Υπόθεση T-450/05
Automobiles Peugeot SA και Peugeot Nederland NV
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Ανταγωνισμός – Συμπράξεις – Διανομή αυτοκινήτων – Απόφαση που διαπιστώνει παράβαση του άρθρου 81 ΕΚ – Περιορισμός των παράλληλων εξαγωγών από τις Κάτω Χώρες – Σύστημα ανταμοιβής των αντιπροσώπων και πιέσεις – Συμφωνία με σκοπό αντίθετο προς τον ανταγωνισμό – Πρόστιμα – Σοβαρότητα και διάρκεια της παράβασης»
Περίληψη της αποφάσεως
1. Ανταγωνισμός – Συμπράξεις – Νόθευση του ανταγωνισμού – Κριτήρια εκτιμήσεως – Μη αντίθετος προς τον ανταγωνισμό σκοπός – Επαρκής διαπίστωση
(Άρθρο 81 § 1 ΕΚ)
2. Ανταγωνισμός – Συμπράξεις – Νόθευση του ανταγωνισμού – Συμφωνία διανομής προβλέπουσα έμμεσους περιορισμούς των εξαγωγών – Συμβάσεις αντιπροσωπείας αυτοκινήτων
(Άρθρο 81 § 1 ΕΚ)
3. Ανταγωνισμός – Συμπράξεις – Νόθευση του ανταγωνισμού – Κριτήρια εκτιμήσεως – Πρόθεση των συμβαλλομένων να συνάψουν συμφωνία περιορισμού του ανταγωνισμού
(Άρθρο 81 § 1 ΕΚ)
4. Ανταγωνισμός – Συμπράξεις – Νόθευση του ανταγωνισμού – Συμφωνία περιορισμού του ανταγωνισμού – Παράλληλη επιδίωξη θεμιτών σκοπών
(Άρθρο 81 § 1 ΕΚ)
5. Ανταγωνισμός – Συμπράξεις – Συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων – Έννοια – Σύμπτωση βουλήσεων όσον αφορά τη συμπεριφορά που πρέπει να υιοθετηθεί στην αγορά – Εμπίπτει
(Άρθρο 81 § 1 ΕΚ)
6. Ανταγωνισμός – Συμπράξεις – Συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων – Έννοια – Μονομερής συμπεριφορά – Δεν εμπίπτει
(Άρθρο 81 § 1 ΕΚ)
7. Ανταγωνισμός – Διοικητική διαδικασία – Απόφαση της Επιτροπής που διαπιστώνει παράβαση – Η Επιτροπή φέρει το βάρος αποδείξεως της παράβασης και της διάρκειάς της
(Άρθρο 81 § 1 ΕΚ)
8. Ανταγωνισμός – Πρόστιμα – Ύψος – Προσδιορισμός – Εξουσία εκτιμήσεως της Επιτροπής – Όρια – Σεβασμός των γενικών αρχών του δικαίου – Δικαστικός έλεγχος – Έλεγχος πλήρους δικαιοδοσίας
(Κανονισμοί του Συμβουλίου 17, άρθρο 15 § 2 και 1/2003, άρθρο 23 § 3 και 31)
9. Ανταγωνισμός – Πρόστιμα – Ύψος – Προσδιορισμός – Κριτήρια – Σοβαρότητα της παράβασης
(Κανονισμός του Συμβουλίου 1/2003, άρθρο 23 § 3· ανακοίνωση της Επιτροπής 98/C 9/03, σημείο 1 A)
10. Ανταγωνισμός – Πρόστιμα – Ύψος – Προσδιορισμός – Κριτήρια – Διάρκεια της παράβασης
(Κανονισμός του Συμβουλίου 1/2003, άρθρο 23 § 3· ανακοίνωση της Επιτροπής 98/C 9/03, σημείο 1 B)
1. Για να εμπίπτει μια συμφωνία στην απαγόρευση του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ πρέπει να έχει «ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς». Ο διαζευκτικός χαρακτήρας αυτής της προϋποθέσεως, που εκφράζεται με τη χρήση του συνδέσμου «ή», επιβάλλει καταρχάς να εξεταστεί το αντικείμενο της συμφωνίας, λαμβανομένου υπόψη του οικονομικού πλαισίου εντός του οποίου εντάσσεται. Για να εκτιμηθεί αν μια συμφωνία απαγορεύεται από το άρθρο 81, παράγραφος 1, ΕΚ παρέλκει η εκτίμηση των συγκεκριμένων αποτελεσμάτων της όταν προκύπτει ότι η συμφωνία αυτή έχει ως αντικείμενο την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς. Αν από την εξέταση των ρητρών της συμφωνίας αυτής δεν προκύψει ότι είναι αρκούντως επιβλαβής για τον ανταγωνισμό, πρέπει να εξεταστούν τα αποτελέσματά της, για να επιβληθεί δε η απαγόρευση πρέπει να συντρέχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι πράγματι ο ανταγωνισμός είτε παρεμποδίστηκε είτε περιορίστηκε είτε νοθεύθηκε αισθητά. Η διάκριση μεταξύ «παραβάσεων λόγω του αντικειμένου» της συμφωνίας και «παραβάσεων λόγω των αποτελεσμάτων» αυτής εξηγείται από το ότι ορισμένες μορφές συμπράξεως μεταξύ επιχειρήσεων μπορούν να θεωρηθούν, ως εκ της φύσεώς τους, ως παραβλάπτουσες την ορθή λειτουργία του.
(βλ. σκέψεις 43-45, 257)
2. Μία συμφωνία διανομής έχει περιοριστικό σκοπό, κατά την έννοια του άρθρου 81 ΕΚ, αν εκφράζει τη βούληση μεταχείρισης των πωλήσεων προς εξαγωγή με λιγότερο ευνοϊκό τρόπο από ό,τι των εγχώριων πωλήσεων και οδηγεί έτσι σε στεγανοποίηση της σχετικής αγοράς.
Ο σκοπός αυτός μπορεί να επιτευχθεί όχι μόνο μέσω άμεσων περιορισμών των εξαγωγών, αλλά και μέσω έμμεσων μέτρων, όπως είναι η εφαρμογή από τον προμηθευτή αυτοκινήτων οχημάτων, στο πλαίσιο συμβάσεων παραχώρησης, μέτρου που εξαιρεί τις εξαγωγικές πωλήσεις από το σύστημα καταβολής πριμ στους αντιπροσώπους, εφόσον τα εν λόγω έμμεσα μέτρα επηρεάζουν τους οικονομικούς όρους των πράξεων αυτών.
(βλ. σκέψεις 46-47)
3. Η έννοια της συμφωνίας που είναι αντίθετη προς τον ανταγωνισμό λόγω του αντικειμένου, δεν επηρεάζεται από το εάν οι συμβαλλόμενοι στη συμφωνία είχαν ή όχι την πρόθεση, ή αν απλώς δεν γνώριζαν, ότι ενεργούν κατά παράβαση του ανταγωνισμού. Συγκεκριμένα, η απόδειξη της προθέσεως του περιορισμού του ανταγωνισμού δεν αποτελεί αναγκαίο στοιχείο για την εξακρίβωση του αν μια συμφωνία αποσκοπεί σε τέτοιο περιορισμό.
(βλ. σκέψη 55)
4. Μία συμφωνία θεωρείται ότι έχει ως αντικείμενο τον περιορισμό του ανταγωνισμού, έστω και αν αυτό δεν είναι το μοναδικό της αντικείμενο, αλλά επιδιώκει, επίσης, άλλους θεμιτούς σκοπούς.
(βλ. σκέψη 56)
5. Για να υπάρχει συμφωνία κατά την έννοια του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ, αρκεί οι εν λόγω επιχειρήσεις να έχουν εκφράσει την κοινή βούλησή τους να συμπεριφερθούν στην αγορά κατά καθορισμένο τρόπο. Όσον αφορά τη μορφή εκφράσεως της εν λόγω κοινής βουλήσεως, αρκεί ένας όρος της συμφωνίας να αποτελεί την έκφραση της βουλήσεως των μερών να συμπεριφερθούν στην αγορά σύμφωνα με τη συμφωνία αυτή. Κατά συνέπεια η έννοια της συμφωνίας, υπό την έννοια του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ, στηρίζεται στη σύμπτωση των βουλήσεων δύο τουλάχιστον μερών, της οποίας η μορφή εκδηλώσεως δεν είναι σημαντική εφόσον η συμφωνία αυτή συνιστά πιστή αποτύπωση των βουλήσεων των μερών.
(βλ. σκέψεις 168-170)
6. Όταν μια απόφαση της επιχείρησης συνιστά μονομερή συμπεριφορά της, η απόφαση αυτή εκφεύγει της απαγορεύσεως του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ. Ωστόσο, υπό ορισμένες περιστάσεις, τα μέτρα που έλαβε ή επέβαλε κατά φαινομενικά μονομερή τρόπο η επιχείρηση στο πλαίσιο των συνεχών εμπορικών σχέσεων που διατηρεί με τους εμπορικούς συνεργάτες της μπορούν να θεωρηθούν ότι συνιστούν συμφωνία υπό την έννοια του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ.
Επομένως, πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ των περιπτώσεων στις οποίες μια επιχείρηση λαμβάνει μέτρο πράγματι μονομερές και, συνεπώς, χωρίς τη ρητή ή σιωπηρή συμμετοχή άλλης επιχειρήσεως, από τις περιπτώσεις στις οποίες ο μονομερής χαρακτήρας του μέτρου είναι αποκλειστικά φαινομενικός. Ενώ οι πρώτες περιπτώσεις δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ, όταν ο μονομερής χαρακτήρας του μέτρου είναι απλώς φαινομενικός πρέπει να θεωρηθεί ότι υφίσταται συμφωνία μεταξύ επιχειρήσεων και, συνεπώς, οι περιπτώσεις αυτές μπορούν να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω άρθρου. Τούτο συμβαίνει, μεταξύ άλλων, στην περίπτωση πρακτικών και μέτρων που περιορίζουν τον ανταγωνισμό και τα οποία, μολονότι λαμβάνονται κατά τα φαινόμενα μονομερώς από τον κατασκευαστή στο πλαίσιο των συμβατικών σχέσεών του με τους μεταπωλητές του, τυγχάνουν της, έστω και σιωπηρής, συναινέσεως των εν λόγω μεταπωλητών.
Η Επιτροπή δεν μπορεί να θεωρεί ότι συμπεριφορά που είναι φαινομενικά μονομερής από πλευράς του παραγωγού και η οποία υιοθετήθηκε στο πλαίσιο των συμβατικών σχέσεων που διατηρεί με τους μεταπωλητές του συνεπάγεται στην πραγματικότητα συμφωνία μεταξύ επιχειρήσεων, υπό την έννοια του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ, αν δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής ή σιωπηρής συναινέσεως, εκ μέρους των λοιπών εταίρων, έναντι της υιοθετηθείσας από τον παραγωγό συμπεριφοράς. Στην Επιτροπή εναπόκειται να προσκομίσει προς τούτο αρκούντως ακριβή και συγκλίνοντα αποδεικτικά στοιχεία.
(βλ. σκέψεις 171-175)
7. Η πλευρά ή η αρχή που προβάλλει τον ισχυρισμό περί παραβάσεως των κανόνων του ανταγωνισμού είναι εκείνη που οφείλει να αποδείξει την ύπαρξη παραβάσεως αποδεικνύοντας, επαρκώς κατά νόμον, τα περιστατικά που συνιστούν την παράβαση και η επιχείρηση που επικαλείται προς όφελός της ένα μέσο άμυνας, έναντι της διαπιστώσεως μιας παραβάσεως, είναι εκείνη η οποία οφείλει να αποδείξει ότι πληρούνται οι όροι για την εφαρμογή αυτού του μέσου άμυνας, οπότε η εν λόγω αρχή θα πρέπει να κάνει χρήση άλλων αποδεικτικών στοιχείων.
Η διάρκεια της παραβάσεως αποτελεί συστατικό στοιχείο της έννοιάς της, βάσει του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ, το βάρος αποδείξεως του οποίου φέρει, κυρίως, η Επιτροπή. Συναφώς, η νομολογία απαιτεί ότι, όταν δεν υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία δυνάμενα να αποδείξουν άμεσα τη διάρκεια μιας παραβάσεως, η Επιτροπή στηρίζεται, τουλάχιστον, σε αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με πραγματικά περιστατικά χωρίς μεγάλη χρονική απόσταση μεταξύ τους, ώστε να μπορεί λογικά να γίνει δεκτό ότι η παράβαση συνεχίστηκε αδιάλειπτα μεταξύ δύο συγκεκριμένων ημερομηνιών.
(βλ. σκέψεις 219-220)
8. Για τον καθορισμό του ύψους κάθε προστίμου που επιβάλλεται για παράβαση των κοινοτικών κανόνων περί ανταγωνισμού, η Επιτροπή έχει εξουσία εκτιμήσεως. Η εκτίμησή της πάντως πρέπει να γίνεται με τήρηση του κοινοτικού δικαίου, το οποίο περιλαμβάνει όχι μόνον τις διατάξεις της Συνθήκης αλλά και τις γενικές αρχές του δικαίου.
Η εκτίμηση του ζητήματος αν το επιβληθέν πρόστιμο είναι ανάλογο προς τη σοβαρότητα και τη διάρκεια της παράβασης, που είναι τα κριτήρια του προϊσχύσαντος άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17, και νυν του άρθρου 23, παράγραφος 3, του κανονισμού 1/2003, ανάγεται στον έλεγχο πλήρους δικαιοδοσίας που αναθέτει στο Πρωτοδικείο το άρθρο 31 του ίδιου κανονισμού.
(βλ. σκέψεις 273, 275)
9. Η σοβαρότητα μιας παραβάσεως καθορίζεται βάσει πολλών στοιχείων, όπως είναι οι συγκεκριμένες περιστάσεις της υποθέσεως, το πλαίσιό της και το αποτρεπτικό αποτέλεσμα των προστίμων.
Συνιστά παράβαση η φύση της οποίας μπορεί να χαρακτηριστεί ως πολύ σοβαρή, το γεγονός ότι επιδιώχθηκε από τις επιχειρήσεις, χωρίς ωστόσο να υπάρξει ρητή απαγόρευση των εξαγωγών, η κατά το δυνατόν μεγαλύτερη εναντίωση στις παράλληλες εξαγωγές των εμπορικών συνεργατών τους μέσω ενός συστήματος ανταμοιβής και πιέσεων. Μία πρωτοβουλία που αποσκοπεί έτσι στη στεγανοποίηση της εσωτερικής αγοράς είναι τόσο σοβαρή και καταδικαστέα, ως προς τη φύση της, όσο και η πλήρης απαγόρευση των εξαγωγών. Η εναντίωση αυτή, όπως ακριβώς και η απαγόρευση συνιστά κατάφωρη παραβίαση του δικαίου του ανταγωνισμού. Αντιστρατεύεται τους θεμελιώδεις σκοπούς της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και, ειδικότερα, την υλοποίηση της ενιαίας αγοράς.
Μια τέτοια παράβαση έχει, όσον αφορά τη φύση της, ένα χαρακτήρα ιδιαίτερα αισθητής σοβαρότητας, εφόσον, αφενός, το εν λόγω σύστημα ανταμοιβής διήρκεσε επί μακρόν μέσω ιδιαίτερων τρόπων απόκρυψης εντός ενός πλαισίου στο οποίο η προηγούμενη πρακτική της Επιτροπής και η πάγια νομολογία σε θέματα παράλληλων εισαγωγών, ιδίως στον υπό εξέταση τομέα, αποτελούσαν σαφείς προειδοποιήσεις για τη μη νομιμότητα ενός τέτοιου συστήματος και, αφετέρου, οι παραβάτες είναι μέλη ενός μεγάλου βιομηχανικού ομίλου που κατέχει σημαντική θέση στις οικείες αγορές και διαθέτουν νομικά τμήματα ιδιαιτέρως ικανά να διαγνώσουν την αντίθετη προς τον ανταγωνισμό φύση των επίμαχων συμπεριφορών.
(βλ. σκέψεις 274, 281, 284-285, 290)
10. Για τους σκοπούς της προσαύξησης του ποσού του προστίμου λόγω της διάρκειας της παραβάσεως, όπως προβλέπεται στο σημείο 1 B των κατευθυντήριων γραμμών για τον υπολογισμό των προστίμων που επιβάλλονται δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 και του άρθρου 65, παράγραφος 5, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, δεν θα ήταν λογικό να ληφθεί υπόψη η διακύμανση της εντάσεως της παραβάσεως κατά το οικείο χρονικό διάστημα. Συγκεκριμένα, η προσαύξηση αυτή πραγματοποιείται με την εφαρμογή ορισμένου ποσοστού στο αρχικό ποσό που καθορίζεται σε συνάρτηση με τη σοβαρότητα του συνόλου της παραβάσεως, εκφράζοντας ήδη κατ’ αυτόν τον τρόπο τις διαφοροποιήσεις ως προς την ένταση της παραβάσεως.
(βλ. σκέψη 333)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)
της 9ης Ιουλίου 2009 (*)
«Ανταγωνισμός – Συμπράξεις – Διανομή αυτοκινήτων – Απόφαση που διαπιστώνει παράβαση του άρθρου 81 ΕΚ – Περιορισμός των παράλληλων εξαγωγών από τις Κάτω Χώρες – Σύστημα ανταμοιβής των αντιπροσώπων και πιέσεις – Συμφωνία με σκοπό αντίθετο προς τον ανταγωνισμό – Πρόστιμα – Σοβαρότητα και διάρκεια της παράβασης»
Στην υπόθεση T‑450/05,
Automobiles Peugeot SA, με έδρα το Παρίσι (Γαλλία),
Peugeot Nederland NV, με έδρα την Ουτρέχτη (Κάτω Χώρες),
εκπροσωπούμενες από τους O. d’Ormesson και N. Zacharie, avocats,
προσφεύγουσες,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης αρχικώς από τους A. Bouquet, F. Arbault και A. Whelan και στη συνέχεια, από τους Bouquet και M. Kellerbauer,
καθής,
με αντικείμενο αίτηση ακυρώσεως της αποφάσεως C (2005) 3683 τελικό της Επιτροπής, της 5ης Οκτωβρίου 2005, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 81 [ΕΚ] (Υποθέσεις F‑2/36.623/36.820/37.275 – SEP κ.λπ./Automobiles Peugeot SA) και, επικουρικώς, αίτηση μειώσεως του προστίμου που επιβλήθηκε στις προσφεύγουσες με την εν λόγω απόφαση,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους Μ. Βηλαρά (εισηγητή), Πρόεδρο, M. Prek και V. V. Ciucă, δικαστές,
γραμματέας: C. Kristensen, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 11ης Μαρτίου 2009,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Ιστορικό της διαφοράς
1 Η Automobiles Peugeot SA (στο εξής: AP) είναι κατασκευάστρια αυτοκινήτων, θυγατρική εξ ολοκλήρου της Peugeot SA, εταιρίας holding. Η AP σχεδιάζει, παράγει και διαθέτει τα αυτοκίνητα μάρκας Peugeot.
2 Η Peugeot Nederland NV (στο εξής: PNE), θυγατρική εξ ολοκλήρου της AP, οργανώνει και συντονίζει το δίκτυο διανομής των προϊόντων και υπηρεσιών Peugeot στις Κάτω Χώρες. Οι δραστηριότητες της PNE περιλαμβάνουν την εισαγωγή, εξαγωγή και διανομή καινούργιων αυτοκινήτων μάρκας Peugeot, τα ανταλλακτικά, αξεσουάρ και τον συναφή εξοπλισμό καθώς και τεχνική υποστήριξη μετά την πώληση.
3 Το δίκτυο διανομής των προϊόντων και υπηρεσιών Peugeot στις Κάτω Χώρες αποτελείται από αντιπροσώπους, που είναι ανεξάρτητες εταιρίες συνδεόμενες με την PNE με σύμβαση παραχώρησης, καθώς και από μεταπωλητές, οι οποίοι συνδέονται με τους αντιπροσώπους συμβατικώς.
4 Η Vereniging Peugeot Dealers Nederland (στο εξής: VPDN) είναι η ένωση των αντιπροσώπων και των εμπόρων της μάρκας Peugeot στις Κάτω Χώρες.
5 Το 1997 και το 1998, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων πληροφορήθηκε, στο πλαίσιο τριών καταγγελιών, ότι η AP, σε συνεργασία με την PNE (στο εξής: από κοινού, προσφεύγουσες), εφάρμοσαν μέτρα για τον περιορισμό των παράλληλων εξαγωγών από τις Κάτω Χώρες προς άλλα κράτη μέλη, κατά παράβαση του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ.
6 Στις 10 Σεπτεμβρίου 1999 και στις 19 Μαρτίου 2003, η Επιτροπή εξέδωσε αποφάσεις διατάσσοντας ελέγχους βάσει του άρθρου 14 του κανονισμού 17 του Συμβουλίου, της 6ης Φεβρουαρίου 1962, πρώτος κανονισμός εφαρμογής των άρθρων [81 ΕΚ] και [82 ΕΚ] (ΕΕ 1962, 13, σ. 204). Οι έλεγχοι αυτοί διενεργήθηκαν στις 22 και 23 Σεπτεμβρίου 1999 και στις 2 και 3 Απριλίου 2003, αντίστοιχα.
7 Με έγγραφο της 29ης Απριλίου 2004, η Επιτροπή απηύθυνε στις προσφεύγουσες ανακοίνωση αιτιάσεων.
8 Με έγγραφο της 30ής Ιουλίου 2004, η AP απάντησε στην ανακοίνωση αιτιάσεων.
9 Με έγγραφα της 17ης Νοεμβρίου 2004, η Επιτροπή απηύθυνε στους αντιπροσώπους της Peugeot στις Κάτω Χώρες αιτήσεις παροχής πληροφοριών βάσει του άρθρου 18 του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 [ΕΚ] και 82 [ΕΚ] (ΕΕ 2003, L 1, σ. 1), με σκοπό να διευκρινίσει το βάσιμο ορισμένων ισχυρισμών που περιλαμβάνονταν στην απάντηση επί της ανακοίνωσης αιτιάσεων.
10 Με έγγραφο της 26ης Μαΐου 2005, η Επιτροπή κοινοποίησε στην AP τα στοιχεία που προέκυψαν από τις εν λόγω αιτήσεις παροχής πληροφοριών.
11 Με έγγραφο της 27ης Ιουνίου 2005, η AP απάντησε στο έγγραφο της 26ης Μαΐου 2005.
12 Στις 5 Οκτωβρίου 2005, η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση C (2005) 3683 τελικό, σχετικά με διαδικασία του άρθρου 81 [ΕΚ] (υποθέσεις F‑2/36.623/36.820/37.275 – SEP κ.λπ./Automobiles Peugeot SA, στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση) η οποία κοινοποιήθηκε στην AP με έγγραφο της 11ης Οκτωβρίου 2005. Περίληψη της προσβαλλόμενης αποφάσεως δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 27ης Ιουνίου 2006 (ΕΕ L 173, σ. 20).
13 Με την προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή έκρινε ότι οι προσφεύγουσες, σε συμφωνία με τους αντιπροσώπους μέλη του δικτύου Peugeot στις Κάτω Χώρες, διέπραξαν παράβαση του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ θέτοντας σε εφαρμογή μέτρα τα οποία είχαν ως σκοπό να εμποδίσουν τις παράλληλες εξαγωγές αυτοκινήτων από τις Κάτω Χώρες προς τελικούς καταναλωτές εγκατεστημένους σε άλλα κράτη μέλη (αιτιολογική σκέψη 136 και άρθρο της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
14 Κατ’ αρχάς, η Επιτροπή διαπίστωσε την ύπαρξη ενός συστήματος ανταμοιβής, το οποίο τέθηκε σε εφαρμογή μέσω εγκυκλίων μεταξύ 1997 και 2003 και προέβλεπε την καταβολή στους αντιπροσώπους που επιτύγχαναν ή υπερέβαιναν τον στόχο πωλήσεών τους ενός πριμ για κάθε πώληση οχήματος ταξινομημένου στις Κάτω Χώρες, εξαιρώντας, επομένως, κατά την Επιτροπή, τις εξαγωγικές πωλήσεις (αιτιολογικές σκέψεις 23 έως 51 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
15 Η Επιτροπή, απαντώντας σε ένσταση της ΑΠ, σύμφωνα με την οποία οι εγκύκλιοι δεν περιελάμβαναν, μετά το 1997, αναφορές σε ταξινόμηση στις Κάτω Χώρες, αλλά μόνο σε ταξινομήσεις με «κίτρινη πινακίδα κυκλοφορίας» ή με «γκρι πινακίδα κυκλοφορίας», η οποία υποτίθεται ότι διέκρινε, ανεξαρτήτως του τόπου ταξινόμησης, τη ταξινόμηση των ιδιωτικών οχημάτων από εκείνη των επαγγελματικών οχημάτων, έκρινε ότι στο πλαίσιο του συστήματος ανταμοιβής εξακολουθούσε, μετά το 1997, να εξαιρεί τις εξαγωγές από την πριμοδότηση (αιτιολογικές σκέψεις 52 έως 59 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
16 Στη συνέχεια, η Επιτροπή ανέφερε ότι οι προσφεύγουσες δεν είχαν μόνο θέσει σε εφαρμογή το συγκεκριμένο σύστημα ανταμοιβής, αλλά είχαν επίσης ασκήσει πιέσεις στους αντιπροσώπους των Κάτω Χωρών να περιορίσουν τις εξαγωγικές πωλήσεις (αιτιολογική σκέψη 73 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
17 Βάσει των πιέσεων αυτών, η Επιτροπή προσδιόρισε πρώτον, πρωτοβουλίες με σκοπό την ευαισθητοποίηση των αντιπροσώπων σχετικά με την ανάγκη περιορισμού των εξαγωγών (αιτιολογικές σκέψεις 74 έως 76 και 125 της προσβαλλόμενης αποφάσεως), δεύτερον, άμεσες πιέσεις σε συγκεκριμένους αντιπροσώπους (αιτιολογικές σκέψεις 77 και 78, 126 και 127 της προσβαλλόμενης αποφάσεως), τρίτον, απειλές μείωσης των παραδόσεων στα συχνότερα εξαγόμενα μοντέλα (αιτιολογικές σκέψεις 79 έως 81 και 128 της προσβαλλόμενης αποφάσεως) και, τέταρτον, περιορισμούς στην παράδοση (αιτιολογικές σκέψεις 82 έως 85 και 128 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
18 Η Επιτροπή, στηριζόμενη στη νομολογία του Δικαστηρίου και του Πρωτοδικείου σε θέματα περιορισμών των παράλληλων εξαγωγών στον τομέα της διανομής αυτοκινήτων (αιτιολογικές σκέψεις 102 έως 104 της προσβαλλόμενης αποφάσεως), έκρινε ότι τα μέτρα που εφάρμοσαν οι προσφεύγουσες, που συνίσταντο σε σύστημα ανταμοιβής και πιέσεων, ήταν μέτρα αντίθετα προς τον ανταγωνισμό λόγω του αντικειμένου (βλ., αντιστοίχως, σκέψεις 105 έως 123 και 124 έως 129 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
19 Όσον αφορά την ύπαρξη σύμπτωσης βουλήσεων, που είναι αναγκαία για τη διαπίστωση συμφωνίας υπό την έννοια του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ, η Επιτροπή έκρινε ότι τα μέτρα αυτά δεν αποτελούσαν μονομερείς συμπεριφορές των προσφευγουσών, αλλά ότι εντάσσονταν στις συμβατικές σχέσεις με τους αντιπροσώπους, (αιτιολογική σκέψη 89 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
20 Έτσι, όσον αφορά, πρώτον, το σύστημα ανταμοιβής, η Επιτροπή εκτίμησε ότι τα αποδεικτικά στοιχεία της συναίνεσης των αντιπροσώπων προέκυπταν από το γεγονός ότι συνέχισαν να αγοράζουν αυτοκίνητα από την PNE στο πλαίσιο του συστήματος αυτού (αιτιολογική σκέψη 95 της προσβαλλόμενης αποφάσεως). Η Επιτροπή ανέφερε επίσης, ως στοιχείο, την ύπαρξη ενός συστήματος a posteriori ελέγχου και κυρώσεων (αιτιολογική σκέψη 96 της προσβαλλόμενης αποφάσεως) και το γεγονός ότι το σύστημα ανταμοιβής ήταν το αποτέλεσμα μακρών συζητήσεων με τη VPDN με σκοπό την προσχώρηση μελών του δικτύου της Ολλανδίας στους εμπορικούς όρους των προσφευγουσών και, αν μη τι άλλο, την αποσαφήνιση της θέσης της PNE (αιτιολογικές σκέψεις 97 και 98 της προσβαλλόμενης αποφάσεως). Κατά την Επιτροπή, το γεγονός ότι, από το 2000, οι προσφεύγουσες ζήτησαν από τους αντιπροσώπους να διατυπώσουν οποιαδήποτε τυχόν διαφωνία τους για το σύστημα ανταμοιβής, αποτελεί τη ρητή εκδήλωση πρότασης για συμφωνία που υπήρξε απόρροια της πραγματικής σύμπτωσης βουλήσεων από το 1997 (αιτιολογική σκέψη 99 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
21 Όσον αφορά, στη συνέχεια, τις πιέσεις, η Επιτροπή έκρινε ότι η πρόσκληση που απηύθυναν οι προσφεύγουσες στους αντιπροσώπους με σκοπό να διασφαλίσουν ότι οι εξαγωγικές τους δραστηριότητες έχουν εξαιρετικό χαρακτήρα έγινε κατ’ αρχήν αποδεκτή από όλα τα μέλη του δικτύου, υπό την επιφύλαξη των περιστασιακών παρεμβάσεων με τις οποίες ο κατασκευαστής μπόρεσε να διατηρήσει την πειθαρχία που είχε επιβληθεί με τον τρόπο αυτό (αιτιολογική σκέψη 100, στο τέλος, της προσβαλλόμενης αποφάσεως). Έκρινε ότι οι πιέσεις προς τους αντιπροσώπους για να εμποδιστούν οι παράλληλες εξαγωγές είχαν καταστεί αναπόσπαστο τμήμα των συμφωνιών διανομής που είχαν συνάψει οι προσφεύγουσες και τα μέλη του δικτύου των Κάτω Χωρών (αιτιολογική σκέψη 101 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
22 Η Επιτροπή, αφού επισήμανε, κατ’ ουσίαν, ότι περιττεύει η εξέταση των συγκεκριμένων αποτελεσμάτων μιας συμφωνίας, όταν η συμφωνία αυτή, όπως εν προκειμένω, έχει ως αντικείμενο τον περιορισμό του ανταγωνισμού (αιτιολογική σκέψη 130 της προσβαλλόμενης αποφάσεως), εξέτασε, εν πάση περιπτώσει, τα αποτελέσματα αυτά διακρίνοντας, και ως προς αυτά, μεταξύ του συστήματος ανταμοιβής (αιτιολογικές σκέψεις 131 έως 134 της προσβαλλόμενης αποφάσεως) και των πιέσεων (αιτιολογική σκέψη 135 της προσβαλλόμενης αποφάσεως). Κατέληξε ότι η στρατηγική που χάραξαν οι προσφεύγουσες και εφάρμοσαν σε συμφωνία με τους αντιπροσώπους καθώς και όλα τα μέτρα που την απαρτίζουν είχαν ως αντικείμενο και ως αποτέλεσμα τον περιορισμό του ανταγωνισμού υπό την έννοια του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ (αιτιολογική σκέψη 136 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
23 Η Επιτροπή εκτίμησε επίσης το κατά πόσον επηρεάσθηκε το ενδοκοινοτικό εμπόριο (αιτιολογικές σκέψεις 137 και 138 της προσβαλλόμενης αποφάσεως) και έκρινε ότι η εξαίρεση, που προβλέπεται στο άρθρο 81, παράγραφος 3, ΕΚ, από την απαγόρευση που τίθεται με την παράγραφο 1 της διατάξεως αυτής δεν είχε εφαρμογή εν προκειμένω, λαμβανομένου ιδίως υπόψη του γεγονότος ότι το σύστημα ανταμοιβής αντιβαίνει στο άρθρο 6, παράγραφος 1, σημείο 8, του κανονισμού (ΕΚ) 1475/95 της Επιτροπής, της 28ης Ιουνίου 1995, σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου [81, παράγραφος 3, ΕΚ] σε ορισμένες κατηγορίες συμφωνιών διανομής, πώλησης και εξυπηρέτησης μετά την πώληση αυτοκινήτων οχημάτων (ΕΕ L 145, σ. 25) (αιτιολογικές σκέψεις 139 έως 148 της προσβαλλόμενης αποφάσεως), το οποίο ορίζει ότι «[η] απαλλαγή δεν ισχύει εφόσον [...] [...] ο προμηθευτής παρέχει στους διανομείς χωρίς αντικειμενικά αιτιολογημένο λόγο αμοιβές που υπολογίζονται σε συνάρτηση με τον τόπο προορισμού των μεταπωλούμενων αυτοκινήτων οχημάτων ή με τον τόπο κατοικίας του αγοραστή». Η Επιτροπή εξέτασε επίσης τα θέματα σχετικά με τη διάρκεια της παράβασης (αιτιολογικές σκέψεις 149 έως 153 της προσβαλλόμενης αποφάσεως), τους αποδέκτες της προσβαλλόμενης αποφάσεως (αιτιολογικές σκέψεις 155 και 156 της προσβαλλόμενης αποφάσεως) και την επιβολή προστίμου (αιτιολογικές σκέψεις 157 έως 181 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
24 Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή κατέληξε στην ύπαρξη σοβαρότατης παραβάσεως, η οποία δικαιολογούσε τον καθορισμό του βασικού ποσού του προστίμου σε 30 εκατομμύρια ευρώ (αιτιολογικές σκέψεις 163 έως 173 της προσβαλλόμενης αποφάσεως), διάρκειας έξι ετών και εννέα μηνών η οποία δικαιολογούσε την επιβολή επιπρόσθετου ποσού προστίμου ίσου με το 10 % για κάθε έτος παραβάσεως και με το 5 % ανά διατρεχθέν εξάμηνο (αιτιολογικές σκέψεις 174 έως 178 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
25 Η προσβαλλόμενη απόφαση περιλαμβάνει τις ακόλουθες διατάξεις:
«Άρθρο 1
Η [AP] και η θυγατρική της [PNE] παραβίασαν το άρθρο 81, παράγραφος 1, [ΕΚ] συνομολογώντας συμφωνίες με τους αντιπροσώπους του δικτύου διανομής Peugeot στις Κάτω Χώρες, συμφωνίες που είχαν ως στόχο και ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση των πωλήσεων σε τελικούς καταναλωτές άλλων κρατών μελών, είτε προσωπικά είτε εκπροσωπούμενους από διαμεσολαβητές που δρουν εν ονόματί τους. Η παράβαση άρχισε στις αρχές του μηνός Ιανουαρίου 1997 και συνεχίστηκε μέχρι το τέλος του μηνός Σεπτεμβρίου 2003.
Άρθρο 2
Οι επιχειρήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 θέτουν αμέσως τέλος στην παράβαση που διαπιστώνεται στο προαναφερθέν άρθρο, εφόσον δεν το έχουν ήδη πράξει. Αυτές απέχουν στο μέλλον να θέσουν εκ νέου σε εφαρμογή ή να συνεχίσουν την εφαρμογή οποιουδήποτε μέτρου που συνιστά την προαναφερθείσα παράβαση και να λάβουν μέτρα που να έχουν ένα ισοδύναμο στόχο ή αποτέλεσμα.
Άρθρο 3
Για την παράβαση που αναφέρεται στο άρθρο 1 επιβάλλεται ένα πρόστιμο 49,5 εκατομμυρίων ευρώ στην [AP] και στη θυγατρική της [PNE], που είναι αλληλεγγύως και εις ολόκληρο υπεύθυνες.
[...]»
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
26 Οι προσφεύγουσες άσκησαν την υπό κρίση προσφυγή με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου την 21 Δεκεμβρίου 2005.
27 Οι προσφεύγουσες ζητούν από το Πρωτοδικείο:
– να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση·
– επικουρικώς, να μεταρρυθμίσει το άρθρο 3 της προσβαλλόμενης αποφάσεως μειώνοντας το ποσό του προστίμου·
– να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
28 Η Επιτροπή ζητεί από το Πρωτοδικείο:
– να απορρίψει την προσφυγή·
– να καταδικάσει τις προσφεύγουσες στα δικαστικά έξοδα.
Σκεπτικό
29 Προς στήριξη της υπό κρίση προσφυγής τους, οι προσφεύγουσες προβάλλουν πέντε λόγους ακυρώσεως. Ο πρώτος λόγος ακυρώσεως αντλείται από μη ύπαρξη συμφωνίας υπό την έννοια του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ. Ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως αντλείται από τον μη αντίθετο προς τον ανταγωνισμό σκοπό του συστήματος ανταμοιβής των αντιπροσώπων και των πιέσεων. Ο τρίτος λόγος ακυρώσεως αντλείται από πεπλανημένη εκτίμηση της διάρκειας της παράβασης και από αντιφατική αιτιολογία. Ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως αντλείται από πεπλανημένη εκτίμηση των αποτελεσμάτων της φερόμενης ως θίγουσας τον ανταγωνισμό συμφωνίας. Ο πέμπτος λόγος ακυρώσεως που αντλείται από παράβαση του άρθρου 23, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 1/2003 και από παράβαση των κατευθυντήριων γραμμών για τον υπολογισμό των προστίμων που επιβάλλονται δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 και του άρθρου 65, παράγραφος 5, [ΑΧ] (ΕΕ 1998, C 9, σ. 3· στο εξής: κατευθυντήριες γραμμές), στοχεύει στη μείωση του ύψους του προστίμου.
30 Το Πρωτοδικείο κρίνει σκόπιμο να εξετάσει, πρώτον, τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, που αντλείται από τον μη αντίθετο προς τον ανταγωνισμό σκοπό του συστήματος ανταμοιβής των αντιπροσώπων και των πιέσεων.
1. Επί του δεύτερου λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από τον μη αντίθετο προς τον ανταγωνισμό σκοπό του συστήματος ανταμοιβής των αντιπροσώπων και των πιέσεων
Επιχειρήματα των διαδίκων
31 Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι, υπό την επιφύλαξη των παρατηρήσεών τους που αφορούν το έτος 1997, το σύστημα ανταμοιβής των αντιπροσώπων δεν είχε αντίθετο προς τον ανταγωνισμό σκοπό, αλλά μοναδικός σκοπός του ήταν η διεύρυνση των μεριδίων αγοράς της PNE στις Κάτω Χώρες.
32 Οι εγκύκλιοι προς τους αντιπροσώπους σχετικά με το σύστημα αυτό σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπουν να υποτεθεί ότι σκοπός του συστήματος, έστω και δευτερεύων, ήταν να περιοριστούν οι εξαγωγές, αλλά από τις εγκυκλίους αυτές απορρέει μόνον η επιθυμία για την ανάπτυξη της Peugeot στις Κάτω Χώρες. Οι εν λόγω εγκύκλιοι δεν περιέχουν αναφορά που θα μπορούσε να περιορίσει τις εξαγωγές. Μολονότι αληθεύει ότι οι εγκύκλιοι που αφορούν το 1997 περιέχουν αναφορά για την ταξινόμηση νέων οχημάτων στην αγορά της Ολλανδίας, η αναφορά αυτή αφαιρέθηκε από τις επόμενες εγκυκλίους, οι οποίες ήσαν ουδέτερες ως προς τα θέματα εξαγωγών. Ουδείς λόγος υπήρχε να περιοριστεί στις πωλήσεις εντός των Κάτω Χωρών η αναφορά που γίνεται με τις εγκυκλίους σε «ταξινομήσεις» ή σε «κίτρινες» και «γκρι πινακίδες κυκλοφορίες».
33 Κατά τα λοιπά, η PNE κατέβαλε πριμ για τα εξαγόμενα οχήματα, όταν το ζητούσε ο αντιπρόσωπος, και πολλοί αντιπρόσωποι επιβεβαίωσαν ότι γνώριζαν τη δυνατότητα πριμοδοτήσεως των εξαγωγών εφόσον προσκόμιζαν τα αποδεικτικά της ταξινόμησης στο όνομα ενός τελικού πελάτη. Άλλοι αντιπρόσωποι εξέφρασαν την έλλειψη ενδιαφέροντος για την πριμοδότηση των εξαγωγών και άλλοι απάντησαν κακοπίστως στην Επιτροπή. Εν πάση περιπτώσει, η ποικιλία των απαντήσεων που έδωσαν οι αντιπρόσωποι στις ερωτήσεις της Επιτροπής αρκούσε για να τεθούν υπό αμφισβήτηση τα βιαστικά συμπεράσματά της απέναντι σε μια πιο σύνθετη πραγματικότητα.
34 Το ηλεκτρονικό σύστημα DIALOG, που χρησιμοποιούσαν οι αντιπρόσωποι και οι προσφεύγουσες για τη διαχείριση των παραγγελιών των αυτοκινήτων, και το ηλεκτρονικό σύστημα RDC, που παρείχε στις προσφεύγουσες λεπτομερείς πληροφορίες για όλα τις πωλούμενα στις Κάτω Χώρες αυτοκίνητα Peugeot (βλ. αιτιολογικές σκέψεις 60 έως 72 της προσβαλλόμενης αποφάσεως) αποτελούσαν ουδέτερα μέσα, για φορολογικούς και διαχειριστικούς σκοπούς, και δεν ήσαν μέσα για τον έλεγχο και τον περιορισμό της ροής των εξαγωγών.
35 Οι ελλείψεις στη διάθεση αυτοκινήτων προς τους αντιπροσώπους της Ολλανδίας δεν οφείλονταν στην πρόθεση της PNE να περιορίσει τις εξαγωγές, αλλά ήταν ένα φαινόμενο που συνέβαινε σε ολόκληρη την Ευρώπη, και η διάθεση αυτοκινήτων στις Κάτω Χώρες, με μία ίσως εξαίρεση, ήταν πάντα σημαντικά υψηλότερη από τα προβλεπόμενα κονδύλια. Το φαινόμενο της έλλειψης δεν είχε, εκ φύσεως, σχέση με το σύστημα ανταμοιβής και η Επιτροπή δεν μπορούσε εξ αυτού να κρίνει ότι ένα τέτοιο σύστημα είχε ως στόχο τον περιορισμό των εξαγωγών.
36 Η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη θεωρώντας ως πιέσεις απλές σκέψεις και δηλώσεις, οι οποίες άλλωστε δεν προέρχονταν συνήθως από την PNE. Η PNE δεν προσπάθησε να αποθαρρύνει τις εξαγωγές, αλλά απλώς υπενθύμισε στους αντιπροσώπους τους κανόνες πώλησης προς τους εντολοδόχους (πράκτορες πωλήσεων – μεσάζοντες).
37 Η Επιτροπή προβάλλει ότι δεν πρόκειται εν προκειμένω για τον καθορισμό στόχων πωλήσεως εντός αποκλειστικής περιοχής, αλλά για την εξαίρεση από την πριμοδότηση των εξαγωγικών πωλήσεων. Αυτό που είναι αποδεκτό υπό το πρίσμα του δικαίου του ανταγωνισμού είναι να δοθούν κίνητρα στους αντιπροσώπους για τη μεγιστοποίηση του ποσοστού διείσδυσης στα αντίστοιχα συμβατικά εδάφη τους, όχι όμως το ποσοστό διείσδυσης στο εθνικό έδαφος.
38 Οι προσφεύγουσες παραδέχονται ότι η εγκύκλιος του 1997 προέβλεπε τη χορήγηση πριμ μόνο για ταξινομήσεις στις Κάτω Χώρες. Ο ισχυρισμός ότι μοναδικός σκοπός της πριμοδότησης ήταν η διεύρυνση του μεριδίου αγοράς δεν αποδείχθηκε. Κατά τα λοιπά, ο περιοριστικός σκοπός που απορρέει από την εξαίρεση από την πριμοδότηση των εξαγωγών καθιστά αλυσιτελείς τους ενδεχόμενους λοιπούς θεμιτούς στόχους του συστήματος.
39 Όσον αφορά τις εγκυκλίους των ετών 1998 έως 2003, η Επιτροπή δεν κατανοεί πως οι φράσεις «κίτρινες» και «γκρι πινακίδες κυκλοφορίας» που περιλαμβάνονταν σ’ αυτές θα μπορούσαν να έχουν διαφορετική έννοια και να μην αφορούν τις ταξινομήσεις στις Κάτω Χώρες. Οι εν λόγω εγκύκλιοι δεν μπορούν να νοηθούν ως ουδέτερες. Η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αποκρύπτει το γεγονός ότι η πριμοδότηση καταβλήθηκε στους αντιπροσώπους εξαγωγείς που είχαν υποβάλει ειδική αίτηση, αλλά τούτο δεν αφαιρεί από τις εγκυκλίους τον περιοριστικό σκοπό, δεδομένου ότι η συντριπτική πλειονότητα των αντιπροσώπων ουδέποτε υπέβαλε τέτοιες αιτήσεις. Κατά την Επιτροπή, η PNE, η οποία είχε επίγνωση του παράνομου χαρακτήρα της εξαίρεσης των εξαγωγών από την πριμοδότηση, έκρινε φρόνιμο να καταβάλει την πριμοδότηση στις ελάχιστες αιτήσεις πριμοδότησης για εξαγωγές. Η άποψη της Επιτροπής επιβεβαιώνεται από τις απαντήσεις που έδωσαν αντιπρόσωποι που ανέπτυξαν εξαγωγική δραστηριότητα κατά την εν λόγω περίοδο και οι προσφεύγουσες δεν μπόρεσαν να την αντικρούσουν.
40 Κατά την Επιτροπή, όσον αφορά τα ηλεκτρονικά μέσα DIALOG και RDC, ο ισχυρισμός ότι εξυπηρετούσαν φορολογικούς σκοπούς δεν αποκλείει τη χρήση τους, όπως εν προκειμένω, με τον επισημανθέντα τρόπο, δηλαδή τον εντοπισμό και τον έλεγχο των εξαγωγών (αιτιολογική σκέψη 122 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
41 Όσον αφορά τις ελλείψεις, οι προσφεύγουσες παρερμήνευσαν την προσβαλλόμενη απόφαση. Με την απόφαση αυτή, η Επιτροπή δεν τις προσήψε ότι προκάλεσαν έλλειψη για να περιορίσουν τις εξαγωγές, αλλά διαπίστωσε απλώς ότι οι ελλείψεις αυτές ενέτειναν το αποτέλεσμα του συστήματος ανταμοιβής. Πέραν των ελλείψεων, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι διατυπώθηκαν ορισμένες απειλές ποσοτικού περιορισμού όσον αφορά τις εξαγωγικές πωλήσεις.
42 Ως προς τις πιέσεις, είναι σαφές ότι σκοπός τους ήταν η αποθάρρυνση των εξαγωγών.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
Αντίθετος προς τον ανταγωνισμό σκοπός του συστήματος ανταμοιβής
43 Υπενθυμίζεται ότι για να εμπίπτει μια συμφωνία στην απαγόρευση του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ πρέπει να έχει «ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς». Κατά πάγια νομολογία, ο διαζευκτικός χαρακτήρας αυτής της προϋποθέσεως, που εκφράζεται με τη χρήση του συνδέσμου «ή», επιβάλλει καταρχάς να εξεταστεί το αντικείμενο της συμφωνίας, λαμβανομένου υπόψη του οικονομικού πλαισίου εντός του οποίου εντάσσεται. Αν από την εξέταση των ρητρών της συμφωνίας αυτής δεν προκύψει ότι είναι αρκούντως επιβλαβής για τον ανταγωνισμό, πρέπει να εξεταστούν τα αποτελέσματά της, προς επιβολή δε της απαγορεύσεως πρέπει να συντρέχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι πράγματι ο ανταγωνισμός είτε παρεμποδίστηκε είτε περιορίστηκε είτε νοθεύθηκε αισθητά. (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 30ής Ιουνίου 1966, 56/65, LTM, Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 313, συγκεκριμένα σ. 321, και της 20ής Νοεμβρίου 2008, C‑209/07, Beef Industry Development Society και Barry Brothers, που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 15).
44 Προκειμένου να κριθεί αν μια συμφωνία εμπίπτει στην απαγόρευση του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ, παρέλκει η εκτίμηση των συγκεκριμένων αποτελεσμάτων της όταν προκύπτει ότι η συμφωνία αυτή έχει ως αντικείμενο την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 13ης Ιουλίου 1966, 56/64 και 58/64, Consten και Grundig κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 363, καθώς και της 21ης Σεπτεμβρίου 2006, C‑105/04 P, Nederlandse Federatieve Vereniging voor de Groothandel op Elektrotechnisch Gebied κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. I‑8725, σκέψη 125). Η εξέταση αυτή πρέπει να γίνεται υπό το πρίσμα του περιεχομένου της συμφωνίας και του οικονομικού πλαισίου στο οποίο αυτή εντάσσεται (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 28ης Μαρτίου 1984, 29/83 και 30/83, CRAM κατά Επιτροπής, Συλλογή 1984, σ. 1679, σκέψη 26· της 6ης Απριλίου 2006, C‑551/03 P, General Motors κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. I‑3173, σκέψη 66, και Beef Industry Development Society και Barry Brothers, σκέψη 43 ανωτέρω, σκέψη 16).
45 Η διάκριση μεταξύ «παραβάσεων λόγω του αντικειμένου» της συμφωνίας και «παραβάσεων λόγω των αποτελεσμάτων» αυτής εξηγείται από το ότι ορισμένες μορφές συμπράξεως μεταξύ επιχειρήσεων μπορούν να θεωρηθούν, ως εκ της φύσεώς τους, ως παραβλάπτουσες την ορθή λειτουργία του ανταγωνισμού (απόφαση Beef Industry Development Society και Barry Brothers, σκέψη 43 ανωτέρω, σκέψη 17).
46 Από τη νομολογία προκύπτει ότι μια συμφωνία διανομής έχει περιοριστικό σκοπό κατά την έννοια του άρθρου 81 ΕΚ, αν εκφράζει τη βούληση μεταχείρισης των πωλήσεων προς εξαγωγή με λιγότερο ευνοϊκό τρόπο από ό,τι των εγχώριων πωλήσεων και οδηγεί έτσι σε στεγανοποίηση της σχετικής αγοράς (βλ. απόφαση General Motors κατά Επιτροπής, σκέψη 44 ανωτέρω, σκέψη 67, και τη νομολογία που παρατίθεται εκεί· βλ., συναφώς, απόφαση του Δικαστηρίου της 18ης Σεπτεμβρίου 2003, C‑338/00 P, Volkswagen κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. I‑9189, σκέψεις 44 και 49).
47 Ο σκοπός αυτός μπορεί να επιτευχθεί όχι μόνο μέσω άμεσων περιορισμών των εξαγωγών, αλλά και μέσω έμμεσων μέτρων, όπως είναι η εξαίρεση των εξαγωγικών πωλήσεων από το σύστημα πριμοδότησης, εφόσον επηρεάζουν τους οικονομικούς όρους των σχετικών πράξεων (απόφαση General Motors κατά Επιτροπής, σκέψη 44 ανωτέρω, σκέψη 68).
48 Με την προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή, η οποία ρητώς αναφέρθηκε στην ανωτέρω νομολογία (αιτιολογικές σκέψεις 102 έως 104 της προσβαλλόμενης αποφάσεως) και υπενθύμισε ότι «η νομολογία [αυτή] […], καθώς και η εφαρμογή [της] στην πράξη […], χαρακτηρίζει σαφώς τα μέτρα για τον περιορισμό των παράλληλων εισαγωγών αυτοκινήτων ως περιορισμούς λόγω του αντικειμένου» (αιτιολογική σκέψη 102 της προσβαλλόμενης αποφάσεως), εκτίμησε ότι το σύστημα πριμοδότησης που τέθηκε σε εφαρμογή μεταξύ 1997 και 2003 είχε ως σκοπό να αποθαρρύνει τους αντιπροσώπους από πωλήσεις οι οποίες ήταν πιθανό να πραγματοποιηθούν αν μπορούσαν να επωφεληθούν από το πρόσθετο περιθώριο κέρδους της πριμοδότησης (αιτιολογική σκέψη 110 της προσβαλλόμενης αποφάσεως) και ότι το σύστημα, αυτό καθαυτό, είχε ως σκοπό τον περιορισμό του ανταγωνισμού σύμφωνα με το άρθρο 81, παράγραφος 1, ΕΚ (αιτιολογική σκέψη 123 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
49 Το Πρωτοδικείο κρίνει ότι, παρά τις αντιρρήσεις των προσφευγουσών, το συμπέρασμα αυτό της Επιτροπής είναι ορθό.
50 Πρέπει να γίνει διαχωρισμός, για την περίοδο από το 1997 έως το 2003, που αποτελεί αντικείμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μεταξύ, αφενός, του 1997 και , αφετέρου, των ετών 1998 έως 2003.
51 Όσον αφορά το 1997, για το οποίο οι εγκύκλιοι των προσφευγουσών σχετικά με το σύστημα ανταμοιβής αναφέρονταν ρητώς σε ταξινομήσεις στο έδαφος των Κάτω Χωρών, οι προσφεύγουσες, μολονότι ζητούν την ακύρωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως στο σύνολό της, δεν αμφισβητούν ωστόσο σοβαρά το γεγονός ότι το ισχύον κατά το έτος εκείνο σύστημα ανταμοιβής αποσκοπούσε στην ανταμοιβή του αντιπροσώπου βάσει των ταξινομήσεων στις Κάτω Χώρες, αποκλείονταν επομένως από αυτό το σύστημα πριμοδότησης οι εξαγωγικές πωλήσεις, και ως εκ τούτου ενδέχετο να αντιβαίνει στους κανόνες του ανταγωνισμού.
52 Αυτή η έλλειψη σοβαρής αντικρούσεως, τόσο ως προς τις συγκεκριμένες λεπτομέρειες εφαρμογής του συστήματος ανταμοιβής κατά το 1997 όσο και ως προς τον αντικειμενικά θίγοντα τον ανταγωνισμό χαρακτήρα του, εκφράζεται κατ’ επανάληψη στα δικόγραφα των προσφευγουσών ενώπιον του Πρωτοδικείου, με τα οποία οι προσφεύγουσες αναπτύσσουν, στην πραγματικότητα, τα επιχειρήματά τους για την περίοδο 1998-2003.
53 Έτσι, οι προσφεύγουσες επισημαίνουν ότι «οι εγκύκλιοι δεν περιελάμβαναν πλέον αμφισβητήσιμη αναφορά μετά το 1998», ότι «[μ]ολονότι οι εγκύκλιοι του 1997 μπορούσαν πράγματι να φαίνονται ότι περιέχουν αμφισβητήσιμη αναφορά, η αναφορά αυτή απαλείφθηκε από το 1998 και μετά», ή ακόμη ότι «[ο]ι εγκύκλιοι που καθόριζαν την πριμοδότηση δεν περιέχουν καμία αναφορά για εξαίρεση των εξαγωγών από την πριμοδότηση, εκτός της αμφισβητήσιμης αναφοράς της εγκυκλίου του 1997, η οποία διορθώθηκε το 1998». Οι προσφεύγουσες «επισημαίνουν ότι το σύστημα ανταμοιβής δεν είχε σκοπό αντίθετο προς τον ανταγωνισμό (υπό την επιφύλαξη των παρατηρήσεων για το έτος 1997)». Αναγνωρίζουν ότι «[α]ληθεύει ότι οι εγκύκλιοι του 1997 σχετικά με το σύστημα ανταμοιβής περιείχαν αναφορά για τις [ταξινομήσεις] καινούργιων αυτοκινήτων στην αγορά της Ολλανδίας». «Αμφισβητούν ότι το σύστημα ανταμοιβής της PNE στις Κάτω Χώρες την περίοδο 1998 έως 2003 είχε χαρακτήρα αντίθετο προς τον ανταγωνισμό». Στο στάδιο της αμφισβήτησης της διάρκειας της παράβασης, οι προσφεύγουσες προβάλλουν, όσον αφορά το σύστημα ανταμοιβής, ότι «τα αποδεικτικά στοιχεία που προέβαλε η Επιτροπή [...] δεν αποδεικνύουν τη συμμετοχή [τους] [...] σε παράβαση του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ, για την περίοδο από το 1998 μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2003». Οι προσφεύγουσες, εκτιμώντας ότι «απέδειξαν [...] ότι η αναφορά στις Κάτω Χώρες που υπήρχε στο σύστημα ανταμοιβής του 1997 απαλείφθηκε μετά το 1998», υποστηρίζουν ότι, «[κ]ατά συνέπεια, η Επιτροπή έσφαλε [...] ως προς τη διάρκεια της παράβασης, η οποία πρέπει να περιοριστεί μόνο στο 1997, στον βαθμό που υπήρξε συμφωνία υπό την έννοια του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ».
54 Οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται περαιτέρω, αμυνόμενες, ότι το σύστημα ανταμοιβής δεν προέκυψε από την πρόθεσή τους να παραβούν τους κανόνες του ανταγωνισμού, αλλά από τη βούλησή τους να παροτρύνουν τους αντιπροσώπους της Ολλανδίας να μεγιστοποιήσουν το ποσοστό διείσδυσης στα αντίστοιχα συμβατικά εδάφη τους, με σκοπό την αύξηση του μεριδίου αγοράς της Peugeot στις Κάτω Χώρες.
55 Ωστόσο, πέραν του γεγονότος –όπως το επισημαίνει, κατ’ ουσίαν, η Επιτροπή με την αιτιολογική σκέψη 142 της προσβαλλόμενης αποφάσεως– ότι το επιχείρημα αυτό δεν συνάδει με το μη αμφισβητούμενο γεγονός ότι το δικαίωμα στην πριμοδότηση μπορούσε να αποκτηθεί όχι απλώς βάσει των πωλήσεων στο συμβατικό έδαφος του αντιπροσώπου, αλλά βάσει των πωλήσεων του αντιπροσώπου αυτού σε εθνικό επίπεδο, το επιχείρημα αυτό δεν λαμβάνει υπόψη την έννοια της συμφωνίας που είναι αντίθετη προς τον ανταγωνισμό λόγω του αντικειμένου, η οποία δεν επηρεάζεται από το εάν οι συμβαλλόμενοι στη συμφωνία είχαν ή όχι την πρόθεση, ή ακόμη και αν απλώς δεν γνώριζαν, ότι ενεργούν κατά παράβαση του ανταγωνισμού. Συγκεκριμένα, η απόδειξη της προθέσεως του περιορισμού του ανταγωνισμού δεν αποτελεί αναγκαίο στοιχείο για την εξακρίβωση του αν μια συμφωνία αποσκοπεί σε τέτοιο περιορισμό (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 1ης Φεβρουαρίου 1978, 19/77, Miller International Schallplatten κατά Επιτροπής, Συλλογή 1978, σ. 131, σκέψη 18· CRAM και Rheinzink κατά Επιτροπής, σκέψη 44 ανωτέρω, σκέψη 26, και General Motors κατά Επιτροπής, σκέψη 44 ανωτέρω, σκέψη 77· βλ., επίσης, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα A. Tizzano στην απόφαση General Motors κατά Επιτροπής, σκέψη 44 ανωτέρω, Συλλογή 2006, σ. I‑3177, σκέψη 77).
56 Πρέπει, περαιτέρω, να υπομνησθεί ότι, κατά τη νομολογία, μια συμφωνία θεωρείται ότι έχει ως αντικείμενο τον περιορισμό του ανταγωνισμού, έστω και αν αυτό δεν είναι το μοναδικό της αντικείμενο, αλλά επιδιώκει, επίσης, άλλους θεμιτούς σκοπούς (βλ. απόφαση General Motors κατά Επιτροπής, σκέψη 44 ανωτέρω, σκέψη 64, και τη νομολογία που παρατίθεται εκεί).
57 Κατά συνέπεια, το επιχείρημα των προσφευγουσών, που αφορά το ότι ο μόνος επιδιωκόμενος σκοπός ήταν η ενίσχυση των πωλήσεων στις Κάτω Χώρες, δεν μπορεί να αντικρούσει το γεγονός, το οποίο εξάλλου δεν αμφισβητήθηκε σοβαρά, ότι το σύστημα ανταμοιβής που ίσχυε το 1997 εξέφραζε, και αυτό προκύπτει από τους όρους του, τη βούληση να αντιμετωπιστούν οι εξαγωγικές πωλήσεις καινούργιων αυτοκινήτων Peugeot λιγότερο ευνοϊκά από τις εθνικές πωλήσεις και είχε επομένως σκοπό που έθιγε τον ανταγωνισμό, σύμφωνα με τη νομολογία που αναφέρεται στις σκέψεις 46 και 47 ανωτέρω.
58 Εν πάση περιπτώσει, όπως θα εκτεθεί και κατωτέρω, η Επιτροπή ορθώς διαπίστωσε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι οι προσφεύγουσες είχαν πλήρη επίγνωση ότι το σύστημα ανταμοιβής που είχαν θέσει σε ισχύ έθιγε τον ανταγωνισμό.
59 Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι, για το 1997, οι προσφεύγουσες δεν προβάλλουν ενώπιον του Πρωτοδικείου, πέραν της αξιώσεως να αναγνωριστεί ότι ενήργησαν καλοπίστως, η οποία πάντως είναι αλυσιτελής, καμία σοβαρή αμφισβήτηση του γεγονότος ότι το σύστημα ανταμοιβής για το έτος αυτό εξαιρούσε από την πριμοδότηση τις εξαγωγικές πωλήσεις και περιείχε, με τον τρόπο αυτό, περιορισμό του ανταγωνισμού λόγω του αντικειμένου.
60 Όσον αφορά τα έτη 1998 έως 2003, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι το σύστημα ανταμοιβής δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως αντίθετο προς τον ανταγωνισμό, εφόσον η προβληματική αναφορά που περιείχαν οι εφαρμοστέες το 1997 εγκύκλιοι και αφορούσε τις ταξινομήσεις στις Κάτω Χώρες απαλείφθηκε από τις εγκυκλίους προς τους αντιπροσώπους μετά το 1998. Οι τελευταίες αυτές εγκύκλιοι περιείχαν μόνον αναφορές που μπορούσαν να έχουν εφαρμογή τόσο στις ταξινομήσεις στις Κάτω Χώρες όσο και στις ταξινομήσεις του εξωτερικού. Έτσι, υπήρχαν αναφορές στις εγκυκλίους αυτές σε «γκρι» και σε «κίτρινες πινακίδες κυκλοφορίας», οι οποίες παρέπεμπαν γενικώς στα ιδιωτικής χρήσεως αυτοκίνητα και στα επαγγελματικά αυτοκίνητα, αντίστοιχα, ανεξαρτήτως του τόπου ταξινόμησης. Οι προσφεύγουσες προβάλλουν επίσης το γεγονός ότι ορισμένοι αντιπρόσωποι ζήτησαν και έλαβαν την πριμοδότηση για εξαγωγικές πωλήσεις.
61 Το Πρωτοδικείο επισημαίνει ότι, βεβαίως, οι αναφορές που περιλαμβάνονταν στις εγκυκλίους του 1997 οι οποίες παρέπεμπαν ρητώς στις ταξινομήσεις στο έδαφος των Κάτω Χωρών απαλείφθηκαν από την εγκύκλιο της 24ης Δεκεμβρίου 1997 σχετικά με το σύστημα πριμοδότησης του 1998 και από τις εγκυκλίους των επομένων ετών. Η φράση που χρησιμοποιήθηκε στη συνέχεια περιγράφει ως σκοπό του συστήματος πριμοδοτήσεως την «καλύτερη ανταμοιβή του αντιπροσώπου της Peugeot ο οποίος επιτυγχάνει καλές επιχειρηματικές συμφωνίες και είναι δραστήριος σε εμπορικό επίπεδο».
62 Εντούτοις, οι προσφεύγουσες δεν αναφέρουν πουθενά στην εγκύκλιό τους του 1998, ούτε εξάλλου σε κάποια άλλη εγκύκλιο των επόμενων ετών, ότι το σύστημα πριμοδότησης θα εφαρμόζεται στο εξής και στις εξαγωγικές πωλήσεις, ούτε παρέχουν στοιχεία όσον αφορά τις ενδεχόμενες διαδικαστικές λεπτομέρειες που πρέπει να τηρηθούν για να επιτευχθεί η πριμοδότηση επί των πωλήσεων αυτών. Αντιθέτως, με την εγκύκλιο της 24ης Δεκεμβρίου 1997, ενημερώνουν τους αντιπροσώπους ότι, «επί της ουσίας, δεν υπάρχει κάποια μεταβολή στο σύστημα του 1998», παρόμοιες δε αναφορές επαναλαμβάνονται στις εγκυκλίους των επομένων ετών.
63 Όσον αφορά τις φράσεις «γκρι» και «κίτρινες πινακίδες κυκλοφορίας», μολονότι αληθεύει ότι χρησιμοποιήθηκαν στις εγκυκλίους των ετών 1998 έως 2003 για να προσδιορίσουν, αφενός, τα ελαφρά επαγγελματικά οχήματα και, αφετέρου, τα ιδιωτικής χρήσης αυτοκίνητα, για τα οποία προβλέπονταν διαφορετικές πριμοδοτήσεις και έπρεπε κατ’ ανάγκη να γίνει διάκριση, παρ’ όλ’ αυτά η χρησιμοποίηση των φράσεων αυτών ουδόλως παρείχε στους αντιπροσώπους την πληροφορία ότι, στο εφεξής, θα μπορούσαν να τύχουν πριμοδότησης για τα πωλούμενα στο εξωτερικό αυτοκίνητα.
64 Αντιθέτως, όπως ορθώς έκρινε η Επιτροπή με τη δεύτερη περίοδο της αιτιολογικής σκέψης 54 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο εκτιμά ότι η χρησιμοποίηση από τις προσφεύγουσες της ορολογίας «κίτρινες» και « γκρι πινακίδες κυκλοφορίας», που αντιστοιχούσε στο ολλανδικό σύστημα διαχωρισμού των οχημάτων βάσει του χρώματος των πινακίδων κυκλοφορίας τους, σύστημα που δεν εφαρμόζεται σε άλλα κράτη μέλη, καθώς και στον ιδιαίτερο κώδικα χρωμάτων των Κάτω Χωρών, παρέπεμπε τους αντιπροσώπους σε ταξινομήσεις που πραγματοποιούνταν εντός του εθνικού εδάφους.
65 Κατόπιν των προεκτεθέντων, εσφαλμένως αμφισβητούν οι προσφεύγουσες τα συμπεράσματα της Επιτροπής ισχυριζόμενες ότι οι εγκύκλιοι της περιόδου μετά το 1997 διατυπώθηκαν με ουδέτερους όρους όσον αφορά τις εξαγωγές, οπότε ο σκοπός τους δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αντίθετος προς τον ανταγωνισμό. Αντιθέτως, οι εγκύκλιοι αυτές, που συντάχθηκαν κατά τρόπον ώστε να αποφευχθεί στο εξής κάθε διατύπωση ευθέως αντίθετη προς τους κανόνες του ανταγωνισμού, αποσκοπούσαν, στην πραγματικότητα, στο να συνεχίσουν οι αντιπρόσωποι προς τους οποίους απευθύνονταν οι εγκύκλιοι να εφαρμόζουν το σύστημα του 1997, το οποίο περιόριζε την πριμοδότηση στις πωλήσεις που πραγματοποιούνταν επί του εθνικού εδάφους.
66 Υπέρ της απόψεως ότι οι αντιπρόσωποι αντιλαμβάνονταν έτσι το σύστημα πριμοδότησης συνηγορεί η συγκεκριμένη παρουσίαση του συστήματος αυτού από την PNE, σύμφωνα με την οποία, όπως περιγράφεται από την Επιτροπή στην αιτιολογική σκέψη 55 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν γινόταν καμία λογιστική καταχώριση των εξαγωγών για τους σκοπούς της πριμοδότησης.
67 Όσον αφορά το γεγονός ότι η PNE είχε, σποραδικά, δεχθεί αιτήματα καταβολής πριμ για τις εξαγωγές (βλ., ιδίως, αιτιολογική σκέψη 57, τελευταίο εδάφιο, και αιτιολογική σκέψη 109, τέταρτη και έκτη περίοδος, της προσβαλλόμενης αποφάσεως), τούτο δεν μπορεί, αφ’ εαυτού, να θέσει υπό αμφισβήτηση το συμπέρασμα της Επιτροπής, σύμφωνα με το οποίο ο κανόνας ήταν ότι το σύστημα ανταμοιβής εξακολούθησε, μεταξύ 1998 και 2003, να εξαιρεί τις εξαγωγές από το σύστημα πριμοδότησης.
68 Συγκεκριμένα, πρέπει να τονιστεί, αφενός, ότι επειδή, εν πάση περιπτώσει, οι προσφεύγουσες δεν μπορούσαν να αρνηθούν επισήμως την καταβολή πριμ για εξαγωγικές πωλήσεις, διότι έτσι θα εκδήλωναν ανοιχτά τον αντίθετο προς τον ανταγωνισμό χαρακτήρα του συστήματος ανταμοιβής, το γεγονός ότι δέχθηκαν, σποραδικά, αιτήσεις καταβολής πριμ δεν αποτελεί, καθαυτό, απόδειξη.
69 Αφετέρου και κατά κύριο λόγο, οι περιπτώσεις αιτήσεων καταβολής πριμ για εξαγωγές και, ενδεχομένως, πληρωμής του εν λόγω πριμ από την PNE ήταν τελείως μεμονωμένες, σε ένα πλαίσιο αμοιβαίας κατανόησης, ευρέως αποδεκτό από τους αντιπροσώπους, σύμφωνα με το οποίο το ισχύον σύστημα πριμοδότησης δεν εφαρμοζόταν στις εξαγωγές.
70 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι η Επιτροπή απηύθυνε την αίτηση παροχής πληροφοριών, της 17ης Νοεμβρίου 2004, σε δεκαέξι αντιπροσώπους που ταυτοποίησε ως εξαγωγείς και οι οποίοι πραγματοποίησαν, κατά την Επιτροπή, το 40 % περίπου των εξαγωγών κατά την ερευνώμενη περίοδο. Η Επιτροπή διαπίστωσε, με την αιτιολογική σκέψη 56, τέταρτη περίοδος, της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι, «επί [δεκατριών] επιχειρήσεων που απάντησαν στην [εν λόγω] αίτηση πληροφοριών [...], οι εννέα […] απάντησαν ρητώς ότι από τις οδηγίες της PNE προέκυπτε σαφώς ότι τα αυτοκίνητα που εξάγονταν δεν ήταν επιλέξιμα για το πριμ επιδόσεως και, κατά συνέπεια, δεν ζήτησαν πριμ για τα αυτοκίνητα αυτά». Η ομάδα των εννέα αντιπροσώπων αποτελείται από τους αντιπροσώπους [εμπιστευτικό] (1).
71 Η διαπίστωση αυτή, στην οποία προέβη η Επιτροπή βάσει των απαντήσεων των αντιπροσώπων στην εν λόγω αίτηση πληροφοριών, της επέτρεψε να βεβαιωθεί ότι η κατανόηση του μηχανισμού πριμοδότησης μετά το 1997 δεν προέκυψε από εσφαλμένη και μεμονωμένη αντίληψη του μηχανισμού αυτού, αλλά την άποψη αυτή συμμερίζονταν, αν όχι όλοι οι αντιπρόσωποι, πάντως η πλειονότητά τους.
72 Οι προσφεύγουσες επιχειρούν να αμφισβητήσουν τη διαπίστωση αυτή με δύο επιχειρήματα. Αφενός, οι διαφορετικές απαντήσεις των αντιπροσώπων αποδεικνύουν ότι δεν υπήρξε σαφής κατανόηση της πολιτικής της PNE στα θέματα πριμοδότησης. Αφετέρου, οι απαντήσεις που έδωσαν οι αντιπρόσωποι δεν επιβεβαιώνουν την ανάλυση του συστήματος ανταμοιβής στην οποία προέβη η Επιτροπή.
73 Όσον αφορά, πρώτον, το πρώτο επιχείρημα των προσφευγουσών, που αντλείται από τις διαφορετικές απαντήσεις που έδωσαν οι αντιπρόσωποι, αρκεί η παρατήρηση ότι τούτο δεν θέτει σε αμφισβήτηση τη διαπίστωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως σύμφωνα με την οποία η μεγάλη πλειοψηφία των αντιπροσώπων που απάντησε στην αίτηση παροχής πληροφοριών επισήμανε ρητώς ότι το σύστημα πριμοδότησης δεν είχε εφαρμογή στις εξαγωγές.
74 Όσον αφορά, στη συνέχεια, το δεύτερο επιχείρημα, σύμφωνα με το οποίο οι απαντήσεις των αντιπροσώπων δεν επιβεβαιώνουν την ανάλυση του συστήματος ανταμοιβής στην οποία προέβη η Επιτροπή, οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται, πρώτον, ότι «πολλοί αντιπρόσωποι επιβεβαίωσαν ότι γνώριζαν τη δυνατότητα καταβολής πριμ επί των εξαγωγών εφόσον προσκόμιζαν τα δικαιολογητικά έγγραφα της ταξινόμησης στο όνομα του τελικού πελάτη», δεύτερον, ότι «άλλοι [αντιπρόσωποι] επιβεβαίωσαν με σαφήνεια ότι δεν τους ενδιέφερε η καταβολή πριμ επί των εξαχθέντων αυτοκινήτων» και, τρίτον, ότι «οι αντιπρόσωποι που αποκλείστηκαν από το δίκτυο Peugeot » ήσαν «κακόπιστοι».
75 ΄Όσον αφορά, πρώτον, τον πρώτο ισχυρισμό, προς στήριξη του οποίου γίνεται επίκληση του σημείου 3 του εγγράφου της AP, της 27ης Ιουνίου 2005, οι αντιπρόσωποι τους οποίους αφορά εμμέσως είναι οι [εμπιστευτικό] (σημείο 3.1. του εγγράφου της 27ης Ιουνίου 2005), [εμπιστευτικό] (σημείο 3.2 του εν λόγω εγγράφου), [εμπιστευτικό] (σημείο 3.3 του εν λόγω εγγράφου) και [εμπιστευτικό] (σημείο 3.4 του εν λόγω εγγράφου).
76 Όσον αφορά τους [εμπιστευτικό], [εμπιστευτικό] και [εμπιστευτικό], οι αντιπρόσωποι αυτοί δεν περιλαμβάνονται στην ομάδα των εννέα αντιπροσώπων που αναφέρονται στην αιτιολογική σκέψη 56, τέταρτη περίοδος, της προσβαλλόμενης αποφάσεως και στη σκέψη 70 ανωτέρω.
77 Επομένως, ο πρώτος ισχυρισμός των προσφευγουσών, έστω και αν αληθεύει όσον αφορά τους αντιπροσώπους αυτούς, ουδόλως θέτει σε αμφισβήτηση τη διαπίστωση στην οποία προέβη η Επιτροπή με την αιτιολογική σκέψη 56 της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
78 Κατά τα λοιπά και ως εκ περισσού, όσον αφορά τον [εμπιστευτικό], πρέπει να τονιστεί ότι η AP, με το έγγραφό της της 27ης Ιουνίου 2005, ερμηνεύει με αμφισβητήσιμο τρόπο τις απαντήσεις του αντιπροσώπου αυτού στο ερωτηματολόγιο της Επιτροπής, όταν ισχυρίζεται ότι ο αντιπρόσωπος αυτός αντιλαμβανόταν το σύστημα ανταμοιβής ως εφαρμόσιμο επί των εξαγωγών.
79 Συγκεκριμένα, το γεγονός ότι ο αντιπρόσωπος αυτός, για να επιτύχει το ποιοτικό πριμ κατά τη διάρκεια της προθεσμίας καταγγελίας της συμβάσεώς του αντιπροσωπείας, παραιτήθηκε, σε συμφωνία με την PNE, από το ποσοτικό πριμ, ουδόλως συνεπάγεται ότι ο αντιπρόσωπος αυτός θεωρούσε ότι το εν λόγω ποσοτικό πριμ χορηγούνταν για τις εξαγωγές.
80 Επιπλέον, μολονότι είναι αληθές ότι ο [εμπιστευτικό] πραγματοποίησε εξαγωγές μόνο το 2002 και επομένως η απάντησή του στο ερωτηματολόγιο, σύμφωνα με την οποία δεν ζήτησε πριμ πριν από το 2000 «διότι δεν το είχε σκεφθεί», μπορεί να προκαλεί έκπληξη, παρ’ όλ’ αυτά, δεν αμφισβητείται ότι αυτή η απάντηση εκφράζει περισσότερο την άποψη ότι ο [εμπιστευτικό] θεωρούσε ότι το πριμ δεν είχε εφαρμογή στις εξαγωγές.
81 Πρέπει να αναφερθεί, επίσης, ότι ορθώς η Επιτροπή δέχθηκε με το υπόμνημα αντικρούσεως, όσον αφορά τον [εμπιστευτικό], ότι δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του AP, στα σημεία 3.2.31 και 3.2.32 του εγγράφου της 27ης Ιουνίου 2005, σύμφωνα με τον οποίο ο αντιπρόσωπος αυτός είχε υποβάλει αίτηση πριμοδότησης χωρίς τα συνοδευτικά δικαιολογητικά. Πράγματι, τα σημεία 3.2.31 και 3.2.32 του εγγράφου της 27ης Ιουνίου 2005 δεν έχουν αποδειχθεί.
82 Όσον αφορά τον [εμπιστευτικό], ο αντιπρόσωπος αυτός ανήκει στην ομάδα των εννέα αντιπροσώπων για τους οποίους η Επιτροπή εκτιμά ότι απάντησαν ρητώς, με τις απαντήσεις τους στην αίτηση παροχής πληροφοριών της 17ης Νοεμβρίου 2004, ότι από τις οδηγίες της PNE προέκυπτε σαφώς ότι τα αυτοκίνητα που εξάγονταν δεν ήταν επιλέξιμα για πριμοδότηση.
83 Η αμφισβήτηση των προσφευγουσών ισοδυναμεί, κατ’ ουσίαν, με τον ισχυρισμό ότι, μολονότι ο [εμπιστευτικό] ζήτησε το πριμ μόνο μετά το 2003, εντούτοις, όπως προκύπτει από το έγγραφο του αντιπροσώπου αυτού, της 2ας Μαΐου 2001, είχε, ήδη από πριν, «πληροφορηθεί για τη δυνατότητα» να ζητήσει το πριμ.
84 Όπως προκύπτει, ωστόσο, κατά γράμμα από τις εξηγήσεις που έδωσε ο [εμπιστευτικό] με την απάντησή του στην αίτηση παροχής πληροφοριών της 17ης Νοεμβρίου 2004, το ότι ο αντιπρόσωπος αυτός άρχισε να ζητεί το πριμ για τις εξαγωγές του από το 2003 οφείλεται στο γεγονός ότι, πριν, «δεν γνώριζε ότι είχε τη δυνατότητα να το ζητήσει» και διότι «μόνον το 2003 ανακάλυψε» τη δυνατότητα αυτή.
85 Το Πρωτοδικείο εκτιμά, όπως τόνισε και η Επιτροπή, ότι η μόνη έννοια που μπορεί να δοθεί σ’ αυτή την απάντηση είναι ότι, πριν το 2003, ο [εμπιστευτικό] θεωρούσε ότι το πριμ δεν είχε εφαρμογή στις εξαγωγές.
86 Η άποψη αυτή, αντίθετα προς ό,τι υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες, ενισχύεται από την επιστολή του αντιπροσώπου αυτού προς την Peugeot, της 2ας Μαΐου 2001, την οποία προσκόμισε η Επιτροπή με το υπόμνημα αντικρούσεως. Από την επιστολή αυτή προκύπτει, συγκεκριμένα, ότι ο εν λόγω αντιπρόσωπος, όχι μόνο δεν είχε, όπως προβάλλεται, «πληροφορηθεί για τη δυνατότητα» να ζητήσει το πριμ για τις εξαγωγές, αλλά ότι είχε σχηματίσει την εντύπωση ότι το σύστημα πριμοδότησης δεν εφαρμοζόταν στις εξαγωγές, ότι διαμαρτυρήθηκε προς την Peugeot και ότι ζήτησε να μην ισχύσει η εξαίρεση αυτή στην περίπτωσή του.
87 Ως προς τη χειρόγραφη σημείωση, την οποία επικαλέσθηκε η AP με την απάντησή της της 30ής Ιουλίου 2004 στην ανακοίνωση αιτιάσεων και με το έγγραφο της 27ης Ιουνίου 2005, «in principe wel ! Jc» (κατ’ αρχήν ναι! Jc) στο περιθώριο του εγγράφου αυτού της 2ας Μαΐου 2001 που σημαίνει, κατά την AP, «κατ’ αρχήν ναι» στην καταβολή πριμ για τις εξαγωγές, δεν μπορεί να θέσει υπό αμφισβήτηση την άποψη της Επιτροπής.
88 Συγκεκριμένα, η έννοια της χειρόγραφης αυτής σημείωσης είναι, αντίθετα προς όσα ισχυρίζεται η AP, αόριστη. Εν πάση περιπτώσει, η σημείωση αυτή αποτελεί μάλλον ένα εσωτερικό σχόλιο της AP στο περιθώριο επιστολής η οποία πιθανότατα ουδέποτε περιήλθε σε γνώση του [εμπιστευτικό]. Οι προσφεύγουσες δεν ισχυρίζονται –ούτε άλλωστε αποδεικνύουν– ότι περιήλθε σε γνώση του ή ότι περιήλθε σε γνώση του με την έννοια που της προσδίδει η AP. Αν αυτό ίσχυε, τότε ο [εμπιστευτικό] δεν θα περίμενε ασφαλώς, όπως εν προκειμένω, το 2003 για να ζητήσει το πριμ επί των εξαγωγών του.
89 Ως προς τις παρατηρήσεις της AP που διατυπώνονται στο σημείο 3.3.33 της επιστολής της της 27ης Ιουνίου 2005 και αφορούν το γεγονός ότι ο [εμπιστευτικό] αναγνώρισε ότι δεν είχε υποβάλει τις αιτήσεις του κατά τον ενδεδειγμένο τρόπο, αυτές αφορούν, εξ ορισμού, το 2003, κατά το οποίο ο εν λόγω αντιπρόσωπος άρχισε να ζητεί το πριμ, και επομένως δεν θέτουν υπό αμφισβήτηση το συμπέρασμα της Επιτροπής ότι, πριν το 2003, ο [εμπιστευτικό] πίστευε ότι το πριμ δεν είχε εφαρμογή στις εξαγωγές.
90 Επομένως, από τις εκτιμήσεις που περιλαμβάνονται στις σκέψεις 75 έως 89 ανωτέρω είναι σαφές ότι ο πρώτος ισχυρισμός των προσφευγουσών, σύμφωνα με τον οποίο «πολλοί αντιπρόσωποι επιβεβαίωσαν ότι γνώριζαν τη δυνατότητα εισπράξεως πριμ επί των εξαγωγών εφόσον προσκόμιζαν τα δικαιολογητικά έγγραφα της ταξινόμησης στο όνομα του τελικού πελάτη», και τα στοιχεία στα οποία παραπέμπει ο ισχυρισμός αυτός δεν θέτουν υπό αμφισβήτηση τη διαπίστωση της Επιτροπής στην αιτιολογική σκέψη 56, τέταρτη περίοδος, της προσβαλλόμενης αποφάσεως, σύμφωνα με την οποία η πλειονότητα των αντιπροσώπων που απάντησαν στην αίτηση παροχής πληροφοριών επισήμαναν ρητώς ότι από τις οδηγίες της PNE προέκυπτε σαφώς ότι τα αυτοκίνητα που εξάγονταν δεν ήταν επιλέξιμα για πριμοδότηση.
91 Όσον αφορά, στη συνέχεια, τον δεύτερο ισχυρισμό των προσφευγουσών, κατά τον οποίο άλλοι αντιπρόσωποι επιβεβαίωσαν με σαφήνεια ότι δεν τους ενδιέφερε η καταβολή πριμ επί των εξαχθέντων αυτοκινήτων, ο ισχυρισμός αυτός παραπέμπει στο σημείο 1 του εγγράφου της 27ης Ιουνίου 2005. Οι αντιπρόσωποι τους οποίους αφορά εμμέσως ο ισχυρισμός αυτός είναι οι [εμπιστευτικό], [εμπιστευτικό] και [εμπιστευτικό].
92 Όσον αφορά τον [εμπιστευτικό], ο αντιπρόσωπος αυτός δεν περιλαμβάνεται, εν πάση περιπτώσει, στην ομάδα των εννέα αντιπροσώπων που αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 56, τέταρτη περίοδος, της προσβαλλόμενης αποφάσεως και στη σκέψη 70 ανωτέρω. Έτσι, και για τους ίδιους λόγους με αυτούς που παρατίθενται στις σκέψεις 76 και 77 ανωτέρω όσον αφορά τους [εμπιστευτικό], [εμπιστευτικό] και [εμπιστευτικό], ο δεύτερος ισχυρισμός των προσφευγουσών, εφαρμοζόμενος στην περίπτωση του [εμπιστευτικό], δεν μπορεί να θέσει υπό αμφισβήτηση τη διαπίστωση της Επιτροπής στην αιτιολογική σκέψη 56, τέταρτη περίοδος, της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
93 Όσον αφορά τον [εμπιστευτικό], ο εν λόγω αντιπρόσωπος περιλαμβάνεται στην εν λόγω ομάδα των εννέα αντιπροσώπων.
94 Με την απάντησή του στην αίτηση παροχής πληροφοριών της 17ης Νοεμβρίου 2004, ο [εμπιστευτικό] επισήμανε, κατ’ ουσίαν, ότι κατά τη δική του αντίληψη το σύστημα πριμοδότησης αφορούσε την επίτευξη, από τους αντιπροσώπους, των στόχων τους στον τομέα που τους είχε ανατεθεί και ότι, επομένως, δεν ήταν λογικό να ζητήσει πριμ για τις εξαγωγές. Όπως ορθώς επισημαίνει η Επιτροπή, το γεγονός ότι ο [εμπιστευτικό] ανέφερε ότι η στρατηγική του συνίστατο στην πραγματοποίηση ενός μέγιστου αριθμού πωλήσεων στον τομέα του δεν συνεπάγεται ότι δεν ενδιαφερόταν για το πριμ επί των εξαγωγών. Η απάντηση του αντανακλά ακριβώς το γεγονός ότι θεωρούσε ότι δεν είχε δικαίωμα στο πριμ για τις εξαγωγές.
95 Έτσι, αντίθετα προς ό,τι ισχυρίζονται οι προσφεύγουσες, ο [εμπιστευτικό] δεν εξέφρασε την έλλειψη ενδιαφέροντος για το πριμ, αλλά εκδήλωσε το γεγονός ότι κατά την αντίληψή του το πριμ δεν αφορούσε λογικά τις εξαγωγές. Ο [εμπιστευτικό] αντιλαμβανόταν επομένως το σύστημα ανταμοιβής ακριβώς υπό την έννοια που επιθυμούσαν οι προσφεύγουσες να γίνει αντιληπτό από τους αντιπροσώπους.
96 Όσον αφορά τον [εμπιστευτικό], ο οποίος επίσης ανήκει στην ανωτέρω ομάδα των εννέα αντιπροσώπων, αυτός αναφέρεται στο σημείο 1.13 του εγγράφου της 27ης Ιουνίου 2005.
97 Ο εν λόγω αντιπρόσωπος, με την απάντησή του στο ερώτημα 6 της αίτησης παροχής πληροφοριών της Επιτροπής, ανέφερε ότι το γεγονός ότι δεν είχε ζητήσει πριμ «εξηγείται από το [ότι] τα μεγέθη δεν ήταν σημαντικά και οι εξαγωγές δεν αποτελούσαν την κεντρική δραστηριότητα της επιχείρησής [του]».
98 Βάσει της απαντήσεως αυτής, εσφαλμένως προσμέτρησε η Επιτροπή τον εν λόγω αντιπρόσωπο μεταξύ εκείνων που δήλωσαν σαφώς, κατά την άποψή της, ότι αντιλαμβάνονταν το σύστημα πριμοδότησης ως μη εφαρμοζόμενο επί των εξαγωγών.
99 Ως εκ τούτου, από τις εκτιμήσεις των σκέψεων 91 έως 98 ανωτέρω προκύπτει ότι ο δεύτερος ισχυρισμός των προσφευγουσών, σύμφωνα με τον οποίο «[ά]λλοι αντιπρόσωποι επιβεβαίωσαν με σαφήνεια ότι δεν τους ενδιέφερε η καταβολή πριμ επί των εξαχθέντων αυτοκινήτων», είναι ορθός όσον αφορά τον [εμπιστευτικό], αλλά ότι, όσον αφορά τον [εμπιστευτικό] και τον [εμπιστευτικό], είναι αλυσιτελής και ανακριβής, αντιστοίχως, για να τεθεί υπό αμφισβήτηση ο ισχυρισμός της Επιτροπής που περιλαμβάνεται στην αιτιολογική σκέψη 56, τέταρτη περίοδος, της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
100 Όσον αφορά, τέλος, τον τρίτο ισχυρισμό των προσφευγουσών, που αναφέρεται στο σημείο 4 του εγγράφου της 27ης Ιουνίου 2005, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ορισμένοι αντιπρόσωποι, ενεργώντας κακόπιστα, απάντησαν στην αίτηση παροχής πληροφοριών της 17ης Νοεμβρίου 2004 παρέχοντας ανακριβή στοιχεία σε βάρος της Peugeot. Οι αντιπρόσωποι τους οποίους αφορά εμμέσως ο ισχυρισμός αυτός είναι οι [εμπιστευτικό] και [εμπιστευτικό].
101 Όσον αφορά τον [εμπιστευτικό], η AP θεώρησε, με τα σημεία 4.1.38 και 4.1.39 της επιστολής της της 27ης Ιουνίου 2005, ότι η απάντηση του αντιπροσώπου αυτού, σύμφωνα με την οποία δεν ζήτησε πριμ (για τις εξαγωγές του το 1997 και το 1998) φοβούμενος αντίποινα που μπορούσαν να λάβουν τη μορφή επιμήκυνσης των προθεσμιών παράδοσης, μείωσης των παραδόσεων ή απώλειας της αντιπροσωπείας, συνιστά κατηγορία κακόβουλη και αβάσιμη. Η AP στήριξε την άποψή της στο γεγονός ότι οι όροι για την καταγγελία, μεταξύ 2000 και 2003, της σύμβασης αντιπροσωπείας ήσαν δίκαιοι για τον [εμπιστευτικό] και δεν υπήρξε καμία απειλή ώστε να φοβάται αντίποινα σε περίπτωση εξαγωγών κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου της προθεσμίας καταγγελίας (σημείο 4.1.39, στο τέλος, και σημεία 4.1.40 έως 4.1.42 της επιστολής της 27ης Ιουνίου 2005).
102 Ωστόσο, όπως τονίζει, κατ’ ουσίαν, η Επιτροπή με το υπόμνημα αντικρούσεως, η εξήγηση αυτή της AP, που αναφέρεται στις προϋποθέσεις καταγγελίας της σύμβασης αντιπροσωπείας του [εμπιστευτικό], αφορά την περίοδο 2000-2003, και όχι την περίοδο 1997-1998 στην οποία αναγκαστικά αναφέρεται η απάντηση του [εμπιστευτικό] στο ερωτηματολόγιο της Επιτροπής, εφόσον ο [εμπιστευτικό] πραγματοποίησε εξαγωγές μόνον κατά την περίοδο 1997-1998.
103 Επομένως, η εξήγηση της AP, όσον αφορά το γεγονός ότι ο [εμπιστευτικό] δεν μπορούσε, εκτός αν ενεργούσε κακόπιστα, να επικαλεσθεί κινδύνους αντιποίνων για τις δραστηριότητές του κατά την περίοδο 2000-2003, ουδόλως επαληθεύει τον ισχυρισμό των προσφευγουσών ενώπιον του Πρωτοδικείου σύμφωνα με τον οποίο η απάντηση του [εμπιστευτικό] στην αίτηση παροχής πληροφοριών υπήρξε κακόπιστη.
104 Εν πάση περιπτώσει, οι προσφεύγουσες ουδόλως αντικρούουν, με το υπόμνημα απαντήσεως, τις εκτιμήσεις που προέβαλε η Επιτροπή με το υπόμνημα αντικρούσεως. Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να συναχθεί ότι οι προσφεύγουσες δεν τεκμηριώνουν επαρκώς κατά νόμο, με τα υπομνήματά τους, τον ισχυρισμό τους ότι ο [εμπιστευτικό] ενήργησε κακόπιστα.
105 Το ίδιο συμπέρασμα επιβάλλεται στην περίπτωση του αντιπροσώπου [εμπιστευτικό], ως προς τον οποίο η Επιτροπή προβάλλει κατ’ ουσίαν, με το υπόμνημα αντικρούσεως, τις ίδιες εκτιμήσεις με εκείνες που προέβαλε για τον [εμπιστευτικό] χωρίς, και στην περίπτωση αυτή, να τις αντικρούουν οι προσφεύγουσες με το υπόμνημα απαντήσεως.
106 Επομένως, από τις εκτιμήσεις που περιλαμβάνονται στις σκέψεις 100 έως 105 ανωτέρω προκύπτει ότι ο τρίτος ισχυρισμός των προσφευγουσών, σύμφωνα με τον οποίο ορισμένοι αντιπρόσωποι ενεργώντας κακόπιστα, απάντησαν στην αίτηση παροχής πληροφοριών της 17ης Νοεμβρίου 2004 παρέχοντας ανακριβή στοιχεία και σε βάρος της Peugeot, δεν αποδείχθηκε επαρκώς κατά νόμο ενώπιον του Πρωτοδικείου.
107 Ενόψει όλων όσων εκτίθενται στις σκέψεις 73 έως 106 ανωτέρω, οι ισχυρισμοί των προσφευγουσών, ακόμη και αν φαίνονται σε ορισμένα σημεία βάσιμοι, όπως στην περίπτωση του αντιπροσώπου [εμπιστευτικό] που αναφέρεται στις σκέψεις 96 έως 98 ανωτέρω, δεν θέτουν υπό αμφισβήτηση τη διαπίστωση στην οποία προέβη η Επιτροπή με την αιτιολογική σκέψη 56, τέταρτη περίοδος, της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
108 Όσον αφορά το επιχείρημα των προσφευγουσών που αντλείται από το γεγονός ότι τα ηλεκτρονικά συστήματα DIALOG και RDC ήσαν ουδέτερα μέσα με φορολογικούς και διαχειριστικούς σκοπούς, πρέπει να τονιστεί ότι το γεγονός ότι τα συστήματα αυτά χρησιμοποιούνταν πράγματι για τους εν λόγω σκοπούς ουδόλως αποκλείει την εκμετάλλευση από τις προσφεύγουσες των πληροφοριών που περιείχαν με σκοπό την παρακολούθηση και τον έλεγχο της εξαγωγικής δραστηριότητας των αντιπροσώπων. Συναφώς, δεν αμφισβητήθηκε σοβαρά ότι τα μέσα αυτά παρείχαν τη δυνατότητα στις προσφεύγουσες να λάβουν γνώση των εξαγωγών που πραγματοποίησαν οι αντιπρόσωποι και ότι χρησιμοποιήθηκαν για τις ανάγκες της εφαρμογής του συστήματος ανταμοιβής και, ιδίως, όπως το επισήμανε η Επιτροπή (αιτιολογική σκέψη 37, τέταρτο εδάφιο, αιτιολογική σκέψη 57, πρώτη περίπτωση, αιτιολογικές σκέψεις 60 έως 72 και 122 της προσβαλλόμενης αποφάσεως) για τον προσδιορισμό των εξαχθέντων οχημάτων και την εξαίρεσή τους από την πριμοδότηση.
109 Όσον αφορά το επιχείρημα των προσφευγουσών σύμφωνα με το οποίο οι ελλείψεις στον ανεφοδιασμό των αντιπροσώπων της Ολλανδίας δεν ήταν απόρροια της πρόθεσης περιορισμού των εξαγωγών, αρκεί η απάντηση ότι η Επιτροπή, με τις αιτιολογικές σκέψεις 117 έως 120 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν θεώρησε τις ελλείψεις ως περιορισμό του ανταγωνισμού, αλλά απλώς ως φαινόμενο το οποίο ενίσχυσε, de facto, τις επιπτώσεις του συστήματος ανταμοιβής που εφάρμοσαν οι προσφεύγουσες.
110 Τέλος, πρέπει να τονιστεί ότι, στη σκέψη 115 του δικογράφου της προσφυγής, οι προσφεύγουσες παραθέτουν μια επιχειρηματολογία που ενισχύει το συμπέρασμα ότι το εν λόγω σύστημα αποσκοπούσε στον περιορισμό των παράλληλων εξαγωγών.
111 Έτσι, οι προσφεύγουσες προβάλλουν ότι η αγορά του ευρωπαϊκού αυτοκινήτου έχει υποστεί ουσιώδη στρέβλωση λόγω των διαφορών μεταξύ των εθνικών φόρων που επιβάλλονται στην αγορά νέων αυτοκινήτων, ότι οι διαφορές αυτές οδηγούν τους κατασκευαστές στην αύξηση των τιμών τους στις χώρες με χαμηλή φορολογία και στη μείωση των τιμών στις χώρες με υψηλή φορολογία, γεγονός το οποίο, με τη σειρά του, προκαλεί ροή παράλληλων εισαγωγών. Οι προσφεύγουσες προσθέτουν ότι η Επιτροπή, δραστηριοποιούμενη περισσότερο κατά των κατασκευαστών αυτοκινήτων και όχι κατά των εθνικών φορολογικών συστημάτων, διατρέχει τον κίνδυνο να ωθήσει τους κατασκευαστές να αυξήσουν τις τιμές τους στις χώρες με υψηλή φορολογία, και τούτο προς βλάβη των εγχώριων καταναλωτών.
112 Ωστόσο, εάν αληθεύει, όπως εξάλλου ισχυρίζονται οι προσφεύγουσες (βλ. σκέψη 54 ανωτέρω), ότι ο μηχανισμός πριμοδότησης αποσκοπούσε αποκλειστικά στην προώθηση των πωλήσεων των αντιπροσώπων εντός των συμβατικών εδαφών τους, τότε ουδείς λόγος συντρέχει να θεωρήσουν την καταδίκη του μηχανισμού αυτού από την Επιτροπή ως γεγονός που μπορεί να τους ωθήσει στην αύξηση, ακριβώς για τους σκοπούς της καταπολέμησης των παράλληλων εξαγωγών, των τιμών στις χώρες με υψηλή φορολογία. Με άλλα λόγια, το ό,τι οι προσφεύγουσες προσέλαβαν την καταδίκη του συστήματος πριμοδότησης ως γεγονός που μπορούσε να τους ωθήσει να αυξήσουν τα τιμολόγιά τους σε χώρες που μέχρι τότε είχαν χαμηλές τιμές ενισχύει το συμπέρασμα ότι το σύστημα αυτό αποσκοπούσε στον περιορισμό των παράλληλων εξαγωγών.
113 Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι, αντίθετα προς όσα υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες, η Επιτροπή ορθώς συμπέρανε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι υπήρξε σύστημα ανταμοιβής, του οποίου ο καταφανώς αντίθετος προς τον ανταγωνισμό σκοπός, και ο οποίος άλλωστε δεν αμφισβητήθηκε σοβαρά για το 1997, δεν απαλείφθηκε μετά το έτος αυτό, αλλά, αντιθέτως, συνεχίστηκε από τις προσφεύγουσες. Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να απορριφθεί ο παρών λόγος ακυρώσεως, όσον αφορά το σύστημα ανταμοιβής.
Πιέσεις με σκοπό αντίθετο προς τον ανταγωνισμό
114 Η έκφραση «πιέσεις» που χρησιμοποιεί η Επιτροπή στην προσβαλλόμενη απόφαση προσδιορίζει, πρώτον, πρωτοβουλίες με σκοπό να ευαισθητοποιηθούν οι αντιπρόσωποι για την ανάγκη περιορισμού των εξαγωγών, δεύτερον, άμεσες πιέσεις σε συγκεκριμένους αντιπροσώπους, τρίτον, απειλές μείωσης των παραδόσεων, ιδίως των πλέον εξαγόμενων μοντέλων και, τέταρτον, περιορισμούς στις παραδόσεις.
115 Οι προσφεύγουσες αμφισβητούν ότι οι πιέσεις που προσδιορίζει η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση είχαν σκοπό αντίθετο προς τον ανταγωνισμό.
116 Πρώτον, όσον αφορά τις πρωτοβουλίες με σκοπό να ευαισθητοποιηθούν οι αντιπρόσωποι για την ανάγκη περιορισμού των εξαγωγών (αιτιολογικές σκέψεις 74 έως 76 της προσβαλλόμενης αποφάσεως και υποσημειώσεις στις σελίδες 127 έως 130 κάτω από αυτές τις αιτιολογικές σκέψεις), οι προσφεύγουσες προβάλλουν ότι δεν μπορούν να θεωρηθούν ως πιέσεις απλές σκέψεις ή δηλώσεις και ότι ορισμένες δηλώσεις που έλαβε υπόψη η Επιτροπή διατυπώθηκαν απουσία των αντιπροσώπων ή δεν μπορούν να αποδοθούν στην PNE. Η εγκύκλιος που αναφέρεται στο τέλος της αιτιολογικής σκέψης 75 της προσβαλλόμενης αποφάσεως αποσκοπούσε απλώς στο να υπενθυμίσει τους αυστηρούς κανόνες που έχουν εφαρμογή στις πωλήσεις μέσω εντολοδόχων.
117 Τα επιχειρήματα αυτά δεν μπορούν να γίνουν δεκτά.
118 Συγκεκριμένα και όπως τονίζει, κατ’ ουσίαν, η Επιτροπή, οι προσφεύγουσες, ισχυριζόμενες ότι δεν μπορούν να εκληφθούν ως πιέσεις απλές σκέψεις ή δηλώσεις ή ακόμη ότι ορισμένες από τις επίδικες δηλώσεις διατυπώθηκαν απουσία των αντιπροσώπων, ουδόλως αμφισβητούν ότι αυτός ο σκοπός ήταν αντίθετος προς τον ανταγωνισμό, αλλά περιορίζονται, ως επί το πλείστον, στο να αμφισβητούν ότι οι πρωτοβουλίες αυτές αποτέλεσαν αντικείμενο συμφωνίας.
119 Κατά τα λοιπά, δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί ότι τα συγκεκριμένα παραδείγματα, που παρέθεσε η Επιτροπή με τις υποσημειώσεις στις σελίδες 127 έως 130 κάτω από τις αιτιολογικές σκέψεις 75 και 76 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αντιστοιχούν ή, τουλάχιστον, αντανακλούν πρωτοβουλίες των προσφευγουσών με σκοπό τον περιορισμό των εξαγωγών από τις Κάτω Χώρες.
120 Έτσι, όσον αφορά, πρώτον, το έγγραφο με τίτλο «Επείγουσα έκθεση μετά την αποστολή στις Κάτω Χώρες στις 4 και 5 Σεπτεμβρίου 1996» και την υποσημείωση 127 κάτω από την αιτιολογική σκέψη 75, πρώτη περίοδος, της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μολονότι αληθεύει ότι πρόκειται για εσωτερικό έγγραφο της AP το οποίο ασφαλώς δεν απευθυνόταν στους αντιπροσώπους, παρ’ όλ’ αυτά, το απόσπασμα του εγγράφου αυτού που παρατίθεται στην εν λόγω υποσημείωση, σύμφωνα με το οποίο «ο αυξανόμενος αριθμός των επανεξαγωγών οδηγεί την [PNE] να ελαττώσει τον όγκο ανά [αντιπρόσωπο] ενόψει της αυστηρής τήρησης των κανόνων», αντανακλά την ύπαρξη πρωτοβουλιών της PNE με σκοπό να εναντιωθεί στον αυξανόμενο αριθμό των επανεξαγωγών από τους αντιπροσώπους της Ολλανδίας.
121 Όσον αφορά, δεύτερον, την αιτιολογική σκέψη 75, προτελευταία και τελευταία περίοδος, της προσβαλλόμενης αποφάσεως και την υποσημείωση 128 κάτω από αυτήν την αιτιολογική σκέψη, το απόσπασμα των πρακτικών της συνεδρίασης της 24ης Σεπτεμβρίου 1996 μεταξύ της PNE και της επιτροπής του συμβουλίου της VPDN, που παρατίθεται στην εν λόγω υποσημείωση 128, εκδηλώνει επίσης σαφώς μια πρωτοβουλία της PNE με σκοπό τον περιορισμό των εξαγωγών. Από το απόσπασμα αυτό προκύπτει, πράγματι, ότι «η διεύθυνση της [PNE] δηλώνει ότι δυσανασχετεί με τη διαπίστωση ότι [...] δημιουργούνται προβλήματα παράδοσης στην αγορά της Ολλανδίας λόγω δραστηριοτήτων επανεξαγωγής των αντιπροσώπων», ότι «η [PNE] συμφωνεί [με το γεγονός ότι πρέπει πάντοτε να δίδεται προτεραιότητα στις παραγγελίες για παραδόσεις εντός της αγοράς της Ολλανδίας] και [ότι] θα διενεργήσει απογραφή των συναφών ανεκτέλεστων παραγγελιών».
122 Σύμφωνα πάντοτε με το απόσπασμα αυτό, «η [PNE] θα υπενθυμίσει ακόμη στους αντιπροσώπους, με εγκύκλιο, τους αυστηρούς κανόνες για τις παραδόσεις εκτός των Κάτω Χωρών [...] και για την πρόθεση να επιβάλει σοβαρές κυρώσεις σχετικώς εάν διαπιστωθεί ότι οι αντιπρόσωποι δεν συμμορφώνονται με τους κανόνες αυτούς».
123 Ο ισχυρισμός των προσφευγουσών, κατά τον οποίο η ανωτέρω εγκύκλιος της PNE αποσκοπούσε μόνο στην εξασφάλιση της τήρησης των διαδικασιών πωλήσεως μέσω εντολοδόχων και όχι στον περιορισμό των εξαγωγών, δεν θέτει υπό αμφισβήτηση το συμπέρασμα της σκέψης 121 ανωτέρω, το οποίο είναι επαρκώς βάσιμο σε σχέση με τα όσα διαλαμβάνονταν στις πρώτες περιόδους του αποσπάσματος των πρακτικών της 24ης Σεπτεμβρίου 1996 και υπομνήσθηκαν στην εν λόγω σκέψη.
124 Περαιτέρω, ακόμη και αν το αντικείμενο αυτής της εγκυκλίου ήταν αυτό που προβάλλουν οι προσφεύγουσες, το γεγονός ότι η PNE αποφασίζει να υπενθυμίσει στους αντιπροσώπους τους κανόνες που πρέπει να τηρούν για τις πωλήσεις μέσω εντολοδόχων ουδόλως είναι ασυμβίβαστο με τη βούληση περιορισμού των εξαγωγών. Επιπλέον, η πρόθεση της PNE, η οποία διατυπώθηκε στα πρακτικά της συνεδριάσεως της 24ης Σεπτεμβρίου 1996 με όρους προδήλως απειλητικούς, να «επιβάλει σοβαρές κυρώσεις επί του θέματος εάν διαπιστωθεί ότι οι αντιπρόσωποι δεν συμμορφώνονται με τους κανόνες αυτούς», αποτέλεσε στοιχείο μιας πλέον σφαιρικής στρατηγικής που αποσκοπούσε, τελικώς, στο να αποτρέψει τους αντιπροσώπους από το να στραφούν προς τις εξαγωγικές δραστηριότητες.
125 Όσον αφορά, τρίτον, την αιτιολογική σκέψη 76 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, είναι αληθές, και η Επιτροπή εξάλλου δεν το αντικρούει, ότι τα παραδείγματα που παρατίθενται σ’ αυτήν την αιτιολογική σκέψη και στην υποσημείωση 129 αναφέρονται σε απόψεις και πρωτοβουλίες που εκφράσθηκαν εντός της VPDN. Ωστόσο, καίτοι τα συγκεκριμένα παραδείγματα δεν προέρχονται πράγματι από τις προσφεύγουσες, αλλά από μέλη της VPDN, εντούτοις, όπως ορθώς επισήμανε η Επιτροπή (αιτιολογική σκέψη 100, δεύτερη περίοδος, της προσβαλλόμενης αποφάσεως), οι προσφεύγουσες χρησιμοποίησαν στην πράξη τη VPDN προκειμένου να περάσουν το μήνυμα ότι οι αντιπρόσωποι έπρεπε να περιορίσουν τις εξαγωγές.
126 Όσον αφορά, τέταρτον, το συγκεκριμένο παράδειγμα που παρέθεσε η Επιτροπή με την αιτιολογική σκέψη 76, στο τέλος, της προσβαλλόμενης αποφάσεως και με την υποσημείωση 130 κάτω από αυτήν την αιτιολογική σκέψη, σχετικά με τη βούληση του κατασκευαστή, όπως την εξέφρασε ο [εμπιστευτικό], γενικός διευθυντής της PNE, να μην υπάρξουν εξαγωγές, τούτο αντανακλά σαφώς τη βούληση των προσφευγουσών να περιορίσουν τις εξαγωγές.
127 Δεύτερον, όσον αφορά τις άμεσες πιέσεις σε συγκεκριμένους αντιπροσώπους (αιτιολογικές σκέψεις 77 και 78 της προσβαλλόμενης αποφάσεως), οι προσφεύγουσες προβάλλουν ότι το γεγονός ότι ένας αντιπρόσωπος εκθέτει την άποψή του προς τον Account Managers Dealernets (υπεύθυνο για τους αντιπροσώπους, στο εξής: AMD) δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι υπήρξε πίεση. Οι εξαγωγές αποτελούσαν μέρος της συνήθους δραστηριότητας των αντιπροσώπων και ήταν επομένως λογικό να μπορούν οι AMD να εξετάσουν το ζήτημα αυτό, γεγονός που συνέβη, εξάλλου, με ουδέτερο τρόπο.
128 Το επιχείρημα αυτό δεν είναι πειστικό και πρέπει να απορριφθεί. Συναφώς, πρέπει να τονιστεί ότι όπως προκύπτει από τη διατύπωση της αιτιολογικής σκέψης 77 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, καθώς και από την εξέταση των υποσημειώσεων σ’ αυτήν την αιτιολογική σκέψη, ειδικότερα των υποσημειώσεων 132 έως 134, οι οποίες αναφέρονται σε εκθέσεις επίσκεψης του AMD σε αντιπροσώπους καθώς και σε εσωτερικό σημείωμα της Peugeot, οι AMD ασκούσαν πιέσεις, κατά τις επισκέψεις τους στους αντιπροσώπους, για να τους αποτρέψουν από τις εξαγωγές. Όπως επισημαίνει η Επιτροπή στην αιτιολογική σκέψη 77 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, οι παρατηρήσεις των AMD που περιλαμβάνονται περιληπτικά στις εκθέσεις επίσκεψης αποκτούν νόημα μόνον εάν οι εξαγωγές έπρεπε, κατά την άποψη των προσφευγουσών, να συνεχίσουν να αποτελούν την εξαίρεση.
129 Ως προς την αιτιολογική σκέψη 78 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, σχετικά με τις πιέσεις που δεν εφαρμόζονταν μέσω των AMD, η μόνη αμφισβήτηση που μπορεί να συναχθεί από την επιχειρηματολογία των προσφευγουσών σχετικά με τη φερόμενη ως εσφαλμένη εκτίμηση των πιέσεων από την Επιτροπή είναι ότι τα παραδείγματα που παρατίθενται με την αιτιολογική σκέψη 78 και τις υποσημειώσεις 136 έως 140 αυτής της αιτιολογικής σκέψης δεν μπορούν να αποδοθούν στην PNE. Βεβαίως, είναι αληθές ότι τα παραδείγματα αυτά αντλούνται από επιστολές των αντιπροσώπων, εν προκειμένω από επιστολές των [εμπιστευτικό] (προαναφερθείσες υποσημειώσεις 136, 137 και 138,), [εμπιστευτικό] (προαναφερθείσα υποσημείωση 139) και [εμπιστευτικό] (προαναφερθείσα υποσημείωση 140). Πλην όμως, οι επιστολές αυτές, στις οποίες αναφέρεται ο φόβος «προβλημάτων με την Peugeot των Κάτω Χωρών» και ο «φόβος αντιποίνων» σε περίπτωση συνέχισης των εξαγωγών, ή ακόμη «η μεγάλη πίεση» που ασκείται από την Peugeot και η προοπτική «πολύ σοβαρών κυρώσεων», ιδίως η «καταγγελία της συμβάσεως αντιπροσωπείας», μεταφέρουν σαφώς την ύπαρξη πιέσεων εκ μέρους της PNE.
130 Τρίτον, όσον αφορά τις απειλές μείωσης των παραδόσεων, ιδίως στα πλέον εξαγόμενα μοντέλα (αιτιολογικές σκέψεις 79 έως 81 της προσβαλλόμενης αποφάσεως), οι προσφεύγουσες δεν αμφισβητούν σοβαρά τις σχετικές διαπιστώσεις στις οποίες προέβη η Επιτροπή βάσει των πρακτικών των συναντήσεων της εμπορικής επιτροπής της VPDN και των εκπροσώπων της PNE (βλ. υποσημειώσεις 141 και 142 κάτω από την αιτιολογική σκέψη 79 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, 143 κάτω από την αιτιολογική σκέψη 80 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, και 144 κάτω από την αιτιολογική σκέψη 81 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
131 Τα μόνα στοιχεία που αμφισβητούν οι προσφεύγουσες συναφώς περιορίζονται, πρώτον, στον ισχυρισμό ότι τα όσα παρατίθενται στις υποσημειώσεις 142 και 144 κάτω από τις αιτιολογικές σκέψεις 79 και 81 της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν μπορούν να αποδοθούν στην PNE, αλλά στη VPDN και σε αντιπροσώπους και, δεύτερον, στον ισχυρισμό ότι το απόσπασμα που παρατίθεται στην υποσημείωση 143 κάτω από την αιτιολογική σκέψη 80 της προσβαλλόμενης αποφάσεως αντιστοιχεί σε δήλωση στην οποία προέβη η PNE απουσία των αντιπροσώπων.
132 Ωστόσο, όσον αφορά τον πρώτο ισχυρισμό, από τα πρακτικά της συνεδριάσεως της εμπορικής επιτροπής της VPDN της 16ης Ιουνίου 1997 προκύπτει σαφώς ότι το απόσπασμα που παρατίθεται στην υποσημείωση 142 αντιστοιχεί σε προτάσεις που υπέβαλε η PNE, μέσω των εκπροσώπων της, και όχι σε προτάσεις των αντιπροσώπων. Ως προς τα όσα παρατίθενται στην υποσημείωση 144, δηλαδή «Ζητείται να μην εξαχθούν τα μοντέλα 206 και να κρατηθούν για την αγορά της Ολλανδίας!», από τα πρακτικά της συνεδριάσεως της VPDN της 8ης Ιουνίου 1998 προκύπτει ότι το απόσπασμα αυτό προέρχεται από απαντήσεις τις οποίες έδωσε ο [εμπιστευτικό], διευθυντής πωλήσεων και εκπρόσωπος της PNE ο οποίος ήταν παρών κατά το δεύτερο μέρος της συνεδριάσεως αυτής, στις ερωτήσεις που υπέβαλαν προς αυτόν οι αντιπρόσωποι, οι οποίες παρατίθενται με πλάγια γραμματοσειρά στα πρακτικά.
133 Όσον αφορά τον δεύτερο ισχυρισμό, κατά τον οποίο το απόσπασμα που παρατίθεται στην υποσημείωση 143 κάτω από την αιτιολογική σκέψη 80 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που προέρχεται από ένα «υπόμνημα σχεδίου, δίκτυο Κάτω Χωρών, της 30ής Μαΐου 1997» και σύμφωνα με το οποίο «η [PNE] εξετάζει τη συρρίκνωση της προσφοράς της στα 806 περικόπτοντας τα πλέον εξαγόμενα μοντέλα», αντιστοιχεί σε δήλωση στην οποία προέβη η PNE απουσία των αντιπροσώπων, η αμφισβήτηση αυτή είναι αληθής ως προς τα πραγματικά περιστατικά, αλλά, γεγονός παραμένει ότι το επίμαχο απόσπασμα αντανακλά τη βούληση της PNE να μειώσει την προσφορά της προς τους αντιπροσώπους όσον αφορά τα πλέον εξαγόμενα μοντέλα.
134 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι οι ισχυρισμοί των προσφευγουσών δεν μπορούν να αντικρούσουν τις εκτιμήσεις της Επιτροπής.
135 Τέταρτον, όσον αφορά τους περιορισμούς στις παραδόσεις αυτοκινήτων προς εξαγωγή (αιτιολογικές σκέψεις 82 έως 85 της προσβαλλόμενης αποφάσεως), η Επιτροπή παρέθεσε παραδείγματα τέτοιων περιορισμών. Οι περιορισμοί στις παραδόσεις είχαν τη μορφή μεγάλων προθεσμιών παράδοσης (αιτιολογική σκέψη 82), επιβολής ειδικών χρηματοοικονομικών όρων (αιτιολογική σκέψη 83), ή ακόμη απαιτήσεων να συνοδεύεται η παραγγελία από αίτηση ταξινόμησης στις Κάτω Χώρες (αιτιολογικές σκέψεις 83 έως 85).
136 Οι προσφεύγουσες δεν αντικρούουν σοβαρά την ύπαρξη των εν λόγω περιορισμών στις παραδόσεις, οι οποίοι εφαρμόζονταν στις παραγγελίες των αντιπροσώπων για αυτοκίνητα προοριζόμενα για εξαγωγή.
137 Έτσι, το επιχείρημα των προσφευγουσών, που αντλείται από το γεγονός ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που παρατίθενται στις υποσημειώσεις 145 έως 147 και 150 κάτω από τις αιτιολογικές σκέψεις 83 και 84 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, στοιχεία που αντιστοιχούν σε καταγγελίες αγοραστών και εντολοδόχων και σε απαντήσεις των αντιπροσώπων στις καταγγελίες αυτές, περιλαμβάνουν δηλώσεις που δεν μπορούν να αποδοθούν στην PNE, δεν μπορεί να ευδοκιμήσει, εφόσον το επιχείρημα αυτό δεν θέτει υπό αμφισβήτηση την ύπαρξη των περιγραφόμενων στα αποδεικτικά αυτά στοιχεία περιορισμών στις παραδόσεις.
138 Πρέπει επίσης να απορριφθεί το επιχείρημα των προσφευγουσών κατά το οποίο το αποδεικτικό στοιχείο που παρατίθεται στην υποσημείωση 152, κάτω από την αιτιολογική σκέψη 85 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αφορά συζήτηση μεταξύ της PNE και της VPDN για τις ελλείψεις αυτοκινήτων, γεγονός που δεν μπορεί να θεωρηθεί ως εκδήλωση πιέσεων. Συγκεκριμένα, το γεγονός, το οποίο τυπικώς αληθεύει, ότι το αποδεικτικό αυτό στοιχείο, ένα πρακτικό της συνεδριάσεως της διευθύνσεως της PNE και της επιτροπής διαβουλεύσεων της VPDN της 2ας Νοεμβρίου 1999, αφορά συζήτηση μεταξύ της PNE και της VPDN ως προς, μεταξύ άλλων, τις ελλείψεις, ουδόλως θέτει υπό αμφισβήτηση την ύπαρξη περιορισμών στις παραδόσεις, που περιγράφονται στην αιτιολογική σκέψη 85 της προσβαλλόμενης αποφάσεως και οι οποίες εφαρμόζονταν επιλεκτικά στα αυτοκίνητα που είχαν παραγγείλει αντιπρόσωποι χρησιμοποιώντας ηλεκτρονικό κωδικό που αντιστοιχούσε σε παραγγελία προς εξαγωγή.
139 Τέλος, ούτε τα επιχειρήματα που προβάλλουν οι προσφεύγουσες ως προς την έννοια που πρέπει να δοθεί στην επιστολή του αντιπροσώπου [εμπιστευτικό], της 31ης Ιουλίου 1997, προς τη Système européen promotion SARL (στο εξής: SEP), γάλλου εντολοδόχου για την αγορά αυτοκινήτων και συντάκτη μίας από τις καταγγελίες προς την Επιτροπή, μπορούν να ευδοκιμήσουν. Είναι σαφές ότι τα προβλήματα που ανέφερε ο [εμπιστευτικό], με την επιστολή αυτή, ότι υπήρχε κίνδυνος να προκύψουν σε περίπτωση συμπληρωματικών εξαγωγών υπέρ της SEP, απέρρεαν από την πολιτική περιορισμών της Peugeot και όχι από το γεγονός ότι μπορούσε να κατηγορηθεί ο [εμπιστευτικό] ότι προέβαινε, κατά παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεών του στο πλαίσιο του δικτύου διανομής της Peugeot, σε πωλήσεις προς μεταπωλητές εκτός δικτύου. Συγκεκριμένα, η SEP, αποδέκτης της επιστολής αυτής, ουδόλως ήταν τέτοιος μεταπωλητής εκτός δικτύου, αλλά εντολοδόχος που ενεργούσε για λογαριασμό των τελικών πελατών.
140 Επομένως, από τις εκτιμήσεις που περιλαμβάνονται στις σκέψεις 116 έως 139 ανωτέρω, προκύπτει ότι οι προσφεύγουσες δεν θέτουν υπό αμφισβήτηση τη διαπίστωση της Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία οι διάφορες πρωτοβουλίες που αναφέρονται με την προσβαλλόμενη απόφαση και χαρακτηρίζονται από αυτήν ως πιέσεις αποσκοπούσαν, αν όχι στην κατάργηση, τουλάχιστον στον περιορισμό των παράλληλων εξαγωγών και είχαν, επομένως, σκοπό αντίθετο προς τον ανταγωνισμό.
141 Υπό τις συνθήκες αυτές, επειδή οι προσφεύγουσες δεν αντέκρουσαν τις διαπιστώσεις της Επιτροπής σχετικά με τον αντίθετο προς τον ανταγωνισμό σκοπό τόσο του συστήματος ανταμοιβής όσο και των διαφόρων πιέσεων που περιγράφονται από την Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση, ο παρών λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
142 Πρέπει, στη συνέχεια, να εξεταστεί ο πρώτος λόγος ακυρώσεως, που αντλείται από έλλειψη συμφωνίας υπό την έννοια του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ, καθόσον δεν υπήρξε συναίνεση των αντιπροσώπων στο σύστημα ανταμοιβής και στις πιέσεις.
2. Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως που αντλείται από έλλειψη συμφωνίας υπό την έννοια του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ
Επιχειρήματα των διαδίκων
143 Κατά τις προσφεύγουσες, η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 81, παράγραφος 1, ΕΚ, καθόσον έκρινε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι τα μέτρα που έθεσε σε εφαρμογή η PNE μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως συμφωνία υπό την έννοια του άρθρου αυτού.
144 Η έννοια της συμφωνίας στηρίζεται στην ύπαρξη συμπτώσεως των βουλήσεων και η Επιτροπή έπρεπε επομένως να αποδείξει, αφενός, την πρόσκληση και, αφετέρου, τη συναίνεση, ρητή ή σιωπηρή, στην εν λόγω πρόσκληση, πράγμα που δεν έπραξε.
145 Όσον αφορά το σύστημα ανταμοιβής των αντιπροσώπων, τούτο επιβλήθηκε από την PNE μονομερώς. Εξάλλου, οι εγκύκλιοι, διατυπωμένες με ουδέτερους όρους, πρέπει να θεωρηθούν θεμιτές και η μόνη παράβαση που θα μπορούσε, το πολύ, να υπάρξει θα ήταν ενδεχόμενη πρακτική της PNE να μην πριμοδοτεί τις εξαγωγές.
146 Πάντως, δεν υπήρξε συμφωνία ως προς την πρακτική αυτή, διότι το γεγονός ότι οι αντιπρόσωποι εξακολούθησαν απλώς να αγοράζουν αυτοκίνητα δεν μπορεί να εξομοιωθεί με μια τέτοια συμφωνία. Μία τέτοια συμφωνία δεν μπορεί να τεκμαίρεται, διότι η μη καταβολή του πριμ δεν είναι προς το συμφέρον του αντιπροσώπου και διότι μια τέτοια παράνομη συμβατική εξέλιξη δεν μπορεί να θεωρηθεί αποδεκτή εκ των προτέρων, από τον χρόνο δηλαδή της υπογραφής της συμβάσεως αντιπροσωπείας.
147 Ο έλεγχος των ταξινομήσεων δεν συνδέεται με τις εξαγωγές, αλλά αποτελεί συνέπεια των υποχρεώσεων που επιβάλλει η εθνική φορολογική νομοθεσία και αποσκοπεί στη διεύρυνση των πωλήσεων προς τους τελικούς πελάτες.
148 Ο ρόλος της VPDN, που δεν εκπροσωπεί τους αντιπροσώπους, δεν επιτρέπει το συμπέρασμα περί υπάρξεως συμφωνίας μεταξύ της PNE και των αντιπροσώπων.
149 Εν κατακλείδι, δεν υπήρξε καμία συμφωνία μεταξύ των αντιπροσώπων και της PNE ως προς μία υποτιθέμενη εξαίρεση των εξαγωγών από την πριμοδότηση. Τούτο προκύπτει από την ποικιλομορφία των απαντήσεων των αντιπροσώπων στις ερωτήσεις που τους έθεσε επ’ αυτού η Επιτροπή.
150 Οι πιέσεις που φέρεται να άσκησε η PNE στους αντιπροσώπους αυτούς, ακόμη και αν αποδεικνύονταν, θα αποτελούσαν, το πολύ, μονομερείς συμπεριφορές της PNE και όχι συμφωνίες υπό την έννοια του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ. Την καλύτερη απόδειξη περί του ότι δεν υπήρξε συναίνεση των αντιπροσώπων στις φερόμενες πιέσεις αποτελεί, εξάλλου, το μέγεθος των εξαγωγών που πραγματοποίησαν. Τέλος, η συναίνεση σε μία υποτιθέμενη πολιτική της PNE περί περιορισμού ή απαγόρευσης των εξαγωγών δεν μπορεί να τεκμαίρεται, εφόσον η πολιτική αυτή αντιβαίνει στο συμφέρον των αντιπροσώπων και είναι σαφώς αντίθετη προς τον ανταγωνισμό.
151 Οι πρωτοβουλίες που αναλήφθηκαν και οι επιθυμίες που εξέφρασε η VPDN συνιστούν απλώς ευκαιριακή έκφραση απόψεων η οποία, ακόμη κι αν υποτεθεί ότι έχει κάποια επιρροή, δεν δεσμεύει τους αντιπροσώπους και δεν αποδεικνύει τη συναίνεσή τους.
152 Ο υποτιθέμενος περιορισμός του εφοδιασμού των αντιπροσώπων με αυτοκίνητα από την PNE καθώς και η μείωση του αριθμού των αντιπροσώπων ήσαν μέτρα μονομερή. Κατά τα λοιπά, δεν υπήρξε περιορισμός του εφοδιασμού και η μείωση του αριθμού των αντιπροσώπων δεν αφορούσε τους κύριους αντιπροσώπους εξαγωγείς.
153 Η ύπαρξη πιέσεων και κυρώσεων αποδεικνύει τη μη συμφωνία των αντιπροσώπων και επομένως την έλλειψη συναίνεσης εκ μέρους τους σε υποτιθέμενη πρόσκληση της PNE. Η Επιτροπή δεν απέδειξε την ύπαρξη ρητής ή σιωπηρής συναίνεσης του κάθε αντιπροσώπου ατομικά.
154 Η Επιτροπή προβάλλει ότι οι εγκύκλιοι και οι προσκλήσεις της PNE προς τους αντιπροσώπους, που αποσκοπούσαν στο να τους επηρεάσουν στην εκτέλεση της σύμβασης διανομής και στις οποίες δεν εναντιώθηκε ρητώς κανείς από τους αντιπροσώπους αυτούς, αποτελούν συμφωνίες που εντάσσονται σε ένα σύνολο συνεχών εμπορικών σχέσεων που διέπονται από μία προκαθορισμένη γενική συμφωνία και εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ.
155 Η Επιτροπή εντόπισε αρκετά στοιχεία που επιβεβαιώνουν την τουλάχιστον σιωπηρή αποδοχή των αντιπροσώπων.
156 Με την προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή δεν δέχθηκε συμμετοχή της VPDN στις επίμαχες συμφωνίες, αλλά έλαβε υπόψη αποφάσεις, ανακοινώσεις και συζητήσεις της ενώσεως αυτής, από τις οποίες προκύπτει ότι τουλάχιστον οι αντιπρόσωποι που συνδέονταν άμεσα με τις εξαγωγές εκφράσθηκαν σαφώς ως προς το συμφέρον που είχαν να ακολουθήσουν την πολιτική της PNE στα θέματα εξαγωγών και δέχθηκαν, επομένως, την πολιτική αυτή την οποία θεώρησαν εξάλλου ως εμπίπτουσα στο πλαίσιο των συμβατικών σχέσεων με τον κατασκευαστή.
157 Όσον αφορά το επιχείρημα που αντλείται από τη φερόμενη αποτυχία των προσπαθειών για να σταματήσουν οι παράλληλες εξαγωγές, η Επιτροπή προβάλλει ότι η μη ανταπόκριση σε μια πρόσκληση από τον προμηθευτή δεν αναιρεί την άποψη ότι υπήρξε τέτοια συμφωνία, εφόσον η απόδειξη της σιωπηρής αποδοχής της πρόσκλησης αυτής δεν προκύπτει μόνον από τη συμπεριφορά των διανομέων κατά την επίμαχη περίοδο. Εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή δεν ισχυρίσθηκε ότι το σύστημα πριμοδότησης αποσκοπούσε, καθεαυτό, σε απαγόρευση των εξαγωγικών πωλήσεων. Εκτίμησε ότι είχε ως αποτέλεσμα την αισθητή μείωση του οικονομικού περιθωρίου χειρισμών που διέθεταν οι αντιπρόσωποι για να πραγματοποιήσουν τέτοιες εξαγωγές.
158 Μολονότι αληθεύει ότι η PNE αποφάσισε, αρχικώς, μονομερώς τους νέους όρους που πρότεινε στους αντιπροσώπους, οι όροι αυτοί, από τη στιγμή που ανακοινώθηκαν σ’ αυτούς μέσω των ετήσιων εγκυκλίων, εντάχθηκαν στη σύμβαση διανομής. Την περίοδο 2000-2003, κατά τη διάρκεια της οποίας το σύστημα ανταμοιβής προέβλεπε ρητώς ότι, ελλείψει ρητής εναντιώσεως του αντιπροσώπου, εθεωρείτο ότι το είχε αποδεχθεί, κατά του συστήματος αυτού προβλήθηκαν μόνο δύο ενστάσεις από τους αντιπροσώπους, οι οποίες στη συνέχεια αποσύρθηκαν. Είναι μάλλον απίθανο να μπόρεσε το ίδιο σύστημα να εφαρμοστεί μονομερώς κατά τα έτη 1997 έως 1999.
159 Η Επιτροπή φρονεί ότι οι εγκύκλιοι της PNE δεν διατυπώθηκαν με ουδέτερους όρους σε κανένα χρονικό σημείο της υπό εξέταση περιόδου και ότι η συγκεκριμένη εφαρμογή του συστήματος ανταμοιβής από την PNE επιβεβαιώνει την άποψή της γι’ αυτές τις εγκυκλίους. Όσον αφορά την εφαρμογή του συστήματος από τους αντιπροσώπους, η συντριπτική πλειοψηφία τους παρέλειψε να ζητήσει το πριμ για τα εξαχθέντα αυτοκίνητα.
160 Τέλος, είναι απαραίτητο να διακριθεί σαφώς η πρόσκληση για την τελική τιμή επαναπώλησης από τους αντιπροσώπους από, όπως εν προκειμένω, διάταξη που καθορίζει την τιμή αγοράς των αντιπροσώπων από τον κατασκευαστή. Αυτός είναι ο κύριος λόγος για τον οποίο η Επιτροπή συμπέρανε, εν προκειμένω, ότι υπήρξε συμφωνία για τις τιμές, βάσει πολλαπλών πράξεων αγοράς των αντιπροσώπων.
161 Ο ισχυρισμός ότι η συμφωνία δεν ήταν συμφέρουσα για τους αντιπροσώπους δεν αναιρεί τη διαπίστωση της υπάρξεως της συμφωνίας αυτής. Συγκεκριμένα, δεν αρκεί να προβληθεί το συμφέρον του κάθε αντιπροσώπου να αυξήσει τις πωλήσεις του βραχυπρόθεσμα (με εξαγωγές), εάν είναι προφανές ότι η εναντίωση στην πολιτική του κατασκευαστή θα έχει ως αποτέλεσμα δυσμενείς συνέπειες για τον αντιπρόσωπο όσον αφορά τις τιμές, τον εφοδιασμό, ή ακόμα και τη συνέχιση της συμβατικής του σχέσης. Επιπλέον, η δυνατότητα της PNE να εντοπίσει εύκολα τις εξαγωγικές πωλήσεις ώθησε τους αντιπροσώπους να προσχωρήσουν στο σύστημα.
162 Το γεγονός ότι τα συστήματα ελέγχου της PNE μπορούσαν να έχουν και άλλους σκοπούς εκτός από τον εντοπισμό των εξαγωγικών πωλήσεων δεν αντικρούει την άποψη ότι μπορούσαν επίσης να εξυπηρετούν και τη λειτουργία εντοπισμού. Οι προσφεύγουσες, οι οποίες διαμαρτύρονται για την έλλειψη τράπεζας δεδομένων ταξινομήσεων σε κοινοτικό επίπεδο, ουδόλως προτείνουν οτιδήποτε για να αναπληρώσουν το κενό αυτό στο δικό τους επίπεδο προκειμένου να εξασφαλίσουν την πριμοδότηση των εξαγωγικών πωλήσεων.
163 Ο ρόλος της VPDN ήταν να μεταφέρει τις απόψεις των συζητήσεων επί του συστήματος ανταμοιβής. Η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχθηκε ως εκ περισσού στις παρεμβάσεις της ένωσης αυτής. Οι εγκύκλιοι ή έστω και οι παραγγελίες στο πλαίσιο του συστήματος ανταμοιβής αρκούσαν για να διαπιστωθεί η ύπαρξη συμφωνίας. Ωστόσο, η Επιτροπή μπορούσε να λάβει υπόψη, προκειμένου να επιβεβαιώσει την ύπαρξη συναίνεσης των αντιπροσώπων, το γεγονός ότι μία ένωση που εκπροσωπεί τα συμφέροντά τους συμμετείχε στην εξέλιξη και στην τροποποίηση του συστήματος ανταμοιβής. Εάν οι αντιπρόσωποι ήσαν αντίθετοι με το σύστημα αυτό, το γεγονός αυτό θα έπρεπε να απηχείται στις διαβουλεύσεις της VPDN.
164 Ως προς τη φερόμενη διαφορετική ερμηνεία των εγκυκλίων από τους αντιπροσώπους, αρκεί να αναφερθεί ότι στην πλειονότητά τους, συμπεριλαμβανομένων αυτών που είχαν τις περισσότερες εξαγωγές, έδωσαν απαντήσεις που επιβεβαιώνουν την άποψη της Επιτροπής.
165 Όσον αφορά τις πιέσεις που ασκήθηκαν σε ορισμένους αντιπροσώπους, οι πιέσεις αυτές απλώς λειτούργησαν συμπληρωματικά σε μια γενικότερη συμφωνία, η οποία επίσης περιόριζε τις εξαγωγές και στην οποία το σύνολο σχεδόν των αντιπροσώπων προσχώρησε σιωπηρώς. Η ύπαρξη ελέγχων και πιέσεων, καθώς και η αντίδραση ορισμένων αντιπροσώπων, επιβεβαιώνει το αληθές της συναίνεσης αυτής στο σύστημα ανταμοιβής. Συμφωνήθηκε, τόσο κατά την άποψη της PNE όσο και κατά την άποψη των αντιπροσώπων, ότι η μη τήρηση των οδηγιών της PNE συνιστούσε μη τήρηση της σύμβασης διανομής.
166 Το επιχείρημα ότι μετά τις πιέσεις σημειώθηκε άνοδος των εξαγωγών δεν αρκεί, αφ’ εαυτού, για να θεμελιώσει ένα τέτοιο συμπέρασμα. Είναι φυσικό να υπάρξει αύξηση των πιέσεων σε περιόδους που διαπιστώνεται αύξηση των παράλληλων εξαγωγών. Το γεγονός ότι υπήρξαν παρ’ όλ’ αυτά εξαγωγές δεν επιτρέπει να συναχθεί η έλλειψη συμφωνίας. Οι πιέσεις αναφέρθηκαν ως πραγματικά στοιχεία που αποδεικνύουν προϋφιστάμενη συμφωνία. Η μείωση των εξαγωγών από το 1997, και στη συνέχεια η πτώση τους από 1999, συνηγορεί, αντιθέτως, υπέρ της αποτελεσματικότητας της συμφωνίας.
167 Με την προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή δεν διαπίστωσε ούτε την ύπαρξη γενικής συμφωνίας μεταξύ αντιπροσώπων και κατασκευαστή περί ποσοστώσεως του εφοδιασμού ώστε να εξυπηρετήσει μόνον τις ανάγκες της εγχώριας αγοράς, ούτε τη σύμπραξη με σκοπό τον αποκλεισμό των αντιπροσώπων που πραγματοποιούσαν τις περισσότερες εξαγωγές. Αντιθέτως, η προσβαλλόμενη απόφαση τόνισε ότι η ισχύς του κατασκευαστή σε θέματα εφοδιασμού του παρείχε τη δυνατότητα να δημιουργεί κίνητρα με σκοπό τη συμμόρφωση των αντιπροσώπων με τη γενική περιοριστική πολιτική του και τη μη πραγματοποίηση εξαγωγών. Κατά την Επιτροπή, η πολιτική της δραστικής μείωσης του δικτύου διανομής μπορούσε, περαιτέρω, να δημιουργήσει φόβους στους αντιπροσώπους, κυρίως όσον αφορά εκείνους κατά των οποίων υπήρξαν σχετικές απειλές εκ μέρους των εκπροσώπων της PNE λόγω των εξαγωγών τους.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
168 Κατά πάγια νομολογία, για να υπάρχει συμφωνία κατά την έννοια του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ, αρκεί οι εν λόγω επιχειρήσεις να έχουν εκφράσει την κοινή βούλησή τους να συμπεριφερθούν στην αγορά κατά καθορισμένο τρόπο (αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 17ης Δεκεμβρίου 1991, T‑7/89, Hercules Chemicals κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. II‑1711, σκέψη 256· της 26ης Οκτωβρίου 2000, T‑41/96, Bayer κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. II‑3383, σκέψη 67, και της 3ης Δεκεμβρίου 2003, T‑208/01, Volkswagen κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. II‑5141, σκέψη 30· βλ., συναφώς, αποφάσεις του Δικαστηρίου της 15ης Ιουλίου 1970, 41/69, ACF Chemiefarma κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 397, σκέψη 112, και της 29ης Οκτωβρίου 1980, 209/78 έως 215/78 και 218/78, van Landewyck κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1980, σ. 3125, σκέψη 86).
169 Όσον αφορά τη μορφή εκφράσεως της εν λόγω κοινής βουλήσεως, αρκεί ένας όρος της συμφωνίας να αποτελεί την έκφραση της βουλήσεως των μερών να συμπεριφερθούν στην αγορά σύμφωνα με τη συμφωνία αυτή (αποφάσεις Bayer κατά Επιτροπής, σκέψη 168 ανωτέρω, σκέψη 68, και της 3ης Δεκεμβρίου 2003, Volkswagen κατά Επιτροπής, σκέψη 168 ανωτέρω, σκέψη 3· βλ., συναφώς, αποφάσεις ACF Chemiefarma κατά Επιτροπής, σκέψη 168 ανωτέρω, σκέψη 112· van Landewyck κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 168 ανωτέρω, σκέψη 86).
170 Κατά συνέπεια η έννοια της συμφωνίας, υπό την έννοια του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ, όπως αυτή ερμηνεύθηκε από τη νομολογία, στηρίζεται στη σύμπτωση των βουλήσεων δύο τουλάχιστον μερών, της οποίας η μορφή εκδηλώσεως δεν είναι σημαντική εφόσον η συμφωνία αυτή συνιστά πιστή αποτύπωση των βουλήσεων των μερών (απόφαση του Δικαστηρίου της 13ης Ιουλίου 2006, C‑74/04 P, Επιτροπή κατά Volkswagen, Συλλογή 2006, σ. I‑6585, σκέψη 37· αποφάσεις Bayer κατά Επιτροπής, σκέψη 168 ανωτέρω, σκέψη 69, και της 3ης Δεκεμβρίου 2003, Volkswagen κατά Επιτροπής, σκέψη 168 ανωτέρω, σκέψη 32).
171 Από τη νομολογία προκύπτει επίσης ότι, όταν μια απόφαση του κατασκευαστή συνιστά μονομερή συμπεριφορά της επιχειρήσεως, η απόφαση αυτή εκφεύγει της απαγορεύσεως του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ (αποφάσεις Bayer κατά Επιτροπής, σκέψη 168 ανωτέρω, σκέψη 66 · της 21ης Οκτωβρίου 2003, T‑368/00, General Motors Nederland και Opel Nederland κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. II‑4491, σκέψεις 58 και 79, και της 3ης Δεκεμβρίου 2003, Volkswagen κατά Επιτροπής, σκέψη 168 ανωτέρω, σκέψη 33· βλ., συναφώς, αποφάσεις του Δικαστηρίου της 25ης Οκτωβρίου 1983, 107/82, AEG-Telefunken κατά Επιτροπής, Συλλογή 1983, σ. 3151, σκέψη 38· της 17ης Σεπτεμβρίου 1985, 25/84 και 26/84, Ford-Werke και Ford of Europe κατά Επιτροπής, Συλλογή 1985, σ. 2725, σκέψη 21· αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 7ης Ιουλίου 1994, T‑43/92, Dunlop Slazenger κατά Επιτροπής, Συλλογή 1994, σ. II‑441, σκέψη 56).
172 Ωστόσο, υπό ορισμένες περιστάσεις, τα μέτρα που έλαβε ή επέβαλε κατά φαινομενικά μονομερή τρόπο ο παραγωγός στο πλαίσιο των συνεχών εμπορικών σχέσεων που διατηρεί με τους διανομείς του θεωρήθηκαν ότι συνιστούν συμφωνία υπό την έννοια του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 12ης Ιουλίου 1979, BMW Belgium κ.λπ. κατά Επιτροπής, 32/78, 36/78 έως 82/78, Συλλογή τόμος 1979/ΙΙ, σ. 177, σκέψεις 28 έως 30· AEG-Telefunken κατά Επιτροπής, σκέψη 171 ανωτέρω, σκέψη 38 · Ford κατά Επιτροπής, σκέψη 171 ανωτέρω, σκέψη 21· της 11ης Ιανουαρίου 1990, C‑277/87, Sandoz prodotti farmaceutici κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. I‑45, σκέψεις 7 έως 12, και της 24ης Οκτωβρίου 1995, C‑70/93, Bayerische Motorenwerke, Συλλογή 1995, σ. I‑3439, σκέψεις 16 και 17· απόφαση Bayer κατά Επιτροπής, σκέψη 168 ανωτέρω, σκέψη 70).
173 Από τη νομολογία αυτή προκύπτει ότι πρέπει να διακρίνονται οι περιπτώσεις στις οποίες μια επιχείρηση λαμβάνει μέτρο πράγματι μονομερές και, συνεπώς, χωρίς τη ρητή ή σιωπηρή συμμετοχή άλλης επιχειρήσεως, από εκείνες στις οποίες ο μονομερής χαρακτήρας του μέτρου είναι αποκλειστικά φαινομενικός. Ενώ οι πρώτες περιπτώσεις δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ, όταν ο μονομερής χαρακτήρας του μέτρου είναι απλώς φαινομενικός πρέπει να θεωρηθεί ότι υφίσταται συμφωνία μεταξύ επιχειρήσεων και, συνεπώς, οι περιπτώσεις αυτές μπορούν να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω άρθρου. Τούτο συμβαίνει, μεταξύ άλλων, στην περίπτωση πρακτικών και μέτρων που περιορίζουν τον ανταγωνισμό και τα οποία, μολονότι λαμβάνονται κατά τα φαινόμενα μονομερώς από τον κατασκευαστή στο πλαίσιο των συμβατικών σχέσεών του με τους μεταπωλητές του, τυγχάνουν της, έστω και σιωπηρής, συναινέσεως των εν λόγω μεταπωλητών (αποφάσεις Bayer κατά Επιτροπής, σκέψη 168 ανωτέρω, σκέψη 71, και της 3ης Δεκεμβρίου 2003, Volkswagen κατά Επιτροπής, σκέψη 168 ανωτέρω, σκέψη 35).
174 Πάντως, από τη νομολογία αυτή προκύπτει επίσης ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να θεωρεί ότι συμπεριφορά που είναι φαινομενικά μονομερής από πλευράς του παραγωγού και η οποία υιοθετήθηκε στο πλαίσιο των συμβατικών σχέσεων που διατηρεί με τους μεταπωλητές του συνεπάγεται στην πραγματικότητα συμφωνία μεταξύ επιχειρήσεων, υπό την έννοια του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ, αν δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής ή σιωπηρής συναινέσεως, εκ μέρους των λοιπών εταίρων, έναντι της υιοθετηθείσας από τον παραγωγό συμπεριφοράς (αποφάσεις Bayer κατά Επιτροπής, σκέψη 168 ανωτέρω, σκέψη 72, και της 3ης Δεκεμβρίου 2003, Volkswagen κατά Επιτροπής, σκέψη 168 ανωτέρω, σκέψη 36· βλ., συναφώς, αποφάσεις BMW Belgium κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 172 ανωτέρω, σκέψεις 28 έως 30· AEG-Telefunken κατά Επιτροπής, σκέψη 171 ανωτέρω, σκέψη 38· Ford κατά Επιτροπής, σκέψη 171 ανωτέρω, σκέψη 21· Sandoz prodotti farmaceutici κατά Επιτροπής, σκέψη 172 ανωτέρω, σκέψεις 7 έως 12).
175 Τέλος, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι η Επιτροπή οφείλει να προσκομίσει αρκούντως ακριβή και συγκλίνοντα αποδεικτικά στοιχεία για να στηρίξει την εδραία πεποίθηση ότι η παράβαση όντως διαπράχθηκε (απόφαση CRAM και Rheinzink κατά Επιτροπής, σκέψη 44 ανωτέρω, σκέψη 20, και απόφαση του Πρωτοδικείου της 21ης Ιανουαρίου 1999, T‑185/96, T‑189/96 και T‑190/96, Riviera Auto Service κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. II‑93, σκέψη 47).
176 Εν προκειμένω, πρέπει να τονιστεί ότι, αντιθέτως προς όσα προτείνουν οι προσφεύγουσες, η Επιτροπή, για να διαπιστώσει την ύπαρξη συμφωνίας εν προκειμένω, δεν ακολούθησε, σε αντίθεση με την υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 2003, Volkswagen κατά Επιτροπής, σκέψη 168 ανωτέρω, συλλογιστική με την οποία περιορίστηκε να συναγάγει τη συναίνεση των αντιπροσώπων αποκλειστικώς από το αν ανήκαν στο δίκτυο διανομής.
177 Αντιθέτως, η Επιτροπή, αφού υπενθύμισε ρητώς, με την προσβαλλόμενη απόφαση, την ανάγκη συναίνεσης, έστω και σιωπηρής, των αντιπροσώπων στις επίμαχες δραστηριότητες (βλ., ιδίως, αιτιολογική σκέψη 90, στο τέλος, και αιτιολογική σκέψη 91, δεύτερη περίοδος, στο τέλος, της προσβαλλόμενης αποφάσεως), αναζήτησε τις αποδείξεις της συναίνεσης αυτής (αιτιολογικές σκέψεις 94 έως 101 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
178 Όσον αφορά, πρώτον, το σύστημα ανταμοιβής, η Επιτροπή, με την αιτιολογική σκέψη 95 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, συνήγαγε την εν λόγω συναίνεση από το γεγονός ότι οι αντιπρόσωποι συνέχισαν να παραγγέλλουν αυτοκίνητα στο πλαίσιο του συστήματος, όπως το εφάρμοσαν οι προσφεύγουσες από το 1997 και μετά. Η Επιτροπή δέχθηκε, ως ενδείξεις της συμφωνίας αυτής, την ύπαρξη ενός συστήματος a posteriori ελέγχου και τη δυνατότητα επιβολής κυρώσεων (αιτιολογική σκέψη 96 της προσβαλλόμενης αποφάσεως). Επισήμανε επίσης τον ρόλο της VPDN, τουλάχιστον ως οργάνου έκφρασης απόψεων και πληροφόρησης των αντιπροσώπων, τονίζοντας ότι «οι λεπτομερείς πληροφορίες τις οποίες διέδιδε [η] VPDN στα μέλη της είχαν ως αποτέλεσμα να καταστήσουν σαφή προς αυτούς την άποψη της PNE όσον αφορά την εφαρμογή [του] συστήματος ανταμοιβής» (αιτιολογική σκέψη 98 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
179 Η Επιτροπή συνήγαγε ότι υπήρχε συμφωνία μεταξύ των προσφευγουσών και των αντιπροσώπων από το 1997. Επομένως, κατά την Επιτροπή, το γεγονός ότι η AP είχε διευκρινίσει, με τις εγκυκλίους από το 2000 και μετά, ότι η μη ρητή εναντίωση προς αυτές ισοδυναμούσε με προσχώρηση, αποτελούσε απλώς τη ρητή εκδήλωση πρότασης για συμφωνία που υπήρξε απόρροια της πραγματικής σύμπτωσης βουλήσεων από το 1997 και μετά (αιτιολογική σκέψη 99 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
180 Το Πρωτοδικείο εκτιμά ότι το συμπέρασμα αυτό της Επιτροπής, σχετικά με την ύπαρξη συμφωνίας ως προς το σύστημα ανταμοιβής, δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση από τα επιχειρήματα των προσφευγουσών.
181 Έτσι, το επιχείρημα ότι οι εγκύκλιοι μετά το 1997 είχαν διατυπωθεί με ουδέτερους όρους και ως εκ τούτου δεν μπορούν να χαρακτηριστούν παράνομες, οπότε η μόνη συμπεριφορά που θα μπορούσε να αποτελεί αντικείμενο συμφωνίας υπό την έννοια του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ είναι η υποτιθέμενη μονομερής πρακτική της PNE να μην καταβάλει το πριμ, δεν μπορεί να γίνει δεκτό.
182 Συγκεκριμένα, έχει διαπιστωθεί, στο πλαίσιο της εξέτασης του δεύτερου λόγου ακυρώσεως ότι οι μετά το 1997 εγκύκλιοι δεν είχαν διατυπωθεί με ουδέτερους όρους, αλλά με όρους που είχαν διατηρήσει τον περιορισμό του ανταγωνισμού που εφαρμόστηκε το 1997. Ο περιορισμός του ανταγωνισμού απορρέει επομένως από το σύστημα ανταμοιβής, όπως το επεξεργάστηκαν οι προσφεύγουσες και το περιέλαβαν στις εγκυκλίους αυτές, και όχι από πρακτική με την οποία η PNE παρέβη νόμιμους συμβατικούς όρους. Πρέπει επομένως να απορριφθεί το επιχείρημα των προσφευγουσών, που στηρίζεται στον φερόμενο ως νόμιμο χαρακτήρα των εγκυκλίων.
183 Δεδομένου ότι ο περιορισμός του ανταγωνισμού απέρρεε από το σύστημα ανταμοιβής και ότι το σύστημα αυτό καθόριζε, οριστικά, την τιμή στην οποία θα αγόραζαν τα αυτοκίνητα οι αντιπρόσωποι από την Peugeot, ορθώς η Επιτροπή συνήγαγε τη συναίνεση των αντιπροσώπων στο σύστημα αυτό από το γεγονός ότι εξακολούθησαν να παραγγέλλουν αυτοκίνητα στο πλαίσιο και υπό τις χρηματοοικονομικές προϋποθέσεις του εν λόγω συστήματος.
184 Οι αντιπρόσωποι δεν θα είχαν, πράγματι, συνεχίσει να αγοράζουν, χωρίς εναντίωση εκ μέρους τους, αυτοκίνητα με τους όρους που είχαν καθοριστεί με το σύστημα ανταμοιβής, αν δεν ήσαν σύμφωνοι με τους όρους αυτούς και, ειδικότερα, με το γεγονός ότι μόνον οι πωλήσεις σε εθνικό επίπεδο λαμβάνονταν υπόψη για την πριμοδότηση.
185 Το γεγονός ότι η εξαίρεση των εξαγωγών από την πριμοδότηση έβλαπτε τα χρηματοοικονομικά συμφέροντα των αντιπροσώπων ουδόλως αναιρεί το πραγματικό γεγονός της συνέχισης των παραγγελιών από τους αντιπροσώπους. Όπως επισημαίνει η Επιτροπή, η ύπαρξη συμφωνίας δεν μπορεί να αποκλεισθεί για τον λόγο ότι φαίνεται να είναι σε βάρος ορισμένων συμφερόντων ενός μέρους εφόσον υφίσταται, όπως εν προκειμένω, απόδειξη για τη συναίνεση του μέρους αυτού.
186 Όσον αφορά, στη συνέχεια, τις διάφορες πρωτοβουλίες που χαρακτηρίστηκαν, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ως πιέσεις, η Επιτροπή έκρινε ότι στις πρωτοβουλίες αυτές, που ανέλαβαν οι προσφεύγουσες έναντι των αντιπροσώπων και είχαν ως σκοπό να διατηρηθεί ο εξαιρετικός χαρακτήρας των εξαγωγών, προσχώρησαν κατ’ αρχήν όλα τα μέλη του δικτύου, υπό την επιφύλαξη σποραδικών παρεμβάσεων με τις οποίες ο κατασκευαστής μπόρεσε να διατηρήσει την πειθαρχία που είχε επιβληθεί με τον τρόπο αυτό (αιτιολογική σκέψη 100, στο τέλος, της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
187 Οι προσφεύγουσες αμφισβητούν ότι υπήρξε συμφωνία επί των πιέσεων. Οι πιέσεις αυτές είναι πράξεις εκ φύσεως μονομερείς και η επιβολή κυρώσεων ενισχύει τον μονομερή χαρακτήρα, διότι αποδεικνύει εναντίωση των αντιπροσώπων στα μέτρα που τους επιβλήθηκαν. Η Επιτροπή δεν απέδειξε τη συναίνεση των αντιπροσώπων στη φερόμενη πολιτική των προσφευγουσών για τον περιορισμό των εξαγωγών.
188 Στην αιτιολογική σκέψη 100 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η Επιτροπή αναφέρει τρεις συγκεκριμένες εκδηλώσεις σιωπηρής αποδοχής, εκ μέρους των αντιπροσώπων, των πρωτοβουλιών που ανέλαβαν οι προσφεύγουσες για τον περιορισμό των εξαγωγών.
189 Οι τρεις αυτές περιπτώσεις αφορούν, αντιστοίχως, τον αντιπρόσωπο [εμπιστευτικό], τον αντιπρόσωπο [εμπιστευτικό] (βλ. αιτιολογική σκέψη 100, πέμπτη και όγδοη περίοδος, αντιστοίχως, της προσβαλλόμενης αποφάσεως), και τους αντιπροσώπους που έλαβαν θέση, σε γενική συνέλευση της VPDN, υπέρ της απαγόρευσης των εξαγωγών (αιτιολογική σκέψη 100, δέκατη περίοδος, της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
190 Όσον αφορά, πρώτον, τον αντιπρόσωπο [εμπιστευτικό], είναι αληθές ότι οι πρωτοβουλίες των προσφευγουσών είχαν ως αποτέλεσμα να οδηγηθεί ο αντιπρόσωπος αυτός στην τροποποίηση των εμπορικών σχέσεών του με τους πελάτες του.
191 Προκύπτει έτσι από τον φάκελο ότι, με σημείωμα της 16ης Ιουλίου 1997, η PNE, απαντώντας σε παραγγελία του αντιπροσώπου [εμπιστευτικό], η οποία δόθηκε κατόπιν παραγγελίας του εντολοδόχου SEP προς τον εν λόγω αντιπρόσωπο, μεταξύ άλλων, για τέσσερα αυτοκίνητα 306 break, ενημέρωσε τον αντιπρόσωπο αυτόν ότι τα «306 break [θα] παραδίδονταν μόνο με αίτηση ταξινόμησης», ως τέτοια δε αίτηση ταξινόμησης έπρεπε να θεωρηθεί, κατ’ ομολογία μάλιστα της AP, η ταξινόμηση στις Κάτω Χώρες. Στο σημείωμα αυτό της 16ης Ιουλίου 1997, η PNE είχε επισυνάψει κατάλογο με τον οποίο διευκρίνιζε στον αντιπρόσωπο τις προθεσμίες παράδοσης, αλλά δεν ανέφερε καμία προθεσμία παράδοσης για τα 306 break που παρήγγειλε ο SEP.
192 Κατόπιν του σημειώματος αυτού της PNE της 16ης Ιουλίου 1997, ο αντιπρόσωπος [εμπιστευτικό], όχι μόνο δεν εναντιώθηκε, αλλά, με επιστολή της 21ης Ιουλίου 1997, μετέφερε άνευ ετέρου στον γάλλο εντολοδόχο SEP τους περιορισμούς που έθετε η PNE, διαβιβάζοντας επίσης στον εντολοδόχο αυτόν το εν λόγω σημείωμα που απαιτούσε ταξινόμηση στις Κάτω Χώρες, καθώς και τον συνημμένο κατάλογο, αναφέροντας, επιπλέον, στο σημείωμα αυτό μέρος του καταλόγου σχετικά με τα 306 break.
193 Το γεγονός, που προβάλλουν οι προσφεύγουσες, ότι όλα τα αυτοκίνητα που παρήγγειλε ο SEP μέσω του αντιπροσώπου [εμπιστευτικό] παραδόθηκαν τελικώς, δεν μπορεί να θέσει υπό αμφισβήτηση το γεγονός ότι ο αντιπρόσωπος αυτός περιορίστηκε στο να μεταφέρει στον εν λόγω εντολοδόχο τους περιορισμούς στην παράδοση που του είχε ανακοινώσει η PNE.
194 Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί ότι, αντιμέτωπη με την κοινοποίηση από τον [εμπιστευτικό] προς τον SEP των πραγματικών, αντίθετων προς τον ανταγωνισμό, λόγων στους οποίους στηρίζονταν οι περιορισμοί των παραδόσεων, η AP το μόνο που μπορούσε να πράξει, για να διορθώσει την κατάσταση, ήταν να «[συμφωνήσει] με την [PNE] ότι, προφανώς, δεν υπήρχε άλλη λύση από το [να] αναγγείλει πάραυτα μία [προθεσμία παράδοσης από τον αντιπρόσωπο] […], ώστε να αποκατασταθεί γρήγορα το ατυχές γεγονός που άθελα προκλήθηκε» (εσωτερικό έγγραφο της PNE, της 18ης Ιουλίου 1997, τέταρτο εδάφιο).
195 Όσον αφορά, δεύτερον, τον αντιπρόσωπο [εμπιστευτικό], η Επιτροπή αναφέρει ότι, « [τ]ο 1997, [... ο] αντιπρόσωπος αυτός [...] υποχρεώθηκε να αρνηθεί παραδόσεις αυτοκινήτων σε τελικούς καταναλωτές στο εξωτερικό» (αιτιολογική σκέψη 100, όγδοη περίοδος, της προσβαλλόμενης αποφάσεως). Η Επιτροπή παραπέμπει επίσης στην αιτιολογική σκέψη 78 της προσβαλλόμενης αποφάσεως (τρίτη και τέταρτη περίοδος), με την οποία τονίζει ότι ο αντιπρόσωπος αυτός αναγκάστηκε, λόγω των πιέσεων της PNE, να «ακυρώσει ή να μην δεχθεί παραγγελίες [...] νέων αυτοκινήτων» προερχόμενες από τον SEP, στη συνέχεια να «μειώσει δραστικά τις εξαγωγές του το 1998 και να τις τερματίσει [το] 1999».
196 Οι προσφεύγουσες δεν μπορούν να θέσουν υπό αμφισβήτηση αυτό το παράδειγμα. Περιορίζονται στο να προβάλουν ότι ο εν λόγω αντιπρόσωπος εξήγαγε παρ’ όλ’ αυτά 30 αυτοκίνητα το 1997, γεγονός ωστόσο το οποίο, όπως τονίζει, κατ’ ουσίαν, η Επιτροπή, δεν αντικρούει ούτε τη διαπίστωση ότι ο αντιπρόσωπος αυτός επέλεξε, αντί να εναντιωθεί στις πιέσεις των προσφευγουσών, να αρνηθεί τις πωλήσεις κατά το έτος εκείνο, ούτε το πραγματικό γεγονός της μείωσης των εξαγωγών του [εμπιστευτικό] από το 1998 μέχρι το τέλος της δραστηριότητας αυτής, το 1999.
197 Όσον αφορά, τρίτον, την αίτηση που υποβλήθηκε στο πλαίσιο της VPDN, η Επιτροπή ορθώς διαπίστωσε, στην αιτιολογική σκέψη 100, δέκατη περίοδος, της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι οι αντιπρόσωποι είχαν συμφωνήσει και προτείνει, στο πλαίσιο της VPDN, να αποσταλεί εγκύκλιος με την οποία να ζητείται να μην πραγματοποιούνται εξαγωγές. Πρόκειται, ειδικότερα, για την πρόταση που υποβλήθηκε κατά τη γενική συνέλευση της VPDN της 11ης Νοεμβρίου 1997, «να αποσταλεί επιστολή στα μέλη της ενώσεως αντιπροσώπων με την οποία να τονίζεται ότι δεν πρέπει να πραγματοποιούνται επανεξαγωγές».
198 Βεβαίως, αυτή η πρόταση των αντιπροσώπων δεν εφαρμόστηκε τελικώς, δεδομένου ότι ο πρόεδρος της VPDN παρατηρεί, κατ’ αυτήν τη γενική συνέλευση, ότι «τούτο δεν είναι δυνατόν με την ισχύουσα ευρωπαϊκή νομοθεσία». Η υποβολή όμως, κατά τη συνέλευση αυτή, της εν λόγω προτάσεως μπορεί να μαρτυρεί την κατ’ αρχήν προσχώρηση των αντιπροσώπων στην πολιτική περιορισμού των εξαγωγών που ακολουθούσε η PNE.
199 Όσον αφορά το γεγονός ότι η πρόταση αυτή προέβλεπε ότι οι αντιπρόσωποι θα καλούνταν να υπογράψουν την επιστολή αυτή για να δηλώσουν τη συμφωνία τους, δεν μπορεί εκ τούτου να συναχθεί, όπως επιχειρούν να υποστηρίξουν οι προσφεύγουσες, ότι δεν υπήρξε σιωπηρή συναίνεση στην πολιτική περιορισμού των εξαγωγών. Όπως προβάλλει η Επιτροπή, η κοινοτική νομολογία που παρατέθηκε στις σκέψεις 168 έως 174 ανωτέρω δέχεται το ενδεχόμενο σιωπηρής συναίνεσης σε πρόταση συμφωνίας υπό την έννοια του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ.
200 Γενικότερα, όσον αφορά τον ρόλο της VPDN, πρέπει να επισημανθεί, όπως τόνισε και η Επιτροπή, ότι οι προσφεύγουσες δεν θέτουν σοβαρά υπό αμφισβήτηση τη διαπίστωση, στην οποία προέβη, κατ’ ουσίαν, η Επιτροπή με την αιτιολογική σκέψη 100, δεύτερη περίοδος, της προσβαλλόμενης αποφάσεως, κατά την οποία η PNE χρησιμοποίησε τη VPDN για να περάσει το μήνυμα ότι οι αντιπρόσωποι έπρεπε να περιορίσουν τις εξαγωγές. Πάντως, όπως παρατηρεί η Επιτροπή, το γεγονός ότι η VPDN προέτρεψε με τον τρόπο αυτό τους αντιπροσώπους να περιορίσουν τις εξαγωγές τους, χωρίς να εκδηλωθεί καμία προς τούτο εναντίωση ή αποστασιοποίησή τους, υποδηλώνει τη συναίνεση των αντιπροσώπων στην ακολουθούμενη από την PNE περιοριστική πολιτική.
201 Πέραν των τριών αυτών συγκεκριμένων εκδηλώσεων συναίνεσης των αντιπροσώπων στις πρωτοβουλίες των προσφευγουσών με στόχο τον τερματισμό, ή τουλάχιστον τον περιορισμό των εξαγωγών, η Επιτροπή αναφέρει, πάντοτε στην αιτιολογική σκέψη 100 της προσβαλλόμενης αποφάσεως (έκτη περίοδος), εκτός του αντιπροσώπου [εμπιστευτικό], τους αντιπροσώπους [εμπιστευτικό] και [εμπιστευτικό] και παραπέμπει, συναφώς, στην αιτιολογική σκέψη 78 της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
202 Όσον αφορά τον [εμπιστευτικό], όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 78, έκτη περίοδος, της προσβαλλόμενης αποφάσεως και από την απάντηση του αντιπροσώπου αυτού στην αίτηση παροχής πληροφοριών της 17ης Νοεμβρίου 2004, στην οποία παραπέμπει η υποσημείωση 139 κάτω από αυτήν την αιτιολογική σκέψη, ο εν λόγω αντιπρόσωπος, «[λόγω] της μεγάλης πιέσεως που [του] άσκησε η Peugeot, [έπαυσε] να εξάγει αυτοκίνητα μάρκας Peugeot από το δεύτερο τρίμηνο [του] 1997». Ο εν λόγω αντιπρόσωπος προτίμησε, επομένως, αντί να εναντιωθεί στις πρωτοβουλίες των προσφευγουσών, να σταματήσει την εξαγωγική δραστηριότητά του. Πρέπει να υπενθυμιστεί, όσον αφορά τον αντιπρόσωπο αυτόν, ότι δεν έγινε δεκτός ο ισχυρισμός περί κακοπιστίας του που προέβαλαν οι προσφεύγουσες.
203 Όσον αφορά τον [εμπιστευτικό], οι προσφεύγουσες, ως προς το θέμα αν ο αντιπρόσωπος αυτός συναίνεσε στις πιέσεις, προβάλλουν ότι η επιστολή του [εμπιστευτικό], της 19ης Νοεμβρίου 2001, προς την Peugeot, η οποία αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 78 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, καταδεικνύει ότι ο εν λόγω αντιπρόσωπος λάμβανε μόνος τις αποφάσεις του. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι δεν αποδείχθηκε, ως προς τον αντιπρόσωπο αυτόν, η ύπαρξη συναινέσεώς του στις πιέσεις της Peugeot.
204 Ωστόσο, όπως ορθώς επισημαίνει η Επιτροπή, η απάντηση του [εμπιστευτικό] πρέπει να εξεταστεί με επιφύλαξη, διότι πρόκειται για αντιπρόσωπο ο οποίος υπερασπίζεται τις εξαγωγές, οι οποίες φαίνεται ότι του ήσαν απαραίτητες για την αντιμετώπιση των εξόδων του. Έτσι, με την επιστολή της 19ης Νοεμβρίου 2001, ο εν λόγω αντιπρόσωπος προσπαθεί να υπερασπιστεί τα άμεσα συμφέροντά του, προβάλλοντας ότι οι εξαγωγικές πωλήσεις τού ήσαν απαραίτητες, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα, και να καθησυχάσει την Peugeot ως προς το γεγονός ότι η κατάσταση αυτή αποτελεί εξαίρεση σε σχέση με την προηγούμενη πολιτική του και δεν πρόκειται για μακροπρόθεσμη στρατηγική. Από την επιστολή του [εμπιστευτικό] δεν μπορεί, επομένως, να συναχθεί ότι ο αντιπρόσωπος αυτός διέθετε πραγματική ανεξαρτησία έναντι των πιέσεων των προσφευγουσών, αλλά αποκαλύπτεται μάλλον, πέραν της δικαιολόγησης των βραχυπρόθεσμων εξαγωγών, η κατ’ αρχήν συναίνεση, μακροπροθέσμως, επί του περιορισμού, ή ακόμα και επί του τερματισμού, των παράλληλων εξαγωγών.
205 Το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνεται πλήρως από το κείμενο του εσωτερικού σημειώματος της PNE της 2ας Νοεμβρίου 2001, προγενέστερο κατά λίγες μόνο μέρες από την εν λόγω επιστολή του [εμπιστευτικό], με το οποίο ο [εμπιστευτικό], AMD της PNE, πληροφορεί την PNE για την αντίδραση του «[εμπιστευτικό]», επιχειρηματία εξαρτώμενου από τον ίδιο αντιπρόσωπο, αλλά ευρισκόμενου στο [εμπιστευτικό] (Κάτω Χώρες) και όχι στο [εμπιστευτικό] (Κάτω Χώρες). Όπως προκύπτει, πράγματι, από αυτό το εσωτερικό σημείωμα της PNE, ο υπεύθυνος τον οποίο συνάντησε ο AMD στο κατάστημα του [εμπιστευτικό] «δεν είναι καθόλου υπερήφανος για τις εξαγωγικές του δραστηριότητες [, αλλά] δεν μπορεί να κάνει διαφορετικά λόγω των τεράστιων προβλημάτων στο [εμπιστευτικό] (ιδίως οικονομικών)». Ο AMD προσθέτει, με το σημείωμα αυτό, ότι ο εν λόγω υπεύθυνος διευκρίνισε ότι «τούτο [συνέβαινε] για σύντομη χρονική περίοδο και [ήλπιζε] να μπορέσει γρήγορα να σταματήσει τις δραστηριότητες αυτές τον επόμενο χρόνο», ότι «συνειδητο[ποιούσε] τη βαρύτητα των πράξεών του», διότι «απαξί[ωνε] τους πελάτες του και την Peugeot γενικώς», αλλά ότι, «ωστόσο, και πάλι, δεν [είχε], κατά τα λεγόμενά του, άλλη επιλογή τη στιγμή εκείνη για να πραγματοποιήσει εισπράξεις σε σύντομο χρονικό διάστημα».
206 Όπως προκύπτει από τις εκτιμήσεις που περιλαμβάνονται στις σκέψεις 186 έως 205 ανωτέρω, οι προσφεύγουσες δεν αντέκρουσαν τις συγκεκριμένες αποδείξεις συναίνεσης των αντιπροσώπων στις πιέσεις, τις οποίες παρέθεσε η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση.
207 Όσον αφορά, τέλος, το επιχείρημα που αντλείται από το γεγονός ότι το μέγεθος των εξαγωγών αναιρεί το συμπέρασμα της Επιτροπής σύμφωνα με το οποίο οι αντιπρόσωποι δέχθηκαν τις πιέσεις, πρέπει να τονιστεί, πρώτον, ότι η Επιτροπή, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν διαπίστωσε την ύπαρξη συμφωνίας όσον αφορά την κατάργηση των εξαγωγών, αλλά συμφωνίας για τον περιορισμό των εξαγωγών (αιτιολογικές σκέψεις 100 και 136 της προσβαλλόμενης αποφάσεως). Δεύτερον, δεν αμφισβητείται ότι οι εξαγωγές μειώθηκαν μετά το 1997 ενώ, στο ίδιο χρονικό διάστημα και υπό την επιφύλαξη της ειδικής περίπτωσης του έτους 1998 κατά το οποίο υπήρξε αισθητή μείωση, αλλά μεταβατική, της εγχώριας ζήτησης αυτοκινήτων Peugeot (βλ. υποσημείωση 28 κάτω από την αιτιολογική σκέψη 17 της προσβαλλόμενης αποφάσεως), οι συνολικές πωλήσεις στις Κάτω Χώρες αυξάνονταν σταθερά.
208 Κατά συνέπεια, το γεγονός ότι οι εξαγωγές εξακολουθούν να υφίστανται, αλλά σε μικρότερο βαθμό, κατόπιν των διαφόρων πρωτοβουλιών των προσφευγουσών, δεν μπορεί να θέσει υπό αμφισβήτηση το πραγματικό γεγονός, που αποδείχθηκε από το σύνολο συγκεκριμένων και συγκλινουσών ενδείξεων, της συναίνεσης των αντιπροσώπων στην πολιτική των προσφευγουσών.
209 Εν κατακλείδι, εφόσον οι προσφεύγουσες δεν έθεσαν υπό αμφισβήτηση το κύρος των εκτιμήσεων της Επιτροπής τόσο ως προς τη συναίνεση των αντιπροσώπων στο σύστημα ανταμοιβής όσο και ως προς τη συναίνεσή τους στις πιέσεις, ο παρών λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
3. Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από εσφαλμένη εκτίμηση της διάρκειας της παράβασης και από αντιφατική αιτιολογία
Επιχειρήματα των διαδίκων
210 Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι, εφόσον η αναφορά σε ταξινόμηση στις Κάτω Χώρες απαλείφθηκε από τις εγκυκλίους μετά το 1997, η διάρκεια της παράβασης πρέπει να περιοριστεί μόνο στο 1997.
211 Εξάλλου, δεν υπάρχουν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία για την ύπαρξη πιέσεων το διάστημα μεταξύ 1998 και 2000. Η Επιτροπή παρέθεσε, κατ’ ουσίαν, στοιχεία για το 1997 και το 2001, τα οποία είναι κατά τα λοιπά αλυσιτελή και, εν πάση περιπτώσει, αφορούν περιστατικά που απέχουν μεταξύ τους τέσσερα χρόνια, δεν επιτρέπουν επομένως να χαρακτηριστεί η παράβαση ως συνεχής. Τα στοιχεία για το 1998 και το 1999 δεν αναιρούν την άποψη αυτή, διότι δεν αποκαλύπτουν την ύπαρξη πιέσεων. Η Επιτροπή έσφαλε επομένως κρίνοντας ότι οι πιέσεις διήρκεσαν από το 1997 έως το 2001. Τουλάχιστον, δεν θα έπρεπε να δεχθεί την ύπαρξη πιέσεων κατά τα έτη 1998 έως 2000.
212 Όσον αφορά την αντιφατική αιτιολογία, οι προσφεύγουσες προβάλλουν ότι είναι αντιφατικό να διαπιστώνεται ότι η παράβαση διήρκεσε, συνολικώς, από τον Ιανουάριο του 1997 μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2003 και ταυτόχρονα να γίνεται δεκτό ότι οι πιέσεις έπαυσαν τον Νοέμβριο του 2001.
213 Η Επιτροπή προβάλλει, όσον αφορά τη φερόμενη ως αντιφατική αιτιολογία, ότι αντίθετα προς όσα υποστηρίζουν εμμέσως οι προσφεύγουσες, ουδέποτε ανέφερε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι προκειμένου να διαπιστωθεί μια παράβαση έπρεπε να διαπιστωθεί ταυτόχρονα, σε δεδομένη ημερομηνία, η ύπαρξη ενός συστήματος ανταμοιβής το οποίο δημιουργεί δυσμενείς διακρίσεις σε βάρος των εξαγωγών και πιέσεις στους αντιπροσώπους.
214 Πρώτον, η διαπίστωση που παρατίθεται στην αιτιολογική σκέψη 175 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, σύμφωνα με την οποία η παράβαση, καθ’ όλα τα σκέλη της, διεπράχθη από τις αρχές Ιανουαρίου 1997 έως τα τέλη Σεπτεμβρίου 2003, σημαίνει ότι η παράβαση, κατά το ένα ή το άλλο σκέλος της, διεπράχθη καθ’ όλη την εν λόγω περίοδο.
215 Δεύτερον, η Επιτροπή δεν υποστήριξε ότι η παράβαση αποτελούνταν μόνον από το άθροισμα των δύο περιοριστικών μέτρων (την πολιτική ανταμοιβής και τις πιέσεις). Μολονότι υπήρξε διάκριση μεταξύ αυτών των δύο πλευρών της παράβασης για μεγαλύτερη σαφήνεια, δεν προκύπτει όμως εξ αυτού ότι η απουσία πιέσεων για μια ορισμένη περίοδο είχε ως αποτέλεσμα τη μη ύπαρξη παράβασης για την περίοδο αυτή. Αντιθέτως, η παράβαση στοιχειοθετείται από την ίδια την ύπαρξη του συστήματος ανταμοιβής. Οι πιέσεις απλώς συνόδευαν και ενίσχυαν αυτό το σύστημα.
216 Όσον αφορά το επιχείρημα σχετικά με τη διάρκεια της παράβασης, που αντλείται από την απάλειψη ορισμένων αναφορών στις εγκυκλίους μετά το 1997, η Επιτροπή απέδειξε ότι το σύστημα ανταμοιβής που έθεσαν σε εφαρμογή οι προσφεύγουσες συνιστούσε παράβαση λόγω του αντικειμένου και λόγω των αποτελεσμάτων, διήρκεσε, επομένως, από τον Ιανουάριο του 1997 έως τον Σεπτέμβριο του 2003.
217 Ως προς τη φερόμενη έλλειψη αποδεικτικών στοιχείων για τις πιέσεις το διάστημα μεταξύ 1998 και 2000, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι η απόδειξη του παραβατικού χαρακτήρα του συστήματος ανταμοιβής από τον Ιανουάριο του 1997 έως τον Σεπτέμβριο του 2003 αρκεί για τη διαπίστωση της ύπαρξης παράβασης εφ’ όλης της περιόδου αυτής. Η ύπαρξη και η απόδειξη ασκήσεως πιέσεων δεν είναι απαραίτητες για τη διαπίστωση αυτή, αλλά αποτελούν απλώς ένα πρόσθετο στοιχείο της στοιχειοθετηθείσας παράβασης.
218 Εν πάση περιπτώσει, οι πιέσεις αυτές, ούτως ή άλλως, αποδείχθηκαν, και τούτο με βάση αποδεικτικά στοιχεία που αφορούν πραγματικά περιστατικά χωρίς μεγάλη χρονική απόσταση μεταξύ τους.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
219 Κατά πάγια νομολογία, αφενός, η πλευρά ή η αρχή που προβάλλει τον ισχυρισμό περί παραβάσεως των κανόνων του ανταγωνισμού είναι εκείνη που οφείλει να αποδείξει την ύπαρξη παραβάσεως αποδεικνύοντας, επαρκώς κατά νόμον, τα περιστατικά που συνιστούν την παράβαση και, αφετέρου, η επιχείρηση που επικαλείται προς όφελός της ένα μέσο άμυνας, έναντι της διαπιστώσεως μιας παραβάσεως, είναι εκείνη η οποία οφείλει να αποδείξει ότι πληρούνται οι όροι για την εφαρμογή αυτού του μέσου άμυνας, οπότε η εν λόγω αρχή θα πρέπει να κάνει χρήση άλλων αποδεικτικών στοιχείων (απόφαση του Πρωτοδικείου της 16ης Νοεμβρίου 2006, T‑120/04, Peróxidos Orgánicos κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. II‑4441, σκέψη 50 · βλ., συναφώς, αποφάσεις του Δικαστηρίου της 17ης Δεκεμβρίου 1998, C‑185/95 P, Baustahlgewebe κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. I‑8417, σκέψη 58, και της 7ης Ιανουαρίου 2004, C‑204/00 P, C‑205/00 P, C‑211/00 P, C‑213/00 P, C‑217/00 P και C‑219/00 P, Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. I‑123, σκέψη 78).
220 Περαιτέρω, η διάρκεια της παραβάσεως αποτελεί συστατικό στοιχείο της έννοιάς της, βάσει του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ, το βάρος αποδείξεως του οποίου φέρει, κυρίως, η Επιτροπή. Συναφώς, η νομολογία απαιτεί ότι, όταν δεν υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία δυνάμενα να αποδείξουν άμεσα τη διάρκεια μιας παραβάσεως, η Επιτροπή στηρίζεται, τουλάχιστον, σε αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με πραγματικά περιστατικά χωρίς μεγάλη χρονική απόσταση μεταξύ τους, ώστε να μπορεί λογικά να γίνει δεκτό ότι η παράβαση συνεχίστηκε αδιάλειπτα μεταξύ δύο συγκεκριμένων ημερομηνιών (αποφάσεις Dunlop Slazenger κατά Επιτροπής, σκέψη 171 ανωτέρω, σκέψη 79, και Peróxidos Orgánicos κατά Επιτροπής, σκέψη 219 ανωτέρω, σκέψη 51).
221 Όσον αφορά το σύστημα ανταμοιβής, οι προσφεύγουσες περιορίζονται, στο πλαίσιο του παρόντος λόγου ακυρώσεως, να επαναλάβουν την αμφισβήτηση ότι ο σκοπός του συστήματος ανταμοιβής ήταν αντίθετος προς τον ανταγωνισμό, η οποία απορρίφθηκε στο πλαίσιο της εξέτασης του δεύτερου λόγου ακυρώσεως. Δεν θέτουν υπό αμφισβήτηση το γεγονός ότι το σύστημα αυτό τέθηκε σε ισχύ κατά την περίοδο που αναφέρει η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή από τον Ιανουάριο 1997 μέχρι και τον Σεπτέμβριο 2003 (αιτιολογική σκέψη 151, πρώτη περίπτωση, και άρθρο 1 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
222 Όσον αφορά τις πρωτοβουλίες τις οποίες η Επιτροπή χαρακτηρίζει ως πιέσεις, οι προσφεύγουσες περιορίζονται, κατ’ ουσίαν, να επαναλάβουν τις αντιρρήσεις τους ως προς το υποστατό των πρωτοβουλιών αυτών. Ειδικότερα, υποστηρίζουν ότι ορισμένα στοιχεία των ετών 1998 και 1999, δηλαδή τα πρακτικά της συνεδρίασης της VPDN της 8ης Ιουνίου 1998 (που παρατίθενται στην υποσημείωση 144 κάτω από την αιτιολογική σκέψη 81 της προσβαλλόμενης αποφάσεως), τα πρακτικά της συνάντησης της PNE και της VPDN της 2ας Νοεμβρίου 1999 (που παρατίθενται στην υποσελίδα 152 κάτω από την αιτιολογική σκέψη 85 της προσβαλλόμενης αποφάσεως) και μία έκθεση επίσκεψης του AMD στον αντιπρόσωπο [εμπιστευτικό] (που παρατίθεται στην υποσημείωση 132 κάτω από την αιτιολογική σκέψη 77 της προσβαλλόμενης αποφάσεως), δεν υποδηλώνουν την ύπαρξη πιέσεων, γεγονός που συνεπάγεται ότι η Επιτροπή μπόρεσε να συναγάγει ότι υπήρξαν πιέσεις μόνο για το 1997 και το 2001 και όχι ότι υπήρξε μια συνεχής παράβαση από το 1997 έως το 2001.
223 Ωστόσο, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι αντιρρήσεις των προσφευγουσών, σχετικά με τη λυσιτέλεια και τον αποδεικτικό χαρακτήρα των στοιχείων αυτών επί των οποίων στηρίχθηκε η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση, εξετάσθηκαν ήδη και απορρίφθηκαν κατά την εξέταση του δεύτερου λόγου ακυρώσεως (βλ. σκέψεις 128, 132 και 138 ανωτέρω).
224 Κατά συνέπεια, τα επιχειρήματα των προσφευγουσών δεν θέτουν υπό αμφισβήτηση τη διαπίστωση της Επιτροπής, στην αιτιολογική σκέψη 151, δεύτερη περίπτωση, της προσβαλλόμενης αποφάσεως, σύμφωνα με την οποία οι προσφεύγουσες άσκησαν πιέσεις στους αντιπροσώπους από το 1997 μέχρι και τον Νοέμβριο 2001.
225 Οι προσφεύγουσες προβάλλουν, εξάλλου, ότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ της διαπίστωσης ότι η παράβαση διήρκεσε, καθ’ όλα τα σκέλη της, από τον Ιανουάριο 1997 μέχρι τον Σεπτέμβριο 2003, ενώ γίνεται δεκτό ότι οι πιέσεις έπαυσαν τον Νοέμβριο 2001.
226 Το επιχείρημα αυτό πρέπει να απορριφθεί. Συγκεκριμένα, με την προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή δεν δέχθηκε την ύπαρξη παραβατικών συμπεριφορών, ο συνδυασμός των οποίων, σε κάθε χρονικό σημείο της περιόδου 1997-2003, είναι απαραίτητος για τη διαπίστωση της παράβασης καθ’ όλη τη διάρκεια της εν λόγω περιόδου.
227 Η Επιτροπή δέχθηκε, αφενός, την ύπαρξη ενός συστήματος ανταμοιβής που αρκεί, από μόνο του, για να στοιχειοθετηθεί η ύπαρξη παράβασης και, αφετέρου, πιέσεις που συνόδευαν, συμπληρώνοντάς τα, τα μέτρα που χρησιμοποιούσαν ανταμοιβή των αντιπροσώπων για να περιορίσουν τις παράλληλες εξαγωγές (αιτιολογικές σκέψεις 151 και 177 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
228 Δεν συνιστά επομένως αντίφαση η διαπίστωση στην οποία προέβη η Επιτροπή με την αιτιολογική σκέψη 175 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι η παράβαση, «καθ’ όλα τα σκέλη της», δηλαδή τουλάχιστον κατά το ένα από αυτά, διαπράχθηκε από τον Ιανουάριο 1997 έως τον Σεπτέμβριο 2003. Το γεγονός ότι οι πιέσεις δεν ασκήθηκαν σε ολόκληρη την περίοδο της παράβασης ελήφθη υπόψη στο πλαίσιο της εκτίμησης της σοβαρότητας της παράβασης (αιτιολογική σκέψη 172, προτελευταία περίοδος, της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
229 Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν εκτίμησε εσφαλμένα τη διάρκεια της παράβασης ούτε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει από αντιφατική αιτιολογία. Ο παρών λόγος ακυρώσεως πρέπει, επομένως, να απορριφθεί.
4. Ως προς τον τέταρτο λόγο ακυρώσεως, που αντλείται από εσφαλμένη εκτίμηση των επιπτώσεων της φερόμενης ως αντίθετης προς τον ανταγωνισμό συμφωνίας
Επιχειρήματα των διαδίκων
230 Οι προσφεύγουσες υπενθυμίζουν, εισαγωγικά, ότι η ευρωπαϊκή αγορά αυτοκινήτου διαστρεβλώνεται από τις εθνικές φορολογικές ανισότητες, οι οποίες ώθησαν τους κατασκευαστές να προσαρμόσουν τα τιμολόγιά τους για να αντισταθμίσουν τη φορολογική επιβάρυνση των καταναλωτών σε ορισμένες χώρες. Η διαφορά αυτή στις τιμές είχε ως αποτέλεσμα ροή παράλληλων εξαγωγών. Η Επιτροπή, στρεφόμενη κατά των κατασκευαστών και όχι κατά των φορολογικών συστημάτων, διατρέχει τον κίνδυνο να ωθήσει τους εν λόγω κατασκευαστές να αυξήσουν τα τιμολόγιά τους σε χώρες με υψηλή φορολογία, σε βάρος των εγχώριων καταναλωτών.
231 Η Επιτροπή δεν ακολούθησε, όσον αφορά τις επιπτώσεις των επίμαχων πρακτικών, μια οικονομική προσέγγιση, αλλά μια τυπική προσέγγιση. Αποφεύγοντας να προβεί σε οικονομική ανάλυση, συνήγαγε ότι η προσαπτόμενη παράβαση περιορίζει σημαντικά την ελευθερία των καταναλωτών να επωφελούνται από την ενιαία αγορά. Πάντως, οι επιπτώσεις των εν λόγω μέτρων δεν ήταν σημαντικές, αλλά αμελητέες, αντίθετα προς όσα ισχυρίζεται, υπερβάλλοντας, η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση.
232 Οι εξαγωγές είναι παθητικές πωλήσεις και συμπληρωματικές σε σχέση με την κύρια δραστηριότητα του αντιπροσώπου, η οποία συνίσταται στην ενεργή πώληση στο έδαφός του. Η Επιτροπή δεν μπορεί να προσάψει στη VPDN ότι προτίμησε τις πωλήσεις στις Κάτω Χώρες αντί των εξαγωγών.
233 Εξάλλου, οι εξαγωγές αποτελούν συμπληρωματικές πωλήσεις που αποφέρουν κέρδος, ανεξαρτήτως πριμοδότησης. Το μέσο περιθώριο κέρδους ανά μονάδα για τις εξαγωγές είναι συγκρίσιμο με εκείνο που επιτυγχάνεται από τις εγχώριες πωλήσεις, λόγω του χαμηλότερου κόστους που έχει η εξαγωγική πώληση. Η Επιτροπή εσφαλμένως ισχυρίζεται ότι μόνο με εγχώριες επενδύσεις αποκτά ο αντιπρόσωπος φήμη και μέγεθος ικανά να προσελκύσουν αλλοδαπούς πελάτες. Εξάλλου, οι εντολοδόχοι, που αντιπροσωπεύουν το μεγαλύτερο μέρος των εξαγωγών, εργάζονται συνήθως με τους ίδιους αντιπροσώπους και πολύ λίγο επηρεάζονται από αυτές τις επενδύσεις.
234 Η σχέση μεταξύ της πριμοδότησης και της δυνατότητας αύξησης των εκπτώσεων και, επομένως, των πωλήσεων είναι, βεβαίως, θεωρητικά δυνατή, αλλά δεν επέρχεται αυτομάτως και δεν αποδείχθηκε. Το ύψος του πριμ παραμένει χαμηλό σε σύγκριση με την τιμή του αυτοκινήτου και είναι μάλλον απίθανο αυτή η πολύ μικρή διαφορά να μπορεί να επηρεάσει τη ροή των εξαγωγών. Εξάλλου, οι προσφεύγουσες απέδειξαν ότι το ποσοστό των εκπτώσεων στις εξαγωγές είναι στο ίδιο ύψος με εκείνο των εγχώριων πωλήσεων. Από όλα τα στοιχεία προκύπτει ότι αν υπήρχε διαφορά στην τιμή, τη διαφορά αυτή θα την απορροφούσε, οπωσδήποτε, ο εντολοδόχος. Εν πάση περιπτώσει, από κανένα στοιχείο δεν μπορεί να συναχθεί, όπως συνήγαγε η Επιτροπή, ότι πρόκειται για «σημαντική» επίπτωση.
235 Η Επιτροπή εσφαλμένως εκτίμησε ότι η μείωση των εξαγωγών οφείλεται στα χαρακτηριστικά του συστήματος ανταμοιβής. Το μέγεθος των εξαγωγών έχει σχέση στην πραγματικότητα με άλλες αιτίες, όπως η μεταβολή της ελκυστικότητας των αυτοκινήτων Peugeot, καθώς και η διακύμανση των διαφορών στις τιμές με την πάροδο του χρόνου. Η πτώση στις εξαγωγές μετά το 1997 δεν έχει τίποτε το ασυνήθιστο. Αυτό που έχει ιδιάζοντα χαρακτήρα είναι το σημαντικό μέγεθος των εξαγωγών το 1997 και το 1998, διότι έχει σχέση με τον συνδυασμό αφενός, της εισόδου στην αγορά μοντέλων της Peugeot με υψηλή ζήτηση και αφετέρου, της σημαντικής διαφοράς στις τιμές κατά το διάστημα εκείνο. Το ποσό του πριμ δεν μπορούσε να μειώσει το ενδιαφέρον για πωλήσεις στο εξωτερικό, δεδομένου του μικρού του ύψους σε σύγκριση με τη διαφορά στις τιμές που προέκυπτε από τη φορολογία.
236 Όσον αφορά το εσωτερικό σημείωμα της PNE της 14ης Οκτωβρίου 2002, που αναφέρει η Επιτροπή στην αιτιολογική σκέψη 134 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η PNE περιορίστηκε να εκτιμήσει τις συνέπειες στον προϋπολογισμό της ενδεχόμενης καθιέρωσης μιας αυτόματης διαδικασίας πληρωμής του πριμ. Το σημείωμα αυτό δεν αποδεικνύει, επομένως, ότι το σύστημα ανταμοιβής είχε σημαντική επίπτωση στις εξαγωγές.
237 Τέλος, η Επιτροπή εκτίμησε εσφαλμένως τις απαντήσεις των αντιπροσώπων στις ερωτήσεις της της 17ης Νοεμβρίου 2004. Τρεις από τους αντιπροσώπους, οι οποίοι πραγματοποίησαν σχεδόν το 72 % του συνόλου των εξαγωγών απάντησαν ερωτηθέντες ότι το πριμ είχε μικρή σημασία για τις εξαγωγές. Η έρευνα της Επιτροπής διεξήχθη κατά τα λοιπά σε ένα μικρό μόνο αριθμό αντιπροσώπων.
238 Η Επιτροπή, η οποία ισχυρίζεται ότι οι πιέσεις είχαν άμεσο αρνητικό αντίκτυπο στις εξαγωγές, δεν εξηγεί γιατί, ενώ οι πιέσεις φέρεται ότι ασκούνταν από το 1997 και το 1998, οι εξαγωγές σημείωσαν σημαντική άνοδο κατά τα δύο αυτά έτη και πτώση το 1999. Δύο αντιπρόσωποι αύξησαν σημαντικά τις εξαγωγές τους μετά τις φερόμενες πιέσεις.
239 Η Επιτροπή ουδόλως επομένως απέδειξε ότι το σύστημα ανταμοιβής ή οι πιέσεις είχαν αντίκτυπο στις εξαγωγές ή, τουλάχιστον, ότι ο αντίκτυπος αυτός ήταν σημαντικός.
240 Η Επιτροπή έσφαλε ισχυριζόμενη ότι η καταβολή του πριμ λάμβανε χώρα το επόμενο έτος μετά την πώληση, διότι, στην πραγματικότητα, το πριμ καταβαλλόταν το επόμενο τρίμηνο μετά την πώληση.
241 Γενικώς, η Επιτροπή δεν αντέκρουσε σοβαρά την απόδειξη των προσφευγουσών κατά την οποία η φερόμενη επιρροή της πριμοδότησης στις εξαγωγές ήταν αμελητέα.
242 Η Επιτροπή υπενθυμίζει, πρώτον, ότι δεν απαιτείται να αποδειχθούν οι επιπτώσεις μιας συμφωνίας αντίθετης προς τον ανταγωνισμό λόγω του αντικειμένου για να διαπιστωθεί η ύπαρξη της συμφωνίας αυτής. Ακόμη και αν υποτεθεί ότι εν προκειμένω δεν αποδείχθηκαν οι επιπτώσεις της διαπιστωθείσας αντίθετης προς τον ανταγωνισμό συμφωνίας, τούτο δεν ασκεί επιρροή στη διαπίστωση της παράβασης. Ωστόσο, υπάρχουν αποδείξεις για τις επιπτώσεις που είχαν στις εξαγωγές το σύστημα ανταμοιβής και οι πιέσεις, ακόμη κι αν είναι δυσχερής η ακριβής ποσοτικοποίηση των επιπτώσεων αυτών.
243 Οι φορολογικές διαφορές μεταξύ των κρατών μελών είναι άνευ σημασίας, διότι εν προκειμένω επικρίνεται το σύστημα πριμοδότησης και όχι η διαφορά στις τιμές προ φόρων. Η εφαρμογή ενός συστήματος πριμοδότησης που ανταμείβει, άνευ διακρίσεως, και τις εξαγωγές είναι απίθανο να αποτελεί κίνητρο για τους κατασκευαστές να αυξήσουν τα τιμολόγιά τους σε χώρες με υψηλή φορολογία.
244 Το εσωτερικό σημείωμα της PNE, της 14ης Οκτωβρίου 2002, προσδιορίζει ποσοτικά το αποτέλεσμα ενδεχόμενης πριμοδότησης των εξαγωγών, το 2003, σε [εμπιστευτικό] πρόσθετες εξαγωγικές πωλήσεις. Εσφαλμένως ισχυρίζονται οι προσφεύγουσες, για να περιορίσουν την αποδεικτική αξία του σημειώματος αυτού, ότι το εν λόγω σημείωμα αφορούσε στην εισαγωγή της αυτόματης πριμοδότησης και επιχειρούν να περιορίσουν το περιεχόμενό του σε μία απλή γραμμική προβολή που έπρεπε να διορθωθεί. Το σημείωμα αυτό αφορά σαφώς την καθιέρωση πριμοδότησης για τα εξαγόμενα αυτοκίνητα, και όχι απλώς την καθιέρωση αυτόματης πριμοδότησης. Αποδεικνύει, πειστικά, ότι όχι μόνον δεν υπήρχε πριμοδότηση για τις εξαγωγές, αλλά επίσης, και κυρίως, ότι οι προσφεύγουσες ανέμεναν από αυτή την αλλαγή πολιτικής σημαντική επίπτωση επί των εξαγωγών.
245 Οι προσφεύγουσες προσπάθησαν να ελαχιστοποιήσουν τις επιπτώσεις της παράβασης και επέκριναν την Επιτροπή ότι τις παρουσίασε υπερβολικές, αλλά, συγχρόνως, δεν αρνήθηκαν όλες τις επιπτώσεις και δέχθηκαν ότι υπήρξαν επιπτώσεις «που χαρακτηρίζονται, ωστόσο, ως πολύ περιορισμένες».
246 Οι ισχυρισμοί τους, σύμφωνα με τους οποίους οι εξαγωγές ήταν κερδοφόρες ανεξαρτήτως πριμοδότησης και δεν συνδέονταν με τις επενδύσεις των αντιπροσώπων, δεν αποδείχθηκαν. Το σύστημα πριμοδότησης, λόγω του ότι εξαιρούσε τις εξαγωγές, ελαχιστοποιούσε αντικειμενικά το ενδιαφέρον για τις εξαγωγές αυτές σε σχέση με τις εγχώριες πωλήσεις. Είναι αναμφισβήτητο ότι, για επιτυχείς εξαγωγικές πωλήσεις, ο αντιπρόσωπος έπρεπε να προβεί σε επενδύσεις σε προσωπικό, σε μάρκετινγκ και σε υλικοτεχνική υποστήριξη. Μολονότι ορισμένες από αυτές τις επενδύσεις μπορούν να ωφελήσουν και τις εγχώριες πωλήσεις, τούτο δεν επηρεάζει το γεγονός ότι το σταθερό κόστος για την εξαγωγή δεν είναι αμελητέο. Ακριβώς αυτό θέλησε να εκφράσει η Επιτροπή, με την αιτιολογική σκέψη 115 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, και όχι να διατυπώσει μια θεωρία όσον αφορά την άμεση και γραμμική σχέση μεταξύ εγχώριων και εξαγωγικών πωλήσεων.
247 Το επιχείρημα ότι το ποσό της πριμοδότησης είναι πολύ μικρό για να επηρεάσει τις εξαγωγές δεν είναι πειστικό. Εάν η πριμοδότηση είναι αποτελεσματική σε εθνικό επίπεδο, είναι μάλλον απίθανο να μην έχει αντίκτυπο σε επίπεδο εξαγωγών. Δεν μπορεί επομένως να προβληθεί πειστικά ο ισχυρισμός ότι η πριμοδότηση δεν έχει επιπτώσεις στο ύψος των εκπτώσεων ούτε να υποτεθεί ότι οι εντολοδόχοι θα απορροφούσαν ενδεχόμενη πριμοδότηση.
248 Τα επιχειρήματα των προσφευγουσών σχετικά με τα αίτια της πτώσης των εξαγωγών από τις Κάτω Χώρες στηρίζονται σε εσφαλμένη ανάγνωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Η Επιτροπή δεν υποστήριξε ότι η μη πριμοδότηση υπήρξε ο καθοριστικός παράγοντας για την εξέλιξη των εξαγωγών ούτε ότι το αποτέλεσμα ήταν άμεσο, αλλά υποστήριξε ότι η μη πριμοδότηση διαδραμάτισε ένα ρόλο. Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι η καθυστέρηση καταβολής του πριμ δεν ήταν ενός έτους, αλλά ενός τριμήνου, επισημαίνοντας ότι αυτό δεν αποκλείει μια χρονική μετάθεση των περιοριστικών αποτελεσμάτων του συστήματος ανταμοιβής, λαμβανομένου υπόψη του διαστήματος που χρειαζόταν για να κατανοήσουν οι αντιπρόσωποι τις συνέπειες αυτού του συστήματος σε επίπεδο επιχειρηματικής στρατηγικής.
249 Εν πάση περιπτώσει, οι προσφεύγουσες δεν μπορούν να αρνηθούν την πολύ μεγάλη πτώση των εξαγωγών, μία από τις αιτίες της οποίας υπήρξε, όπως εκτίμησε η Επιτροπή βάσει πολυάριθμων ενδείξεων (μαρτυρίες αντιπροσώπων και εσωτερικά έγγραφα των προσφευγουσών), το σύστημα ανταμοιβής και οι πιέσεις, χωρίς ωστόσο να αποτελούν αναγκαστικά και τη μοναδική αιτία.
250 Η σημασία των κύκλων εμπορίας των νέων μοντέλων και οι επιπτώσεις τους στις εξαγωγές δεν φαίνεται να είναι πολύ σημαντική για τις εξαγωγές, διότι οι κύκλοι αυτοί ήσαν διαδοχικοί τόσο στις Κάτω Χώρες όσο και στο εξωτερικό, και τα επιχειρήματα των προσφευγουσών επ’ αυτού είναι, εν πάση περιπτώσει, πολύ επιλεκτικά. Όσον αφορά τη διαφορά στις τιμές, το γεγονός ότι υπήρξε μείωση των τιμών από το 1997 και κατά το 1998 δεν αναιρεί τον σημαντικό χαρακτήρα της διαφοράς αυτής μετά το 1999, σε σημείο που μπορούσε να ωθήσει ορισμένους καταναλωτές να αγοράσουν από τις Κάτω Χώρες.
251 Όσον αφορά την έρευνα σε αντιπροσώπους των Κάτω Χωρών, η Επιτροπή παρατηρεί ότι το επιχείρημα των προσφευγουσών, κατά το οποίο οι σημαντικότεροι αντιπρόσωποι θεώρησαν ότι η πριμοδότηση ήταν δευτερεύουσας σημασίας, συνεπάγεται ότι ένα μέρος των αντιπροσώπων αναγνώρισαν, εν αντιθέσει, ότι ήταν καθοριστικής σημασίας. Από την έρευνα αυτή αποδείχθηκε ότι όλοι οι αντιπρόσωποι γνώριζαν ότι δεν είχαν δικαίωμα σε αυτόματη πριμοδότηση, ότι η πλειονότητα είχε αντιληφθεί ότι δεν δικαιούνταν πριμοδότησης και ότι οι περισσότεροι από ορισμένους αντιπροσώπους που επιχείρησαν να τη λάβουν δεν το κατόρθωσαν. Τέλος, η Επιτροπή, η οποία ήταν αδύνατο εκ των πραγμάτων να εξετάσει όλους τους αντιπροσώπους, ορθώς περιόρισε την έρευνά της σε ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα, εν προκειμένω δεκαέξι αντιπροσώπων, τους οποίους προσδιόρισε ως δραστηριοποιούμενους στις εξαγωγές και οι οποίοι αντιπροσώπευαν το 40 % περίπου των εξαγωγών κατά την περίοδο αναφοράς.
252 Όσον αφορά τις επιπτώσεις των πιέσεων, η Επιτροπή παρατηρεί ότι οι πιέσεις αυτές ασκήθηκαν κατά τη διάρκεια μιας περιόδου η οποία δεν περιορίζεται στο 1997 και ότι το γεγονός ότι η μεγάλη πτώση των εξαγωγών σημειώθηκε το 1999 δεν θέτει υπό αμφισβήτηση ότι οι εν λόγω πιέσεις είχαν ορισμένες επιπτώσεις. Η αποτελεσματικότητα των πιέσεων αποδεικνύεται και από άλλα παραδείγματα εκτός από εκείνα που αναφέρθηκαν επιλεκτικά από τις προσφεύγουσες. Εν πάση περιπτώσει, όσον αφορά παράβαση λόγω του αντικειμένου, η απόδειξη της συγκεκριμένης αποτελεσματικότητας των πιέσεων δεν είναι αναγκαία για τη διαπίστωση της παράβασης.
253 Η Επιτροπή προβάλλει ότι για να γίνει κατανοητό το ζήτημα της πριμοδότησης πρέπει να εκτιμηθεί όχι, όπως προτείνουν οι προσφεύγουσες, σε συνάρτηση με τα κίνητρα για εξαγωγές, αλλά σε συνάρτηση με την αποθάρρυνση των εξαγωγών, στο πλαίσιο της οποίας εμφανίζονται καθαρά οι αντικειμενικές συνέπειες της μη πριμοδότησης.
254 Δεδομένου ότι τα περιθώρια κέρδους των αντιπροσώπων ήταν χαμηλά, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι η μη πριμοδότηση των εξαγωγών δεν θα τις επηρέαζε ή θα είχε αμελητέα μόνον επιρροή.
255 Αντίθετα προς όσα ισχυρίζονται οι προσφεύγουσες, η θέση των αλλοδαπών και των εγχώριων πελατών έναντι του αντιπροσώπου έπρεπε, στο πλαίσιο της ενιαίας αγοράς, να είναι ισότιμη. Το γεγονός ότι κίνητρο των αλλοδαπών πελατών για να αγοράσουν στις Κάτω Χώρες μπορούσε να είναι η διαφορά της τιμής ουδόλως έπρεπε να απασχολεί τις προσφεύγουσες, εκτός εάν γίνει δεκτό ότι αυτές αποσκοπούσαν ακριβώς στη στεγανοποίηση των αγορών.
256 Παρά τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις των προσφευγουσών, είναι αυτονόητο ότι το σύστημα πριμοδότησης επηρέαζε τις επιχειρηματικές αποφάσεις των αντιπροσώπων, σε βάρος των εξαγωγών. Οι προσφεύγουσες λαμβάνοντας τη θέση του αλλοδαπού αγοραστή, προβάλλουν ότι η μη πριμοδότηση είναι δήθεν αδιάφορη γι’ αυτόν. Πάντως, πέραν του ότι η άποψη αυτή είναι εσφαλμένη και δεν αποδείχθηκε, η Επιτροπή εκτιμά ότι υπό το πρίσμα του ίδιου του αντιπροσώπου, πρέπει να γίνεται η διαπίστωση ότι, εφόσον οι λοιπές συνθήκες είναι ίδιες, αυτός στερείται της πριμοδότησης για τις εξαγωγές και επομένως, κατά τον ένα ή τον άλλο τρόπο, παροτρύνεται από το σύστημα ανταμοιβής να προωθήσει τις εγχώριες πωλήσεις.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
257 Κατά πάγια νομολογία, για την εφαρμογή του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ, περιττεύει η συνεκτίμηση των συγκεκριμένων αποτελεσμάτων μιας συμφωνίας, εφόσον η συμφωνία αυτή έχει ως σκοπό τον περιορισμό, την παρεμπόδιση ή τη νόθευση του ανταγωνισμού (βλ. αποφάσεις του Δικαστηρίου Nederlandse Federatieve Vereniging voor de Groothandel op Elektrotechnisch Gebied κατά Επιτροπής, σκέψη 44 ανωτέρω, σκέψη 136, και της 25ης Ιανουαρίου 2007, C‑407/04 P, Dalmine κατά Επιτροπής, Συλλογή 2007, σ. I‑829, σκέψη 84, και τη νομολογία που παρατίθεται εκεί· βλ. αποφάσεις του Πρωτοδικείου General Motors Nederland και Opel Nederland κατά Επιτροπής, σκέψη 171 ανωτέρω, σκέψη 104, και της 27ης Σεπτεμβρίου 2006, T‑322/01, Roquette Frères κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. II‑3137, σκέψη 201, και τη νομολογία που παρατίθεται εκεί).
258 Κατά συνέπεια, εφόσον ορθώς η Επιτροπή συνήγαγε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, την ύπαρξη συμφωνίας αντίθετης προς τον ανταγωνισμό λόγω του αντικειμένου (βλ. σκέψεις 113, 140 και 141 ανωτέρω), ο παρών λόγος ακυρώσεως, καθόσον αποσκοπεί στην αμφισβήτηση της υπάρξεως παράβασης του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής.
259 Ωστόσο, στον βαθμό που ο λόγος αυτός περιέχει αμφισβήτηση της εκτίμησης της Επιτροπής επί της βαρύτητας της παράβασης, η αμφισβήτηση αυτή πρέπει να εξεταστεί στο πλαίσιο του πέμπτου λόγου ακυρώσεως, που αφορά τον υπολογισμό του ποσού του προστίμου.
5. Επί του πέμπτου λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από παράβαση του άρθρου 23, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 1/2003 και των κατευθυντήριων γραμμών και αποσκοπεί στη μείωση του ποσού του προστίμου
Επιχειρήματα των διαδίκων
260 Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η παράβαση δεν μπορεί να θεωρηθεί «πολύ σοβαρή», βάσει των κατευθυντηρίων γραμμών (σκέψη 29 ανωτέρω), εφόσον το σύστημα ανταμοιβής δεν είχε ως αντικείμενο τη στεγανοποίηση της αγοράς.
261 Αποκλειστικό αντικείμενό του υπήρξε η αποτελεσματικότητα του συστήματος διανομής και της διεύρυνσης του μεριδίου αγοράς της Peugeot στις Κάτω Χώρες. Εξάλλου, ουδόλως περιελάμβανε επίσημη απαγόρευση των εξαγωγών, σε αντίθεση με άλλες υποθέσεις στον τομέα της αυτοκινητοβιομηχανίας. Αντιθέτως, η PNE διένειμε εγκυκλίους προς τους αντιπροσώπους της για τη διαδικασία που έπρεπε να ακολουθηθεί σε περίπτωση πώλησης προς εντολοδόχους και δεν επέβαλε κυρώσεις σε αντιπροσώπους που πραγματοποίησαν εξαγωγές. Ακόμη και αν θεωρηθεί ότι το σύστημα ανταμοιβής μείωσε τα κίνητρα για εξαγωγές, πρέπει να προστεθεί ότι ο περιορισμός των εξαγωγών δεν ισοδυναμεί με στεγανοποίηση των αγορών. Το να μη ληφθεί υπόψη η διαφορά αυτή αντιβαίνει στις κατευθυντήριες γραμμές. Περαιτέρω, η προσαπτόμενη στις προσφεύγουσες παράβαση μπορεί να χαρακτηρισθεί ως «λιγότερο σοβαρή» ή ως «σοβαρή». Εξάλλου, η Επιτροπή εμφάνισε κατά πολύ μεγαλύτερες τις επιπτώσεις της φερόμενης παράβασης.
262 Η διάκριση μεταξύ στεγανοποίησης της αγοράς και μείωσης των εξαγωγών δεν είναι τεχνητή, αντίθετα προς όσα υποστηρίζει η Επιτροπή. Στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκαν οι αποφάσεις General Motors κατά Επιτροπής, σκέψη 44 ανωτέρω, και General Motors Nederland και Opel Nederland κατά Επιτροπής, σκέψη 171 ανωτέρω, η παράβαση αποσκοπούσε ευθέως στην απαγόρευση των εξαγωγών, από την οποία συνήχθη σαφής βούληση στεγανοποίησης της αγοράς, πράγμα που δεν ισχύει εν προκειμένω.
263 Οι προσφεύγουσες αμφισβητούν ότι η Επιτροπή, αφού ανέλυσε επί μακρόν τις επιπτώσεις της παράβασης προκειμένου να προβεί στον χαρακτηρισμό τους ως σημαντικών, υποστηρίζει ότι ο χαρακτηρισμός αυτός δεν ήταν αναγκαίος ή ήταν άνευ σημασίας για τον χαρακτηρισμό της παράβασης ως πολύ σοβαρής και τον καθορισμό του προστίμου. Συνεπώς, το ύψος του προστίμου πρέπει να αναθεωρηθεί, εφόσον ορισμένα από τα βασικά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για τον υπολογισμό του είναι εσφαλμένα, δεδομένου ότι οι προσφεύγουσες έχουν αποδείξει ότι το σύστημα ανταμοιβής δεν είχε επιπτώσεις στις εξαγωγές.
264 Όσον αφορά τη διάρκεια της παράβασης, η Επιτροπή υπερέβαλε. Τα αποδεικτικά στοιχεία που παρέθεσε δεν αποδεικνύουν παράβαση κατά την περίοδο από το 1998 μέχρι τον Σεπτέμβριο 2003 όσον αφορά το σύστημα ανταμοιβής, αφενός, ή μεταξύ 1998 και 2000 όσον αφορά τις πιέσεις, αφετέρου. Επικουρικώς, ακόμη και αν γινόταν δεκτή διάρκεια παράβασης εξίμισι ετών για το σύστημα ανταμοιβής και τεσσεράμισι ετών για τις πιέσεις, η προσαύξηση που υπολόγισε η Επιτροπή δεν μπορεί να είναι ενιαία για όλη την περίοδο, δεδομένης της διακύμανσης της έντασης της παράβασης κατά τη διάρκειά της. Η Επιτροπή πρέπει να λάβει υπόψη τις διακυμάνσεις αυτές της έντασης στο πλαίσιο της αξιολόγησής της σχετικά με τη διάρκεια της παράβασης.
265 Το Πρωτοδικείο πρέπει, επομένως, να μειώσει το ποσό του προστίμου.
266 Η Επιτροπή προβάλλει ότι εφάρμοσε δεόντως τις κατευθυντήριες γραμμές. Οι κατευθυντήριες γραμμές ουδόλως αποκλείουν τον χαρακτηρισμό των κάθετων περιορισμών ως «πολύ σοβαρών».
267 Το σύστημα ανταμοιβής είχε ως αντικείμενο και ως αποτέλεσμα τον περιορισμό των εξαγωγών. Η επίκληση του γεγονότος ότι σκοπός του συστήματος ήταν επίσης η αποδοτικότητα του δικτύου διανομής στις Κάτω Χώρες και η διείσδυση στην αγορά αυτή δεν μπορεί να θέσει υπό αμφισβήτηση την αρχική διαπίστωση και, κατά συνέπεια, να μειώσει τη σοβαρότητα της διαπιστωθείσας παράβασης.
268 Το επιχείρημα ότι οι επίμαχες πρακτικές δεν περιείχαν ρητή απαγόρευση των εξαγωγών πρέπει να απορριφθεί. Συγκεκριμένα, το γεγονός αυτό δεν αναιρεί τη διαπίστωση ότι το εν λόγω σύστημα είχε ως σκοπό τον περιορισμό των εξαγωγών, και επομένως τη στεγανοποίηση των αγορών, και ως εκ τούτου μπορούσε να χαρακτηριστεί ως πολύ σοβαρή παράβαση. Η διάκριση μεταξύ περιορισμών των πωλήσεων σε αγοραστές που δεν διαμένουν στις Κάτω Χώρες και στεγανοποίησης των αγορών είναι τεχνητή. Το ότι πρόκειται μόνο για περιορισμό δεν εμποδίζει τον χαρακτηρισμό της παράβασης ως πολύ σοβαρής.
269 Όσον αφορά τις επιπτώσεις της παράβασης, η απόδειξη των οποίων δεν είναι, εξάλλου, απαραίτητη για τη διαπίστωσή της, αποδείχθηκε ότι ήσαν σημαντικές. Εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή έκρινε την παράβαση ως πολύ σοβαρή λόγω της φύσεώς της. Η Επιτροπή διαπίστωσε, ιδίως, την υποκειμενική πρόθεση των προσφευγουσών να περιορίσουν το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών, μολονότι, ήδη από το 1988, έχει διευκρινίσει την άποψή της σχετικά με τις πολιτικές που συνιστούν αποκλεισμό των αλλοδαπών τελικών καταναλωτών από τις πωλήσεις καινούργιων αυτοκινήτων.
270 Η Επιτροπή παρατηρεί ότι οι προηγούμενες αποφάσεις της δεν χρησιμεύουν ως νομικό πλαίσιο για τα πρόστιμα στον τομέα του ανταγωνισμού και ότι διαθέτει εξουσία εκτιμήσεως κατά τον καθορισμό, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της συγκεκριμένης περίπτωσης, του αν η οικεία παράβαση είναι πολύ σοβαρή.
271 Η Επιτροπή προσθέτει ότι, εφόσον, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές, πρέπει να λαμβάνει υπόψη, για τους σκοπούς της εκτίμησης της σοβαρότητας της παράβασης, τον συγκεκριμένο αντίκτυπό της μόνο όταν αυτός είναι μετρήσιμος, πράγμα δυσχερές εν προκειμένω, δεν ήταν υποχρεωμένη να αποδείξει επακριβώς τον αντίκτυπο της συμπράξεως στην αγορά και να τον καθορίσει ποσοτικά, αλλά μπορούσε να περιοριστεί σε εκτιμήσεις για το κατά πόσον είναι πιθανό να υπάρξει ένα τέτοιο αποτέλεσμα. Οι προσφεύγουσες δεν επικαλούνται επομένως βασίμως τη μη ύπαρξη επιπτώσεων της συμφωνίας ή τον περιορισμένο χαρακτήρα τους.
272 Όσον αφορά την εκτίμηση της διάρκειας της παράβασης, η Επιτροπή επαναλαμβάνει ότι απέδειξε την ύπαρξη της παράβασης για ολόκληρη την υπό εξέταση διάρκεια. Το επιχείρημα σχετικά με το γεγονός ότι η προσαύξηση του προστίμου έπρεπε να ποικίλλει ανάλογα με την ένταση της παράβασης σε κάθε χρονική περίοδο, η Επιτροπή επισημαίνει ότι η ένταση δεν σχετίζεται με τη διάρκεια, αλλά με τη σοβαρότητα της παράβασης. Η Επιτροπή έλαβε ιδιαίτερα υπόψη τη διακύμανση της έντασης της παράβασης κατά την εκτίμηση της σοβαρότητάς της.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
273 Πρέπει να υπομνησθεί, εισαγωγικά ότι, κατά πάγια νομολογία, για τον καθορισμό του ύψους κάθε προστίμου, η Επιτροπή έχει εξουσία εκτιμήσεως (αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 6ης Απριλίου 1995, T‑150/89, Martinelli κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. II‑1165, σκέψη 59, και της 14ης Μαΐου 1998, T‑352/94, Mo och Domsjö κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. II‑1989, σκέψη 268, επικυρωθείσα κατ’ αναίρεση με την απόφαση του Δικαστηρίου της 16ης Νοεμβρίου 2000, C‑283/98 P, Mo och Domsjö κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. I‑9855, σκέψη 47). Η εκτίμησή της πάντως πρέπει να γίνεται με τήρηση του κοινοτικού δικαίου, το οποίο περιλαμβάνει όχι μόνον τις διατάξεις της Συνθήκης αλλά και τις γενικές αρχές του δικαίου (απόφαση του Δικαστηρίου της 25ης Ιουλίου 2002, C‑50/00 P, Unión de Pequeños Agricultores κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2002, σ. I‑6677, σκέψη 38).
274 Κατά πάγια νομολογία, η σοβαρότητα μιας παραβάσεως καθορίζεται βάσει πολλών στοιχείων, όπως είναι οι συγκεκριμένες περιστάσεις της υποθέσεως, το πλαίσιό της και το αποτρεπτικό αποτέλεσμα των προστίμων (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 28ης Ιουνίου 2005, C‑189/02 P, C‑202/02 P, C‑205/02 P έως C‑208/02 P και C‑213/02 P, Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. I‑5425, σκέψη 241, και της 10ης Μαΐου 2007, C‑328/05 P, SGL Carbon κατά Επιτροπής, Συλλογή 2007, σ. I‑3921, σκέψη 43).
275 Σημειωτέον επίσης ότι η εκτίμηση του ζητήματος αν το επιβληθέν πρόστιμο είναι ανάλογο προς τη σοβαρότητα και τη διάρκεια της παράβασης, που είναι τα κριτήρια του προϊσχύσαντος άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17, και νυν του άρθρου 23, παράγραφος 3, του κανονισμού 1/2003, ανάγεται στον έλεγχο πλήρους δικαιοδοσίας που αναθέτει στο Πρωτοδικείο το άρθρο 31 του ίδιου κανονισμού (βλ., συναφώς, απόφαση του Πρωτοδικείου της 4ης Ιουλίου 2006, T‑304/02, Hoek Loos κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. II‑1887, σκέψη 69).
276 Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή, ακόμη και αν δεν αναφέρει ρητά με την προσβαλλόμενη απόφαση τις κατευθυντήριες γραμμές, καθόρισε το ύψος του προστίμου που επιβλήθηκε στην προσφεύγουσα με βάση τη γενική μέθοδο που επιβάλλουν οι εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές, οι οποίες ορίζουν, στο σημείο 1, πρώτο εδάφιο, για τον υπολογισμό του ύψους των προστίμων, ότι «[το] βασικό ποσό [του προστίμου] προσδιορίζεται αναλόγως της σοβαρότητας και της διάρκειας της παραβάσεως, που είναι τα μόνα κριτήρια που θέτει το άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17».
Ως προς την αμφισβήτηση της εκτίμησης της Επιτροπής σχετικά με τη σοβαρότητα της παράβασης για τους σκοπούς του υπολογισμού του προστίμου
277 Οι κατευθυντήριες γραμμές, στο σημείο 1 A, διευκρινίζουν ότι «[γ]ια να αξιολογηθεί η σοβαρότητα της παράβασης, πρέπει να ληφθεί υπόψη ο χαρακτήρας της ίδιας της παράβασης, ο πραγματικός της αντίκτυπος επί της αγοράς, εφόσον αυτός είναι δυνατό να εκτιμηθεί, καθώς και η έκταση της γεωγραφικής αγοράς αναφοράς». Οι παραβάσεις ταξινομούνται, στη συνέχεια, σε τρεις κατηγορίες, αναλόγως του ύψους της κυρώσεως που επιβάλλεται, δηλαδή σε ελαφρές παραβάσεις (από 1 000 έως 1 εκατομμύριο ευρώ), σοβαρές παραβάσεις (από 1 εκατομμύριο έως 20 εκατομμύρια ευρώ) και πολύ σοβαρές παραβάσεις. (άνω των 20 εκατομμυρίων ευρώ).
– Ως προς το κριτήριο αξιολόγησης της σοβαρότητας της παράβασης που συνδέεται με τη φύση της
278 Οι προσφεύγουσες αμφισβητούν τον χαρακτηρισμό της παράβασης ως «πολύ σοβαρής», κατά την έννοια του σημείου 1Α των κατευθυντήριων γραμμών, με το σκεπτικό ότι ο σκοπός που επιδίωξαν ήταν αποκλειστικά η ενίσχυση των πωλήσεων της Peugeot στις Κάτω Χώρες και ότι, εν πάση περιπτώσει, ο περιορισμός απλώς των εξαγωγών δεν μπορεί να συνιστά στεγανοποίηση των αγορών. Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν επίσης ότι, εν προκειμένω, και σε αντίθεση με την υπόθεση που οδήγησε στις αποφάσεις General Motors κατά Επιτροπής, σκέψη 44 ανωτέρω, και General Motors Nederland και Opel Nederland κατά Επιτροπής, σκέψη 171 ανωτέρω, δεν υπήρξαν περιορισμοί του ανταγωνισμού που αποσκοπούσαν ευθέως στην απαγόρευση των εξαγωγών και ως εκ τούτου δεν υπήρξε σαφής βούληση στεγανοποίησης της αγοράς.
279 Όσον αφορά το επιχείρημα που αντλείται από τον υποτιθέμενο υπέρ του ανταγωνισμού σκοπό των ενεργειών των προσφευγουσών, πρέπει να υπομνησθεί, καθόσον επαναλαμβάνει την αμφισβήτηση της υπάρξεως παραβάσεως του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ, ότι τούτο απορρίφθηκε στο πλαίσιο της εξέτασης του δεύτερου λόγου ακυρώσεως. Συγκεκριμένα, ορθώς η Επιτροπή συνήγαγε ότι το σύστημα ανταμοιβής και οι διάφορες πρωτοβουλίες των προσφευγουσών συνιστούσαν μέτρα κατά του ανταγωνισμού λόγω αντικειμένου (βλ. σκέψεις 113, 140 και 141 ανωτέρω).
280 Στο μέτρο που το επιχείρημα αυτό έχει την έννοια ότι οι προσφεύγουσες, εν πάση περιπτώσει, ενήργησαν καλοπίστως, από την προσβαλλόμενη απόφαση (βλ., ειδικότερα, αιτιολογικές σκέψεις 58, 73 έως 84, 145, 170 και 171), αλλά και από την εξέταση της υπό κρίση προσφυγής, προκύπτει (βλ., ειδικότερα, σκέψεις 54 έως 68 και 116 έως 140 ανωτέρω) ότι οι προσφεύγουσες, όχι μόνο δεν αγνοούσαν ότι το περιεχόμενο των πρωτοβουλιών τους ήταν αντίθετο προς τον ανταγωνισμό, αλλά ενήργησαν στην πραγματικότητα έχοντας πλήρη επίγνωση της καταστάσεως.
281 Το επιχείρημα ότι στεγανοποίηση των αγορών υπάρχει μόνο στην περίπτωση συμφωνίας που περιλαμβάνει ρητή απαγόρευση εξαγωγών πρέπει να απορριφθεί. Συγκεκριμένα, το γεγονός, όπως εν προκειμένω, ότι επιδιώχθηκε, χωρίς ωστόσο να υπάρξει ρητή απαγόρευση των εξαγωγών, η κατά το δυνατόν μεγαλύτερη εναντίωση στις παράλληλες εξαγωγές, μέσω ενός συστήματος ανταμοιβής και μέσω πιέσεων, αποτελεί πρωτοβουλία αποσκοπούσα στη στεγανοποίηση της εσωτερικής αγοράς, τόσο σοβαρή και καταδικαστέα, ως προς τη φύση της, όσο και η πλήρης απαγόρευση των εξαγωγών. Η εναντίωση αυτή, όπως ακριβώς και η απαγόρευση (βλ., συναφώς, απόφαση General Motors Nederland και Opel Nederland κατά Επιτροπής, σκέψη 171 ανωτέρω, σκέψη 191), συνιστά κατάφωρη παραβίαση του δικαίου του ανταγωνισμού. Αντιστρατεύεται τους θεμελιώδεις σκοπούς της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και, ειδικότερα, την υλοποίηση της ενιαίας αγοράς.
282 Συνεπώς, το επιχείρημα των προσφευγουσών, κατά το οποίο η διαπραχθείσα εν προκειμένω παράβαση δεν μπορούσε να χαρακτηριστεί ως πολύ σοβαρή, ως προς τη φύση της, υπό την έννοια των κατευθυντήριων γραμμών, διότι δεν περιελάμβανε ρητή απαγόρευση εξαγωγής, είναι εσφαλμένο και πρέπει να απορριφθεί.
283 Πρέπει να προστεθεί ότι μολονότι το εφαρμοσθέν εν προκειμένω σύστημα δεν περιελάμβανε απαγόρευση των εξαγωγών, τούτο δεν οφειλόταν στο ότι οι προσφεύγουσες είχαν ταχθεί υπέρ του ανταγωνισμού, αλλά, αντιθέτως, στο ότι επιθυμούσαν να αποφύγουν τη δημιουργία ενός συστήματος το οποίο, όντας σαφώς αντίθετο προς τον ανταγωνισμό, θα γινόταν ευκολότερα αντιληπτό. Όπως διαπιστώθηκε (βλ. σκέψεις 51 έως 68 και 113 ανωτέρω), οι προσφεύγουσες, αφού έθεσαν σε εφαρμογή το 1997, ένα σύστημα ανταμοιβής που ήταν καταφανώς αντίθετο προς τον ανταγωνισμό, μερίμνησαν, από το 1998 και μετά, αποφεύγοντας έκτοτε οποιαδήποτε διατύπωση φανερά αντίθετη προς τον ανταγωνισμό, ώστε να διατηρήσουν το σύστημα περιορισμού του ανταγωνισμού που δημιούργησαν το 1997, συνδυάζοντάς το με διάφορες πρωτοβουλίες που αποσκοπούσαν, κατ’ ουσίαν στο να διασφαλιστεί ότι οι εξαγωγές θα διατηρήσουν έναν κατ’ εξαίρεση χαρακτήρα.
284 Συναφώς, πρέπει να θεωρηθεί ότι αυτή η παράβαση έχει, όσον αφορά τη φύση της, ένα χαρακτήρα ιδιαίτερα αισθητής σοβαρότητας, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαίτερων τρόπων απόκρυψης που κατέστησαν δυνατό να διαρκέσει το σύστημα ανταμοιβής μέχρι το 2003, τούτο δε εντός πλαισίου στο οποίο, όπως αναφέρει η Επιτροπή (σκέψη 171, δεύτερη περίοδος, της προσβαλλόμενης αποφάσεως) και όπως έχει επισημάνει το Πρωτοδικείο με την απόφασή του General Motors Nederland και Opel Nederland κατά Επιτροπής, σκέψη 171 ανωτέρω (σκέψη 192), η προηγούμενη πρακτική της Επιτροπής και η πάγια νομολογία σε θέματα παράλληλων εισαγωγών, ιδίως στον τομέα των αυτοκινήτων, αποτελούσαν σαφείς προειδοποιήσεις για τη μη νομιμότητα ενός τέτοιου συστήματος.
285 Πρέπει επίσης να αναφερθεί, όπως τόνισε και η Επιτροπή, ότι οι προσφεύγουσες είναι μέλη ενός μεγάλου βιομηχανικού ομίλου που κατέχει σημαντική θέση στις οικείες αγορές (βλ., συναφώς, αιτιολογική σκέψη 167 της προσβαλλόμενης αποφάσεως) και ότι διαθέτουν νομικά τμήματα ιδιαιτέρως ικανά να διαγνώσουν –όπως άλλωστε έχουν πράξει– την αντίθετη προς τον ανταγωνισμό φύση των επίμαχων συμπεριφορών (βλ., συναφώς, αιτιολογική σκέψη 170 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
286 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν έσφαλε, κατά την άσκηση της εξουσίας εκτιμήσεως, χαρακτηρίζοντας την παράβαση ως πολύ σοβαρής φύσεως.
– Ως προς το κριτήριο αξιολόγησης της σοβαρότητας της παράβασης που συνδέεται με τον συγκεκριμένο αντίκτυπό της στην αγορά
287 Οι προσφεύγουσες αμφισβητούν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη τον πραγματικό αντίκτυπο της παράβασης στην αγορά. Υποστηρίζουν ότι η Επιτροπή υπερέβαλε ως προς τις συνέπειες της παράβασης, χαρακτηρίζοντάς τες ως σημαντικές. Στην πραγματικότητα, η παράβαση δεν είχε επιπτώσεις ή οι επιπτώσεις της ήταν, το πολύ, αμελητέες.
288 Η Επιτροπή, αμφισβητώντας τις επικρίσεις αυτές, εκτιμά, εν πάση περιπτώσει, ότι η πολύ σοβαρή φύση της παράβασης διαπιστώθηκε επαρκώς, με την προσβαλλόμενη απόφαση, βάσει της φύσης της παράβασης και ότι ακόμη και αν, κατά την αιτιολόγηση της αξιολόγησης της σοβαρότητας του αδικήματος, έγινε αναφορά στον αντίκτυπό της, σε καμία περίπτωση δεν στηρίχθηκε ρητώς, προκειμένου να την κατατάξει ως «πολύ σοβαρή», στις συνέπειες της παράβασης.
289 Το ανωτέρω επιχείρημα της Επιτροπής είναι απορριπτέο λόγω της διατύπωσης της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
290 Συγκεκριμένα, παρά τα όσα ισχυρίζεται η Επιτροπή κατά το στάδιο της προσφυγής, με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν χαρακτήρισε την παράβαση πολύ σοβαρή απλώς και μόνο βάσει της φύσης της. Με την αιτιολογική σκέψη 166 της προσβαλλόμενης αποφάσεως διαπίστωσε ότι, με τις ενέργειές της, η επιχείρηση είχε παρεμποδίσει την υλοποίηση του σκοπού της ενιαίας αγοράς, όπως αυτός καθορίζεται από τη Συνθήκη, και ότι «για τον λόγο αυτό, η φύση της παράβασης πρέπει να χαρακτηριστεί ως πολύ σοβαρή». Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η Επιτροπή χαρακτήρισε, στο στάδιο αυτό, όχι την ίδια την παράβαση, αλλά τη φύση της, ως πολύ σοβαρή, ενώ η φύση της παράβασης αποτελεί το πρώτο κριτήριο που καθορίζεται με τις κατευθυντήριες γραμμές για την εκτίμηση της σοβαρότητας της παράβασης και υπενθυμίζεται στη σκέψη 277 ανωτέρω.
291 Η Επιτροπή, μόνον μετά το πέρας της εξέτασης, αφού έλαβε υπόψη και άλλα στοιχεία, μεταξύ των οποίων εκτιμήσεις για τις συνέπειες της παράβασης, τις οποίες χαρακτήρισε ως «σημαντικές» (βλ., ειδικότερα, αιτιολογική σκέψη 166, τρίτη περίοδος, και αιτιολογική σκέψη 168, δεύτερη περίοδος, της προσβαλλόμενης αποφάσεως), εξέφρασε, στην αιτιολογική σκέψη 172 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, την άποψη ότι, «κατόπιν των ανωτέρω, η παράβαση του άρθρου 81 [ΕΚ] που διέπραξαν [οι προσφεύγουσες] πρέπει να χαρακτηρισθεί ως πολύ σοβαρή».
292 Πρέπει επομένως να εξεταστεί αν η Επιτροπή προέβη, με την προσβαλλόμενη απόφαση, σε διαπιστώσεις ικανές να της παράσχουν τη δυνατότητα, κατά την εκτίμηση της σοβαρότητας της παράβασης, να δεχθεί την ύπαρξη σημαντικών συνεπειών.
293 Στην αιτιολογική σκέψη 131 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η Επιτροπή ανέφερε μείωση των εξαγωγών μετά το 1997 και στη συνέχεια πτώση κατά 50 % μετά το 1999. Η Επιτροπή, απαντώντας στα επιχειρήματα της AP, σύμφωνα με τα οποία η μείωση αυτή είχε προκληθεί όχι μόνον από το σύστημα ανταμοιβής, αλλά από τη μείωση της διαφοράς των τιμών, λόγω της οποίας είχε ελαττωθεί το ενδιαφέρον των αλλοδαπών αγοραστών να αγοράσουν αυτοκίνητο στις Κάτω Χώρες, επισήμανε, ιδίως, ότι η διαφορά στις τιμές είχε παραμείνει σημαντική κατά την υπό εξέταση περίοδο (αιτιολογική σκέψη 132 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
294 Επισήμανε επίσης ότι, εν πάση περιπτώσει, ο περιορισμός της πριμοδότησης, ως προς τις εξαγωγικές πωλήσεις, είχε αφαιρέσει από τους αντιπροσώπους των Κάτω Χωρών ένα μέρος της ευελιξίας τους, ανεξάρτητα από ενδεχόμενες διακυμάνσεις της διαφοράς στις τιμές (αιτιολογική σκέψη 133, στο τέλος, της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
295 Στην αιτιολογική σκέψη 134 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η Επιτροπή, αφού υπενθύμισε ότι, «γενικώς, είναι δυσχερής η στάθμιση με ακρίβεια των συνεπειών των εν λόγω μέτρων και είναι ίσως αδύνατο να καθοριστεί ο αριθμός των εξαγωγών που πράγματι εμποδίστηκαν», πρόσθεσε ότι, «[ω]στόσο, εν προκειμένω, τα πραγματικά περιστατικά που συγκεντρώθηκαν κατά την έρευνα [...] παρέχουν τη δυνατότητα να αποδειχθεί η ύπαρξη σημαντικών συνεπειών του επίμαχου συστήματος ανταμοιβής στην εξέλιξη της ροής παράλληλων εξαγωγών από τις Κάτω Χώρες».
296 Η Επιτροπή επικαλέσθηκε, ειδικότερα, ένα εσωτερικό σημείωμα της PNE, συντάκτης του οποίου ήταν ο [εμπιστευτικό], «Responsable Dealer Support» (υπεύθυνος στήριξης των αντιπροσώπων) της PNE, συνημμένο στην προσβαλλόμενη απόφαση, από το οποίο προκύπτει ότι, αν καθιερωνόταν η πριμοδότηση για τις εξαγωγές για το 2003, τούτο θα είχε ως συνέπεια σημαντική αύξηση του όγκου των εξαγωγών (αιτιολογική σκέψη 134, πρώτη περίπτωση, της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
297 Πρώτον, πρέπει να εξεταστεί η διαπίστωση της Επιτροπής, που υπενθυμίζεται στη σκέψη 293 ανωτέρω, για μείωση των εξαγωγών μετά το 1997 και για πτώση στη συνέχεια, κατά 50 %, μετά το 1999.
298 Οι προσφεύγουσες προβάλλουν, κατ’ ουσίαν, στο πλαίσιο του τέταρτου λόγου ακυρώσεως (βλ. σκέψη 235 ανωτέρω) ότι υπήρξε σημαντικός όγκος άτυπων εξαγωγών το 1997 και το 1998. Συγκεκριμένα, τα μεγέθη αυτά προκύπτουν από τον συνδυασμό, πρώτον, της εισόδου στην αγορά των πλέον ζητούμενων μοντέλων της Peugeot και, δεύτερον, της σημαντικής διαφοράς στις τιμές κατά το διάστημα εκείνο, η μείωση της οποίας κατά τα επόμενα έτη υπήρξε η ουσιώδης αιτία της ελάττωσης των εξαγωγών.
299 Όσον αφορά τον πρώτο ισχυρισμό, σύμφωνα με τον οποίο οι εξαγωγές το 1997 και το 1998 ήταν ασυνήθιστα υψηλές λόγω της μεγάλης ελκυστικότητας των νέων μοντέλων για τους αγοραστές (γεγονός που δεν επιτρέπει, κατά τις προσφεύγουσες, να εξαχθεί χρήσιμο συμπέρασμα από τη μείωση των εξαγωγών τα επόμενα έτη), το Πρωτοδικείο κρίνει, όπως τόνισε και η Επιτροπή, ότι, στον βαθμό που η είσοδος νέων μοντέλων συνέβη ταυτοχρόνως στις Κάτω Χώρες και στο εξωτερικό, το αποτέλεσμα της ελκυστικότητας των νέων αυτών μοντέλων στον όγκο των πωλήσεων είναι, κατ’ αρχήν, το ίδιο στις Κάτω Χώρες και στα λοιπά κράτη μέλη. Έτσι, μολονότι η ελκυστικότητα αυτή είναι, βεβαίως, ικανή να αυξήσει τον όγκο των πωλήσεων του κατασκευαστή, τόσο σε εθνικό επίπεδο – στο μέτρο που η διαφορά στις τιμές καταλόγου και οι προοπτικές εκπτώσεων τις καθιστούν συμφέρουσες– όσο και στις εξαγωγές, εντούτοις δεν συνεπάγεται, αφ΄ εαυτής, αύξηση του μεριδίου των παράλληλων εξαγωγών σε σχέση με τις εγχώριες πωλήσεις. Εν πάση περιπτώσει, οι προσφεύγουσες δεν προσκόμισαν κανένα στοιχείο από το οποίο να μπορεί, εν προκειμένω, να συναχθεί το αντίθετο.
300 Όσον αφορά την περίπτωση να είναι πιο ελκυστικό ένα νέο μοντέλο για τους καταναλωτές άλλων χωρών από ό,τι είναι για τους ολλανδούς καταναλωτές, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ούτε αυτό φαίνεται πιθανό να συνεπάγεται αύξηση, για τους αντιπροσώπους της Ολλανδίας, του μεριδίου των παράλληλων εξαγωγών σε σχέση με τις εγχώριες πωλήσεις. Έτσι, το γεγονός που προβάλλουν οι προσφεύγουσες ότι οι κινητήρες ντίζελ δεν είναι δημοφιλείς στους ολλανδούς καταναλωτές, αλλά είναι πολύ δημοφιλείς στους γάλλους καταναλωτές, μολονότι, βεβαίως, μπορεί εξ αυτού να συναχθεί ότι η πλειονότητα των παράλληλων εξαγωγών προς τη Γαλλία θα αφορά κινητήρες ντίζελ, δεν είναι, ωστόσο, ικανό να οδηγήσει σε αύξηση των παράλληλων εξαγωγών στην Ολλανδία σε σχέση με τις εγχώριες πωλήσεις. Συγκεκριμένα, κανένα στοιχείο δεν δικαιολογεί, a priori, και οι προσφεύγουσες δεν προβάλλουν, εν πάση περιπτώσει, αποδεικτικά στοιχεία συναφώς, ότι η υποτιθέμενη προτίμηση του γάλλου καταναλωτή για τους κινητήρες ντίζελ θα λειτουργούσε ως ειδικό κίνητρο που θα τον απέτρεπε από το να αγοράσει το αυτοκίνητό του από γάλλο αντιπρόσωπο. Το κατά πόσον θα στραφεί ο καταναλωτής για την αγορά στο εξωτερικό θα εξαρτηθεί, τελικώς, από το οικονομικό πλεονέκτημα που μπορεί να αποκομίσει από την πράξη αυτή.
301 Όσον αφορά τον δεύτερο ισχυρισμό των προσφευγουσών, σύμφωνα με τον οποίο η μείωση της διαφοράς στις τιμές –και όχι η εξαίρεση των εξαγωγών από την πριμοδότηση– ήταν ο ουσιαστικός λόγος της μείωσης των εξαγωγών μετά το 1997, πρέπει να υπομνησθεί ότι η Επιτροπή δεν υποστήριξε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι η εξαίρεση από την πριμοδότηση υπήρξε η μοναδική αιτία της μείωσης των εξαγωγών. Έκρινε απλώς ότι ήταν δύσκολο να αποδοθεί αυτή η μείωση των εξαγωγών από το 1997 σε μια απλή μείωση στη διαφορά των τιμών (αιτιολογική σκέψη 132, στο τέλος, της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
302 Ωστόσο, φαίνεται ότι, όταν η Επιτροπή επισήμανε, στην αιτιολογική σκέψη 131, πρώτη περίοδος, της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ως πρώτη κατ’ ουσίαν εξέταση για τις επιπτώσεις του συστήματος ανταμοιβής, τη «μείωση των εξαγωγών μετά το 1997 και στη συνέχεια πτώση κατά 50 % περίπου μετά το 1999», δεν έλαβε επαρκώς υπόψη, στη συνέχεια της συλλογιστικής της και, ειδικότερα, στην αιτιολογική σκέψη 132 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, την ένσταση της AP που αντλείται από το γεγονός ότι η εξέλιξη αυτή των εξαγωγών προκλήθηκε κατ’ ουσίαν από τη διακύμανση της διαφοράς στις τιμές.
303 Έτσι, η Επιτροπή, μολονότι ανέφερε την ένσταση αυτή στην αιτιολογική σκέψη 131 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, περιορίστηκε στην αιτιολογική σκέψη 132 να διαπιστώσει ότι «οι διαφορές των τιμών με τις Κάτω Χώρες είχαν παραμείνει σημαντικές κατά τη διάρκεια της υπό εξέταση περιόδου σε σύγκριση με τις ακριβότερες αγορές», εννοώντας έτσι, κατ’ ουσίαν, ότι, όπως και να έχει το πράγμα με την εξέλιξη της διαφοράς των τιμών, το κίνητρο των αλλοδαπών καταναλωτών για να αγοράζουν τα αυτοκίνητά τους στις Κάτω Χώρες εξακολούθησε να υφίσταται καθ’ όλη την υπό εξέταση περίοδο.
304 Μολονότι η ανωτέρω εκτίμηση, για το ότι εξακολούθησε να υπάρχει ενδιαφέρον των καταναλωτών για τις παράλληλες εξαγωγές καθ’ όλη την εξεταζόμενη περίοδο, είναι αληθής, παρ’ όλ’ αυτά η έμφαση που έδωσε η Επιτροπή, κατά την έναρξη της εξέτασης των συνεπειών του συστήματος ανταμοιβής επί του ανταγωνισμού, στη σημαντική μείωση των εξαγωγών κατά την υπό εξέταση περίοδο, χωρίς ωστόσο να δώσει, στη συνέχεια της συλλογιστικής της, επαρκή προσοχή στον ρόλο που διαδραμάτισε στη μείωση αυτή η εξέλιξη της διαφοράς στις τιμές, οδήγησε σε παρουσίαση των πραγματικών περιστατικών κατά τρόπο που υποβάθμισε, στην πράξη, τον ρόλο που διαδραμάτισε η εξέλιξη αυτή στη μείωση των εξαγωγών.
305 Επομένως, πρέπει να θεωρηθεί ότι το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν έδωσε επαρκή προσοχή, με τις εκτιμήσεις της που περιλαμβάνονται στις αιτιολογικές σκέψεις 131 και 132 της προσβαλλόμενης αποφάσεως και αφορούν τη μείωση των εξαγωγών, στον ρόλο που διαδραμάτισε η εξέλιξη της διαφοράς στις τιμές στη μείωση των εξαγωγών, αντικατοπτρίζει, εκ μέρους του οργάνου αυτού, μία υποβάθμιση αυτού του ρόλου.
306 Δεύτερον, όσον αφορά τη διαπίστωση που υπενθυμίζεται στη σκέψη 294 ανωτέρω, η Επιτροπή, κρίνοντας όχι από τη σκοπιά του αγοραστή, αλλά από τη σκοπιά του αντιπροσώπου, επισήμανε, στην αιτιολογική σκέψη 133 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι «ο περιορισμός της πριμοδότησης, όσον αφορά τις εξαγωγές, αφαίρεσε από τους αντιπροσώπους των Κάτω Χωρών ένα μέρος της ευελιξίας τους, ανεξάρτητα από ενδεχόμενες διακυμάνσεις της διαφοράς στις τιμές».
307 Οι προσφεύγουσες αμφισβητούν αυτή τη διαπίστωση, υποστηρίζοντας ότι οι εξαγωγικές πωλήσεις ήσαν επικερδείς ακόμη και χωρίς πριμοδότηση, ότι το ποσό του πριμ ήταν αμελητέο σε σχέση με την τιμή πώλησης των αυτοκινήτων και σε σχέση με τη διαφορά της τιμής και επομένως, ουδόλως άσκησε επιρροή (βλ., στο πλαίσιο του τέταρτου λόγου ακυρώσεως, σκέψεις 233 και 234 ανωτέρω).
308 Όσον αφορά τα επιχειρήματα που αντλούνται από τον υποτιθέμενο αμελητέο χαρακτήρα του πριμ σε σχέση με την τιμή πώλησης του αυτοκινήτου ή με τη διαφορά στις τιμές, διαπιστώνεται ότι τα επιχειρήματα αυτά συγχέουν τη σκοπιά του αγοραστή με τη σκοπιά του ανιπροσώπου. Μολονότι, από τη σκοπιά του αγοραστή, το πριμ αντιστοιχούσε, σε απόλυτες τιμές, σε πολύ μικρό μέρος της τιμής του αυτοκινήτου ή ακόμη και της διαφοράς στις τιμές, παρ’ όλ’ αυτά, από τη σκοπιά του αντιπροσώπου, το ποσό του πριμ δεν μπορεί να θεωρηθεί αμελητέο, διότι αποτελούσε σημαντικό στοιχείο του περιθώριου κέρδους που πραγματοποιούσε ο αντιπρόσωπος κατά την πώληση του αυτοκινήτου και η μη πριμοδότηση των εξαγωγικών πωλήσεων ασκούσε επομένως επιρροή σε βάρος των εν λόγω πωλήσεων, η οποία δεν ήταν αμελητέα (βλ., συναφώς, αιτιολογική σκέψη 116 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
309 Εξάλλου, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι ενστάσεις των προσφευγουσών, οι οποίες επιδιώκουν, κατ’ ουσίαν, όλες να παρουσιάσουν την πριμοδότηση ως οικονομικό στοιχείο που δεν είχε πραγματικό αντίκτυπο στον αντιπρόσωπο, έρχονται σε άμεση αντίθεση με τον ισχυρισμό τους σύμφωνα με τον οποίο το σύστημα πριμοδότησης σχεδιάστηκε ακριβώς για να αυξήσει τις πωλήσεις των αυτοκινήτων Peugeot στις Κάτω Χώρες (βλ., συναφώς, παρόμοια συλλογιστική, στις προτάσεις του A. Tizzano στην απόφαση General Motors κατά Επιτροπής, σκέψη 55 ανωτέρω, σκέψη 76). Όπως ορθώς επισημαίνει η Επιτροπή στην αιτιολογική σκέψη 112 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, εάν, «όπως διευκρίνισε η [Peugeot], το σύστημα ανταμοιβής των αντιπροσώπων αποσκοπούσε να παροτρύνει τους αντιπροσώπους της Ολλανδίας να καταβάλουν προσπάθειες για να μεγιστοποιήσουν τις πωλήσεις στα συμβατικά εδάφη τους», τότε αυτό συνεπάγεται ότι το εν λόγω σύστημα ανταμοιβής και, κατά συνέπεια, η μη πριμοδότηση «ήταν ικανή να αποτρέψει ορισμένες εξαγωγικές πωλήσεις».
310 Όσον αφορά το επιχείρημα που προβάλλεται με τον τέταρτο λόγο ακυρώσεως (βλ. σκέψη 237 ανωτέρω), σύμφωνα με το οποίο οι απαντήσεις τριών αντιπροσώπων που είχαν πραγματοποιήσει πλέον του 72 % των εξαγωγών των ερωτηθέντων αντιπροσώπων επιβεβαίωσαν ότι η πριμοδότηση ήταν δευτερεύουσας σημασίας για τις εξαγωγές, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ο ισχυρισμός αυτός ουδόλως αποδείχθηκε, ούτε σε σχέση με συγκεκριμένους αντιπροσώπους ούτε σε σχέση με τα ποσά των εξαγωγών και πρέπει, επομένως, για τον λόγο αυτό, να απορριφθεί.
311 Εν πάση περιπτώσει ακόμη κι αν υποτεθεί ότι ο ισχυρισμός αυτός αφορά, εμμέσως, τους αντιπροσώπους [εμπιστευτικό], [εμπιστευτικό] και [εμπιστευτικό], στους οποίους αναφερόταν παρόμοιος ισχυρισμός της AP που παρατίθεται στη σκέψη 91 ανωτέρω, διαπιστώθηκε, ως προς τον [εμπιστευτικό], ότι ο αντιπρόσωπος αυτός, ο οποίος δήλωσε ότι εξήγαγε [εμπιστευτικό] αυτοκίνητα κατά την ερευνώμενη περίοδο, δεν εκδήλωσε έλλειψη ενδιαφέροντος για την πριμοδότηση, αλλά απλώς θεώρησε ότι η πριμοδότηση δεν ίσχυε για τις εξαγωγές (βλ. σκέψη 95 ανωτέρω). Έτσι, ο ισχυρισμός των προσφευγουσών, ακόμη κι αν υποτεθεί ότι αφορούσε πράγματι τους τρεις αντιπροσώπους που αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη, μπορούσε, το πολύ, να αφορά δύο από αυτούς, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν, με [εμπιστευτικό] των συγκεντρωτικών εξαγωγών τους (βλ. απαντήσεις στην αίτηση παροχής πληροφοριών της 17ης Νοεμβρίου 2004) και λαμβάνοντας ως βάση υπολογισμού τον ισχυρισμό των προσφευγουσών σχετικά με το ποσοστό [εμπιστευτικό] %, μπορούσε να αφορά μόνο [εμπιστευτικό] % των εξαγωγών των ερωτηθέντων αντιπροσώπων.
312 Ως προς τον ισχυρισμό που προβλήθηκε στο πλαίσιο του τέταρτου λόγου ακυρώσεως (βλ. σκέψη 237 ανωτέρω), κατά τον οποίο η αίτηση παροχής πληροφοριών της 17ης Νοεμβρίου 2004 απευθύνθηκε σε μικρό μόνο μέρος των αντιπροσώπων, ουδόλως προκύπτει, και οι προσφεύγουσες δεν προέβαλαν αποδεικτικά στοιχεία προς τούτο, ότι η ομάδα των αντιπροσώπων που ήσαν αποδέκτες της αίτησης παροχής πληροφοριών, αποτελούμενη από επιχειρήσεις που πραγματοποίησαν, κατά την Επιτροπή, το 40 % των εξαγωγών κατά την ερευνώμενη περίοδο, δεν συνιστούσε αντιπροσωπευτικό δείγμα, ειδικότερα για την εξέταση του συγκεκριμένου αντίκτυπου της παράβασης στην αγορά.
313 Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι πρέπει να απορριφθούν τα επιχειρήματα των προσφευγουσών, κατά τα οποία το ποσό της πριμοδότησης ήταν πολύ μικρό για να ασκήσει επιρροή στις εξαγωγές.
314 Τρίτον, πρέπει να εξεταστούν οι εκτιμήσεις (βλ. σκέψεις 295 και 296 ανωτέρω) με τις οποίες η Επιτροπή, αφού υπενθύμισε τη δυσκολία ακριβούς υπολογισμού του αντίκτυπου που είχαν μέτρα όπως το σύστημα ανταμοιβής (αιτιολογική σκέψη 134 της προσβαλλόμενης αποφάσεως), παρέθεσε πραγματικά περιστατικά ικανά να αποδείξουν ότι το σύστημα αυτό είχε σημαντικό αντίκτυπο στις εξαγωγές και ανέφερε, ειδικότερα, εσωτερικό σημείωμα της PNE, της 14ης Οκτωβρίου 2002, συντάκτης του οποίου ήταν ο [εμπιστευτικό] (αιτιολογική σκέψη 134, πρώτη περίπτωση, της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
315 Οι προσφεύγουσες αμφισβητούν, στο πλαίσιο του τέταρτου λόγου ακυρώσεως (βλ. σκέψη 236 ανωτέρω), ότι το σημείωμα αυτό είχε την έννοια που του προσέδωσε η Επιτροπή. Έτσι, το σημείωμα αυτό δεν εξέταζε ουσιαστική τροποποίηση του συστήματος ανταμοιβής υπό την έννοια ότι το εν λόγω σύστημα θα προέβλεπε στο εφεξής την πριμοδότηση και των εξαγωγών, αλλά εξέτασε μόνο μία καθαρά διαδικαστική τροποποίηση ενός συστήματος που προέβλεπε ήδη την εν λόγω πριμοδότηση, τροποποίηση που συνίστατο στην αντικατάσταση της πληρωμής του πριμ κατόπιν προηγούμενης προσκομίσεως των δικαιολογητικών ταξινόμησης στην αλλοδαπή με την αυτόματη πληρωμή του πριμ και τον εκ των υστέρων έλεγχο των εν λόγω δικαιολογητικών.
316 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η συλλογιστική αυτής της αμφισβήτησης των προσφευγουσών, σύμφωνα με την οποία το σύστημα ανταμοιβής είχε προβλέψει πριμοδότηση των εξαγωγών, είναι εσφαλμένη. Συναφώς, διαπιστώθηκε, στο πλαίσιο της εξέτασης του δεύτερου λόγου ακυρώσεως, ότι το σύστημα αυτό, όπως περιγράφεται με τις εγκυκλίους προς τους αντιπροσώπους, δεν προέβλεπε πριμοδότηση των εξαγωγών, ούτε βεβαίως σχετική διαδικασία (βλ. σκέψη 62 ανωτέρω).
317 Στην πραγματικότητα, το εσωτερικό σημείωμα της 14ης Οκτωβρίου 2002, με το οποίο ο [εμπιστευτικό] συμβούλευε «δεδομένου ότι η ρύθμιση βρίσκεται σε στάδιο τροποποίησης, [...] να ληφθούν υπόψη για την πριμοδότηση όλα τα αυτοκίνητα (συμπεριλαμβανομένων των ταξινομήσεων που λαμβάνουν χώρα σε άλλες χώρες της ΕΕ) για το επόμενο έτος», μπορεί να γίνει αντιληπτό μόνον ως εσωτερική πρόταση της PNE αποσκοπούσα, τελικώς, να θέσει τέλος στην εξαίρεση από την πριμοδότηση των εξαγωγών, εξαίρεση που μέχρι τότε διαιώνιζαν οι προσφεύγουσες με τον τρόπο που περιέγραψε η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση και εξετάσθηκε στις σκέψεις 60 έως 65 ανωτέρω.
318 Προκύπτει, ωστόσο, το ερώτημα αν το σημείωμα αυτό, πέραν του περιεχομένου του, παρείχε στην Επιτροπή τη δυνατότητα να θεωρήσει, όπως το έπραξε με την αιτιολογική σκέψη 134, πρώτη περίπτωση, της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι, κατά την ίδια την PNE, η συνέπεια της καθιέρωσης πριμοδότησης των εξαγωγικών πωλήσεων για το 2003 αντιστοιχούσε σε [εμπιστευτικό] επιπλέον πωλήσεις.
319 Για να εξαγάγει τον αριθμό αυτό, η Επιτροπή υπολόγισε τη διαφορά μεταξύ της αναφερόμενης στο σημείωμα αυτό πρόβλεψης για αύξηση των εξαγωγικών πωλήσεων που περιλαμβάνεται στο εμπορικό και βιομηχανικό σχέδιο (PIC) του 2003, χωρίς αλλαγή του συστήματος ανταμοιβής ([εμπιστευτικό] πωλήσεις), και της πρόβλεψης για αύξηση των εξαγωγικών πωλήσεων που προβλέπεται από τον [εμπιστευτικό] σε περίπτωση αλλαγής του συστήματος ανταμοιβής ([εμπιστευτικό] πωλήσεις).
320 Οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι η Επιτροπή έσφαλε και προβάλλουν συναφώς δύο ενστάσεις. Αφενός, οι [εμπιστευτικό] πωλήσεις που προβλέπει ο [εμπιστευτικό] αποτελούν απλώς μία γραμμική προβολή, που πραγματοποίησε ο ίδιος, της συνεχούς αύξησης του εξαγωγικού όγκου από το 2000 και μετά. Αφετέρου, οι [εμπιστευτικό] πωλήσεις του PIC του 2003, που αναφέρονται στο σημείωμα της 14ης Οκτωβρίου 2002, ήταν μία προσωρινή απλώς πρόβλεψη, στηριζόμενη στις εξαγωγές του 2001 για την οποία δεν συνυπολογίσθηκαν τα υπάρχοντα στους αντιπροσώπους αποθέματα αυτοκινήτων. Το PIC του 2003, το οποίο δεν είχε οριστικώς καθοριστεί κατά τη σύνταξη του σημειώματος αυτού, προέβλεπε τελικώς μεγαλύτερο όγκο εξαγωγών ([εμπιστευτικό] αυτοκίνητα) και πλησίαζε περισσότερο στην πραγματικότητα, εφόσον το 2003 εξήχθησαν [εμπιστευτικό] αυτοκίνητα.
321 Όσον αφορά την πρώτη ένσταση, σχετικά με το γεγονός ότι ο αριθμός των [εμπιστευτικό] πωλήσεων ήταν απλώς μία γραμμική προβολή, που πραγματοποίησε ο συντάκτης του σημειώματος, της διαρκούς αύξησης του εξαγωγικού όγκου από το 2000 και μετά, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι στηρίζεται εμμέσως, αλλά αναγκαστικά, στην εσφαλμένη άποψη (βλ. σκέψεις 314 έως 317 ανωτέρω) σύμφωνα με την οποία η προτεινόμενη από τον εν λόγω συντάκτη τροποποίηση ήταν τροποποίηση καθαρά διαδικαστική ενός συστήματος ανταμοιβής που προέβλεπε εξ αρχής την πριμοδότηση των εξαγωγών.
322 Κατά τα λοιπά και ως εκ περισσού, πρέπει να τονιστεί, όπως το τόνισε και η Επιτροπή, αφενός, ότι η ένσταση αυτή βασίζεται μόνο σε έναν ισχυρισμό των προσφευγουσών, δεδομένου ότι η προσκόμιση εκ μέρους τους ενός πίνακα που πρότεινε αυτή την προβολή ουδόλως σημαίνει ότι αυτή ήταν η μέθοδος που εφάρμοσε με το σημείωμά του ο [εμπιστευτικό], και, αφετέρου, ότι, αν όντως αυτή ήταν η μέθοδος του [εμπιστευτικό], τότε δεν γίνεται κατανοητό πως οι προσωρινές προβλέψεις ([εμπιστευτικό] πωλήσεις) και οι οριστικές προβλέψεις ([εμπιστευτικό] πωλήσεις) του PIC του 2003 υπολογίσθηκαν σε μεγάλο βαθμό χαμηλότερα από αυτή την υποτιθέμενη γραμμική προβολή.
323 Η δεύτερη ένσταση, σύμφωνα με την οποία οι [εμπιστευτικό] πωλήσεις του PIC του 2003, που αναφέρονται με το σημείωμα της 14ης Οκτωβρίου 2002, ήταν προσωρινός αριθμός που αργότερα αναθεωρήθηκε προς τα επάνω και ότι πρέπει μάλλον να ληφθεί υπόψη ένας αριθμός [εμπιστευτικό] πωλήσεων, ουδόλως αναιρεί το γεγονός ότι ο συντάκτης του εν λόγω σημειώματος προέβλεπε, κατ’ ουσίαν, βάσει του PIC του 2003 που εκτιμούσε σε [εμπιστευτικό] τις εξαγωγικές πωλήσεις, μία αύξηση εξαγωγών κατά [εμπιστευτικό] αυτοκίνητα σε περίπτωση πριμοδότησης των εξαγωγών. Το γεγονός ότι το PIC του 2003 αναθεωρήθηκε προς τα επάνω ουδόλως συνεπάγεται ότι η πρόβλεψη του [εμπιστευτικό], σχετικά με τον αντίκτυπο της καθιέρωσης πριμ για τις εξαγωγές ([εμπιστευτικό] αυτοκίνητα), έπρεπε αναγκαστικά να αναθεωρηθεί προς τα κάτω.
324 Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι οι προσφεύγουσες δεν απέδειξαν ότι η Επιτροπή έσφαλε στηριζόμενη στο εσωτερικό σημείωμα της PNE, της 14ης Οκτωβρίου 2002, για να συναγάγει ότι η καθιέρωση συστήματος πριμοδότησης για τις εξαγωγικές πωλήσεις θα είχε ως αποτέλεσμα, για το 2003, πολύ σημαντική αύξηση του όγκου των εξαγωγών προς άλλα κράτη μέλη.
325 Τέλος, όσον αφορά τις πρωτοβουλίες τις οποίες η Επιτροπή χαρακτήρισε γενικώς ως πιέσεις, από τις διαπιστώσεις στις οποίες προέβη η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση (βλ., ειδικότερα, αιτιολογικές σκέψεις 126 έως 128, 135 και 166) και οι οποίες δεν αμφισβητήθηκαν σοβαρά με την υπό κρίση προσφυγή, σαφώς προκύπτει ότι οι πιέσεις αυτές είχαν σημαντικό αντίκτυπο στη συμπεριφορά των αντιπροσώπων στα θέματα των εξαγωγών.
326 Συναφώς, όσον αφορά, ειδικότερα, το επιχείρημα, που προέβαλαν οι προσφεύγουσες στο πλαίσιο του τέταρτου λόγου ακυρώσεως (βλ. σκέψη 238 ανωτέρω), κατά το οποίο δύο αντιπρόσωποι, ο [εμπιστευτικό] και ο [εμπιστευτικό], αύξησαν «σημαντικά» τις εξαγωγές τους κατόπιν των πιέσεων, πρέπει, τουλάχιστον, να θεωρηθεί ως έχον περιορισμένη σημασία. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από το σημείωμα του [εμπιστευτικό], της 2ας Νοεμβρίου 2001, κατά τον [εμπιστευτικό], η αύξηση των εξαγωγών οφειλόταν, στην πραγματικότητα, σε μία μοναδική πράξη εξαγωγής. Επιπλέον, όπως προκύπτει από το σημείωμα αυτό, για τους δύο αυτούς αντιπροσώπους, οι εξαγωγές ήταν απλώς μία αναγκαία βραχυπρόθεσμη λύση για να αντιμετωπίσουν τις άμεσες οικονομικές υποχρεώσεις τους (βλ., όσον αφορά τον [εμπιστευτικό], σκέψεις 204 και 205 ανωτέρω). Από τη δικογραφία προκύπτει, τέλος, ότι οι εξαγωγές των δύο αυτών αντιπροσώπων επανήλθαν, πράγματι, σε σημαντικά χαμηλά επίπεδα το 2003.
327 Τέλος, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω σκέψεις, σχετικά με την έρευνα εκ μέρους της Επιτροπής του συγκεκριμένου αντίκτυπου της παράβασης στην αγορά, η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε σφάλμα εκτίμησης κρίνοντας, κατ’ ουσίαν, από τη σκοπιά των αντιπροσώπων, ότι η εξαίρεση από την πριμοδότηση των εξαγωγών είχε πολύ σημαντικό αντίκτυπο στη δυνατότητα των αντιπροσώπων να πραγματοποιούν εξαγωγικές πωλήσεις (αιτιολογική σκέψη 169 της προσβαλλόμενης αποφάσεως), αντίκτυπο για τον οποίο το σημείωμα της 14ης Οκτωβρίου 2002 έδιδε ένα μέτρο για το 2003, και ότι οι πιέσεις είχαν συμβάλει στον περιορισμό των διασυνοριακών πωλήσεων αυτοκινήτων (αιτιολογική σκέψη 135 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
328 Ωστόσο, από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει επίσης (βλ. σκέψεις 302 έως 305 ανωτέρω) ότι η Επιτροπή, στις αιτιολογικές σκέψεις 131 και 132 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, εμφάνισε και ανέλυσε τα πραγματικά περιστατικά με τρόπο που υποβάθμισε τον ρόλο που διαδραμάτισε η εξέλιξη της διαφοράς των τιμών στη μείωση των εξαγωγών, με συνέπεια να υπερεκτιμήσει τον συγκεκριμένο αντίκτυπο της παράβασης στην αγορά.
329 Κατόπιν των προεκτεθέντων όσον αφορά την εκτίμηση από την Επιτροπή της σοβαρότητας της παράβασης, το Πρωτοδικείο, κατά την άσκηση της αρμοδιότητάς του πλήρους δικαιοδοσίας, κρίνει ότι πρέπει, επιβεβαιώνοντας τον χαρακτηρισμό της παράβασης, στον οποίο προέβη η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση, ως πολύ σοβαρής, να μεταρρυθμίσει την προσβαλλόμενη απόφαση, για τους λόγους που εκτίθενται στις σκέψεις 302 έως 305 και 328 ανωτέρω, μειώνοντας κατά 10 % το ποσό του προστίμου που επιβλήθηκε με την αιτιολογική σκέψη 173 της προσβαλλόμενης αποφάσεως λόγω της σοβαρότητας της παράβασης.
Ως προς την αμφισβήτηση της εκτίμησης από την Επιτροπή της διάρκειας της παράβασης για τον σκοπό του υπολογισμού του ύψους του προστίμου
330 Οι κατευθυντήριες γραμμές, στο σημείο 1 B, διευκρινίζουν ότι η διάρκεια της εκάστοτε παράβασης θα πρέπει να χρησιμεύει ως κριτήριο προκειμένου να γίνεται διάκριση μεταξύ των παραβάσεων σύντομης διάρκειας (κατά κανόνα, βραχύτερης του ενός έτους), στις οποίες εφαρμόζεται καμία προσαύξηση, των παραβάσεων μέσης διάρκειας (κατά κανόνα, από ένα έως πέντε έτη), στις οποίες η προσαύξηση μπορεί να φθάσει έως το 50 % του ποσού που έχει καθορισθεί με βάση τη σοβαρότητα της παράβασης, και των παραβάσεων μεγάλης διάρκειας (κατά κανόνα, μεγαλύτερης των πέντε ετών), στις οποίες η προσαύξηση που εφαρμόζεται για κάθε έτος μπορεί να ισούται με το 10% του ποσού που έχει καθορισθεί με βάση τη σοβαρότητα της παράβασης.
331 Όσον αφορά την αμφισβήτηση από τις προσφεύγουσες της εκτίμησης από την Επιτροπή της διάρκειας της παράβασης, έχει διαπιστωθεί, στο πλαίσιο της εξέτασης του τρίτου λόγου ακυρώσεως (βλ. σκέψη 228 ανωτέρω), ότι η Επιτροπή δεν έσφαλε δεχόμενη ότι «η παράβαση, καθ’ όλα τα σκέλη της, διαπράχθηκε [από τις προσφεύγουσες] από τις αρχές […] Ιανουαρίου 1997 έως τα τέλη Σεπτεμβρίου 2003, δηλαδή για έξι έτη και εννέα μήνες» (αιτιολογική σκέψη 175 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
332 Οι προσφεύγουσες προβάλλουν, ωστόσο, ότι η ενιαία προσαύξηση που εφαρμόσθηκε για όλη την ανωτέρω διάρκεια δεν δικαιολογείται, δεδομένου ότι η παράβαση είχε διαφορετική ένταση στο επίμαχο χρονικό διάστημα. Η διαφοροποίηση αυτή της έντασης έπρεπε να ληφθεί υπόψη κατά την εκτίμηση της διάρκειας της παράβασης.
333 Πρέπει να υπενθυμιστεί ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, η προσαύξηση του ποσού του προστίμου λόγω της διάρκειας της παραβάσεως πραγματοποιείται με την εφαρμογή ορισμένου ποσοστού στο αρχικό ποσό που καθορίζεται σε συνάρτηση με τη σοβαρότητα του συνόλου της παραβάσεως, εκφράζοντας ήδη κατ’ αυτόν τον τρόπο τις διαφοροποιήσεις ως προς την ένταση της παραβάσεως. Έτσι, δεν θα ήταν λογικό να ληφθεί υπόψη, για την προσαύξηση του ποσού αυτού λόγω της διάρκειας της παραβάσεως, η διακύμανση της εντάσεως της παραβάσεως κατά το οικείο χρονικό διάστημα (απόφαση του Πρωτοδικείου της 8ης Ιουλίου 2008, BPB κατά Επιτροπής, T‑53/03, που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 364).
334 Συνεπώς, η Επιτροπή δεν μπορεί να κατηγορηθεί, μετά τον συνυπολογισμό, κατά την εκτίμηση της σοβαρότητας, της διακύμανσης της έντασης της παράβασης στο επίμαχο χρονικό διάστημα (αιτιολογική σκέψη 172, τρίτη περίοδος, της προσβαλλόμενης αποφάσεως) και τη διαπίστωσή της ότι η παράβαση διαπράχθηκε σε περίοδο 6 ετών και εννέα μηνών (αιτιολογική σκέψη 175 της προσβαλλόμενης αποφάσεως), ότι εφάρμοσε την προσαύξηση λόγω διαρκείας που προβλέπεται από τις κατευθυντήριες γραμμές για τις μεγαλύτερες των πέντε ετών παραβάσεις.
335 Πρέπει επομένως να απορριφθούν οι αντιρρήσεις των προσφευγουσών σχετικά με την εκτίμηση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, της διάρκειας της παράβασης για τον υπολογισμό του προστίμου.
336 Κατόπιν όλων των παραπάνω σκέψεων και, ιδίως, της σκέψης 329 ανωτέρω, το τελικό ποσό του επιβληθέντος στις προσφεύγουσες προστίμου ορίζεται σε 44,55 εκατομμύρια ευρώ. Η προσφυγή απορρίπτεται κατά τα λοιπά.
Επί των δικαστικών εξόδων
337 Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Κατ’ εφαρμογήν της παραγράφου 3, πρώτο εδάφιο, της ίδιας διατάξεως, το Πρωτοδικείο μπορεί να κατανείμει τα έξοδα σε περίπτωση μερικής ήττας των διαδίκων.
338 Επειδή η προσφυγή απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν, το Πρωτοδικείο, κατά δίκαιη κρίση των περιστάσεων της υποθέσεως, αποφασίζει ότι οι προσφεύγουσες θα φέρουν τα εννέα δέκατα των δικών τους δικαστικών εξόδων και τα εννέα δέκατα των δικαστικών εξόδων της Επιτροπής και η Επιτροπή θα φέρει το ένα δέκατο των δικών της δικαστικών εξόδων και το ένα δέκατο των δικαστικών εξόδων των προσφευγουσών.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (πέμπτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Ορίζει το ποσό του προστίμου που επιβλήθηκε στην Automobiles Peugeot SA και στην Peugeot Nederland NV με το άρθρο 3 της αποφάσεως C (2005) 3683 τελικό της Επιτροπής, της 5ης Οκτωβρίου 2005, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 81 [ΕΚ] (Υποθέσεις F‑2/36.623/36.820/37.275 – SEP κ.λπ./Automobiles Peugeot SA) σε 44,55 εκατομμύρια ευρώ.
2) Απορρίπτει κατά τα λοιπά την προσφυγή.
3) Καταδικάζει την Automobiles Peugeot και την Peugeot Nederland να φέρουν τα εννέα δέκατα των δικών τους δικαστικών εξόδων και τα εννέα δέκατα των δικαστικών εξόδων της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
4) Καταδικάζει την Επιτροπή να φέρει το ένα δέκατο των δικών της δικαστικών εξόδων και το ένα δέκατο των δικαστικών εξόδων της Automobiles Peugeot και της Peugeot Nederland.
Βηλαράς
Prek
Ciucă
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 9 Ιουλίου 2009.
(υπογραφές)
Πίνακας περιεχομένων
Ιστορικό της διαφοράς
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
Σκεπτικό
1. Επί του δεύτερου λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από τον μη αντίθετο προς τον ανταγωνισμό σκοπό του συστήματος ανταμοιβής των αντιπροσώπων και των πιέσεων
Επιχειρήματα των διαδίκων
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
Αντίθετος προς τον ανταγωνισμό σκοπός του συστήματος ανταμοιβής
Πιέσεις με σκοπό αντίθετο προς τον ανταγωνισμό
2. Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως που αντλείται από έλλειψη συμφωνίας υπό την έννοια του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ
Επιχειρήματα των διαδίκων
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
3. Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από εσφαλμένη εκτίμηση της διάρκειας της παράβασης και από αντιφατική αιτιολογία
Επιχειρήματα των διαδίκων
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
4. Ως προς τον τέταρτο λόγο ακυρώσεως, που αντλείται από εσφαλμένη εκτίμηση των επιπτώσεων της φερόμενης ως αντίθετης προς τον ανταγωνισμό συμφωνίας
Επιχειρήματα των διαδίκων
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
5. Επί του πέμπτου λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από παράβαση του άρθρου 23, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 1/2003 και των κατευθυντήριων γραμμών και αποσκοπεί στη μείωση του ποσού του προστίμου
Επιχειρήματα των διαδίκων
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
Ως προς την αμφισβήτηση της εκτίμησης της Επιτροπής σχετικά με τη σοβαρότητα της παράβασης για τους σκοπούς του υπολογισμού του προστίμου
– Ως προς το κριτήριο αξιολόγησης της σοβαρότητας της παράβασης που συνδέεται με τη φύση της
– Ως προς το κριτήριο αξιολόγησης της σοβαρότητας της παράβασης που συνδέεται με τον συγκεκριμένο αντίκτυπό της στην αγορά
Ως προς την αμφισβήτηση της εκτίμησης από την Επιτροπή της διάρκειας της παράβασης για τον σκοπό του υπολογισμού του ύψους του προστίμου
Επί των δικαστικών εξόδων
* Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
1– Εμπιστευτικές πληροφορίες που παραλείπονται.
Full & Egal Universal Law Academy