο η συλλογιστική της αρχής που εξέδωσε την πράξη, ούτως ώστε, αφενός, να γνωρίζουν οι ενδιαφερόμενοι την αιτιολογία του ληφθέντος μέτρου για να μπορούν να ασκήσουν τα δικαιώματά τους και, αφετέρου, να μπορεί ο δικαστής να ασκήσει τον έλεγχό του.
(βλ. σκέψεις 132-134)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 19ης Μαρτίου 2010 (*)
«Δημόσιες συμβάσεις υπηρεσιών – Κοινοτική διαδικασία προσκλήσεως για την υποβολή προσφορών – Παροχή υπηρεσιών πληροφορικής που αφορούν μηχανοργανωμένα συστήματα παρακολούθησης της διακίνησης των προϊόντων που υπόκεινται σε ειδικούς φόρους κατανάλωσης – Απόρριψη της προσφοράς διαγωνιζομένου – Προσφυγή ακυρώσεως – Διαγωνιζόμενη κοινοπραξία – Παραδεκτό – Αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των διαγωνιζομένων και αρχή της διαφάνειας – Κριτήρια αναθέσεως – Αρχές της χρηστής διοικήσεως και της επιμέλειας – Υποχρέωση αιτιολογήσεως – Πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως»
Στην υπόθεση T‑50/05,
Ευρωπαϊκή Δυναμική – Προηγμένα Συστήματα Τηλεπικοινωνιών Πληροφορικής και Τηλεματικής ΑΕ, με έδρα την Αθήνα (Ελλάδα), εκπροσωπούμενη από τον N. Κορογιαννάκη, δικηγόρο,
προσφεύγουσα,
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης αρχικώς από τον L. Parpala και την K. Kańska, στη συνέχεια από τους L. Parpala και E. Manhaeve, και τέλος από τους L. Parpala, E. Manhaeve και M. Wilderspin,
καθής,
με αντικείμενο αίτηση ακυρώσεως της αποφάσεως της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 18ης Νοεμβρίου 2004, με την οποία απορρίφθηκε η προσφορά κοινοπραξίας που απαρτιζόταν από την προσφεύγουσα και μία άλλη εταιρία στο πλαίσιο διαγωνισμού για την παροχή υπηρεσιών πληροφορικής σχετικών με τις προδιαγραφές, την ανάπτυξη, συντήρηση και υποστήριξη τηλεματικών συστημάτων ελέγχου της κυκλοφορίας προϊόντων που υπόκεινται σε ειδικούς φόρους κατανάλωσης εντός της Ευρωπαϊκής Κοινότητας σύμφωνα με το καθεστώς αναστολής των φόρων αυτών, και το αντικείμενο της συμβάσεως ανατέθηκε σε άλλο διαγωνιζόμενο,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τον J. Azizi, πρόεδρο, την E. Cremona (εισηγήτρια) και τον S. Frimodt Nielsen, δικαστές,
γραμματέας: Κ. Kαντζά, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 17ης Μαρτίου 2009,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Το νομικό πλαίσιο
1 Η σύναψη από την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων δημοσίων συμβάσεων υπηρεσιών διέπεται από τις διατάξεις του τίτλου V του πρώτου μέρους του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 1605/2002 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 2002, για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στον γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 248, σ. 1, στο εξής: δημοσιονομικός κανονισμός), καθώς και από τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 2342/2002 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 2002, για τη θέσπιση των κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΕ L 357, σ. 1, στο εξής: κανόνες εφαρμογής), όπως ίσχυαν κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως.
Ιστορικό της διαφοράς
I – Μηχανοργανωμένο σύστημα παρακολούθησης της διακίνησης των προϊόντων που υπόκεινται σε ειδικούς φόρους κατανάλωσης (EMCS)
2 Στις 16 Ιουνίου 2003, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξέδωσαν την απόφαση 1152/2003/ΕΚ, για την εισαγωγή της πληροφορικής στη διακίνηση και στους ελέγχους των προϊόντων που υπόκεινται σε ειδικούς φόρους κατανάλωσης (ΕΕ L 162, σ. 5), με την οποία υπογράμμιζαν την ανάγκη εγκαθίδρυσης μηχανοργανωμένου συστήματος παρακολούθησης της διακίνησης των προϊόντων που υπόκεινται σε ειδικούς φόρους κατανάλωσης (EMCS), το οποίο να παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να γνωρίζουν την εν λόγω διακίνηση σε πραγματικό χρόνο και να διενεργούν τους απαραίτητους ελέγχους (αιτιολογική σκέψη 3 της αποφάσεως 1152/2003).
3 Το άρθρο 1 της αποφάσεως 1152/2003 προβλέπει κατά συνέπεια τη δημιουργία του EMCS.
4 Εξάλλου, το άρθρο 3, παράγραφος 2, της αποφάσεως 1152/2003 ορίζει:
«Η Επιτροπή μεριμνά ώστε, στο πλαίσιο των εργασιών που αφορούν τα κοινοτικά στοιχεία του μηχανογραφημένου συστήματος, να δίδεται η δέουσα προσοχή στην κατά το δυνατόν χρησιμοποίηση του NCTS και να διασφαλίζεται ότι το μηχανοργανωμένο σύστημα είναι συμβατό με το NCTS και, εφόσον είναι τεχνικά εφικτό, συγχωνευμένο με αυτό, με στόχο να δημιουργηθεί ένα ενιαίο σύστημα πληροφορικής, το οποίο να διασφαλίζει ταυτόχρονα τον έλεγχο της ενδοκοινοτικής διακίνησης των προϊόντων που υπόκεινται σε ειδικούς φόρους κατανάλωσης και των προϊόντων που υπόκεινται σε ειδικούς φόρους κατανάλωσης και άλλους φόρους και τέλη, εφόσον προέρχονται ή προορίζονται για τρίτες χώρες.»
5 Από τη δικογραφία προκύπτει ότι το EMCS έπρεπε να δημιουργηθεί σε τέσσερα στάδια μεταξύ 2002 και 2009 (το στάδιο 0 ταυτόχρονα με τα στάδια 1, 2 και 3).
6 Το στάδιο 0 αποτελούσε ένα ενδιάμεσο στάδιο της οριστικής εισαγωγής του EMCS. Κατά το στάδιο αυτό, τα υφιστάμενα στον τομέα των ειδικών φόρων κατανάλωσης μηχανοργανωμένα συστήματα έπρεπε να διατηρηθούν και να υποστηριχθούν μέχρι την ενσωμάτωσή τους στο EMCS, όταν αυτό θα ετίθετο σε λειτουργία. Το εν λόγω στάδιο 0 θα εξελισσόταν παράλληλα με τα άλλα στάδια του EMCS και θα περατωνόταν όταν θα άρχιζε να λειτουργεί το σύστημα αυτό. Οι εργασίες του σταδίου 0 θα εκτελούνταν από τον ανάδοχο της σύμβασης Fiscalis Information Technology Systems, Προδιαγραφές, ανάπτυξη, συντήρηση και υποστήριξη (FITS DEV).
7 Το στάδιο 1 περιλάμβανε τη δημιουργία του EMCS και τον καθορισμό των προδιαγραφών του. Οι προδιαγραφές αυτές θα υλοποιούνταν από τον αντισυμβαλλόμενο της σύμβασης EMCS System Spécifications (ESS) (στο εξής: σύμβαση ESS). Το έργο του αντισυμβαλλομένου έπρεπε να ολοκληρωθεί έως τα μέσα του 2005.
8 Τέλος, τα στάδια 2 και 3 θα αποτελούσαν τα στάδια ανάπτυξης και εφαρμογής και συνδέονταν με τις δραστηριότητες του αντισυμβαλλομένου της σύμβασης με τίτλο «Προδιαγραφές, ανάπτυξη, συντήρηση και υποστήριξη τηλεματικών συστημάτων ελέγχου της κυκλοφορίας προϊόντων που υπόκεινται σε ειδικούς φόρους κατανάλωσης εντός της Ευρωπαϊκής Κοινότητας σύμφωνα με το καθεστώς αναστολής των φόρων αυτών (EMCS‑DEV)‑(TAXUD/2004/AO-004)» (στο εξής: επίμαχη σύμβαση).
II – Σύναψη της επίμαχης σύμβασης
9 Με προκήρυξη της 20ής Ιουλίου 2004, που δημοσιεύθηκε στο Συμπλήρωμα της Επίσημης Εφημερίδας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2004, S 139), η Γενική Διεύθυνση «Φορολογία και Τελωνειακή Ένωση» της Επιτροπής (στο εξής: οικεία Γενική Διεύθυνση ή αναθέτουσα αρχή) κίνησε τη διαδικασία ανοικτής προσκλήσεως υποβολής προσφορών για τη σύναψη της επίμαχης σύμβασης. Η σύμβαση αυτή επρόκειτο να συναφθεί με τον υποβαλόντα την πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφορά, δηλαδή εκείνη με την καλύτερη σχέση ποιότητας-τιμής. Η προθεσμία για την υποβολή των προσφορών έληγε στις 31 Αυγούστου 2004.
10 Το σημείο 10 των προδιαγραφών που επισυνάπτονταν στην πρόσκληση υποβολής προσφορών όριζε τα κριτήρια για την ανάθεση του επίδικου έργου ως εξής:
«10. Κριτήρια ανάθεσης
Η σύμβαση θα συναφθεί με τον υποβαλόντα την πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφορά. Τα ακόλουθα κριτήρια θα ληφθούν υπόψη κατά την αξιολόγηση των προσφορών:
1. Ποιότητα της προτεινόμενης λύσης:
1. – καταλληλότητα της στρατηγικής που προτείνεται για την εκτέλεση των απαιτούμενων εργασιών (40/100)
2. – καταλληλότητα των μεθόδων και εργαλείων, του περιβάλλοντος ποιότητας και των διαδικασιών ποιότητας που προτείνονται για την εκτέλεση των απαιτούμενων εργασιών (30/100)
3. – καταλληλότητα της οργάνωσης της ομάδας που προτείνεται για την εκτέλεση των απαιτούμενων εργασιών (20/100)
4. – δομή, σαφήνεια και πληρότητα της προσφοράς (10/100)
Οι προσφορές που έχουν λάβει το 50 % [κατ’] ελάχιστο για καθένα από κριτήρια ποιότητας και γενική βαθμολογία 60 % επί του συνόλου των κριτηρίων αυτών θα υποβάλλονται σε περαιτέρω αξιολόγηση βάσει της τιμής.
2. Τιμή
Η προσφορά με την καλύτερη σχέση ποιότητας-τιμής προσδιορίζεται ως εξής:
– Η προσφορά με την καλύτερη τεχνική βαθμολογία θα λάβει δείκτη ποιότητας 100. Οι υπόλοιπες προσφορές θα λαμβάνουν χαμηλότερους δείκτες ποιότητας σύμφωνα με την τεχνική βαθμολογία τους·
– η προσφορά με τη χαμηλότερη τιμή θα λάβει δείκτη τιμής 100. Οι υπόλοιπες προσφορές θα λάβουν υψηλότερους δείκτες τιμής αναλόγως της προτεινόμενης τιμής.
Η σχέση ποιότητας-τιμής θα υπολογίζεται για κάθε προσφορά διαιρώντας τον δείκτη ποιότητας με τον δείκτη τιμής. Το υψηλότερο αποτέλεσμα θα επιτυγχάνεται από την προσφορά που θα έχει την καλύτερη σχέση ποιότητας-τιμής.»
11 Με τηλεομοιοτυπία της 27ης Αυγούστου 2004, η προσφεύγουσα Ευρωπαϊκή Δυναμική – Προηγμένα Συστήματα Τηλεπικοινωνιών Πληροφορικής και Τηλεματικής ΑΕ, εταιρία ελληνικού δικαίου που δραστηριοποιείται στον τομέα της τεχνολογίας της πληροφορικής και των τηλεπικοινωνιών, διατύπωσε επιφυλάξεις ως προς τη διαδικασία ανάθεσης του επίδικου έργου, που στηρίζονταν στην ενδεχόμενη έλλειψη αντικειμενικότητας του διαγωνισμού προς όφελος των διαγωνιζομένων που ήσαν ήδη προμηθευτές της οικείας ΓΔ, στην έλλειψη σαφών προδιαγραφών του διαγωνισμού και στην έλλειψη συγκεκριμένων και αντικειμενικών κριτηρίων αξιολόγησης των διαγωνιζομένων. Με την ίδια τηλεομοιοτυπία, η προσφεύγουσα ζήτησε από την αναθέτουσα αρχή να παρατείνει την προθεσμία για την υποβολή των προσφορών, έως ότου ληφθούν διορθωτικά μέτρα για τα παραπάνω προβλήματα.
12 Στις 31 Αυγούστου 2004, η προσφεύγουσα υπέβαλε την προσφορά της από κοινού με τη Steria SA, γαλλική εταιρία (στο εξής: προσφορά της κοινοπραξίας Ευρωπαϊκή Δυναμική‑Steria).
13 Με έγγραφο της 3ης Σεπτεμβρίου 2004, η αναθέτουσα αρχή εξέφρασε την άποψη ότι οι επιφυλάξεις που διατύπωσε η προσφεύγουσα με την τηλεομοιοτυπία της 27ης Αυγούστου 2004 ήταν αβάσιμες και αρνήθηκε να δεχθεί την αίτησή της για παράταση της προθεσμίας υποβολής των προσφορών.
14 Σε απάντηση στην επιστολή της 3ης Σεπτεμβρίου 2004, η προσφεύγουσα, με τηλεομοιοτυπία της 6ης Σεπτεμβρίου 2004, διατύπωσε επιφυλάξεις σχετικές με το κατά πόσον ο διαγωνισμός είναι σύμφωνος με το άρθρο 92 του δημοσιονομικού κανονισμού και με το άρθρο 131, παράγραφοι 1 και 2, των κανόνων εφαρμογής.
15 Με έγγραφο της 5ης Οκτωβρίου 2004, η αναθέτουσα αρχή απάντησε ότι τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 92 του δημοσιονομικού κανονισμού και του άρθρου 131, παράγραφοι 1 και 2, των κανόνων εφαρμογής.
16 Η αποσφράγιση των προσφορών έγινε στις 8 Σεπτεμβρίου 2004. Υποβλήθηκαν πέντε προσφορές οι οποίες κρίθηκαν όλες έγκυρες. Μία προσφορά αποκλείσθηκε στο στάδιο αξιολόγησης των κριτηρίων αποκλεισμού. Μία άλλη απορρίφθηκε κατά την ποιοτική αξιολόγηση. Μόνον τρεις προσφορές, μεταξύ των οποίων η προσφορά της κοινοπραξίας Ευρωπαϊκή Δυναμική-Steria, έφθασαν στην τελική αξιολόγηση της σχέσης ποιότητας-τιμής.
17 Η επιτροπή αξιολόγησης πρότεινε να ανατεθεί το αντικείμενο της σύμβασης στην Intrasoft International SA (στο εξής: Intrasoft), η προσφορά της οποίας παρουσίαζε την καλύτερη σχέση ποιότητας-τιμής. Η επιτροπή είχε τη γνώμη ότι η προσφορά της κοινοπραξίας Ευρωπαϊκή Δυναμική-Steria έπρεπε να καταταχθεί στην τρίτη θέση.
18 Η πρόταση της επιτροπής αξιολόγησης έγινε αποδεκτή από την αναθέτουσα αρχή η οποία, με απόφαση της 18ης Νοεμβρίου 2004, προέβη στην ανάθεση του αντικειμένου της επίμαχης σύμβασης.
19 Το αποτέλεσμα του διαγωνισμού κοινοποιήθηκε στην προσφεύγουσα με επιστολή της 18ης Νοεμβρίου 2004. Η επιστολή ανέφερε ότι «η προσφορά [της] δεν επιλέχθηκε διότι, μετά την αξιολόγηση των προσφορών και βάσει των κριτηρίων ανάθεσης που περιλαμβάνονται στη συγγραφή υποχρεώσεων, δεν αποτελούσε την καλύτερη προσφορά όσον αφορά τη σχέση ποιότητας-τιμής».
20 Με συστημένη επιστολή και τηλεομοιοτυπία της 22ας Νοεμβρίου 2004, η προσφεύγουσα ζήτησε από την αναθέτουσα αρχή τις ακόλουθες πληροφορίες και έγγραφα: το όνομα του επιλεγέντος διαγωνιζομένου και, στην περίπτωση που αυτός είχε εταίρο (ή εταίρους) ή υπεργολάβο (ή υπεργολάβους), το όνομα του (τους) και το ποσοστό της σύμβασης που του (τους) ανατέθηκε· τη βαθμολογία που έλαβαν σε καθένα από τα κριτήρια ανάθεσης η τεχνική προσφορά της προσφεύγουσας και η προσφορά που επιλέχθηκε· αντίγραφο της έκθεσης της επιτροπής αξιολόγησης και των λεπτομερειών της σύγκρισης της οικονομικής προσφοράς της προσφεύγουσας με την οικονομική προσφορά που επιλέχθηκε και ειδικότερα, τη βαθμολογία που έλαβε κάθε μία από τις δύο προαναφερθείσες προσφορές. Με τηλεομοιοτυπία της 8ης Δεκεμβρίου 2004, η προσφεύγουσα επανέλαβε το αίτημά της.
21 Η αναθέτουσα αρχή απαντώντας, με επιστολή της 10ης Δεκεμβρίου 2004, κοινοποίησε στην προσφεύγουσα απόσπασμα της έκθεσης της επιτροπής αξιολόγησης. Το απόσπασμα αυτό περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, σχόλια της εν λόγω επιτροπής για τις προσφορές της Intrasoft και της κοινοπραξίας Ευρωπαϊκή Δυναμική‑Steria όσον αφορά καθένα από τα κριτήρια ανάθεσης της επίμαχης σύμβασης. Τα σχόλια αυτά έχουν ως εξής:
«A. Intrasoft […]
Γενικό σχόλιο
Εξαιρετική προσφορά που δείχνει βαθιά κατανόηση των ζητημάτων με μια καλά μελετημένη και λεπτομερή προσέγγιση για τη διαχείριση του σχεδίου. Ο βαθμός λεπτομέρειας, η σχολαστική προσέγγιση στην ανάλυση των πιθανών προβλημάτων και η προσοχή που δίνεται στα θέματα της διαχείρισης της ποιότητας συμβάλλουν στη συνολική ποιότητα αυτής της προσφοράς. Η μόνη αδυναμία είναι η έλλειψη αρχιτεκτονικής ανάλυσης, η οποία όμως δεν υποβαθμίζει τη συνολική ποιότητα της προσφοράς.
Η προσφορά βασίζεται σε συνεκτική κατανόηση του τομέα των ειδικών φόρων κατανάλωσης και του πολιτικού και οργανωτικού περιβάλλοντός του εντός της Επιτροπής και των κρατών μελών.
Οι μέθοδοι και η οργάνωση της ομάδας είναι πολύ υψηλής ποιότητας και αποδεικνύουν ότι μπορούν να αντεπεξέλθουν στο εύρος των εργασιών, συμπεριλαμβανομένης της αναγκαίας ευελιξίας [ή επιδεικνύοντας την αναγκαία ευελιξία].
Επομένως, η πρόταση αυτή φαίνεται άκρως κατάλληλη για την ανάληψη της ευθύνης του έργου.
Κριτήριο: Καταλληλότητα της στρατηγικής που προτείνεται για την εκτέλεση των απαιτούμενων εργασιών
Η εταιρία αυτή κατανοεί σε μεγάλο βαθμό τα προβλήματα που πρέπει να επιλυθούν στο πλαίσιο του EMCS, έχοντας σαφή γνώση του τρόπου με τον οποίο συνδέονται οι συνιστώσες του έργου.
Η προσφορά παρουσιάζει μια πλήρη και λεπτομερή περιγραφή της στρατηγικής τους, της προσέγγισής τους όσον αφορά την εφαρμογή, καθώς και μια πολύ λεπτομερή περιγραφή των συνιστωσών του έργου.
Η οπτική και η στρατηγική τους υποστηρίζονται από ένα πολύ αξιόπιστο και λεπτομερές σχέδιο του έργου.
Υπάρχει μια καλή ανάλυση της δυνατότητας επαναχρησιμοποίησης των συστατικών του NSTI.
Η προσφορά περιλαμβάνει διεξοδικό πλέγμα ελέγχου των απαιτήσεων, που υπογραμμίζει τη βαθιά κατανόηση των αντικειμένων του έργου, καθώς και την τήρηση των απαιτήσεων “υψηλού επιπέδου” που ορίζονται στη συγγραφή υποχρεώσεων του διαγωνισμού.
Η προσφορά αυτή προτείνει ένα ικανοποιητικό σύνολο δεικτών ποιότητας, που καλύπτουν όλες τις δραστηριότητες, παρέχοντας έτσι τη δυνατότητα συμπληρώσεως των δεικτών που ορίζονται με τη συγγραφή υποχρεώσεων.
Μια μικρή αδυναμία της προσφοράς αυτής είναι η έλλειψη βαθύτερης ανάλυσης των δομικών ζητημάτων (συνεκτικότητα, επεκτασιμότητα και απόδοση).
Κριτήριο: καταλληλότητα των μεθόδων και εργαλείων, του περιβάλλοντος ποιότητας και των διαδικασιών ποιότητας που προτείνονται για την εκτέλεση των απαιτούμενων εργασιών
Εξαιρετικά λεπτομερής περιγραφή των προτεινόμενων μεθόδων και εργαλείων. Η γενική προσέγγιση που συνδυάζει το RUP [Rational Unified Process] για το στάδιο των προδιαγραφών, στη συνέχεια το TEMPO για το στάδιο της ανάπτυξης αποδεικνύει την καλή κατανόηση των διαφορών μεταξύ των δύο σταδίων της ανάπτυξης της συνεργασίας μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών.
Η προσέγγιση της διασφάλισης της ποιότητας είναι πολύ καλά μελετημένη, στο μέτρο που προτείνει δείκτες ποιότητας τόσο για τη διαδικασία όσο και για το προϊόν, και προέρχεται από “θέματα-κλειδιά της αξιολόγησης”.
Ο διαγωνιζόμενος έχει καλή κατανόηση των αρχών της Cosmic-FFP [η υποσημείωση παραλείπεται], ωστόσο η περιγραφή είναι μάλλον θεωρητική και πάσχει από έλλειψη πρακτικής εφαρμογής (π.χ.: δεν προσδιορίζουν τα μέσα που θα χρησιμοποιηθούν).
Παρά τον πολύ καλό ορισμό της ανάπτυξης της υποδομής, οι παροχές ασφάλειας στις εγκαταστάσεις του υποψηφίου παραβλέπονται.
Κριτήριο: καταλληλότητα της οργάνωσης της ομάδας που προτείνεται για την εκτέλεση των απαιτούμενων εργασιών
Η δομή και η οργάνωση της ομάδας είναι εξαιρετικά καλά καθορισμένες, χάρη στις δομές τηρήσεως πρακτικών, στον επακριβή προσδιορισμό των χαρακτηριστικών στοιχείων (23 συνολικά) και της περιγραφής τους, την πλήρη κλίμακα δεξιοτήτων ανά χαρακτηριστικό στοιχείο. Η σύνθεση της ομάδας είναι καλά ισορροπημένη μεταξύ των χαρακτηριστικών στοιχείων των διαχειριστών, των εμπειρογνωμόνων του εμπορίου, των αναλυτών των επιχειρήσεων, των υπευθύνων για την ανάπτυξη, των μελετητών, των εργαζομένων στην υπηρεσία τεχνικής βοήθειας, κ.λπ.
Τα καθήκοντα και οι αρμοδιότητες εντός της ομάδας καθορίζονται επακριβώς.
Το μέγεθος της ομάδας (περίπου 60 άτομα) είναι λογικό και συνεπές σε σχέση με τον όγκο των δραστηριοτήτων που πρέπει να εκτελεσθούν.
Η προσφορά εξασφαλίζει χαμηλό ποσοστό ανανέωσης του προσωπικού διατηρώντας το περίπου στο 80 % του δυναμικού της ομάδας, εμποδίζοντας τη μετακίνηση των εργαζομένων για να εργασθούν σε άλλα έργα.
Κριτήριο: Δομή, σαφήνεια και πληρότητα της προσφοράς
Η παρουσίαση της προσφοράς είναι πλήρης και λεπτομερής ως προς την επεξεργασία όλων των δραστηριοτήτων του σχεδίου.
Η γενική παρουσίαση είναι καλά διαρθρωμένη και πλαισιωμένη με πολλά επεξηγηματικά διαγράμματα. Η πρόσβαση στις πληροφορίες είναι εύκολη, διότι η γλώσσα που χρησιμοποιείται είναι κατανοητή. Η μόνη έλλειψη της προσφοράς είναι ένας πίνακας ακρωνυμίων.
B. [Ευρωπαϊκή Δυναμική-Steria]
Γενικό σχόλιο
Μολονότι η προσφορά περιλαμβάνει ορισμένες ενδιαφέρουσες προτάσεις από πλευρά αρχιτεκτονικής ανάλυσης, είναι πολύ γενική: η περιγραφή της διαδικασίας των προδιαγραφών και της ανάπτυξης δεν αναδεικνύει πραγματικά την ιδιαιτερότητα [της εφαρμογής του EMCS].
Η μεθοδολογία που προτείνεται με την προσφορά είναι ένας συνεπής συνδυασμός των βέλτιστων πρακτικών και έργων που αφορούν την ανάπτυξη των συστημάτων πληροφορικής. Ωστόσο, και πάλι, οι συγκεκριμένες πτυχές της ανάπτυξης του EMCS αντιμετωπίζονται πολύ γενικά και η προτεινόμενη ανάλυση δεν είναι αρκούντως πλήρης.
Η περιγραφή της οργάνωσης της ομάδας είναι καλή, αλλά δεν δείχνει ότι υπάρχει επαρκής κατανόηση της ανάγκης συνακόλουθης υποστήριξης των χρηστών κατά τη διάρκεια των δραστηριοτήτων εξειδίκευσης [του σχεδίου εφαρμογής του EMCS].
Η προσφορά παρουσιάζει ορισμένες αντιφάσεις, γεγονός που εγείρει αμφιβολίες σχετικά με την αξιοπιστία αυτής της πρότασης.
Κριτήριο: Επάρκεια της στρατηγικής που προτείνεται για την πραγματοποίηση των απαιτούμενων έργων
Ο διαγωνιζόμενος συμπεριέλαβε έκθεση για την τεχνική δομή του EMCS, υπέβαλε μια ενδιαφέρουσα πρόταση σχετικά με την όλη δομή (π.χ., τη χρήση των υπηρεσιών Web), αποπειράθηκε να προτείνει τεχνικές λύσεις, καθώς και μια πρόταση για τη δημιουργία της υποδομής.
Η προσφορά περιλαμβάνει λεπτομερή κατάλογο των συνιστωσών με τη σωστή σειρά, τους μηχανισμούς έρευνας, σχεδιασμού, παράδοσης/παραλαβής, καθώς και τους δείκτες ποιότητας.
Ωστόσο, η συνολική προσέγγιση είναι πολύ γενική και δεν εξετάζει λεπτομερώς παρά μόνον πολύ λίγο τις ειδικές πτυχές του EMCS.
Η προτεινόμενη στρατηγική είναι λίγο απλοϊκή. Περιέχει πολλά αποσπάσματα από εξωτερικές πηγές (π.χ., μακρά αποσπάσματα από τα έγγραφα της IBM Rational RUP) χωρίς να εξηγεί τη σημασία τους για το έργο.
Η προσφορά δείχνει έλλειψη κατανόησης της συγγραφής υποχρεώσεων, καθόσον αναφέρεται σε δραστηριότητες που έχουν ήδη ολοκληρωθεί, ή που θα έχουν ολοκληρωθεί κατά τον χρόνο ενάρξεως ισχύος της σύμβασης. Προτείνει επίσης δομικά στοιχεία τα οποία δεν έχουν θέση στο περιβάλλον του EMCS, σε επίπεδο επιδόσεων ή επεκτασιμότητας.
Η προσφορά παρουσιάζει ορισμένες αντιφάσεις, κυρίως όσον αφορά τον σχεδιασμό: π.χ., ορισμένες δραστηριότητες ανάπτυξης αρχίζουν πριν από την έναρξη του σταδίου των προδιαγραφών.
Κριτήριο: Καταλληλότητα των μεθόδων και εργαλείων, του περιβάλλοντος ποιότητας και των διαδικασιών ποιότητας που προτείνονται για την εκτέλεση των απαιτούμενων εργασιών
Γενικώς, οι προτεινόμενες μέθοδοι παρουσιάζονται ικανοποιητικά. Η προσφορά παρουσιάζει μία ακριβή περιγραφή της ανάπτυξης της υποδομής και μια καλή περιγραφή των πτυχών που σχετίζονται με την ασφάλεια.
Παρατίθενται πολυάριθμες τυποποιημένες αναφορές [παρόμοιες με εκείνες που περιλαμβάνονται σε εγχειρίδια] όσον αφορά την δομή, τα πρότυπα, τα μέσα πληροφορικής και τις συνιστώσες της υποδομής (π.χ. XML, X509, J2EE). Συνοδεύονται από εκατοντάδες σελίδες εγχειριδίων και φυλλαδίων της HP, Oracle, CISCO, κ.λπ., αλλά κατά το πλείστον χωρίς καμία αιτιολόγηση ή ρητή σχέση με τα αντικείμενα του EMCS.
Η προσφορά παρουσιάζει λεπτομερή περιγραφή του Cosmic FFP, ωστόσο τα εργαλεία που προτείνονται για τις εκτιμήσεις (Calico et Costar) είναι κατάλληλα μόνο για τις εκτιμήσεις που βασίζονται στη μεθοδολογία Cocomo II, γεγονός που στερείται συνοχής (βλ. τμήμα 4.1.3.5.1).
Η μέθοδος RUP [θεωρήθηκε] σε όλα τα σημεία της προσφοράς [της κοινοπραξίας Ευρωπαϊκή Δυναμική Steria] ως “η” μέθοδος διαχείρισης του σχεδίου, [παρόλο που] η πρότασή της για το λογισμικό του περιβάλλοντος ανάπτυξης δεν περιλαμβάνει καμία άδεια της IBM-Rational.
Κριτήριο: Καταλληλότητα της οργάνωσης της ομάδας που προτείνεται για την εκτέλεση των απαιτούμενων εργασιών
Καλή περιγραφή της οργάνωσης της ομάδας, που δείχνει κατανόηση της εξέλιξης στη σύνθεσή της, ανάλογα με την πρόοδο του έργου, την εξειδίκευση στην ανάπτυξη, στην παραγωγή, στη διανομή, συμπεριλαμβανομένης της ασφάλειας, των δοκιμών και της τεχνικής βοήθειας. Οι αλληλεπιδράσεις μέσα στην ομάδα περιγράφονται ικανοποιητικά.
Το μέγεθος της ομάδας, αποτελούμενης από 67 άτομα, είναι επαρκές.
Παρά το γεγονός ότι η πείρα σε θέματα τελωνείων και ειδικών φόρων κατανάλωσης ορίζεται με την προσφορά της ως απαραίτητη όσον αφορά τις δεξιότητες, στην πράξη, η πρότασή της δεν αποδεικνύει την ύπαρξη δεξιοτήτων αυτού του είδους.
Κριτήριο: Δομή, σαφήνεια και πληρότητα της προσφοράς
Η παρουσίαση της προσφοράς είναι σαφής.
Η δομή της και η συνολική της θεώρηση είναι καλές.
Ωστόσο, ο απίστευτα αόριστος χαρακτήρας της τεκμηρίωσης και το χαμηλό επίπεδο λεπτομερειών καθιστούν την προσφορά ασαφή.»
22 Το απόσπασμα της έκθεσης της επιτροπής αξιολόγησης που κοινοποιήθηκε στην προσφεύγουσα περιέχει, επίσης, έναν πίνακα συγκριτικής αξιολόγησης της ποιότητας της προσφοράς της κοινοπραξίας Ευρωπαϊκή Δυναμική-Steria και της προσφοράς της Intrasoft, καθώς και έναν πίνακα συγκριτικής αξιολόγησης της σχέσης ποιότητας-τιμής των δύο αυτών προσφορών. Οι δύο πίνακες έχουν ως εξής:
Πίνακας συγκριτικής αξιολόγησης
ITT TAXUD/2004/AO-004 EMCS-DEV
Κριτήρια
[…]
Intrasoft
Ευρωπαϊκή Δυναμική -Steria
[…]
[…]
Ποιότητα
Καταλληλότητα της στρατηγικής που προτείνεται για την εκτέλεση των απαιτούμενων εργασιών (/40)
35,1
23,2
Καταλληλότητα των μεθόδων και εργαλείων, του περιβάλλοντος ποιότητας και των διαδικασιών ποιότητας που προτείνονται για την εκτέλεση των απαιτούμενων εργασιών (/30)
24,5
16,7
Καταλληλότητα της οργάνωσης της ομάδας που προτείνεται για την εκτέλεση των απαιτούμενων εργασιών (/20)
17,6
14,5
Δομή, σαφήνεια και πληρότητα της προσφοράς (/10)
8,5
5,8
Συνολική ποιότητα
85,7
60,2
Δείκτης ποιότητας (με ανώτατη βαθμολογία 100)
100
70
Πίνακας συγκριτικής αξιολόγησης
ITT TAXUD/2004/AO-004 EMCS-DEV
Κριτήρια
[…]
Intrasoft
Ευρωπαϊκή Δυναμική -Steria
[…]
[…]
Συνολική ποιότητα
85,7
60,2
Δείκτης ποιότητας (με ανώτατη βαθμολογία 100)
100
70
Προτεινόμενη τιμή TBP/(IS+EI) (σε ευρώ)
(Υπηρεσίες IT και πρόβλεψη για την εξέλιξη της υποδομής)
11 634 533
15 078 693
Δείκτης σταθερής τιμής (ελάχιστη βαθμολογία 100)
100
130
Δείκτης ποιότητας / Δείκτης τιμής
1
0,54
23 Με επιστολή και τηλεομοιοτυπία της 30ής Δεκεμβρίου 2004, η προσφεύγουσα υπέβαλε τις παρατηρήσεις της επί ενός αποσπάσματος της έκθεσης της επιτροπής αξιολόγησης που της είχε κοινοποιηθεί και επανέλαβε την άποψή της ότι η διαδικασία ανάθεσης του αντικειμένου της επίμαχης σύμβασης ήταν αντίθετη προς τον δημοσιονομικό κανονισμό και την ισχύουσα νομοθεσία.
24 Με έγγραφο της 14ης Ιανουαρίου 2005, η αναθέτουσα αρχή τόνισε ότι εξέταζε προσεκτικά τα σημεία που προέβαλε η προσφεύγουσα με την επιστολή της της 30ής Δεκεμβρίου 2004 και ότι θα της κοινοποιούσε λεπτομερή απάντηση το συντομότερο δυνατό.
25 Με έγγραφο της 17ης Φεβρουαρίου 2005, η αναθέτουσα αρχή απάντησε στις παρατηρήσεις που είχε διατυπώσει η προσφεύγουσα με την από 30 Δεκεμβρίου 2004 επιστολή της.
26 Η ανακοίνωση της ανάθεσης του αντικειμένου της επίμαχης σύμβασης δημοσιεύθηκε στο Συμπλήρωμα της Επίσημης Εφημερίδας της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 2 Μαρτίου 2005 (ΕΕ 2005, S 43).
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
27 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου [νυν Γενικού Δικαστηρίου] στις 28 Ιανουαρίου 2005, η προσφεύγουσα άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
28 Με έγγραφο της 30ής Οκτωβρίου 2006, το Πρωτοδικείο, στο πλαίσιο των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας, ζήτησε από την προσφεύγουσα να απαντήσει γραπτώς σε ερωτήσεις επί του παραδεκτού της προσφυγής. Η προσφεύγουσα ανταποκρίθηκε στο αίτημα αυτό εντός της ταχθείσας προθεσμίας.
29 Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή, το Πρωτοδικείο (τρίτο τμήμα) αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία.
30 Με έγγραφο της 3ης Φεβρουαρίου 2009, το Πρωτοδικείο, στο πλαίσιο των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας, κάλεσε τους διαδίκους να απαντήσουν εγγράφως σε ερωτήσεις. Με το ίδιο έγγραφο, ζήτησε από την Επιτροπή την προσκόμιση εγγράφων. Οι διάδικοι συμμορφώθηκαν προς τα αιτήματα αυτά εντός της ταχθείσας προθεσμίας.
31 Με έγγραφο της 2ας Μαρτίου 2009, το Πρωτοδικείο, στο πλαίσιο των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας, ζήτησε από τους διαδίκους να υποβάλουν τις γραπτές παρατηρήσεις τους επί των απαντήσεων που υπέβαλε ο αντίδικος στις γραπτές ερωτήσεις που έθεσε το Πρωτοδικείο με το έγγραφο της 3ης Φεβρουαρίου 2009. Οι διάδικοι συμμορφώθηκαν προς το αίτημα αυτό εντός της ταχθείσας προθεσμίας.
32 Οι διάδικοι αγόρευσαν και απάντησαν στις ερωτήσεις του Πρωτοδικείου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 17ης Μαρτίου 2009.
33 Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
– να ακυρώσει την απόφαση της Επιτροπής με την οποία απορρίφθηκε η προσφορά της και ανατέθηκε το αντικείμενο της σύμβασης στον επιλεγέντα διαγωνιζόμενο·
– να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα, ακόμη και αν απορριφθεί η προσφυγή.
34 Η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
– να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη·
– να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Σκεπτικό
I – Επί του παραδεκτού
Α – Επιχειρήματα των διαδίκων
35 Μολονότι δεν υπέβαλε ρητώς ένσταση απαραδέκτου, η Επιτροπή εφιστά την προσοχή του Δικαστηρίου στο γεγονός ότι η Steria, το έτερο μέλος της κοινοπραξίας Ευρωπαϊκή Δυναμική-Steria, δεν αμφισβήτησε την απόφαση της αναθέτουσας αρχής περί απορρίψεως της προσφοράς της κοινοπραξίας και περί αναθέσεως του αντικειμένου της σύμβασης σε άλλο διαγωνιζόμενο, και ότι, εξάλλου, από το δικόγραφο της προσφυγής δεν προκύπτει ότι η προσφεύγουσα προσέβαλε την απόφαση αυτή για λογαριασμό της Steria. Επομένως, η προσφεύγουσα προσβάλλει την εν λόγω απόφαση μόνον εξ ονόματός της.
36 Η προσφεύγουσα αντιτάσσει, με το υπόμνημα απαντήσεως, ότι, ως επικεφαλής της κοινοπραξίας Ευρωπαϊκή Δυναμική-Steria και ως πλήρως υπεύθυνη για την προετοιμασία και τη σύνταξη της προσφοράς, νομιμοποιείται ενεργητικώς και ότι ούτε η νομοθεσία ούτε η κοινοτική νομολογία απαιτεί την προσβολή της αποφάσεως περί αναθέσεως από όλα τα μέλη της διαγωνιζόμενης κοινοπραξίας. Η προσφεύγουσα ανέπτυξε, εξάλλου, διεξοδικά το επιχείρημα αυτό με τις γραπτές απαντήσεις της στις ερωτήσεις του Πρωτοδικείου (βλ. σκέψη 28 ανωτέρω).
37 Η Επιτροπή δεν αμφισβήτησε την παραπάνω άποψη της προσφεύγουσας.
Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
38 Το Γενικό Δικαστήριο κρίνει ότι επιβάλλεται να εξετάσει, εν προκειμένω, την ενεργητική νομιμοποίηση της προσφεύγουσας να στραφεί κατά της αποφάσεως της αναθέτουσας αρχής, που της κοινοποιήθηκε με το έγγραφο της 18ης Νοεμβρίου 2004, περί απορρίψεως της προσφοράς της κοινοπραξίας Ευρωπαϊκή Δυναμική-Steria και περί αναθέσεως του αντικειμένου της σύμβασης σε άλλο διαγωνιζόμενο (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση).
39 Κατά το άρθρο 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, «[κ]άθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δύναται να ασκεί προσφυγή κατά των αποφάσεων που απευθύνονται σ’ αυτό, καθώς και κατά αποφάσεων που, αν και εκδίδονται ως κανονισμοί ή αποφάσεις που απευθύνονται σε άλλο πρόσωπο, το αφορούν άμεσα και ατομικά».
40 Εν προκειμένω, μολονότι η προσβαλλόμενη απόφαση απευθύνεται, τυπικώς, στον διαγωνιζόμενο, δηλαδή στην κοινοπραξία Ευρωπαϊκή Δυναμική-Steria, ωστόσο, όπως προκύπτει από τις γραπτές απαντήσεις της προσφεύγουσας στις ερωτήσεις του Γενικού Δικαστηρίου (βλ. σκέψη 28 ανωτέρω), τις οποίες δεν αμφισβήτησε η Επιτροπή, και τις οποίες το Γενικό Δικαστήριο δεν έχει κανένα λόγο να αμφισβητήσει, η κοινοπραξία Ευρωπαϊκή Δυναμική-Steria ουδέποτε είχε νομική προσωπικότητα. Επομένως, υπό την οπτική του άρθρου 230 ΕΚ, δεδομένου ότι ήταν εμφανές ποια ήσαν τα μέλη αυτής της κοινοπραξίας ειδικού σκοπού, οι δύο εταιρίες που την απαρτίζουν πρέπει να θεωρηθούν αμφότερες ως αποδέκτες της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Η προσφεύγουσα μπορεί, επομένως, νομίμως να αμφισβητήσει την προσβαλλόμενη απόφαση σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 230 ΕΚ.
41 Συνεπώς, η προσφυγή είναι παραδεκτή.
II – Επί της ουσίας
42 Προς στήριξη της προσφυγής της, η προσφεύγουσα προβάλλει πέντε λόγους ακυρώσεως. Ο πρώτος λόγος αντλείται από παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων και της αρχής του ελεύθερου ανταγωνισμού. Ο δεύτερος λόγος αντλείται από παράβαση των διατάξεων του δημοσιονομικού κανονισμού, των κανόνων εφαρμογής, της οδηγίας 92/50/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για το συντονισμό των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων υπηρεσιών (ΕΕ L 209, σ. 1) και της οδηγίας 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών (ΕΕ L 134, σ. 114). Ο τρίτος λόγος αντλείται από πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως στην οποία υπέπεσε η αναθέτουσα αρχή κατά την αξιολόγηση της προσφοράς της κοινοπραξίας Ευρωπαϊκή Δυναμική-Steria. Ο τέταρτος λόγος αντλείται από έλλειψη σχετικών πληροφοριών και από ελλιπή αιτιολόγηση. Ο πέμπτος λόγος αντλείται από παραβίαση των αρχών της χρηστής διοικήσεως και της επιμέλειας.
43 Το Γενικό Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο να εξετάσει αρχικώς τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, έπειτα τον δεύτερο, στη συνέχεια τον πέμπτο λόγο, κατόπιν τον τέταρτο και, τέλος, τον τρίτο λόγο. Η σειρά αυτή υπαγορεύεται από το γεγονός ότι ο πρώτος, ο δεύτερος και ο πέμπτος λόγος αφορούν τη διαδικασία ανάθεσης της εν λόγω σύμβασης, ενώ ο τέταρτος και ο τρίτος λόγος αφορούν την προσβαλλομένη απόφαση.
Α – Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων και της αρχής του ελεύθερου ανταγωνισμού
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
44 Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η Επιτροπή παραβίασε τις αρχές της απαγορεύσεως των διακρίσεων και του ελεύθερου ανταγωνισμού των διαγωνιζομένων καθόσον δεν έθεσε στη διάθεσή της –παρά το αίτημα που διατύπωσε συναφώς πριν από τη λήξη της προθεσμίας για την υποβολή των προσφορών– δύο κατηγορίες τεχνικών πληροφοριών που ήσαν απαραίτητες για την κατάρτιση των προσφορών στο πλαίσιο της επίμαχης σύμβασης, δηλαδή, πρώτον, τις ακριβείς προδιαγραφές του EMCS και, δεύτερον, τις τεχνικές πληροφορίες για τις υπάρχουσες εφαρμογές πληροφορικής που σχετίζονται με το EMCS και, ειδικότερα, τον πηγαίο κώδικα του νέου μηχανογραφημένου συστήματος διαμετακόμισης (NCTS). Αυτή η προβαλλόμενη παράβαση εκ μέρους της Επιτροπής ευνόησε τους διαγωνιζομένους που είχαν συμβληθεί στο παρελθόν ή ήσαν αντισυμβαλλόμενοι της αρμόδιας Γενικής Διεύθυνσης, ή συνδέονταν με αντισυμβαλλόμενους, και, ως εκ τούτου, είχαν αποκλειστική πρόσβαση στις ανωτέρω πληροφορίες. Οι διαγωνιζόμενοι αυτοί, συμπεριλαμβανομένου του διαγωνιζομένου που επιλέχθηκε, μπόρεσαν έτσι να υποβάλουν προσφορές ανταγωνιστικότερες από εκείνες της προσφεύγουσας, τόσο σε τεχνικό όσο και σε οικονομικό επίπεδο.
45 Όσον αφορά, πρώτον, τις προδιαγραφές του EMCS, η προσφεύγουσα υπογραμμίζει ότι οι προδιαγραφές αυτές δεν ήταν διαθέσιμες κατά τη διαδικασία σύναψης της σχετικής σύμβασης, αλλά ήταν στο στάδιο της προετοιμασίας από άλλο συμβαλλόμενο στο πλαίσιο διαφορετικής σύμβασης. Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η Επιτροπή δεν εξηγεί πώς θα μπορούσε ο διαγωνιζόμενος να ανταποκριθεί καταλλήλως στους σκοπούς και στις απαιτήσεις ενός συστήματος πληροφορικής για το οποίο δεν έλαβε λεπτομερείς προδιαγραφές και διερωτάται πώς η προσφορά της θα μπορούσε να είναι «καλύτερη» από αυτήν ενός ήδη συμβληθέντος, όταν, μόνον αυτός, είχε στη διάθεσή του τις εν λόγω προδιαγραφές.
46 Όσον αφορά, δεύτερον, τον πηγαίο κώδικα του NSTI, η προσφεύγουσα υπογραμμίζει ότι η Επιτροπή της αρνήθηκε την πρόσβαση χωρίς βάσιμο λόγο και παρά το αίτημα που υπέβαλε συναφώς. Αντιθέτως, ο επιλεγείς διαγωνιζόμενος μπορούσε να έχει πρόσβαση στον εν λόγω κώδικα, εφόσον είχε συμβληθεί με την Επιτροπή για το NSTI και μπορούσε, επομένως, να υποβάλει προσφορά ανταγωνιστικότερη από εκείνη της προσφεύγουσας.
47 Για να αποδείξει τη σημασία της πρόσβασης στον πηγαίο κώδικα του NSTI για την υποβολή των προσφορών στον οικείο διαγωνισμό, η προσφεύγουσα επικαλείται τα εξής στοιχεία.
48 Πρώτον, επικαλείται το άρθρο 3, παράγραφος 2, της αποφάσεως 1152/2003 που προτείνει την επαναχρησιμοποίηση, κατά το δυνατόν, από το αντισυμβαλλόμενο μέρος στη οικεία σύμβαση, του NSTI, με σκοπό τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου συστήματος μηχανογράφησης της κυκλοφορίας των προϊόντων που υπάγονται σε ειδικούς φόρους κατανάλωσης εντός της Κοινότητας. Η προσφεύγουσα συνάγει από το περιεχόμενο αυτού του άρθρου ότι η ανωτέρω απόφαση απαιτεί την επαναχρησιμοποίηση, από τον αντισυμβαλλόμενο στην επίδικη σύμβαση, του πηγαίου κώδικα του NSTI και της αρχιτεκτονικής του.
49 Δεύτερον, επικαλείται την περιγραφή της παρτίδας 7.1 που περιλαμβάνεται στο τεχνικό παράρτημα της συγγραφής υποχρεώσεων, όπου γίνεται αναφορά στον πηγαίο κώδικα του NSTI.
50 Τρίτον, επικαλείται το σχόλιο της επιτροπής αξιολόγησης όσον αφορά την προσφορά του επιλεγέντος υποψηφίου, σύμφωνα με την οποία η προσφορά αυτή περιελάμβανε μια καλή ανάλυση σχετικά με τη δυνατότητα επαναχρησιμοποίησης των συστατικών μερών («components») του NSTI. Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι ο όρος «συστατικά μέρη» αναφέρεται εν προκειμένω «σαφώς στα διάφορα συστατικά μέρη του πηγαίου κώδικα».
51 Τέταρτον, από οικονομική άποψη, η προσφεύγουσα, για να αποδείξει ότι η γνώση του πηγαίου κώδικα του NSTI ήταν απαραίτητη για την τιμολόγηση της προσφοράς της, ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή ζήτησε από τους διαγωνιζομένους να αναφέρουν στις προσφορές τους όχι μόνον τις τιμές ανά μονάδα, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, αλλά επίσης και κατά κύριο λόγο, ενιαίο προϋπολογισμό και μια συνολική τιμή για την προμήθεια του EMCS και όλων των συναφών υπηρεσιών. Η απαίτηση αυτή εκ μέρους της Επιτροπής καθιστούσε απαραίτητες εκ μέρους των διαγωνιζομένων ακριβείς εκτιμήσεις για το μέγεθος και την πολυπλοκότητα του έργου, γεγονός που απαιτούσε τη γνώση του πηγαίου κώδικα. Η άγνοια του πηγαίου κώδικα από την προσφεύγουσα την υποχρέωνε να αυξήσει την τιμή της προσφοράς της προκειμένου να συμπεριλάβει σ’ αυτήν τον κίνδυνο που προέκυπτε από την άγνοια αυτή. Αντιθέτως, ο επιλεγείς διαγωνιζόμενος, γνωρίζοντας τον εν λόγω κώδικα, μπορούσε να υποβάλει ανταγωνιστικότερη προσφορά η οποία ανερχόταν μόνο στο 50 % του προϋπολογισμού της επίδικης σύμβασης.
52 Τέλος, η προσφεύγουσα επισημαίνει ότι στο πλαίσιο διαγωνισμού για άλλη σύμβαση [σύμβαση για την κάλυψη των προδιαγραφών, της ανάπτυξης, συντήρησης και υποστήριξης των μηχανογραφημένων συστημάτων των τελωνείων σχετικά με τα έργα πληροφορικής της οικείας ΓΔ (CUST‑DEV) (TAXUD/2005/AO‑001)], που προκηρύχθηκε λίγο μετά την προκήρυξη του διαγωνισμού για την επίμαχη σύμβαση και στον οποίο αναθέτουσα αρχή ήταν επίσης η οικεία ΓΔ, δόθηκε στους διαγωνιζομένους ο πηγαίος κώδικας του NSTI. Ζητεί επομένως από την Επιτροπή να εξηγήσει αυτή τη διαφορετική μεταχείριση. Εξάλλου, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η προσφεύγουσα υποστήριξε ότι η υπό κρίση υπόθεση ήταν παρόμοια με την υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 12ης Μαρτίου 2008, T‑345/03, Ευρωπαϊκή Δυναμική κατά Επιτροπής (Συλλογή 2008, σ. II‑341), στην οποία το Γενικό Δικαστήριο δέχθηκε τον αντλούμενο από παράβαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως των διαγωνιζομένων λόγο ακυρώσεως της προσφεύγουσας και ακύρωσε την απόφαση της Επιτροπής περί αναθέσεως του έργου.
53 Η Επιτροπή αμφισβητεί τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας.
2. Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
54 Κατά το άρθρο 89, παράγραφος 1, του δημοσιονομικού κανονισμού, όλες οι δημόσιες συμβάσεις που χρηματοδοτούνται εξ ολοκλήρου ή εν μέρει από τον προϋπολογισμό πρέπει να συνάπτονται τηρουμένων των αρχών της διαφάνειας, της αναλογικότητας, της ίσης μεταχειρίσεως και της απαγορεύσεως των διακρίσεων.
55 Έτσι, κατά πάγια νομολογία, η αναθέτουσα αρχή οφείλει να μεριμνά, σε κάθε στάδιο της διαδικασίας υποβολής προσφορών, για την τήρηση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως και, κατά συνέπεια, τη διασφάλιση ίσων ευκαιριών για όλους τους διαγωνιζόμενους (απόφαση του Δικαστηρίου της 29ης Απριλίου 2004, C‑496/99 P, Επιτροπή κατά CAS Succhi di Frutta, Συλλογή 2004, σ. I‑3801, σκέψη 108· αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 17ης Δεκεμβρίου 1998, T‑203/96, Embassy Limousines & Services κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1998, σ. II‑4239, σκέψη 85, και της 17ης Μαρτίου 2005, T‑160/03, AFCon Management Consultants κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. II‑981, σκέψη 75).
56 Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των διαγωνιζομένων, η οποία έχει ως σκοπό να ευνοήσει την ανάπτυξη υγιούς και πραγματικού ανταγωνισμού μεταξύ των επιχειρήσεων που μετέχουν σε διαγωνισμό, επιβάλλει όπως όλοι οι διαγωνιζόμενοι έχουν ίσες ευκαιρίες όταν διατυπώνουν τους όρους των προσφορών τους και επομένως συνεπάγεται ότι ισχύουν οι ίδιες προϋποθέσεις για όλους τους διαγωνιζομένους (βλ., συναφώς, αποφάσεις του Δικαστηρίου της 18ης Οκτωβρίου 2001, C‑19/00, SIAC Construction, Συλλογή 2001, σ. I‑7725, σκέψη 34, και της 12ης Δεκεμβρίου 2002, C‑470/99, Universale‑Bau κ.λπ., Συλλογή 2002, σ. I‑11617, σκέψη 93).
57 Από τη νομολογία προκύπτει επίσης ότι η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως συνεπάγεται την υποχρέωση διαφάνειας, προκειμένου να καθίσταται εφικτός ο έλεγχος της τηρήσεώς της (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 8ης Ιουνίου 2002, C‑92/00, HI, Συλλογή 2002, σ. I-5553, σκέψη 45, και Universale‑Bau κ.λπ., σκέψη 56 ανωτέρω, σκέψη 91).
58 H εν λόγω αρχή της διαφάνειας έχει κατ’ ουσίαν ως σκοπό να αποκλείει τον κίνδυνο ευνοιοκρατίας και αυθαιρεσίας εκ μέρους της αναθέτουσας αρχής. Προϋποθέτει ότι όλοι οι όροι και όλες οι λεπτομέρειες της διεξαγωγής της διαδικασίας αναθέσεως πρέπει να διατυπώνονται με σαφήνεια, ακρίβεια και χωρίς αμφισημία στην προκήρυξη του διαγωνισμού ή στη συγγραφή υποχρεώσεων (απόφαση Επιτροπή κατά CAS Succhi di Frutta, σκέψη 55 ανωτέρω, σκέψη 111).
59 Η αρχή της διαφάνειας συνεπάγεται, επομένως, ότι όλα τα ουσιώδη τεχνικά στοιχεία για την προσήκουσα κατανόηση της προκηρύξεως διαγωνισμού ή της συγγραφής υποχρεώσεων τίθενται, το συντομότερο δυνατό, στη διάθεση όλων των επιχειρήσεων που μετέχουν σε δημόσιο διαγωνισμό, έτσι ώστε, αφενός, να παράσχουν σε όλους τους έχοντες εύλογη πληροφόρηση και επιδεικνύοντες τη συνήθη επιμέλεια διαγωνιζομένους τη δυνατότητα να κατανοήσουν το ακριβές περιεχόμενό τους και να τα ερμηνεύσουν κατά τον ίδιο τρόπο και, αφετέρου, να παράσχουν στην αναθέτουσα αρχή τη δυνατότητα να ελέγξει αποτελεσματικά αν οι προσφορές των διαγωνιζομένων ανταποκρίνονται στα κριτήρια που διέπουν τον οικείο διαγωνισμό. (απόφαση Ευρωπαϊκή Δυναμική κατά Επιτροπής, σκέψη 52 ανωτέρω, σκέψη 145).
60 Εν προκειμένω, η προσφεύγουσα προσάπτει στην Επιτροπή ότι δεν της παρέσχε δύο κατηγορίες τεχνικών πληροφοριών, οι οποίες ήσαν, κατ’ αυτήν, απαραίτητες για την υποβολή των προσφορών και οι οποίες, ήσαν στη διάθεση των άλλων διαγωνιζόμενων. Λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας που παρατίθεται στις σκέψεις 55 έως 58 ανωτέρω, η φερόμενη παράλειψη της Επιτροπής, εφόσον αποδειχθεί, προσβάλλει την ισότητα ευκαιριών των διαγωνιζομένων και παραβιάζει την αρχή της διαφάνειας που αποτελεί άμεση συνέπεια της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως.
61 Όπως έχει κρίνει το Πρωτοδικείο με την απόφαση Ευρωπαϊκή Δυναμική κατά Επιτροπής, σκέψη 52 ανωτέρω (σκέψη 147), η προσβολή αυτή της ισότητας των ευκαιριών και η παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, αν υποτεθεί ότι αποδεικνύεται, συνιστά πλημμέλεια της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας, η οποία θίγει το δικαίωμα πληροφορήσεως των ενδιαφερομένων μερών. Η διαδικαστική αυτή πλημμέλεια δεν μπορεί να συνεπάγεται την ακύρωση της επίμαχης αποφάσεως παρά μόνον αν αποδεικνύεται ότι, ελλείψει της πλημμέλειας αυτής, η διοικητική διαδικασία θα μπορούσε να καταλήξει σε διαφορετικό αποτέλεσμα σε περίπτωση που ο προσφεύγων θα είχε πρόσβαση στα εν λόγω στοιχεία και αν θα υπήρχε, συναφώς, πιθανότητα –έστω και περιορισμένη– να επιτύχει ο προσφεύγων να καταλήξει η διοικητική διαδικασία σε διαφορετικό αποτέλεσμα (βλ. απόφαση Ευρωπαϊκή Δυναμική κατά Επιτροπής, σκέψη 52 ανωτέρω, σκέψη 147 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
62 Επομένως, πρέπει να εξεταστεί, πρώτον, εάν υπήρξε, εν προκειμένω, ανισότητα στην πρόσβαση στις πληροφορίες, υπό την έννοια ότι ορισμένοι διαγωνιζόμενοι, συμπεριλαμβανομένου του επιλεγέντος διαγωνιζομένου, είχαν στη διάθεσή τους, στο πλαίσιο του διαγωνισμού, πληροφορίες τις οποίες η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι δεν είχε. Στην περίπτωση που η ανισότητα αυτή αποδειχθεί, θα πρέπει να εξεταστεί, δεύτερον, εάν οι σχετικές πληροφορίες ήταν χρήσιμες για την κατάρτιση των προσφορών. Ο διαγωνιζόμενος που είχε πρόσβαση στις πληροφορίες αυτές θα είχε πλεονέκτημα έναντι των άλλων διαγωνιζομένων μόνο στην περίπτωση αυτή. Πρέπει να εξεταστεί, τρίτον, αν η υποτιθέμενη ανισότητα στην πρόσβαση στις χρήσιμες πληροφορίες απορρέει από διαδικαστική πλημμέλεια στην οποία υπέπεσε η Επιτροπή. Στην περίπτωση υπάρξεως της πλημμέλειας αυτής, πρέπει να εξεταστεί, τέταρτον, αν, ελλείψει αυτής, η διαδικασία υποβολής προσφορών θα μπορούσε να καταλήξει σε διαφορετικό αποτέλεσμα. Υπό την προοπτική αυτή, μια τέτοια πλημμέλεια θα μπορούσε να αποτελέσει προσβολή της ισότητας των ευκαιριών των διαγωνιζομένων μόνον κατά το μέτρο που από τις εξηγήσεις της προσφεύγουσας προκύψει κατά τρόπο πειστικό και αρκούντως εμπεριστατωμένο ότι το αποτέλεσμα της διαδικασίας θα μπορούσε να είναι διαφορετικό ως προς αυτήν (βλ., συναφώς, απόφαση Ευρωπαϊκή Δυναμική κατά Επιτροπής, σκέψη 52 ανωτέρω, σκέψεις 148 και 149).
63 Η συλλογιστική αυτή ισχύει και για τις δύο κατηγορίες τεχνικών πληροφοριών που δεν τέθηκαν στη διάθεση της προσφεύγουσας, δηλαδή τις προδιαγραφές του EMCS (πρώτο σκέλος του λόγου ακυρώσεως) και τον πηγαίο κώδικα NSTI (δεύτερο σκέλος του λόγου ακυρώσεως).
α) Επί του πρώτου σκέλους του λόγου ακυρώσεως, σχετικά με την έλλειψη προδιαγραφών του EMCS
64 Η προσφεύγουσα υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν ότι η έλλειψη ακριβών προδιαγραφών για το EMCS, κατά τη διαδικασία πρόσκλησης υποβολής προσφορών, ευνόησε τους διαγωνιζομένους οι οποίοι παρείχαν ήδη υπηρεσίες στην οικεία ΓΔ –μεταξύ των οποίων και ο επιλεγείς διαγωνιζόμενος– και γνώριζαν, ως εκ τούτου, τις εν λόγω προδιαγραφές. Επομένως, οι διαγωνιζόμενοι αυτοί είχαν τη δυνατότητα να υποβάλουν ακριβέστερες προσφορές και, συνεπώς, ανταγωνιστικότερες των προσφορών της προσφεύγουσας.
65 Όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 62 ανωτέρω, πρέπει κατ’ αρχάς να εξεταστεί αν υπήρξε, εν προκειμένω, άνιση πρόσβαση στις πληροφορίες, υπό την έννοια ότι ορισμένοι διαγωνιζόμενοι, μεταξύ των οποίων και ο επιλεγείς διαγωνιζόμενος είχαν στη διάθεσή τους, αντίθετα προς την προσφεύγουσα, τις προδιαγραφές του EMCS.
66 Όπως προκύπτει από τη συγγραφή υποχρεώσεων της επίδικης σύμβασης (βλ. σκέψη 7 ανωτέρω), το σχέδιο για την εφαρμογή του EMCS, στο πλαίσιο του οποίου εντάσσεται η εν λόγω σύμβαση, προέβλεπε ένα στάδιο 1, κατά το οποίο ο καθορισμός των προδιαγραφών του EMCS έπρεπε να πραγματοποιηθεί από τον αντισυμβαλλόμενο στη σύμβαση ESS. Η Επιτροπή διευκρίνισε ότι επρόκειτο για «γενικές» προδιαγραφές του EMCS (high level specifications). Η προαναφερθείσα συγγραφή υποχρεώσεων διευκρινίζει επίσης ότι ο αντισυμβαλλόμενος στη σύμβαση ESS έπρεπε να καταρτίσει τις προδιαγραφές αυτές πριν και, εν μέρει, παράλληλα με την κατάρτιση των προδιαγραφών από τον αντισυμβαλλόμενο στην επίδικη σύμβαση. Η Επιτροπή διευκρίνισε ότι οι προδιαγραφές που καταρτίστηκαν στο πλαίσιο της επίδικης σύμβασης αφορούν την εφαρμογή του EMCS (προδιαγραφές «εφαρμογής») (application‑related specifications), σε αντίθεση με τις «γενικές» προδιαγραφές του συστήματος αυτού, που καταρτίστηκαν στο πλαίσιο της σύμβασης ESS. Η προαναφερθείσα συγγραφή υποχρεώσεων διευκρινίζει, τέλος, ότι ο αντισυμβαλλόμενος στη σύμβαση ESS πρέπει να ολοκληρώσει τις εργασίες του μέχρι τα μέσα του 2005.
67 Από την επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας προκύπτει ότι η αιτίασή της αφορά την υποτιθέμενη παράλειψη κοινοποίησης στους διαγωνιζομένους των «γενικών» προδιαγραφών του EMCS.
68 Η Επιτροπή υποστήριξε, εξάλλου, χωρίς να αντικρουσθεί από την προσφεύγουσα, ότι ο αντισυμβαλλόμενος στη σύμβαση ESS, δηλαδή η Siemens, είχε αρχίσει τις εργασίες της για τις προδιαγραφές του EMCS τον Ιούνιο του 2004 (και τις ολοκλήρωσε τον Απρίλιο του 2005), ενώ η προκήρυξη του διαγωνισμού για την επίμαχη σύμβαση δημοσιεύθηκε τον Ιούλιο του 2004 και η προθεσμία για την υποβολή των προσφορών έληγε στις 31 Αυγούστου 2004. Κατά συνέπεια, υπό το φως των επιχειρημάτων της Επιτροπής, τα οποία δεν αμφισβήτησε η προσφεύγουσα, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι μεταξύ της ενάρξεως των εργασιών της Siemens για τις προδιαγραφές του EMCS και της λήξεως της προθεσμίας για την υποβολή των προσφορών στο πλαίσιο της επίμαχης σύμβασης, παρήλθαν μόνον τρεις μήνες, γεγονός που σημαίνει ότι, κατά τη διεξαγωγή του διαγωνισμού, δεν υπήρχαν προδιαγραφές του EMCS σε λειτουργικό επίπεδο, η γνώση των οποίων θα μπορούσε να παράσχει πλεονέκτημα στον διαγωνιζόμενο που θα είχε πρόσβαση σε αυτές.
69 Τέλος, τόσο η προσφεύγουσα όσο και η Επιτροπή διευκρίνισαν ότι η Siemens, αντισυμβαλλόμενη στη σύμβαση ESS, είχε επίσης υποβάλει προσφορά για την επίμαχη σύμβαση.
70 Από τα ανωτέρω στοιχεία συνάγονται τα ακόλουθα συμπεράσματα.
71 Πρώτον, κανείς διαγωνιζόμενος –συμπεριλαμβανομένου του επιλεγέντος διαγωνιζομένου– δεν είχε τη δυνατότητα να διαθέτει περισσότερες πληροφορίες από την προσφεύγουσα σχετικά με τις προδιαγραφές του EMCS, εφόσον οι προδιαγραφές αυτές δεν υπήρχαν ή βρίσκονταν εν τη γενέσει. Έτσι, η ανισότητα όσον αφορά τις πληροφορίες, η οποία θα μπορούσε να αποτελέσει τη γενεσιουργό αιτία παραβιάσεως της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ των διαγωνιζομένων, δεν αποδείχθηκε.
72 Δεύτερον, το γεγονός ότι οι προδιαγραφές του EMCS δεν υπήρχαν κατά την έναρξη της διαδικασίας του διαγωνισμού για την επίμαχη σύμβαση δεν οφειλόταν σε διαδικαστική παρατυπία της Επιτροπής, αλλά υπήρξε αποτέλεσμα του σχεδιασμού της εφαρμογής του EMCS, ο οποίος προέβλεπε την ανάπτυξη αυτών των προδιαγραφών στο πλαίσιο μιας σύμβασης ESS χωριστής από την επίμαχη σύμβαση και προγενέστερης αυτής.
73 Τρίτον, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η Siemens κατόρθωσε, στο πλαίσιο της σύμβασης ESS στην οποία ήταν αντισυμβαλλόμενη, να αναπτύξει προδιαγραφές που μπορούσαν να αξιοποιηθούν για τη διαμόρφωση της προσφοράς στο πλαίσιο της επίμαχης σύμβασης, φαίνεται ότι το γεγονός αυτό δεν ήταν αποφασιστικής σημασίας, δεδομένου ότι η προσφορά της Siemens, η οποία υποβλήθηκε στο πλαίσιο της επίμαχης σύμβασης, δεν επιλέχθηκε. Επιπλέον, το γεγονός ότι η Siemens υπέβαλε προσφορά στο πλαίσιο της επίμαχης σύμβασης και, ως εκ τούτου, τέθηκε σε άμεσο ανταγωνισμό με τον διαγωνιζόμενο που επιλέχθηκε για το εν λόγω έργο οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η εταιρία αυτή δεν διαβίβασε στον εν λόγω διαγωνιζόμενο την υποτιθέμενη τεχνογνωσία της επί των προδιαγραφών του EMCS. Ως εκ τούτου, από κανένα στοιχείο δεν μπορεί να συναχθεί ότι κάποιος διαγωνιζόμενος είχε το πλεονέκτημα της προνομιακής πρόσβασης στις εν λόγω προδιαγραφές.
74 Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι ορισμένοι διαγωνιζόμενοι, μεταξύ των οποίων ο επιλεχθείς διαγωνιζόμενος, διέθεταν περισσότερες πληροφορίες όσον αφορά τις προδιαγραφές του EMCS, συνάγεται το συμπέρασμα ότι, όσον αφορά αυτή την κατηγορία τεχνικών πληροφοριών, δεν υπήρξε άνιση μεταχείριση μεταξύ των διαγωνιζομένων. Επομένως, το πρώτο σκέλος του λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
β) Επί του δευτέρου σκέλους του λόγου ακυρώσεως, σχετικά με τη μη γνωστοποίηση του πηγαίου κώδικα του NSTI
75 Η προσφεύγουσα υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν ότι η άρνηση της αναθέτουσας αρχής να γνωστοποιήσει τον πηγαίο κώδικα του NSTI ευνόησε τον επιλεγέντα διαγωνιζόμενο, ο οποίος ήταν και ο αντισυμβαλλόμενος της Επιτροπής στη δημιουργία του εν λόγω NSTI, και είχε, επομένως, πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα. Διαθέτοντας την πληροφορία αυτή, ο επιλεγείς διαγωνιζόμενος μπορούσε να υποβάλει προσφορά ανταγωνιστικότερη από την προσφορά της προσφεύγουσας, τόσο από τεχνική όσο και από οικονομική άποψη.
Ως προς την ανισότητα στην πρόσβαση στις πληροφορίες προς όφελος του επιλεγέντος διαγωνιζομένου
76 Η Επιτροπή δεν αμφισβητεί το γεγονός ότι η αναθέτουσα αρχή είχε στη διάθεσή της τον πηγαίο κώδικα του NSTI πριν από την έναρξη της διαδικασίας διαγωνισμού για την επίμαχη σύμβαση και ότι δεν τον γνωστοποίησε στους διαγωνιζόμενους. Υποστηρίζει ότι τον θεώρησε περιττό για την υποβολή των προσφορών.
77 Δεν αμφισβητείται επίσης ότι ο επιλεγείς διαγωνιζόμενος είχε στη διάθεσή του τον πηγαίο κώδικα του NSTI κατά την προετοιμασία της προσφοράς του, δεδομένου ότι ήταν αντισυμβαλλόμενος της οικείας ΓΔ όσον αφορά τον NSTI.
78 Κατά συνέπεια, ο επιλεγείς διαγωνιζόμενος, κατά τη στιγμή της έναρξης της διαδικασίας διαγωνισμού για την επίμαχη σύμβαση και μέχρι την καταληκτική ημερομηνία για την κατάρτιση των προσφορών, διέθετε, ως αντισυμβαλλόμενος της οικείας ΓΔ για τον NSTI, τεχνικές πληροφορίες τις οποίες δεν είχε στη διάθεσή της η προσφεύγουσα.
Όσον αφορά τη χρησιμότητα του πηγαίου κώδικα του NSTI για την κατάρτιση των προσφορών
79 Για να αποτελέσει η διαπιστωθείσα άνιση πρόσβαση στις πληροφορίες πλεονέκτημα υπέρ του επιλεγέντος διαγωνιζομένου στο πλαίσιο της προετοιμασίας της προσφοράς του, πρέπει, περαιτέρω, οι οικείες πληροφορίες να είναι χρήσιμες για την κατάρτιση των προσφορών που αφορούν την επίμαχη σύμβαση, υπό την έννοια ότι η έλλειψή τους θα μπορούσε να έχει αρνητική επίπτωση στην προσφορά τόσο σε ποιοτικό όσο και σε οικονομικό επίπεδο.
80 Εν προκειμένω, και υπό το φως των επιχειρημάτων των διαδίκων, επιβάλλεται να εκτιμηθεί η χρησιμότητα του πηγαίου κώδικα του NSTI για την κατάρτιση των προσφορών στο πλαίσιο της επίμαχης σύμβασης. Δύο προκαταρκτικές παρατηρήσεις είναι απαραίτητες.
81 Πρώτον, όπως προκύπτει από τα επιχειρήματα των διαδίκων, ο πηγαίος κώδικας αποτελείται από ένα σύνολο οδηγιών γραμμένο σε μια γλώσσα προγραμματισμού που παρέχει τη δυνατότητα να δημιουργηθεί ένα πρόγραμμα για υπολογιστή. Προκύπτει επίσης ότι ο πηγαίος κώδικας αποτελεί ένα από τα πρώτα στάδια του ηλεκτρονικού υλικού που πρέπει να δημιουργηθεί στον πλήρη κύκλο ζωής ενός λογισμικού.
82 Στη συνέχεια, η Επιτροπή διευκρίνισε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, χωρίς να αντικρουσθεί από την προσφεύγουσα, ότι το NSTI και το EMCS διέφεραν σαφώς μεταξύ τους, στον βαθμό που το NSTI αφορούσε τον τομέα των τελωνείων, ενώ το EMCS αφορούσε τον τομέα των ειδικών φόρων κατανάλωσης. Στο πλαίσιο του NSTI, οι παράγοντες στους οποίους επικεντρώνεται το λειτουργικό σύστημα είναι οι τελωνειακοί, ενώ, στο πλαίσιο του EMCS, το λειτουργικό επικεντρώνεται στους επιχειρηματίες. Επομένως, οι «στόχοι» των δύο συστημάτων είναι διαφορετικοί και, ως εκ τούτου, οι λειτουργίες των δύο αυτών συστημάτων δεν είναι όμοιες.
83 Πρώτον, η προσφεύγουσα, προς στήριξη του ισχυρισμού της σχετικά με τη χρησιμότητα της πρόσβασης στον πηγαίο κώδικα του NSTI, επικαλείται το άρθρο 3, παράγραφος 2, της αποφάσεως 1152/2003, που παρατίθεται στη σκέψη 4 ανωτέρω.
84 Συναφώς, πρέπει να τονιστεί ότι η προαναφερθείσα απόφαση αποτελεί τη νομική βάση για τη θέσπιση του EMCS και το άρθρο 3, παράγραφος 2, της ίδιας αποφάσεως καθορίζει τις σχέσεις μεταξύ του EMCS και του NSTI. Το καθήκον της Επιτροπής ήταν να εξασφαλίσει την ενσωμάτωση, αν αυτό ήταν τεχνικά δυνατό, του EMCS στο NSTI, δεδομένου ότι ο σκοπός ήταν η δημιουργία ενός ολοκληρωμένου συστήματος πληροφορικής για την ενδοκοινοτική κυκλοφορία των προϊόντων που υπόκεινται σε ειδικούς φόρους κατανάλωσης. Για τους σκοπούς της πραγματοποίησης της αποστολής αυτής που της ανέθεσε ο κοινοτικός νομοθέτης, η Επιτροπή προκήρυξε τον διαγωνισμό για την επίμαχη σύμβαση. Στο πλαίσιο του διαγωνισμού αυτού, η Επιτροπή, ως αναθέτουσα αρχή, θεώρησε ότι η φράση «η κατά το δυνατόν χρησιμοποίηση του […] NSTI», του προπαρατεθέντος άρθρου 3, παράγραφος 2, δεν περιελάμβανε τη γνωστοποίηση στους διαγωνιζομένους του πηγαίου κώδικα του NSTI προκειμένου να καταρτίσουν τις προσφορές τους. Η Επιτροπή γνωστοποίησε στους διαγωνιζομένους το «μήνυμα» αυτό με τα σχετικά με τον επίμαχο διαγωνισμό έγγραφα.
85 Συναφώς, η Επιτροπή αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στο σημείο 4.2.1, με τίτλο «The EMCS development based on NCTS experience» (η ανάπτυξη του EMCS βάσει της πείρας από το NSTI), του σχεδίου διαχείρισης της εφαρμογής του EMCS που διανεμήθηκε στους διαγωνιζομένους και επομένως και στην προσφεύγουσα· η περιγραφή στο σχέδιο αυτό της «πείρας από το NSTI» που πρέπει να ληφθεί υπόψη για την ανάπτυξη του EMCS δεν αναφέρει τον πηγαίο κώδικα του NSTI ή, κατά μείζονα λόγο, ότι για την κατάρτιση της προσφοράς είναι απαραίτητο να υπάρχει πρόσβαση σ’ αυτόν. Εξάλλου, με τη διευκρίνιση αριθ. 46 που δόθηκε στον διαγωνισμό για τη σύναψη της επίμαχης σύμβασης, η αναθέτουσα αρχή διευκρίνισε ότι όταν ανατεθεί το επίμαχο έργο «το έργο του αντι[συμβαλλόμενου] [στην επίμαχη σύμβαση θα είναι] να προτείνει και το έργο της [οικείας] ΓΔ θα είναι να αποφασίσει σε ποιο μέτρο θα επαναχρησιμοποιηθεί η αρχιτεκτονική και ο πηγαίος κώδικα των εφαρμογών του [...] NSTI και ότι «[α]υτή η πληροφορία του [δηλαδή, ο πηγαίος κώδικα του NSTI] θα είναι διαθέσιμη μόνο στον επιλεγέντα διαγωνιζόμενο».
86 Συνεπώς, η προσφεύγουσα δεν μπορεί εν προκειμένω να επικαλεσθεί το άρθρο 3, παράγραφος 2, της αποφάσεως 1152/2003 προς στήριξη του ισχυρισμού της σχετικά με τη χρησιμότητα της πρόσβασης στον πηγαίο κώδικα του NSTI, στον βαθμό που η απαίτηση για την «κατά το δυνατόν χρησιμοποίηση του […] NSTI», που περιλαμβάνεται στο εν λόγω άρθρο, εφαρμόστηκε κατά τρόπο συγκεκριμένο και διαφανή από την αναθέτουσα αρχή μέσω του εν λόγω διαγωνισμού, οπότε δεν ήταν απαραίτητο για τους διαγωνιζομένους να έχουν πρόσβαση στον εν λόγω πηγαίο κώδικα, προκειμένου να καταρτίσουν την προσφορά.
87 Δεύτερον, η προσφεύγουσα προβάλλει, προς στήριξη του ισχυρισμού της, την περιγραφή της παρτίδας αριθ. 7.1 που περιλαμβάνεται στο τεχνικό παράρτημα της συγγραφής υποχρεώσεων. Η περιγραφή αυτή έχει ως εξής:
«παρτίδα 7.1: Ανάπτυξη της εφαρμογής
Η παρτίδα αυτή καλύπτει την ανάπτυξη και τη συντήρηση των εφαρμογών που έχουν αναπτυχθεί κεντρικά (CDA), των εφαρμογών που αφορούν δοκιμές και των εφαρμογών για τις κεντρικές υπηρεσίες (π.χ., το MCC, ETA, SETA, CS/RD και CS/MIS).
Οι αναπτυχθείσες εφαρμογές θα βασίζονται κατά το μέγιστο δυνατό βαθμό στην αρχιτεκτονική, ή ακόμη και στον πηγαίο κώδικα των εφαρμογών του NSTI:
[…]».
88 Η περιγραφή της παρτίδας αυτής αναφέρει πράγματι τον πηγαίο κώδικα του NSTI. Ωστόσο, η περιγραφή αυτή δεν αποδεικνύει τη χρησιμότητα του εν λόγω κώδικα για την προετοιμασία των προσφορών, όπως υποστηρίζει η προσφεύγουσα, αλλά αποδεικνύει τη χρησιμότητά του για τις εργασίες που θα πραγματοποιηθούν σε στάδιο μεταγενέστερο της ανάθεσης της επίμαχης σύμβασης, δηλαδή στο στάδιο της εκτέλεσης της σύμβασης από τον επιλεγέντα διαγωνιζόμενο.
89 Το στοιχείο αυτό προκύπτει, εξάλλου, σαφώς από την προαναφερθείσα διευκρίνιση αριθ. 46 (βλ. σκέψη 85 ανωτέρω).
90 Κατά συνέπεια τόσο η περιγραφή της παρτίδας αριθ. 7.1 όσο και η διευκρίνιση αριθ. 46 όχι μόνο δεν αποδεικνύουν τη χρησιμότητα του πηγαίου κώδικα του NSTI για την κατάρτιση των προσφορών στο πλαίσιο του επίμαχου έργου, αλλά αποδεικνύουν αντιθέτως ότι το «μήνυμα» που ήθελε να περάσει η αναθέτουσα αρχή στους διαγωνιζομένους ήταν ότι, πρώτον, ο κώδικας αυτός δεν ήταν απαραίτητος για την κατάρτιση των προσφορών, αλλά θα ήταν απαραίτητος μόνο στο μεταγενέστερο στάδιο της εκτέλεσης του επίμαχου έργου από τον επιλεγέντα διαγωνιζόμενο και, δεύτερον, ότι η αναθέτουσα αρχή ήταν αρμόδια να αποφασίσει για την αναλογία του πηγαίου κώδικα του NSTI που έπρεπε να επαναχρησιμοποιηθεί. Εξάλλου, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή αποκάλυψε ότι, τελικώς, η αναθέτουσα αρχή είχε αποφασίσει να μη χρησιμοποιήσει ούτε μία γραμμή του πηγαίου κώδικα του NSTI για την ανάπτυξη του σχεδίου εφαρμογής του EMCS.
91 Επομένως, το επιχείρημα της προσφεύγουσας, που αντλείται από το γεγονός ότι ο πηγαίος κώδικας του NSTI περιλαμβάνεται στην περιγραφή της παρτίδας αριθ. 7.1, δεν μπορεί να γίνει δεκτό.
92 Τρίτον, το ίδιο ισχύει για το επιχείρημα της προσφεύγουσας που αντλείται από συγκεκριμένο σχόλιο της επιτροπής αξιολόγησης όσον αφορά την προσφορά του επιλεγέντος διαγωνιζόμενου (βλ. σκέψη 50 ανωτέρω). Συγκεκριμένα, η προσφεύγουσα δεν παρέχει κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει ότι ο όρος «συστατικά μέρη του NSTI, που χρησιμοποιείται από την επιτροπή αξιολόγησης, αναφέρεται στα συστατικά μέρη του πηγαίου κώδικα του NSTI. Συναφώς, όπως προκύπτει από τα έγγραφα σχετικά με τον διαγωνισμό για την επίμαχη σύμβαση, η αναθέτουσα αρχή παρέσχε στους διαγωνιζομένους ορισμένα έγγραφα αναφοράς σχετικά με το NSTI τα οποία, όπως ορθώς ισχυρίζεται η Επιτροπή, καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα θεμάτων, από τη μεθοδολογία των διαδικασιών διασφάλισης της ποιότητας, τις προδιαγραφές των συστημάτων έως τις διαδικασίες δοκιμής και από τη λειτουργική περιγραφή των εφαρμογών του NSTI έως τις προδιαγραφές των κεντρικών εργασιών. Επομένως, πρέπει να θεωρηθεί ότι η επιτροπή αξιολόγησης, όταν αναφέρεται στη δυνατότητα επαναχρησιμοποίησης των «συστατικών μερών του NSTI», παραπέμπει στη δυνατότητα επαναχρησιμοποίησης στοιχείων του NSTI που περιλαμβάνονται στα έγγραφα που δόθηκαν στους διαγωνιζομένους. Εν πάση περιπτώσει, η προσφεύγουσα δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο ή απόδειξη προς αντίκρουση της ανάλυσης αυτής.
93 Τέταρτον, η προσφεύγουσα δεν μπόρεσε να αποδείξει ούτε τη χρησιμότητα της πρόσβασης στον πηγαίο κώδικα του NSTI για την τιμολόγηση των προσφορών. Υπενθυμίζεται ότι η προσφεύγουσα υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι η τιμολόγηση αυτή απαιτούσε από τους διαγωνιζομένους ακριβείς εκτιμήσεις για το μέγεθος και την πολυπλοκότητα του έργου, γεγονός που καθιστούσε αναγκαία τη γνώση του πηγαίου κώδικα. Η αδυναμία της προσφεύγουσας να αξιολογήσει με ακρίβεια το μέγεθος και την πολυπλοκότητα του έργου, λόγω της έλλειψης πρόσβασης στον πηγαίο κώδικα, την υποχρέωνε κατ’ ουσίαν να αυξήσει την τιμή της προσφοράς της.
94 Η επιχειρηματολογία αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
95 Κατ’ αρχάς, ο πηγαίος κώδικας του NSTI δεν ήταν απαραίτητος για την εκτίμηση του μεγέθους και της πολυπλοκότητας του έργου για την εφαρμογή του EMCS. Συγκεκριμένα, όπως αναφέρθηκε, το NSTI είναι διαφορετικό από το EMCS (βλ. σκέψη 82 ανωτέρω) και η αναθέτουσα αρχή διευκρίνισε σαφώς στους διαγωνιζομένους –και επομένως και στην προσφεύγουσα– ότι ο πηγαίος κώδικας του NSTI δεν ήταν απαραίτητος για την κατάρτιση των προσφορών (βλ. σκέψη 90 ανωτέρω).
96 Στη συνέχεια, όπως υποστήριξε η Επιτροπή και παραδέχθηκε η προσφεύγουσα κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, όσον αφορά τις δραστηριότητες των οποίων η τιμολόγηση θα εξαρτάτο από την εκτίμηση του μεγέθους και της πολυπλοκότητας του έργου, η αναθέτουσα αρχή, έχοντας καθορίσει η ίδια τον αριθμό των ημερών για την υλοποίηση των δραστηριοτήτων αυτών, ζήτησε από τους διαγωνιζομένους να αναφέρουν μόνον τις τιμές ανά μονάδα ημερήσιας αμοιβής για κάθε κατηγορία εργαζομένων (π.χ., μεταξύ άλλων, του προγραμματιστή και του αναλυτή). Για τον υπολογισμό της τιμής της προσφοράς, οι εν λόγω τιμές ανά μονάδα έπρεπε να πολλαπλασιαστούν επί τον αριθμό των ημερών που καθόρισε η αναθέτουσα αρχή. Έτσι, η αναθέτουσα αρχή, ορίζοντας τον αναγκαίο αριθμό ημερών για την πραγματοποίηση των ανωτέρω δραστηριοτήτων, προέβη η ίδια σε εκτίμηση του μεγέθους της απαιτούμενης εργασίας, απαλλάσσοντας από το έργο αυτό τους διαγωνιζομένους και επικεντρώνοντας τον ανταγωνισμό στην ημερήσια αμοιβή για κάθε κατηγορία του αναγκαίου προσωπικού. Πάντως, η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι το γεγονός ότι δεν έλαβε γνώση του πηγαίου κώδικα του NSTI είχε οποιαδήποτε επίπτωση στην προτεινόμενη για το προσωπικό της ημερήσια αμοιβή.
97 Κατά συνέπεια, δεν αποδείχθηκε η χρησιμότητα της πρόσβασης στον πηγαίο κώδικα του NSTI για την τιμολόγηση της προσφοράς της προσφεύγουσας.
98 Τέλος, η επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας για τη χρησιμότητα της πρόσβασης στον πηγαίο κώδικα του NSTI δεν μπορεί να στηριχθεί στην απόφαση Ευρωπαϊκή Δυναμική κατά Επιτροπής, σκέψη 52 ανωτέρω. Συγκεκριμένα, αντιθέτως προς την υπό κρίση υπόθεση, στην οποία το σύστημα πληροφορικής που αποτελεί το αντικείμενο της επίμαχης σύμβασης –το EMCS– είναι διαφορετικό από το σύστημα του οποίου δεν δόθηκε ο πηγαίος κώδικας –το NSTI– (βλ. σκέψη 82 ανωτέρω), η υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση που επικαλείται η προσφεύγουσα αφορούσε ένα σύστημα πληροφορικής –το σύστημα Cordis– που ήταν νεότερη έκδοση του ίδιου συστήματος Cordis του οποίου δεν είχε δοθεί ο πηγαίος κώδικας (απόφαση Ευρωπαϊκή Δυναμική κατά Επιτροπής, σκέψη 52 ανωτέρω, σκέψη 7). Όσον αφορά, εν προκειμένω, τη χρησιμότητα του πηγαίου κώδικα του NSTI, δεν υφίσταται καμία αναλογία μεταξύ της υπό κρίση υποθέσεως και την υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Ευρωπαϊκή Δυναμική κατά Επιτροπής, σκέψη 52 ανωτέρω.
99 Το ίδιο ισχύει όσον αφορά το επιχείρημα της προσφεύγουσας που αντλείται από τη σύμβαση CUST‑DEV (βλ. σκέψη 52 ανωτέρω). Συναφώς, η Επιτροπή, με τις παρατηρήσεις που υπέβαλε κατόπιν του από 2 Μαρτίου 2009 εγγράφου του Πρωτοδικείου (βλ. σκέψη 31 ανωτέρω), τόνισε ότι η σύμβαση CUST‑DEV αφορούσε εφαρμογές πληροφορικής στον τομέα των τελωνείων, στον οποίο υπάγεται και το NSTI, και, επομένως, ο πηγαίος κώδικας του εν λόγω συστήματος έπρεπε να δοθεί στους διαγωνιζομένους. Τούτο δεν ισχύει, αντιθέτως, για την επίμαχη σύμβαση, η οποία αφορά εφαρμογές πληροφορικής στον τομέα των ειδικών φόρων κατανάλωσης, δηλαδή σε τομέα διαφορετικό από αυτόν των τελωνείων. Η προσφεύγουσα δεν αμφισβήτησε αυτόν τον ισχυρισμό της Επιτροπής κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση και το Γενικό Δικαστήριο δεν έχει κανένα λόγο να τον αμφισβητήσει.
100 Κατόπιν των προεκτεθέντων, πρέπει να συναχθεί ότι η χρησιμότητα του πηγαίου κώδικα του NSTI, για την κατάρτιση των προσφορών στο πλαίσιο της σύναψης της επίμαχης σύμβασης, δεν αποδείχθηκε. Το δεύτερο σκέλος του λόγου ακυρώσεως της προσφεύγουσας πρέπει, επομένως, να απορριφθεί.
101 Κατά συνέπεια, ο παρών λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.
Β – Επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από παράβαση του δημοσιονομικού κανονισμού, των κανόνων εφαρμογής και των οδηγιών 92/50 και 2004/18
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
102 Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι τα κριτήρια ανάθεσης του επίδικου έργου δεν προσδιορίζονται επαρκώς και ποσοτικώς και, ως εκ τούτου, δεν κατέστη δυνατό να εξεταστούν αντικειμενικά από την επιτροπή αξιολόγησης. Η παράλειψη αυτή εκ μέρους της αναθέτουσας αρχής συνιστά παράβαση του άρθρου 97, παράγραφος 1, του δημοσιονομικού κανονισμού, του άρθρου 138 των κανόνων εφαρμογής, του άρθρου 17, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/50 και των διατάξεων της οδηγίας 2004/18.
103 Η Επιτροπή αμφισβητεί τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας.
2. Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
104 Εισαγωγικά, πρέπει να τονιστεί ότι, δυνάμει του άρθρου 105 του δημοσιονομικού κανονισμού, από 1ης Ιανουαρίου 2003 –ημερομηνία ενάρξεως εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού– οι οδηγίες για τον συντονισμό των δημόσιων συμβάσεων υπηρεσιών, προμηθειών και έργων δεν έχουν εφαρμογή στις δημόσιες συμβάσεις που συνάπτουν τα κοινοτικά όργανα για λογαριασμό τους, παρά μόνο για τα θέματα σχετικά με τα κατώτατα όρια που καθορίζουν τις λεπτομέρειες δημοσιότητας, την επιλογή των διαδικασιών και τις αντίστοιχες προθεσμίες. Κατά συνέπεια η αιτίαση της προσφεύγουσας που στρέφεται κατά των κριτηρίων ανάθεσης της επίμαχης σύμβασης πρέπει να εξεταστεί αποκλειστικά υπό το πρίσμα των διατάξεων του δημοσιονομικού κανονισμού και των κανόνων εφαρμογής.
105 Περαιτέρω, πρέπει να υπομνησθεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 97, παράγραφος 2, του δημοσιονομικού κανονισμού και το άρθρο 138, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, των κανόνων εφαρμογής, η ανάθεση του αντικειμένου της επίμαχης σύμβασης πρέπει να γίνει στην πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφορά.
106 Στη συνέχεια, πρέπει να υπομνησθεί ότι, για να εξασφαλισθεί η τήρηση των αρχών της διαφάνειας, της ίσης μεταχειρίσεως και της απαγόρευσης των διακρίσεων στο στάδιο της επιλογής των προσφορών ενόψει της ανάθεσης του αντικειμένου της σύμβασης, το άρθρο 97, παράγραφος 1, του δημοσιονομικού κανονισμού επιβάλλει στην αναθέτουσα αρχή, όταν η σύμβαση συνάπτεται με τον υποβαλόντα την πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφορά, την υποχρέωση να καθορίσει και να διευκρινίσει με τα έγγραφα της πρόσκλησης υποβολής προσφορών τα κριτήρια ανάθεσης που παρέχουν τη δυνατότητα να αξιολογηθεί το περιεχόμενο των προσφορών. Τα κριτήρια αυτά πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 138, παράγραφος 2, των κανόνων εφαρμογής, να δικαιολογούνται από το αντικείμενο της σύμβασης. Κατά την παράγραφο 3 της ίδιας διάταξης, η αναθέτουσα αρχή πρέπει επίσης να προσδιορίζει, με την προκήρυξη του διαγωνισμού είτε με τη συγγραφή υποχρεώσεων, τη σχετική στάθμιση που αποδίδει σε καθένα από τα κριτήρια που εφαρμόζει για τον προσδιορισμό της πλέον συμφέρουσας από οικονομική άποψη προσφοράς.
107 Οι διατάξεις αυτές αφήνουν, πάντως, στην ευχέρεια της αναθέτουσας αρχής την επιλογή των κριτηρίων ανάθεσης υπό το πρίσμα των οποίων θα αξιολογηθούν οι προσφορές. Εντούτοις, τα κριτήρια ανάθεσης τα οποία προτίθεται να εφαρμόσει η αναθέτουσα αρχή πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να αποσκοπούν στην εξεύρεση της πλέον συμφέρουσας από οικονομική άποψη προσφοράς (βλ., συναφώς, αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 25ης Φεβρουαρίου 2003, T‑4/01, Renco κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2003, σ. II‑171, σκέψη 66, και T‑183/00, Strabag Benelux κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2003, σ. II‑135, σκέψη 74).
108 Εξάλλου, τα κριτήρια που επιλέγει η αναθέτουσα αρχή προς εντοπισμό της πλέον συμφέρουσας από οικονομική άποψη προσφοράς δεν πρέπει κατ’ ανάγκη να είναι ποσοτικής φύσεως ή αποκλειστικά προσανατολισμένα στις τιμές. Έστω και αν η συγγραφή υποχρεώσεων προβλέπει κριτήρια που δεν εκφράζονται με ποσοτικούς όρους, τα κριτήρια αυτά μπορούν να εφαρμόζονται κατ’ αντικειμενικό και ομοιόμορφο τρόπο προς τον σκοπό της σύγκρισης των προσφορών και είναι σαφώς κατάλληλα προς εντοπισμό της πλέον συμφέρουσας από οικονομική άποψη προσφοράς (βλ., συναφώς, απόφαση Renco κατά Συμβουλίου, σκέψη 131 ανωτέρω, σκέψεις 67 και 68).
109 Εν προκειμένω, πρέπει να υπενθυμιστεί πρώτον ότι τα κριτήρια ανάθεσης του αντικειμένου της επίμαχης σύμβασης περιλαμβάνονται τόσο στην προκήρυξη του διαγωνισμού [σημείο IV 2] όσο και στις προδιαγραφές που επισυνάπτονταν στην πρόσκληση για την υποβολή προσφοράς. Πληρούται, επομένως, η προϋπόθεση της δημοσιότητας που επιτάσσει το άρθρο 97, παράγραφος 1, του δημοσιονομικού κανονισμού.
110 Στη συνέχεια, πρέπει να υπομνησθεί ότι τα κριτήρια ανάθεσης, που χαρακτηρίστηκαν από την προσφεύγουσα ως αόριστα και υποκειμενικά, έχουν ως εξής:
«1. Ποιότητα της προτεινόμενης λύσης:
– καταλληλότητα της προτεινόμενης στρατηγικής για την εκτέλεση των απαιτούμενων εργασιών (40/100)·
– καταλληλότητα των μεθόδων και εργαλείων, του περιβάλλοντος ποιότητας και των προτεινόμενων για την εκτέλεση των απαιτούμενων εργασιών διαδικασιών ποιότητας (30/100)·
– καταλληλότητα της οργάνωσης της προτεινόμενης για την εκτέλεση των απαιτούμενων εργασιών ομάδας (20/100)·
– δομή, σαφήνεια και πληρότητα της προσφοράς (10/100).»
111 Επιβάλλεται επομένως η διαπίστωση ότι η προσφεύγουσα όχι μόνο δεν απέδειξε τον ισχυρισμό της σχετικά με τον υποτιθέμενο ασαφή και υποκειμενικό χαρακτήρα των εν λόγω κριτηρίων, αλλά αποδεικνύεται, αντιθέτως, ότι η διατύπωση των εν λόγω κριτηρίων είναι σαφέστατη. Δεν προβάλλει, ιδίως, κανένα αποδεικτικό στοιχείο προς στήριξη των ισχυρισμών της που να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι, κατά τον καθορισμό των κριτηρίων αυτών, η αναθέτουσα αρχή αθέτησε την υποχρέωση τηρήσεως των αρχών της διαφάνειας και της ίσης μεταχειρίσεως των διαγωνιζομένων. Όλως αντιθέτως, η προσφεύγουσα επαναλαμβάνει κατά κάποιο τρόπο τα επιχειρήματά της που προέβαλε στο πλαίσιο του πρώτου λόγου ακυρώσεως, σχετικά με την υποτιθέμενη ανακριβή περιγραφή των παροχών που αποτελούσαν αντικείμενο του διαγωνισμού και των συγκεκριμένων απαιτήσεων των εκτελεστέων εργασιών.
112 Από την ανάγνωση των παραπάνω κριτηρίων αποδεικνύεται ότι αυτά επικεντρώνονται στα εξής στοιχεία: τη στρατηγική που προτείνουν οι διαγωνιζόμενοι (πρώτο κριτήριο), τις μεθόδους, τα εργαλεία, την ποιότητα του περιβάλλοντος και την ποιότητα των διαδικασιών που προτείνουν οι διαγωνιζόμενοι (δεύτερο κριτήριο), την οργάνωση της προτεινόμενης ομάδας (τρίτο κριτήριο) και τη δομή, τη σαφήνεια και την πληρότητα της προσφοράς (τέταρτο κριτήριο). Πάντως, η προσφεύγουσα δεν εξηγεί, ούτε αποδεικνύει, γιατί το αντικείμενο της επίμαχης σύμβασης δεν δικαιολογεί τα κριτήρια αυτά. Εξάλλου, ουδόλως μπορεί να αμφισβητηθεί η καταλληλότητα των κριτηρίων αυτών για την εξεύρεση της πλέον συμφέρουσας οικονομικά προσφοράς, στον βαθμό που τα εν λόγω κριτήρια καθορίζουν με ασφάλεια την ορθή παροχή των υπηρεσιών στο πλαίσιο της εν λόγω σύμβασης και, ως εκ τούτου, την αξία της ίδιας της προσφοράς.
113 Μολονότι τα εν λόγω κριτήρια δεν είναι ποσοτικά, το γεγονός αυτό και μόνο δεν επιτρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η αναθέτουσα αρχή δεν τα εφάρμοσε κατ’ αντικειμενικό και ομοιόμορφο τρόπο (βλ., συναφώς, απόφαση Renco κατά Συμβουλίου, σκέψη 107 ανωτέρω, σκέψεις 67 και 68). Πρέπει να επισημανθεί ότι, εν προκειμένω, η προσφεύγουσα δεν προσκόμισε προς τούτο κανένα αποδεικτικό στοιχείο.
114 Τέλος, και ως εκ περισσού, παρατηρείται ότι η αναθέτουσα αρχή παρέθεσε, σύμφωνα με τις εφαρμοστέες διατάξεις, τη σχετική βαρύτητα καθενός από τα κριτήρια ανάθεσης, ενημερώνοντας έτσι τους διαγωνιζομένους για τη σημασία του κάθε κριτηρίου κατά τη συγκριτική αξιολόγηση των προσφορών.
115 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι η αναθέτουσα αρχή παρέβη την υποχρέωσή της να προσδιορίσει, με τα έγγραφα της πρόσκλησης για την υποβολή προσφοράς, τα κριτήρια ανάθεσης σε σχέση με το κανονιστικό πλαίσιο και τις απορρέουσες από πάγια νομολογία αρχές που παρατίθενται στις σκέψεις 104 έως 108 ανωτέρω.
116 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
Γ – Επί του πέμπτου λόγου που αντλείται από παραβίαση των αρχών της χρηστής διοικήσεως και της επιμέλειας
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
117 Η προσφεύγουσα υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι η Επιτροπή παραβίασε τις αρχές της χρηστής διοικήσεως και της επιμέλειας διότι δεν απάντησε ταχέως και καταλλήλως στην τηλεομοιοτυπία της 27ης Αυγούστου 2004, με την οποία διατύπωνε επιφυλάξεις επί της προσκλήσεως για την υποβολή προσφορών, ιδίως δε ως προς την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων.
118 Η Επιτροπή αμφισβητεί τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας.
2. Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
119 Σύμφωνα με τη γενική αρχή της χρηστής διοικήσεως, η οποία περιλαμβάνει επίσης την υποχρέωση επιμέλειας, κάθε κοινοτικό όργανο υποχρεούται να τηρεί ένα εύλογο χρονικό διάστημα για τη διεξαγωγή των διοικητικών διαδικασιών και να ενεργεί με επιμέλεια στις σχέσεις του με το κοινό [αποφάσεις του Δικαστηρίου της 16ης Δεκεμβρίου 2008, C‑47/07 P, Masdar (UK) κατά Επιτροπής, Συλλογή 2008, σ. Ι‑9761, σκέψη 92, και του Πρωτοδικείου της 11ης Απριλίου 2006, T‑394/03, Angeletti κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2006, σ. I‑A‑2‑95 και II‑A‑2‑441, σκέψη 162).
120 Πρέπει επίσης να διευκρινιστεί ότι, όσον αφορά τη σύναψη κοινοτικών δημοσίων συμβάσεων, οι επαφές μεταξύ της αναθέτουσας αρχής, αφενός, και των δυνητικών διαγωνιζομένων και των διαγωνιζομένων, αφετέρου, ρυθμίζονται από τα άρθρα 141 και 148 των κανόνων εφαρμογής.
121 Το άρθρο 141 των κανόνων εφαρμογής ορίζει:
«1. Υπό την προϋπόθεση ότι έχουν ζητηθεί εγκαίρως, εντός της προθεσμίας υποβολής των προσφορών, οι συγγραφές υποχρεώσεων και τα συμπληρωματικά έγγραφα του διαγωνισμού αποστέλλονται σε όλους τους οικονομικούς παράγοντες που έχουν ζητήσει κάποια συγγραφή υποχρεώσεων ή έχουν εκδηλώσει ενδιαφέρον για να υποβάλουν προσφορά, και τούτο εντός των έξι ημερολογιακών ημερών που έπονται της παραλαβής της σχετικής αίτησης.
2. Υπό την προϋπόθεση ότι έχουν ζητηθεί εγκαίρως, οι συμπληρωματικές πληροφορίες για τις συγγραφές υποχρεώσεων γνωστοποιούνται ταυτόχρονα σε όλους τους οικονομικούς παράγοντες που έχουν ζητήσει κάποια συγγραφή υποχρεώσεων ή έχουν εκδηλώσει ενδιαφέρον για να υποβάλουν προσφορά, και τούτο το αργότερο έξι ημερολογιακές ημέρες πριν από την καταληκτική ημερομηνία για την παραλαβή των προσφορών· για τις αιτήσεις πληροφοριών που λαμβάνονται λιγότερο από οκτώ ημέρες πριν από την καταληκτική ημερομηνία παραλαβής των προσφορών, το ταχύτερο δυνατόν μετά την παραλαβή των αιτήσεων πληροφοριών.
[…]»
122 Εξάλλου, το άρθρο 148 των κανόνων εφαρμογής προβλέπει τα εξής:
«1. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ανάθεσης σύμβασης, επιτρέπονται κατ' εξαίρεση οι επαφές μεταξύ κοινοτικών θεσμικών οργάνων και προσφερόντων υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στις παραγράφους 2 και 3.
2. Πριν από την ημερομηνία λήξης της προθεσμίας υποβολής των προσφορών, για τα συμπληρωματικά έγγραφα και πληροφορίες που προβλέπονται στο άρθρο 141 η αναθέτουσα αρχή μπορεί:
α) με πρωτοβουλία των προσφερόντων, να παράσχει πρόσθετες πληροφορίες με αποκλειστικό σκοπό την αποσαφήνιση της φύσης της σύμβασης· οι πληροφορίες αυτές γνωστοποιούνται ταυτόχρονα σε όλους τους προσφέροντες που έχουν ζητήσει τη συγγραφή υποχρεώσεων·
[…]».
123 Έτσι, από τις προαναφερθείσες διατάξεις προκύπτει ότι οι επαφές μεταξύ της αναθέτουσας αρχής, αφενός, και των πιθανών διαγωνιζομένων και των διαγωνιζομένων, αφετέρου, πριν από τη λήξη της προθεσμίας για την υποβολή των προσφορών, επιτρέπονται στον βαθμό που αποσκοπούν στην παροχή «συμπληρωματικών πληροφοριών» όσον αφορά τη συγγραφή υποχρεώσεων (άρθρο 141, παράγραφος 2, των κανόνων εφαρμογής) και «πρόσθετων πληροφοριών» όσον αφορά τα έγγραφα και τις συμπληρωματικές πληροφορίες του άρθρου 141 και «με αποκλειστικό σκοπό την αποσαφήνιση της φύσης της σύμβασης» (άρθρο 148, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, των κανόνων εφαρμογής).
124 Όσον αφορά τις «συμπληρωματικές πληροφορίες» του άρθρου 141, παράγραφος 2, των κανόνων εφαρμογής, η αναθέτουσα αρχή υποχρεούται να τις παράσχει στους δυνητικούς διαγωνιζομένους εντός των προθεσμιών που τάσσει το εν λόγω άρθρο. Όσον αφορά τις «πρόσθετες πληροφορίες» του άρθρου 148, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, των κανόνων εφαρμογής, η αναθέτουσα αρχή έχει την ευχέρεια, και όχι την υποχρέωση, να τις παράσχει στους διαγωνιζομένους.
125 Εν προκειμένω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η τηλεομοιοτυπία της 27ης Αυγούστου 2004 στην οποία αναφέρεται η προσφεύγουσα δεν περιέχει αίτηση περί παροχής των πληροφοριών που αφορούν οι προαναφερθείσες διατάξεις των κανόνων εφαρμογής. Όπως έχει τονιστεί (βλ. σκέψη 11 ανωτέρω), με την τηλεομοιοτυπία αυτή, η προσφεύγουσα διατύπωσε επιφυλάξεις ως προς τη διαδικασία ανάθεσης του επίδικου έργου, βασιζόμενες στην ενδεχόμενη έλλειψη αντικειμενικότητας του διαγωνισμού προς όφελος των διαγωνιζομένων που ήσαν ήδη προμηθευτές της οικείας ΓΔ, στην έλλειψη σαφών προδιαγραφών του διαγωνισμού και στην έλλειψη συγκεκριμένων και αντικειμενικών κριτηρίων αξιολόγησης των διαγωνιζομένων. Με την ίδια τηλεομοιοτυπία, η προσφεύγουσα ζήτησε από την αναθέτουσα αρχή να παρατείνει την προθεσμία για την υποβολή των προσφορών, έως ότου ληφθούν διορθωτικά μέτρα για τα παραπάνω προβλήματα. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στο έγγραφο αυτό. Απάντησε, όμως, ταχέως και καταλλήλως, με έγγραφο της 3ης Σεπτεμβρίου 2004, εκφέροντας την άποψη ότι οι επιφυλάξεις της προσφεύγουσας ήταν αβάσιμες και αρνούμενη να δεχθεί την αίτησή της για παράταση της προθεσμίας υποβολής των προσφορών (βλ. σκέψη 13 ανωτέρω). Η καθής επέδειξε, έτσι, αδιαμφισβήτητη επιμέλεια, σύμφωνη με την αρχή της χρηστής διοικήσεως, κατά μείζονα λόγο διότι, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, ο νομοθέτης δεν της επέβαλε εν προκειμένω καμία υποχρέωση να απαντήσει. Επομένως, οι ενέργειες της Επιτροπής μετά την τηλεομοιοτυπία της προσφεύγουσας της 27ης Αυγούστου 2004 δεν συνιστούν παραβίαση των αρχών της χρηστής διοικήσεως και της επιμέλειας.
126 Ως εκ περισσού, πρέπει να τονιστεί ότι η προσφεύγουσα δεν αμφισβήτησε τον ισχυρισμό της Επιτροπής ότι η αναθέτουσα αρχή είχε απαντήσει ταχέως σε όλες τις ερωτήσεις που έθεσαν οι διαγωνιζόμενοι όσον αφορά τη συγγραφή υποχρεώσεων, το μεγαλύτερο μέρος των οποίων προερχόταν από την προσφεύγουσα.
127 Κατόπιν των ανωτέρω, ο παρών λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Δ – Επί του τετάρτου λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από την έλλειψη κρίσιμων πληροφοριών και από έλλειψη αιτιολογίας
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
128 Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει λόγω του ότι η οικεία ΓΔ δεν αιτιολόγησε επαρκώς τις πράξεις της. Ο λόγος ακυρώσεως αποτελείται από δύο αιτιάσεις.
129 Πρώτον, η οικεία ΓΔ δεν παρέσχε στην προσφεύγουσα όλες τις αιτηθείσες πληροφορίες σχετικά με τους λόγους της απόρριψης της προσφοράς της, κατά παράβαση του άρθρου 253 ΕΚ και του άρθρου 8 της οδηγίας 92/50. Η οικεία ΓΔ δεν εξέθεσε με σαφήνεια τους λόγους για τους οποίους απέρριψε την προσφορά της προσφεύγουσας και δεν αναφέρθηκε καθόλου στα χαρακτηριστικά και στα συγκριτικά πλεονεκτήματα της επιλεγείσας προσφοράς, αφαιρώντας έτσι από την προσφεύγουσα τη δυνατότητα να υποβάλει σημαντικά σχόλια ως προς την επιλογή που έγινε, καθώς και τη δυνατότητα να αξιώσει ενδεχομένως τη διόρθωση της κατάστασης δικαστικώς. Η προσφεύγουσα παρατηρεί επίσης ότι η οικεία ΓΔ δεν επικαλέσθηκε κανένα λόγο δημοσίας τάξεως, ούτε το εμπορικό απόρρητο, για να δικαιολογήσει την άρνησή της να γνωστοποιήσει την έκθεση αξιολόγησης, η οποία κατά κανόνα διαβιβάζεται στις περιπτώσεις αυτές από την Επιτροπή σε όλους τους διαγωνιζομένους, σύμφωνα με το άρθρο 12, παράγραφος 2, της οδηγίας 92/50. Κατά την προσφεύγουσα, η ανεπαρκής αιτιολογία, όπως εν προκειμένω, καθιστά εξαιρετικώς δυσχερή, ή ακόμα και αδύνατο, τον δικαστικό έλεγχο της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
130 Δεύτερον, με το υπόμνημα απαντήσεως, η προσφεύγουσα υπογραμμίζει τη μετά την παρέλευση της δεκαπενθήμερης προθεσμίας κοινοποίηση στους διαγωνιζομένους των αποσπασμάτων της έκθεσης της επιτροπής αξιολόγησης, κατά παράβαση του δημοσιονομικού κανονισμού και της νομοθεσίας για τις δημόσιες συμβάσεις. Η εκπρόθεσμη αυτή κοινοποίηση και η παντελής έλλειψη αιτιολογίας όσον αφορά ορισμένες πλευρές της προσβαλλόμενης αποφάσεως υπήρξαν πηγή δυσχερειών για την προσφεύγουσα όσον αφορά την άσκηση της προσφυγής της ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.
131 Η Επιτροπή ζητεί την απόρριψη αυτού του λόγου ακύρωσης.
2. Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
132 Εισαγωγικά, πρέπει να διευκρινιστεί ότι, στο πλαίσιο της διαδικασίας σύναψης συγκεκριμένης σύμβασης, οι κανονιστικές διατάξεις που καθορίζουν το περιεχόμενο της υποχρέωσης αιτιολογήσεως την οποία υπέχει η αναθέτουσα αρχή έναντι του διαγωνιζομένου του οποίου η προσφορά δεν προκρίθηκε είναι το άρθρο 100, παράγραφος 2, του δημοσιονομικού κανονισμού και το άρθρο 149 των κανόνων εφαρμογής, και όχι οι διατάξεις της οδηγίας 92/50, όπως διατείνεται η προσφεύγουσα (βλ. σκέψη 104 ανωτέρω).
133 Από τα προμνησθέντα άρθρα προκύπτει ότι, στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων, η αναθέτουσα αρχή τηρεί την υποχρέωση αιτιολογήσεως αν περιοριστεί, καταρχάς, να ανακοινώσει αμέσως σε κάθε απορριφθέντα διαγωνιζόμενο τους λόγους της απόρριψης της προσφοράς του και παράσχει, στη συνέχεια, στους διαγωνιζόμενους που είχαν υποβάλει παραδεκτή προσφορά και διατύπωσαν ρητώς σχετικό αίτημα, τα χαρακτηριστικά και τα σχετικά πλεονεκτήματα της προκριθείσας προσφοράς καθώς και το όνομα του αναδόχου εντός προθεσμίας δεκαπέντε ημερολογιακών ημερών από την παραλαβή γραπτής αίτησης (βλ. αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 12ης Ιουλίου 2007, T‑250/05, Ευρωπαϊκή Δυναμική κατά Επιτροπής, που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 68, και της 10ης Σεπτεμβρίου 2008, T‑465/04, Ευρωπαϊκή Δυναμική κατά Επιτροπής, που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 47 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
134 Αυτός ο τρόπος ενέργειας είναι σύμφωνος προς τον σκοπό της υποχρέωσης αιτιολογήσεως την οποία προβλέπει το άρθρο 253 ΕΚ, σύμφωνα με τον οποίο πρέπει να προκύπτει κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο η συλλογιστική της αρχής που εξέδωσε την πράξη, ούτως ώστε, αφενός, να γνωρίζουν οι ενδιαφερόμενοι την αιτιολογία του ληφθέντος μέτρου για να μπορούν να ασκήσουν τα δικαιώματά τους και, αφετέρου, να μπορεί ο δικαστής να ασκήσει τον έλεγχό του (βλ., συναφώς, αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 8ης Μαΐου 1996, T‑19/95, Adia interim κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. II‑321, σκέψη 32· της 26ης Φεβρουαρίου 2002, T‑169/00, Esedra κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. II‑609, σκέψη 190· Strabag Benelux κατά Συμβουλίου, σκέψη 107 ανωτέρω, σκέψη 55, και της 12ης Ιουλίου 2007, Ευρωπαϊκή Δυναμική κατά Επιτροπής, σκέψη 133 ανωτέρω, σκέψη 69).
135 Πρέπει να προστεθεί ότι η τήρηση της υποχρέωσης αιτιολογήσεως πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με τα πληροφοριακά στοιχεία που διαθέτει ο προσφεύγων κατά τον χρόνο άσκησης της προσφυγής (αποφάσεις Strabag Benelux κατά Συμβουλίου, σκέψη 107 ανωτέρω, σκέψη 58, και Renco κατά Συμβουλίου, σκέψη 107 ανωτέρω, σκέψη 96).
136 Συνεπώς, προκειμένου να εκτιμηθεί αν η Επιτροπή τήρησε, εν προκειμένω, την υποχρέωση αιτιολογήσεως, πρέπει να εξεταστούν οι επιστολές της 18ης Νοεμβρίου και της 10ης Δεκεμβρίου 2004, τις οποίες απέστειλε στην προσφεύγουσα πριν την ημερομηνία άσκησης της υπό κρίση προσφυγής.
137 Η επιστολή της 18ης Νοεμβρίου 2004 πληροφορεί την προσφεύγουσα ότι η προσφορά της (την οποία υπέβαλε μαζί με τη Steria στο πλαίσιο της προσφοράς της κοινοπραξίας Ευρωπαϊκή Δυναμική‑Steria) δεν επιλέχθηκε. Η εν λόγω επιστολή αναφέρει ότι η προσφορά απορρίφθηκε διότι, όσον αφορά τα κριτήρια ανάθεσης, δεν παρουσίαζε την καλύτερη σχέση ποιότητας-τιμής. Διευκρινίζει επίσης ότι η προσφεύγουσα μπορούσε να ζητήσει πρόσθετες πληροφορίες σχετικά με τους λόγους απόρριψης της προσφοράς της και ότι, αν το ζητούσε γραπτώς, μπορούσε να λάβει πληροφορίες για τα χαρακτηριστικά και τα σχετικά πλεονεκτήματα της προσφοράς του επιλεγέντος διαγωνιζομένου, καθώς και το όνομά του. Η επιστολή αναφέρει, τέλος, ότι ορισμένες λεπτομέρειες της προαναφερθείσας προσφοράς δεν μπορούν να γνωστοποιηθούν εάν η γνωστοποίηση αυτή εμποδίζει την εφαρμογή των νόμων, είναι αντίθετη προς το δημόσιο συμφέρον, θίγει τα θεμιτά εμπορικά συμφέροντα δημόσιων ή ιδιωτικών επιχειρήσεων ή μπορεί να παραβλάψει τον θεμιτό ανταγωνισμό μεταξύ των εν λόγω επιχειρήσεων. Κατά συνέπεια η επιστολή αυτή, αν και από ορισμένες πλευρές ήταν στερεότυπη, συντάχθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 100, παράγραφος 2, του δημοσιονομικού κανονισμού.
138 Με την απευθυνόμενη προς την προσφεύγουσα επιστολή της 10ης Δεκεμβρίου 2004, η Επιτροπή της γνωστοποιεί απόσπασμα της έκθεσης της επιτροπής αξιολόγησης. Η επιστολή αυτή απεστάλη σε απάντηση της από 22 Νοεμβρίου 2004 γραπτής αίτησης της προσφεύγουσας, η οποία επανέλαβε την αίτησή της στις 8 Δεκεμβρίου 2004.
139 Το απόσπασμα της έκθεσης της επιτροπής αξιολόγησης αναφέρει το όνομα του επιλεγέντος διαγωνιζομένου. Επιπλέον, το εν λόγω απόσπασμα περιέχει εκτενέστατα σχόλια της επιτροπής αξιολόγησης όσον αφορά την προσφορά του επιλεγέντος διαγωνιζομένου και την προσφορά της κοινοπραξίας Ευρωπαϊκή Δυναμική‑Steria για κάθε ένα από τα κριτήρια ανάθεσης (βλ. σκέψη 21 ανωτέρω). Εξάλλου, το απόσπασμα αυτό περιέχει έναν πίνακα με τη βαθμολογία που συγκέντρωσαν οι δύο προσφορές σε σχέση με το κάθε κριτήριο ανάθεσης, καθώς και πίνακα με τις αντίστοιχες τιμές των δύο προσφορών και τη συγκριτική αξιολόγηση της σχέσης ποιότητας-τιμής (βλ. σκέψη 22 ανωτέρω).
140 Επομένως, διαπιστώνεται ότι, ανακοινώνοντας στην προσφεύγουσα, πρώτον, τους ουσιώδεις λόγους απόρριψης της προσφοράς της κοινοπραξίας Ευρωπαϊκή Δυναμική‑Steria και στη συνέχεια το προαναφερθέν απόσπασμα της έκθεσης της επιτροπής αξιολόγησης, η Επιτροπή αιτιολόγησε επαρκώς κατά νόμο την απόρριψη της προσφοράς της προσφεύγουσας, σύμφωνα με το άρθρο 100, παράγραφος 2, του δημοσιονομικού κανονισμού και το άρθρο 149, παράγραφος 2, των κανόνων εφαρμογής. Πρέπει να επισημανθεί, πράγματι, ότι το εν λόγω απόσπασμα αναφέρει το όνομα του αναδόχου της σύμβασης καθώς και, μέσω των σχολίων της επιτροπής αξιολόγησης και των δύο προαναφερθέντων πινάκων, τα «σχετικά χαρακτηριστικά και πλεονεκτήματα της επιλεγείσας προσφοράς». Η επιστολή της 18ης Νοεμβρίου 2004 και το απόσπασμα αυτό, που κοινοποιήθηκε με την επιστολή της 10ης Δεκεμβρίου 2004, παρείχαν, επομένως, στην προσφεύγουσα τη δυνατότητα να εντοπίσει αμέσως τους λόγους για τους οποίους δεν επιλέχθηκε η προσφορά της, δηλαδή το γεγονός ότι ήταν λιγότερο συμφέρουσα οικονομικά από την προσφορά του επιλεγέντος διαγωνιζομένου, εφόσον η προσφορά εκείνη είχε καλύτερη σχέση ποιότητας-τιμής.
141 Όσον αφορά, τέλος, την αιτίαση της προσφεύγουσας σχετικά με την παρέλευση της δεκαπενθήμερης προθεσμίας για τη κοινοποίηση των αποσπασμάτων της έκθεσης της επιτροπής αξιολόγησης, παρατηρείται πράγματι ότι το απόσπασμα αυτό της κοινοποιήθηκε με επιστολή της 10ης Δεκεμβρίου 2004 και το έλαβε, επομένως, τουλάχιστον δεκαοκτώ ημέρες μετά τη γραπτή αίτησή της, που απηύθυνε προς την Επιτροπή με τηλεομοιοτυπία και συστημένη επιστολή στις 22 Νοεμβρίου 2004. Η μικρή αυτή καθυστέρηση, αν και κακώς συνέβη, δεν αφαίρεσε ωστόσο τη δυνατότητα της προσφεύγουσας να προβάλει τα δικαιώματά της ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και δεν μπορεί επομένως, από μόνη της, να επιφέρει την ακύρωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Από τη δικογραφία προκύπτει ότι η προσφεύγουσα, κατά την άσκηση της παρούσας προσφυγής, χρησιμοποίησε όλες τις πληροφορίες που περιείχε το απόσπασμα αυτό (βλ., συναφώς, απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2008, Ευρωπαϊκή Δυναμική κατά Επιτροπής, σκέψη 133 ανωτέρω, σκέψη 52).
142 Βάσει των ανωτέρω σκέψεων, συνάγεται το συμπέρασμα ότι η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως παρείχε τη δυνατότητα στην προσφεύγουσα να ασκήσει τα δικαιώματά της και στο Γενικό Δικαστήριο να ασκήσει τον έλεγχό του. Επομένως, ο παρών λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
Ε – Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από πρόδηλες πλάνες εκτιμήσεως εκ μέρους της αναθέτουσας αρχής κατά την αξιολόγηση της προσφοράς της προσφεύγουσας
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
143 Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η οικεία ΓΔ υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως καθόσον δεν αξιολόγησε σωστά και αντικειμενικά την ποιότητα της προσφοράς της και εκτίμησε την προσφορά της ως κατώτερη από εκείνη του επιλεγέντος διαγωνιζομένου.
144 Στο πλαίσιο του λόγου αυτού, η προσφεύγουσα προβάλλει, αρχικώς, ότι, στον βαθμό που η οικεία ΓΔ δεν ακολούθησε, προκειμένου να καταλήξει στην τελική κατάταξη, αντικειμενική, προκαθορισμένη και γνωστή στους διαγωνιζομένους μεθοδολογία, είναι πρόδηλο ότι η απόφαση της επιτροπής αξιολόγησης στηρίζεται σε ανακριβείς υποθέσεις.
145 Στη συνέχεια, η προσφεύγουσα επισημαίνει ότι ο γενικός χαρακτήρας των χρησιμοποιηθέντων κριτηρίων και το ότι οι διαγωνιζόμενοι δεν γνώριζαν την ακριβή φύση του προς εκτέλεση αντικειμένου της σύμβασης είχαν ως αποτέλεσμα την υποκειμενική αξιολόγηση της αξίας των προσφορών.
146 Τέλος, η προσφεύγουσα επικρίνει ορισμένα ειδικά σχόλια της επιτροπής αξιολόγησης, τα οποία αποδεικνύουν την ύπαρξη προδήλων πλανών εκτιμήσεως της εν λόγω επιτροπής κατά την αξιολόγηση της προσφοράς της προσφεύγουσας.
147 Η Επιτροπή αμφισβητεί τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας.
2. Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
148 Κατά πάγια νομολογία, η αναθέτουσα αρχή διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως όσον αφορά τα στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη προκειμένου να ληφθεί απόφαση συνάψεως συμβάσεως βάσει προσκλήσεως υποβολής προσφορών και ότι ο έλεγχος του Γενικού Δικαστηρίου πρέπει να περιορίζεται στον έλεγχο της τηρήσεως των κανόνων διαδικασίας και αιτιολογήσεως καθώς και στον έλεγχο της ουσιαστικής ακρίβειας των πραγματικών περιστατικών, της ελλείψεως πρόδηλου σφάλματος εκτιμήσεως και καταχρήσεως εξουσίας (αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 27ης Σεπτεμβρίου 2002, T‑211/02, Tideland Signal κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. II‑3781, σκέψη 33, και της 6ης Ιουλίου 2005, T‑148/04, TQ3 Travel Solutions Belgium κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. II‑2627, σκέψη 47· βλ. επίσης, συναφώς, απόφαση του Δικαστηρίου της 23ης Νοεμβρίου 1978, 56/77, Agence européenne d’intérims κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1978, σ. 679, σκέψη 20).
149 Εν προκειμένω, πρέπει να τονιστεί ότι η προσφεύγουσα στηρίζεται, κατ’ ουσίαν, σε δύο στοιχεία για να αποδείξει την ύπαρξη προδήλου πλάνης εκτιμήσεως εκ μέρους της αναθέτουσας αρχής.
150 Πρώτον, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η οικεία ΓΔ δεν ακολούθησε, προκειμένου να καταλήξει στην τελική κατάταξη, αντικειμενική, προκαθορισμένη και γνωστή στους διαγωνιζομένους μεθοδολογία. Προβάλλει επίσης την υποτιθέμενη άγνοια εκ μέρους των διαγωνιζόμενων της φύσης των προς ανάθεση συμβατικών καθηκόντων και τον φερόμενο ως γενικό χαρακτήρα των κριτηρίων ανάθεσης και συνάγει το συμπέρασμα ότι η αξιολόγηση των προσφορών ήταν υποκειμενική και στηρίχθηκε σε ανακριβείς υποθέσεις.
151 Πάντως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η προσφεύγουσα περιορίζεται σε γενικούς ισχυρισμούς, μη τεκμηριωμένους και μη στηριζόμενους σε κάποιο αποδεικτικό στοιχείο. Η επιχειρηματολογία της αποτελεί επανάληψη της επιχειρηματολογίας που προέβαλε στο πλαίσιο του πρώτου και του δεύτερου λόγου, τους οποίους το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε. Εξάλλου, η προσφεύγουσα ουδόλως αποδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο όλες αυτές οι υποτιθέμενες πλημμέλειες της αναθέτουσας αρχής τις οποίες επικαλείται την οδήγησαν σε ανακριβείς υποθέσεις και σε υποκειμενική αξιολόγηση των προσφορών. Συνεπώς, πρέπει να συναχθεί ότι η επιχειρηματολογία αυτή δεν μπορεί να στηρίξει τον παρόντα λόγο ακυρώσεως.
152 Δεύτερον, η προσφεύγουσα αμφισβητεί ορισμένα ειδικά σχόλια που διατύπωσε η επιτροπή αξιολόγησης επί της προσφοράς της κοινοπραξίας Ευρωπαϊκή Δυναμική‑Steria.
153 Πρώτον, η προσφεύγουσα αμφισβητεί το σχόλιο της επιτροπής αξιολόγησης κατά το οποίο «[η] προσφορά δείχνει έλλειψη κατανόησης της συγγραφής υποχρεώσεων, καθόσον αναφέρεται σε δραστηριότητες που έχουν ήδη ολοκληρωθεί, ή που θα έχουν ολοκληρωθεί κατά τον χρόνο ενάρξεως ισχύος της συμβάσεως». Η προσφεύγουσα αμφισβητεί τη βασιμότητα του σχολίου αυτού, το οποίο χαρακτηρίζει ως υποκειμενικό και άδικο, και υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι, αν υπήρξε παρανόηση, οφείλεται στο γεγονός ότι η προσφεύγουσα κλήθηκε να υποβάλει προσφορά σε ένα έργο του οποίου δεν γνώριζε τις προδιαγραφές. Η προσφεύγουσα εκτιμά, εξάλλου, ότι, εν πάση περιπτώσει, το εν λόγω σχόλιο είναι αόριστο και δεν μπορεί να το αντικρούσει.
154 Το προπαρατεθέν σχόλιο της επιτροπής αξιολόγησης αναφέρεται στο πρώτο κριτήριο ανάθεσης της επίμαχης σύμβασης, δηλαδή στο κριτήριο της «καταλληλότητας της προτεινόμενης στρατηγικής για την εκτέλεση των απαιτούμενων εργασιών». Όσον αφορά το εν λόγω κριτήριο ανάθεσης, η προσφορά της κοινοπραξίας Ευρωπαϊκή Δυναμική‑Steria έλαβε βαθμολογία 23,2/40, ενώ η επιλεγείσα προσφορά έλαβε 35,1/40.
155 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, και εδώ, στο πλαίσιο των αιτιάσεών της για το προαναφερθέν σχόλιο, η προσφεύγουσα επαναλαμβάνει τα επιχειρήματα που προέβαλε στο πλαίσιο του πρώτου λόγου, τον οποίο απέρριψε το Γενικό Δικαστήριο. Εξάλλου, η προσφεύγουσα, προβάλλοντας απλές διαπιστώσεις, ουδόλως αποδεικνύει το βάσιμο των ισχυρισμών της για τον υποτιθέμενο υποκειμενικό, άδικο και αόριστο χαρακτήρα του προπαρατεθέντος σχολίου. Κατά συνέπεια, οι αιτιάσεις της προσφεύγουσας όσον αφορά το ανωτέρω σχόλιο της επιτροπής αξιολόγησης δεν αποδεικνύουν τον εσφαλμένο χαρακτήρα του εν λόγω σχολίου και, ακόμη λιγότερο, την ύπαρξη προδήλου πλάνης εκτιμήσεως ως προς την προσφορά της.
156 Δεύτερον, η προσφεύγουσα αμφισβητεί το σχόλιο της επιτροπής αξιολόγησης κατά το οποίο «[η] προσφορά παρουσιάζει ορισμένες αντιφάσεις, ιδίως όσον αφορά τον σχεδιασμό: π.χ., ορισμένες δραστηριότητες ανάπτυξης αρχίζουν πριν από την έναρξη των προδιαγραφών». Η προσφεύγουσα, με την απάντησή της σε γραπτή ερώτηση του Γενικού Δικαστηρίου, επισήμανε ότι η προσεκτική εξέταση των διαγραμμάτων Gantt που περιλαμβάνονταν στην προσφορά της αποδείκνυε ότι, σε αντίθεση με το σχόλιο της επιτροπής αξιολόγησης, είχε προβλέψει ότι οι δραστηριότητες ανάπτυξης, εκτός από μερικές αιτιολογημένες εξαιρέσεις, θα άρχιζαν μετά τις σχετικές με τις προδιαγραφές δραστηριότητες.
157 Το προαναφερθέν σχόλιο της επιτροπής αξιολόγησης, το οποίο αμφισβητεί η προσφεύγουσα, αναφέρεται επίσης στο πρώτο κριτήριο ανάθεσης της επίμαχης σύμβασης.
158 Το Γενικό Δικαστήριο, αφού εξέτασε τα διαγράμματα Gantt που υπέβαλε η προσφεύγουσα και λαμβάνοντας υπόψη τις απαντήσεις των διαδίκων στις ερωτήσεις του Πρωτοδικείου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, εκτιμά ότι τα διαγράμματα αυτά δίδουν πράγματι την εντύπωση ότι η προσφεύγουσα προέβλεπε, με τον σχεδιασμό του σχετικού με την επίμαχη σύμβαση σχεδίου, ότι ορισμένες τουλάχιστον δραστηριότητες ανάπτυξης θα άρχιζαν πριν από τις αντίστοιχες δραστηριότητες των προδιαγραφών, αποδεικνύοντας έτσι ότι το σχόλιο της επιτροπής αξιολόγησης ήταν βάσιμο. Είναι αληθές ότι η προσφεύγουσα υποστήριξε, κατ’ ουσίαν, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι η παρανόηση που μπορεί να δημιουργήθηκε από την ανάγνωση του διαγράμματος Gantt οφειλόταν στο γεγονός ότι το διάγραμμα αυτό, όπως κατατέθηκε στο Γενικό Δικαστήριο και όπως επισυνάφθηκε στην προσφορά, ήταν σε μέγεθος A4, και εξαιτίας αυτού ορισμένες πληροφορίες –αναγκαίες για την κατανόηση του προγραμματισμού του σχεδίου που περιλαμβανόταν στην προσφορά της κοινοπραξίας Ευρωπαϊκή Δυναμική‑Steria– δεν ήταν ορατές. Η προσφεύγουσα υποστήριξε ότι στην προσφορά της περιλαμβανόταν επίσης το ίδιο διάγραμμα Gantt, αλλά σε μέγεθος A3, γεγονός που καθιστούσε ορατές τις κρίσιμες πληροφορίες για τον προγραμματισμό του σχεδίου και αποδείκνυε ότι το σχόλιο της επιτροπής αξιολόγησης δεν ήταν βάσιμο. Ωστόσο, παρά την υποτιθέμενη σημασία του, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν είχε στη διάθεσή του το προαναφερθέν διάγραμμα σε μέγεθος A3.
159 Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν υποτεθεί ότι τα επιχειρήματα αυτά της προσφεύγουσας είναι βάσιμα, πρέπει να υπογραμμισθεί ότι τα επιχειρήματα αυτά αφορούν το πρώτο κριτήριο ανάθεσης της επίμαχης σύμβασης. Όμως, όπως προκύπτει από τους πίνακες που παρατίθενται στη σκέψη 22 ανωτέρω, ακόμη και αν η προσφορά της προσφεύγουσας είχε λάβει τη μέγιστη βαθμολογία που προβλέπεται για το κριτήριο αυτό ανάθεσης, δηλαδή 40/40, η προσφεύγουσα και πάλι δεν θα μπορούσε να έχει επιλεγεί για την εν λόγω σύμβαση δεδομένης της βαθμολογίας που έλαβε η προσφορά της στα υπόλοιπα τρία κριτήρια ανάθεσης.
160 Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να συναχθεί ότι η προσφεύγουσα δεν απέδειξε τον εσφαλμένο χαρακτήρα του εν λόγω σχολίου της επιτροπής αξιολόγησης και ότι, εν πάση περιπτώσει, ουδόλως απέδειξε ότι αυτό το υποτιθέμενο εσφαλμένο σχόλιο θα μπορούσε να σημαίνει ότι η επιτροπή υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως κατά την αξιολόγηση της προσφοράς της.
161 Τρίτον, η προσφεύγουσα αμφισβητεί το ακόλουθο σχόλιο της επιτροπής αξιολόγησης:
«Η προσφορά παρουσιάζει λεπτομερή περιγραφή του Cosmic FFP, ωστόσο τα εργαλεία που προτείνονται για τις εκτιμήσεις (Calico και Costar) είναι κατάλληλα μόνο για τις εκτιμήσεις που βασίζονται στη μεθοδολογία Cocomo II, γεγονός που παρουσιάζει ανακολουθία (βλ. τμήμα 4.1.3.5.1) [της προσφοράς]).»
162 Το σχόλιο αυτό της επιτροπής αξιολόγησης αναφέρεται στο δεύτερο κριτήριο ανάθεσης της επίμαχης σύμβασης, δηλαδή στο κριτήριο της «καταλληλότητας των μεθόδων και εργαλείων, του περιβάλλοντος ποιότητας και των προτεινόμενων για την εκτέλεση των απαιτούμενων εργασιών διαδικασιών ποιότητας». Όσον αφορά αυτό το κριτήριο ανάθεσης, η προπαρατεθείσα προσφορά έλαβε βαθμολογία 16,7/30 ενώ η επιλεγείσα προσφορά έλαβε 24,5/30.
163 Η Επιτροπή διευκρίνισε με τα δικόγραφά της και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι η ανακολουθία που επισήμανε η επιτροπή αξιολόγησης συνίστατο στο γεγονός ότι, ενώ η προσφεύγουσα είχε περιγράψει με την προσφορά της τα εργαλεία που σκόπευε να χρησιμοποιήσει για την αξιοποίηση της μεθόδου Cocomo, πράγμα που δεν είχε ζητηθεί στον διαγωνισμό, δεν παρέσχε καμία πληροφορία για την υποδομή εκμετάλλευσης της μεθόδου Cosmic FFP, η οποία ήταν η μέθοδος που προβλέπεται με τη συγγραφή υποχρεώσεων. Επιπλέον, η προσφεύγουσα δεν ανέφερε ποιά σχέση υπήρχε μεταξύ των δύο μεθόδων Cocomo και Cosmic FFP που παρέθεσε με την προσφορά της και ποιά σχέση υπήρχε μεταξύ της μεθόδου Cocomo, την οποία ανέφερε χωρίς προφανή λόγο στην προσφορά της, και του συστήματος που αποτελούσε το αντικείμενο της επίμαχης σύμβασης.
164 Η προσφεύγουσα, σε απάντησή της σε ερώτηση του Γενικού Δικαστηρίου, υποστήριξε ότι η αναφορά, με την προσφορά της, της μεθόδου Cocomo δεν έπρεπε να θεωρηθεί ως έλλειψη συνοχής και ότι ο λόγος για τον οποίο δεν πρότεινε ειδικά εργαλεία για τη μεθοδολογία Cosmic FFP ήταν ότι τα ειδικά αυτά εργαλεία δεν ήταν απαραίτητα. Ούτε ο επιλεγείς διαγωνιζόμενος πρότεινε με την προσφορά του τέτοια εργαλεία.
165 Πρέπει να αναφερθεί πρώτον ότι, πράγματι, η συγγραφή υποχρεώσεων της επίμαχης σύμβασης ορίζει τη χρήση του συστήματος Cosmic FFP για τη διενέργεια των σχετικών εκτιμήσεων, δηλαδή, κατ’ ουσίαν, για τις εργασίες που έπρεπε να πραγματοποιηθούν για να υλοποιηθούν ορισμένες δραστηριότητες πληροφορικής σχετικές με την επίμαχη σύμβαση. Από την εξέταση του τμήματος 4.1.3.5.1 της προσφοράς της κοινοπραξίας Ευρωπαϊκή Δυναμική-Steria προκύπτει επίσης ότι στην προσφορά γίνεται μία πολύ σύντομη και γενική μνεία στη μέθοδο Cocomo και στα εργαλεία Calico και Costar. Τέλος, πρέπει να παρατηρηθεί ότι η επιτροπή αξιολόγησης επέκρινε, για τη μη διευκρίνιση των εργαλείων που θα χρησιμοποιηθούν στο πλαίσιο του συστήματος Cosmic FFP, όχι μόνον την ανωτέρω κοινοπραξία, αλλά και τον επιλεγέντα διαγωνιζόμενο.
166 Πρέπει να σημειωθεί ότι η προσφεύγουσα δεν προβάλλει κανένα επιχείρημα για να αποδείξει ότι αυτά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν, χαρακτηρίζουν ως εσφαλμένο το σχόλιο της επιτροπής αξιολόγησης που αναφέρεται στη σκέψη 161 ανωτέρω και κατά μείζονα λόγο, ότι παρέχουν τη δυνατότητα να κριθεί ότι το εν λόγω σχόλιο θα είχε ως αποτέλεσμα, συναφώς, να προβεί η αναθέτουσα αρχή σε προδήλως πεπλανημένη εκτίμηση της προσφοράς της κοινοπραξίας Ευρωπαϊκή Δυναμική‑Steria, ιδίως καθόσον η βαθμολογία που έλαβε η εν λόγω προσφορά όσον αφορά το δεύτερο κριτήριο ανάθεσης της επίμαχης σύμβασης, όχι μόνο δεν βασίζεται στην ανάλυση αυτή, αλλά στηρίζεται στα λοιπά συναφή σχόλια που παρέθεσε η επιτροπή αξιολόγησης (βλ., συναφώς, απόφαση της 12ης Ιουλίου 2007, Ευρωπαϊκή Δυναμική κατά Επιτροπής, σκέψη 133 ανωτέρω, σκέψη 106).
167 Τέταρτον, η προσφεύγουσα αμφισβητεί το σχόλιο της επιτροπής αξιολόγησης κατά το οποίο «η μέθοδος RUP [θεωρήθηκε] σε όλα τα σημεία της προσφοράς [της κοινοπραξίας Ευρωπαϊκή Δυναμική‑Steria] ως «η μέθοδος διαχείρισης του σχεδίου, [παρόλο που] η πρότασή της για το λογισμικό του περιβάλλοντος ανάπτυξης δεν περιλαμβάνει καμία άδεια IBM-Rational». Το σχόλιο αυτό αναφέρεται επίσης στο δεύτερο κριτήριο ανάθεσης της επίμαχης σύμβασης.
168 Η Επιτροπή διευκρίνισε με τα δικόγραφά της και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι, με το σχόλιο αυτό, η επιτροπή αξιολόγησης επισήμανε την ανακολουθία της προσφοράς της κοινοπραξίας Ευρωπαϊκή Δυναμική‑Steria η οποία συνίστατο στο ότι, ενώ η προσφορά αυτή ανέφερε επανειλημμένα την RUP ως «την» εφαρμοστέα μέθοδο, ωστόσο δεν διευκρίνιζε αν η εν λόγω κοινοπραξία είχε στη διάθεσή της άδεια για το λογισμικό IBM‑Rational, το οποίο έπρεπε να χρησιμοποιηθεί στο πλαίσιο της μεθόδου αυτής, αφήνοντας έτσι μετέωρο το ερώτημα του ποιος θα αναλάμβανε, η προσφεύγουσα ή η αναθέτουσα αρχή, το κόστος χρήσης του λογισμικού αυτού.
169 Κατά την προσφεύγουσα, το ανωτέρω σχόλιο μπορούσε να παραπλανήσει την αναθέτουσα αρχή και, επίσης, είναι αλυσιτελές. Το κόστος των απαραίτητων αδειών θα βάρυνε την προσφεύγουσα και επομένως δεν υπήρχε λόγος να γίνει οποιαδήποτε σχετική μνεία στην προσφορά, εφόσον δεν περιλαμβανόταν στις απαιτήσεις του διαγωνισμού. Κατά την προσφεύγουσα, ήταν προφανές ότι θα διέθετε την άδεια για τα προϊόντα που θα χρησιμοποιούσε για την υλοποίηση της εργασίας της.
170 Αρκεί, συναφώς, να επισημανθεί ότι η επιχειρηματολογία αυτή της προσφεύγουσας είναι γενική και δεν στηρίζεται σε κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Δεν μπορεί, επομένως, να στοιχειοθετήσει τον εσφαλμένο χαρακτήρα του προαναφερθέντος σχολίου της επιτροπής αξιολόγησης και, ακόμη λιγότερο, να αποδείξει την ύπαρξη προδήλου σφάλματος εκτιμήσεως της αναθέτουσας αρχής.
171 Πέμπτον, η προσφεύγουσα αμφισβητεί τη λυσιτέλεια του σχολίου της επιτροπής αξιολόγησης κατά το οποίο, «[π]αρά το γεγονός ότι η πείρα σε θέματα τελωνείων και ειδικών φόρων κατανάλωσης ορίζεται με [την προσφορά της κοινοπραξίας Ευρωπαϊκή Δυναμική‑Steria] ως απαραίτητη όσον αφορά τις δεξιότητες, στην πράξη, η πρότασή της δεν αποδεικνύει την ύπαρξη δεξιοτήτων αυτού του είδους». Το σχόλιο αυτό αναφέρεται στο τρίτο κριτήριο ανάθεσης της επίμαχης σύμβασης, δηλαδή στο κριτήριο της «καταλληλότητας της οργάνωσης της ομάδας που προτείνεται για την εκτέλεση των απαιτούμενων εργασιών». Η βαθμολογία που έλαβε η προσφορά της κοινοπραξίας Ευρωπαϊκή Δυναμική‑Steria όσον αφορά το εν λόγω κριτήριο ανάθεσης ήταν 14,5/20, ενώ η επιλεγείσα προσφορά έλαβε 17,6/20.
172 Πρώτον, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι το προαναφερθέν σχόλιο είναι αβάσιμο, καθόσον η κοινοπραξία Ευρωπαϊκή Δυναμική‑Steria διέθετε πείρα στον τομέα των τελωνείων και των ειδικών φόρων κατανάλωσης και στην προσφορά είχε γίνει μνεία της πείρας αυτής. Δεύτερον, η προσφεύγουσα παρατηρεί ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος να περιληφθούν στην προσφορά λεπτομερείς πληροφορίες για το θέμα αυτό, εφόσον δεν το απαιτούσε η πρόσκληση για την υποβολή προσφορών και εφόσον η συγγραφή υποχρεώσεων δεν θεωρούσε αναγκαία την ύπαρξη αυτής της «δεξιότητας». Τέλος, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι το γεγονός ότι η υποτιθέμενη έλλειψη πείρας της κοινοπραξίας Ευρωπαϊκή Δυναμική‑Steria στον τομέα των τελωνείων και των ειδικών φόρων κατανάλωσης χρησιμοποιήθηκε για να αιτιολογηθεί η αξιολόγηση της προσφοράς της ως μέτριας συνιστά παράβαση των όρων του διαγωνισμού, εφόσον η ύπαρξη πείρας δεν αναφέρεται ως κριτήριο αξιολόγησης.
173 Οι αιτιάσεις της προσφεύγουσας αφορούν τόσο τη λυσιτέλεια του σχολίου της επιτροπής αξιολόγησης όσο και τη βασιμότητά του.
174 Όσον αφορά τη λυσιτέλεια του σχολίου, το Γενικό Δικαστήριο παρατηρεί ότι, παρά το γεγονός ότι η συγγραφή υποχρεώσεων δεν απαιτούσε την ύπαρξη πείρας των διαγωνιζομένων σε θέματα τελωνείων και ειδικών φόρων κατανάλωσης, η επιτροπή αξιολόγησης θέλησε απλώς να υπογραμμίσει, με το σχόλιο αυτό, την ύπαρξη ανακολουθίας στην προσφορά της κοινοπραξίας Ευρωπαϊκή Δυναμική-Steria. Αυτή η ανακολουθία συνίστατο στο γεγονός ότι, ενώ η κοινοπραξία υποστήριζε ότι ο διαγωνιζόμενος έπρεπε, για να επιλεγεί, να διαθέτει πείρα σε θέματα τελωνείων και ειδικών φόρων κατανάλωσης, η προσφορά της ωστόσο δεν αποδείκνυε, όσον αφορά αυτήν, ότι διέθετε την ανάλογη πείρα. Αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η προσφεύγουσα, το σχόλιο αυτό της επιτροπής αξιολόγησης μπορούσε να αποβεί διαφωτιστικό για την αναθέτουσα αρχή.
175 Όσον αφορά τη βασιμότητα του σχολίου, πρέπει να τονιστεί ότι η Επιτροπή διευκρίνισε ότι το σχόλιο αυτό διατυπώθηκε σε σχέση με το τμήμα 6.3.1 της προσφοράς της κοινοπραξίας Ευρωπαϊκή Δυναμική‑Steria, στο οποίο αναφέρεται ότι οι προτεινόμενοι επιχειρηματικοί αναλυτές (business analysts) διέθεταν «αποδεδειγμένη πείρα στον τομέα των ειδικών φόρων κατανάλωσης/της φορολογίας/των τελωνείων στην Ευρωπαϊκή Ένωση». Κατά την Επιτροπή, η επιτροπή αξιολόγησης θεώρησε ότι στα βιογραφικά σημειώματα των επιχειρηματικών αναλυτών που προσκόμισε η προσφεύγουσα δεν καταγραφόταν ότι διέθεταν την πείρα αυτή. Η προσφεύγουσα δεν μπόρεσε να αντικρούσει τις εν λόγω διευκρινίσεις της Επιτροπής. Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να γίνει δεκτό ότι δεν αποδείχθηκε ο εσφαλμένος χαρακτήρας του εν λόγω σχολίου της επιτροπής αξιολόγησης.
176 Τέλος, πρέπει να επισημανθεί ότι η προσφεύγουσα αμφισβητεί το σχόλιο της επιτροπής αξιολόγησης που αναφέρεται στο δεύτερο κριτήριο ανάθεσης, με το οποίο προσάπτεται στην προσφορά της κοινοπραξίας Ευρωπαϊκή Δυναμική-Steria ότι συμπεριέλαβε τυποποιημένες αναφορές όσον αφορά, ιδίως, τη δομή και τα εργαλεία πληροφορικής που θα χρησιμοποιηθούν, οι οποίες δεν μπορούσαν να δικαιολογηθούν και δεν είχαν καμία σχέση με το αντικείμενο του EMCS. Η προσφεύγουσα αμφισβητεί επίσης το σχόλιο της επιτροπής αξιολόγησης που αφορά το τέταρτο κριτήριο ανάθεσης, και σχετίζεται με τον υποτιθέμενο γενικό χαρακτήρα της προσφοράς της κοινοπραξίας Ευρωπαϊκή Δυναμική-Steria. Ωστόσο, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, εκ νέου, η προσφεύγουσα παραθέτει απλώς ισχυρισμούς, επιχειρηματολογεί γενικώς και δεν παρουσιάζει κανένα σχετικό αποδεικτικό στοιχείο. Οι αιτιάσεις της, επομένως, πρέπει να απορριφθούν.
177 Ως εκ περισσού, το Γενικό Δικαστήριο θεωρεί σημαντικό να υπογραμμίσει ότι η ενέργεια της προσφεύγουσας να επικρίνει ορισμένα συγκεκριμένα σχόλια της επιτροπής αξιολόγησης είναι αναποτελεσματική, στον βαθμό που ουδόλως απέδειξε με ποιον τρόπο αυτά τα υποτιθέμενα εσφαλμένα σχόλια μπορούσαν να οδηγήσουν σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως ως προς την προσφορά της κοινοπραξίας Ευρωπαϊκή Δυναμική‑Steria. Συναφώς, η προσφεύγουσα πρέπει κυρίως να εξηγήσει τον τρόπο με τον οποίο το υποτιθέμενο εσφαλμένο σχόλιο επηρεάζει τη βαθμολογία της προσφοράς της. Η προσφεύγουσα δεν παρέσχε την εξήγηση αυτή.
178 Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, συνάγεται το συμπέρασμα ότι η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι η αναθέτουσα αρχή υπέπεσε σε πρόδηλες πλάνες εκτιμήσεως κατά την αξιολόγηση της προσφοράς της κοινοπραξίας Ευρωπαϊκή Δυναμική-Steria. Πρέπει, επομένως, να απορριφθεί ο παρών λόγος ακυρώσεως.
179 Κατά συνέπεια, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί.
Επί των δικαστικών εξόδων
180 Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο να καταδικάσει την Επιτροπή στα συνολικά έξοδα, ακόμη και αν απορριφθεί η προσφυγή της. Προβάλλει ότι η μη έγκαιρη κοινοποίηση εκ μέρους της οικείας ΓΔ επαρκούς αιτιολογίας δεν της παρέσχε τη δυνατότητα να εκτιμήσει πλήρως τις πιθανότητές της να αμφισβητήσει την προσβαλλόμενη απόφαση και την υποχρέωσε, επομένως, να ασκήσει την υπό κρίση προσφυγή προκειμένου να προστατεύσει τα δικαιώματά της.
181 Η Επιτροπή θεωρεί ότι το αίτημα αυτό δεν βρίσκει έρεισμα στην κοινοτική νομοθεσία.
182 Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου [νυν Γενικού Δικαστηρίου], ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα.
183 Εξάλλου, το άρθρο 87, παράγραφος 3, του ανωτέρω κανονισμού προβλέπει:
«Το Πρωτοδικείο [νυν Γενικό Δικαστήριο] μπορεί να κατανείμει τα έξοδα ή να αποφασίσει ότι κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα σε περίπτωση μερικής ήττας των διαδίκων ή εφόσον συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι.
Το Πρωτοδικείο [νυν Γενικό Δικαστήριο] μπορεί να καταδικάσει ακόμα και τον νικήσαντα διάδικο στην καταβολή των εξόδων στα οποία αναγκάστηκε να υποβληθεί ο αντίδικός του αν κρίνει ότι τα έξοδα αυτά προκλήθηκαν χωρίς εύλογη αιτία ή κακοβούλως.»
184 Εν προκειμένω, διαπιστώνεται, μεταξύ άλλων, ότι ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως, που αντλείται από την έλλειψη κρίσιμων πληροφοριών και από έλλειψη αιτιολογίας, είναι αβάσιμος. Εξάλλου, ουδείς άλλος λόγος υφίσταται για τη μη εφαρμογή από το Γενικό Δικαστήριο του προαναφερθέντος κανόνα του άρθρου 87, παράγραφος 2. Το αίτημα της προσφεύγουσας πρέπει, επομένως, να απορριφθεί.
185 Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα ηττήθηκε ως προς όλα τα αιτήματά της, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της Επιτροπής.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Η Ευρωπαϊκή Δυναμική – Προηγμένα Συστήματα Τηλεπικοινωνιών Πληροφορικής και Τηλεματικής ΑΕ φέρει τα δικαστικά έξοδά της καθώς και τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Azizi
Cremona
Frimodt Nielsen
(υπογραφές)
Περιεχόμενα
Το νομικό πλαίσιο
Ιστορικό της διαφοράς
I – Μηχανοργανωμένο σύστημα παρακολούθησης της διακίνησης των προϊόντων που υπόκεινται σε ειδικούς φόρους κατανάλωσης (EMCS)
II – Σύναψη της επίμαχης σύμβασης
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
Σκεπτικό
I – Επί του παραδεκτού
Α – Επιχειρήματα των διαδίκων
Β – Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
II – Επί της ουσίας
Α – Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων και της αρχής του ελεύθερου ανταγωνισμού
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
2. Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
α) Επί του πρώτου σκέλους του λόγου ακυρώσεως, σχετικά με την έλλειψη προδιαγραφών του EMCS
β) Επί του δευτέρου σκέλους του λόγου ακυρώσεως, σχετικά με τη μη γνωστοποίηση του πηγαίου κώδικα του NSTI
Ως προς την ανισότητα στην πρόσβαση στις πληροφορίες προς όφελος του επιλεγέντος διαγωνιζομένου
Όσον αφορά τη χρησιμότητα του πηγαίου κώδικα του NSTI για την κατάρτιση των προσφορών
Β – Επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από παράβαση του δημοσιονομικού κανονισμού, των κανόνων εφαρμογής και των οδηγιών 92/50 και 2004/18
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
2. Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
Γ – Επί του πέμπτου λόγου που αντλείται από παραβίαση των αρχών της χρηστής διοικήσεως και της επιμέλειας
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
2. Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
Δ – Επί του τετάρτου λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από την έλλειψη κρίσιμων πληροφοριών και από έλλειψη αιτιολογίας
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
2. Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
Ε – Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από πρόδηλες πλάνες εκτιμήσεως εκ μέρους της αναθέτουσας αρχής κατά την αξιολόγηση της προσφοράς της προσφεύγουσας
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
2. Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
Επί των δικαστικών εξόδων
* Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy