Υπόθεση T-117/05 R
Andreas Rodenbröker κ.λπ.
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων — Αίτηση αναστολής εκτελέσεως — Οδηγία 92/43/ΕΟΚ — Επείγον — Δεν υφίσταται»
Διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 5ης Ιουλίου 2005
Περίληψη της διατάξεως
1. Ασφαλιστικά μέτρα — Προϋποθέσεις παραδεκτού — Δικόγραφο προσφυγής — Απαιτήσεις ως προς τον τύπο — Μνεία των λόγων που δικαιολογούν εκ πρώτης όψεως τη χορήγηση των ζητουμένων μέτρων — Περιληπτική παρουσίαση των επιχειρημάτων — Παραδεκτό — Προϋποθέσεις
(Άρθρα 242 ΕΚ και 243 ΕΚ· Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 104 § 2)
2. Ασφαλιστικά μέτρα — Προϋποθέσεις παραδεκτού — Παραδεκτό της κύριας προσφυγής — Δεν ασκεί επιρροή — Όρια
(Άρθρα 242 ΕΚ και 243 ΕΚ· Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 104 § 1)
3. Ασφαλιστικά μέτρα — Αναστολή εκτελέσεως — Προσωρινά μέτρα — Προϋποθέσεις χορήγησης — Επείγον — Σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία — Βάρος αποδείξεως — Οικονομική ζημία επηρεάζουσα την περιουσιακή κατάσταση του προσφεύγοντος — Ζημία σε σημαντικό βαθμό προβλέψιμη — Συνεκτίμηση της καταστάσεως και άλλων εκτός του προσφεύγοντος προσώπων — Αποκλείεται
(Άρθρα 242 ΕΚ και 243 ΕΚ· Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 104 § 2)
1. Οι προβλεπόμενες από το άρθρο 104, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας προϋποθέσεις απαιτούν όπως τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση να προκύπτουν κατά τρόπο συνεπή και κατανοητό από το ίδιο το κείμενο του δικογράφου της αιτήσεως λήψεως τέτοιων μέτρων. Όμως, εάν η αίτηση, παρά την έλλειψη σαφηνείας και τη συγκεχυμένη παρουσίασή της, περιλαμβάνει μια σειρά ισχυρισμών και επιχειρημάτων με τα οποία σκοπείται να αποδειχθεί η συνδρομή των σχετικών με την ύπαρξη fumus boni juris και επείγοντος προϋποθέσεων, πράγμα που επιτρέπει στον αντίδικο να υποβάλει λυσιτελώς τις παρατηρήσεις του και στον δικάζοντα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή να τις εξετάσει, δεν μπορεί να συναχθεί το απαράδεκτο της αιτήσεως λόγω μη πληρώσεως των απαιτήσεων του άρθρου 104, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας.
(βλ. σκέψεις 53-54)
2. Το παραδεκτό μιας ασκηθείσας ενώπιον του κρίνοντος επί της ουσίας δικαστή προσφυγής δεν πρέπει, κατ’ αρχήν, να εξετάζεται στο πλαίσιο της διαδικασίας λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, άλλως προδικάζεται η απόφαση επί της ουσίας. Εντούτοις, είναι δυνατό να προκύπτει ότι είναι ανάγκη, όταν τίθεται το ζήτημα του προδήλως απαραδέκτου της κύριας προσφυγής επί της οποίας ερείδεται η αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων να διαπιστωθεί ότι υφίστανται ορισμένα στοιχεία που επιτρέπουν να συναχθεί, εκ πρώτης όψεως, το παραδεκτό μιας τέτοιας προσφυγής.
(βλ. σκέψη 55)
3. Το επείγον μιας αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την ανάγκη που υφίσταται να εκδοθεί προσωρινή απόφαση προκειμένου να αποφευχθεί η επέλευση σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας στον διάδικο που ζητεί το προσωρινό μέτρο. Στον εν λόγω διάδικο εναπόκειται να προσκομίσει την απόδειξη ότι δεν μπορεί να αναμείνει την έκβαση της διαδικασίας της κύριας δίκης χωρίς να υποστεί τέτοιας φύσεως ζημία.
Συναφώς, μολονότι είναι ακριβές ότι, για τη διαπίστωση της υπάρξεως σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας, στο πλαίσιο μιας διαδικασίας λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, δεν απαιτείται να διαπιστώνεται με απόλυτη ακρίβεια η επέλευση της ζημίας και αρκεί να είναι η τελευταία σε σημαντικό βαθμό προβλέψιμη, εξίσου αληθές είναι ότι οι αιτούντες υποχρεούνται πάντα να αποδεικνύουν τα πραγματικά περιστατικά επί των οποίων θεωρείται ότι στηρίζεται η προοπτική μιας τέτοιας σοβαρής κι ανεπανόρθωτης ζημίας ώστε να καθίσταται δυνατό στον δικάζοντα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή να εκτιμήσει την πιθανότηταs επελεύσεως ενός τέτοιου γεγονότος. Ως εκ τούτου, η σχετική με το επείγον προϋπόθεση δεν πληρούται στην περίπτωση κατά την οποία οι προβαλλόμενες περιστάσεις δεν συνιστούν άμεσο κίνδυνο αλλά ένα μελλοντικό, αβέβαιο και εξαρτώμενο εκ τυχαίων γεγονότων κίνδυνο.
Ούτε εξάλλου μπορεί να ληφθεί υπόψη μια ζημία σχετικά με την οποία προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι την έχουν υποστεί άλλα εκτός των προσφευγόντων πρόσωπα, και τούτο εφόσον η ζημία που θεωρείται ότι αποτελεί χαρακτηριστικό του επείγοντος πρέπει να απειλεί τον ίδιο τον αιτούντα. Ομοίως, μια οικονομικού χαρακτήρα ζημία δεν μπορεί να θεωρηθεί, εκτός εξαιρετικών περιστάσεων, ως ανεπανόρθωτη ή ακόμα δυσχερώς επανορθώσιμη, εφόσον μπορεί αυτή να αποτελέσει το αντικείμενο μεταγενέστερης χρηματικής αποζημιώσεως.
(βλ. σκέψεις 71-72, 74-76)
ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ
της 5ης Ιουλίου 2005 (*)
«Διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων – Αίτηση αναστολής εκτελέσεως – Οδηγία 92/43/ΕΟΚ – Επείγον – Δεν υφίσταται»
Στην υπόθεση T‑117/05 R,
Andreas Rodenbröker, κάτοικος Hövelhof (Γερμανία), και 81 άλλα πρόσωπα, τα ονόματα των οποίων περιλαμβάνονται σε παράρτημα της παρούσας διατάξεως, εκπροσωπούμενοι από τον δικηγόρο H. Glatzel,
αιτούντες,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τους M. van Beek και B. Schima, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
με αντικείμενο αίτημα αναστολής εκτελέσεως της αποφάσεως 2004/813/ΕΚ της Επιτροπής, της 7ης Δεκεμβρίου 2004, με την οποία θεσπίζεται ο κατάλογος των τόπων κοινοτικής σημασίας για την ατλαντική βιογεωγραφική περιοχή, κατ’ εφαρμογήν της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 387, σ. 1),
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Νομικό πλαίσιο και ιστορικό της αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων
1 Στις 21 Μαΐου 1992 το Συμβούλιο εξέδωσε την οδηγία 92/43/ΕΟΚ, για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας (ΕΕ 1992, L 206, σ. 7, στο εξής: οδηγία)
2 Η εν λόγω οδηγία σκοπεί, σύμφωνα με το άρθρο της 2, παράγραφος 1, να συμβάλει στην προστασία της βιολογικής ποικιλομορφίας, μέσω της διατηρήσεως των φυσικών οικοτόπων, καθώς και της άγριας χλωρίδας και πανίδας στο ευρωπαϊκό έδαφος των κρατών μελών όπου εφαρμόζεται η Συνθήκη.
3 Η οδηγία διευκρινίζει, στο άρθρο 2, παράγραφος 2, ότι τα μέτρα τα οποία λαμβάνονται για την εφαρμογή της, σκοπούν στη διασφάλιση της διατήρησης ή της αποκατάστασης, σε ικανοποιητικό βαθμό διατήρησης, των φυσικών οικοτόπων και των άγριων ειδών χλωρίδας και πανίδας κοινοτικού ενδιαφέροντος.
4 Σύμφωνα με την έκτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας, πρέπει να διασφαλιστεί η αποκατάσταση ή η διατήρηση των φυσικών οικοτόπων και των ειδών κοινοτικού ενδιαφέροντος σε ικανοποιητικό επίπεδο και να χαρακτηριστούν ειδικές ζώνες διατήρησης (στο εξής: ΕΖΔ) ώστε να υλοποιηθεί ένα συνεκτικό ευρωπαϊκό οικολογικό δίκτυο, σύμφωνα με καθορισμένο χρονοδιάγραμμα.
5 Δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας, αυτό το δίκτυο, επονομαζόμενο «Natura 2000», περιλαμβάνει τις ΕΖΔ καθώς και τις ζώνες ειδικής προστασίας (στο εξής: ΖΕΠ) που έχουν ταξινομηθεί από τα κράτη μέλη σύμφωνα με τις διατάξεις της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 2ας Απριλίου 1979, περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 202).
6 Σύμφωνα με το άρθρο 1, στοιχείο ιβ΄, της οδηγίας, μια ΕΖΔ ορίζεται ως «ένας τόπος κοινοτικής σημασίας ορισμένος από τα κράτη μέλη μέσω κανονιστικής, διοικητικής ή/και συμβατικής πράξης, στον οποίο εφαρμόζονται τα μέτρα διατήρησης που απαιτούνται για τη διατήρηση ή την αποκατάσταση, σε ικανοποιητικό βαθμό διατήρησης, των φυσικών οικοτόπων ή/και των πληθυσμών των ειδών για τα οποία ορίστηκε ο τόπος».
7 Το άρθρο 4 της οδηγίας προβλέπει, όσον αφορά τον ορισμό των ΕΖΔ, διαδικασία συνιστάμενη σε τρεις φάσεις. Δυνάμει της παραγράφου 1 της διατάξεως αυτής, κάθε κράτος μέλος προτείνει κατάλογο τόπων όπου υποδεικνύεται ποιοι τύποι φυσικών οικοτόπων, από τους αναφερόμενους στο παράρτημα I, και ποια τοπικά είδη, από τα απαριθμούμενα στο παράρτημα II της οδηγίας, απαντώνται στους εν λόγω τόπους. Εντός τριών ετών ύστερα από τη γνωστοποίηση της οδηγίας, ο κατάλογος αυτός διαβιβάζεται στην Επιτροπή, ταυτόχρονα με τα αφορώντα κάθε τόπο στοιχεία.
8 Σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας, η Επιτροπή καταρτίζει, σύμφωνα με τους καταλόγους αυτούς, βάσει των απαριθμουμένων στο παράρτημα ΙΙΙ της εν λόγω οδηγίας κριτηρίων και σε συμφωνία με καθένα από τα κράτη μέλη, σχέδιο καταλόγου των τόπων κοινοτικής σημασίας. Ο κατάλογος των τόπων που επιλέγονται ως τόποι κοινοτικής σημασίας καταρτίζεται από την Επιτροπή κατά τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 21 της οδηγίας. Σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 3, ο κατάλογος αυτός καταρτίζεται εντός προθεσμίας έξι ετών από της γνωστοποιήσεως της οδηγίας.
9 Το άρθρο 4, παράγραφος 4, της οδηγίας ορίζει ότι, όταν ένας τόπος κοινοτικής σημασίας έχει επιλεγεί δυνάμει της διαδικασίας της παραγράφου 2 της ίδιας αυτής διατάξεως, το οικείο κράτος μέλος ορίζει τον εν λόγω τόπο ως ΕΖΔ το ταχύτερο δυνατόν και εντός, το αργότερο, μιας εξαετίας, καθορίζοντας τις προτεραιότητες σε συνάρτηση με τη σημασία των τόπων για τη διατήρηση ή την αποκατάσταση, σε ικανοποιητικό βαθμό διατήρησης, ενός τύπου φυσικών οικοτόπων του παραρτήματος I ή ενός είδους του παραρτήματος II και για τη συνεκτικότητα του Natura 2000, καθώς και σε συνάρτηση με τους κινδύνους υποβάθμισης ή καταστροφής που επαπειλούν τους εν λόγω τόπους.
10 Η οδηγία διευκρινίζει, στο άρθρο 4, παράγραφος 5, ότι μόλις ένας τόπος εγγραφεί στον κατάλογο των τόπων κοινοτικής σημασίας που έχει καταρτιστεί από την Επιτροπή, υπόκειται στις διατάξεις των παραγράφων 2, 3 και 4 του άρθρου 6.
11 Σύμφωνα με το άρθρο 6 της οδηγίας:
«1. Για τις [ΕΖΔ], τα κράτη μέλη καθορίζουν τα αναγκαία μέτρα διατήρησης που ενδεχομένως συνεπάγονται ειδικά ενδεδειγμένα σχέδια διαχείρισης ή ενσωματωμένα σε άλλα σχέδια διευθέτησης και τα δέοντα κανονιστικά, διοικητικά ή συμβατικά μέτρα που ανταποκρίνονται στις οικολογικές απαιτήσεις των τύπων φυσικών οικοτόπων του παραρτήματος I και των ειδών του παραρτήματος II, τα οποία απαντώνται στους τόπους.
2. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα κατάλληλα μέτρα ώστε στις [ΕΖΔ] να αποφεύγεται η υποβάθμιση των φυσικών οικοτόπων και των οικοτόπων ειδών, καθώς και οι ενοχλήσεις που έχουν επιπτώσεις στα είδη για τα οποία οι ζώνες έχουν ορισθεί, εφόσον οι ενοχλήσεις αυτές θα μπορούσαν να έχουν επιπτώσεις σημαντικές όσον αφορά τους στόχους της παρούσας οδηγίας.
3. Κάθε σχέδιο, μη άμεσα συνδεόμενο ή αναγκαίο για τη διαχείριση του τόπου, το οποίο όμως είναι δυνατόν να επηρεάζει σημαντικά τον εν λόγω τόπο, καθεαυτό ή από κοινού με άλλα σχέδια, εκτιμάται δεόντως ως προς τις επιπτώσεις του στον τόπο, λαμβανομένων υπόψη των στόχων διατήρησής του. Βάσει των συμπερασμάτων της εκτίμησης των επιπτώσεων στον τόπο και εξαιρουμένης της περίπτωσης των διατάξεων της παραγράφου 4, οι αρμόδιες εθνικές αρχές συμφωνούν για το οικείο σχέδιο μόνον αφού βεβαιωθούν ότι δεν θα παραβλάψει την ακεραιότητα του τόπου περί του οποίου πρόκειται και, ενδεχομένως, αφού εκφρασθεί πρώτα η δημόσια γνώμη.
4. Εάν, παρά τα αρνητικά συμπεράσματα της εκτίμησης των επιπτώσεων και ελλείψει εναλλακτικών λύσεων, ένα σχέδιο πρέπει να πραγματοποιηθεί για άλλους επιτακτικούς λόγους σημαντικού δημοσίου συμφέροντος, περιλαμβανομένων λόγων κοινωνικής ή οικονομικής φύσεως, το κράτος μέλος λαμβάνει κάθε αναγκαίο αντισταθμιστικό μέτρο ώστε να εξασφαλισθεί η προστασία της συνολικής συνοχής του Natura 2000. Το κράτος μέλος ενημερώνει την Επιτροπή σχετικά με τα αντισταθμιστικά μέτρα που έλαβε.
Όταν ο τόπος περί του οποίου πρόκειται είναι τόπος όπου ευρίσκονται ένας τύπος φυσικού οικοτόπου προτεραιότητας ή/και ένα είδος προτεραιότητας, είναι δυνατόν να προβληθούν μόνον επιχειρήματα σχετικά με την υγεία ανθρώπων και τη δημόσια ασφάλεια ή σχετικά με θετικές συνέπειες πρωταρχικής σημασίας για το περιβάλλον, ή, κατόπιν γνωμοδοτήσεως της Επιτροπής, άλλοι επιτακτικοί σημαντικοί λόγοι σημαντικού δημοσίου συμφέροντος.»
12 Το άρθρο 7 της οδηγίας προβλέπει ότι «από την ημερομηνία θέσης σε εφαρμογή» της οδηγίας οι υποχρεώσεις που πηγάζουν από τις παράγραφους 2, 3 και 4 του άρθρου 6 αυτής αντικαθιστούν τις υποχρεώσεις που πηγάζουν από την πρώτη πρόταση της παραγράφου 4 του άρθρου 4 της οδηγίας 79/409.
13 Ο τόπος DE4118401 Vogelschutzgebiet Senne mit Teutoburger Wald αποτελεί προστατευόμενη ζώνη, κατ’ εφαρμογήν της οδηγίας 79/409.
14 Η απόφαση 2004/813/ΕΚ της Επιτροπής, της 7ης Δεκεμβρίου 2004, με την οποία θεσπίζεται ο κατάλογος των τόπων κοινοτικής σημασίας για την ατλαντική βιογεωγραφική περιοχή (ΕΕ L 387, σ. 1, στο εξής: επίδικη απόφαση), ελήφθη βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας. Ο κατάλογος αυτός περιλαμβάνει τους ακόλουθους τόπους:
– DE4117301 Sennebäche·
– DE4117302 Holter Wald·
– DE4118301 Senne mit Stapelager Senne.
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
15 Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 9 Μαρτίου 2005, ο Andreas Rodenbröker και 81 άλλοι αιτούντες, των οποίων τα ονόματα περιλαμβάνονται σε παράρτημα της παρούσας διατάξεως, άσκησαν, δυνάμει του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, προσφυγή ακυρώσεως της επίδικης αποφάσεως.
16 Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 25 Μαρτίου 2005, δυνάμει του άρθρου 104 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου και των άρθρων 242 ΕΚ και 243 ΕΚ, οι προσφεύγοντες υπέβαλαν την υπό κρίση αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων.
17 Στο πλαίσιο της σχετικής αιτήσεώς τους, οι αιτούντες χωρίζονται σε έξι κατηγορίες:
– Andreas Rodenbröker, Bernhard Bröckling, Johannes Bröckling, Hedwig Bröckling, Josef Flüter, Karl-Heinz Fritze, Heinz Göke, Alwine Griffiths, Dieter Johannesmeier, Reinhard Jostwerner, Meinolf Kirchhoff, Ursula Klausfehring, Gerhard Korsmeier, Raimund Korsmeier, Mike Leuschner, Jürgen Linse, Martin Steffens, Hartwig Pollmeier, Anton Rampsel, Irene Rampsel, Franz-Josef Regenhard, Johannes Relard, Karl-Heinz Relard, Hubert Rodehutscord και Heinz Schlotmann (στο εξής: παρόχθιοι κάτοικοι του Haustenbach)·
– Norbert Altemeyer, Beate Beckamann, Gerhard Benteler, Rainer Benteler, Carl-Stefan Biermeier, Josef Biermeier, Manfred Block, Ludwig Brinkmann, Karl-Heinz Deppe, Friedhelm Dirks, Siegfried Engelns, Wilhelm Ennekens, Johannes Evers, Elke Furlkröger, Reinhard Furlmeier, Andreas Gutsche, Franz Hachmann, Heinz Meermeier, Barbara Meermeier, Heike Meuser, Ferdinand Brock, Maria Brock, Monika Plasshenrich, Heinrich Plasshenrich, Manfred Jürgenliemke, Ludwig Teichmann, Ute Teichmann, Senne Großwild Safari-Land GmbH, Renate Henning, Udo Henning, Karl-Heinz Kleinemeier, Hubert Sander και Elisabeth Kipshagen (στο εξής: παρόχθιοι κάτοικοι του Furlbach)·
– Meinolf Benteler, Richard Berens, Hans-Josef Joachim, Inge Jostameling, Rudolf Jürgenliemke, Edmund Jürgenliemke, Kunigunde Jürgenliemke, Franz-Josef Kipshagen, Heidrun Kreyer, Werner Lienen, Ulrich Wend, Monika Winter, Christiane Füchtemeier και Frank Röllke (στο εξής: παρόχθιοι κάτοικοι του Wehr-Wapelbach)·
– Gabriele Berenbrinker, Josef Delker, Josef Dresselhaus, Norbert Hunke, Heribert Rodenbecken-Schnieder και Josef Ewers (στο εξής: παρόχθιοι κάτοικοι του Rodenbach, Roden- και Wapelbach και Nördliche Moosheide)·
– Gemeinde Hövelhof (στο εξής: κοινότητα)·
– Bussemas & Pollmeier GmbH & CO. KG, Reinhard Goldkuhle και Meinolf Maasjost (στο εξής: παρόχθιοι κάτοικοι του Holter Wald).
18 Με την υπό κρίση αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, οι αιτούντες ζητούν από την Επιτροπή:
– πρώτον, να αναστείλει, μέχρι την έκδοση αποφάσεως επί της κύριας προσφυγής, την εκτέλεση της επίδικης αποφάσεως όσον αφορά την ταξινόμηση των τόπων DE4117301 Sennebäche, DE4118301 Senne mit Stapelager Senne, DE4118401 Vogelschutzgebiet Senne mit Teutoburger Wald και DE4117302 Holter Wald (στο εξής: επίδικοι τόποι)·
– δεύτερον, να γνωστοποιήσει στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας την αναστολή εκτελέσεως της επίδικης αποφάσεως όσον αφορά τους επίδικους τόπους·
– τρίτον, να φέρει αυτή τα δικαστικά έξοδα.
19 Στις κατατεθείσες στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου, στις 13 Απριλίου 2005, γραπτές παρατηρήσεις της, η Επιτροπή ζητεί κατ’ ουσίαν από το Πρωτοδικείο να απορρίψει την αίτηση ως αβάσιμη και να επιφυλαχθεί ως προς τα δικαστικά έξοδα.
20 Στις 21 Απριλίου 2005 οι αιτούντες κατέθεσαν στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου, με δική τους πρωτοβουλία, παρατηρήσεις επί των παρατηρήσεων της Επιτροπής.
21 Με απόφαση του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 21ης Απριλίου 2005, οι συμπληρωματικές παρατηρήσεις των αιτούντων επισυνάφθηκαν στη δικογραφία και κλήθηκε η Επιτροπή να υποβάλει νέες επί των τελευταίων παρατηρήσεις πριν από τις 29 Απριλίου 2005.
22 Στις 27 Απριλίου 2005 η Επιτροπή ενημέρωσε τον Πρόεδρο ότι δεν προτίθετο να διατυπώσει παρατηρήσεις επί των συμπληρωματικών παρατηρήσεων των αιτούντων.
Σκεπτικό
23 Δυνάμει των συνδυασμένων διατάξεων, αφενός, των άρθρων 242 ΕΚ και 243 ΕΚ και, αφετέρου, του άρθρου 225, παράγραφος 1, ΕΚ, το Πρωτοδικείο δύναται, εφόσον εκτιμά ότι κάτι τέτοιο επιβάλλεται από τις περιστάσεις, να διατάξει την αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως ή να διατάξει τη λήψη των αναγκαίων προσωρινών μέτρων.
24 Το άρθρο 104, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας ορίζει ότι οι αιτήσεις λήψεως προσωρινών μέτρων πρέπει να προσδιορίζουν το αντικείμενο της διαφοράς, τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει το επείγον της υποθέσεως καθώς και τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς που δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως (fumus boni juris), τη λήψη του προσωρινού μέτρου το οποίο ζητείται. Οι προϋποθέσεις αυτές ισχύουν σωρευτικώς, οπότε μια αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων πρέπει να απορρίπτεται εφόσον ελλείπει μια από τις προϋποθέσεις αυτές [διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 14ης Οκτωβρίου 1996, C-268/96 P(R), SCK και FNK κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. I-4971, σκέψη 30].
25 Ενόψει των στοιχείων της δικογραφίας, ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής εκτιμά ότι έχει στη διάθεσή του όλα τα στοιχεία που είναι αναγκαία για τη λήψη αποφάσεως επί της υπό κρίση αιτήσεως λήψεως προσωρινών μέτρων, χωρίς να χρειάζεται προηγουμένως να αναπτύξουν οι διάδικοι προφορικώς τις σχετικές διευκρινίσεις τους.
Επιχειρήματα των διαδίκων
Επί του παραδεκτού
26 Οι αιτούντες ισχυρίζονται, αφενός, ότι η αίτησή τους αναστολής εκτελέσεως πληροί όλες τις προϋποθέσεις του άρθρου 104, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας και, αφετέρου, ότι η κύρια προσφυγή είναι παραδεκτή. Επί του τελευταίου αυτού σημείου, οι αιτούντες διατείνονται ότι η επίδικη απόφαση θίγει τα δικαιώματά τους κυριότητας επί των κτημάτων τους κατά τρόπο άμεσο και ατομικό και ότι δεν μπορεί αυτή να χαρακτηρίζεται ως προπαρασκευαστικό μέτρο. Αντιθέτως, κατ’ αυτούς, η δημοσίευση της επίδικης αποφάσεως υποδηλώνει σαφώς την πρόθεση της Επιτροπής να προσδώσει δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα στην απόφαση αυτή.
27 Όσο για το ότι θίγονται κατά τρόπο άμεσο, οι αιτούντες ισχυρίζονται ότι η εφαρμογή των επίμαχων κοινοτικών διατάξεων δεν αφήνει κανένα περιθώριο εξουσίας εκτιμήσεως. Η νομική τους ισχύς απορρέει αυτομάτως και αποκλειστικώς από το κοινοτικό δίκαιο. Σύμφωνα με τους αιτούντες, αυτός ο αυτόματος χαρακτήρας απορρέει σαφώς από την ίδια την οδηγία, αλλά και από τις θεσπισμένες για τη μεταφορά της στο εσωτερικό δίκαιο εθνικές διατάξεις οι οποίες δεν εμφανίζουν ουσιαστικές αποκλίσεις σε σχέση με τις κοινοτικές διατάξεις.
28 Πράγματι, τα έννομα αποτελέσματα του άρθρου 4, παράγραφος 5, της οδηγίας και, ειδικότερα, η απαγόρευση υποβάθμισης των φυσικών οικοτόπων και των οικοτόπων ειδών, που επιβάλλεται με το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας, καθώς και η υποχρέωση της δέουσας εκτιμήσεως των επιπτώσεων κάθε σχεδίου στον τόπο, που επιβάλλεται από το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας, θα ισχύουν στο εξής κατά τρόπο άμεσο επί των εκτάσεων γης των αιτούντων. Όσον αφορά τα σχέδια τα σχετικά με αυτές τις εκτάσεις, οι αιτούντες οφείλουν σύμφωνα με την τελευταία αυτή διάταξη να προβούν στην ενδεδειγμένη εκτίμηση των επιπτώσεων ώστε να αποκλειστούν ουσιώδεις αρνητικές επιπτώσεις. Σε περίπτωση που δεν θα ήταν δυνατός ο αποκλεισμός τέτοιων επιπτώσεων, οι αιτούντες οφείλουν να λάβουν αντισταθμιστικά μέτρα σύμφωνα το άρθρο 6, παράγραφος 4, της οδηγίας.
29 Επιπλέον, οι αιτούντες υποστηρίζουν ότι το άρθρο 6 της οδηγίας δεν περιορίζει την εφαρμογή της απαγορεύσεως υποβαθμίσεως και την υποχρέωση της δέουσας εκτιμήσεως των επιπτώσεων στα κτήματα που βρίσκονται στις ΕΖΔ και ΖΕΠ, αλλά σκοπεί και στην προστασία των πέριξ των ζωνών αυτών τόπων. Ως εκ τούτου, όλα τα κτήματά τους εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας.
30 Συναφώς, οι αιτούντες επικαλούνται το παράδειγμα του Jürgenliemke, ο οποίος ανήκει στους παρόχθιους κατοίκους του Furlbach. Ο αιτών αυτός υπήρξε αποδέκτης αποφάσεως της αρμόδιας εθνικής αρχής σχετικά με αίτηση να επιτραπεί η κατασκευή κατοικίας σε οικόπεδό του το οποίο βρίσκεται σε απόσταση περίπου 85 μέτρων νοτίως ενός από τους επίδικους τόπους. Σύμφωνα με την απόφαση της αρμόδιας εθνικής αρχής, απαγορεύονται όλες οι πράξεις που θα μπορούσαν να έχουν ως αποτέλεσμα καταστροφή, βλάβη, μεταβολή, διαρκή διαταραχή ή υποβάθμιση του προστατευόμενου τόπου.
31 Τέλος, οι αιτούντες παρατηρούν ότι το κείμενο του άρθρου 6 της οδηγίας δεν προβαίνει σε καμία διαφοροποίηση, όσον αφορά την εφαρμογή της διατάξεως αυτής, μεταξύ εμπραγμάτου δικαιώματος, όπως το δικαίωμα κυριότητας, και συμβατικού δικαιώματος, όπως το δικαίωμα που προκύπτει από σύμβαση μισθώσεως. Οι αιτούντες εμμένουν επί του γεγονότος ότι οι μισθωτές θίγονται από την επίδικη απόφαση όπως ακριβώς και οι κύριοι.
32 Όσο για το ζήτημα αν οι αιτούντες θίγονται ατομικώς, οι τελευταίοι ισχυρίζονται ότι πληρούται η προϋπόθεση αυτή δεδομένου ότι οι επίδικοι τόποι διακρίνονται από άλλους περιλαμβανόμενους στην επίδικη απόφαση τόπους λόγω του γεγονότος ότι είναι οι μόνοι που δεν πληρούν τα κριτήρια της οδηγίας. Κατά τους αιτούντες, το γεγονός ότι υφίσταται κατ’ αυτόν τον τρόπο ατομικός επηρεασμός αφορά όχι μόνο τους κυρίους, αλλά και τους μισθωτές, την κοινότητα και τους παρόχθιους κατοίκους του Holter Wald.
33 Απαντώντας η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η υπό κρίση αίτηση πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη διότι, αφενός, δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 104, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας και, αφετέρου, η προσφυγή ακυρώσεως της επίδικης αποφάσεως, επί της οποίας ερείδεται η υπό κρίση αίτηση, είναι η ίδια προδήλως απαράδεκτη. Πράγματι, με εξαίρεση την κοινότητα, η επίδικη απόφαση δεν αφορά κατά τρόπο άμεσο κανέναν από τους αιτούντες. Ούτε, άλλωστε, η ίδια αυτή απόφαση τους αφορά ατομικώς.
34 Όσο για τις απαιτούμενες από το άρθρο 104 του Κανονισμού Διαδικασίας προϋποθέσεις, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι οι αιτούντες δεν αποδεικνύουν την ύπαρξη συνδέσμου μεταξύ του προσβαλλόμενου μέρους της αποφάσεως και του ισχυρισμού τους ότι θίγονται από αυτό. Η Επιτροπή φρονεί ότι αυτή η ανυπαρξία συνδέσμου όσον αφορά το δικόγραφο της αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων δεν επιτρέπει να συναχθεί σχετικώς ότι οι αιτούντες έχουν έννομο συμφέρον για την άσκηση του σχετικού ενδίκου μέσου. Η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι αυτή η ανυπαρξία σημαίνει ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 104 του Κανονισμού Διαδικασίας.
35 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, εκ πρώτης όψεως, η προσφυγή των αιτούντων οι οποίοι προβάλλουν τα έννομα αποτελέσματα της αποφάσεως όσον αφορά τον τόπο DE4118401 είναι απαράδεκτη δεδομένου ότι ο εν λόγω τόπος δεν μνημονεύεται στο παράρτημα της επίδικης αποφάσεως.
36 Εξάλλου, η Επιτροπή επισημαίνει ότι το δικόγραφο της προσφυγής δεν καθιστά δυνατή την εξατομίκευση των παρόχθιων κατοίκων του Haustenbach που θα θίγονταν κατά τρόπο άμεσο λόγω του ότι τα κτήματά τους κείνται στον τόπο DE4118301, ο οποίος μνημονεύεται στην επίδικη απόφαση, και εκείνων που θα θίγονταν λόγω του ότι τα ακίνητά τους κείνται στον τόπο DE4118401, ο οποίος δεν μνημονεύεται στην επίδικη απόφαση. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν είναι δυνατός ο προσδιορισμός, εκ πρώτης όψεως, αυτών εκ των παρόχθιων κατοίκων του Haustenbach που έχουν δικαίωμα για την άσκηση της κύριας προσφυγής.
37 Σύμφωνα με το άρθρο 7 της οδηγίας, οι υποχρεώσεις που πηγάζουν από τις παραγράφους 2, 3 και 4 του άρθρου 6 τυγχάνουν εφαρμογής ύστερα από την ημερομηνία μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο ή ύστερα από την ημερομηνία της ταξινόμησης ή της αναγνώρισης από κράτος μέλος δυνάμει της οδηγίας 79/409, εφόσον η ημερομηνία αυτή είναι μεταγενέστερη. Κατά την Επιτροπή, η επίδικη απόφαση δεν συνεπάγεται έννομα αποτελέσματα επί των αιτούντων. Εξ αυτού προκύπτει ότι η ερμηνεία των αιτούντων, σύμφωνα με την οποία η ημερομηνία θέσεως σε εφαρμογή της οδηγίας στη ζώνη DE4118401 είναι αυτή της εκδόσεως του κοινοτικού καταλόγου, είναι εσφαλμένη.
38 Όσον αφορά το δικαίωμα των αιτούντων για την άσκηση προσφυγής, η Επιτροπή είναι της γνώμης, πρώτον, ότι, με εξαίρεση την κοινότητα, είναι πρόδηλο ότι η εν λόγω οδηγία δεν αφορά τους τελευταίους κατά τρόπο άμεσο.
39 Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ του ζητήματος αν οι επίμαχες διατάξεις μπορούν να τύχουν άμεσης εφαρμογής από το ζήτημα αν οι εν λόγω διατάξεις αφορούν κατά τρόπο άμεσο ιδιώτες. Εν προκειμένω, οι διατάξεις της οδηγίας σε συνδυασμό με την επίδικη απόφαση μπορούν να υποχρεώσουν κατά τρόπο άμεσο τις εθνικές αρχές να προβούν σε ενέργειες.
40 Η Επιτροπή προσθέτει ότι αποφασιστικό εν προκειμένω κριτήριο είναι το αν υφίσταται ή όχι εξουσία εκτιμήσεως των εθνικών αρχών, δεδομένου ότι ζήτημα άμεσων επιπτώσεων υφίσταται μόνο σε περίπτωση ανυπαρξίας τέτοιας εξουσίας.
41 Συναφώς, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας επιβάλλει την υποχρέωση να αποφεύγεται η υποβάθμιση ή οι ενοχλήσεις στον τόπο. Το άρθρο 6, παράγραφοι 3 και 4, της ίδιας οδηγίας προβλέπει διαδικασία χορηγήσεως αδείας όσον αφορά τα σχέδια που είναι δυνατό να έχουν επιπτώσεις στον τόπο. Και στις δύο περιπτώσεις, πρόκειται για υποχρεώσεις βαρύνουσες τα κράτη μέλη και όχι τους ιδιώτες.
42 Προκειμένου, κατ’ αρχάς, περί του άρθρου 6, παράγραφος 2, της οδηγίας, η διάταξη αυτή καλεί τα κράτη μέλη να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα για την αποφυγή, στις ΕΖΔ, της υποβάθμισης των φυσικών οικοτόπων και των οικοτόπων ειδών καθώς και των ενοχλήσεων που έχουν επιπτώσεις στα είδη για τα οποία έχουν οριστεί οι ζώνες, εφόσον οι ενοχλήσεις αυτές θα μπορούσαν να έχουν σημαντικές επιπτώσεις όσον αφορά τους στόχους της οδηγίας.
43 Κατά την Επιτροπή, η διάταξη αυτή αφήνει τουλάχιστον στα κράτη μέλη περιθώριο εκτιμήσεως όσον αφορά δύο σημεία σχετικά, πρώτον, με το ζήτημα πότε μια ενόχληση μπορεί να έχει ουσιώδεις επιπτώσεις και, δεύτερον, με το ζήτημα των κατάλληλων μέτρων για την αποφυγή της υποβάθμισης και των ενοχλήσεων. Η Επιτροπή παρατηρεί ότι, εφόσον ένα κράτος μέλος δεν έχει κάνει χρήση της εξουσίας του εκτιμήσεως, είναι αδύνατο να προσδιοριστεί αν και κατά ποιο τρόπο μπορεί να έχει θιγεί η έννομη κατάσταση των αιτούντων.
44 Δεύτερον, όσον αφορά την προϋπόθεση του ατομικού επηρεασμού, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι οι αιτούντες εξακολουθούν να φέρουν την υποχρέωση να αποδείξουν ότι η οδηγία αφορά καθέναν από αυτούς, ανάλογα με την κατάστασή τους, ατομικώς.
45 Όμως, κατά την Επιτροπή, τέτοια απόδειξη δεν έχει προσκομιστεί.
46 Συναφώς, η Επιτροπή αμφισβητεί το επιχείρημα κατά το οποίο η οδηγία θίγει τους μισθωτές κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο όπως και τους κυρίους. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι οι σχετικές θεωρήσεις των αιτούντων είναι λακωνικές και ότι, εξάλλου, δεν περιλαμβάνουν κανένα επιχείρημα σχετικά με τις επιπτώσεις στους αιτούντες που έχουν δικαιώματα μισθωτή. Εξ αυτού η Επιτροπή συμπεραίνει ότι δεν είναι δυνατός ο καθορισμός, εκ πρώτης όψεως, αυτών εκ των αιτούντων που η σχετική απόφαση αφορά ατομικώς.
Επί του επείγοντος
47 Οι αιτούντες φρονούν ότι, σε περίπτωση μη αναστολής εκτελέσεως της επίδικης αποφάσεως, θα υποστούν σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία.
48 Πρώτον, η επίδικη απόφαση θίγει τα δικαιώματα κυριότητας των αιτούντων, επειδή οι τελευταίοι δεν μπορούν πλέον να εκμεταλλεύονται ελευθέρως τη γη τους. Οι αιτούντες θεωρούν ότι, ενόψει της υφισταμένης οικονομικής καταστάσεως, οποιαδήποτε επίπτωση στην ελευθερία τους εκμεταλλεύσεως, είτε κατά τρόπο άμεσο λόγω της απαγορεύσεως υποβάθμισης, βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 2, της οδηγίας, είτε λόγω κωλυμάτων στην ελευθερία εκμεταλλεύσεως, μπορεί να οδηγήσει στο να μην είναι πλέον αποδοτικές οι γεωργικές, δασοκομικές ή ιχθυοκαλλιεργητικές εκμεταλλεύσεις ή ακόμη και οι βιοτεχνίες και να πρέπει, ως εκ τούτου, να εγκαταλειφθούν, με κίνδυνο αφανισμού αυτών των δραστηριοτήτων και απώλειας θέσεων εργασίας.
49 Δεύτερον, η επίδικη απόφαση θίγει τις αρμοδιότητες της κοινότητας σε θέματα χωροταξίας, αρμοδιότητες που προστατεύονται από το γερμανικό συνταγματικό δίκαιο.
50 Τρίτον, οι αιτούντες υποστηρίζουν ότι η αναστολή εκτελέσεως της επίδικης αποφάσεως είναι αναγκαία, ενόψει μεταγενέστερων διαδικασιών, προκειμένου να τους επιτραπεί να προσκομίσουν αποδείξεις ως προς το ότι τα προστατευόμενα είδη ζώων και φυτών δεν υφίστανται σήμερα στους επίδικους τόπους.
51 Η Επιτροπή θεωρεί ότι τα δύο πρώτα επιχειρήματα των αιτούντων είναι διατυπωμένα κατά τρόπο γενικό, υποθετικό και αόριστο, ενώ δεν ερείδονται επί αποδεικτικών στοιχείων.
52 Όσο για το τρίτο και τελευταίο επιχείρημα των αιτούντων, η Επιτροπή φρονεί ότι οι τελευταίοι έχουν τη δυνατότητα να προσκομίσουν την επίμαχη απόδειξη στο πλαίσιο της διαδικασίας της κύριας δίκης και ότι, επομένως, η επιχειρηματολογία δεν καταδεικνύει την ύπαρξη του απαιτουμένου επείγοντος χαρακτήρα.
Εκτίμηση του δικάζοντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις επί του παραδεκτού
53 Πρέπει κατ’ αρχάς να υπομνηστεί ότι, κατά πάγια νομολογία, οι προβλεπόμενες από το άρθρο 104, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας προϋποθέσεις απαιτούν όπως τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση να προκύπτουν κατά τρόπο συνεπή και κατανοητό από το ίδιο το κείμενο του δικογράφου της αιτήσεως λήψεως τέτοιων μέτρων (διατάξεις του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 7ης Μαΐου 2002, T-306/01 R, Aden κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. II‑2387, σκέψη 52, και της 10ης Νοεμβρίου 2004, T-303/04 R, European Dynamics κατά Επιτροπής, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψεις 63 και 64).
54 Εν προκειμένω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, όπως ορθώς υπογραμμίζει η Επιτροπή, η αίτηση δεν περιλαμβάνει αρκετά στοιχεία ώστε να καταστεί δυνατό στον δικάζοντα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή να εξετάσει αν δικαιολογείται, εκ πρώτης όψεως, η λήψη των ζητουμένων μέτρων. Παρ’ όλ’ αυτά, η αίτηση, παρά την έλλειψη σαφήνειας και τη συγκεχυμένη παρουσίασή της, περιλαμβάνει μια σειρά ισχυρισμών και επιχειρημάτων με τα οποία σκοπείται να αποδειχθεί η συνδρομή των σχετικών με την ύπαρξη fumus boni juris και επείγοντος προϋποθέσεων και τα οποία επέτρεψαν στην Επιτροπή να υποβάλει τις παρατηρήσεις της και επιτρέπουν στον δικάζοντα εν προκειμένω δικαστή να αποφανθεί. Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν μπορεί να συναχθεί το απαράδεκτο της αιτήσεως λόγω μη πληρώσεως των απαιτήσεων του άρθρου 104, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας.
Επί του παραδεκτού της κύριας προσφυγής
55 Κατά πάγια νομολογία, το παραδεκτό μιας ασκηθείσας ενώπιον του κρίνοντος επί της ουσίας δικαστή προσφυγής δεν πρέπει, κατ’ αρχήν, να εξετάζεται στο πλαίσιο της διαδικασίας λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, άλλως προδικάζεται η απόφαση επί της ουσίας. Εντούτοις, είναι δυνατό να προκύπτει ότι είναι ανάγκη, όταν, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, τίθεται το ζήτημα του προδήλως απαραδέκτου της κύριας προσφυγής επί της οποίας ερείδεται η αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, να διαπιστωθεί εάν υφίστανται ορισμένα στοιχεία που επιτρέπουν να συναχθεί, εκ πρώτης όψεως, το παραδεκτό μιας τέτοιας προσφυγής (διατάξεις του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 15ης Φεβρουαρίου 2000, T-1/00 R, Hölzl κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. II‑251, σκέψη 21, και της 8ης Αυγούστου 2002, T-155/02 R, VVG International κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. II‑3239, σκέψη 18).
56 Δυνάμει του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, «[κ]άθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δύναται [...] να ασκεί προσφυγή κατά των αποφάσεων που απευθύνονται σ’ αυτό καθώς και κατά αποφάσεων που, αν και εκδίδονται ως κανονισμοί ή αποφάσεις που απευθύνονται σε άλλο πρόσωπο, το αφορούν άμεσα και ατομικά». Όμως, μολονότι το άρθρο 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ δεν αφορά ρητώς το παραδεκτό των προσφυγών ακυρώσεως που ασκούνται από ιδιώτες κατά οδηγιών, παρ’ όλ’ αυτά, από τη νομολογία προκύπτει ότι αυτή και μόνο η περίσταση δεν αρκεί για να κηρύσσονται απαράδεκτες τέτοιες προσφυγές (απόφαση του Πρωτοδικείου της 17ης Ιουνίου 1998, T-135/96, UEAPME κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1998, σ. II‑2335, σκέψη 63, και διάταξη του Πρωτοδικείου της 10ης Σεπτεμβρίου 2002, T-223/01, Japan Tobacco και JT International κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, Συλλογή 2002, σ. II‑3259, σκέψη 28).
57 Εξάλλου, κατά πάγια νομολογία, μια πράξη είναι γενικού περιεχομένου αν εφαρμόζεται επί αντικειμενικώς προσδιοριζομένων καταστάσεων και παράγει τα έννομα αποτελέσματά της έναντι κατηγοριών προσώπων λαμβανομένων υπόψη κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο (απόφαση του Πρωτοδικείου της 10ης Ιουλίου 1996, T-482/93, Weber κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. II‑609, σκέψη 55, και διάταξη του Πρωτοδικείου της 15ης Δεκεμβρίου 2000, T‑113/99, Galileo και Galileo International κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2000, σ. II‑4141, σκέψη 45).
58 Ωστόσο, δεν αποκλείεται να είναι δυνατό μια διάταξη η οποία, ως εκ της φύσεως και του περιεχομένου της, είναι γενικού χαρακτήρα να μπορεί να αφορά άμεσα και ατομικά ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 18ης Μαΐου 1994, C-309/89, Codorniu κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1994, σ. I‑1853, σκέψη 19, και της 22ας Νοεμβρίου 2001, C-451/98, Antillean Rice Mills κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2001, σ. I‑8949, σκέψη 46).
59 Εξάλλου, από επανειλλημένως επιβεβαιωθείσα νομολογία απορρέει ότι για να υφίσταται άμεσος επηρεασμός ενός ιδιώτη πρέπει το επικρινόμενο κοινοτικό μέτρο να παράγει άμεσα αποτελέσματα όσον αφορά την έννομη κατάσταση του εν λόγω ιδιώτη και να μην αφήνει καμιά εξουσία εκτιμήσεως στους αποδέκτες του μέτρου αυτού που είναι επιφορτισμένοι με την εμπλοκή του, ληφθέντος υπόψη ότι η εφαρμογή αυτή είναι εντελώς αυτόματη και απορρέει αποκλειστικά από την κοινοτική νομοθεσία χωρίς εφαρμογή άλλων ενδιαμέσων κανόνων (βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 5ης Μαΐου 1998, C-386/96 P, Dreyfus κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. I-2309, σκέψη 43, και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και διάταξη του Πρωτοδικείου της 15ης Μαρτίου 2004, T-139/02, Ινστιτούτο Ν. Αυγερινοπούλου κ.λπ. κατά Επιτροπής, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 62, και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
60 Προκειμένου περί του ατομικού συμφέροντος, πρέπει να επισημανθεί ότι μια πράξη γενικού περιεχομένου, όπως μια οδηγία, μπορεί να αφορά ατομικώς φυσικά ή νομικά πρόσωπα μόνον εάν τα θίγει λόγω ορισμένων ιδιοτήτων που τους προσιδιάζουν ή λόγω μιας πραγματικής καταστάσεως που τα διαφοροποιεί σε σχέση με κάθε άλλο πρόσωπο και, ως εκ τούτου, τα εξατομικεύει κατά τρόπο ανάλογο προς αυτόν του αποδέκτη μιας αποφάσεως (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 16ης Μαΐου 1991, C-358/89, Extramet Industrie κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1991, σ. I‑2501, σκέψη 16· Codorniu κατά Συμβουλίου, σκέψη 58 ανωτέρω, σκέψη 20· Antillean Rice Mills κατά Συμβουλίου, σκέψη 58 ανωτέρω, σκέψη 49, και της 25ης Ιουλίου 2002, C-50/00 P, Unión de Pequeños Agricultores κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2002, σ. I‑6677, σκέψη 36).
61 Εξάλλου, στην περίπτωση δικογράφου υποβαλλομένου από περισσότερους του ενός προσφεύγοντες, τούτο είναι παραδεκτό εφόσον ένας εξ αυτών έχει δικαίωμα για άσκηση προσφυγής. Σε μια τέτοια περίπτωση, δεν χρειάζεται να εξεταστεί αν οι λοιποί προσφεύγοντες έχουν δικαίωμα προσφυγής (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση του Δικαστηρίου της 24ης Μαρτίου 1993, C‑313/90, CIRFS κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. I‑1125, σκέψεις 30 και 31).
62 Εν προκειμένω, πρέπει να αναλυθούν χωριστά, αφενός, η κατάσταση των αιτούντων που είναι παρόχθιοι κάτοικοι του Haustenbach, του Furlbach, του Wehr-Wapelbach, του Rodenbach, του Roden‑ και Wapelbach και Nördliche Moosheide και του Holter Wald (στο εξής: παρόχθιοι κάτοικοι) και, αφετέρου, η κατάσταση της κοινότητας.
63 Πρώτον, ενόψει των προβληθέντων από τους διαδίκους επιχειρημάτων, υφίστανται σοβαρές αμφιβολίες ως προς το αν είναι δυνατόν η επίδικη απόφαση να αφορά άμεσα και ατομικά τους παρόχθιους κατοίκους. Πράγματι, σύμφωνα με τη μνημονευθείσα στην ανωτέρω σκέψη 59 νομολογία, στους παρόχθιους κατοίκους εναπόκειται να αποδείξουν, μεταξύ άλλων, ότι η επίδικη απόφαση τους θίγει άμεσα. Όμως, εν προκειμένω, από τη δικογραφία δεν προκύπτει, εκ πρώτης όψεως, ότι η οδηγία στην οποία στηρίζεται η επίδικη απόφαση δεν αφήνει καμία εξουσία εκτιμήσεως στις γερμανικές αρχές στις οποίες έχει ανατεθεί η εφαρμογή της σχετικής με τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας εθνικής νομοθεσίας.
64 Δεύτερον, προκειμένου περί της κοινότητας, θεωρείται δεδομένο ότι η επίδικη απόφαση επηρεάζει την τελευταία κατά τρόπο άμεσο.
65 Εξ αυτού έπεται ότι εφόσον η κοινότητα μπορεί να αποδείξει ότι η επίδικη απόφαση τη θίγει λόγω μιας πραγματικής καταστάσεως που τη διαφοροποιεί σε σχέση με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, η προσφυγή είναι παραδεκτή.
66 Όμως, η κοινότητα δεν προσκομίζει στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η επίδικη απόφαση τη θίγει, για ειδικούς σε σχέση με τους λοιπούς αιτούντες λόγους, κατά τρόπο που να τη διαφοροποιεί σε σημαντικό βαθμό ώστε να θεωρηθεί ότι η εν λόγω απόφαση την αφορά ατομικώς.
67 Όσο για τα προσκομισθέντα επί του σημείου αυτού με την αίτηση στοιχεία, τα οποία αφορούν αδιακρίτως όλους τους αιτούντες, επιβάλλεται η διαπίστωση, πρώτον, ότι το γεγονός ότι οι επίδικοι τόποι είναι, όπως προβάλλεται, οι μόνοι από τους περιλαμβανόμενους στην επίδικη απόφαση τόπους που δεν πληρούν τα κριτήρια της οδηγίας δεν αρκεί, εκ πρώτης όψεως, για να θεωρηθεί ότι η απόφαση αυτή αφορά ατομικώς την κοινότητα.
68 Δεύτερον, πρέπει να παρατηρηθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, το γενικό συμφέρον που μπορεί να έχει ένα νομικό πρόσωπο, όπως η κοινότητα, ως οντότητα αρμόδια για ζητήματα οικονομικής φύσεως στο έδαφός της, να πετύχει ευνοϊκό αποτέλεσμα χάριν της οικονομικής ευημερίας του τελευταίου δεν αρκεί από μόνο του για να θεωρηθεί ότι η σχετική απόφαση την αφορά κατά την έννοια του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ (απόφαση του Δικαστηρίου της 10ης Απριλίου 2003, C-142/00, Επιτροπή κατά Ολλανδικών Αντιλλών, Συλλογή 2003, σ. I‑3483, σκέψη 69).
69 Κατά συνέπεια, ενόψει των προβληθέντων από τους διαδίκους σ’ αυτό το στάδιο της διαδικασίας επιχειρημάτων, υφίσταται σοβαρή αμφιβολία ως προς το αν είναι δυνατό η επίδικη απόφαση να αφορά ατομικώς την κοινότητα.
70 Κατά τα λοιπά, ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής εκτιμά ότι δεν παρίσταται ανάγκη, υπό τις προκείμενες περιστάσεις, να συνεχίσει την εξέταση του εκ πρώτης όψεως παραδεκτού της προσφυγής ακυρώσεως. Πράγματι, οι αιτούντες δεν κατέδειξαν, εν πάση περιπτώσει, ότι είναι επείγουσα ανάγκη να διαταχθεί η λήψη των ζητουμένων προσωρινών μέτρων.
Επί του επείγοντος
71 Πρέπει να υπομνηστεί ότι το επείγον μιας αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την ανάγκη που υφίσταται να εκδοθεί προσωρινή απόφαση προκειμένου να αποφευχθεί η επέλευση σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας στον διάδικο που ζητεί το προσωρινό μέτρο (διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 6ης Φεβρουαρίου 1986, 310/85 R, Deufil κατά Επιτροπής, Συλλογή 1986, σ. 537, σκέψη 15, και διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 30ής Ιουνίου 1999, T‑13/99 R, Pfizer Animal Health κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1999, σ. II-1961, σκέψη 134). Στον εν λόγω διάδικο εναπόκειται να προσκομίσει την απόδειξη ότι δεν μπορεί να αναμείνει την έκβαση της διαδικασίας της κύριας δίκης χωρίς να υποστεί τέτοιας φύσεως ζημία (διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 8ης Μαΐου 1991, C-356/90 R, Βέλγιο κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. I‑2423, σκέψη 23, και διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 15ης Νοεμβρίου 2001, T-151/01 R, Duales System Deutschland κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. II‑3295, σκέψη 187).
72 Μολονότι είναι ακριβές ότι, για τη διαπίστωση της υπάρξεως σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας, στο πλαίσιο μιας διαδικασίας λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, δεν απαιτείται να διαπιστώνεται με απόλυτη ακρίβεια η επέλευση της ζημίας και αρκεί να είναι η τελευταία σε σημαντικό βαθμό προβλέψιμη, εξίσου αληθές είναι ότι οι αιτούντες υποχρεούνται πάντα να αποδεικνύουν τα πραγματικά περιστατικά επί των οποίων θεωρείται ότι στηρίζεται η προοπτική μιας τέτοιας σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας, ώστε να καθίσταται δυνατό στον δικάζοντα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή να εκτιμήσει την πιθανότητα επελεύσεως ενός τέτοιου γεγονότος [βλ., υπό την έννοια αυτή, διάταξη του Δικαστηρίου της 29ης Ιουνίου 1993, C-280/93 R, Γερμανία κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1993, σ. I‑3667, σκέψη 34, και διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 14ης Δεκεμβρίου 1999, C-335/99 P(R), HFB κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. I‑8705, σκέψη 67].
73 Εν προκειμένω, επιβάλλεται, κατ’ αρχάς, να γίνει διάκριση μεταξύ της προβαλλομένης προσβολής των συμφερόντων των παροχθίων κατοίκων, οι οποίοι, κατά τους αιτούντες, εμπίπτουν δυνάμει της επίδικης αποφάσεως στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, και της προβαλλομένης προσβολής στα συμφέροντα της κοινότητας.
74 Όσον αφορά την προσβολή στην ελευθερία ασκήσεως των δικαιωμάτων απολαβής των παροχθίων κατοίκων, είτε ως κυρίων είτε ως μισθωτών, πρόκειται για αόριστους και υποθετικούς κινδύνους. Η αίτηση δεν συνοδεύεται από κανένα συγκεκριμένο αποδεικτικό στοιχείο ούτε διευκρινίζει σε τι συνίστανται οι κίνδυνοι αυτοί. Επιπλέον, οι επικαλούμενες περιστάσεις δεν συνιστούν παρόντα κίνδυνο, αλλά μελλοντικό, αβέβαιο και εκ τυχαίων γεγονότων εξαρτώμενο κίνδυνο.
75 Εφόσον το επιχείρημα των αιτούντων σχετικά με τις προβαλλόμενες, λόγω της επίδικης αποφάσεως, επιπτώσεις σε ορισμένες θέσεις απασχόλησης μπορεί να έχει την έννοια ότι θα υποστούν την προβαλλόμενη ζημία και άλλα εκτός των αιτούντων πρόσωπα, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι μια τέτοια ζημία δεν μπορεί να προβάλλεται λυσιτελώς από τους αιτούντες, και τούτο εφόσον η ζημία που θεωρείται ότι αποτελεί χαρακτηριστικό του επείγοντος πρέπει να απειλεί τον ίδιο τον αιτούντα (προπαρατεθείσα στη σκέψη 71 ανωτέρω διάταξη Pfizer Animal Health κατά Συμβουλίου, σκέψη 136).
76 Εφόσον η επιχειρηματολογία σχετικά με την προσβολή των δικαιωμάτων των παροχθίων κατοίκων, στην οποία περιλαμβάνεται και η απώλεια της δικής τους εργασίας, μπορεί να έχει την έννοια ότι η προβαλλόμενη ζημία είναι οικονομικού χαρακτήρα, αρκεί να υπομνηστεί ότι μια τέτοια ζημία δεν είναι δυνατόν, πλην εξαιρετικών περιστάσεων, να θεωρηθεί ως ανεπανόρθωτη ή έστω δυσχερώς επανορθώσιμη, εφόσον μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο μεταγενέστερης χρηματικής αποζημιώσεως (βλ. προπαρατεθείσα στη σκέψη 71 ανωτέρω διάταξη Pfizer Animal Health κατά Συμβουλίου, σκέψη 137, και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Πάντως, εν προκειμένω, οι αιτούντες δεν επικαλέστηκαν κανένα στοιχείο που να μπορεί να θεωρηθεί ως αποτελούν εξαιρετική περίσταση.
77 Όσο για την προβαλλόμενη προσβολή στις αρμοδιότητες της κοινότητας σχετικά με χωροταξικά θέματα, οι ισχυρισμοί της τελευταίας είναι υποθετικοί. Όπως η ίδια υπογραμμίζει, οι ισχυρισμοί αυτοί αφορούν μελλοντικά αναπτυξιακά σχέδια. Εξάλλου, η αίτηση περιλαμβάνει μόνο στοιχειώδεις διευκρινίσεις σχετικά με τα σχέδια αυτά. Δεν συνοδεύεται από κανένα συγκεκριμένο αποδεικτικό στοιχείο ούτε διευκρινίζει για ποιο λόγο η προβαλλόμενη ζημία είναι σοβαρή και, επιπλέον, ανεπανόρθωτη. Τέτοιοι ισχυρισμοί δεν καταδεικνύουν την ύπαρξη υφισταμένου κινδύνου ζημίας, αλλά αυτήν ενός μελλοντικού, αβέβαιου και εκ τυχαίων γεγονότων εξαρτωμένου κινδύνου.
78 Όσο για το τρίτο επιχείρημα των αιτούντων σχετικά με τη δυνατότητα προσκομίσεως αποδείξεων σχετικά με την ανυπαρξία προστατευομένων στους επίδικους τόπους ζωικών και φυτικών ειδών, ορθώς η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να καταδείξει το ενδεχόμενο σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας.
79 Υπό τις περιστάσεις αυτές, πρέπει να θεωρηθεί ότι τα προσκομισθέντα από τους αιτούντες στοιχεία, τα οποία, όπως επισημάνθηκε ανωτέρω, είναι γενικά, αόριστα και υποθετικά, δεν ερείδονται επί επαρκών αποδείξεων και δεν επιτρέπουν τη διαπίστωση επαρκώς κατά νόμο ότι, σε περίπτωση μη λήψεως των ζητουμένων προσωρινών μέτρων, οι αιτούντες θα υφίσταντο σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία.
80 Από όλα τα ανωτέρω προκύπτει ότι οι αιτούντες δεν μπόρεσαν να αποδείξουν ότι πληρούται η σχετική με το επείγον προϋπόθεση. Κατά συνέπεια, η αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να απορριφθεί χωρίς να χρειάζεται να εξεταστεί το ζήτημα αν πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις για τη λήψη των προσωρινών μέτρων.
Για τους λόγους αυτούς,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων.
2) Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 5 Ιουλίου 2005.
Ο Γραμματέας
Ο Πρόεδρος
H. Jung
B. Vesterdorf
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
Bernhard Bröckling, κάτοικος Hövelhof (Γερμανία),
Johannes Bröckling, κάτοικος Hövelhof,
Hedwig Bröckling, κάτοικος Hövelhof,
Josef Flüter, κάτοικος Hövelhof,
Karl-Heinz Fritze, κάτοικος Hövelhof,
Heinz Göke, κάτοικος Hövelhof,
Alwine Griffiths, κάτοικος Hövelhof,
Dieter Johannesmeier, κάτοικος Hövelhof,
Reinhard Jostwerner, κάτοικος Hövelhof,
Meinolf Kirchhoff, κάτοικος Hövelhof,
Ursula Klausfehring, κάτοικος Hövelhof,
Gerhard Korsmeier, κάτοικος Hövelhof,
Raimund Korsmeier, κάτοικος Hövelhof,
Mike Leuschner, κάτοικος Hövelhof,
Jürgen Linse, κάτοικος Hövelhof,
Martin Steffens, κάτοικος Hövelhof,
Hartwig Pollmeier, κάτοικος Hövelhof,
Anton Rampsel, κάτοικος Hövelhof,
Irene Rampsel, κάτοικος Hövelhof,
Franz-Josef Regenhard, κάτοικος Hövelhof,
Johannes Relard, κάτοικος Hövelhof,
Karl-Heinz Relard, κάτοικος Hövelhof,
Hubert Rodehutscord, κάτοικος Hövelhof,
Heinz Schlotmann, κάτοικος Hövelhof,
Norbert Altemeyer, κάτοικος Hövelhof,
Beate Beckmann, κάτοικος Schloß Holte Stukenbrock (Γερμανία),
Gerhard Benteler, κάτοικος Schloß Holte Stukenbrock,
Rainer Benteler, κάτοικος Schloß Holte Stukenbrock,
Carl-Stefan Biermeier, κάτοικος Schloß Holte Stukenbrock,
Josef Biermeier, κάτοικος Schloß Holte Stukenbrock,
Manfred Block, κάτοικος Hövelhof,
Ludwig Brinkmann, κάτοικος Schloß Holte Stukenbrock,
Karl-Heinz Deppe, κάτοικος Schloß Holte Stukenbrock,
Friedhelm Dirks, κάτοικος Schloß Holte Stukenbrock,
Siegfried Engelns, κάτοικος Hövelhof,
Wilhelm Ennekens, κάτοικος Hövelhof,
Johannes Evers, κάτοικος Schloß Holte Stukenbrock,
Elke Furlkröger, κάτοικος Hövelhof,
Reinhard Furlmeier, κάτοικος Hövelhof,
Andreas Gutsche, κάτοικος Hövelhof,
Franz Hachmann, κάτοικος Schloß Holte Stukenbrock,
Heinz Meermeier, κάτοικος Hövelhof,
Barbara Meermeier, κάτοικος Hövelhof,
Heike Meuser, κάτοικος Schloß Holte Stukenbrock,
Ferdinand Brock, κάτοικος Schloß Holte Stukenbrock,
Maria Brock, κάτοικος Schloß Holte Stukenbrock,
Monika Plasshenrich, κάτοικος Schloß Holte Stukenbrock,
Heinrich Plasshenrich, κάτοικος Schloß Holte Stukenbrock,
Manfred Jürgenliemke, κάτοικος Schloß Holte Stukenbrock,
Ludwig Teichmann, κάτοικος Schloß Holte Stukenbrock,
Ute Teichmann, κάτοικος Schloß Holte Stukenbrock,
Senne Großwild Safari-Land GmbH, με έδρα το Schloß Holte Stukenbrock,
Renate Henning, κάτοικος Schloß Holte Stukenbrock,
Udo Henning, κάτοικος Schloß Holte Stukenbrock,
Karl-Heinz Kleinemeier, κάτοικος Schloß Holte Stukenbrock,
Hubert Sander, κάτοικος Schloß Holte Stukenbrock,
Elisabeth Kipshagen, κάτοικος Schloß Holte Stukenbrock,
Meinolf Benteler, κάτοικος Schloß Holte Stukenbrock,
Richard Berens, κάτοικος Hövelhof,
Hans-Josef Joachim, κάτοικος Schloß Holte Stukenbrock,
Inge Jostameling, κάτοικος Schloß Holte Stukenbrock,
Rudolf Jürgenliemke, κάτοικος Schloß Holte Stukenbrock,
Edmund Jürgenliemke, κάτοικος Schloß Holte Stukenbrock,
Kunigunde Jürgenliemke, κάτοικος Schloß Holte Stukenbrock,
Franz-Josef Kipshagen, κάτοικος Schloß Holte Stukenbrock,
Heidrun Kreyer, κάτοικος Schloß Holte Stukenbrock,
Werner Lienen, κάτοικος Schloß Holte Stukenbrock,
Ulrich Wend, κάτοικος Schloß Holte Stukenbrock,
Monika Winter, κάτοικος Schloß Holte Stukenbrock,
Christiane Füchtemeier, κάτοικος Schloß Holte Stukenbrock,
Frank Röllke, κάτοικος Schloß Holte Stukenbrock,
Gabriele Berenbrinker, κάτοικος Schloß Holte Stukenbrock,
Josef Delker, κάτοικος Schloß Holte Stukenbrock,
Josef Dresselhaus, κάτοικος Verl,
Norbert Hunke, κάτοικος Schloß Holte Stukenbrock,
Heribert Rodenbecken-Schnieder, κάτοικος Verl,
Josef Ewers, κάτοικος Schloß Holte Stukenbrock,
Gemeinde Hövelhof, με έδρα το Hövelhof,
Bussemas & Pollmeier GmbH & CO. KG, με έδρα το Verl,
Reinhard Goldkuhle, κάτοικος Schloß Holte Stukenbrock,
Meinolf Maasjost, κάτοικος Verl.
* Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy