2.4.2005
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 82/38
Προσφυγή των Standard Commercial Corporation, Standard Commercial Tobacco Corporation και Trans-Continental Leaf Tobacco Corporation κατά της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων που ασκήθηκε στις 21 Ιανουαρίου 2005
(Υπόθεση Τ-24/05)
(2005/C 82/69)
Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική
Οι Standard Commercial Corporation, με έδρα το Wilson, Βόρεια Καρολίνα (ΗΠΑ), Standard Commercial Tobacco Corporation, με έδρα το Wilson, Βόρεια Καρολίνα (ΗΠΑ), και Trans-Continental Leaf Tobacco Corporation, με έδρα το Vaduz (Λιχτενστάιν), εκπροσωπούμενες από τους M. Odriozola, M. Marañón και A. Emch, δικηγόρους, άσκησαν στις 21 Ιανουαρίου 2005 ενώπιον του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων προσφυγή κατά της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
Οι προσφεύγουσες ζητούν από το Πρωτοδικείο:
—
να ακυρώσει την απόφαση της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 20ής Οκτωβρίου 2004 στην υπόθεση COMP/C.38.238/B.2 – Τομέας του ακατέργαστου καπνού στην Ισπανία, στο μέτρο που αφορά τις προσφεύγουσες·
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Λόγοι ακυρώσεως και κύρια επιχειρήματα
Στην προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή διαπιστώνει ότι οι προσφεύγουσες, μεταξύ άλλων επιχειρήσεων, παρέβησαν το άρθρο 81, παράγραφος 1, ΕΚ συνάπτοντας συμφωνία και/ή εφαρμόζοντας εναρμονισμένη πρακτική, κατά την περίοδο 1996-2001, με σκοπό τον ετήσιο καθορισμό της (ανώτατης) μέσης τιμής παραδόσεως για κάθε ποικιλία ακατέργαστου καπνού (όλων των ποιοτήτων) και την κατανομή των ποσοτήτων κάθε ποικιλίας ακατέργαστου καπνού που θα αγοραστούν. Περαιτέρω, η Επιτροπή διαπιστώνει ότι, για τα τελευταία τρία έτη (1999-2001), οι ως άνω επιχειρήσεις συμφώνησαν μεταξύ τους περιθώρια τιμών ανά ποιότητα για κάθε ποικιλία ακατέργαστου καπνού καθώς και πρόσθετους όρους.
Προς στήριξη της προσφυγής τους, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν, καταρχάς, ότι η Επιτροπή προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ, και του άρθρου 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003 (1), θεωρώντας τις προσφεύγουσες υπεύθυνες για την παράβαση που διέπραξε η θυγατρική τους εταιρία. Κατά τις προσφεύγουσες, η Επιτροπή δεν απέδειξε ούτε ότι οι προσφεύγουσες ήταν σε θέση να ασκήσουν καθοριστική επιρροή στη θυγατρική τους καθ' όλη τη διάρκεια της παραβάσεως ούτε ότι όντως άσκησαν επιρροή όσον αφορά την πολιτική που εφάρμοσε η θυγατρική τους. Επικουρικώς, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν επίσης ότι η Επιτροπή δεν αιτιολόγησε επαρκώς τη θεμελίωση της ευθύνης τους για την παράβαση της θυγατρικής τους.
Περαιτέρω, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η Επιτροπή παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, παραλείποντας να εφαρμόσει στις προσφεύγουσες τα κριτήρια που εφάρμοσε για να αποκλείσει την ευθύνη άλλων μητρικών εταιριών για τη συμμετοχή των θυγατρικών τους στην εν λόγω παράβαση. Επικαλούνται, μεταξύ άλλων, το ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη της ότι το συμφέρον των προσφευγουσών στη θυγατρική τους ήταν καθαρά οικονομικής φύσεως, καίτοι απέκλεισε την ευθύνη άλλης μητρικής επιχειρήσεως για τους ίδιους ακριβώς λόγους.
(1) Κανονισμός (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της Συνθήκης (ΕΕ L 1, σ.1).
Full & Egal Universal Law Academy