ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (έβδομο τμήμα)
της 15ης Οκτωβρίου 2008 (*)
«Προνόμια και ασυλίες – Μέλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου – Άρση της ασυλίας»
Στην υπόθεση T‑345/05,
Ashley Neil Mote, μέλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εκπροσωπούμενος από τους J. Lofthouse και C. Hayes, barristers, και την M. Monan, solicitor,
προσφεύγων,
κατά
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εκπροσωπούμενου από τους H. Krück, D. Moore και M. Windisch,
καθού,
με αντικείμενο αίτημα ακυρώσεως της αποφάσεως του Κοινοβουλίου, της 5ης Ιουλίου 2005, περί άρσεως της κοινοβουλευτικής ασυλίας του προσφεύγοντος,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ (έβδομο τμήμα),
συγκείμενο από τους N. J. Forwood, πρόεδρο, D. Šváby και L. Truchot (εισηγητή), δικαστές,
γραμματέας: K. Pocheć, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 21ης Φεβρουαρίου 2008,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Νομικό πλαίσιο
1 Σύμφωνα με το κεφάλαιο III του Πρωτοκόλλου περί των προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, της 8ης Απριλίου 1965, το οποίο προσαρτάται στη Συνθήκη περί ιδρύσεως ενιαίου Συμβουλίου και ενιαίας Επιτροπής (JO 1967, 152, σ. 13) (στο εξής: Πρωτόκολλο):
«Κεφάλαιο III
Μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου
Άρθρο 8
Περιορισμοί διοικητικής ή άλλης φύσεως δεν επιβάλλονται στην ελεύθερη μετακίνηση των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, όταν μεταβαίνουν στον τόπο συνεδριάσεως του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή όταν επιστρέφουν από αυτόν.
[…]
Άρθρο 9
Τα μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου δεν υπόκεινται σε έρευνα, κράτηση ή δίωξη για γνώμη ή ψήφο δοθείσα κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.
Άρθρο 10
Κατά τη διάρκεια των συνόδων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, τα μέλη του απολαύουν:
α) εντός της επικρατείας των κρατών τους, των ασυλιών που αναγνωρίζονται στα μέλη του Κοινοβουλίου της χώρας τους·
β) εντός της επικρατείας άλλων κρατών μελών, της εξαιρέσεως από κάθε μέτρο κρατήσεως και κάθε δικαστική δίωξη.
Η ασυλία τούς καλύπτει επίσης όταν μεταβαίνουν στον τόπο συνεδριάσεως του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή όταν επιστρέφουν από αυτόν.
Επίκληση της ασυλίας δε δύναται να γίνει στην περίπτωση αυτοφώρου εγκλήματος και ούτε δύναται να εμποδίσει την άσκηση του δικαιώματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να άρει την ασυλία ενός από τα μέλη του.»
Ιστορικό της διαφοράς
2 Ο Ashley Neil Mote, βρετανικής ιθαγενείας, έλαβε διάφορες ενισχύσεις μεταξύ 1996 και 2002. Από τον Νοέμβριο του 2003 ασκήθηκαν εις βάρος του ποινικές διώξεις λόγω του ότι οι ανωτέρω ενισχύσεις είχαν εισπραχθεί βάσει ψευδών δηλώσεων. Στον A. N. Mote, ο οποίος κλήθηκε να εμφανιστεί τον Ιανουάριο του 2004, κατηγορούμενος από τις 27 Απριλίου 2004, επιδόθηκε κλητήριο θέσπισμα και περίληψη των εις βάρος του κατηγοριών στις 10 Ιουνίου 2004.
3 Μετά την εκλογή του στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο τον Ιούνιο του 2004, ο προσφεύγων ζήτησε την αναστολή της εν εξελίξει ποινικής δίκης επικαλούμενος τα προνόμια και τις ασυλίες των οποίων απολαύει υπό την ιδιότητά του ως Ευρωπαίου βουλευτή. Το Chichester Crown Court (Πρωτοδικείο του Chichester) διέταξε στις 25 Νοεμβρίου 2004 την αναστολή της διαδικασίας. Το εν λόγω δικαστήριο έκρινε ότι το διά της καταβολής εγγυήσεως καθεστώς ελευθερίας υπό το οποίο τέθηκε ο A. N. Mote συνιστούσε εμπόδιο στην ελεύθερη μετακίνηση των μελών του Κοινοβουλίου και ως εκ τούτου παραβίαζε το άρθρο 8 του Πρωτοκόλλου.
4 Με αίτημα που υπέβαλε στις 3 Φεβρουαρίου 2005, ο Attorney General (γενικός εισαγγελέας Αγγλίας και Ουαλίας) ζήτησε από το Κοινοβούλιο:
– να επιβεβαιώσει ότι η ποινική δίωξη κατά του προσφεύγοντος δεν παραβίαζε το Πρωτόκολλο, ιδίως το άρθρο 8 αυτού·
– σε περίπτωση κατά την οποία ο A. N. Mote απήλαυε προνομίου ή ασυλίας δυνάμει του Πρωτοκόλλου, να άρει το εν λόγω προνόμιο ή την εν λόγω ασυλία.
5 Το αίτημα, το οποίο διαβιβάστηκε στην επιτροπή νομικών υποθέσεων του Κοινοβουλίου (στο εξής: επιτροπή νομικών υποθέσεων), αποτέλεσε αντικείμενο συζητήσεων εντός της επιτροπής στις 21 Απριλίου, 24 Μαΐου και στις 20 Ιουνίου 2005. Ο A. N. Mote εκπροσωπήθηκε από έτερο μέλος του Κοινοβουλίου κατά την ακρόαση εκ μέρους της επιτροπής νομικών υποθέσεων, στις 24 Μαΐου 2005. Με υπόμνημα που κατέθεσε ενώπιόν της αυθημερόν (στο εξής: υπόμνημα), ο A. N. Mote ζήτησε την απόρριψη του αιτήματος περί άρσεως της ασυλίας.
6 Η επιτροπή νομικών υποθέσεων υιοθέτησε στις 20 Ιουνίου 2005, ομοφώνως, έκθεση εισηγούμενη στο Κοινοβούλιο την άρση της ασυλίας του A. N. Mote (στο εξής: έκθεση). Η έκθεση περιλαμβάνει αιτιολογική έκθεση και πρόταση αποφάσεως εκ μέρους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
7 Με απόφαση της 5ης Ιουλίου 2005, η ολομέλεια του Κοινοβουλίου αποφάσισε να άρει την ασυλία και διέταξε τη διαβίβαση της αποφάσεως και της εκθέσεως στην αρμόδια αρχή του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση).
8 Στηριζόμενη στην άρση της ασυλίας του A. N. Mote εκ μέρους του Κοινοβουλίου, η επιφορτισμένη με τις ποινικές διώξεις αρχή του Ηνωμένου Βασιλείου προσέφυγε στο High Court of Justice (England & Wales) προκειμένου να ανακληθεί η αναστολή των ποινικών διώξεων. Με απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 2006, το εν λόγω δικαστήριο διέταξε την επανάληψη της διαδικασίας εις βάρος του προσφεύγοντος.
9 Ο προσφεύγων υπέβαλε στις 4 Μαΐου 2007 αίτημα περί προστασίας της ασυλίας και των προνομίων του, το οποίο απέρριψε το Κοινοβούλιο με απόφαση της 10ης Ιουλίου 2007.
10 Με απόφαση της 17ης Αυγούστου 2007, το Portsmouth Crown Court (Πρωτοδικείο του Portsmouth) έκρινε τον A. N. Mote ένοχο, ακολούθως δε, με απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2007, τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως εννέα μηνών. Με απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2007, το Court of Appeal (England & Wales) (εφετείο Αγγλίας και Ουαλίας) απέρριψε τους προβληθέντες κατά της αποφάσεως της 17ης Αυγούστου λόγους, με εξαίρεση ενός. Ο προσφεύγων υπέβαλε αίτημα στις 18 Ιανουαρίου 2008 προκειμένου να του επιτραπεί να ασκήσει αναίρεση.
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
11 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 5 Σεπτεμβρίου 2005, ο προσφεύγων άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
12 Στις 3 Νοεμβρίου 2005, ο προσφεύγων ζήτησε να προστατευθεί η ανωνυμία του στα πλαίσια της κύριας προσφυγής, αίτημα το οποίο έγινε δεκτό στις 14 Νοεμβρίου 2005. Αφού άκουσε τις παρατηρήσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 21ης Φεβρουαρίου 2008, ο πρόεδρος του εβδόμου τμήματος ήρε την ανωνυμία.
13 Με αίτηση ασφαλιστικών μέτρων που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 28 Δεκεμβρίου 2006, ο προσφεύγων ζήτησε την αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δυνάμει του άρθρου 225, παράγραφος 1, ΕΚ, καθώς και των άρθρων 242 ΕΚ και 243 ΕΚ. Ο Πρόεδρος του Πρωτοδικείου απέρριψε το αίτημα με διάταξη της 16ης Μαρτίου 2007.
14 Με αίτηση ασφαλιστικών μέτρων που κατέθεσε στις 8 Μαΐου 2007, ο προσφεύγων ζήτησε εκ νέου την αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Το αίτημα απερρίφθη με διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 27ης Ιουνίου 2007.
15 Στις 29 Αυγούστου 2007, ο προσφεύγων υπέβαλε και τρίτη αίτηση ασφαλιστικών μέτρων στηριζόμενη επί των ιδίων νομικών βάσεων, την οποία απέρριψε ο Πρόεδρος του Πρωτοδικείου με διάταξη της 22ας Νοεμβρίου 2007.
16 Ο προσφεύγων ζητεί από το Πρωτοδικείο:
– να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση·
– να κηρύξει εν πάση περιπτώσει άκυρη την απόφαση όσον αφορά την άρση προνομίου, όπως αυτό του άρθρου 8 του Πρωτοκόλλου, καθόσον αναφέρεται απλώς σε ασυλία·
– να καταδικάσει το καθού στα δικαστικά έξοδα.
17 Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζητεί από το Πρωτοδικείο:
– ως κύριο αίτημα, την απόρριψη της προσφυγής ως απαράδεκτης·
– επικουρικώς, την απόρριψη της προσφυγής ως αβάσιμης·
– την καταδίκη του προσφεύγοντος στα δικαστικά έξοδα.
Σκεπτικό
Επί του παραδεκτού
18 Το Κοινοβούλιο επικαλείται το απαράδεκτο της προσφυγής με το αιτιολογικό ότι η απόφαση περί άρσεως της κατά την έννοια του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ ασυλίας δεν αφορά άμεσα τον προσφεύγοντα, ιδίως καθόσον παρόμοια απόφαση αναγνωρίζει εξουσία εκτιμήσεως στον αποδέκτη της.
19 Υποστηρίζοντας το παραδεκτό της προσφυγής του, ο A. N. Mote διευκρινίζει ότι, αφ’ ης στιγμής τα προνόμια και οι ασυλίες συνδέονται με τις Κοινότητες, τα μέλη του Κοινοβουλίου είναι δικαιούχοι αυτών σύμφωνα με το άρθρο 5 του εσωτερικού κανονισμού του Κοινοβουλίου (EE 2005, L 44, σ. 1), και ότι, συνακόλουθα, οποιαδήποτε σχετική με τα εν λόγω προνόμια και τις ασυλίες απόφαση επηρεάζει άμεσα το ενδιαφερόμενο μέλος του Κοινοβουλίου.
20 Προκαταρκτικώς, επιβάλλεται η εξέταση του ζητήματος αν η απόφαση περί άρσεως της κοινοβουλευτικής ασυλίας, της 5ης Ιουλίου 2005, συνιστά απόφαση δυνάμενη να προσβληθεί.
21 Όπως προκύπτει από πάγια νομολογία, η Ευρωπαϊκή Κοινότητα είναι κοινότητα δικαίου υπό την έννοια ότι ούτε τα κράτη μέλη της ούτε τα θεσμικά της όργανα διαφεύγουν τον έλεγχο της συμφωνίας των πράξεών τους προς τον βασικό καταστατικό χάρτη που αποτελεί η Συνθήκη ΕΚ, η δε Συνθήκη αυτή καθιέρωσε πλήρες σύστημα ενδίκων μέσων και διαδικασιών με το οποίο ανατίθεται στο Δικαστήριο ο έλεγχος της νομιμότητας των πράξεων των θεσμικών οργάνων. (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 23ης Απριλίου 1986, 294/83, Les Verts κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1986, σ. 1339, σκέψη 23, και της 23ης Μαρτίου 1993, C‑314/91, Weber κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1993, σ. I‑1093, σκέψη 8· απόφαση του Πρωτοδικείου της 2ας Οκτωβρίου 2001, T‑222/99, T‑327/99 και T‑329/99, Martinez κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 2001, σ. II‑2823, σκέψη 48). Το Δικαστήριο αποφάνθηκε επίσης ότι οι πράξεις του Κοινοβουλίου υπόκεινται κατ’ αρχή σε προσφυγή ακυρώσεως (προπαρατεθείσα απόφαση Les Verts κατά Κοινοβουλίου, σκέψη 24).
22 Κατ’ εφαρμογή του άρθρου 230, πρώτο εδάφιο, ΕΚ, το Δικαστήριο ελέγχει τη νομιμότητα των πράξεων του Κοινοβουλίου που παράγουν έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων και διακρίνει συναφώς δύο κατηγορίες πράξεων.
23 Δεν είναι δεκτικές προσφυγής ακυρώσεως πράξεις του Κοινοβουλίου που ανάγονται απλώς στην εσωτερική οργάνωση των εργασιών του (διατάξεις του Δικαστηρίου της 4ης Ιουνίου 1986, 78/85, Ομάδα των Κομμάτων της Ευρωπαϊκής Δεξιάς κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1986, σ. 1753, σκέψη 11, και της 22ας Μαΐου 1990, C-68/90, Blot και Front National κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1990, σ. I-2101, σκέψη 11, και προπαρατεθείσα απόφαση Weber κατά Κοινοβουλίου, σκέψη 9).
24 Στην ως άνω κατηγορία εμπίπτουν οι πράξεις του Κοινοβουλίου οι οποίες είτε δεν παράγουν έννομα αποτελέσματα είτε παράγουν έννομα αποτελέσματα μόνον εντός του Κοινοβουλίου όσον αφορά την οργάνωση των εργασιών του και υπόκεινται σε διαδικασίες επαληθεύσεως οριζόμενες με τον εσωτερικό κανονισμό του (προπαρατεθείσα απόφαση Weber κατά Κοινοβουλίου, σκέψη 10· προπαρατεθείσα απόφαση Martinez κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου, σκέψη 52).
25 Αντιθέτως, δύνανται να προσβληθούν ενώπιον του κοινοτικού δικαστή οι πράξεις του Κοινοβουλίου που παράγουν ή έχουν ως προορισμό να παράγουν έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων ή, με άλλα λόγια, οι πράξεις, τα έννομα αποτελέσματα των οποίων βαίνουν πέραν της εσωτερικής οργανώσεως των εργασιών του θεσμικού οργάνου (προπαρατεθείσα απόφαση Weber κατά Κοινοβουλίου, σκέψη 11, και προπαρατεθείσα απόφαση Martinez κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου, σκέψη 53).
26 Το Πρωτοδικείο υπενθύμισε ότι τα μέλη του Κοινοβουλίου, τα οποία έχουν λάβει εντολή να αντιπροσωπεύουν τους λαούς των κρατών τα οποία συνενώθησαν εντός της Κοινότητας, πρέπει να λογίζονται, όσον αφορά πράξη του Κοινοβουλίου παράγουσα έννομα αποτελέσματα ως προς τις συνθήκες ασκήσεως της εν λόγω εντολής, ως τρίτοι κατά την έννοια του άρθρου 230, πρώτο εδάφιο, ΕΚ (προπαρατεθείσα απόφαση Martinez κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου, σκέψη 61).
27 Όσον αφορά, ειδικότερα, το Πρωτόκολλο, τα προνόμια και οι ασυλίες που αναγνωρίζονται υπέρ των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων με την εν λόγω πράξη έχουν απλώς λειτουργικό χαρακτήρα, καθόσον αποσκοπούν στην αποφυγή παρακωλύσεως της λειτουργίας και περιορισμού της ανεξαρτησίας των Κοινοτήτων (διατάξεις του Δικαστηρίου της 11ης Απριλίου 1989, 1/88 SA, Générale de Banque κατά Επιτροπής, Συλλογή 1989, σ. 857, σκέψη 9, και της 13ης Ιουλίου 1990, C‑2/88 IMM, Zwartveld κ.λπ., Συλλογή 1990, σ. I‑3365, σκέψη 19).
28 Εντούτοις, αν και τα προνόμια και οι ασυλίες παραχωρούνται αποκλειστικά προς το συμφέρον της Κοινότητας, γεγονός παραμένει ότι αναγνωρίστηκαν ρητώς υπέρ των μονίμων και λοιπών υπαλλήλων των θεσμικών οργάνων της Κοινότητας, καθώς και υπέρ των μελών του Κοινοβουλίου. Το γεγονός ότι τα προνόμια και οι ασυλίες προβλέπονται προς το δημόσιο κοινοτικό συμφέρον δικαιολογεί την παρεχόμενη στα θεσμικά όργανα εξουσία να αίρουν, ενδεχομένως, την ασυλία, δεν σημαίνει όμως ότι τα συγκεκριμένα προνόμια και οι ασυλίες παραχωρούνται στην Κοινότητα και όχι ευθέως στους μονίμους της υπαλλήλους, στο λοιπό προσωπικό και στα μέλη του Κοινοβουλίου. Επομένως, το Πρωτόκολλο γεννά δικαίωμα υπέρ των εμπιπτόντων σε αυτό προσώπων, η τήρηση του οποίου διασφαλίζεται από το προβλεπόμενο στο άρθρο 230 ΕΚ δικαίωμα προσφυγής (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση του Δικαστηρίου της 16ης Δεκεμβρίου 1960, 6/60, Humblet κατά Βελγίου, Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 543).
29 Διαπιστώνεται ότι η απόφαση με την οποία το Κοινοβούλιο αίρει την ασυλία ενός των μελών του παράγει έννομα αποτελέσματα βαίνοντα πέραν του πλαισίου της εσωτερικής οργανώσεώς του, καθόσον επιτρέπει τη δίωξη του συγκεκριμένου μέλους του Κοινοβουλίου για τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά.
30 Οι προϋποθέσεις ασκήσεως της εντολής του συγκεκριμένου μέλους του Κοινοβουλίου επηρεάζονται από παρόμοια απόφαση, η οποία επιτρέπει την κίνηση ή τη συνέχιση ποινικής διαδικασίας εις βάρος του ανωτέρω βουλευτή και, ενδεχομένως, συνδυάζεται με περιοριστικά της ελευθερίας του μέτρα ικανά να παρακωλύσουν την άσκηση της κοινοβουλευτικής εντολής του. Εν προκειμένω, η προσβαλλόμενη απόφαση παρέσχε στην επιφορτισμένη με τις διώξεις αρχή του Ηνωμένου Βασιλείου να ζητήσει και να επιτύχει την άρση της αναστολής της εις βάρος του A. N. Mote ποινικής δίκης με διάταξη του High Court of Justice (England & Wales) της 17ης Οκτωβρίου 2006.
31 Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να θεωρηθεί ως πράξη παράγουσα ή έχουσα ως προορισμό την παραγωγή εννόμων αποτελεσμάτων έναντι τρίτων. Εξ αυτού έπεται, σύμφωνα με τα κριτήρια που όρισε το Δικαστήριο με την προπαρατεθείσα απόφαση Weber κατά Κοινοβουλίου, ότι πρέπει να μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ελέγχου νομιμότητας εκ μέρους του κοινοτικού δικαστή, σύμφωνα με το άρθρο 230, πρώτο εδάφιο, ΕΚ.
32 Όσον αφορά την ένσταση απαραδέκτου της προσφυγής, την οποία προέβαλε το Κοινοβούλιο κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, διαπιστώνεται ότι το Κοινοβούλιο δέχεται ότι η πράξη του αφορά τον προσφεύγοντα ατομικώς, αμφισβητεί όμως ότι τον θίγει άμεσα.
33 Δυνάμει πάγιας νομολογίας, το να θίγεται άμεσα ο ενδιαφερόμενος απαιτεί το αμφισβητούμενο κοινοτικό μέτρο να παράγει άμεσα αποτελέσματα έναντι της νομικής καταστάσεως του ιδιώτη και να μην αφήνει καμία εξουσία εκτιμήσεως στους αποδέκτες του, οι οποίοι είναι επιφορτισμένοι με την εφαρμογή του, δεδομένου ότι το μέτρο αυτό έχει αμιγώς αυτόματο χαρακτήρα και απορρέει αποκλειστικά από την κοινοτική ρύθμιση, χωρίς την εφαρμογή άλλων παρεμβαλλόμενων κανόνων (βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 5ης Μαΐου 1998, C‑404/96 P, Glencore Grain κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. I-2435, σκέψη 41 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία· αποφάσεις της 29ης Ιουνίου 2004, C‑486/01 P, Front national κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 2004, σ. Ι‑6289, σκέψη 34, και της 2ας Μαΐου 2006, C‑417/04 P, Regione Siciliana κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. I‑3881, σκέψη 28).
34 Εν προκειμένω, η προβλεπομένη στα άρθρα 9 και 10 του Πρωτοκόλλου ασυλία προστατεύει τα μέλη του Κοινοβουλίου κατά ορισμένων μέτρων δυναμένων να παρακωλύσουν την άσκηση των καθηκόντων τους, οπότε απόφαση περί άρσεως της ασυλίας μεταβάλλει την έννομη κατάσταση του μέλους του Κοινοβουλίου εκ του αποτελέσματος και μόνον της άρσεως της προστασίας αυτής, με την επαναφορά του καθεστώτος του προσώπου που υπόκειται στο κοινό δίκαιο των κρατών μελών και με τον τρόπο αυτόν την υπαγωγή του, χωρίς την ανάγκη προσφυγής σε οποιοδήποτε ενδιάμεσο κανόνα, σε μέτρα, ιδίως αυτό της κρατήσεως και της δικαστικής διώξεώς του, τα οποία θεσπίζονται με το κοινό δίκαιο. Εξ αυτού έπεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αφορά τον προσφεύγοντα άμεσα.
35 Η επαφιέμενη στις εθνικές αρχές εξουσία εκτιμήσεως, μετά την άρση της ασυλίας, ως προς την επανάληψη ή την παύση των διώξεων που ασκήθηκαν κατά του μέλους του Κοινοβουλίου, ουδεμία ασκεί επιρροή όσον αφορά την προϋπόθεση του άμεσου επηρεασμού της νομικής καταστάσεως αυτού, καθόσον τα αποτελέσματα που συνδέονται με την απόφαση περί άρσεως της ασυλίας περιορίζονται στην άρση της προστασίας της οποίας αυτός απήλαυε λόγω της κοινοβουλευτικής ιδιότητάς του, δεδομένου ότι δεν συνεπάγονται κανένα συμπληρωματικό μέτρο εφαρμογής.
36 Από τις προηγηθείσες σκέψεις προκύπτει ότι η προσφυγή ακυρώσεως πρέπει να κηρυχθεί παραδεκτή.
Επί της ουσίας
37 Προς στήριξη της προσφυγής του ακυρώσεως, ο A. N. Mote επικαλείται τέσσερις λόγους. Με τον πρώτο, ο οποίος αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο, ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι το Κοινοβούλιο όφειλε να διαπιστώσει ότι παραβιάστηκε το παραχωρούμενο με το άρθρο 8 του Πρωτοκόλλου προνόμιο. Ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως περιλαμβάνει δύο σκέλη. Το πρώτο στηρίζεται στην παραβίαση του εσωτερικού κανονισμού του Κοινοβουλίου λόγω γνώμης την οποία εξέφρασε το Κοινοβούλιο ως προς τη σκοπιμότητα των διώξεων που ασκήθηκαν κατά του A. N. Mote. Σύμφωνα με το δεύτερο σκέλος, ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι το Κοινοβούλιο δεν έλαβε υπόψη κατά ορθό και ολοκληρωμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά και τα επιχειρήματα τα οποία εξέθεσε ενώπιον της επιτροπής νομικών υποθέσεων. Ο τρίτος λόγος ακυρώσεως εδράζεται στην έλλειψη πλήρους και ενδεδειγμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Ο τέταρτος εδράζεται στον στερούμενο λογικής και δυσανάλογο χαρακτήρα της αποφάσεως. Κατά τον προσφεύγοντα, τα επιχειρήματα που επικαλέστηκε θα έπρεπε να είχαν οδηγήσει σε μη άρση της ασυλίας του.
Επί της πλάνης περί το δίκαιο
Επιχειρήματα των διαδίκων
38 Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι πεπλανημένη περί το δίκαιο, με το αιτιολογικό ότι το Κοινοβούλιο όφειλε να διαπιστώσει την προσβολή προνομίου του οποίου ο ίδιος απήλαυε δυνάμει του άρθρου 8 του Πρωτοκόλλου. Συγκεκριμένα, έπρεπε να γίνει διάκριση μεταξύ του αναγνωριζόμενου στο άρθρο 8 προνομίου, σχετικά με την ελευθερία μετακινήσεως των μελών του Κοινοβουλίου, και της αναγνωριζόμενης στο άρθρο 10 ασυλίας, η οποία αφορά το απαραβίαστό τους σε περίπτωση δικαστικής διώξεως. Εν προκειμένω, η φύση της διά καταβολής εγγυήσεως ελευθερίας κατά το ποινικό δίκαιο του Ηνωμένου Βασιλείου θίγει το προνόμιο του άρθρου 8, στο μέτρο κατά το οποίο ο κατηγορούμενος οφείλει να ευρίσκεται στη διάθεση των εθνικών δικαστικών αρχών. Η συμμετοχή στις συνόδους του Κοινοβουλίου, αλλ’ επίσης και στις εργασίες αυτού στα πλαίσια των επιτροπών του, εξαρτάται ως εκ τούτου από τη διακριτική εξουσία του δικαστή, γεγονός που συνιστά περιορισμό στην ελευθερία μετακινήσεως των μελών του Κοινοβουλίου και προσβολή της ανεξαρτησίας του Κοινοβουλίου, ανεξάρτητα από τη βούληση για συνεργασία που εκδήλωσαν οι δικαστικές αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου. Η ανωτέρω ερμηνεία του άρθρου 8 θα έπρεπε να οδηγήσει το Chischester Crown Court στην αναστολή της ποινικής δίκης εν αναμονή της απαντήσεως του Κοινοβουλίου στο αίτημα περί άρσεως της ασυλίας. Υιοθετώντας διαφορετική ερμηνεία του άρθρου 8 με την αιτιολογική έκθεση της εκθέσεως και μη αποφαινόμενο επί της άρσεως της ασυλίας, το Κοινοβούλιο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο.
39 Το Κοινοβούλιο θεωρεί ότι ο συγκεκριμένος λόγος ακυρώσεως είναι αβάσιμος. Διευκρινίζει ότι περιορίστηκε να απαντήσει σε αίτημα περί άρσεως ασυλίας. Αποσαφηνίζει ότι η αιτιολογική έκθεση δεν απηχεί κατ’ ανάγκη τη θέση του ως θεσμικού οργάνου και παραθέτει την ερμηνεία που αποδίδει στα άρθρα 8 και 10 του Πρωτοκόλλου, υπογραμμίζοντας τον λειτουργικό χαρακτήρα των διατάξεων αυτών.
40 Κατά το Κοινοβούλιο, το άρθρο 8 του Πρωτοκόλλου, το οποίο υιοθετήθηκε σε χρόνο κατά τον οποίο οι μετακινήσεις εντός των Κοινοτήτων δεν ήσαν τόσον ευχερείς όπως σήμερα, αποσκοπεί κατ’ ουσία στο να αποτρέψει οποιαδήποτε παρακώλυση διοικητικής, αστυνομικής ή τελωνειακής φύσεως κατά τις μετακινήσεις ενός μέλους του Κοινοβουλίου. Υπό την έννοια αυτή, δεν παρέχει ασυλία σε δικαστικά ζητήματα. Όσον αφορά το άρθρο 10 του Πρωτοκόλλου, τούτο προβλέπει το απαραβίαστο των μελών του Κοινοβουλίου για πράξεις διαπραχθείσες εντός της επικρατείας του κράτους τους ή εντός της επικρατείας οποιουδήποτε άλλου κράτους μέλους, εξαιρουμένων των περιπτώσεων εκφράσεως γνώμης ή ψήφου δοθείσας κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, περιπτώσεις εμπίπτουσες στο άρθρο 9. Επιπλέον, το άρθρο 10 αναγνωρίζει υπέρ των βουλευτών ασυλία οσάκις μεταβαίνουν στον τόπο συνεδριάσεως του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή όταν επιστρέφουν από αυτόν. Οι ανωτέρω διατάξεις είναι ανενεργές αν το αναγνωριζόμενο με το άρθρο 8 προνόμιο παρεμποδίζει τη δικαστική δίωξη. Το Κοινοβούλιο προσθέτει ότι κανένα από τα αναγνωριζόμενα στο άρθρο 8 προνόμια δεν μπορεί να αρθεί με βάση το άρθρο 10.
41 Όσον αφορά τη δυνατότητα του εθνικού δικαστή να παρεμποδίσει τη δραστηριότητα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σε περίπτωση κατά την οποία ο εν λόγω δικαστής θα μπορούσε να ασκήσει έλεγχο επί των μετακινήσεων του προσφεύγοντος, το Κοινοβούλιο υπενθυμίζει ότι οι σχέσεις μεταξύ των κρατών μελών και των κοινοτικών θεσμικών οργάνων διέπονται από την αρχή της έντιμης συνεργασίας, δυνάμει του άρθρου 10 ΕΚ. Οι εθνικές δικαστικές αρχές οφείλουν να διευκολύνουν την κατά το δυνατόν εύρυθμη λειτουργία των κοινοτικών θεσμικών οργάνων και να σέβονται τις προνομίες τους, όπως ακριβώς έπραξε το δικαστήριο του Ηνωμένου Βασιλείου, σε αντίθετη δε περίπτωση το κράτος μέλος θα καλούνταν ενδεχομένως να δώσει εξηγήσεις ενώπιον των κοινοτικών δικαστηρίων.
42 Ο προσφεύγων δέχεται ότι τα προνόμια και οι ασυλίες των Κοινοτήτων έχουν πρωτίστως λειτουργικό χαρακτήρα και αρνείται παντελώς ότι εξομοίωσε τις διατάξεις του άρθρου 8 με απόλυτη ασυλία έναντι τυχόν ποινικών διώξεων. Εντούτοις, διευκρινίζει ότι εμμένει επί του ότι η αποδοτέα στο κατά το άρθρο 8 προνόμιο ερμηνεία είναι πολύ γενικόλογη και ότι, υπό ειδικές περιστάσεις, ενδέχεται να παρεμποδίζει τις διώξεις, η φύση των οποίων συνεπάγεται μέτρα περιοριστικά της ελευθερίας. Με το προνόμιο αυτό αποφεύγονται αλληλεπιδράσεις σε σχέση με τα καθήκοντα του βουλευτή, κατά τρόπον όλως διαφορετικό από τις διατάξεις του άρθρου 10.
43 Το Κοινοβούλιο θεωρεί ότι επιβάλλεται η απόρριψη της ερμηνείας που ο A. N. Mote δίδει στο άρθρο 8, καθόσον η απαγόρευση των περιορισμών στις μετακινήσεις ενός βουλευτή αδυνατούν να παράσχουν προστασία ανώτερη της αναγνωριζόμενης με το άρθρο 10 ασυλίας. Στην περίπτωση αυτή, η αναγνωριζόμενη υπέρ του βουλευτή ασυλία είναι απόλυτη επειδή ένα προνόμιο δεν μπορεί να αρθεί σε αντίθεση με μία ασυλία.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
44 Ο προσφεύγων προσάπτει στο Κοινοβούλιο ότι δεν αναγνώρισε υπέρ αυτού ότι προστατευόταν από το αναγνωριζόμενο με το άρθρο 8 του Πρωτοκόλλου προνόμιο και ότι το προνόμιο αυτό δεν είχε γίνει σεβαστό λόγω των εις βάρος του ασκηθεισών διώξεων, παρόλον ότι εναπόκειται στο Κοινοβούλιο, και όχι στον εθνικό δικαστή, να λάβει θέση επί του σημείου αυτού αποφαινόμενο επί των κινδύνων που συνεπάγεται δικαστική διαδικασία να παρεμποδιστεί η άσκηση εκ μέρους του μέλους του Κοινοβουλίου των κοινοβουλευτικών καθηκόντων του.
45 Όπως προκύπτει από το άρθρο 10, τελευταίο εδάφιο, του Πρωτοκόλλου, σύμφωνα με το οποίο η επίκληση της ασυλίας δεν δύναται να εμποδίσει την άσκηση του δικαιώματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να την άρει όσον αφορά ένα από τα μέλη του, το Κοινοβούλιο είναι αρμόδιο να αποφαίνεται επί αιτήσεως άρσεως της ασυλίας ενός Ευρωπαίου βουλευτή. Τα άρθρα 6 και 7 του εσωτερικού κανονισμού του Κοινοβουλίου συμπληρώνουν την ανωτέρω διάταξη προσδιορίζοντας τους κανόνες που διέπουν τη διαδικασία άρσεως της ασυλίας.
46 Αντιθέτως, ούτε στο Πρωτόκολλο ούτε στον εσωτερικό κανονισμό του Κοινοβουλίου απαντά κανόνας καθιστών το Κοινοβούλιο αρμόδια αρχή για την αναγνώριση της υπάρξεως του προβλεπόμενου στο άρθρο 8 του Πρωτοκόλλου προνομίου.
47 Επιπλέον, πρέπει να διευκρινιστεί ότι τα άρθρα 8 και 10 του Πρωτοκόλλου δεν έχουν το ίδιο πεδίο εφαρμογής.
48 Το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 8, πρώτο εδάφιο, του Πρωτοκόλλου έχει ως συνέπεια να απαγορεύει στα κράτη μέλη να επιβάλλουν, ιδίως με την ακολουθούμενη από αυτά πρακτική στον τομέα της φορολογίας, διοικητικούς περιορισμούς στην ελεύθερη κυκλοφορία των μελών του Κοινοβουλίου (απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Σεπτεμβρίου 1981, 208/80, Bruce of Donington, Συλλογή 1981, σ. 2205, σκέψη 14). Όπως διευκρινίζεται με την ίδια διάταξη, με το προνόμιο αυτό σκοπείται να διασφαλίζεται η εκ μέρους των μελών του Κοινοβουλίου άσκηση της ελευθερίας τους να μεταβαίνουν στον τόπο συνεδριάσεως του Κοινοβουλίου και να επιστρέφουν από αυτόν.
49 Πάντως, προέχει η υπόμνηση ότι, μολονότι δεν απαριθμούνται εξαντλητικώς στο άρθρο 8, πρώτο εδάφιο, του Πρωτοκόλλου, το οποίο αναφέρεται στους περιορισμούς διοικητικής ή «άλλης» φύσεως, οι εν λόγω περιορισμοί δεν περιλαμβάνουν τους αναφερόμενους σε δικαστικές διώξεις, καθόσον οι τελευταίες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 10, το οποίο προσδιορίζει το νομικό καθεστώς των ασυλιών, πλην του συγκεκριμένου πεδίου σε περίπτωση γνώμης ή ψήφου δοθείσας κατά την άσκηση των καθηκόντων των βουλευτών, όπως προβλέπει το άρθρο 9. Πράγματι, οι δικαστικές διώξεις αναφέρονται ρητώς στο άρθρο 10, πρώτο εδάφιο, στοιχείο β΄, του Πρωτοκόλλου μεταξύ εκείνων από τις οποίες εξαιρείται το μέλος του Κοινοβουλίου εντός της επικρατείας οποιουδήποτε άλλου κράτους μέλους εκτός του δικού του, καθ’ όλη τη διάρκεια των συνόδων του Κοινοβουλίου. Ομοίως, σύμφωνα με το άρθρο 10, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, του Πρωτοκόλλου, το μέλος του Κοινοβουλίου απολαύει, κατά το αυτό χρονικό διάστημα, εντός της επικρατείας της χώρας του, των ασυλιών που αναγνωρίζονται στα μέλη του Κοινοβουλίου της χώρας τους, ορισμένες από τις οποίες προστατεύουν τους εθνικούς βουλευτές από ποινικές διώξεις των οποίων θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο. Τέλος, το άρθρο 10, δεύτερο εδάφιο, προβλέπει ότι η ασυλία καλύπτει τα μέλη του Κοινοβουλίου και όταν αυτά μεταβαίνουν στον τόπο συνεδριάσεως του Κοινοβουλίου ή επιστρέφουν από αυτόν. Το ότι υφίσταται η ανωτέρω διάταξη, η οποία, όπως το άρθρο 8, πρώτο εδάφιο, του Πρωτοκόλλου, προστατεύει τα μέλη του Κοινοβουλίου από τις προσβολές κατά της ελευθερίας τους να μετακινούνται, επιβεβαιώνει ότι οι παρατιθέμενοι με την ως άνω διάταξη περιορισμοί δεν περιλαμβάνουν το σύνολο των πιθανών προσβολών της ελευθερίας μετακινήσεως των μελών του Κοινοβουλίου και ότι, όπως προκύπτει από τις προεξετασθείσες διατάξεις του άρθρου 10, οι δικαστικές διώξεις πρέπει να λογίζονται ως εμπίπτουσες στο νομικό καθεστώς που εγκαθιδρύει το άρθρο αυτό.
50 Έτσι, το άρθρο 10 του Πρωτοκόλλου σκοπεί στη διασφάλιση της ανεξαρτησίας των μελών του Κοινοβουλίου, αποτρέποντας το ενδεχόμενο να ασκούνται πιέσεις, συνιστάμενες σε απειλές συλλήψεως ή σε δικαστικές διώξεις, κατά των βουλευτών κατά τη διάρκεια των συνόδων του Κοινοβουλίου (διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 2ας Μαΐου 2000, T‑17/00 R, Rothley κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 2000, σ. II‑2085, σκέψη 90).
51 Το άρθρο 8 του Πρωτοκόλλου έχει ως αποστολή την προστασία των μελών του Κοινοβουλίου κατά των περιορισμών, πλην των δικαστικών, της ελευθερίας τους να μετακινούνται.
52 Καθ’ ο μέτρο δεν υποστήριξε ότι οι κίνδυνοι παρακωλύσεως της εκ μέρους του A. N. Mote ασκήσεως των καθηκόντων του ως βουλευτή συνίσταντο σε περιορισμούς άλλης φύσεως από τους απορρέοντες από διώξεις ασκηθείσες εκ μέρους των δικαστικών αρχών του κράτους προελεύσεώς του, διαπιστώνεται ότι το Κοινοβούλιο σε ουδεμία πλάνη περί το δίκαιο υπέπεσε αποφασίζοντας να άρει την ασυλία του A. N. Mote, χωρίς να αποφανθεί επί του προνομίου που του είχε παραχωρηθεί εκ της ιδιότητάς του ως μέλους του Κοινοβουλίου, αλλ’ ούτε και να αποφασίσει ότι εν προκειμένω συνέτρεχε παράβαση του άρθρου 8.
53 Από τις προεκτεθείσες σκέψεις προκύπτει ότι ο λόγος ακυρώσεως είναι απορριπτέος.
Επί της εκφράσεως γνώμης εκ μέρους της επιτροπής νομικών υποθέσεων ως προς τη σκοπιμότητα των διώξεων κατά παράβαση του εσωτερικού κανονισμού του Κοινοβουλίου και ως προς τη μη ορθή και πλήρη συνεκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και επιχειρημάτων
Επιχειρήματα των διαδίκων
54 Ο επικαλούμενος από τον προσφεύγοντα λόγος ακυρώσεως περιλαμβάνει δύο σκέλη.
– Επί του πρώτου σκέλους το οποίο αντλείται από την παράβαση του εσωτερικού κανονισμού του Κοινοβουλίου και από την έκφραση γνώμης ως προς τη σκοπιμότητα των διώξεων
55 Ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 7, παράγραφος 7, του εσωτερικού κανονισμού του Κοινοβουλίου, η επιτροπή νομικών υποθέσεων δεν μπορούσε, με την έκθεσή της, να αποφανθεί επί της σκοπιμότητας των εις βάρος του ασκηθεισών διώξεων. Η παράβαση της ανωτέρω διατάξεως επηρεάζει το νομότυπο της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Ο προσφεύγων προσθέτει ότι η εκφρασθείσα από το Κοινοβούλιο άποψη με την ίδια έκθεση δεν αναφέρεται στις παρατηρήσεις που ο ίδιος διατύπωσε συναφώς.
56 Το Κοινοβούλιο αντικρούει ότι ο λόγος ακυρώσεως είναι προδήλως αβάσιμος. Υπογραμμίζει ότι η περιλαμβανόμενη στην έκθεση αιτιολογική έκθεση συντάχθηκε υπό την αποκλειστική ευθύνη του εισηγητή, οπότε δεν μπορεί να γίνει επίκληση της γνώμης που αυτός εξέφρασε προκειμένου να αμφισβητηθεί το εκδοθέν από το Κοινοβούλιο ψήφισμα. Εν πάση περιπτώσει, οι χαρακτηρισμοί εκ μέρους του εισηγητή δεν άπτονται του βασίμου των διώξεων αλλά του επιβεβαιωτικού στοιχείου της φύσεώς τους.
– Επί του δεύτερου σκέλους το οποίο αντλείται από τη μη ορθή και πλήρη συνεκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και επιχειρημάτων
57 Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι κανένα στοιχείο της εκθέσεως της επιτροπής νομικών υποθέσεων δεν διευκρινίζει ότι η ίδια, και ως εκ τούτου το Κοινοβούλιο, εξέτασε κατά τρόπον αποτελεσματικό και ενδεδειγμένο τα επί της ουσίας επιχειρήματα που προέβαλε ο ίδιος. Το εν λόγω κενό προσκρούει στο δικαίωμα του προσφεύγοντος να λάβει γνώση των συμπερασμάτων στα οποία κατέληξε η επιτροπή νομικών υποθέσεων και ως εκ τούτου καθιστά άκυρη την απόφαση.
58 Το Κοινοβούλιο θεωρεί ότι ο συγκεκριμένος λόγος ακυρώσεως είναι αβάσιμος. Υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7, παράγραφος 3, του εσωτερικού κανονισμού, ο A. N. Mote είχε τη δυνατότητα να παράσχει εξηγήσεις ενώπιον της επιτροπής νομικών υποθέσεων, εκπροσωπούμενος από άλλο μέλος του Κοινοβουλίου στις 24 Μαΐου 2005. Ισχυρίζεται ότι στο προοίμιο της προσβαλλόμενης αποφάσεως γίνεται ρητή μνεία της ανωτέρω ακροάσεως.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
– Επί του πρώτου σκέλους του λόγου ακυρώσεως
59 Προκαταρκτικώς, διαπιστώνεται ότι, συντασσόμενο με την πρόταση της επιτροπής νομικών υποθέσεων να αρθεί η ασυλία του A. N. Mote και επικυρώνοντας, με την προσβαλλόμενη απόφαση, την έκθεσή της, χωρίς να διατυπώσει επιφύλαξη επί του περιεχομένου της αιτιολογικής εκθέσεως που απαντά στον εν λόγω έγγραφο, το Κοινοβούλιο υιοθέτησε το αιτιολογικό της εκθέσεως. Εξ αυτού προκύπτει ότι η διατυπωθείσα επίκριση με το πρώτο σκέλος του υπό κρίση λόγου ακυρώσεως πρέπει να εκληφθεί ως στρεφόμενη κατά του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
60 Το άρθρο 7, παράγραφος 7, του εσωτερικού κανονισμού του Κοινοβουλίου προβλέπει ότι «η επιτροπή [νομικών υποθέσεων] […] δεν αποφαίνεται σε καμία περίπτωση για την ενοχή ή μη του [μέλους του Κοινοβουλίου] ούτε για το σκόπιμο ή μη της ποινικής διώξεως για την έκφραση γνώμης ή τις πράξεις που του καταλογίζονται, ακόμη και σε περίπτωση που η εξέταση της αιτήσεως παρέχει στην επιτροπή [νομικών υποθέσεων] εμπεριστατωμένες πληροφορίες για την υπόθεση».
61 Πρέπει να εξεταστεί αν η επιτροπή νομικών υποθέσεων έλαβε θέση με την έκθεσή της υπέρ των ασκηθεισών διώξεων και εξέφρασε γνώμη επί της ενοχής του A. N. Mote. Στο σημείο II. 2 της εκθέσεως, ο εισηγητής διαπιστώνει, καταρχάς, τον «εμπεριστατωμένο» χαρακτήρα των κατηγοριών. Η εκτίμηση αυτή, η οποία εκφράζει τη γνώμη του εισηγητή ως προς τον επαρκώς αιτιολογημένο χαρακτήρα των ασκηθεισών εις βάρος του A. N. Mote διώξεων, δεν μπορεί να εξομοιωθεί με γνώμη επί της ενοχής του ή επί της σκοπιμότητας των σχετικών διώξεων. Το αυτό ισχύει, ακολούθως, στο σημείο II 3, όσον αφορά την αμιγώς αντικειμενική εκ μέρους του εισηγητή διαπίστωση της σοβαρότητας της επίδικης παραβάσεως στο Ηνωμένο Βασίλειο και στην πλειονότητα των κρατών μελών. Τέλος, διατυπώνοντας στο ίδιο σημείο την άποψη ότι «οι διώξεις τελούν προφανώς σε εξέλιξη», ο εισηγητής υπογράμμισε απλώς ότι βρίσκονταν σε προχωρημένο στάδιο και επρόκειτο να καταλήξουν σε δημόσια συνεδρίαση, χωρίς να προδικάζει την έκβαση της δίκης.
62 Από τις προεκτεθείσες σκέψεις προκύπτει ότι δεν παραβιάστηκε το άρθρο 7 του εσωτερικού κανονισμού του Κοινοβουλίου και ότι το πρώτο σκέλος του συγκεκριμένου λόγου ακυρώσεως είναι ως εκ τούτου απορριπτέο.
– Επί του δεύτερου σκέλους του λόγου ακυρώσεως
63 Τα επί της ουσίας επιχειρήματα, τα οποία κατά την άποψη του προσφεύγοντος δεν εξετάστηκαν στην πραγματικότητα ή με τον ενδεδειγμένο τρόπο εκ μέρους του Κοινοβουλίου, είναι τα ακόλουθα: ο όψιμος χαρακτήρας των ασκηθεισών εις βάρος του διώξεων, με αποτέλεσμα να παρακωλυθεί η εύρυθμη λειτουργία του Κοινοβουλίου, κατά παράβαση του άρθρου 10 ΕΚ· ο τρόπος με τον οποίο οι αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου αντιμετώπισαν το αίτημα περί άρσεως της ασυλίας του· η έλλειψη σαφηνείας της αιτήσεως περί άρσεως ασυλίας ως προς τη σοβαρότητα των προσαπτόμενων πραγματικών περιστατικών και ως προς τη σκοπιμότητα των διώξεων· η δυνατότητα του Κοινοβουλίου να άρει προνόμιο.
64 Πρώτον, όσον αφορά τη μη συνεκτίμηση του λόγου ακυρώσεως ο οποίος αντλείται από την εκ μέρους των εθνικών δικαστικών αρχών όψιμη άσκηση των εις βάρους του A. N. Mote διώξεων, η σχετική καθυστέρηση παρακώλυσε, κατ’ αυτόν, την άσκηση της κοινοβουλευτικής εντολής του και, συνακόλουθα, τη λειτουργία του Κοινοβουλίου, προκαλώντας την εκ μέρους του Ηνωμένου Βασιλείου παραβίαση της προβλεπόμενης στο άρθρο 10 ΕΚ αρχής περί έντιμης συνεργασίας.
65 Επισημαίνεται ότι, διευκρινίζοντας ότι κανένα στοιχείο δεν οδηγεί στην αμφισβήτηση των λεχθέντων από τον Attorney general, σύμφωνα με τα οποία «οι γνώμες ή πολιτικές ευθύνες του A. N. Mote δεν επηρέαζαν σε καμία περίπτωση τις διώξεις και […] η ανάκριση [είχε διεξαχθεί] με τη μεγαλύτερη δυνατή ταχύτητα» και ότι το Chichester Crown Court θα υπέβαλε ενδεχομένως αίτημα περί άρσεως ασυλίας σε περίπτωση κατά την οποία «διατηρούσε επιφυλάξεις ως προς τις προθέσεις του εισαγγελέα ή οποιουδήποτε άλλου εμπλεκομένου (όπερ δεν συμβαίνει προδήλως εν προκειμένω)», το Κοινοβούλιο απέρριψε, σιωπηρώς μεν αλλά σαφώς, τον αντλούμενο από την καθυστέρηση λόγο ακυρώσεως. Στηριζόμενο όχι μόνο στις πληροφορίες που παρέσχε ο Attorney general αλλά επίσης και στην ανάλυση του Chichester Crown Court, το Κοινοβούλιο εκτίμησε ότι ουδεμία βούληση παρακωλύσεως της ασκήσεως της κοινοβουλευτικής εντολής του A. N. Mote απαντούσε στην άσκηση των διώξεων.
66 Πρέπει να προστεθεί ότι από τα επιχειρήματα που προέβαλε ο προσφεύγων ενώπιον της επιτροπής νομικών υποθέσεων δεν προκύπτει ότι η διάρκεια της ανακρίσεως και, συνακόλουθα, η καθυστέρηση της εμφανίσεώς του ενώπιον της ποινικής δικαιοσύνης αποδεικνύουν βούληση παρακωλύσεως της δραστηριότητάς του ως Ευρωπαίου βουλευτή. Πράγματι, οι παρατηρήσεις που διατύπωσε ο A. N. Mote απαντούσαν στους ισχυρισμούς του Attorney general, σύμφωνα με τους οποίους η διάρκεια της ανακρίσεως αποδίδεται στην εκ μέρους του απόκρυψη πληροφοριών, ιδίως όσον αφορά τον τραπεζικό λογαριασμό στη Νήσο Man, και στην ελλιπή συνεργασία του. Ο A. N. Mote ισχυρίστηκε ότι αμφισβήτησε ότι αρνήθηκε να συνεργαστεί με τους ανακριτές και ότι προτίμησε να τηρήσει σιγή, όπως επιτρέπουν στην περίπτωση αυτή τα δικαιώματα άμυνας. Έκρινε περαιτέρω ότι οι ανακριτές είχε αποδειχθεί ότι καθυστέρησαν αδικαιολόγητα να ανακρίνουν την τράπεζα Barclays στη Νήσο Man. Κανένα από τα ανωτέρω στοιχεία δεν ήταν ικανό να αποδείξει οποιαδήποτε βούληση παρακωλύσεως της κοινοβουλευτικής δραστηριότητάς του.
67 Δεύτερον, όσον αφορά, τη στάση των αρχών του Ηνωμένου Βασιλείου κατά την αντιμετώπιση της αιτήσεως άρσεως της ασυλίας, παρατηρείται ότι το Κοινοβούλιο διευκρίνισε ότι δεν είχε καμία αμφιβολία ότι το αίτημα είχε υποβληθεί νομότυπα. Ενεργώντας με τον τρόπο αυτό, το Κοινοβούλιο έλαβε υπόψη τα επιχειρήματα του προσφεύγοντος σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο είχε αντιμετωπιστεί το αίτημα άρσεως της ασυλίας και εξ αυτών συνήγαγε ότι ουδαμώς αποτελούν κώλυμα για την εξέταση της συγκεκριμένης αιτήσεως.
68 Τρίτον, διαπιστώνεται ότι το Κοινοβούλιο δεν έλαβε θέση επί των επιχειρημάτων σχετικά με την έλλειψη σαφηνείας, συμπεριλαμβανομένης της σκοπιμότητας των διώξεων, της αιτήσεως άρσεως της ασυλίας και της σοβαρότητας των προσαπτόμενων παραβάσεων. Άρα, το Κοινοβούλιο απέφυγε να διατυπώσει οποιαδήποτε εκτίμηση επί της σκοπιμότητας των διώξεων, η οποία απαιτούσε εξέταση της συγκεκριμένης αιτιάσεως και, πράττοντας έτσι, συμμορφώθηκε προς τις διατάξεις του άρθρου 7, παράγραφος 7, του εσωτερικού κανονισμού του.
69 Τέλος, όσον αφορά, την αντλούμενη από τη δυνατότητα που είχε να άρει το θεσπισθέν με το άρθρο 8 του Πρωτοκόλλου προνόμιο αιτίαση, το Κοινοβούλιο δεν υπέπεσε σε καμία πλάνη περί το δίκαιο, όπως προεκτέθηκε στις σκέψεις 44 έως 52 ανωτέρω, αποφαινόμενο επί της ασυλίας του A. N. Mote, χωρίς να λάβει θέση επί του προνομίου που του είχε παραχωρηθεί υπό την ιδιότητά του ως μέλους του Κοινοβουλίου, ούτε να αποφασίσει αν στην προκειμένη περίπτωση συνέτρεχε παράβαση του άρθρου 8 του Πρωτοκόλλου. Ελλείψει αρμοδιότητας του Κοινοβουλίου να άρει το προβλεπόμενο στο άρθρο 8 προνόμιο, δεν μπορεί να του προσάπτεται ότι δεν έλαβε υπόψη τα αναπτυχθέντα επ’ αυτού επιχειρήματα.
70 Από τις προεκτεθείσες σκέψεις προκύπτει ότι δεν καταδείχθηκε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε όντως ή με τον ενδεδειγμένο τρόπο υπόψη τα πραγματικά περιστατικά και τα επιχειρήματα που επικαλέστηκε ο προσφεύγων.
71 Εξ αυτού έπεται ότι το δεύτερο σκέλος του λόγου ακυρώσεως είναι απορριπτέο.
Επί της ελλείψεως πλήρους και ενδεδειγμένης αιτιολογίας
Επιχειρήματα των διαδίκων
72 Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι το Κοινοβούλιο όφειλε να αιτιολογήσει τυχόν απόφαση περί άρσεως ασυλίας. Η έλλειψη αιτιολογήσεως παραβιάζει τις δημοκρατικές επιταγές στις οποίες υπόκειται το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δυνάμει του άρθρου 6 ΕΕ, αλλά επίσης δυνάμει της αρχής περί διαφανείας των δραστηριοτήτων του η οποία απαντά στον εσωτερικό κανονισμό του.
73 Εν προκειμένω, ο προσφεύγων θεωρεί ότι η έκθεση της επιτροπής νομικών υποθέσεων παρέχει την αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αλλά αμφισβητεί τον πλήρη και ενδεδειγμένο χαρακτήρα της, με το αιτιολογικό ότι δεν εξετάστηκε στο σύνολό της η επιχειρηματολογία που αναπτύχθηκε υπέρ της διατηρήσεως της ασυλίας του. Κατ’ αυτόν, η προγενέστερη νομική στάση του Κοινοβουλίου σε θέματα ασυλίας θα έπρεπε να οδηγήσει σε ενδεδειγμένη αιτιολόγηση, ενώ η παρασχεθείσα δεν παρέχει ούτε στους αναγνώστες της αποφάσεως τη δυνατότητα να κατανοήσουν τους λόγους που οδήγησαν στην έκδοσή της, ούτε στα μέρη να εκτιμήσουν την εγκυρότητά της και ενδεχομένως να την αμφισβητήσουν.
74 Το Κοινοβούλιο ζητεί την απόρριψη του λόγου ακυρώσεως.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
75 Υπενθυμίζεται ότι, δυνάμει του άρθρου 21 του Οργανισμού του Δικαστηρίου και του άρθρου 44, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, το δικόγραφο της προσφυγής πρέπει να μνημονεύει το αντικείμενο της διαφοράς και να περιέχει σχετική έκθεση των ισχυρισμών των οποίων γίνεται επίκληση. Κατά πάγια νομολογία, για το παραδεκτό μιας προσφυγής πρέπει τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά περιστατικά επί των οποίων αυτή στηρίζεται να προκύπτουν, τουλάχιστον συνοπτικώς, πλην όμως κατά τρόπο συνεκτικό και κατανοητό, από το ίδιο το κείμενο του δικογράφου. Μολονότι το κύριο μέρος του δικογράφου της προσφυγής μπορεί να θεμελιωθεί και να συμπληρωθεί, επί συγκεκριμένων σημείων, με παραπομπές σε συγκεκριμένα χωρία συνημμένων εγγράφων, γενική παραπομπή σε άλλα έγγραφα, έστω και συνημμένα στο δικόγραφο της προσφυγής, δεν μπορεί να αντισταθμίσει την έλλειψη ουσιωδών στοιχείων νομικής επιχειρηματολογίας, τα οποία, δυνάμει των προπαρατεθεισών διατάξεων, πρέπει να περιλαμβάνονται στο δικόγραφο της προσφυγής (απόφαση του Δικαστηρίου της 31ης Μαρτίου 1992, C‑52/90, Επιτροπή κατά Δανίας, Συλλογή 1992, σ. I‑2187, σκέψη 17· διατάξεις του Πρωτοδικείου της 29ης Νοεμβρίου 1993, T‑56/92, Koelman κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. II‑1267, σκέψη 21, και της 21ης Μαΐου 1999, T‑154/98, Asia Motor France κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. II‑1703, σκέψη 49· απόφαση του Πρωτοδικείου της 17ης Σεπτεμβρίου 2007, T‑201/04, Microsoft κατά Επιτροπής, Συλλογή 2007, σ. II‑3601, σκέψη 94). Ως εκ τούτου, δεν εναπόκειται στο Πρωτοδικείο να ερευνά και να εξακριβώνει, ανατρέχοντας στα συνημμένα της προσφυγής, τους ισχυρισμούς και τα επιχειρήματα που θα μπορούσε να θεωρήσει ότι αποτελούν τη βάση της προσφυγής, δεδομένου ότι τα συνημμένα αυτά επιτελούν αμιγώς λειτουργία αποδεικτικών και διευκρινιστικών στοιχείων (αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 7ης Νοεμβρίου 1997, T‑84/96, Cipeke κατά Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ. II‑2081, σκέψη 34, και προπαρατεθείσα Microsoft κατά Επιτροπής, σκέψη 94).
76 Εν προκειμένω, ο προσφεύγων επικαλείται την έλλειψη πλήρους και ενδεδειγμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, χωρίς να διευκρινίζει τα σημεία τα οποία, κατά την εκτίμησή του, στερούνται αιτιολογίας. Το δικόγραφο της προσφυγής περιορίζεται στην υπόμνηση της ανάγκης ένας σύγχρονος δημοκρατικός οργανισμός να αιτιολογεί τις αποφάσεις του κατά πλήρη και ενδεδειγμένο τρόπο και να εξετάζει όλα τα εγειρόμενα σημεία, καθώς και στη σημασία μιας τέτοιας αιτιολογήσεως. Ο A. N. Mote δεν διευκρινίζει τα νομικά και πραγματικά στοιχεία τα οποία απαιτούσαν, κατ’ αυτόν, συμπληρωματικές αναπτύξεις εκ μέρους του Κοινοβουλίου. Η μοναδική συγκεκριμένη αιτίαση αφορά την έκφραση γνωμών κατά παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 7, του εσωτερικού κανονισμού του Κοινοβουλίου, αιτίαση η οποία αποτελεί αντικείμενο του πρώτου σκέλους του δεύτερου λόγου ακυρώσεως, το οποίο απορρίπτεται με την παρούσα απόφαση.
77 Από τις προηγηθείσες σκέψεις προκύπτει ότι ο συγκεκριμένος λόγος ακυρώσεως πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτος.
Επί του στερούμενου λογικής και αναλογικότητας χαρακτήρα της αποφάσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
78 Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι τα επιχειρήματα που προέβαλε έναντι της άρσεως της ασυλίας θα έπρεπε να έχουν ωθήσει το Κοινοβούλιο να λάβει εύλογη και αναλογική απόφαση και, κατά συνέπεια, να αρνηθεί την άρση της ασυλίας. Αναφέρεται στα επιχειρήματα που απαντούν στο συνημμένο στο δικόγραφο της προσφυγής υπόμνημα, διευκρινίζοντας ότι δεν πρόκειται να εκτεθούν in extenso.
79 Ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι, ελλείψει λόγου δικαιολογητικού της απορρίψεως του επιχειρήματος ως προς την καθυστέρηση, κανένα όργανο επιφορτισμένο με τη λήψη αποφάσεων δεν μπορούσε ευλόγως να άρει την ασυλία, το δε Κοινοβούλιο όφειλε να αρνηθεί την άρση του προνομίου ή της ασυλίας.
80 Εγείρει το ζήτημα της εξουσίας του Κοινοβουλίου να άρει προνόμιο αντί ασυλίας, τη στιγμή κατά την οποία ο εσωτερικός κανονισμός του σιωπά ως προς την άρση προνομίου.
81 Ο προσφεύγων υπογραμμίζει ότι η πλήρης και επί τούτου εξέταση των επιχειρημάτων του δεν θα είχε οδηγήσει το Κοινοβούλιο στην άρση της ασυλίας του, αναφέρεται δε στην έκθεση της επιτροπής νομικών υποθέσεων επί της υποθέσεως Sichrowsky προκειμένου να υποστηρίξει ότι το Κοινοβούλιο εφαρμόζει παρόμοιο τεκμήριο στην περίπτωση του fumus persecutionis.
82 Ο προσφεύγων εμμένει επί του όψιμου χαρακτήρα των ασκηθεισών εις βάρος του διώξεων, ο οποίος παρακωλύει τις δραστηριότητες του Κοινοβουλίου και προσβάλλει την αρχή της έντιμης συνεργασίας μεταξύ των κοινοτικών θεσμικών οργάνων και των κρατών μελών. Διευκρινίζει ότι είχε ζητήσει να λάβει γνώση της αναλύσεως του Κοινοβουλίου επί του θέματος.
83 Τέλος, με το υπόμνημά του απαντήσεως, ισχυρίζεται ότι η επιτροπή νομικών υποθέσεων δεν εξέτασε τα αιτήματα για περαιτέρω διερεύνηση που είχε διατυπώσει με το υπόμνημά του.
84 Το Κοινοβούλιο θεωρεί ότι ο λόγος ακυρώσεως στερείται βάσεως.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
85 Όσον αφορά τον λόγο ακυρώσεως που αντλείται από τη μη εξέταση των αιτημάτων για περαιτέρω διερεύνηση που διατύπωσε με το υπόμνημά του, το οποίο υπέβαλε κατά το στάδιο του υπομνήματος απαντήσεως, υπενθυμίζεται ότι, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 44, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 48, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, το εισαγωγικό της δίκης έγγραφο πρέπει να αναφέρει το αντικείμενο της προσφυγής και να περιλαμβάνει συνοπτική έκθεση των ισχυρισμών των οποίων γίνεται επίκληση, ενώ απαγορεύεται η προβολή νέων ισχυρισμών κατά τη διάρκεια της δίκης, εκτός και αν οι ισχυρισμοί αυτοί στηρίζονται σε νομικά και πραγματικά στοιχεία που ανέκυψαν κατά τη διαδικασία. Εντούτοις, ο λόγος ακυρώσεως ο οποίος αποτελεί ανάπτυξη λόγου που έχει προβληθεί προηγουμένως άμεσα ή έμμεσα με το εισαγωγικό της δίκης έγγραφο και εμφανίζει στενό δεσμό με αυτόν πρέπει να κηρύσσεται παραδεκτός (απόφαση του Πρωτοδικείου της 20ής Σεπτεμβρίου 1990, T‑37/89, Hanning κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1990, σ. II‑463, σκέψη 38). Ανάλογη λύση επιβάλλεται όταν πρόκειται για αιτίαση προβαλλόμενη προς στήριξη ενός λόγου ακυρώσεως (απόφαση του Πρωτοδικείου της 21ης Μαρτίου 2002, T‑231/99, Joynson κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. II‑2085, σκέψη 156).
86 Εν προκειμένω, ο προσφεύγων προβάλλει, για πρώτη φορά με το υπόμνημά του απαντήσεως, την αντλούμενη από τη μη εξέταση εκ μέρους της επιτροπής νομικών υποθέσεων των αιτημάτων του ή των ερωτημάτων με σκοπό την παροχή περαιτέρω πληροφοριών αιτίαση. Η αιτίαση αυτή, η οποία ενδιαφέρει ειδικότερα τη διεξαγωγή αποδείξεων επί του αιτήματος άρσεως ασυλίας εκ μέρους της επιτροπής νομικών υποθέσεων και όχι την εξέταση των στοιχείων που θα έπρεπε να λάβει υπόψη το Κοινοβούλιο κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αποτελούσα ανάπτυξη των αιτιάσεων που παρατίθενται με το εισαγωγικό της δίκης έγγραφο.
87 Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη.
88 Όσον αφορά την αιτίαση η οποία αντλείται από το ότι τα προβληθέντα με το υπόμνημα επιχειρήματα θα έπρεπε να ωθήσουν το Κοινοβούλιο να λάβει εύλογη και αναλογική απόφαση, αρνούμενο την άρση της ασυλίας, διαπιστώνεται ότι τα συγκεκριμένα επιχειρήματα δεν εκτίθενται στο δικόγραφο, ο δε προσφεύγων ζητεί την αναδρομή στο υπόμνημα αυτό, το οποίο αποτελεί συνημμένο. Σύμφωνα με την προπαρατεθείσα στη σκέψη 75 πάγια νομολογία, δεν εναπόκειται στο Πρωτοδικείο να ερευνά και να εξακριβώνει, ανατρέχοντας στα συνημμένα της προσφυγής, τους ισχυρισμούς και τα επιχειρήματα που θα μπορούσε να θεωρήσει ότι αποτελούν τη βάση της προσφυγής.
89 Επομένως, η αιτίαση αυτή πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη, πλην καθόσον αφορά την καθυστέρηση που επέδειξαν οι εθνικές δικαστικές αρχές. Πάντως, δεδομένου ότι το Πρωτοδικείο αποφάνθηκε ήδη, στις σκέψεις 64 έως 66 ανωτέρω, επί του τελευταίου αυτού επιχειρήματος, η αιτίαση είναι απορριπτέα ως αβάσιμη.
90 Από το σύνολο των προηγηθεισών σκέψεων προκύπτει ότι ο συγκεκριμένος λόγος ακυρώσεως είναι εν μέρει απαράδεκτος και εν μέρει αβάσιμος και η προσφυγή είναι απορριπτέα.
Επί των δικαστικών εξόδων
91 Σύμφωνα με το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι ο προσφεύγων ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με τα αιτήματα του Κοινοβουλίου.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (έβδομο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει τον Ashley Neil Mote στα δικαστικά έξοδα, καθώς και στα έξοδα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
Forwood
Šváby
Truchot
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 15 Οκτωβρίου 2008.
Ο Γραμματέας
Ο Πρόεδρος
E. Coulon
N. J. Forwood
* Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy