Υπόθεση T-453/05
Vonage Holdings Corp.
κατά
Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ)
«Κοινοτικό σήμα — Εκπροσώπηση από δικηγόρο — Προδήλως απαράδεκτο»
Διάταξη του Πρωτοδικείου (δεύτερο τμήμα) της 26ης Ιουνίου 2006 ?II — 0000
Περίληψη της διατάξεως
Διαδικασία — Εισαγωγικό δικόγραφο — Τυπικά στοιχεία του δικογράφου
(Οργανισμός του Δικαστηρίου, άρθρο 19, εδ. 4)
Από το άρθρο 19, τέταρτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, που έχει εφαρμογή στη διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου δυνάμει του άρθρου 53 του ίδιου Οργανισμού, προκύπτει ότι πρέπει να πληρούνται δύο σωρευτικές προϋποθέσεις προκειμένου ένα πρόσωπο να μπορεί να εκπροσωπεί εγκύρως ενώπιον των κοινοτικών δικαστηρίων τους διαδίκους πλην των κρατών μελών και των κοινοτικών οργάνων, δηλαδή, ότι πρέπει να είναι δικηγόρος και ότι πρέπει να δικαιούται να παρίσταται ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους ή άλλου κράτους συμβαλλομένου στη Συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο. Οι απαιτήσεις αυτές αποτελούν ουσιώδεις τυπικούς κανόνες των οποίων η μη τήρηση συνεπάγεται το απαράδεκτο της προσφυγής.
Επομένως, είναι απαράδεκτη η προσφυγή την οποία καταθέτει διάδικος πλην των κρατών μελών και των κοινοτικών οργάνων και την υπογράφει πρόσωπο, το οποίο έστω και αν μπορεί να εκπροσωπεί τους διαδίκους σε προσφυγές ενώπιον των δικαστηρίων κράτους μέλους, δεν είναι εγγεγραμμένος στον δικηγορικό σύλλογο και, κατά συνέπεια, δεν είναι δικηγόρος κατά την έννοια του άρθρου 19 του Οργανισμού του Δικαστηρίου.
(βλ. σκέψεις 11, 13, 16)
ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 26ης Ιουνίου 2006 (*)
«Κοινοτικό σήμα – Εκπροσώπηση από δικηγόρο – Προδήλως απαράδεκτο»
Στην υπόθεση T-453/05,
Vonage Holdings Corporation, με έδρα το Edison (ΗΠΑ), εκπροσωπούμενη από τον M. J. Kääriäinen,
προσφεύγουσα,
κατά
Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ),
καθού,
με αντικείμενο προσφυγή κατά της αποφάσεως του πρώτου τμήματος προσφυγών του Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ), της 20ής Οκτωβρίου 2005 (υπόθεση R 510/2005-1), που αφορά αίτηση καταχωρίσεως του λεκτικού σήματος «REDEFINING COMMUNICATIONS» ως κοινοτικού σήματος,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους M. J. Pirrung, πρόεδρο, A.W.H. Meij και I. Pelikánová, δικαστές,
γραμματέας: E. Coulon,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Πραγματικά περιστατικά
1 Με δικόγραφο που πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 27 Δεκεμβρίου 2005, η προσφεύγουσα άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως του πρώτου τμήματος προσφυγών του Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ), της 20ής Οκτωβρίου 2005 (υπόθεση R 510/2005-1).
2 Στο δικόγραφο της προσφυγής αναφέρεται ότι η προσφεύγουσα εκπροσωπείται από τον J. Kääriäinen, δικηγόρο. Ο J. Kääriäinen υπογράφει το δικόγραφο της προσφυγής.
3 Στις 3 Ιανουαρίου 2006 το Πρωτοδικείο, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 44, παράγραφος 6, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, κάλεσε τον J. Kääriäinen να προσκομίσει απόδειξη ότι, όπως επιβάλλει το άρθρο 19 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, δικαιούται να παρίσταται ως δικηγόρος ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους. Στις 24 Ιανουαρίου 2006, απαντώντας στην πρόσκληση αυτή, ο J. Kääriäinen προσκόμισε πιστοποιητικό από τον J.-O. Brännström, δικαστή του Malmö District Court (Σουηδία), με ημερομηνία 10 Απριλίου 2002, ότι ο J. Kääriäinen «είναι δικηγόρος, δικαιούται να εκπροσωπεί πελάτες και να παρίσταται ενώπιον όλων των δικαστηρίων της Σουηδίας».
4 Το Δικαστήριο, κρίνοντας ότι η απάντηση αυτή δεν ήταν ικανοποιητική, κάλεσε τον J. Kääriäinen να προσκομίσει αποδείξεις ότι έχει γίνει δεκτός στον δικηγορικό σύλλογο ως «advokat», κατά την έννοια της σουηδικής νομοθεσίας, ή ότι δικαιούται να παρίσταται, ως δικηγόρος, ενώπιον δικαστηρίου άλλου κράτους μέλους ή άλλου κράτους συμβαλλομένου στη Συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, σύμφωνα με την τέταρτη παράγραφο του άρθρου 19 του Οργανισμού του Δικαστηρίου. Η προθεσμία για την απάντηση στο αίτημα αυτό έληξε στις 10 Απριλίου 2006.
5 Στις 10 Απριλίου 2006 ο J. Kääriäinen εξήγησε ότι δεν είναι εγγεγραμμένος στον Sveriges Advokatsamfund (Δικηγορικό Σύλλογο της Σουηδίας) ως «advokat», λόγω του ότι εργάζεται σε εταιρία ειδικευμένη στο δίκαιο ευρεσιτεχνίας και ο σουηδικός δικηγορικός σύλλογος δεν επιτρέπει στα μέλη του να ασκούν το επάγγελμά τους στην ίδια εταιρία με δικηγόρους ειδικευμένους στην ευρεσιτεχνία οι οποίοι έχουν τεχνική εκπαίδευση. Ο J. Kääriäinen σημειώνει ότι η σουηδική διατύπωση της τετάρτης παραγράφου του άρθρου 19 του Οργανισμού του Δικαστηρίου απαιτεί ο εκπρόσωπος να είναι «advokat». Περαιτέρω, ο J. Kääriäinen επισήμανε ότι είχε υπόψη του τη διάταξη του Πρωτοδικείου της 28ης Φεβρουαρίου 2005 στην υπόθεση T-445/04, Energy Technologies ET κατά ΓΕΕΑ (Συλλογή 2005, σ. II-677).
6 Ωστόσο, ο J. Kääriäinen ενέμεινε επί του γεγονότος ότι το Πρωτοδικείο δεν αρνήθηκε την εκπροσώπηση εκ μέρους Σουηδού δικηγόρου, ο οποίος δεν ήταν μέλος του σουηδικού δικηγορικού συλλόγου, στην υπόθεση T-219/00, Ellos κατά ΓΕΕΑ (ELLOS) (Συλλογή 2000, σ. II-753). Ο J. Kääriäinen επισήμανε επίσης ότι είχε εκπροσωπήσει τον προσφεύγοντα ενώπιον του Δικαστηρίου στην υπόθεση C-150/02, Streamserve κατά ΓΕΕΑ (Συλλογή 2004, σ. I-1461). Το δε Δικαστήριο δεν είχε αρνηθεί την παράστασή του.
7 Τέλος, ο J. Kääriäinen πληροφόρησε το Πρωτοδικείο ότι οι S. Eliasson και J. Runsten, αμφότεροι μέλη του σουηδικού δικηγορικού συλλόγου, εξέφρασαν την πρόθεσή τους να εκπροσωπήσουν την προσφεύγουσα στην υπό κρίση υπόθεση. Έγγραφα πιστοποιούντα ότι οι S. Eliasson και J. Runsten είναι μέλη του σουηδικού δικηγορικού συλλόγου επισυνάπτονται στο από 10 Απριλίου 2006 έγγραφο. Δεν προσκομίστηκαν στο Πρωτοδικείο περαιτέρω έγγραφα.
Σκεπτικό
8 Κατά το άρθρο 111 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, όταν το Πρωτοδικείο επιλαμβάνεται προσφυγής προδήλως απαράδεκτης ή προδήλως στερούμενης παντελώς νομικής βάσεως, μπορεί, χωρίς να συνεχίσει τη διαδικασία, να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη.
9 Στην προκειμένη περίπτωση το Πρωτοδικείο αποφασίζει κατ’ εφαρμογήν του άρθρου αυτού να αποφανθεί χωρίς να συνεχίσει τη διαδικασία.
10 Σύμφωνα με το άρθρο 19, παράγραφος 3, του Οργανισμού του Δικαστηρίου που έχει εφαρμογή στη διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου δυνάμει του άρθρου 53 του ίδιου Οργανισμού, οι μη προνομιούχοι διάδικοι οφείλουν να εκπροσωπούνται ενώπιον των κοινοτικών δικαστηρίων από δικηγόρο, δηλαδή, κατά τη σουηδική απόδοση, από advokat. Κατά τη σουηδική νομοθεσία, ο τίτλος του advokat επιφυλάσσεται στα πρόσωπα που είναι κάτοχοι πτυχίου νομικής και έγιναν δεκτοί στον δικηγορικό σύλλογο.
11 Εξάλλου, από το άρθρο 19, τέταρτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου προκύπτει σαφώς ότι πρέπει να πληρούνται οι δύο σωρευτικές προϋποθέσεις προκειμένου ένα πρόσωπο να μπορεί να εκπροσωπεί εγκύρως ενώπιον των κοινοτικών δικαστηρίων τους διαδίκους πλην των κρατών μελών και των κοινοτικών οργάνων, δηλαδή, ότι πρέπει να είναι δικηγόρος (advokat, σύμφωνα με τη σουηδική απόδοση) και ότι πρέπει να δικαιούται να παρίσταται ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους ή άλλου κράτους συμβαλλομένου στη Συμφωνία για τον ΕΟΧ. Οι απαιτήσεις αυτές αποτελούν ουσιώδεις τυπικούς κανόνες των οποίων η μη τήρηση συνεπάγεται το απαράδεκτο της προσφυγής.
12 Η απαίτηση που επιβάλλει το άρθρο 19 του Οργανισμού του Δικαστηρίου δικαιολογείται από το γεγονός ότι ο δικηγόρος θεωρείται ως συνεργάτης της δικαιοσύνης, ο οποίος καλείται να παράσχει, με κάθε ανεξαρτησία και χάριν του προέχοντος συμφέροντος αυτής, τη νομική προστασία που χρειάζεται ο πελάτης. Η προστασία αυτή έχει ως αντιστάθμισμα την επαγγελματική δεοντολογία και πειθαρχία, η οποία επιβάλλεται και ελέγχεται χάριν του γενικού συμφέροντος από τα εξουσιοδοτημένα προς τούτο όργανα. Μια τέτοια αντίληψη ανταποκρίνεται στην κοινή στα κράτη μέλη νομική παράδοση και συναντάται επίσης στην κοινοτική έννομη τάξη (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση του Δικαστηρίου της 8ης Μαΐου 1982, 155/79, AM & S κατά Επιτροπής, Συλλογή 1982, σ. 1575, σκέψη 24).
13 Δεδομένου ότι ο J. Kääriäinen δεν είναι εγγεγραμμένος στον δικηγορικό σύλλογο, δεν είναι δικηγόρος (advokat) κατά την έννοια του άρθρου 19 του Οργανισμού του Δικαστηρίου. Επομένως, έστω και αν μπορεί, κατά τη σουηδική νομοθεσία, να εκπροσωπεί τους διαδίκους σε προσφυγές ενώπιον των σουηδικών δικαστηρίων, δεν πληροί την πρώτη από τις δύο σωρευτικές προϋποθέσεις του άρθρου 19, τέταρτο εδάφιο, και επομένως δεν μπορεί να εκπροσωπεί την προσφεύγουσα ενώπιον του Πρωτοδικείου (βλ. Energy Technologies ET κατά ΓΕΕΑ).
14 Είναι αληθές ότι στις αναφερθείσες από την προσφεύγουσα υποθέσεις (σκέψη 6 ανωτέρω), ούτε το Δικαστήριο ούτε το Πρωτοδικείο αρνήθηκαν την εκπροσώπηση από δικηγόρο ο οποίος δεν ήταν «advokat», μολονότι το Πρωτοδικείο τονίζει ότι σε καμία από τις περιπτώσεις εκείνες δεν είχε τεθεί ρητώς το ζήτημα της εκπροσωπήσεως.
15 Εν πάση περιπτώσει, η προσφεύγουσα δεν μπορεί να επικαλείται τις αναφερόμενες στη σκέψη 6 ανωτέρω αποφάσεις προκειμένου να απαλλαγεί από την εφαρμογή των διατάξεων του Οργανισμού του Δικαστηρίου ή του Κανονισμού Διαδικασίας. Κατά το άρθρο 43, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, το πρωτότυπο κάθε δικογράφου πρέπει να υπογράφεται από τον εκπρόσωπο ή δικηγόρο του διαδίκου. Η προσφεύγουσα δεν υπέβαλε κανένα έγγραφο, υπογεγραμμένο από δικηγόρο κατά την έννοια της τετάρτης παραγράφου του άρθρου 19, του Οργανισμού του Δικαστηρίου. Η προσκόμιση των πιστοποιητικών που αναφέρονται στη σκέψη 7 ανωτέρω και ο ισχυρισμός ότι οι αναφερόμενοι στα έγγραφα αυτά δικηγόροι προτίθενται να εκπροσωπήσουν την προσφεύγουσα δεν αρκούν για τη συμμόρφωση με την απαίτηση ότι η προσφυγή πρέπει να υπογράφεται από δικηγόρο κατά την έννοια του άρθρου 19 του Οργανισμού του Δικαστηρίου.
16 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η υπό κρίση προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως απαράδεκτη χωρίς να χρειάζεται να επιδοθεί στο καθού.
Επί των δικαστικών εξόδων
17 Δεδομένου ότι η παρούσα διάταξη εκδόθηκε πριν την επίδοση της προσφυγής στο καθού και προτού αυτό υποβληθεί σε δικαστικά έξοδα, αρκεί να αποφασιστεί ότι η προσφεύγουσα θα φέρει τα έξοδά της, σύμφωνα με το άρθρο 87, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (δεύτερο τμήμα)
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή ως προδήλως απαράδεκτη.
2) Η προσφεύγουσα φέρει τα έξοδά της.
Λουξεμβούργο, 26 Ιουνίου 2006.
Ο Γραμματέας
Ο Πρόεδρος
E. Coulon
J. Pirrung
* Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy