17.9.2005
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 229/35
Προσφυγή του Harald Mische κατά της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που ασκήθηκε στις 20 Ιουλίου 2005
(Υπόθεση T-288/05)
(2005/C 229/75)
Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική
Ο Harald Mische, κάτοικoς Βρυξελλών (Βέλγιο), εκπροσωπούμενος από τους δικηγόρους G. Vandersanden και L. Levi, άσκησε ενώπιον του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις 20 Ιουλίου 2005 προσφυγή κατά της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
Ο προσφεύγων ζητεί από το Πρωτοδικείο:
—
να ακυρώσει τη βαθμολογική κατάταξη η οποία καθορίσθηκε με την απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 2004 της αρμοδίας για τους διορισμούς αρχής, η οποία κατέταξε τον προσφεύγοντα, κατά την πρόσληψή του στη ΓΔ Ανταγωνισμού ως κατώτερου νομικού συμβούλου, στον βαθμό Α*6, κλιμάκιο 2, και να τον αποκαταστήσει σε όλα τα δικαιώματα που απορρέουν από μία νόμιμη και κανονική εργασία, δηλαδή νόμιμη και κανονική βαθμολογική κατάταξη από τις 16 Νοεμβρίου 2004, όπερ και σημαίνει κατάταξη τουλάχιστον στον βαθμό Α7, κλιμάκιο 3 (σε ισχύ την 1η Νοεμβρίου 2003) ή τον αντίστοιχό του σύμφωνα με τα άρθρα 1 έως 11 του παραρτήματος XIII του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως (βαθμός Α*8, κλιμάκιο 3)·
—
να επιδικάσει αποζημίωση υπό τη μορφή τόκων υπερημερίας, αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη ως προς την εξέλιξη της σταδιοδρομίας του, καθώς και άλλη αποζημίωση υπό τη μορφή νομίμων και κανονικών αποδοχών, ιδίως σε ό,τι αφορά τη μεταβατική διάταξη που περιλαμβάνει το άρθρο 21 του παραρτήματος XIII του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως, όπως ίσχυε την 1η Μαΐου 2004, ή, επικουρικά, τη μείωση των εισφορών στο συνταξιοδοτικό σύστημα σύμφωνα με την αρχή της ισότητας των αμοιβών· τα δικαιώματα αυτά πρέπει να υπολογισθούν δεόντως σε μεταγενέστερο χρονικό στάδιο και υπολογίζονται επί του παρόντος, προσωρινά και κατά δικαία κρίση, σε τουλάχιστον 10 000 ευρώ ετησίως·
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Λόγοι ακυρώσεως και κύρια επιχειρήματα
Ο προσφεύγων μετέσχε στον διαγωνισμό PE/96/A, του οποίου η προκήρυξη δημοσιεύθηκε στις 23 Μαΐου 2002. Πέτυχε στον διαγωνισμό και ενεγράφη στον εφεδρικό πίνακα μελλοντικών προσλήψεων στις 27 Μαΐου 2004. Κατά την περίοδο αυτή ο προσφεύγων άρχισε να εργάζεται στην Επιτροπή, πρώτα ως έκτακτος υπάλληλος με βαθμό Α7, έπειτα ως επικουρικός υπάλληλος με βαθμό Β. Μετά τον διαγωνισμό, ο προσφεύγων προσελήφθη από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο από τις 16 Νοεμβρίου 2004 και μετατάχθηκε στην Επιτροπή. Ο προσφεύγων κατατάχθηκε τότε στον βαθμό Α*6.
Ο προσφεύγων δηλώνει ότι ζητεί ίση μεταχείριση σε σχέση με τους μονίμους υπαλλήλους που προσελήφθησαν μεταξύ Ιουνίου 2003 και τέλους Απριλίου 2004. Προς στήριξη της προσφυγής του επικαλείται την έλλειψη νομιμότητας του άρθρου 12 του παραρτήματος XIII του νέου Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως. Κατά τον προσφεύγοντα, το άρθρο αυτό παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχείρισης και της απαγόρευσης των διακρίσεων, το άρθρο 31 του νέου Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως, το άρθρο 5 του νέου Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως σε συνδυασμό με την αρχή της ίσης μεταχείρισης και της απαγόρευσης των διακρίσεων, την αρχή της ισοτιμίας θέσεων εργασίας και βαθμών, το άρθρο 7, παράγραφος 1, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως και το Παράρτημα ΙΑ του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως, καθώς επίσης και την αρχή της ασφάλειας δικαίου, την αρχή της μη αναδρομικότητας και τα κεκτημένα δικαιώματα και τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη του προσφεύγοντος. Ο προσφεύγων ισχυρίζεται επιπροσθέτως ότι ο κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) 723/2004 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 2004, για την τροποποίηση του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό αυτών (1), παραβιάζει το άρθρο 10 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως.
Ο προσφεύγων επικαλείται επίσης παραβίαση των αρχών της χρηστής διοικήσεως, της προνοίας, της διαφάνειας, της καλής πίστης και της ίσης μεταχείρισης και της απαγόρευσης των διακρίσεων.
(1) ΕΕ L 124, σ. 1.
Full & Egal Universal Law Academy