Υπόθεση T-420/05 R II
Vischim Srl
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Ασφαλιστικά μέτρα — Αίτηση αναστολής εκτελέσεως — Οδηγία 91/414/ΕΟΚ — Νέα αίτηση — Νέα πραγματικά περιστατικά — Επείγον — Δεν υφίσταται»
Διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 13ης Οκτωβρίου 2006
Περίληψη της διατάξεως
Ασφαλιστικά μέτρα — Αναστολή εκτελέσεως — Απόρριψη της αιτήσεως
(Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 109)
Με την έκφραση «νέα περιστατικά», νοούνται κατά την έννοια του άρθρου 109 του Κανονισμού Διαδικασίας, πρέπει να νοηθούν περιστατικά που εμφανίζονται μετά την έκδοση της απορρίπτουσας την πρώτη αίτηση προσωρινών μέτρων διάταξης ή που ο αιτών δεν μπόρεσε να επικαλεσθεί με την πρώτη αίτηση ή κατά τη διάρκεια της διαδικασίας που κατέληξε στην πρώτη διάταξη και τα οποία είναι ουσιώδους σημασίας για την εκτίμηση της επίμαχης περιπτώσεως.
Προκειμένου να χορηγηθεί αναστολή ή να ληφθούν προσωρινά μέτρα, πρέπει τα περιστατικά αυτά να μπορούν να θέτουν υπό αμφισβήτηση τις εκτιμήσεις του δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων ως προς τις προϋποθέσεις από τις οποίες η χορήγηση αυτή εξαρτάται.
(βλ. σκέψεις 54-55)
ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ
της 13ης Οκτωβρίου 2006 (*)
«Ασφαλιστικά μέτρα – Αίτηση αναστολής εκτελέσεως – Οδηγία 91/414/ΕΟΚ – Νέα αίτηση – Νέα πραγματικά περιστατικά – Επείγον – Δεν υφίσταται»
Στην υπόθεση T-420/05 R II,
Vischim Srl, με έδρα το Cesano Maderno (Ιταλία), εκπροσωπούμενη από τους δικηγόρους C. Mereu και K. Van Maldegem,
αιτούσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τους B. Doherty και L. Parpala,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναστολής της εκπνέουσας στις 31 Αυγούστου 2006 προθεσμίας που έχει ορισθεί με το άρθρο 3 της οδηγίας 2005/53/ΕΚ της Επιτροπής, της 16ης Σεπτεμβρίου 2005, για την τροποποίηση της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ του Συμβουλίου ώστε να καταχωρισθούν οι chlorothalonil, chlorotoluron, cyperméthrine, daminozide και thiophanate-méthyl ως δραστικές ουσίες (EE L 241, σ. 51),
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΏΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Νομικό πλαίσιο
1 Με την οδηγία 91/414/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1991, σχετικά με τη διάθεση στην αγορά φυτοπροστατευτικών προϊόντων (ΕΕ L 230, σ. 1), έχει θεσπιστεί, μεταξύ άλλων, το κοινοτικό καθεστώς που ισχύει όσον αφορά την έγκριση και την ανάκτηση εγκρίσεως διαθέσεως στην αγορά φυτοπροστατευτικών προϊόντων.
2 Το άρθρο 4 της οδηγίας 91/414 προβλέπει ότι «[τα] κράτη μέλη φροντίζουν ώστε κάθε φυτοπροστατευτικό προϊόν να εγκρίνεται μόνον εφόσον [...] οι δραστικές του ουσίες περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι».
3 Με την οδηγία 2005/53/ΕΚ της Επιτροπής, της 16ης Σεπτεμβρίου 2005, για την τροποποίηση της οδηγίας 91/414 ώστε να καταχωριστούν οι chlorothalonil, chlorotoluron, cyperméthrine, daminozide και thiophanate-méthyl ως δραστικές ουσίες (EE L 241, σ. 51, στο εξής: επίδικη οδηγία), τροποποιήθηκε το παράρτημα I της προηγούμενης οδηγίας προκειμένου να συμπεριληφθεί η chlorothalonil, με βαθμό καθαρότητας για το εξαχλωροβενζόλιο 0,01 g/kg. Η επίδικη οδηγία ισχύει από την 1η Μαρτίου 2006.
4 Το άρθρο 2 της επίδικης οδηγίας προβλέπει:
«Τα κράτη μέλη εγκρίνουν και δημοσιεύουν, το αργότερο έως τις 31 Αυγούστου 2006, τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν προς την παρούσα οδηγία. Κοινοποιούν αμέσως στην Επιτροπή το κείμενο των εν λόγω διατάξεων καθώς και έναν πίνακα αντιστοιχίας μεταξύ των εν λόγω διατάξεων και των διατάξεων της παρούσας οδηγίας.
Εφαρμόζουν τις διατάξεις αυτές από την 1η Σεπτεμβρίου 2006 […]».
5 Το άρθρο 3 της επίδικης οδηγίας προβλέπει:
«1. Σύμφωνα με την οδηγία 91/414 τα κράτη μέλη, όπου είναι αναγκαίο, τροποποιούν ή ανακαλούν ισχύουσες εγκρίσεις για φυτοπροστατευτικά προϊόντα που περιέχουν ως δραστικές ουσίες chlorothalonil, […] έως τις 31 Αυγούστου 2006.
Έως την παραπάνω ημερομηνία, τα κράτη μέλη επαληθεύουν ιδίως ότι πληρούνται οι όροι του παραρτήματος Ι της εν λόγω οδηγίας σχετικά με τις ουσίες chlorothalonil […]
2. […] Σε συνέχεια του προσδιορισμού αυτού τα κράτη μέλη […] στην περίπτωση προϊόντος που περιέχει chlorothalonil […] ως μοναδική δραστική ουσία, τροποποιούν ή ανακαλούν ανάλογα με την περίπτωση την έγκριση έως τις 28 Φεβρουαρίου 2010 το αργότερο […]».
Ιστορικό της διαφοράς
6 Στις 8 Ιουλίου 1993 η Vischim Srl, ιταλική εταιρία παράγουσα chlorothalonil, ενημέρωσε την Επιτροπή ότι επιθυμούσε την καταχώριση της ουσίας αυτής στο παράρτημα I της οδηγίας 91/414 και, για τον σκοπό αυτό, κατέθεσε στον εισηγητή των φακέλων που προβλέπονται στο άρθρο 6, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3600/92 της Επιτροπής, της 11ης Δεκεμβρίου 1992, σχετικά με τον καθορισμό των λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του πρώτου σταδίου του προγράμματος εργασίας που αναφέρεται στο άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/414 (ΕΕ L 366, σ. 10).
7 Μολονότι το δείγμα της ενεργού ουσίας που κοινοποίησε η αιτούσα έχει βαθμό καθαρότητας όσον αφορά το εξαχλωροβενζόλιο 0,072 g/kg, η αιτούσα δήλωσε, κατά την προφορική διαδικασία (βλ. κατωτέρω σκέψη 20), ότι μπορούσε να προσκομίσει το chlorothalonil με βαθμό καθαρότητας, όσον αφορά το εξαχλωροβενζόλιο, που δεν θα υπερέβαινε το 0,04 g/kg.
8 Μετά το πέρας, στις 16 Σεπτεμβρίου 2005, της προβλεπομένης από την οδηγία 91/414 διαδικασίας, η Επιτροπή εξέδωσε την επίδικη οδηγία, με την οποία συμπεριλήφθηκε στο παράρτημα I της οδηγίας 91/414 η chlorothalonil με βαθμό καθαρότητας όσον αφορά το εξαχλωροβενζόλιο 0,01 g/kg, υιοθετώντας έτσι το πρότυπο που είχε εγκριθεί από τον Food and Agriculture Organisation (FAO, Οργάνωση των Ηνωμένων Εθνών για τη διατροφή και τη γεωργία) κατά την εποχή εκείνη.
9 Στις 26 Απριλίου 2006, το κράτος μέλος που είχε διορισθεί ως σχετικός εισηγητής κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του κανονισμού 3600/92 κατέληξε με την έκθεσή του στο συμπέρασμα ότι το προϊόν της αιτούσας ήταν ισοδύναμο προς το περιγραφόμενο στην οδηγία 91/414 προϊόν αναφοράς, με εξαίρεση όσον αφορά τον βαθμό καθαρότητας σχετικά με το εξαχλωροβενζόλιο.
10 Τον Δεκέμβριο του 2005, ο FAO υιοθέτησε νέο πρότυπο για την chlorothalonil, με βαθμό καθαρότητας όσον αφορά το εξαχλωροβενζόλιο 0,04 g/kg.
11 Η Επιτροπή, σε συνέχεια της υιοθετήσεως αυτού του νέου πρωτοτύπου του FAO, κίνησε τις διαδικασίες που ήσαν αναγκαίες για την έκδοση νέας οδηγίας τροποποιούσας την επίδικη οδηγία, προκειμένου να προβλεφθεί βαθός καθαρότητας όσον αφορά το εξαχλωροβενζόλιο 0,04 g/kg.
12 Τέλος, στις 22 Σεπτεμβρίου 2006, η Επιτροπή εξέδωσε την οδηγία 2006/76/ΕΚ για την τροποποίηση της οδηγίας 91/414 όσον αφορά τις προδιαγραφές της δραστικής ουσίας χλωροθαλονίλης (EE L 263, σ. 9), που, σύμφωνα με το άρθρο του 3, άρχισε να ισχύει από τις 23 Σεπτεμβρίου 2006. Η οδηγία αυτή προβλέπει βαθμό καθαρότητας όσον αφορά το εξαχλωροβενζόλιο 0,04 g/kg.
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
13 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 25 Νοεμβρίου 2005, η αιτούσα άσκησε βάσει του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ προσφυγή με αίτημα τη μερική ακύρωση της επίδικης οδηγίας και της εκθέσεως αξιολογήσεως της χλωροθαλονίλης και, επικουρικώς, προσφυγή κατά παραλείψεως βάσει του άρθρου 232 ΕΚ. Με το δικόγραφό της, η προσφεύγουσα άσκησε επίσης αγωγή αποζημιώσεως βάσει του άρθρου 288 ΕΚ.
14 Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία στις 12 Δεκεμβρίου 2005, η προσφεύγουσα υπέβαλε αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων (στο εξής: πρώτη αίτηση ασφαλιστικών μέτρων).
15 Με διάταξη της 4ης Απριλίου 2006, ο Πρόεδρος του Πρωτοδικείου απέρριψε την πρώτη αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, αφού διαπίστωσε ότι η αιτούσα δεν είχε αποδείξει επαρκώς κατά νόμο την αναγκαιότητα να διαταχθούν τα ζητούμενα προσωρινά μέτρα προκειμένου αυτή να αποφύγει να υποστεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία (στο εξής: διάταξη της 4ης Απριλίου 2006).
16 Με χωριστό δικόγραφο, που κατέθεσε στη Γραμματεία στις 21 Αυγούστου 2006, η αιτούσα υπέβαλε την υπό κρίση αίτηση ασφαλιστικών μέτρων. Με την τελευταία αυτή αίτηση, η αιτούσα ζητεί από τον Πρόεδρο του Πρωτοδικείου να αποφανθεί, βάσει του άρθρου 105, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, πριν υποβάλει η Επιτροπή τις παρατηρήσεις της.
17 Στις 28 Αυγούστου 2006, η Επιτροπή κατέθεσε τις παρατηρήσεις σχετικά με τη νέα αυτή αίτηση ασφαλιστικών μέτρων.
18 Κατόπιν προσκλήσεως του Προέδρου του Πρωτοδικείου, η αιτούσα κατέθεσε, στις 4 Δεκεμβρίου 2006, τις παρατηρήσεις της επί των παρατηρήσεων της Επιτροπής.
19 Κατόπιν προσκλήσεως του Προέδρου του Πρωτοδικείου, η Επιτροπή κατέθεσε, στις 13 Σεπτεμβρίου 2006, αντίγραφο προσχεδίου οδηγίας τροποποιούσας την επίδικη.
20 Στις 14 Σεπτεμβρίου 2006, οι διάδικοι παρέσχον προφορικώς τις διευκρινίσεις τους.
21 Με έγγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία στις 26 Σεπτεμβρίου 2006, η Επιτροπή ενημέρωσε το Πρωτοδικείο ότι, στις 22 Σεπτεμβρίου 2006, εξέδωσε την οδηγία 2006/76.
22 Η αιτούσα ζητεί από τον Πρόεδρο του Πρωτοδικείου:
– να κηρύξει την αίτησή της παραδεκτή και βάσιμη·
– να διαπιστώσει ότι διατρέχει τον κίνδυνο να υποστεί σοβαρή κι ανεπανόρθωτη ζημία εάν ισχύσει η προβλεπόμενη από την επίδικη οδηγία καταληκτική ημερομηνία της 31ης Αυγούστου 2006·
– να ανασταλεί η καθορισμένη από την επίδικη οδηγία καταληκτική ημερομηνία της 31ης Αυγούστου 2006, όσον αφορά τα προϊόντα της προσφεύγουσας, έως ότου εκδικασθεί εξ ολοκλήρου επί της ουσίας η διαφορά ή, επικουρικώς,
– να ανασταλεί η καθορισμένη από την επίδικη οδηγία καταληκτική ημερομηνία της 31ης Αυγούστου 2006 έως ότου παρουσιάσει η Επιτροπή στη μόνιμη επιτροπή τις αλυσίδας τροφίμων και υγείας ζώων πρόταση προσδιορίζουσα νέα καταληκτική ημερομηνία για τη συμμόρφωση προς τις νέες προϋποθέσεις καταχωρίσεως στο παράρτημα I και έως ότου το χρονοδιάγραμμα αυτό τεθεί σε ισχύ·
– να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
23 Η Επιτροπή ζητεί από τον Πρόεδρο του Πρωτοδικείου να απορρίψει την αίτηση ως απαράδεκτη ή ως αβάσιμη και να καταδικάσει την αιτούσα στα δικαστικά έξοδα.
Σκεπτικό
Επιχειρήματα των διαδίκων
Επί του παραδεκτού
24 Η Επιτροπή αμφισβητεί το παραδεκτό της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων. Καταρχάς, η σχετική αίτηση, κατά παράβαση του άρθρου 104, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, δεν συνδέεται με την κύρια προσφυγή.
25 Στη συνέχεια, σύμφωνα με την Επιτροπή, η αίτηση δεν περιέχει κανένα στοιχείο που να επιτρέπει να συναχθεί η ύπαρξη fumus boni iuris.
26 Τέλος, η Επιτροπή εκτιμά ότι, αντίθετα προς ό,τι προβλέπει το άρθρο 109 του Κανονισμού Διαδικασίας, η νέα αίτηση ασφαλιστικών μέτρων δεν στηρίζεται σε νέα περιστατικά.
27 Αντιθέτως, η αιτούσα φρονεί ότι η αίτηση είναι παραδεκτή. Αφενός, με την κοινοτική νομολογία έχει θεσπιστεί η αρχή κατά την οποία οι σχετικές με το παραδεκτό διατάξεις πρέπει να ερμηνεύονται ευρέως ώστε να διασφαλίζεται η έννομη προστασία των ιδιωτών.
28 Αφετέρου, η αιτούσα εκτιμά ότι, ύστερα από την έκδοση της διατάξεως της 4ης Απριλίου 2006, έχουν υπάρξει αρκετά νέα περιστατικά τα οποία δικαιολογούν την υποβολή νέας αιτήσεως.
Επί του fumus boni juris
29 Αφενός, η αιτούσα επαναλαμβάνει τα ήδη προβληθέντα με την πρώτη αίτησή της ασφαλιστικών μέτρων επιχειρήματα με τα οποία ζητεί να διαπιστωθεί ότι, πρώτον, η κύρια προσφυγή είναι παραδεκτή και η επίδικη οδηγία είναι εκ πρώτης όψεως παράνομη.
30 Αφετέρου, η αιτούσα προσθέτει ότι η Επιτροπή, ενόψει των εισαγωγικών της δίκης δικογράφων της αιτούσας καθώς και νέας εκτιμήσεως ισοδυναμίας που έχει πραγματοποιηθεί από το αναλαβόν την εισήγηση κράτος μέλος, έχει την πρόθεση να τροποποιήσει την επίδικη οδηγία και να εγκρίνει βαθμό καθαρότητας 0,04 g/kg για το εξαχλωροβενζόλιο, σύμφωνα με τα νέα πρότυπα του FAO. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνει, τουλάχιστον prima facie, ότι ο προβλεπόμενος από την επίδικη οδηγία βαθμός καθαρότητας δεν είναι ορθός.
31 Η Επιτροπή φρονεί ότι η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι η υπό κρίση αίτηση ασφαλιστικών μέτρων είναι βάσιμη.
Επί του επείγοντος
32 Η προσφεύγουσα εκτιμά ότι, δυνάμει του άρθρου 3 της επίδικης οδηγίας, θα απολέσει, ύστερα από τις 31 Αυγούστου 2006, τις υφιστάμενες εγκρίσεις της και, καθώς δεν θα μπορεί πλέον να διαθέτει στο εμπόριο τα προϊόντα της που περιέχουν χλωροθαλονίλη, κινδυνεύει να υποστεί σοβαρή κι ανεπανόρθωτη ζημία.
33 Ειδικότερα, προκειμένου να αποδειχθεί ότι οι εθνικές αρχές, εν προκειμένω οι αρμόδιες αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου, έχουν κινήσει ήδη τις διαδικασίες ανακλήσεως των εθνικών εγκρίσεων, η προσφεύγουσα επισυνάπτει στην αίτησή της το αποσταλέν σ’ αυτήν έγγραφο της 28ης Ιουλίου 2006, καθώς και τα αποσταλέντα σ’ ορισμένους από τους πελάτες της έγγραφα της 2ας και 17ης Αυγούστου 2006, με τα οποία οι εν λόγω αρχές γνωστοποιούν την πρόθεσή τους να ανακαλέσουν τις εγκρίσεις λόγω του ότι η προσφεύγουσα δεν μπόρεσε να προσκομίσει πλήρη φάκελο περιέχοντα όλες τις πληροφορίες και τις μελέτες που απαιτεί το παράρτημα II της οδηγίας 91/414.
34 Συναφώς, η προσφεύγουσα έχει επίσης προσκομίσει το έγγραφο της 13ης Ιουλίου 2006, με το οποίο προσπαθεί να αποδείξει ότι η ανταγωνίστριά της Syngenta αρνήθηκε να δώσει συνέχεια σε αίτηση προσβάσεως στον φάκελό της που είχε υποβληθεί δυνάμει του άρθρου 13 της οδηγίας 91/414.
35 Εξάλλου, η αιτούσα διατείνεται ότι θα υποστεί σοβαρή κι ανεπανόρθωτη ζημία η οποία θα συγκεκριμενοποιηθεί, πρώτον, από την απώλεια των μεριδίων της αγοράς, δεύτερον, από το κλείσιμο του εργοστασίου της παραγωγής και, τρίτον, από τη διακινδύνευση της ίδιας της υπάρξεώς της.
36 Καταρχάς, όσον αφορά την απώλεια των μεριδίων της αγοράς, η αιτούσα ισχυρίζεται ότι, ως συνέπεια της ανακλήσεως των εγκρίσεων, πρώτον, θα της είναι αδύνατον να συνεχίσει να εμπορεύεται τα προϊόντα της εντός της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, δεύτερον, δεν θα μπορεί πλέον να προμηθεύει τα προϊόντα της στους πελάτες της, τρίτον, θ’ ασκηθούν εναντίον της αγωγές για μη εκπλήρωση σημαντικών της υποχρεώσεων λόγω της αδυναμίας της να συμμορφωθεί προς τις εμπορικές δεσμεύσεις που έχει αναλάβει έναντι των πελατών της και, τέταρτον, θα απολέσει τα μερίδιά της αγοράς προς όφελος μιας επιχειρήσεως, της Syngenta, που μόνο αυτή διαθέτει τις εγκρίσεις που είναι αναγκαίες για τη διάθεση στο εμπόριο της χλωροθαλονίλης και των περιεχόμενων χλωροθαλονίλη προϊόντων.
37 Στη συνέχεια, όσον αφορά το εργοστάσιό της παραγωγής στην Ιταλία, η αιτούσα διατείνεται ότι δεν θα μπορέσει να το διατηρήσει, διότι το εργοστάσιο αυτό έχει, κατ’ αυτήν, ειδικά σχεδιαστεί για να παράγει αποκλειστικώς χλωροθαλονίλη. Η παραγωγική της ικανότητα προορίζεται, κατά 80 %, για την ευρωπαϊκή αγορά και φαίνεται τεχνικώς αδύνατο, στην κατάσταση που βρίσκεται σήμερα το εργοστάσιο και χωρίς σημαντικές επενδύσεις, να πάψει να παράγει χλωροθαλονίλη και να στραφεί προς την παραγωγή άλλου προϊόντος.
38 Τέλος, εν αναμονή αποφάσεως τερματίζουσας τη διαφορά της κύριας δίκης, η αιτούσα κινδυνεύει να αφανισθεί διότι, αφενός, παράγει και πωλεί μόνον προϊόντα με βάση την χλωροθαλονίλη και, αφετέρου, το 80 % του κύκλου εργασιών της πραγματοποιείται εντός της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Δεδομένου ότι τα μόνα της περιουσιακά στοιχεία είναι, κατ’ αυτήν, οι εγκρίσεις για την εμπορία του μοναδικού προϊόντος της, θα ωθηθεί μοιραία στην πτώχευση εάν απολέσει αυτές τις εγκρίσεις.
39 Η Επιτροπή εκτιμά ότι η προσφεύγουσα δεν μπόρεσε να αποδείξει επαρκώς κατά νόμο την ύπαρξη στοιχείων που επιτρέπουν να συναχθεί ότι υφίσταται κίνδυνος να υποστεί αυτή η σοβαρή κι ανεπανόρθωτη ζημία σε περίπτωση που της χορηγούνταν τα ζητούμενα απ’ αυτή μέτρα.
Όσον αφορά τη στάθμιση των συμφερόντων
40 Σύμφωνα με την αιτούσα, η στάθμιση των συμφερόντων κλείνει υπέρ της λήψεως των ζητουμένων μέτρων.
41 Πρώτον, η ζητούμενη αναστολή περιορίζεται στη διατήρηση του status quo έναντι της χλωροθαλονίλης και των προϊόντων της αιτούσας.
42 Δεύτερον, η αιτούσα έχει πραγματοποιήσει σημαντικές επενδύσεις στην ευρωπαϊκή αγορά και αναμένει να συμπεριληφθεί το προϊόν της στο παράρτημα I της οδηγίας 91/414. Κατά συνέπεια, έχει θεμιτό συμφέρον να τύχει προστασίας.
43 Τέλος, τρίτον, η αιτούμενη αναστολή δεν ζημιώνει ούτε τη ζωή των ανθρώπων ή των ζώων ούτε το περιβάλλον, εφόσον, αφενός, η εκτίμηση του εισηγητή, κυρωθείσα από τη μόνιμη επιτροπή, έχει επιβεβαιώσει ότι το προϊόν της προσφεύγουσας είναι ασφαλές και, αφετέρου, θα έπρεπε να βελτιωθεί η επίδικη οδηγία ώστε να ληφθεί υπόψη η εκτίμηση αυτή.
44 Σύμφωνα με την Επιτροπή, η αιτούσα δεν απέδειξε ότι η στάθμιση των συμφερόντων κλείνει υπέρ της λήψεως των ζητουμένων μέτρων.
Εκτίμηση του δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων
45 Δυνάμει, αφενός, των άρθρων 242 ΕΚ και 243 ΕΚ και, αφετέρου, του άρθρου 225, παράγραφος 1, ΕΚ, το Πρωτοδικείο δύναται, εφόσον εκτιμά ότι επιβάλλεται από τις περιστάσεις, να διατάξει την αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλομένης πράξεως ή να διατάξει τα αναγκαία προσωρινά μέτρα.
46 Το άρθρο 104, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας ορίζει ότι στις αιτήσεις προσωρινών μέτρων πρέπει να προσδιορίζεται το αντικείμενο της διαφοράς, τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει το επείγον της υποθέσεως, καθώς και τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς που δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως, τη λήψη του προσωρινού μέτρου το οποίο ζητείται. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι σωρευτικές, οπότε οι αιτήσεις προσωρινών μέτρων πρέπει να απορρίπτονται όταν απουσιάζει μια από τις προϋποθέσεις αυτές. Ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων προβαίνει επίσης, ενδεχομένως, στη στάθμιση των υφισταμένων συμφερόντων [διατάξεις του Προέδρου του Δικαστηρίου της 19ης Ιουλίου 1995, C‑149/95 P(R), Επιτροπή κατά Atlantic Container Line κ.λπ., Συλλογή 1995, σ. I‑2165, σκέψη 22 και της 17ης Δεκεμβρίου 1998, C‑364/98 P(R), Emesa Sugar κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. I‑8815, σκέψεις 43 και 47].
47 Εξάλλου, στο πλαίσιο αυτής της συνολικής εξετάσεως, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως και είναι ελεύθερος να καθορίσει, ενόψει των ιδιαιτεροτήτων της υποθέσεως, τον τρόπο κατά τον οποίο πρέπει να εξακριβωθεί η συνδρομή των διαφόρων αυτών προϋποθέσεων καθώς και τη σειρά με την οποία θα διεξαχθεί η εξέταση αυτή, εφόσον κανένας κανόνας κοινοτικού δικαίου δεν του επιβάλλει προκαθορισμένο σχέδιο αναλύσεως για να εκτιμήσει την αναγκαιότητα της εκδόσεως διατάξεως προσωρινών μέτρων (προπαρατεθείσα στην ανωτέρω σκέψη 46 διάταξη Επιτροπή κατά Atlantic Container Line κ.λπ., σκέψη 23, καθώς και προπαρατεθείσα στην ανωτέρω σκέψη 46 διάταξη Emesa Sugar κατά Επιτροπής, σκέψη 44).
48 Εν προκειμένω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η υπό κρίση αίτηση ασφαλιστικών μέτρων αποτελεί συνέχεια παρόμοιας αιτήσεως υποβληθείσας επίσης στο πλαίσιο της υποθέσεως T‑420/05 και απορριφθείσας με διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου.
49 Με τη διάταξη της 4ης Απριλίου 2006, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων κατέληξε στο συμπέρασμα, μεταξύ άλλων, ότι η αιτούσα δεν μπόρεσε να αποδείξει επαρκώς κατά νόμο το επείγον της λήψεως των ζητουμένων προσωρινών μέτρων (σκέψη 91).
50 Ειδικότερα, όσον αφορά την πρώτη από τις δύο προβαλλόμενες από την αιτούσα ζημίες, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ζημία η οποία, σύμφωνα με την αιτούσα, συνδεόταν με την ανάκληση των εθνικών εγκρίσεων των οποίων αυτή ήταν δικαιούχος δεν εξαρτιόταν από την πράξη της οποίας ζητούνταν η αναστολή, αλλά από την ενδεχόμενη λήψη αποφάσεως κράτους μέλους (σκέψεις 70 έως 72). Επί πλέον, η ζημία η οποία, σύμφωνα με την αιτούσα, συνδεόταν με την απώλεια των μεριδίων της αγοράς, αφενός, δεν είχε προκληθεί από την επίδικη οδηγία και, αφετέρου, δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως ανεπανόρθωτη (σκέψεις 75 και 76). Τέλος, προκειμένου περί της ζημίας που συνδεόταν, σύμφωνα με την αιτούσα, με τη διακινδύνευση της ίδιας της υποστάσεώς της, αφενός, η εν λόγω ζημία δεν απέρρεε από την επίδικη οδηγία και, αφετέρου, η αιτούσα δεν είχε προσκομίσει στοιχεία που να επιτρέπουν να διαπιστωθεί η σοβαρότητα, ιδίως από πλευράς οικονομικής καταστάσεώς της εκτιμωμένης ενόψει των χαρακτηριστικών του ομίλου στον οποίον ανήκει διά των μετόχων της (σκέψεις 77 έως 82).
51 Όσον αφορά τη δεύτερη από τις δύο προβαλλόμενες από την αιτούσα ζημίες, η οποία συνδεόταν με φερόμενη παράβαση του άρθρου 13 της οδηγίας 91/414, και, ιδίως, από την αδυναμία της να έχει πρόσβαση στον φάκελο της Syngenta, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αιτούσα περιορίστηκε, αφενός, στο να μνημονεύσει απλώς όλα αυτά χωρίς να προσκομίσει κανένα αποδεικτικό στοιχείο και, αφετέρου, στο να επικαλεστεί το γεγονός ότι η Syngenta ήταν μια ανταγωνιστική επιχείρηση. Όμως, αυτό και μόνον το γεγονός δεν μπορούσε να είναι αρκετό για να αποκλεισθεί ότι η Syngenta ήταν διατεθειμένη να επιτρέψει πρόσβαση στον φάκελό της (σκέψεις 83 και 87).
52 Δεδομένου ότι με τη διάταξη της 4ης Απριλίου 2006 απορρίφθηκε η αίτηση προσωρινών μέτρων και δεν απετέλεσε αντικείμενο αναιρετικής ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, αφενός, δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής εν προκειμένω του άρθρου 108 του Κανονισμού Διαδικασίας [βλ., κατά την έννοια αυτή, τις διατάξεις του Δικαστηρίου της 14ης Φεβρουαρίου 2002, C‑440/01 P(R), Επιτροπή κατά Artegodan, Συλλογή 2002, σ. I‑1489, σκέψεις 62 έως 64, και του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 22ας Δεκεμβρίου 2004, T‑303/04 R II, European Dynamics κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. II‑4621, σκέψη 54] και, αφετέρου, η υπό κρίση αίτηση μπορεί να κηρυχθεί παραδεκτή μόνον εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 109 του Κανονισμού Διαδικασίας (βλ., κατά την έννοια αυτή, τις διατάξεις του Προέδρου του Πρωτοδικείου στην προπαρατεθείσα υπόθεση European Dynamics κατά Επιτροπής, σκέψη 56, και της 17ης Φεβρουαρίου 2006, T‑171/05 R II, Nijs κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 27).
53 Σύμφωνα με το άρθρο 109 του Κανονισμού Διαδικασίας, «η απόρριψη της αιτήσεως για τη λήψη προσωρινού μέτρου δεν κωλύει τον διάδικο που την είχε υποβάλει να καταθέσει άλλη αίτηση βασιζόμενη σε νέα περιστατικά».
54 Με την έκφραση «νέα περιστατικά» κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, πρέπει να νοηθούν περιστατικά που εμφανίζονται μετά την έκδοση της απορρίπτουσας την πρώτη αίτηση προσωρινών μέτρων διάταξης ή που η αιτούσα δεν μπόρεσε να επικαλεσθεί με την πρώτη αίτηση ή κατά τη διάρκεια της διαδικασίας που κατέληξε στην πρώτη διάταξη και τα οποία είναι ουσιώδους σημασίας για την εκτίμηση της επίμαχης περιπτώσεως (προπαρατεθείσες διατάξεις στην ανωτέρω σκέψη 52 διάταξη European Dynamics κατά Επιτροπής, σκέψη 52, καθώς και στην ανωτέρω σκέψη 52 Nijs κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, σκέψη 28).
55 Επομένως, πρέπει να εξακριβωθεί εάν, με την υπό κρίση αίτηση, η αιτούσα επικαλέσθηκε νέα περιστατικά δυνάμενα να θέσουν υπό αμφισβήτηση τις εκτιμήσεις του δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων ως προς τις μνημονευόμενες στην ανωτέρω σκέψη 46 προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτάται η χορήγηση της αναστολής ή η λήψη του προσωρινού μέτρου (βλ., κατά την έννοια αυτή, τη διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 10ης Ιουλίου 1979, 51/79 R II, Buttner κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1979, σ. 2387, σκέψη 4· διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 8ης Οκτωβρίου 2001, T‑236/00 R II, Stauner κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. II‑2943, σκέψη 49· την προπαρατεθείσα στην ανωτέρω σκέψη 52, διάταξη European Dynamics κατά Επιτροπής, σκέψεις 65, 73 και 75, και την διάταξη της 22ας Δεκεμβρίου 2004, T‑201/04 R, Microsoft κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. II‑4463, σκέψη 325· βλ. επίσης, κατ’ αναλογίαν, προκειμένου περί της εννοίας της «μεταβολής των περιστάσεων» κατά την έννοια 108 του Κανονισμού Διαδικασίας, την προπαρατεθείσα στην ανωτέρω σκέψη 52 διάταξη Επιτροπή κατά Artegodan, σκέψεις 63 και 64· τις διατάξεις του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 4ης Απριλίου 2002, T‑198/01 R, Technische Glaswerke Ilmenau κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. II‑2153, σκέψη 123, και της 21ης Ιανουαρίου 2004, Τ-235/03 R, FNSEA κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. II‑271, σκέψη 129).
56 Πρέπει συναφώς να σημειωθεί ότι, με τη διάταξη της 4ης Απριλίου 2006, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων δεν έκρινε αναγκαίο να εξετάσει την προϋπόθεση σχετικά με το fumus boni juris και να σταθμίσει τα υφιστάμενα συμφέροντα (σκέψη 91). Κατά συνέπεια, πρέπει να εξακριβωθεί προηγουμένως εάν η αιτούσα έχει επικαλεσθεί νέα γεγονότα δυνάμενα να θέσουν υπό αμφισβήτηση τις εκτιμήσεις του δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων ως προς το επείγον.
Περιστατικά ως προς τα οποία η αιτούσα ρητώς υποστηρίζει ότι είναι νέα
57 Πρέπει να παρατηρηθεί, πρώτον, ότι η αιτούσα, με τις παρατηρήσεις της της 4ης Σεπτεμβρίου 2006, επικαλείται τρία περιστατικά τα οποία ρητώς χαρακτηρίζει ως νέα. Πρώτον, στις 26 Απριλίου 2006, τα προϊόντα της αιτούσας εξετάσθηκαν και θεωρήθηκαν από τον εισηγητή, ενόψει της καθαρότητάς τους, ως ισοδύναμα προς το καταχωρισμένο στο παράρτημα I της οδηγίας 91/414 προϊόν. Δεύτερον, η Επιτροπή εξέδωσε νέα οδηγία με σκοπό την τροποποίηση της επίδικης. Τρίτον, κατά την εκπνοή της προθεσμίας, στις 31 Αυγούστου 2006, το ένα και μοναδικό προϊόν της αιτούσας αποσύρθηκε από την αγορά.
58 Πρώτον, επιβάλλεται η διαπίστωση, αφενός, ότι η έκθεση της 26ης Απριλίου 2006 είναι μεταγενέστερη της διατάξεως της 4ης Απριλίου 2006 και είναι ουσιαστικής σημασίας για την εκτίμηση της υπό κρίση υποθέσεως.
59 Παρ’ όλ’ αυτά, διαπιστώνεται, αφετέρου, ότι, αντίθετα προς ό,τι υποστηρίζει η αιτούσα, η νέα εκτίμηση του προϊόντος της από το κράτος μέλος εισηγητή δεν καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το εν λόγω προϊόν είναι ισοδύναμο προς το περιγραφόμενο στο παράρτημα I της οδηγίας 91/414 προϊόν αναφοράς, στο μέτρο που αυτό αφορά τον βαθμό καθαρότητας για το προβλεπόμενο από την επίδικη οδηγία εξαχλωροβενζόλιο.
60 Τέλος, έστω κι αν υποτεθεί ότι η νέα αυτή εκτίμηση κατέληξε στο συμπέρασμα περί της ισοδυναμίας του προϊόντος της Vischim προς το περιγραφόμενο στο παράρτημα I της οδηγίας 91/414 προϊόν αναφοράς, το γεγονός αυτό δεν μπορεί να επηρεάσει την εκτίμηση σχετικά με το επείγον που περιλαμβάνεται στη διάταξη της 4ης Απριλίου 2006, η οποία στηριζόταν, όπως έχει εκτεθεί στην ανωτέρω σκέψη 50, στο γεγονός ότι η αιτούσα, αφενός, δεν είχε αποδείξει αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της προσβαλλομένης πράξεως και της προβαλλομένης ζημίας και, αφετέρου, δεν είχε προσκομίσει στοιχεία που να επιτρέπουν να συναχθεί η σοβαρότητα ή το ανεπανόρθωτο των προβαλλομένων ζημιών, ιδίως ενόψει της οικονομικής καταστάσεώς της (βλ., κατά την έννοια αυτή, την προπαρατεθείσα στην ανωτέρω σκέψη 52 διάταξη European Dynamics κατά Επιτροπής, σκέψη 76).
61 Επομένως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, μολονότι η έκθεση είναι μεταγενέστερη της διατάξεως της 4ης Απριλίου 2006 και είναι ουσιώδης για την εκτίμηση της υπό κρίση υποθέσεως, δεν θέτει υπό αμφισβήτηση την εκτίμηση του δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων ως προς την αναγκαιότητα λήψεως των ζητουμένων προσωρινών μέτρων.
62 Δεύτερον, όσον αφορά την έκδοση νέας οδηγίας τροποποιούσας την οδηγία 91/414, διαπιστώνεται ότι η νέα οδηγία εκδόθηκε μόλις στις 22 Σεπτεμβρίου 2006, με αριθμό 2006/76, δηλαδή ύστερα από την κατάθεση των τελευταίων παρατηρήσεων της αιτούσας. Επομένως, με τις παρατηρήσεις της, η αιτούσα αναφέρεται μόνο στο προσχέδιο της επίμαχης πράξεως.
63 Πρέπει να παρατηρηθεί ότι η Επιτροπή αρνήθηκε πάντοτε να κοινοποιήσει στην αιτούσα το εν λόγω προσχέδιο και ότι, κατά συνέπεια, η τελευταία δεν μπόρεσε να το επικαλεσθεί ούτε με την πρώτη αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ούτε κατά τη διάρκεια της διαδικασίας που κατέληξε στη διάταξη της 4ης Απριλίου 2006. Μόνον ύστερα από πρόσκληση του Προέδρου του Πρωτοδικείου η Επιτροπή κατέθεσε, στις 13 Σεπτεμβρίου 2006, αντίγραφο του εν λόγω προσχεδίου.
64 Επομένως, το προσχέδιο, στο μέτρο που ασκεί επιρροή για την εκτίμηση της υπό κρίση υποθέσεως, αποτελεί νέο κατά την έννοια του άρθρου 109 Κανονισμού Διαδικασίας περιστατικό.
65 Διαπιστώνεται όμως ότι, όπως προκύπτει από τη σκέψη 72 της διατάξεως της 4ης Απριλίου 2006, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων είχε ήδη εκτιμήσει τη δυνατότητα, πράγμα που η ίδια η αιτούσα αναγνωρίζει, να τροποποιήσει η Επιτροπή την επίδικη οδηγία, κρίνοντας ως αποδεκτό βαθμό καθαρότητας για το εξαχλωροβενζόλιο υψηλότερο του προβλεπόμενου από την επίδικη οδηγία. Πάντως, όσον αφορά την υπό κρίση αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, η αιτούσα δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο που να επιτρέπει να θεωρηθεί το προσχέδιο, αυτό καθεαυτό, της οδηγίας 2006/76 ως θέτον υπό αμφισβήτηση την περιεχόμενη στη διάταξη της 4ης Απριλίου 2006 εκτίμηση περί του επείγοντος.
66 Τρίτον, όσον αφορά τον κίνδυνο ανακλήσεως των χορηγηθεισών στην αιτούσα εγκρίσεων, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι αυτό έχει ήδη εκτιμηθεί στις σκέψεις 70 έως 72 της διατάξεως της 4ης Απριλίου 2006. Πάντως, όσον αφορά την υπό κρίση αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, η αιτούσα δεν προβάλλει κανένα νέο στοιχείο που θα μπορούσε να δικαιολογήσει τροποποίηση της εκτιμήσεως αυτής.
67 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι κανένα από τα ρητώς προβαλλόμενα από την αιτούσα ως νέα πραγματικά περιστατικά δεν μπορεί να θέσει υπό αμφισβήτηση την εκτίμηση του δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων σχετικά με το επείγον της λήψεως των ζητουμένων προσωρινών μέτρων.
Έτερα πραγματικά περιστατικά που προβάλλονται για πρώτη φορά με την υπό κρίση αίτηση
68 Πρέπει να σημειωθεί, δεύτερον, ότι η αιτούσα, χωρίς να προβάλει ρητώς τον χαρακτήρα τους ως νέων, επικαλείται τέσσερα περιστατικά που δεν είχε εκθέσει με την πρώτη αίτηση ασφαλιστικών μέτρων. Πρώτον, η αιτούσα υποστηρίζει ότι, με έγγραφο της 13ης Ιουλίου 2006, επομένως σε χρόνο μεταγενέστερο της διατάξεως της 4ης Απριλίου 2006, η Syngenta αρνήθηκε να της επιτρέψει πρόσβαση στον φάκελό της. Δεύτερον, η αιτούσα διατείνεται ότι, με έγγραφο της 28ης Ιουλίου 2006, το οποίο της απευθύνθηκε, καθώς και με έγγραφα της 2ας και 17ης Αυγούστου 2006 που απευθύνθηκαν σε ορισμένους από τους πελάτες της, οι αρμόδιες αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου εκδήλωσαν την πρόθεσή τους να ανακαλέσουν τις χορηγηθείσες σ’ αυτήν εθνικές εγκρίσεις. Τρίτον, η αιτούσα, επικαλείται, για πρώτη φορά, με την υπό κρίση αίτηση, το γεγονός ότι διατρέχει τον κίνδυνο να απολέσει το εργοστάσιό της παραγωγής στην Ιταλία, λόγω της εκδόσεως της επίδικης οδηγίας. Τέλος, προς στήριξη των ισχυρισμών της ότι μπορεί να τεθεί σε κίνδυνο η ίδια η υπόστασή της και προκειμένου να καταδείξει την οικονομική κατάσταση του ομίλου επιχειρήσεων στον οποίον αυτή ανήκει διά των μετόχων της, η αιτούσα προσκόμισε τριμηνιαία έκθεση αφορώσα το δεύτερο τρίμηνο του 2006 σε σχέση με έναν από τους μετόχους της.
69 Πρώτον, πρέπει να παρατηρηθεί ότι, με τη διάταξη της 4ης Απριλίου 2006 (σκέψη 87), ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων έκρινε ότι:
«[...] προκειμένου, αφενός, της αδυναμίας της αιτούσας να πετύχει πρόσβαση στον φάκελο της Syngenta, η αιτούσα περιορίστηκε στο να ισχυριστεί χωρίς να προσκομίσει κανένα εν προκειμένω αποδεικτικό στοιχείο και να επικαλεστεί το γεγονός ότι η Syngenta είναι ανταγωνιστική επιχείρηση. Όμως, αυτό και μόνο το γεγονός δεν αρκεί για να αποκλεισθεί το ότι η Syngenta είναι διατεθειμένη να επιτρέψει πρόσβαση στον φάκελό της.»
70 Επομένως, διαπιστώνεται ότι το έγγραφο αρνήσεως της Syngenta, με ημερομηνία 13 Ιουλίου 2006, είναι μεταγενέστερο της διατάξεως της 4ης Απριλίου 2006 και ασκεί επιρροή όσον αφορά την εκτίμηση της ζημίας που προβάλλεται ως συνδεόμενη με την αδυναμία της προσφεύγουσας να εξασφαλίσει πρόσβαση στον φάκελο της Syngenta. Επομένως, το έγγραφο αυτό αποτελεί νέο κατά την έννοια του άρθρου 109 του Κανονισμού Διαδικασίας περιστατικό.
71 Κατά συνέπεια, πρέπει να εκτιμηθεί εάν το έγγραφο της 13ης Ιουλίου 2006, με το οποίο η Syngenta αρνήθηκε να επιτρέψει στην προσφεύγουσα πρόσβαση στον φάκελό της, θέτει υπό αμφισβήτηση την περιεχόμενη στη διάταξη της 4ης Απριλίου 2006 εκτίμηση του δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων.
72 Συναφώς, η αιτούσα υποστηρίζει ότι η Syngenta «αρνήθηκε να αρχίσει διαπραγματεύσεις σχετικά με την κοινοποίηση πληροφοριών έως ότου μπορέσει η αιτούσα να αποδείξει ότι η περιεχόμενη στο αμφισβητούμενο μέτρο προδιαγραφή διορθώθηκε» και ότι, κατά συνέπεια, δεν μπορούσε «να κινήσει και να αποπερατώσει τη διαδικασία διαιτησίας του άρθρου 16 της κανονιστικής ρυθμίσεως του Ηνωμένου Βασιλείου του 2005 σχετικά με τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα». Εξάλλου, η αιτούσα υποστηρίζει ότι «δυνάμει αυτής της κανονιστικής ρυθμίσεως, μιας τέτοιας διαιτησίας θα έπρεπε να προηγηθεί περίοδος διαμεσολαβήσεως 21 ημερών, πράγμα που θα τη μετέθετε […] πολύ πέραν της καταληκτικής ημερομηνίας της 31ης Αυγούστου».
73 Όμως, αρκεί η διαπίστωση ότι η αιτούσα, αφενός, δεν κίνησε τις προβλεπόμενες από τη νομοθεσία του Ηνωμένου Βασιλείου εσωτερικές διαδικασίες προκειμένου να πετύχει τον επιμερισμό των πληροφοριών και, αφετέρου, περιορίστηκε στο να επικαλεστεί την αδυναμία της να αντλήσει όφελος από τέτοιες διαδικασίες, χωρίς ωστόσο να παράσχει στοιχεία που καθιστούσαν δυνατή τη δικαιολόγηση μιας τέτοιας αδυναμίας.
74 Εν προκειμένω, το άρθρο 16, παράγραφος 4, του Plant Protection Products Regulations 2005, που είναι συνημμένο στην αίτηση, προβλέπει:
«Όταν το πρόσωπο που προτίθεται να ζητήσει την έγκριση φυτοπροστατευτικού προϊόντος και οι δικαιούχοι προγενεστέρων εγκρίσεων για το ίδιο προϊόν δεν συμφωνούν επί του επιμερισμού των πληροφοριών, ο Secretary of State [Υπουργός Εσωτερικών] μπορεί να υποχρεώσει ένα τέτοιο πρόσωπο ή τέτοιους δικαιούχους προγενεστέρων εγκρίσεων που είναι εγκατεστημένοι στην Αγγλία ή στην Ουαλία να κατανείμουν μεταξύ τους τις πληροφορίες ώστε να αποφευχθούν οι διπλές εξετάσεις επί των σπονδυλωτών και καθορίζει τη διαδικασία για τη χρησιμοποίηση τέτοιων πληροφοριών καθώς και μία εύλογη στάθμιση των συμφερόντων των ενδιαφερομένων.»
75 Κανένα σημείο του άρθρου αυτού δεν αποκλείει το ότι η αιτούσα μπορούσε να ζητήσει από τη Syngenta τον επιμερισμό πληροφοριών και ότι, στην περίπτωση αρνήσεως, έστω και αιτιολογημένης βάσει των λόγων που προβάλλει η Syngenta στο έγγραφό της της 13ης Ιουλίου 2006, η αιτούσα μπορούσε να προσφύγει στον Secretary of State προκειμένου να πετύχει μια συμφωνία.
76 Επομένως, διαπιστώνεται ότι η αιτούσα δεν απέδειξε επαρκώς κατά νόμο ότι δεν είχε τη δυνατότητα να επωφεληθεί από τις προβλεπόμενες από το Ηνωμένο Βασίλειο διαδικασίες επιμερισμού των πληροφοριών.
77 Συνεπώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το έγγραφο της Syngenta της 13ης Ιουλίου 2006, μολονότι αποτελεί, αφενός, στοιχείο μεταγενέστερο της διατάξεως της 4ης Απριλίου 2006 και, αφετέρου, στοιχείο με ουσιώδη σημασία όσον αφορά την υπό κρίση υπόθεση, δεν θέτει υπό αμφισβήτηση την περιεχόμενη στη διάταξη της 4ης Απριλίου 2006 εκτίμηση του δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων.
78 Δεύτερον, όσον αφορά τα έγγραφα των αρχών του Ηνωμένου Βασιλείου, μολονότι αυτά φέρουν ημερομηνία μεταγενέστερη της διατάξεως της 4ης Απριλίου 2006 και είναι ουσιώδους σημασίας για την εκτίμηση της υπό κρίση υποθέσεως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι στα έγγραφα αυτά αναφέρεται, αφενός, ότι οι εν λόγω αρχές έχουν την πρόθεση να ανακαλέσουν τις εθνικές εγκρίσεις της αιτούσας, έχοντας υπόψη το γεγονός ότι η τελευταία δεν κατέδειξε ότι υπήρχε πρόσβαση σε πλήρη φάκελο όπως προβλέπεται στο παράρτημα II της οδηγίας 91/414 και, αφετέρου, ότι ο αποδέκτης μπορεί να αμφισβητήσει ενώπιον των εν λόγω αρχών την εκτίμησή τους.
79 Επομένως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι με τέτοια έγγραφα δεν μπορεί να αμφισβητηθεί η περιεχόμενη στη διάταξη της 4ης Απριλίου 2006 εκτίμηση του δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων περί του επείγοντος, εφόσον με τα έγγραφα αυτά απλώς επιβεβαιώνεται το ότι η συνιστάμενη στην ανάκληση των εθνικών εγκρίσεων προβαλλόμενη ζημία δεν απορρέει από την επίδικη οδηγία, αλλά από ενδεχόμενη απόφαση των εθνικών αρχών οι οποίες απολαύουν κάποιου περιθωρίου εκτιμήσεως.
80 Τρίτον, όσον αφορά την περίσταση κατά την οποία η αιτούσα θα διέτρεχε τον κίνδυνο να απολέσει το εργοστάσιό της παραγωγής στην Ιταλία λόγω της εκδόσεως της επίδικης οδηγίας, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η αιτούσα επικαλέστηκε την περίσταση αυτή για πρώτη ακριβώς φορά μόνο με την υπό κρίση αίτηση. Διαπιστώνεται επίσης ότι δεν επρόκειτο για απρόβλεπτη περίσταση ή, εν πάση περιπτώσει, για μη δυνάμενη να προταθεί με την πρώτη αίτηση ασφαλιστικών μέτρων.
81 Επομένως, ο ισχυρισμός αυτός δεν μπορεί να θεωρηθεί ως χαρακτηρίζων νέο κατά την έννοια του άρθρου 109 του Κανονισμού Διαδικασίας περιστατικό.
82 Τέλος, η αιτούσα, προς στήριξη των σχετικών με τη διακινδύνευση της ίδιας της υποστάσεώς της ισχυρισμών και για να δικαιολογηθεί η οικονομική κατάσταση του ομίλου επιχειρήσεων στον οποίο αυτή ανήκει διά των μετόχων της, έχει προσκομίσει την τριμηνιαία έκθεση που αφορά το δεύτερο τρίμηνο του 2006 ενός από τους μετόχους της.
83 Πάντως, επιβάλλεται εν προκειμένω η διαπίστωση ότι, μολονότι η τριμηνιαία έκθεση αφορά δεδομένα, τουλάχιστον εν μέρει, μεταγενέστερα της διατάξεως της 4ης Απριλίου 2006 και ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην υπό κρίση υπόθεση, αφενός, δεν πρόκειται για βεβαιωμένης αυθεντικότητας έγγραφο και, αφετέρου, τούτο ουδόλως επιτρέπει να εκτιμηθεί η οικονομική κατάσταση του άλλου μετόχου της αιτούσας.
84 Επομένως, η εν λόγω έκθεση δεν επιτρέπει να εκτιμηθεί η οικονομική κατάσταση της προσφεύγουσας λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών του ομίλου στον οποίον αυτή ανήκει διά των μετόχων της. Κατά συνέπεια, με την εν λόγω έκθεση δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση η περιεχόμενη στη διάταξη της 4ης Απριλίου 2006 εκτίμηση του δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων.
85 Εξ όλων των ανωτέρω προκύπτει ότι η αιτούσα δεν μπόρεσε να αποδείξει επαρκώς κατά νόμο ότι υφίστανται εν προκειμένω νέα περιστατικά θέτοντα υπό αμφισβήτηση την περιεχόμενη στη διάταξη της 4ης Απριλίου 2006 εκτίμηση του δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων σχετικά με την ανάγκη λήψεως των ζητουμένων προσωρινών μέτρων.
Για τους λόγους αυτούς,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΊΟΥ
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων.
2) Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 13 Οκτωβρίου 2006.
Ο Γραμματέας
Ο Πρόεδρος
E. Coulon
B. Vesterdorf
* Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy