Υπόθεση T-295/05
Document Security Systems, Inc.
κατά
Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ)
«Νομισματική Ένωση – Έκδοση των τραπεζογραμματίων ευρώ – Ισχυρισμός ότι έγινε χρήση καλυπτόμενης από δίπλωμα ευρεσιτεχνίας εφεύρεσης προς αποφυγή της παραχάραξης – Αγωγή αναγνώρισης της προσβολής ευρωπαϊκού διπλώματος ευρεσιτεχνίας – Αναρμοδιότητα του Πρωτοδικείου – Απαράδεκτο – Αγωγή αποζημίωσης»
Διάταξη του Πρωτοδικείου (πρώτο τμήμα) της 5ης Σεπτεμβρίου 2007
Περίληψη της διατάξεως
1. Διαδικασία – Αγωγή περί αναγνωρίσεως προσβολής ευρωπαϊκού διπλώματος ευρεσιτεχνίας – Αναρμοδιότητα του κοινοτικού δικαστή
(Άρθρα 7 ΕΚ και 220 ΕΚ έως 241ΕΚ)
2. Κράτη μέλη – Υποχρεώσεις – Υποχρέωση αγαστής συνεργασίας με τα κοινοτικά όργανα
(Άρθρο 10 ΕΚ)
3. Αγωγή αποζημιώσεως – Προθεσμία παραγραφής – Ημερομηνία ενάρξεως
(Άρθρο 288, εδ. 2, ΕΚ)
4. Εξωσυμβατική ευθύνη – Προϋποθέσεις – Παρανομία – Ζημία – Αιτιώδης συνάφεια
(Άρθρα 235 ΕΚ και 288, εδ. 2 και 3, ΕΚ)
1. Σύμφωνα με τα άρθρα 7 ΕΚ και 220 ΕΚ, το Πρωτοδικείο δεν μπορεί να ασκεί παρά μόνο τις αρμοδιότητες που του έχουν απονεμηθεί από το κοινοτικό δίκαιο. Αν δεν έχει απονεμηθεί τέτοια αρμοδιότητα, η έκδοση από το Πρωτοδικείο απόφασης επί ορισμένης προσφυγής ή αγωγής θα είχε ως συνέπεια την επέκταση της αρμοδιότητάς του σε διαφορές στις οποίες είναι διάδικος η Κοινότητα, και για τις οποίες είναι αρμόδια, σύμφωνα με το άρθρο 240 ΕΚ, τα εθνικά δικαστήρια.
Όσον αφορά την αγωγή αναγνώρισης της προσβολής από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ευρωπαϊκού διπλώματος ευρεσιτεχνίας που καλύπτει, μεταξύ άλλων, ορισμένα μέσα προστασίας από την παραχάραξη τραπεζογραμματίων, αρμόδια για την αναγνώριση της προσβολής ενός εθνικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας είναι τα εθνικά δικαστήρια και όχι το Πρωτοδικείο.
Καμία διάταξη του κοινοτικού δικαίου δεν παρέχει όμως στο Πρωτοδικείο την αρμοδιότητα να εκδικάζει διαφορές περί προσβολής διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας. Η αγωγή λόγω προσβολής διπλώματος ευρεσιτεχνίας δεν συγκαταλέγεται στα μέσα έννομης προστασίας για τα οποία απονέμεται αρμοδιότητα στα κοινοτικά δικαστήρια από τα άρθρα 220 ΕΚ έως 241 ΕΚ. Επιπλέον, οι εθνικές νομοθεσίες περί διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, σε αντίθεση με τις νομοθεσίες που διέπουν άλλα δικαιώματα επί των προϊόντων της διανοίας, όπως είναι οι εθνικές νομοθεσίες περί σημάτων, δεν έχουν αποτελέσει αντικείμενο κοινοτικής εναρμόνισης. Όταν πρόκειται για τομέα στον οποίο η Κοινότητα δεν έχει ακόμα νομοθετήσει και ο οποίος, κατά συνέπεια, εμπίπτει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών, η προστασία ορισμένων δικαιωμάτων επί των προϊόντων της διανοίας, όπως τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας, και τα μέτρα που λαμβάνουν προς τούτο οι δικαστικές αρχές δεν εμπίπτουν στο κοινοτικό δίκαιο.
(βλ. σκέψεις 50-51, 56-57, 71)
2. Το Πρωτοδικείο δεν μπορεί να αμφισβητήσει τη νομιμότητα ενός εθνικού τίτλου βιομηχανικής ιδιοκτησίας χωρίς να προσβάλει την αρχή της αγαστής συνεργασίας που, δυνάμει του άρθρου 10 ΕΚ, οφείλει να διέπει τις σχέσεις μεταξύ των κρατών μελών και των κοινοτικών οργάνων και η οποία όχι μόνον υποχρεώνει τα κράτη μέλη να λαμβάνουν κάθε μέτρο που είναι κατάλληλο να εξασφαλίζει την εφαρμογή και την αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου, αλλά και επιβάλλει στα κοινοτικά όργανα αμοιβαία καθήκοντα αγαστής συνεργασίας με τα κράτη μέλη.
(βλ. σκέψη 70)
3. Ο χρόνος παραγραφής του δικαιώματος άσκησης αγωγής αποζημίωσης λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας δεν μπορεί να αρχίσει πριν από την πλήρωση όλων των προϋποθέσεων από τις οποίες εξαρτάται η υποχρέωση αποκατάστασης της ζημίας. Στην περίπτωση προβαλλόμενης προσβολής ενός ευρωπαϊκού διπλώματος ευρεσιτεχνίας από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, ο χρόνος παραγραφής του δικαιώματος του δικαιούχου του διπλώματος ευρεσιτεχνίας να ασκήσει αγωγή αποζημίωσης κατά της Κοινότητας μπορεί να αρχίσει να τρέχει μόνον αφού λάβει γνώση της εκ μέρους των αρμοδίων εθνικών δικαστηρίων αναγνώρισης της προσβολής του διπλώματος για την οποία κατηγορεί την ΕΚΤ.
(βλ. σκέψη 75)
4. Η γένεση της εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας, υπό την έννοια του άρθρου 288, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, για παράνομη συμπεριφορά των οργάνων της εξαρτάται από τη συνδρομή ενός συνόλου προϋποθέσεων, που συνίστανται στο παράνομο της συμπεριφοράς που προσάπτεται στα όργανα, στην ύπαρξη της ζημίας και στην αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς αυτής και της προβαλλόμενης ζημίας.
Όσον αφορά την προϋπόθεση σχετικά με το παράνομο της συμπεριφοράς η οποία προσάπτεται στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, που συνίσταται στην προσβολή ενός διπλώματος ευρεσιτεχνίας, το Πρωτοδικείο θα μπορούσε να αποφανθεί εάν γεννάται ευθύνη της Κοινότητας λόγω της προσβολής του διπλώματος ευρεσιτεχνίας εκ μέρους της ΕΚΤ μόνον επί τη βάσει μιας αποφάσεως της αρμόδιας εθνικής αρχής που να διαπιστώνει την ύπαρξη της προσβολής αυτής.
(βλ. σκέψεις 80-81)
ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (πρώτο τμήμα)
της 5ης Σεπτεμβρίου 2007 (*)
«Νομισματική Ένωση – Έκδοση των τραπεζογραμματίων ευρώ – Ισχυρισμός ότι έγινε χρήση καλυπτόμενης από δίπλωμα ευρεσιτεχνίας εφεύρεσης προς αποφυγή της παραχάραξης – Αγωγή αναγνώρισης της προσβολής ευρωπαϊκού διπλώματος ευρεσιτεχνίας – Αναρμοδιότητα του Πρωτοδικείου – Απαράδεκτο – Αγωγή αποζημίωσης»
Στην υπόθεση T‑295/05,
Document Security Systems, Inc., με έδρα το Rochester, Νέα Υόρκη (Ηνωμένες Πολιτείες), εκπροσωπούμενη από τους L. Cohen, H. Sheraton και B. Uphoff, solicitors, και C. Stanbrook, QC,
ενάγουσα,
κατά
Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), εκπροσωπούμενης από τους C. Zilioli και P. Machado, επικουρούμενους από τους E. Garayar Gutiérrez και G. de Ulloa y Suelves, δικηγόρους,
εναγόμενης,
με αντικείμενο αγωγή με την οποία ζητείται αφενός να αναγνωριστεί ότι η ΕΚΤ προσέβαλε τα δικαιώματα που απονέμει στην ενάγουσα ευρωπαϊκό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας και αφετέρου να επιδικαστεί αποζημίωση για την αποκατάσταση της ζημίας την οποία η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι υπέστη λόγω προσβολής του διπλώματος ευρεσιτεχνίας,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J. D. Cooke, πρόεδρο, R. García-Valdecasas και V. Ciucă, δικαστές,
γραμματέας: E. Coulon
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Νομικό πλαίσιο
Κοινοτική νομοθεσία
1 Το άρθρο 235 ΕΚ ορίζει τα εξής:
«Το Δικαστήριο είναι αρμόδιο επί των διαφορών αποζημιώσεως που προβλέπονται στο άρθρο 288, δεύτερο εδάφιο.»
2 Το άρθρο 288, δεύτερο και τρίτο εδάφιο, ΕΚ προβλέπει τα εξής:
«Στο πεδίο της εξωσυμβατικής ευθύνης, η Κοινότητα υποχρεούται, σύμφωνα με τις γενικές αρχές του δικαίου που είναι κοινές στα δίκαια των κρατών μελών, να αποκαθιστά τη ζημία που προξενούν τα όργανα ή οι υπάλληλοί της κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.
Το δεύτερο εδάφιο εφαρμόζεται υπό τις ίδιες προϋποθέσεις στις ζημίες που προξενεί η [Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα] ή οι υπάλληλοί της κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.»
3 Το άρθρο 35, παράγραφος 3, του πρωτοκόλλου για το καταστατικό του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, το οποίο προσαρτάται στη Συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΕΕ 1992, C 191, σ. 68, στο εξής: καταστατικό της ΕΚΤ), όπως το πρωτόκολλο αυτό έχει αναθεωρηθεί και τροποποιηθεί, ορίζει τα εξής:
«Η ΕΚΤ υπόκειται στο καθεστώς ευθύνης που προβλέπεται στο άρθρο 288 της […] Συνθήκης […]».
Σύμβαση για το ευρωπαϊκό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας
4 Η Σύμβαση για τη χορήγηση ευρωπαϊκών διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, της 5ης Οκτωβρίου 1973 (η οποία καλείται επίσης «Σύμβαση για το ευρωπαϊκό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας» ή «Σύμβαση του Μονάχου», στο εξής: ΣΕΔΕ), όπως τροποποιήθηκε με την πράξη αναθεώρησης του άρθρου 63 της ΣΕΔΕ, της 17ης Δεκεμβρίου 1991, και με τις αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας με ημερομηνία 21 Δεκεμβρίου 1978, 13 Δεκεμβρίου 1994, 20 Οκτωβρίου 1995, 5 Δεκεμβρίου 1996, 10 Δεκεμβρίου 1998 και 27 Οκτωβρίου 2005, σύμβαση στην οποία έχουν ενσωματωθεί οι διατάξεις της πράξης αναθεώρησης της ΣΕΔΕ, της 29ης Νοεμβρίου 2000, που ισχύουν προσωρινά, είναι μια διεθνής πολυμερής σύμβαση, που δεν αποτελεί μέρος του κοινοτικού δικαίου και αντικείμενο της οποίας είναι η καθιέρωση μιας απλουστευμένης διαδικασίας παροχής προστασίας με τη χορήγηση διπλώματος ευρεσιτεχνίας στην Ευρώπη για ορισμένο αριθμό κρατών. Η ΣΕΔΕ τέθηκε σε ισχύ στις 7 Οκτωβρίου 1977 και, μέχρι σήμερα, έχει επικυρωθεί από 32 κράτη, μεταξύ των οποίων είναι και όλα τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
5 Το άρθρο 4 της ΣΕΔΕ ιδρύει τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας, ο οποίος έχει ως έργο τη χορήγηση των ευρωπαϊκών διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας. Το έργο αυτό επιτελείται από ένα όργανό του, το Ευρωπαϊκό Γραφείο Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας (στο εξής: Γραφείο).
6 Το άρθρο 2, παράγραφος 2, της ΣΕΔΕ ορίζει ότι «[σ]ε κάθε συμβαλλόμενο κράτος για το οποίο έχει χορηγηθεί, το ευρωπαϊκό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας έχει την ίδια ισχύ και υπόκειται στο ίδιο καθεστώς με ένα εθνικό δίπλωμα που απονεμήθηκε στο κράτος αυτό, εκτός εάν ορίζει διαφορετικά η παρούσα σύμβαση».
7 Το άρθρο 64 της ΣΕΔΕ προβλέπει τα εξής:
«1. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2, το ευρωπαϊκό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας παρέχει στον δικαιούχο του, από την ημέρα δημοσίευσης της ανακοίνωσης για τη χορήγησή του και στο έδαφος καθενός από τα συμβαλλόμενα κράτη για τα οποία χορηγήθηκε, τα ίδια δικαιώματα με εκείνα που παρέχει ένα εθνικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας που χορηγείται στο έδαφος του κράτους αυτού.
2. Εάν το αντικείμενο του ευρωπαϊκού διπλώματος ευρεσιτεχνίας [αφορά] μια μέθοδο, τα δικαιώματα που παρέχονται από το εν λόγω δίπλωμα ευρεσιτεχνίας επεκτείνονται και στα προϊόντα που παράγονται με άμεσο τρόπο από τη μέθοδο αυτή.
3. Οι [προσβολές] του ευρωπαϊκού διπλώματος ευρεσιτεχνίας κρίνονται σύμφωνα με τις διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας.»
8 Η ΣΕΔΕ περιέχει κανόνες που ισχύουν σε όλα τα συμβαλλόμενα κράτη. Οι εν λόγω κοινοί κανόνες αφορούν τα κριτήρια για την κατοχύρωση των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας (άρθρα 52 έως 57 της ΣΕΔΕ), τους λόγους ακυρότητας ενός κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας (βλ. κατωτέρω άρθρο 138 της ΣΕΔΕ) καθώς και την έκταση και τη διάρκεια προστασίας του διπλώματος ευρεσιτεχνίας (άρθρο 63, άρθρο 64, παράγραφος 2, και άρθρο 69 της ΣΕΔΕ).
9 Το άρθρο 138 της ΣΕΔΕ προβλέπει τις περιπτώσεις κατά τις οποίες μπορεί να ακυρωθεί ένα ευρωπαϊκό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας βάσει της νομοθεσίας ενός συμβαλλόμενου κράτους, με έννομα αποτελέσματα στο έδαφος του κράτους αυτού.
Ιστορικό της διαφοράς
10 Η ενάγουσα είναι εταιρία αμερικανικού δικαίου, στην οποία χορηγήθηκε το 2004 ευρωπαϊκό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας που καλύπτει, μεταξύ άλλων, ορισμένα μέσα προστασίας από την παραχάραξη τραπεζογραμματίων. Η εφεύρεση αυτή ανάγεται στον Ralph C. Wicker και συνίσταται σε μια μέθοδο παραγωγής εγγράφων που αποσκοπεί στο να καθίσταται εμφανής η παραχάραξη κατά την αντιγραφή τους με τη χρήση ψηφιακών μηχανών σάρωσης που χρησιμοποιούν την τεχνολογία της σάρωσης.
11 Ο Ralph C. Wicker κατέθεσε αίτηση για την κατοχύρωση διπλώματος ευρεσιτεχνίας για την εν λόγω μέθοδο παραγωγής, στις Ηνωμένες Πολιτείες, στις 18 Ιανουαρίου 1989. Στις 16 Ιανουαρίου 1990 κατέθεσε ενώπιον του Γραφείου αίτηση για τη χορήγηση ευρωπαϊκού διπλώματος ευρεσιτεχνίας.
12 Η αίτηση του Ralph C. Wicker για τη χορήγηση ευρωπαϊκού διπλώματος ευρεσιτεχνίας δημοσιεύθηκε στο Ευρωπαϊκό Δελτίο Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας στις 13 Νοεμβρίου 1991. Η εν λόγω αίτηση απορρίφθηκε στις 18 Ιουλίου 1995, με το αιτιολογικό ότι δεν επρόκειτο για εφευρετική πρωτοτυπία σε σχέση με την υπάρχουσα τεχνολογία. Η απόφαση αυτή αποτέλεσε αντικείμενο προσφυγής στις 5 Φεβρουαρίου 1999 και ένα από τα τεχνικά συμβούλια προσφυγών του Γραφείου επέτρεψε τη χορήγηση του αιτηθέντος διπλώματος ευρεσιτεχνίας, το οποίο τελικά χορηγήθηκε στις 24 Νοεμβρίου 1999, υπ’ αριθ. 0 455 750 B1 και με τον τίτλο «Μέθοδος παραγωγής μη αναπαραγώγιμων εγγράφων» (στο εξής: επίμαχο δίπλωμα ευρεσιτεχνίας).
13 Η ενάγουσα υποστηρίζει ότι το επίμαχο δίπλωμα ευρεσιτεχνίας είναι έγκυρο και ισχύει στη Γαλλία, στην Αυστρία, στο Ηνωμένο Βασίλειο, στη Γερμανία, στο Βέλγιο, στην Ισπανία, στην Ιταλία, στο Λουξεμβούργο και στις Κάτω Χώρες (στο εξής: καλυπτόμενα κράτη). Συγκεκριμένα, ο Ralph C. Wicker όρισε τα καλυπτόμενα κράτη κατά τον χρόνο κατάθεσης της αίτησης για τη χορήγηση του επίμαχου διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας ισχύει επίσης στο Λιχτενστάιν, στη Δανία, στη Σουηδία και στην Ελβετία, κράτη τα οποία βρίσκονται εκτός της ζώνης εντός της οποίας το ευρώ είναι το επίσημο νόμισμα (ευρωζώνη) και δεν λαμβάνονται υπόψη στην αγωγή, καθόσον δεν έχουν εκδώσει τραπεζογραμμάτια ευρώ.
14 Σύμφωνα με την ενάγουσα, δικαιούχος του επίμαχου διπλώματος ευρεσιτεχνίας παρέμεινε ο Ralph C. Wicker μέχρι τον θάνατό του το 1997, και το εν λόγω δίπλωμα ευρεσιτεχνίας περιήλθε στους κληρονόμους του σύμφωνα με το δίκαιο της Πολιτείας της Νέας Υόρκης μέχρι τη μεταβίβασή του από αυτούς προς την ενάγουσα στις 22 Δεκεμβρίου 2004. Η μεταβίβαση αυτή περιλαμβάνει και τα δικαιώματα άσκησης αγωγών και διεκδίκησης αποζημίωσης για πράξεις προγενέστερες της μεταβίβασης.
15 Σύμφωνα με την ενάγουσα, η ΕΚΤ τέλεσε ή επέτρεψε την τέλεση τριών πράξεων που προσβάλλουν τα δικαιώματα που απορρέουν από το επίμαχο δίπλωμα ευρεσιτεχνίας. Πρώτον, η ΕΚΤ σχεδίασε τα τραπεζογραμμάτια ευρώ (ή ανέθεσε τη σχεδίασή τους για λογαριασμό της) χρησιμοποιώντας τη μέθοδο που καλύπτεται από το επίμαχο δίπλωμα ευρεσιτεχνίας. Δεύτερον, η ΕΚΤ ανέθεσε την εκτύπωση των εν λόγω τραπεζογραμματίων. Τρίτον, η ΕΚΤ επέτρεψε την έκδοση και χρήση τους ως νόμιμου χρήματος στην ευρωζώνη.
Διαδικασία
16 Η ενάγουσα, με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου την 1η Αυγούστου 2005, άσκησε την υπό κρίση αγωγή.
17 Με την αγωγή της, η ενάγουσα ζητεί από το Πρωτοδικείο, πρώτον, να αναγνωρίσει ότι η ΕΚΤ, με τη σχεδίαση, εκτύπωση και έκδοση των τραπεζογραμματίων ευρώ, προσέβαλε τα δικαιώματα που απορρέουν από το επίμαχο δίπλωμα ευρεσιτεχνίας. Δεύτερον, ζητεί από το Πρωτοδικείο να της επιδικάσει αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη, με τη μορφή της καταβολής εύλογων δικαιωμάτων, λαμβανομένων υπόψη των δόλιων πράξεων της ΕΚΤ.
18 Με δικόγραφο που κατέθεσε στις 21 Οκτωβρίου 2005, η ΕΚΤ πρόβαλε την ένσταση απαραδέκτου σύμφωνα με το άρθρο 114, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου. Στις 29 Δεκεμβρίου 2005 η ενάγουσα υπέβαλε τις παρατηρήσεις της επί της εν λόγω ενστάσεως απαραδέκτου.
19 Με έγγραφο της 6ης Απριλίου 2006 η ΕΚΤ πληροφόρησε το Πρωτοδικείο ότι, στις 23 Μαρτίου 2006, άσκησε αγωγές ακύρωσης του επίμαχου διπλώματος ευρεσιτεχνίας σε όλα τα καλυπτόμενα κράτη, εκτός από την Ιταλία, όπου ασκήθηκε αγωγής ακύρωσης στις 27 Μαρτίου, και την Ισπανία. Η ΕΚΤ υποστηρίζει, στο πλαίσιο των αγωγών αυτών, ότι το επίμαχο δίπλωμα ευρεσιτεχνίας είναι άκυρο επειδή υπερβαίνει προδήλως το αντικείμενο της αρχικής αίτησης, ότι η εφεύρεση δεν είναι νέα και ότι δεν ενέχει εφευρετική πρωτοτυπία.
20 Με έγγραφο της 7ης Ιουλίου 2006 η ΕΚΤ πληροφόρησε το Πρωτοδικείο ότι στις 12 Μαΐου 2006 είχε ασκήσει αγωγή ακύρωσης του επίμαχου διπλώματος ευρεσιτεχνίας στην Ισπανία.
21 Στις 18 Οκτωβρίου 2006 η ενάγουσα υπέβαλε στο Πρωτοδικείο τις παρατηρήσεις της επί των δύο εγγράφων της ΕΚΤ σχετικά με την άσκηση των εν λόγω αγωγών ακύρωσης. Ισχυρίζεται ότι η άσκηση των διάφορων αγωγών ακύρωσης ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων δεν ασκεί καμία επιρροή στην υπό κρίση αγωγή και ότι το Πρωτοδικείο πρέπει να απορρίψει την ένσταση απαραδέκτου της ΕΚΤ και να αποφανθεί επί της ουσίας.
22 Με έγγραφο της 11ης Απριλίου 2007 η ΕΚΤ πληροφόρησε το Πρωτοδικείο ότι οι αγωγές ακύρωσης που είχαν ασκηθεί στο Ηνωμένο Βασίλειο και στη Γερμανία είχαν εκδικαστεί σε πρώτο βαθμό.
23 Όσον αφορά την αγωγή ακύρωσης στο Ηνωμένο Βασίλειο, η ΕΚΤ επισήμανε ότι, με απόφαση της 26ης Μαρτίου 2007, το High Court of Justice (England & Wales), Chancery Division (Patent Court) (Ηνωμένο Βασίλειο), αποφάνθηκε ότι το επίμαχο δίπλωμα ευρεσιτεχνίας ήταν άκυρο επειδή υπερέβαινε το αντικείμενο της αρχικής αίτησης. Η ΕΚΤ πληροφόρησε το Πρωτοδικείο ότι η ενάγουσα είχε το δικαίωμα να εφεσιβάλει την εν λόγω απόφαση ενώπιον του Court of Appeal (England & Wales) (Ηνωμένο Βασίλειο) και ότι η ΕΚΤ είχε το δικαίωμα να ασκήσει αντέφεση.
24 Όσον αφορά την αγωγή ακύρωσης που ασκήθηκε στη Γερμανία, η ΕΚΤ επισήμανε ότι, με απόφαση της 27ης Μαρτίου 2007, το Bundespatentgericht (Γερμανία) αποφάνθηκε ότι το επίμαχο δίπλωμα ευρεσιτεχνίας ήταν έγκυρο. Η ΕΚΤ πληροφόρησε το Πρωτοδικείο για την πρόθεσή της να εφεσιβάλει την εν λόγω απόφαση.
Αιτήματα των διαδίκων
25 Με την αγωγή της, η ενάγουσα ζητεί από το Πρωτοδικείο:
– να αποφανθεί ότι η ΕΚΤ προσέβαλε τα δικαιώματα που απορρέουν από το επίμαχο δίπλωμα ευρεσιτεχνίας,
– να υποχρεώσει την ΕΚΤ στην καταβολή αποζημίωσης λόγω της προσβολής των δικαιωμάτων που απορρέουν από το επίμαχο δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, το ύψος της οποίας θα προσδιοριστεί μεταγενέστερα,
– να καταδικάσει την ΕΚΤ στα δικαστικά έξοδα.
26 Με την ένσταση απαραδέκτου, η ΕΚΤ ζητεί από το Πρωτοδικείο:
– να κηρύξει την αγωγή απαράδεκτη,
– να καταδικάσει την ενάγουσα στα δικαστικά έξοδα.
27 Με τις παρατηρήσεις της επί της ενστάσεως απαραδέκτου, η ενάγουσα ζητεί από το Πρωτοδικείο:
– να απορρίψει την ένσταση απαραδέκτου,
– να κρίνει την αγωγή παραδεκτή,
– να εκδώσει την αναγνωριστική απόφαση που ζητεί με την αγωγή της.
Επί της αγωγής λόγω προσβολής των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας
Επί του παραδεκτού
28 Δυνάμει του άρθρου 114, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, αν ένας διάδικος το ζητήσει, το Πρωτοδικείο μπορεί να κρίνει επί του απαραδέκτου χωρίς να εισέλθει στην ουσία. Κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, η διαδικασία συνεχίζεται προφορικά, εκτός αν το Πρωτοδικείο αποφασίσει διαφορετικά. Εν προκειμένω, το Πρωτοδικείο κρίνει ότι έχει επαρκώς διαφωτιστεί από την εξέταση των στοιχείων της δικογραφίας και ότι δεν χρειάζεται να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία.
29 Η ένσταση απαραδέκτου της ΕΚΤ βασίζεται σε τρεις λόγους, με τους οποίους προβάλλονται αντίστοιχα η έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως της ενάγουσας, η έλλειψη αρμοδιότητας του Πρωτοδικείου για την εκδίκαση της υπό κρίση υπόθεσης και την έκδοση απόφασης επ’ αυτής και η μη τήρηση των τυπικών προϋποθέσεων της αγωγής.
30 Πρέπει, καταρχάς, να εξεταστεί ο λόγος με τον οποίο προβάλλεται η έλλειψη αρμοδιότητας του Πρωτοδικείου.
Επιχειρήματα των διαδίκων
31 Η ΕΚΤ ισχυρίζεται ότι, αν και η αγωγή βασίζεται στα άρθρα 235 ΕΚ και 288 ΕΚ, η ενάγουσα δεν ζητεί μόνον αποζημίωση, αλλά πρωτίστως αποβλέπει στην αναγνώριση της προσβολής του επίμαχου διπλώματος ευρεσιτεχνίας από την ΕΚΤ και μόνον δευτερευόντως επιδιώκει την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη.
32 Η ΕΚΤ φρονεί ότι το Πρωτοδικείο δεν είναι αρμόδιο να εκδώσει απόφαση επί της αγωγής λόγω προσβολής του διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Υποστηρίζει ότι μόνον τα εθνικά δικαστήρια είναι αρμόδια να αποφανθούν εάν προσβλήθηκε ή όχι το επίμαχο δίπλωμα ευρεσιτεχνίας.
33 Η ΕΚΤ εκτιμά ότι το Πρωτοδικείο, αν δεχτεί ότι η αγωγή είναι παραδεκτή, θα επιληφθεί διαφοράς η οποία εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα των εθνικών δικαστηρίων βάσει των διατάξεων των αντίστοιχων εθνικών δικαίων περί προσβολής των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, πράγμα που θα προσέκρουε στη ΣΕΔΕ, σύμφωνα με την οποία οι διαφορές που αφορούν τα ευρωπαϊκά διπλώματα ευρεσιτεχνίας υπάγονται στη δικαιοδοσία των εθνικών δικαστηρίων των συμβαλλόμενων κρατών.
34 Προς στήριξη της άποψής της, η ΕΚΤ ισχυρίζεται ότι κάθε φορά που χορηγείται ένα ευρωπαϊκό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας και επικυρώνεται στη συνέχεια σε διάφορα κράτη μέλη, δημιουργείται μια δέσμη αυτοτελών εθνικών διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας. Επομένως, η ΕΚΤ είναι της γνώμης ότι κάθε κράτος έχει το δικαίωμα να καθορίζει τόσο τα έννομα αποτελέσματα των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας στο έδαφός του όσο και τους εφαρμοστέους δικονομικούς κανόνες σε περίπτωση διαφοράς. Σύμφωνα με την ΕΚΤ, δεδομένου ότι το ζήτημα της προσβολής των σχετικών δικαιωμάτων διέπεται αποκλειστικά από το εθνικό δίκαιο, το Πρωτοδικείο δεν είναι αρμόδιο να αποφανθεί επ’ αυτού.
35 Η ΕΚΤ υπογραμμίζει ότι η εθνική νομοθεσία κάθε κράτους μέλους περί διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας:
– προβλέπει διαφορετικές προϋποθέσεις για την παροχή εθνικής έννομης προστασίας στο δίπλωμα ευρεσιτεχνίας·
– απονέμει σε συγκεκριμένα, και συχνά εξειδικευμένα, δικαστήρια την αποκλειστική αρμοδιότητα εκτίμησης των ζητημάτων αφενός της προσβολής των δικαιωμάτων που απορρέουν από τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας και αφετέρου της ακυρότητας των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας·
– προβλέπει διαφορετικούς δικονομικούς κανόνες, περιλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, ορισμένων περιορισμών της ενεργητικής νομιμοποίησης·
– προβλέπει την πλήρωση διαφορετικών προϋποθέσεων για την επιδίκαση αποζημίωσης·
– προβλέπει διαφορετικούς χρόνους παραγραφής για την άσκηση αγωγής αποζημίωσης και για την άσκηση αγωγής λόγω προσβολής του διπλώματος ευρεσιτεχνίας.
36 Η ΕΚΤ υποστηρίζει ότι τίποτε δεν εμποδίζει την ενάγουσα να προσφύγει στα αρμόδια εθνικά δικαστήρια προκειμένου να κριθεί εάν υφίσταται, όπως υποστηρίζει, προσβολή των δικαιωμάτων της από το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας. Η ΕΚΤ παρατηρεί ότι, κατά το άρθρο 35, παράγραφος 2, του καταστατικού της ΕΚΤ, οι διαφορές μεταξύ της ΕΚΤ, αφενός, και οποιουδήποτε άλλου προσώπου, αφετέρου, εκδικάζονται από τα αρμόδια εθνικά δικαστήρια, εκτός από τις περιπτώσεις που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου.
37 Η ενάγουσα ισχυρίζεται, καταρχάς, ότι το Πρωτοδικείο είναι αρμόδιο για την εκδίκαση της αγωγής δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 235 ΕΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 288, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, οι οποίες παρέχουν στον κοινοτικό δικαστή την αρμοδιότητα να εκδικάζει διαφορές σχετικά με την εκ μέρους της Κοινότητας αποκατάσταση, σύμφωνα με τις γενικές αρχές του δικαίου που είναι κοινές στα δίκαια των κρατών μελών, της ζημίας που προξενούν τα κοινοτικά όργανα στο πεδίο της εξωσυμβατικής ευθύνης. Η ενάγουσα παρατηρεί ότι η ΕΚΤ είναι κοινοτικό όργανο και ότι το άρθρο 288, τρίτο εδάφιο, ΕΚ, ορίζει ρητά ότι η Κοινότητα υποχρεούται να αποκαθιστά τη ζημία που προξενούν η ΕΚΤ ή οι υπάλληλοί της κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.
38 Η ενάγουσα εκτιμά ότι η αρμοδιότητα του Πρωτοδικείου διέπεται αποκλειστικά από τη Συνθήκη και όχι από οποιαδήποτε εθνική νομοθεσία ή το παράγωγο κοινοτικό δίκαιο. Ειδικότερα, η ενάγουσα αμφισβητεί ότι η αρμοδιότητα του Πρωτοδικείου μπορεί να διέπεται από τον κανονισμό (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 2001, L 12, σ. 1) (τον κανονισμό που καθορίζει τη διεθνή δικαιοδοσία των εθνικών δικαστηρίων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις).
39 Η ενάγουσα υπογραμμίζει, μεταξύ άλλων, ότι το άρθρο 67 του κανονισμού 44/2001 αποκλείει την εφαρμογή του κανονισμού αυτού στην αρμοδιότητα που παρέχουν στα δικαστήρια κοινοτικά νομοθετήματα όπως είναι η Συνθήκη.
40 Η ενάγουσα φρονεί αντιθέτως ότι η αρμοδιότητα των εθνικών δικαστηρίων σε υποθέσεις προσβολής διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας διέπεται από τον κανονισμό 44/2001. Τα δικαστήρια του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου εδρεύει η εναγομένη είναι, καταρχήν, αρμόδια ακόμα και αν η προσβολή έλαβε χώρα στο έδαφος άλλου κράτους μέλους.
41 Η ενάγουσα φρονεί επίσης ότι, σύμφωνα με το άρθρο 27 του κανονισμού 44/2001, το δικαστήριο που επιλήφθηκε πρώτο της διαφοράς μεταξύ δύο διαδίκων σχετικά με την προσβολή ενός διπλώματος ευρεσιτεχνίας είναι αποκλειστικά αρμόδιο για την επίλυση κάθε άλλης διαφοράς μεταξύ των ιδίων διαδίκων που αφορά το ίδιο δίπλωμα ευρεσιτεχνίας.
42 Η ενάγουσα ισχυρίζεται επιπλέον ότι η νομολογία έχει δεχτεί ότι τα δικαστήρια του κράτους όπου έγινε η καταχώριση ενός διπλώματος ευρεσιτεχνίας έχουν αποκλειστική αρμοδιότητα μόνον για τις διαφορές που αφορούν το κύρος του διπλώματος ευρεσιτεχνίας ή την ύπαρξη της κατάθεσης ή της καταχώρισής του (απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Νοεμβρίου 1983, 288/82, Duijnstee, Συλλογή 1983, σ. 3663, σκέψη 22). Κατά συνέπεια, δεν είναι ορθή η άποψη της ΕΚΤ ότι τα δικαστήρια κάθε καλυπτόμενου κράτους έχουν αποκλειστική αρμοδιότητα για τις υποθέσεις προσβολής του επίμαχου διπλώματος ευρεσιτεχνίας στο έδαφός τους, σύμφωνα με τους αντίστοιχους εθνικούς νόμους.
43 Η ενάγουσα εκθέτει, εξάλλου, ότι πολλές διεθνείς συμβάσεις προβλέπουν ότι η προσβολή ενός διπλώματος ευρεσιτεχνίας συνιστά αδικοπραξία, η οποία θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης για την αποκατάσταση της επελθούσης ζημίας, και ότι η αρχή αυτή έχει γίνει πράγματι δεκτή από τα σημαντικότερα εμπορευόμενα έθνη και αποτέλεσε αντικείμενο των δραστηριοτήτων του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (στο εξής: ΠΟΕ). Σύμφωνα με την ενάγουσα, πρόκειται, συνεπώς, για μια θεμελιώδη αρχή τόσο του κοινοτικού δικαίου όσο και των εθνικών δικαίων. Η ενάγουσα διευκρινίζει ότι η Κοινότητα είναι μέλος του ΠΟΕ από την 1η Ιανουαρίου 1995 και, ως εκ τούτου, οφείλει να τηρεί τις διατάξεις της Συμφωνίας για τα Δικαιώματα Πνευματικής Ιδιοκτησίας στον Τομέα του Εμπορίου (στο εξής: ΣΔΠΙΕ). Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, οι διατάξεις των διεθνών συμφωνιών που συνάπτει η Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως η ΣΔΠΙΕ, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της κοινοτικής έννομης τάξης (απόφαση του Δικαστηρίου της 30ής Απριλίου 1974, 181/73, Haegeman, Συλλογή τόμος 1974, σ. 245). Η ενάγουσα υποστηρίζει ότι, εν πάση περιπτώσει, τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι επίσης μέλη του ΠΟΕ και δεσμεύονται από τη ΣΔΠΙΕ. Επομένως, οι αρχές που περιέχονται σ’ αυτή αποτελούν μέρος του εθνικού δικαίου κάθε κράτους μέλους.
44 Η ενάγουσα υποστηρίζει συναφώς ότι δεν ασκεί επιρροή στην παρούσα υπόθεση η δυσκολία που θα είχε, κατά την ΕΚΤ, το Πρωτοδικείο να εφαρμόσει περισσότερα του ενός εθνικά δίκαια προκειμένου να εξετάσει εάν η ΕΚΤ προσέβαλε το επίμαχο δίπλωμα ευρεσιτεχνίας. Η ενάγουσα φρονεί ότι δεν επηρεάζει την αρμοδιότητα του Πρωτοδικείου το γεγονός ότι είναι αναγκαία η εκ μέρους του εξέταση και εφαρμογή εθνικών δικαίων. Συγκεκριμένα, η ενάγουσα εκτιμά ότι, σύμφωνα με τη νομολογία (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 8ης Οκτωβρίου 1986, 169/83 και 136/84, Leussink κλ.π. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1986, σ. 2801, και της 27ης Μαρτίου 1990, C-308/87, Grifoni κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. I‑1203), οι παραβιάσεις των υποχρεώσεων που επιβάλλει το εθνικό δίκαιο επισύρουν την ευθύνη των κοινοτικών οργάνων για τις ζημίες που έχουν προκληθεί στους ιδιώτες και το Πρωτοδικείο είναι αρμόδιο να αποφαίνεται επ’ αυτών.
45 Εξάλλου, η ενάγουσα υποστηρίζει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 288 ΕΚ, το δίκαιο που εφαρμόζεται στις αγωγές αποζημίωσης για την αποκατάσταση των ζημιών που έχουν προξενήσει κοινοτικά όργανα απορρέει από τις αρχές του δικαίου που είναι κοινές στα κράτη μέλη. Ως εκ τούτου, οι παρατηρήσεις της ΕΚΤ επί των διαφορών μεταξύ των εθνικών δικαίων όσον αφορά τον υπολογισμό της αποζημίωσης σε περίπτωση προσβολής ενός διπλώματος ευρεσιτεχνίας είναι, κατά την άποψη της ενάγουσας, άτοπες.
46 Η ενάγουσα υποστηρίζει ότι δεν όφειλε να έχει εξαντλήσει τις εθνικές διαδικασίες προτού να ασκήσει την υπό κρίση αγωγή. Ισχυρίζεται ότι η νομολογία που επικαλείται η ΕΚΤ προς στήριξη της άποψης αυτής αφορά υποθέσεις στις οποίες τα κράτη μέλη εφαρμόζουν ή μεταφέρουν πλημμελώς το κοινοτικό δίκαιο στην εθνική τους νομοθεσία. Κατά την άποψη της ενάγουσας, μόνο σε αυτές τις περιπτώσεις τίθεται το ζήτημα εάν ο ενάγων οφείλει να εξαντλήσει τα εθνικά μέσα παροχής έννομης προστασίας κατά του κράτους μέλους προτού να ασκήσει αγωγή αποζημίωσης κατά της Κοινότητας. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι στην υπό κρίση υπόθεση δεν έχει προβληθεί ο ισχυρισμός ότι ένα κράτος μέλος έχει τελέσει αδικοπραξία, καθόσον η ΕΚΤ είναι η μόνη υπεύθυνη για την επίμαχη προσβολή.
47 Επιπλέον, η ενάγουσα υπογραμμίζει ότι η πρόταση της ΕΚΤ, σύμφωνα με την οποία έπρεπε να κινηθούν ταυτόχρονα διαδικασίες ενώπιον των δικαστηρίων πολλών κρατών μελών, ενδέχεται να συνεπάγεται περιπλοκές, περιττά έξοδα και αδικαιολόγητες καθυστερήσεις λόγω των δυσχερειών που δημιουργεί ο κανονισμός 44/2001 ως προς την άσκηση συντρεχουσών δικαστικών αρμοδιοτήτων. Ως εκ τούτου, η Κοινότητα θα παρέβαινε τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 41 της ΣΔΠΙΕ, το οποίο επιβάλλει την ύπαρξη δίκαιων διαδικασιών για τη διασφάλιση της προστασίας των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, χωρίς περιττές δυσχέρειες και αδικαιολόγητες καθυστερήσεις.
48 Εξάλλου, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι, εάν όφειλε να κινήσει ταυτόχρονα διαδικασίες ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, θα υπήρχε ο κίνδυνος παραγραφής του δικαιώματος άσκησης αγωγής αποζημίωσης ενώπιον του Πρωτοδικείου.
49 Τέλος, η ενάγουσα φρονεί ότι το Πρωτοδικείο είναι αρμόδιο να αναγνωρίσει την προσβολή του επίμαχου διπλώματος ευρεσιτεχνίας από την ΕΚΤ, καθόσον το αποτέλεσμα μιας τέτοιας αναγνώρισης ταυτίζεται με την εκ μέρους του Πρωτοδικείου διαπίστωση ότι στοιχειοθετείται ευθύνη της Κοινότητας για την καταβολή αποζημίωσης. Άλλωστε, το άρθρο 288 ΕΚ παρέχει στο Πρωτοδικείο την ευχέρεια να προβεί στην εν λόγω διαπίστωση. Εξάλλου, η ενάγουσα εκτιμά ότι η νομολογία παρέχει ρητά τη δυνατότητα στο Πρωτοδικείο να εκδίδει αναγνωριστικές αποφάσεις επί αγωγών αποζημίωσης, όταν δεν είναι ακόμα δυνατός ο υπολογισμός της αποζημίωσης για τις προκληθείσες ζημίες ή όταν πρόκειται για επικείμενες ζημίες (απόφαση του Δικαστηρίου της 2ας Ιουνίου 1976, 56/74 έως 60/74, Kampffmeyer κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1976, σ. 291). Τέλος, η ενάγουσα φρονεί ότι, σε περίπτωση προσβολής διπλώματος ευρεσιτεχνίας, η Κοινότητα υποχρεούται βάσει της ΣΔΠΙΕ να παρέχει «αναγνωριστικές αποφάσεις και επαρκή αποζημίωση».
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
50 Πρέπει να σημειωθεί, εξαρχής, ότι το Πρωτοδικείο δεν μπορεί να ασκεί παρά μόνο τις αρμοδιότητες που του έχουν απονεμηθεί από το κοινοτικό δίκαιο. Η αρχή αυτή απορρέει από το άρθρο 7 ΕΚ, σύμφωνα με το οποίο ο κοινοτικός δικαστής οφείλει να ενεργεί εντός των ορίων των εξουσιών που του παρέχονται από τη Συνθήκη. Το άρθρο 220 ΕΚ ορίζει, ομοίως, ότι το Δικαστήριο και το Πρωτοδικείο εξασφαλίζουν, στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων τους, την τήρηση του δικαίου κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή της Συνθήκης.
51 Αν δεν έχει απονεμηθεί τέτοια αρμοδιότητα, η έκδοση από το Πρωτοδικείο απόφασης επί ορισμένης προσφυγής ή αγωγής θα είχε ως συνέπεια την επέκταση της αρμοδιότητάς του σε διαφορές στις οποίες είναι διάδικος η Κοινότητα, και για τις οποίες είναι αρμόδια, σύμφωνα με το άρθρο 240 ΕΚ, τα εθνικά δικαστήρια (βλ. συναφώς απόφαση του Δικαστηρίου της 21ης Μαΐου 1987, 133/85 έως 136/85, Rau κλ.π., Συλλογή 1987, σ. 2289, σκέψη 10, διατάξεις του Πρωτοδικείου της 3ης Οκτωβρίου 1997, T-186/96, Mutual Aid Administration Services κατά Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ. II‑1633, σκέψη 47, της 12ης Δεκεμβρίου 2005, T‑360/05, Natexis Banques Populaires κατά RoboBAT, μη δημοσιευθείσα στη Συλλογή, σκέψη 12, και της 26ης Ιανουαρίου 2007, T‑91/06, Θεοφιλόπουλος κατά Επιτροπής,μη δημοσιευθείσα ακόμα στη Συλλογή, σκέψη 16). Το άρθρο 35, παράγραφος 2, του καταστατικού της ΕΚΤ προβλέπει επίσης ότι οι διαφορές μεταξύ της ΕΚΤ και κάθε άλλου προσώπου εκδικάζονται από τα αρμόδια εθνικά δικαστήρια, εκτός από τις περιπτώσεις που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου.
52 Εν προκειμένω, η ενάγουσα ζητεί από το Πρωτοδικείο να αναγνωρίσει ότι η ΕΚΤ προσέβαλε διάφορα εθνικά διπλώματα ευρεσιτεχνίας της.
53 Όπως επισημαίνει η ΕΚΤ, ένα ευρωπαϊκό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας συνίσταται, στην πραγματικότητα, σε ένα σύνολο ταυτόσημων εθνικών διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, που χορηγούνται από κάθε κράτος το οποίο κατονομάζει ο αιτών με την αίτηση για τη χορήγηση του διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Το άρθρο 2 και το άρθρο 64, παράγραφος 1, της ΣΕΔΕ ορίζουν συναφώς ότι το ευρωπαϊκό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας παράγει το ίδιο έννομο αποτέλεσμα με το εθνικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας σε κάθε κράτος που έχει ορίσει ο αιτών και υπόκειται στο οικείο κράτος στο ίδιο καθεστώς με τα εθνικά διπλώματα ευρεσιτεχνίας. Το άρθρο 64, παράγραφος 3, της ΣΕΔΕ ορίζει επίσης ότι οι προσβολές του ευρωπαϊκού διπλώματος ευρεσιτεχνίας κρίνονται σύμφωνα με τις διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας.
54 Επομένως, η ενάγουσα, βάλλοντας κατά της ΕΚΤ για προσβολή του επίμαχου διπλώματος ευρεσιτεχνίας σε εννέα από τα κράτη για τα οποία χορηγήθηκε το δίπλωμα αυτό, προσάπτει στην ΕΚΤ ότι προσέβαλε εννέα εθνικά διπλώματα ευρεσιτεχνίας.
55 Τα δίκαια και των εννέα καλυπτόμενων κρατών απαγορεύουν σε τρίτους την εκμετάλλευση των εφευρέσεων που αποτελούν αντικείμενο διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας χωρίς τη συναίνεση του δικαιούχου και παρέχουν στον δικαιούχο τη δυνατότητα να αντιτάσσεται ενώπιον των δικαστηρίων στη χρήση αυτή. Η ΕΚΤ δεν αμφισβητεί την υποχρέωσή της να τηρεί τους κανόνες των καλυπτόμενων κρατών περί διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και δέχεται ότι η ενάγουσα μπορεί να ασκήσει αγωγή κατ’ αυτής λόγω προσβολής των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.
56 Καμία διάταξη του κοινοτικού δικαίου δεν παρέχει όμως στο Πρωτοδικείο την αρμοδιότητα να εκδικάζει διαφορές περί προσβολής διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας. Η αγωγή λόγω προσβολής διπλώματος ευρεσιτεχνίας δεν συγκαταλέγεται στα μέσα έννομης προστασίας για τα οποία απονέμεται αρμοδιότητα στα κοινοτικά δικαστήρια από τα άρθρα 220 ΕΚ έως 241 ΕΚ.
57 Επιπλέον, οι εθνικές νομοθεσίες περί διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, σε αντίθεση με τις νομοθεσίες που διέπουν άλλα δικαιώματα επί των προϊόντων της διανοίας, όπως είναι οι εθνικές νομοθεσίες περί σημάτων, δεν έχουν αποτελέσει αντικείμενο κοινοτικής εναρμόνισης. Όταν πρόκειται για τομέα στον οποίο η Κοινότητα δεν έχει ακόμα νομοθετήσει και ο οποίος, κατά συνέπεια, εμπίπτει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών, η προστασία ορισμένων δικαιωμάτων επί των προϊόντων της διανοίας, όπως τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας, και τα μέτρα που λαμβάνουν προς τούτο οι δικαστικές αρχές δεν εμπίπτουν στο κοινοτικό δίκαιο (απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Δεκεμβρίου 2000, C-300/98 και C-392/98, Dior κ.λπ., Συλλογή 2000, σ. I-11307, σκέψη 48).
58 Η ενάγουσα εκτιμά, εντούτοις, ότι οι διατάξεις του άρθρου 235 ΕΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 288, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, παρέχουν στο Πρωτοδικείο τη δυνατότητα να προβαίνει σε κάθε αναγκαία διαπίστωση προκειμένου να αποφαίνεται εάν ένα κοινοτικό όργανο διέπραξε παρανομία δυνάμενη να στοιχειοθετήσει την ευθύνη της Κοινότητας, χωρίς να υπάρχουν όρια όσον αφορά τους εθνικούς κανόνες των οποίων την παραβίαση μπορεί να διαπιστώσει ή όσον αφορά τις σχετικές με το εθνικό δίκαιο εκτιμήσεις που μπορούν να γίνουν προς τούτο.
59 Η ενάγουσα φρονεί δηλαδή ότι, καθόσον η προσβολή ενός διπλώματος ευρεσιτεχνίας είναι ζήτημα που άπτεται της εξωσυμβατικής ευθύνης, το Πρωτοδικείο πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να μπορεί να αποφαίνεται εάν έλαβε χώρα τέτοια προσβολή. Έτσι, από τις προαναφερθείσες αποφάσεις Leussink κ.λπ. κατά Επιτροπής και Grifoni κατά Επιτροπής προκύπτει ότι ο κοινοτικός δικαστής είναι αρμόδιος να εκδικάζει αγωγές αποζημίωσης για την αποκατάσταση των ζημιών που έχουν προξενήσει τα κοινοτικά όργανα λόγω παραβίασης υποχρεώσεων που απορρέουν από το εθνικό δίκαιο, όπως είναι ο σεβασμός των υφιστάμενων διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας.
60 Η άποψη της ενάγουσας δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
61 Πρώτον, η ενάγουσα παραγνωρίζει το γεγονός ότι άσκησε αγωγή λόγω προσβολής διπλώματος ευρεσιτεχνίας η οποία διαφέρει εννοιολογικά από την επίσης ασκηθείσα αγωγή λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης. Το Πρωτοδικείο οφείλει απαραιτήτως να εξετάσει την αγωγή λόγω προσβολής ως αυτοτελή αγωγή με βάση τους κανόνες που διέπουν τα μέσα παροχής έννομης προστασίας που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των κοινοτικών δικαστηρίων.
62 Δεύτερον, η άποψη της ενάγουσας θα είχε ως συνέπεια να υποχρεούται το Πρωτοδικείο να αποφαίνεται επί οποιουδήποτε θέματος που διέπεται από το εθνικό δίκαιο, οσάκις καλείται να εκτιμήσει στο πλαίσιο αγωγής αποζημίωσης εάν ένα κοινοτικό όργανο έχει διαπράξει παρανομία. Τούτο θα είχε ως αποτέλεσμα το Πρωτοδικείο να αποφαίνεται επί θεμάτων τα οποία εκφεύγουν της αρμοδιότητάς του, σφετεριζόμενο αρμοδιότητες που ανήκουν αποκλειστικά στα εθνικά δικαστήρια. Δεν εναπόκειται όμως στο Πρωτοδικείο να εξετάζει την προβαλλόμενη παράβαση της εθνικής νομοθεσίας ως νομικό ζήτημα που προϋποθέτει απεριόριστο νομικό έλεγχο, ο οποίος εναπόκειται μόνο στις εθνικές αρχές (βλ., συναφώς, απόφαση του Πρωτοδικείου της 6ης Ιουλίου 2000, T‑139/99, AICS κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 2000, σ. II-2849, σκέψη 40, επιβεβαιωθείσα με τη διάταξη του Δικαστηρίου της 21ης Ιουνίου 2001, C-330/00 P, AICS κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 2001, σ. I‑4809).
63 Η ενάγουσα δεν μπορεί να στηρίξει τα επιχειρήματά της στη νομολογία που επικαλείται.
64 Όσον αφορά την υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προαναφερθείσα απόφαση Leussink κ.λπ. κατά Επιτροπής, που αφορούσε αγωγή αποζημίωσης υπαλλήλου της Επιτροπής, που είχε τραυματιστεί σε τροχαίο ατύχημα στη Γερμανία ενώ βρισκόταν σε υπηρεσιακή αποστολή και ταξίδευε με αυτοκίνητο της Επιτροπής, το οποίο οδηγούσε οδηγός του εν λόγω οργάνου, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η ενάγουσα, με την εν λόγω απόφαση δεν έγινε δεκτό ότι ο κοινοτικός δικαστής ήταν αρμόδιος να αποφανθεί εάν ένα κοινοτικό όργανο είχε παραβιάσει διάταξη του εθνικού δικαίου. Αντιθέτως, το Δικαστήριο, το οποίο καταδίκασε την Επιτροπή, απέκλεισε ρητά τη δυνατότητα να ερευνηθεί η ευθύνη της στην υπόθεση εκείνη με βάση το εθνικό δίκαιο (σκέψη 15 της απόφασης).
65 Όσον αφορά την απόφαση Grifoni κατά Επιτροπής, που αφορούσε αγωγή αποζημίωσης την οποία άσκησε επιχειρηματίας που υπέστη ατύχημα ενώ επιθεωρούσε την οροφή ενός κτιρίου της Επιτροπής στην Ispra (Ιταλία) κατά την εκτέλεση εργασιών συντήρησης, πρέπει να σημειωθεί ότι, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η ενάγουσα, το Δικαστήριο δεν έκρινε το ίδιο τη νομιμότητα, από την άποψη των εφαρμοστέων εθνικών διατάξεων, της συμπεριφοράς που προσαπτόταν στην Επιτροπή, ήτοι της μη λήψης των μέτρων ασφαλείας που επέβαλλε η νομοθεσία του κράτους στο οποίο βρισκόταν το κτίριο. Συγκεκριμένα, η εκ μέρους της Επιτροπής παραβίαση των εθνικών διατάξεων περί προλήψεως ατυχημάτων είχε ήδη διαπιστωθεί από τον αρμόδιο εθνικό οργανισμό κατά την εξέταση της τήρησης των εν λόγω διατάξεων, ο οποίος έκρινε ότι η Επιτροπή δεν είχε λάβει κανένα προληπτικό μέτρο (προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Tesauro στην προαναφερθείσα απόφαση Grifoni κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. I-1203, σημείο 26). Υπό τις εν λόγω περιστάσεις, το Δικαστήριο έκρινε ότι είχε αποδειχθεί η αμελής συμπεριφορά της Επιτροπής, η οποία δεν είχε επιδείξει τη δέουσα επιμέλεια σχετικά με τα μέτρα ασφαλείας που είναι αναγκαία για την πρόληψη ατυχημάτων, και ότι η συμπεριφορά αυτή συνιστούσε παρανομία δυνάμενη να στοιχειοθετήσει την ευθύνη της Κοινότητας (σκέψεις 13 και 14 της απόφασης), καθόσον πληρούνταν και οι λοιπές προϋποθέσεις που απαιτούνται για τη στοιχειοθέτηση της κοινοτικής ευθύνης, ήτοι η ύπαρξη της ζημίας και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της εν λόγω ζημίας και της παράνομης συμπεριφοράς που προσάπτεται στο σχετικό όργανο. Η κατάσταση αυτή διαφέρει όμως από την υπό κρίση, καθόσον τα αρμόδια εθνικά δικαστήρια δεν έχουν διαπιστώσει την εκ μέρους της ΕΚΤ προσβολή των σχετικών εθνικών διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας.
66 Το Πρωτοδικείο ακολούθησε την ίδια προσέγγιση στις δύο υποθέσεις που οδήγησαν στην έκδοση της προαναφερθείσας απόφασης της 6ης Ιουλίου 2000, AICS κατά Κοινοβουλίου, και της απόφασης της 11ης Ιουνίου 2002, T‑365/00, AICS κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 2002, σ. II‑2719), οι οποίες αφορούσαν αμφότερες την ανάθεση από το Κοινοβούλιο δημόσιας σύμβασης μεταφοράς προσώπων που συνδέονταν με το εν λόγω όργανο, με οχήματα χωρίς ιδιαίτερα διακριτικά στοιχεία με οδηγό, στο Στρασβούργο. Ένας εκ των ενδιαφερομένων που είχε υποβάλει προσφορά, η οποία απορρίφθηκε, άσκησε προσφυγή ακύρωσης κατά της απόφασης ανάθεσης του Κοινοβουλίου, την οποία θεωρούσε παράνομη, και αγωγή αποζημίωσης κατά του εν λόγω οργάνου. Στο πλαίσιο της προσφυγής ακύρωσης, ο προσφεύγων επικαλέστηκε ότι η σύμβαση, η οποία υπογράφηκε τελικά μεταξύ του Κοινοβουλίου και της επιχείρησης της οποίας η προσφορά είχε γίνει δεκτή, παραβίαζε τη γαλλική νομοθεσία που ίσχυε σχετικά με τη δραστηριότητα των ταξί. Με την προαναφερθείσα απόφαση της 6ης Ιουλίου 2000, AICS κατά Κοινοβουλίου, το Πρωτοδικείο απέρριψε τα αιτήματα ακύρωσης και αποζημίωσης, με το σκεπτικό ότι ο προσφεύγων δεν απέδειξε ότι το Κοινοβούλιο υπέπεσε σε πρόδηλο σφάλμα κατά την ερμηνεία της γαλλικής νομοθεσίας (σκέψη 43). Αντιθέτως, με την προαναφερθείσα απόφαση της 11ης Ιουνίου 2002, AICS κατά Κοινοβουλίου, το Πρωτοδικείο έλαβε υπόψη το γεγονός ότι το tribunal correctionnel de Strasbourg είχε εκδώσει στο μεταξύ την από 7 Απριλίου 2000 απόφαση, με την οποία έκρινε ότι η ερμηνεία του Κοινοβουλίου αντέβαινε στη γαλλική νομοθεσία (σκέψεις 65 έως 71 της απόφασης). Ως εκ τούτου, το Πρωτοδικείο ακύρωσε την απόφαση ανάθεσης της σύμβασης ενώ απέρριψε την αγωγή αποζημίωσης, επειδή δεν είχε αποδειχθεί η επελθούσα κατά την ενάγουσα ζημία (σκέψη 79).
67 Ως εκ περισσού, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι το άρθρο 138 της ΣΕΔΕ ορίζει ότι το ευρωπαϊκό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας μπορεί να ακυρωθεί, βάσει της νομοθεσίας ενός συμβαλλομένου κράτους, με έννομα αποτελέσματα επί του εδάφους του κράτους αυτού, και ότι το άρθρο 22, παράγραφος 4, του κανονισμού 44/2001 παρέχει αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία σε θέματα κύρους διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας στα δικαστήρια του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου πραγματοποιήθηκε η καταχώριση του διπλώματος ευρεσιτεχνίας, το δε Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι η εν λόγω αποκλειστικότητα ισχύει ανεξαρτήτως της διαδικασίας στο πλαίσιο της οποίας εγείρεται το θέμα του κύρους και αδιακρίτως αν τούτο εγείρεται στα πλαίσια άσκησης αγωγής ή προβολής ενστάσεως (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση του Δικαστηρίου της 13ης Ιουλίου 2006, C-4/03, GAT, Συλλογή 2006, σ. I-6509, σκέψη 25).
68 Το θέμα του κύρους ενός διπλώματος ευρεσιτεχνίας είναι, στις περισσότερες περιπτώσεις, καθοριστικής σημασίας στο πλαίσιο μιας αγωγής λόγω προσβολής του διπλώματος αυτού, καθόσον το πρόσωπο που κατηγορείται για την εν λόγω προσβολή μπορεί να επικαλεστεί παρεμπιπτόντως την ακυρότητα του διπλώματος ευρεσιτεχνίας με σκοπό να στερήσει αναδρομικά τον δικαιούχο του διπλώματος ευρεσιτεχνίας από το δικαίωμα που επικαλείται και, κατά συνέπεια, να προκαλέσει την απόρριψη της σχετικής αγωγής. Η περίπτωση αυτή συντρέχει εν προκειμένω, καθόσον η ΕΚΤ έχει ήδη ασκήσει αγωγές ακύρωσης του επίμαχου διπλώματος ευρεσιτεχνίας ενώπιον των δικαστηρίων όλων των καλυπτόμενων κρατών.
69 Αυτό σημαίνει ότι τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας των οποίων η προσβολή προσάπτεται στην ΕΚΤ μπορεί να είναι εξ υπαρχής άκυρα και, ως εκ τούτου, ανυπόστατα. Ο κίνδυνος αυτός δεν είναι υποθετικός εν προκειμένω, καθόσον με την απόφαση της 26ης Μαρτίου 2007 το High Court of Justice έκρινε ότι το επίμαχο δίπλωμα ευρεσιτεχνίας δεν ήταν έγκυρο εντός των ορίων της δικαιοδοσίας του.
70 Τέλος, το Πρωτοδικείο δεν μπορεί να αμφισβητήσει τη νομιμότητα ενός εθνικού τίτλου βιομηχανικής ιδιοκτησίας χωρίς να προσβάλει την αρχή της αγαστής συνεργασίας που οφείλει να διέπει τις σχέσεις μεταξύ των κρατών μελών και των κοινοτικών οργάνων και η οποία, κατά πάγια νομολογία, όχι μόνον υποχρεώνει τα κράτη μέλη να λαμβάνουν κάθε μέτρο που είναι κατάλληλο να εξασφαλίζει την εφαρμογή και την αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου, αλλά και επιβάλλει στα κοινοτικά όργανα αμοιβαία καθήκοντα αγαστής συνεργασίας με τα κράτη μέλη (διάταξη του Δικαστηρίου της 13ης Ιουλίου 1990, C‑2/88, Zwartveld κ.λπ., Συλλογή 1990, σ. I‑3365, σκέψη 17, και απόφαση του Δικαστηρίου της 16ης Οκτωβρίου 2003, C‑339/00, Ιρλανδία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. I‑11757, σκέψεις 71 και 72).
71 Κατόπιν των προαναφερθέντων, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι αρμόδια για την αναγνώριση της προσβολής ενός εθνικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας είναι τα εθνικά δικαστήρια και όχι το Πρωτοδικείο. Ως εκ τούτου, η αγωγή λόγω προσβολής του διπλώματος ευρεσιτεχνίας πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω αναρμοδιότητας του Πρωτοδικείου.
72 Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από το επιχείρημα της ενάγουσας ότι δεν οφείλει να εξαντλήσει τις εθνικές διαδικασίες προτού να ασκήσει αγωγή αποζημίωσης ενώπιον του Πρωτοδικείου, καθόσον δεν υποστηρίζεται εν προκειμένω ότι ένα κράτος μέλος είναι συνυπεύθυνο για την προσβολή. Η ενάγουσα υποστηρίζει επίσης ότι η ταυτόχρονη κίνηση διαδικασιών ενώπιον των δικαστηρίων πολλών κρατών μελών μπορεί δημιουργήσει περιπλοκές και αδικαιολόγητες καθυστερήσεις.
73 Πρώτον, η υποχρέωση της ενάγουσας να κινήσει ταυτόχρονα εθνικές διαδικασίες για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων της δεν απορρέει από τη συνυπευθυνότητα των αρχών των κρατών μελών για την προβαλλόμενη προσβολή, αλλά απορρέει αποκλειστικά και μόνον από το γεγονός ότι το Πρωτοδικείο δεν είναι αρμόδιο να αποφανθεί εάν η ΕΚΤ προσέβαλε ένα εθνικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας.
74 Δεύτερον, οι περιπλοκές και οι καθυστερήσεις που μπορεί να συνεπάγεται για την ενάγουσα η ανάγκη κίνησης παράλληλων διαδικασιών για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων της είναι αποκλειστικά απόρροια της έλλειψης ενός διπλώματος ευρεσιτεχνίας σε κοινοτικό επίπεδο, πράγμα που ισχύει και για όλους τους δικαιούχους μιας εφεύρεσης που προστατεύεται εντός της Κοινότητας από διαφορετικά εθνικά διπλώματα ευρεσιτεχνίας.
75 Τέλος, όσον αφορά το επιχείρημα της ενάγουσας ότι το δικαίωμα άσκησης αγωγής αποζημίωσης ενώπιον του Πρωτοδικείου κατά της ΕΚΤ μπορεί να παραγραφεί μέχρις ότου εκδοθούν οι αποφάσεις των αρμόδιων εθνικών δικαστηρίων, πρέπει να σημειωθεί ότι ο χρόνος παραγραφής του δικαιώματος άσκησης αγωγής αποζημίωσης λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας δεν μπορεί να αρχίσει πριν από την πλήρωση όλων των προϋποθέσεων από τις οποίες εξαρτάται η υποχρέωση αποκατάστασης της ζημίας (απόφαση του Δικαστηρίου της 27ης Ιανουαρίου 1982, 256/80, 257/80, 265/80, 267/80 και 5/81, Birra Wührer κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Συλλογή 1982, σ. 85, σκέψη 10, και διάταξη του Δικαστηρίου της 18ης Ιουλίου 2002, C‑136/01 P, Autosalone Ispra dei Fratelli Rossi κατά Επιτροπής,Συλλογή 2002, σ. I‑6565, σκέψη 30). Εν προκειμένω, ο χρόνος παραγραφής του δικαιώματος της ενάγουσας να ασκήσει αγωγή αποζημίωσης κατά της Κοινότητας μπορεί να αρχίσει να τρέχει μόνον αφού η ενάγουσα λάβει γνώση της εκ μέρους των αρμοδίων εθνικών δικαστηρίων αναγνώρισης της προσβολής του διπλώματος για την οποία κατηγορεί την ΕΚΤ.
Επί της αγωγής αποζημίωσης
76 Το Πρωτοδικείο εκτιμά ότι, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, είναι αρμόδιο να εκδικάσει την αγωγή αποζημίωσης βάσει των διατάξεων του άρθρου 235 ΕΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 288, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, οι οποίες απονέμουν στον κοινοτικό δικαστή την αρμοδιότητα εκδίκασης των διαφορών σχετικά με την αποκατάσταση από την Κοινότητα των ζημιών που προξενούν τα κοινοτικά όργανα στον τομέα της εξωσυμβατικής ευθύνης. Το άρθρο 288, τρίτο εδάφιο, ΕΚ, ορίζει ότι η Κοινότητα οφείλει να αποκαθιστά τις ζημίες που προξενεί η ΕΚΤ.
77 Η ΕΚΤ πρότεινε επίσης την ένσταση απαραδέκτου του αιτήματος αποζημίωσης. Το Πρωτοδικείο εκτιμά, εντούτοις, ότι το εν λόγω αίτημα πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμο.
78 Συναφώς, η ΕΚΤ ισχυρίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, το δικαίωμα αποζημίωσης αναγνωρίζεται όταν πληρούνται τρεις προϋποθέσεις, ήτοι η παραβίαση από το οικείο όργανο ενός κανόνα δικαίου που απονέμει δικαιώματα σε ιδιώτες, η ύπαρξη ζημίας και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της τελεσθείσας παραβίασης και της προκληθείσας ζημίας. Η ΕΚΤ προσθέτει ότι, εάν δεν πληρούται οποιαδήποτε από τις ανωτέρω προϋποθέσεις, το Πρωτοδικείο οφείλει να απορρίψει την αγωγή στο σύνολό της χωρίς να εξετάσει τη συνδρομή των λοιπών προϋποθέσεων.
79 Δυνάμει του άρθρου 111 του Κανονισμού Διαδικασίας, όταν η προσφυγή είναι προδήλως απαράδεκτη ή προδήλως νομικά αβάσιμη, το Πρωτοδικείο μπορεί, χωρίς να συνεχίσει τη διαδικασία, να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη. Στην υπό κρίση υπόθεση, το Πρωτοδικείο κρίνει ότι τα έγγραφα του φακέλου της υποθέσεως είναι αρκούντως διαφωτιστικά και, ως εκ τούτου, αποφασίζει να αποφανθεί, κατ’ εφαρμογή του άρθρου αυτού, χωρίς να συνεχίσει τη διαδικασία.
80 Πρέπει να υπομνησθεί ότι η γένεση της εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας, υπό την έννοια του άρθρου 288, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, για παράνομη συμπεριφορά των οργάνων της εξαρτάται από τη συνδρομή ενός συνόλου προϋποθέσεων, που συνίστανται στο παράνομο της συμπεριφοράς που προσάπτεται στα όργανα, στην ύπαρξη της ζημίας και στην αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς αυτής και της προβαλλόμενης ζημίας (απόφαση του Δικαστηρίου της 29ης Σεπτεμβρίου 1982, 26/81, Oleifici Mediterranei κατά ΕΟΚ, Συλλογή 1982, σ. 3057, σκέψη 16 , και αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 11ης Ιουλίου 1996, T‑175/94, International Procurement Services κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. II-729, σκέψη 44, και της 16ης Οκτωβρίου 1996, T-336/94, Efisol κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. II-1343, σκέψη 30).
81 Στην υπό κρίση υπόθεση, δεν αποδείχθηκε η πρώτη απαιτούμενη προϋπόθεση, δηλαδή το παράνομο της συμπεριφοράς που προσάπτεται στην ΕΚΤ και συνίσταται στην προσβολή του επίμαχου διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Συγκεκριμένα, όπως έχει γίνει δεκτό με τη νομολογία, η ύπαρξη της προσβολής του διπλώματος ευρεσιτεχνίας πρέπει να έχει διαπιστωθεί από τις αρμόδιες εθνικές αρχές. Η ενάγουσα δεν προσκόμισε κανένα σχετικό αποδεικτικό στοιχείο, αλλά, αντιθέτως, ζήτησε από το Πρωτοδικείο να διαπιστώσει την εν λόγω προσβολή. Μόνον όμως επί τη βάσει μιας αποφάσεως της αρμόδιας εθνικής αρχής που να διαπιστώνει την ύπαρξη της προσβολής του διπλώματος ευρεσιτεχνίας εκ μέρους της ΕΚΤ θα μπορούσε το Πρωτοδικείο να αποφανθεί εάν γεννάται ευθύνη της Κοινότητας λόγω της προσβολής αυτής.
82 Υπό τις περιστάσεις αυτές, διαπιστώνεται ότι η αγωγή αποζημίωσης είναι προδήλως νομικά αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί σύμφωνα με το άρθρο 111 του Κανονισμού Διαδικασίας.
Επί των δικαστικών εξόδων
83 Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή η ενάγουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα σύμφωνα με το αίτημα της ΕΚΤ.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (πρώτο τμήμα)
διατάσσει:
1) Απορρίπτει ως απαράδεκτη την αγωγή αναγνώρισης της προσβολής των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας.
2) Απορρίπτει την αγωγή αποζημίωσης.
3) Η Document Security Systems, Inc. φέρει τα δικαστικά της έξοδα, καθώς και τα έξοδα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
Λουξεμβούργο, 5 Σεπτεμβρίου 2007.
Ο Γραμματέας
Ο Πρόεδρος
E. Coulon
J. D. Cooke
* Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy