ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
M. POIARES MADURO
της 16ης Νοεμβρίου 2006 1(1)
Υπόθεση C‑3/06 P
Groupe Danone
κατά
Επιτροπής
«Αίτηση αναιρέσεως – Ανταγωνισμός – Πρόστιμο – Άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 – Υποτροπή – Κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό του ποσού των προστίμων – Άρθρο 229 ΕΚ – Άρθρο 17 του κανονισμού 17 – Πλήρης δικαιοδοσία – Κανόνας non ultra petita – Δικαιώματα άμυνας»
1. Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως που υπέβαλε η Groupe Danone (στο εξής: αναιρεσείουσα) στρέφεται κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις 25 Οκτωβρίου 2005 στην υπόθεση T‑38/02, Groupe Danone κατά Επιτροπής (στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση) (2). Η υπόθεση αυτή είχε ως αντικείμενο αίτηση για την ακύρωση της αποφάσεως 2003/569/ΕΚ της Επιτροπής, της 5ης Δεκεμβρίου 2001 (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση) (3), με την οποία επιβλήθηκε στην αναιρεσείουσα πρόστιμο για τη συμμετοχή της σε σύμπραξη στη βελγική αγορά ζύθου. Το Πρωτοδικείο επιβεβαίωσε κατ’ ουσίαν την προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά μείωσε το ποσό του επιβληθέντος προστίμου. Στην υπό κρίση υπόθεση, η οποία αφορά μόνον τον καθορισμό του ποσού του προστίμου, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε πολλαπλώς σε πλάνη περί το δίκαιο, καθότι στηρίχθηκε σε εσφαλμένη ερμηνεία της έννοιας της υποτροπής και υπερέβη την αρμοδιότητά του, αναμορφώνοντας τη μέθοδο που εφάρμοσε η Επιτροπή για τον υπολογισμό του προστίμου.
I – Ιστορικό της αναιρέσεως
Νομικό πλαίσιο
2. Κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, η εφαρμογή των άρθρων 81 ΕΚ και 82 ΕΚ, καθώς και τα πρόστιμα που μπορεί να επιβάλει η Επιτροπή σε περίπτωση παραβάσεως, ρυθμίζονταν από το κανονισμό 17 του Συμβουλίου (4).
3. Το άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 έχει ως εξής:
«Η Επιτροπή δύναται με απόφασή της να επιβάλλει στις επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων πρόστιμο ύψους χιλίων [ευρώ] μέχρις ενός εκατομμυρίου [ευρώ], ή και ποσό μεγαλύτερο από αυτό μέχρι ποσοστού δέκα τοις εκατό του κύκλου εργασιών που πραγματοποιήθηκε κατά την προηγούμενη διαχειριστική περίοδο από μία των επιχειρήσεων οι οποίες έχουν συνεργήσει στην παράβαση, όταν εκ προθέσεως ή εξ αμελείας:
α) διαπράττουν παράβαση των διατάξεων του άρθρου [81], παράγραφος 1, [ΕΚ] ή του άρθρου [82 ΕΚ], ή
β) παραβαίνουν υποχρέωση επιβεβλημένη δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 1, [του κανονισμού].
Κατά τον καθορισμό του ύψους του προστίμου πρέπει να λαμβάνονται υπ’ όψη, εκτός από τη σοβαρότητα της παραβάσεως, και η διάρκειά της».
4. Οι κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των προστίμων που επιβάλλονται δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 και του άρθρου 65, παράγραφος 5, της Συνθήκης ΕΚΑΧ (ΕΕ 1998, C 9, σ. 3, στο εξής: κατευθυντήριες γραμμές) καθιερώνουν τη μέθοδο που εφαρμόζεται για τον υπολογισμό των εν λόγω προστίμων, η οποία «στηρίζεται στον προσδιορισμό ενός βασικού ποσού επί του οποίου εφαρμόζονται προσαυξήσεις, εάν συντρέχουν επιβαρυντικές περιστάσεις, και μειώσεις, εάν συντρέχουν ελαφρυντικές περιστάσεις» (δεύτερο εδάφιο της εισαγωγής των κατευθυντήριων γραμμών).
5. Οι κατευθυντήριες γραμμές ορίζουν ότι «[το] βασικό αυτό ποσό καθορίζεται σε συνάρτηση με τη σοβαρότητα και τη διάρκεια της παράβασης, που είναι τα μόνα κριτήρια τα οποία προβλέπονται στο άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17» (κατευθυντήριες γραμμές, σημείο 1). Το βασικό ποσό μπορεί να προσαυξηθεί σε περίπτωση επιβαρυντικών περιστάσεων όπως, για παράδειγμα, η υποτροπή της ίδιας ή των ίδιων επιχειρήσεων για παράβαση του ίδιου είδους (κατευθυντήριες γραμμές, σημείο 2). Το βασικό ποσό μπορεί να μειωθεί σε περίπτωση ελαφρυντικών περιστάσεων (κατευθυντήριες γραμμές, σημείο 3).
6. Το άρθρο 229 ΕΚ ορίζει ότι «[οι] κανονισμοί που εκδίδονται από κοινού από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, και από το Συμβούλιο [...] δύνανται να χορηγούν στο Δικαστήριο πλήρη δικαιοδοσία σχετικά με τις κυρώσεις που προβλέπουν».
7. Λαμβανομένου υπόψη του κειμένου αυτού, το άρθρο 17 του κανονισμού 17 προβλέπει τα εξής:
«Επί των προσφυγών που ασκούνται εναντίον των αποφάσεων της Επιτροπής, οι οποίες ορίζουν πρόστιμο ή χρηματική ποινή, το Δικαστήριο αποφαίνεται κατά πλήρη δικαιοδοσία κατά το άρθρο [229 ΕΚ]· δύναται να άρει, να μειώσει ή να αυξήσει το πρόστιμο ή την χρηματική ποινή που επεβλήθη».
Ιστορικό της διαφοράς
8. Αποδέκτες της προσβαλλομένης αποφάσεως (5) είναι η αναιρεσείουσα καθώς και οι επιχειρήσεις Interbrew, Alken‑Maes, Haacht και Martens. Με την εν λόγω απόφαση διαπιστώνονται δύο διαφορετικές παραβάσεις των κανόνων του ανταγωνισμού, ήτοι, αφενός, ένα περίπλοκο σύμπλεγμα συμφωνιών και/ή εναρμονισμένων πρακτικών στον τομέα του ζύθου που πωλείται στο Βέλγιο (στο εξής: σύμπραξη Interbrew/Alken‑Maes) και, αφετέρου, εναρμονισμένες πρακτικές στον τομέα του ζύθου που πωλείται με ιδιωτική ετικέτα.
9. Κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, η αναιρεσείουσα ήταν η μητρική εταιρία της Alken‑Maes. Λαμβανομένου υπόψη του ενεργητικού ρόλου που διαδραμάτισε στη σύμπραξη Interbrew/Alken-Maes, η Επιτροπή έκρινε ότι η αναιρεσείουσα έπρεπε να θεωρηθεί υπεύθυνη τόσο για τη δική της συμμετοχή στη σύμπραξη όσο και για τη συμμετοχή της Alken-Maes (6). Αντιθέτως, η Επιτροπή έκρινε ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος να θεωρηθεί η αναιρεσείουσα υπεύθυνη για τη συμμετοχή της θυγατρικής της στις εναρμονισμένες πρακτικές στον τομέα του ζύθου που πωλείται με ιδιωτική ετικέτα, καθότι δεν συμμετείχε η ίδια στη σύμπραξη αυτή (7).
10. Με την προσβαλλόμενη απόφαση επιβλήθηκε στην αναιρεσείουσα πρόστιμο 44 043 εκατομμυρίων ευρώ (8), λόγω της συμμετοχής της στη σύμπραξη Interbrew/Alken‑Maes κατά την περίοδο από 28 Ιανουαρίου 1993 έως 28 Ιανουαρίου 1998.
11. Το ποσό του προστίμου καθορίζεται ως εξής:
Σοβαρότητα της παραβάσεως
25,00 εκατ. ευρώ
Διάρκεια της παραβάσεως (+ 45 %)
+
11,25 εκατ. ευρώ
Βασικό ποσό
=
36,25 εκατ. ευρώ
Επιβαρυντικές περιστάσεις (+ 50%)
+
18,125 εκατ. ευρώ
Σύνολο λόγω επιβαρυντικών περιστάσεων
=
54,38 εκατ. ευρώ
Ελαφρυντικές περιστάσεις (‑ 10%)
‑
5,438 εκατ. ευρώ
Σύνολο άνευ επιεικείας
=
48,94 εκατ. ευρώ
Μείωση λόγω επιεικείας (‑ 10%)
‑
4,894 εκατ. ευρώ
Συνολικό ποσό του προστίμου
=
44,043 εκατ. ευρώ
12. Η προσβαλλόμενη απόφαση εκθέτει τις ακόλουθες επιβαρυντικές περιστάσεις: πρώτον, η παράβαση του άρθρου 81 EK συνιστά υποτροπή, καθότι η αναιρεσείουσα είχε τιμωρηθεί δις για παρόμοια περιστατικά (9)· δεύτερον, η αναιρεσείουσα ανάγκασε την Interbrew να επεκτείνει τη συνεργασία της, απειλώντας την με αντίποινα σε περίπτωση αρνήσεως (10).
Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
13. Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 22 Φεβρουαρίου 2002, η αναιρεσείουσα ζήτησε την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Επικουρικώς, ζήτησε τη μείωση του ποσού του επιβληθέντος προστίμου.
14. Το Πρωτοδικείο απέρριψε όλους τους λόγους ακυρώσεως της αναιρεσείουσας, με εξαίρεση τον πέμπτο, που αντλούνταν από το αβάσιμο της επιβαρυντικής περιστάσεως που αφορούσε τις εκ μέρους της πιέσεις προς την Interbrew (11). Έκρινε ότι, μολονότι ασκήθηκαν πιέσεις στην Interbrew, δεν αποδείχθηκε επαρκώς ότι αυτές ήταν η αιτία που η εταιρία αυτή μετέσχε στην επέκταση της συμπράξεως (12). Για τους λόγους αυτούς, το Πρωτοδικείο όρισε τη συνολική αύξηση του βασικού ποσού του προστίμου, λόγω επιβαρυντικών περιστάσεων, σε 40 % αντί για 50 % (13). Εφαρμόζοντας διαφορετική μέθοδο υπολογισμού από αυτή που χρησιμοποιήθηκε για την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο μείωσε το ποσό του προστίμου στα 42,4125 εκατομμύρια ευρώ και απέρριψε την προσφυγή κατά τα λοιπά.
15. Στις 4 Ιανουαρίου 2006, η αναιρεσείουσα άσκησε αναίρεση κατά της πρωτόδικης αποφάσεως.
II – Ανάλυση της αιτήσεως αναιρέσεως
16. Η αναιρεσείουσα προβάλλει πέντε λόγους αναιρέσεως προς στήριξη της αιτήσεώς της. Αφορούν, κατ’ αρχάς, την εκ μέρους του Πρωτοδικείου ερμηνεία της έννοιας της υποτροπής και, ακολούθως, τη μεταβολή της μεθόδου υπολογισμού του ποσού του προστίμου.
Οι λόγοι αναιρέσεως που αφορούν την υποτροπή ως επιβαρυντική περίσταση
1. Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως: παραβίαση της αρχής nulla poena sine lege
17. Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο, επιβεβαιώνοντας την αύξηση του βασικού ποσού του προστίμου που της είχε επιβληθεί λόγω της επιβαρυντικής περιστάσεως της υποτροπής, δεν έλαβε υπόψη την αρχή της νομιμότητας των ποινών και του επιστεγάσματός της, ήτοι της αρχής της μη αναδρομικότητας των βαρύτερων ποινών. Υποστηρίζει ότι η εφαρμογή της υποτροπής δεν έχει αρκετά σαφές νομικό έρεισμα στο κοινοτικό δίκαιο για να μπορεί να ληφθεί υπόψη ως επιβαρυντική περίσταση. Ισχυρίζεται ότι, εν πάση περιπτώσει, η επιβαρυντική περίσταση της υποτροπής δεν είχε νομικό έρεισμα στο κοινοτικό δίκαιο κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών στα οποία στηρίζεται.
18. Με τη σκέψη 351 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο αποφαίνεται ότι η Επιτροπή, διαπιστώνοντας την υποτροπή της αναιρεσείουσας, δεν παραβίασε την αρχή nulla poena sine lege, καθότι «δεν αμφισβητείται ότι αντλεί τη δυνατότητα αυτή από το σημείο 2, πρώτη περίπτωση, των κατευθυντήριων γραμμών και ότι οι εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές δεν υπερβαίνουν το νομικό πλαίσιο των κυρώσεων, όπως αυτό ορίζεται στο άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17».
19. Η διατύπωση αυτή ίσως οδηγήσει στη σκέψη ότι το Πρωτοδικείο θεώρησε το σημείο 2 των κατευθυντήριων γραμμών ως νομική βάση των διαπιστώσεων της Επιτροπής σχετικά με την υποτροπή της αναιρεσείουσας. Αυτός, όμως, ο χαρακτηρισμός των κατευθυντήριων γραμμών είναι ανακριβής. Ναι μεν εξασφαλίζουν ασφάλεια δικαίου, καθόσον καθορίζουν τη μεθοδολογία που επέβαλε η Επιτροπή στον εαυτό της, πλην όμως δεν συνιστούν τη νομική βάση για τον καθορισμό του ποσού του προστίμου (14). Φρονώ, παρ’ όλ’ αυτά, ότι το Δικαστήριο πρέπει να απορρίψει τον πρώτο λόγο αναιρέσεως (15).
20. Κατ’ αρχάς, ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι το Δικαστήριο παραβίασε την αρχή nulla poena sine lege, λόγω της ανεπαρκούς νομικής βάσεως κατά τον χρόνο τελέσεως των προηγούμενων παραβάσεων, στηρίζεται σε εσφαλμένη υπόθεση. Η ύπαρξη επαρκούς νομικής βάσεως για την αύξηση του ποσού του προστίμου λόγω υποτροπής πρέπει να αποδεικνύεται κατά την ημερομηνία τελέσεως της τελευταίας παραβάσεως, ήτοι εκείνης επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση με την οποία θεωρείται η υποτροπή επιβαρυντική περίσταση. Συναφώς, διαπιστώνεται αναλογία με την απόφαση Achour του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο έκρινε ότι «η αναδρομική στάθμιση της προτέρας ποινικής καταστάσεως του προσφεύγοντος από τους δικαστές της ουσίας […] διαφέρει από τη stricto sensu έννοια της αναδρομικότητας» (16). Επομένως, αυτό που προέχει είναι ότι, όταν διαπράχθηκε η τελευταία παράβαση, η αναιρεσείουσα ήταν σε θέση να προβλέψει τις έννομες συνέπειες των πράξεών της και να προσαρμόσει τη συμπεριφορά της (17).
21. Υπήρχε, όταν διαπράχθηκε η τελευταία παράβαση, επαρκής νομική βάση για να θεωρηθεί η υποτροπή επιβαρυντική περίσταση; Η κατάλληλη νομική βάση είναι το άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17, το οποίο ορίζει σαφέστατα (18) ότι η Επιτροπή μπορεί να επιβάλλει πρόστιμα στις επιχειρήσεις που παραβαίνουν τις διατάξεις των άρθρων 81 ΕΚ ή 82 ΕΚ. Προβλέπει, επιπλέον, ότι το ποσό του προστίμου δεν μπορεί να υπερβαίνει το 10 % του κύκλου εργασιών που πραγματοποιήθηκε κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος και ότι, «[για τον] καθορισμό του ποσού του προστίμου, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, εκτός από τη σοβαρότητα της παραβάσεως, και η διάρκειά της» (19). Γίνεται δεκτό ότι το άρθρο 15, παράγραφος 2, μολονότι ορίζει ένα σαφές όριο, αναφέρεται γενικά μόνο στα στοιχεία υπολογισμού του ακριβούς ποσού του προστίμου. Εντούτοις, σε μια υπόθεση δικαίου του ανταγωνισμού, φρονώ ότι ευλόγως μπορούσε να προβλεφθεί ότι η Επιτροπή, κατά την άσκηση της εξουσίας της εκτιμήσεως, θα εξέταζε το στοιχείο της υποτροπής σε σχέση με τη σοβαρότητα της παραβάσεως. Προς αυτή την κατεύθυνση φαίνεται να τείνει και η νομολογία του Δικαστηρίου.
22. Το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως κρίνει ότι, «για να εκτιμήσει τη σοβαρότητα της παραβάσεως προκειμένου να καθορίσει το ποσό του προστίμου, η Επιτροπή πρέπει να λαμβάνει υπόψη όχι μόνον τα συγκεκριμένα περιστατικά της υποθέσεως, αλλά και το πλαίσιο εντός του οποίου τοποθετείται η παράβαση, πρέπει δε να μεριμνά ώστε οι ενέργειές της να έχουν προληπτικό αποτέλεσμα κυρίως για τις μορφές παραβάσεων που είναι ιδιαίτερα επιβλαβείς για την πραγμάτωση των στόχων της Κοινότητας» (20). Με την προπαρατεθείσα απόφαση της 29ης Ιουνίου 2006, SGL Carbon κατά Επιτροπής, το Δικαστήριο επιβεβαίωσε τη νομολογία του, κρίνοντας ότι «ενώ το βασικό ποσό του προστίμου καθορίζεται με γνώμονα την παράβαση, η σοβαρότητά της καθορίζεται με αναφορά σε πολλούς άλλους παράγοντες, σχετικά με τους οποίους η Επιτροπή έχει διακριτική ευχέρεια. Το γεγονός ότι κατά τον καθορισμό του προστίμου ελήφθησαν υπόψη επιβαρυντικές περιστάσεις συνάδει με την αποστολή της Επιτροπής να εξασφαλίζει την τήρηση των κανόνων του ανταγωνισμού» (21). Με την απόφαση της 7ης Ιανουαρίου 2004, Aalborg Portland κατά Επιτροπής, το Δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι, κατά την ανάλυση της σοβαρότητας της παραβάσεως, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η υποτροπή (22). Ως προς το σημείο αυτό, η νομολογία του Δικαστηρίου αντιστοιχεί σ’ αυτή του Πρωτοδικείου. Με την απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1991, Enichem Anic κατά Επιτροπής, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι «[..] το γεγονός ότι η Επιτροπή έχει ήδη διαπιστώσει, στο παρελθόν, ότι μια επιχείρηση είχε παραβεί τους κανόνες του ανταγωνισμού και της έχει, ενδεχομένως, επιβάλει κυρώσεις για τον λόγο αυτόν μπορεί να [θεωρηθεί] ως επιβαρυντική για την επιχείρηση αυτή περίσταση» (23).
23. Επομένως, ο υπό εξέταση λόγος αναιρέσεως έρχεται σε αντίθεση με τις αποφάσεις αυτές, με τις οποίες το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 συνιστούσε επαρκή νομική βάση προκειμένου να ληφθεί υπόψη η υποτροπή ως επιβαρυντική περίσταση.
24. Δεν είναι επίσης πολύ πειστικό το επιχείρημα της αναιρεσείουσας ότι δεν υπήρχε επαρκής νομική βάση για τον λόγο ότι, κατά τον χρόνο τελέσεως της τελευταίας παραβάσεως, η Επιτροπή δεν είχε ακόμη θεσπίσει τις κατευθυντήριες γραμμές. Οι κατευθυντήριες γραμμές δεν αποτελούν τη νομική βάση για τον καθορισμό του ποσού του προστίμου. Απλώς συγκεκριμενοποιούν την εφαρμογή του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 (24). Πάντως, ακόμη και αν δεν υπήρχαν οι κατευθυντήριες γραμμές, η αναιρεσείουσα ήταν ανά πάσα στιγμή σε θέση να προβλέψει τις έννομες συνέπειες των ενεργειών της.
25. Τούτο κατά μείζονα λόγο, καθόσον η Επιτροπή, προτού μάλιστα θεσπίσει και δημοσιεύσει τις κατευθυντήριες γραμμές, έλαβε υπόψη της την υποτροπή με ορισμένες αποφάσεις (25), ιδίως με την απόφαση που εξέδωσε κατά της αναιρεσείουσας λόγω της τελευταίας της παραβάσεως του άρθρου 81 ΕΚ (26).
26. Αυτός είναι ιδίως ο λόγος για τον οποίο, λαμβανομένης υπόψη και της προαναφερθείσας στο σημείο 22 νομολογίας, η αναιρεσείουσα δεν μπορεί βασίμως να ισχυριστεί ότι δεν μπορούσε να προβλέψει το ενδεχόμενο να θεωρηθεί η υποτροπή ως επιβαρυντική περίσταση κατά τον χρόνο διαπράξεως της εν λόγω παραβάσεως (27).
2. Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως: παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου
27. Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο εφάρμοσε εσφαλμένα την αρχή της ασφάλειας δικαίου, αρνούμενο να περιορίσει το χρονικό διάστημα κατά το οποίο μπορεί να συνυπολογιστεί η υποτροπή. Τονίζει ότι οι δύο πρώτες αποφάσεις της Επιτροπής περί διαπιστώσεως παραβάσεων ανάγονται, αντιστοίχως, στο 1974 και στο 1984, και ότι η πρώτη εκδόθηκε υπό πολύ ιδιαίτερες περιστάσεις. Κατά την άποψή της, το Πρωτοδικείο επέτρεψε στην πράξη ένα σύστημα «επαναλαμβανόμενης υποτροπής», αντίθετο προς τις γενικές αρχές που είναι κοινές στα κράτη μέλη.
28. Φρονώ ότι αυτός ο λόγος αναιρέσεως στηρίζεται σε εσφαλμένη ανάγνωση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι, επειδή ούτε ο κανονισμός 17 ούτε οι κατευθυντήριες γραμμές τάσσουν προθεσμία για τη διαπίστωση υποτροπής, δεν υπήρξε παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου (28). Άλλως ειπείν, το Πρωτοδικείο θεωρεί ότι, ελλείψει προθεσμίας παραγραφής, κάθε παράβαση της ίδιας φύσεως, που έχει διαπραχθεί από την ίδια επιχείρηση και έχει επισήμως διαπιστωθεί στο παρελθόν από την Επιτροπή ενδέχεται να θεμελιώνει υποτροπή (29).
29. Τούτο πράγματι ισχύει. Η αρχή της ασφάλειας δικαίου δεν επιβάλλει προθεσμία παραγραφής για την υποτροπή. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή απολαύει ορισμένου περιθωρίου εκτιμήσεως για να καθορίσει τις περιόδους κατά τις οποίες θα συνυπολογίσει τις διαπιστωθείσες παραβάσεις. Εντούτοις, λαμβανομένης ιδίως υπόψη της προσδόκιμης διάρκειας ζωής των επιχειρήσεων που ενδέχεται να είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, η Επιτροπή πρέπει να ασκεί την εξουσία της εκτιμήσεως κατά τρόπο ώστε να σέβεται τις νόμιμες προσδοκίες ως προς το ποιες παραβάσεις εξακολουθούν να ασκούν επιρροή και ποιες έχουν παντελώς παραγραφεί.
30. Ο λόγος για τον οποίο λαμβάνεται υπόψη η υποτροπή είναι να παρακινηθούν οι επιχειρήσεις που έχουν εκδηλώσει τάση παραβάσεως των κανόνων του ανταγωνισμού να αλλάξουν συμπεριφορά. Συναφώς, ελλείψει προθεσμίας παραγραφής, η Επιτροπή και οι κοινοτικοί δικαστές μπορούν, σε κάθε περίπτωση, να λαμβάνουν υπόψη τα στοιχεία που τείνουν να επιβεβαιώσουν την τάση αυτή, περιλαμβανομένου, για παράδειγμα, και του χρονικού διαστήματος που παρήλθε μεταξύ των παραβάσεων.
31. Αυτή ακριβώς την προσέγγιση επέλεξε το Πρωτοδικείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ως προς το ζήτημα της ασφάλειας δικαίου. Με τις σκέψεις 354 και 355 της αποφάσεως αυτής, εξέτασε επισταμένως το ιστορικό των παραβάσεων των κανόνων του ανταγωνισμού που είχαν διαπιστωθεί έναντι της αναιρεσείουσας και επισήμανε ότι, εκάστοτε, έχει παρέλθει μεταξύ των παραβάσεων αυτών ένα σχετικό σύντομο χρονικό διάστημα. Ως εκ τούτου, το Πρωτοδικείο κατέληξε ότι «[η επανάληψη] της συνιστώσας παράβαση συμπεριφοράς της [αναιρεσείουσας] μαρτυρά την τάση της τελευταίας να μην αντλεί τις κατάλληλες συνέπειες από τη διαπίστωση της εκ μέρους της παραβάσεως των κοινοτικών κανόνων του ανταγωνισμού».
32. Προς στήριξη της επιχειρηματολογίας της, κατά την οποία το Πρωτοδικείο όφειλε να λάβει υπόψη του προθεσμία παραγραφής, η αναιρεσείουσα στηρίζεται στη νομολογία που προέκυψε από την απόφαση της 14ης Ιουλίου 1972, Geigy κατά Επιτροπής (30). Ωστόσο, στην πραγματικότητα, η νομολογία αυτή παρέχει ένα επιχείρημα a maiore ad minus υπέρ της απόψεως ότι δεν εναπόκειται στον κοινοτικό δικαστή να προβλέψει προθεσμία παραγραφής προκειμένου να ληφθεί υπόψη η υποτροπή. Με την απόφαση αυτή, ζητήθηκε από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί του ζητήματος αν η Επιτροπή είχε υπερβεί κάθε εύλογο όριο, περιμένοντας πολλά χρόνια προτού κινήσει τη διαδικασία λόγω παραβάσεως του άρθρου 81 ΕΚ. Στις περιπτώσεις αυτές, η ασφάλεια δικαίου καθίσταται περισσότερο αναγκαία. Συγκεκριμένα, το γεγονός ότι δεν προβλέπεται προθεσμία παραγραφής οδηγεί σε διαρκεί απειλή κυρώσεως λόγω προηγούμενης συμπεριφοράς. Επιπλέον, μέχρι τη στιγμή αυτή, δεν έχει αποδειχθεί επισήμως ότι η συμπεριφορά αυτή συνιστούσε πράγματι παράβαση. Το Δικαστήριο έκρινε ότι «η θεμελιώδης επιταγή ασφάλειας δικαίου έρχεται σε αντίθεση με την επ’ αόριστο καθυστέρηση της εκ μέρους της Επιτροπής ασκήσεως της εξουσίας της επιβολής προστίμων» (31). Εντούτοις, το Δικαστήριο δεν έταξε προθεσμία παραγραφής. Αντιθέτως, αξιολόγησε τη δράση της Επιτροπής σε σχέση με τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υποθέσεως (32), όπως ακριβώς και το Πρωτοδικείο στην υπό κρίση υπόθεση.
33. Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο δεν συνεκτίμησε επαρκώς το γεγονός ότι με την απόφαση του 1974 δεν της επιβλήθηκε πρόστιμο, αλλά διατάχθηκε απλώς ο άμεσος τερματισμός των διαπιστωθεισών παραβάσεων (33).
34. Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος. Όπως ορθώς έκρινε το Πρωτοδικείο, «η έννοια της υποτροπής [...] δεν προϋποθέτει κατ’ ανάγκη τη διαπίστωση προηγούμενης χρηματικής κυρώσεως, αλλά μόνον προηγούμενης παραβάσεως» (34). Πράγματι, το γεγονός και μόνον ότι η Επιτροπή δεν επιβάλλει πρόστιμο σε περίπτωση διαπιστώσεως παραβάσεως δεν δημιουργεί νόμιμη προσδοκία ότι δεν θα λαμβάνει πλέον υπόψη η εν λόγω παράβαση.
35. Για τους λόγους αυτούς, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως.
3. Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως: έλλειψη αιτιολογίας
36. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πάσχει λόγω αντιφατικής αιτιολογίας ως προς την εκτίμηση του δεσμού μεταξύ της υποτροπής και της ανάγκης εξασφαλίσεως επαρκώς αποτρεπτικού αποτελέσματος των προστίμων. Κατά την άποψή της, το Πρωτοδικείο έκρινε, με μια σκέψη της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι, για να αξιολογείται η σοβαρότητα της παραβάσεως, πρέπει η αποτροπή να διακρίνεται από την υποτροπή, στη δε συνέχεια, με μεταγενέστερη σκέψη ότι, για την επίτευξη αποτρεπτικού αποτελέσματος, η υποτροπή αποτελεί περίσταση που δικαιολογεί αύξηση του βασικού ποσού του προστίμου.
37. Φρονώ ότι δεν υφίσταται τέτοιου είδους αντίφαση στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Το Πρωτοδικείο έκρινε πράγματι ότι η Επιτροπή νομίμως συνεκτίμησε διάφορα στοιχεία, όπως την υποτροπή, ως περιστάσεις δηλώνουσες τη σοβαρότητα της παραβάσεως, προκειμένου να καθορίσει το ποσό του προστίμου σε επαρκώς αποτρεπτικό επίπεδο. Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει τον τρίτο λόγο αναιρέσεως.
B – Οι λόγοι αναιρέσεως που αφορούν τον τρόπο υπολογισμού του προστίμου
38. Ο τέταρτος και ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως αφορούν το γεγονός ότι το Πρωτοδικείο εφάρμοσε λιγότερο ευνοϊκό τρόπο υπολογισμού του προστίμου σε σχέση με εκείνον που εφαρμόστηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση. Η Επιτροπή επέβαλε πρόστιμο 44,043 εκατομμυρίων ευρώ. Το Πρωτοδικείο, αφού διαπίστωσε ότι η Επιτροπή κακώς υπολόγισε την απειλή κατά της Interbrew ως επιβαρυντική περίσταση, όρισε την αύξηση του βασικού προστίμου λόγω επιβαρυντικών περιστάσεων στο 40 % αντί για 50 %. Το Πρωτοδικείο όρισε, ακολούθως, το συνολικό ποσό του προστίμου στα 42,4125 εκατομμύρια ευρώ, χρησιμοποιώντας μέθοδο διαφορετική από εκείνη που εφάρμοσε η Επιτροπή.
39. Επομένως, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση μειώθηκε το συνολικό ποσό του προστίμου κατά 1,6305 εκατομμύρια ευρώ. Εντούτοις, το ποσό του προστίμου θα είχε μειωθεί κατά 2,9355 εκατομμύρια ευρώ, αν το Πρωτοδικείο είχε χρησιμοποιήσει τον ίδιο τρόπο υπολογισμού με την Επιτροπή.
40. Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο υπερέβη τις αρμοδιότητές του, κατά παράβαση των άρθρων 229 ΕΚ και 17 του κανονισμού 17, μεταβάλλοντας τον τρόπο υπολογισμού του προστίμου. Επικουρικώς, προβάλλει πέμπτο λόγο αναιρέσεως, αντλούμενο από προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας και από παραβίαση της αρχής της μη αναδρομικότητας. Μολονότι αυτοί οι δύο λόγοι αναιρέσεως συνδέονται στενά, θα τους εξετάσω χωριστά.
1. Ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως: το Πρωτοδικείο υπερέβη τα όρια της αρμοδιότητάς του
41. Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι ούτε το άρθρο 230 ΕΚ ούτε το άρθρο 229 ΕΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 17 του κανονισμού 17, επιτρέπουν στο Πρωτοδικείο να μεταβάλει τον τρόπο υπολογισμού του προστίμου που εφάρμοσε η Επιτροπή. Κατ’ ουσίαν υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο είτε αποφάνθηκε ultra vires, κατά παράβαση του άρθρου 230 ΕΚ, είτε αποφάνθηκε ultra petita, κατά παράβαση του άρθρου 229 ΕΚ.
42. Η Επιτροπή ζητεί να θεωρηθεί απαράδεκτος αυτός ο λόγος αναιρέσεως. Κατά την άποψή της, η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο να υποκαταστήσει το Πρωτοδικείο κατά την εκτίμηση και τον υπολογισμό του προστίμου. Τονίζει «ότι δεν απόκειται στο Δικαστήριο, οσάκις αποφαίνεται επί νομικών ζητημάτων στα πλαίσια αιτήσεως αναιρέσεως, να υποκαθίσταται, για λόγους επιεικείας, στην κρίση του Πρωτοδικείου» κατά την άσκηση της πλήρους δικαιοδοσίας του κατά την έννοια του άρθρου 229 ΕΚ ως προς το ύψος των επιβαλλόμενων προστίμων (35).
43. Δεν συμφωνώ με τον χαρακτηρισμό αυτού του λόγου αναιρέσεως από την Επιτροπή. Φρονώ ότι η αναιρεσείουσα προβάλλει ένα νομικό ζήτημα σχετικό με τα όρια της αρμοδιότητας του Πρωτοδικείου στον τομέα των προστίμων. Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως είναι παραδεκτός.
44. Εντούτοις, ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι το Πρωτοδικείο, μεταβάλλοντας τον τρόπο υπολογισμού του προστίμου, υπερέβη τα όρια της αρμοδιότητας που αντλεί από το άρθρο 230 ΕΚ είναι αβάσιμος. Το Πρωτοδικείο, ορίζοντας το νέο ποσό του προστίμου, δεν ενήργησε στο πλαίσιο του άρθρου 230 ΕΚ, αλλά άσκησε την αρμοδιότητά του δυνάμει των άρθρων 229 ΕΚ και 17 του κανονισμού 17. Κατά συνέπεια, θα εξετάσω τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας κατά τον οποίο το Πρωτοδικείο αποφάνθηκε ultra petita, υποκαθιστώντας την Επιτροπή στον τρόπο υπολογισμού του προστίμου.
45. Το άρθρο 17 του κανονισμού 17 ορίζει ότι ο κοινοτικός δικαστής «αποφαίνεται κατά πλήρη δικαιοδοσία κατά το άρθρο [229 ΕΚ] επί των προσφυγών που ασκούνται εναντίον των αποφάσεων της Επιτροπής, οι οποίες ορίζουν πρόστιμο ή χρηματική ποινή· [δ]ύναται δε να άρει, να μειώσει ή να αυξήσει το πρόστιμο ή τη χρηματική ποινή που επεβλήθη». Το χαρακτηριστικό της αρμοδιότητας που ανατίθεται στον κοινοτικό δικαστή με τη διάταξη αυτή είναι ότι, πέραν του απλού ελέγχου της νομιμότητας της κυρώσεως, τον εξουσιοδοτεί να τη μεταβάλει, ακόμη και αν δεν υφίσταται σημαντικό πραγματικό ή νομικό σφάλμα της Επιτροπής (36).
46. Ο κανόνας «non ultra petita» σημαίνει ότι ο δικαστής δεν μπορεί να αποφανθεί παρά μόνον επί των ζητημάτων που υποβάλλουν στην κρίση του οι διάδικοι. Το ζήτημα εν προκειμένω έγκειται στο περιεχόμενο του κανόνα αυτού σε σχέση με την έννοια της «αρμοδιότητας πλήρους δικαιοδοσίας» του άρθρου 229 ΕΚ.
47. Ο ως άνω κανόνας, στο ιδιωτικό δίκαιο από το οποίο αντλείται, περιορίζει το περιεχόμενο των εξουσιών του δικαστή κατά τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται η κυριαρχία και η ασφάλεια δικαίου των διαδίκων (37). Τούτο ισχύει επίσης, κατά το κύριο μέρος του, στο διοικητικό δίκαιο. Εντούτοις, στον τομέα αυτό, ο κανόνας «non ultra petita» ασκεί άμεση επιρροή στις σχέσεις μεταξύ του δικαστή και της διοικήσεως, καθότι αυτή είναι εξ ορισμού διάδικος.
48. Η έννοια της «αρμοδιότητας πλήρους δικαιοδοσίας» αφορά αυτή ακριβώς την πτυχή, ήτοι την οριοθέτηση των αρμοδιοτήτων δικαστή και διοικήσεως. Τα άρθρα 229 ΕΚ και 17 του κανονισμού 17 απονέμουν στον κοινοτικό δικαστή την εξουσία να υποκαθιστά τη διοικητική αρχή προβαίνοντας σε δική του εκτίμηση και να αποφασίζει, κατ’ αυτόν τον τρόπο, αντί της Επιτροπής. Πρόκειται για σημαντική εξαίρεση από τη συνήθη θέση του κοινοτικού δικαστή, αλλά σε περιορισμένο μόνον τομέα (38).
49. Ως εκ τούτου, στον τομέα αυτό, ο κανόνας «non ultra petita», ο οποίος νοείται ως όριο στην εκ μέρους του δικαστή άσκηση των εξουσιών του, έχει περιθωριακό μόνο ρόλο. Κατά την άποψή μου, ο εν λόγω κανόνας πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ο κοινοτικός δικαστής δεν μπορεί να ασκήσει την αρμοδιότητά του πλήρους δικαιοδοσίας, αν δεν έχει κληθεί να αποφανθεί επί του προστίμου. Εφόσον έχει ζητηθεί η εκ νέου εκτίμηση του ποσού του προστίμου, η αρμοδιότητα του άρθρου 229 ΕΚ είναι πράγματι «πλήρους δικαιοδοσίας», υπό την έννοια ότι μπορεί να οδηγήσει τόσο στη μείωση όσο και στην αύξηση του ποσού του προστίμου (39). Συνεπώς, κατά την εκτίμηση του ποσού του προστίμου, το Πρωτοδικείο μπορεί να εφαρμόσει άλλη μέθοδο υπολογισμού, ακόμη και αν αυτή είναι λιγότερο ευνοϊκή για την οικεία επιχείρηση.
50. Κατά συνέπεια, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
51. Ωστόσο θα ήθελα να τονίσω ότι δεν θεωρώ ότι το Πρωτοδικείο απολαύει απεριόριστης εξουσίας δυνάμει των άρθρων 229 ΕΚ και 17 του κανονισμού 17. Έτσι καταλήγουμε στον πέμπτο λόγο αναιρέσεως που προέβαλε η αναιρεσείουσα.
2. Ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως: προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας και παραβίαση της αρχής της μη αναδρομικότητας
52. Το πρώτο σκέλος του πέμπτου λόγου αναιρέσεως αντλείται από την προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας. Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο όφειλε να μεριμνήσει ώστε η πρόθεσή του να προβεί σε αναμόρφωση της μεθόδου υπολογισμού του προστίμου να τύχει κατ’ αντιπαράθεση συζητήσεως. Στερώντας την αναιρεσείουσα από τη δυνατότητα να εκφέρει λυσιτελώς την άποψή της επί της εν λόγω αναμορφώσεως, το Πρωτοδικείο παραβίασε γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου.
53. Κατά την άποψή μου, στο πλαίσιο της ασκήσεως της αρμοδιότητας πλήρους δικαιοδοσίας, ο κοινοτικός δικαστής έχει τις ίδιες νομικές υποχρεώσεις με την Επιτροπή κατά την επιβολή κυρώσεων. Οι υποχρεώσεις αυτές αφορούν την αιτιολογία, την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως (40), την αρχή της ασφάλειας δικαίου (41) και το δικαίωμα ακροάσεως (42).
54. Συναφώς, δεν πρέπει να λησμονείται ότι, όσον αφορά τις εξουσίες της Επιτροπής για την έκδοση αποφάσεων περί επιβολής προστίμου, από τη νομολογία του Πρωτοδικείου πολύ ορθώς προκύπτει ότι το δικαίωμα ακροάσεως συνιστά «[…] θεμελιώδη αρχή του κοινοτικού δικαίου και πρέπει να τηρείται σε όλες τις περιπτώσεις, ιδίως σε κάθε διαδικασία δυνάμενη να καταλήξει στην επιβολή κυρώσεων ακόμη και αν πρόκειται για διαδικασία διοικητικού χαρακτήρα» (43).
55. Ομοίως, ο κοινοτικός δικαστής πρέπει να σέβεται το δικαίωμα αυτό κατά την άσκηση της αρμοδιότητάς του πλήρους δικαιοδοσίας. Την άποψη αυτή συμμερίζεται και ο γενικός εισαγγελέας VerLoren van Themaat με τις προτάσεις του στην υπόθεση Stichting Sigarettenindustrie κ.λπ. κατά Επιτροπής (44). Στην υπόθεση αυτή, έκρινε ότι η Επιτροπή, με την απόφασή της, δεν προσέδωσε αρκετή προσοχή στον προσδιορισμό του βαθμού υπαιτιότητας των προσφευγουσών. Κατά συνέπεια, έκρινε ότι τα πρόστιμα είχαν οριστεί σε πολύ χαμηλό επίπεδο. Ακολούθως, επισήμανε τα εξής:
«Βάσει του άρθρου 17 του κανονισμού 17/62, αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει λόγο προκειμένου το Δικαστήριο να αυξήσει αυτεπάγγελτα τα πρόστιμα που επιβλήθηκαν σε ορισμένες επιχειρήσεις. Εντούτοις, δεν θα προτείνω να ασκηθεί η εξουσία αυτή στην προκειμένη περίπτωση. […] [Σ]ε περίπτωση που ασκηθεί ενδεχομένως η εξουσία αυτή, θα ήταν ίσως προτιμότερο, κατά την άποψή μου, να επιστηθεί γραπτώς και εγκαίρως, πριν από την προφορική διαδικασία, η προσοχή των διαδίκων επί της εξουσίας αυτής και, εφόσον είναι αναγκαίο, να ζητηθούν έγκαιρα από την Επιτροπή τα στοιχεία που λείπουν προκειμένου να ασκηθεί η εξουσία αυτή και να μπορέσουν οι προσφεύγουσες να λάβουν εγγράφως θέση επί των στοιχείων αυτών πριν από την προφορική διαδικασία» (45).
56. Η προσέγγιση του γενικού εισαγγελέα απορρέει από τη θεμιτή μέριμνα η άσκηση της αρμοδιότητας πλήρους δικαιοδοσίας να μην οδηγεί στην εξέταση πραγματικών περιστατικών ή κριτηρίων που οι διάδικοι δεν είχαν τη δυνατότητα να αμφισβητήσουν στην πράξη. Κατά την άποψή μου, η μέριμνα αυτή δικαιολογείται εξίσου σε περίπτωση μεταβολής του τρόπου υπολογισμού, όταν αποβαίνει, όπως εν προκειμένω, εις βάρος της οικείας επιχειρήσεως. Δεδομένης της ευρείας εξουσίας που αντλεί ο κοινοτικός δικαστής από το άρθρο 17 του κανονισμού 17 και λαμβανομένων υπόψη των σημαντικών οικονομικών συνεπειών που μπορεί να επιφέρει μια τέτοια μεταβολή, είναι πολύ σημαντικό να ασκεί ο κοινοτικός δικαστής την αρμοδιότητά του πλήρους δικαιοδοσίας, σεβόμενος στο μέγιστο δυνατό βαθμό το δικαίωμα ακροάσεως του προσφεύγοντος.
57. Παράδειγμα προς την κατεύθυνση αυτή αποτελεί η απόφαση του Πρωτοδικείου της 9ης Ιουλίου 2003, Cheil Jedang κατά Επιτροπής (46). Όπως περίπου και στην υπό κρίση υπόθεση, η Επιτροπή είχε εφαρμόσει μέθοδο υπολογισμού διαφορετική από εκείνη που προβλέπουν οι κατευθυντήριες γραμμές. Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι ήταν καταλληλότερη η μέθοδος των κατευθυντήριων γραμμών (47). Ως εκ τούτου, εφάρμοσε τη μέθοδο αυτή, ασκώντας την αρμοδιότητά του πλήρους δικαιοδοσίας (48). Πάντως, όπως προκύπτει από την εν λόγω απόφαση, το Πρωτοδικείο ενήργησε κατ’ αυτόν τον τρόπο μόνον αφότου έδωσε στην προσφεύγουσα τη δυνατότητα να εκφράσει την άποψή της επ’ αυτού:
«225 Με γραπτό ερώτημα που κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή στις 7 Φεβρουαρίου 2002, το Πρωτοδικείο κάλεσε την Επιτροπή, μεταξύ άλλων, να διευκρινίσει και να δικαιολογήσει τη μέθοδό της υπολογισμού των προστίμων.
226 Με την από 27 Φεβρουαρίου 2002 απάντηση, η Επιτροπή ανέφερε ότι η σωστή μέθοδος υπολογισμού των προσαυξήσεων και μειώσεων, που έχουν σκοπό να ληφθούν υπόψη οι επιβαρυντικές και ελαφρυντικές περιστάσεις, συνίσταται στην εφαρμογή ποσοστού επί τοις εκατό επί του βασικού ποσού του προστίμου. Η Επιτροπή αναγνώρισε επίσης ότι δεν ακολούθησε συστηματικά αυτή τη μέθοδο υπολογισμού στο πλαίσιο της αποφάσεώς της […].
227 Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η προσφεύγουσα δεν διατύπωσε καμία παρατήρηση ως προς τη μέθοδο υπολογισμού του ποσού των προστίμων που περιγράφηκε από την Επιτροπή στο από 27 Φεβρουαρίου 2002 έγγραφό της».
58. Αντιθέτως, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν εκθέτει τις γραπτές ερωτήσεις σχετικά με τη μέθοδο υπολογισμού. Ομοίως, ουδεμία αναφορά κάνει στην ανταλλαγή απόψεων με την αναιρεσείουσα επί του ζητήματος αυτού. Επομένως, το Δικαστήριο, αποφαινόμενο κατ’ αναίρεση, δεν μπορεί να δεχθεί ότι έγινε σεβαστό το δικαίωμα ακροάσεως της αναιρεσείουσας κατά την ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασία.
59. Για τους λόγους αυτούς, προτείνω στο Δικαστήριο να καταλήξει ότι πρέπει να γίνει δεκτό το πρώτο σκέλος του πέμπτου λόγου αναιρέσεως και, κατά συνέπεια, να ακυρώσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, στο μέτρο που ορίζει το ποσό του προστίμου στα 42,4125 εκατομμύρια ευρώ.
Γ.– Συνέπειες της ακυρώσεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, καθόσον αυτή ορίζει το ποσό του προστίμου
60. Το άρθρο 61 του Οργανισμού του Δικαστηρίου ορίζει ότι «στην περίπτωση αυτή, μπορεί […] το ίδιο να αποφανθεί οριστικά επί της διαφοράς, εφόσον [αυτή] είναι ώριμη προς εκδίκαση». Κατόπιν της ακροάσεως των επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας επί του ζητήματος του ποσού του προστίμου, προτείνω στο Δικαστήριο να χρησιμοποιήσει την ως άνω δυνατότητα και να ασκήσει την αρμοδιότητά του δυνάμει των άρθρων 229 ΕΚ και 17 του κανονισμού 17.
61. Η αναιρεσείουσα ζητεί να μειωθεί το ποσό του προστίμου σε 41,11 εκατομμύρια ευρώ, ποσό στο οποίο θα είχε καταλήξει το Πρωτοδικείο, αν είχε εφαρμόσει την ίδια μέθοδο υπολογισμού με την Επιτροπή.
62. Σημειωτέον ότι, σχετικά με το ως άνω αίτημα, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εφαρμόζει τη μέθοδο των κατευθυντηρίων γραμμών. Η αναιρεσείουσα ουδόλως αμφισβητεί το βάσιμο αυτής της μεθόδου υπολογισμού. Εντούτοις, υποστηρίζει ότι η εφαρμογή του στην υπό κρίση υπόθεση οδηγεί σε παραβίαση της αρχής της μη αναδρομικότητας.
63. Διαφωνώ με την αναιρεσείουσα. Το Δικαστήριο έχει επισταμένως εξετάσει το ζήτημα της αναδρομικής εφαρμογής των κατευθυντήριων γραμμών με τις αποφάσεις του της 28ης Ιουνίου 2005, Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής (49), και της 18ης Μαΐου 2006, Archer Daniels Midland και Archer Daniels Midland Ingredients κατά Επιτροπής (50). Καταλήγει ότι «οι κατευθυντήριες γραμμές και, ειδικότερα, η νέα μέθοδος υπολογισμού των προστίμων που αυτές περιέχουν, ακόμη και αν υποτεθεί ότι είχαν ως αποτέλεσμα να επιδεινωθεί το επίπεδο των επιβαλλομένων προστίμων, μπορούσαν ευλόγως να προβλεφθούν από επιχειρήσεις όπως οι αναιρεσείοντες κατά τον χρόνο διαπράξεως των οικείων παραβάσεων» (51). Επομένως, η Επιτροπή, εφαρμόζοντας τις κατευθυντήριες γραμμές σε παραβάσεις που, στην υπόθεση Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής, ανάγονται στο 1990, δεν παραβίασε την αρχή της μη αναδρομικότητας (52).
64. Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να εφαρμόσει τη μέθοδο υπολογισμού που προβλέπουν οι κατευθυντήριες γραμμές και, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της υπό κρίση υποθέσεως, να ορίσει το ποσό του προστίμου στα 42,4125 εκατομμύρια ευρώ.
III – Επί των δικαστικών εξόδων
65. Δυνάμει του άρθρου 69, παράγραφος 3, του Κανονισμού του Διαδικασίας, το οποίο εφαρμόζεται στην ενώπιον του Δικαστηρίου αναιρετική διαδικασία κατά αποφάσεως του Πρωτοδικείου δυνάμει του άρθρου 118 του εν λόγω κανονισμού, το Δικαστήριο μπορεί να κατανείμει τα έξοδα σε περίπτωση μερικής ήττας των διαδίκων. Δεδομένου ότι απορρίφθηκε ένας από τους ισχυρισμούς της Επιτροπής και όλοι πλην ενός από τους λόγους αναιρέσεως της αναιρεσείουσας, προτείνω στο Δικαστήριο να υποχρεώσει την αναιρεσείουσα να φέρει τα δικαστικά της έξοδα και τα τρία τέταρτα των εξόδων της Επιτροπής.
IV – Πρόταση
66. Για τους λόγους αυτούς, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
1) να ακυρώσει το πρώτο σημείο του διατακτικού της αποφάσεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 25ης Οκτωβρίου 2005 στην υπόθεση T‑38/02, Groupe Danone κατά Επιτροπής·
2) να ορίσει το ποσό του επιβληθέντος στην αναιρεσείουσα προστίμου σε 42,4125 εκατομμύρια ευρώ·
3) να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως κατά τα λοιπά·
4) να υποχρεώσει την αναιρεσείουσα να φέρει τα δικαστικά της έξοδα και τα τρία τέταρτα των εξόδων της Επιτροπής.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η πορτογαλική.
2 – Δεν έχει δημοσιευθεί ακόμα στη Συλλογή.
3 – Σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 81 της Συνθήκης ΕΚ (υπόθεση IV/37.614/F3 PO/Interbrew και Alken-Maes) (ΕΕ 2003, L 200, σ. 1).
4 – Κανονισμός 17 του Συμβουλίου, της 6ης Φεβρουαρίου 1962, πρώτος κανονισμός εφαρμογής των άρθρων [81] και [82] της Συνθήκης (ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 25). Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι προγενέστερη της θέσεως σε ισχύ του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της Συνθήκης (ΕΕ 2003, L 1, σ. 1), και τη θέσπιση από την Επιτροπή νέων κατευθυντήριων γραμμών για τον υπολογισμό των προστίμων που επιβάλλονται δυνάμει του άρθρου 23, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1/2003 (ΕΕ 2006, C 210, σ.2).
5 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 3.
6 – Αιτιολογική σκέψη 295 της προσβαλλομένης αποφάσεως.
7 – Αιτιολογική σκέψη 331 της προσβαλλομένης αποφάσεως.
8 – Άρθρα 1 και 2 της προσβαλλομένης αποφάσεως.
9 – Αιτιολογική σκέψη 314 της προσβαλλομένης αποφάσεως.
10 – Αιτιολογική σκέψη 315 της προσβαλλομένης αποφάσεως.
11 – Προπαρατεθείσα απόφαση Groupe Danone κατά Επιτροπής στην υποσημείωση 2.
12 – Σκέψεις 309 και 310 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
13 – Σκέψεις 311 έως 313 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
14 – Απόφαση της 28ης Ιουνίου 2005, C‑189/02 P, C‑202/02 P, C‑205/02 P έως C‑208/02 P και C‑213/02 P, Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2005, σ. I‑5425, σκέψη 213). Βλ., επίσης, την απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 2006, C‑167/04 P, JCB Service κατά Επιτροπής (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμα στη Συλλογή, σκέψεις 207 έως 209).
15 – Βλ. αποφάσεις της 9ης Ιουνίου 1992, C‑30/91 P, Lestelle κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. I‑3755, σκέψη 28), της 30ής Σεπτεμβρίου 1993, C‑93/02 P, Biret International κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1993, σ. 10497, σκέψη 60), και της 2ας Δεκεμβρίου 2004, C‑226/03 P, José Martí Peix κατά Επιτροπής (Συλλογή 2004, σ. I‑11421, σκέψη 29).
16 – ΕΔΔΑ, απόφαση Achour κατά Γαλλίας της 29ης Μαρτίου 2006, αριθ. 67335/01, § 59.
17 – Υπ’ αυτή την έννοια, όπ.π. § 53.
18 – Απόφαση της 25ης Σεπτεμβρίου 1984, 117/83, Könecke (Συλλογή 1984, σ. 3291, σκέψη 11).
19 – Βλ, επίσης, τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Geelhoed στην υπόθεση SGL Carbon κατά Επιτροπής (απόφαση της 29ης Ιουνίου 2006, C‑308/04 P, δεν έχει δημοσιευθεί ακόμα στη Συλλογή, σκέψη 78).
20 – Απόφαση της 7ης Ιουνίου 1983, 100 έως 103/80, Musique diffusion κατά Επιτροπής (Συλλογή 1983, σ. 1825, σκέψη 106). Βλ., για πιο πρόσφατη νομολογία, την προπαρατεθείσα απόφαση Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψεις 240 έως 242.
21 – Απόφαση της 19ης Ιουνίου 2006, C‑308/04 P, (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 19, σκέψη 71).
22 – Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C‑204/00 P, C‑205/00 P, C‑211/00 P, C‑213/00 P, C‑217/00 P και C‑219/00 P, Συλλογή 2004, σ. I‑123, σκέψη 91.
23 – Υπόθεση T‑6/89, Συλλογή 1991, σ. II‑1623, σκέψη 295. Βλ., επίσης, την απόφαση του Πρωτοδικείου της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, T‑203/01, Michelin κατά Επιτροπής (Συλλογή 2003, σ. II‑4071, σκέψη 293).
24 – Βλ., συναφώς, την απόφαση Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 14, σκέψεις 211, 213 και 214).
25 – Απόφαση 86/398/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 23ης Απριλίου 1986, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΟΚ (IV/31.149 – Πολυπροπυλένιο) (ΕΕ L 230, σ. 1), αιτιολογική σκέψη 107, και απόφαση 91/297/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 1990, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΟΚ (IV/33.133-A: ανθρακικό νάτριο – Solvay, ICI) (ΕΕ L 152, σ. 1), αιτιολογική σκέψη 65.
26 – Απόφαση 84/388/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 23ης Ιουλίου 1984, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΟΚ (IV/30.988 – Συμφωνίες και εναρμονισμένες πρακτικές στον τομέα της επίπεδης υάλου στις χώρες της Benelux) (ΕΕ L 212, σ. 13), αιτιολογική σκέψη 53.
27 – Υπό την ίδια έννοια, απόφαση Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 14, σκέψη 231). Βλ., επίσης, την απόφαση της 18ης Μαΐου 2006, C‑397/03 P, Archer Daniels Midland και Archer Daniels Midland Ingredients κατά Επιτροπής (Συλλογή 2006, σ. I‑4475, σκέψη 25).
28 – Σκέψεις 352 και 353 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Το Πρωτοδικείο παραθέτει, συναφώς, την απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Ιουλίου 1970, 41/69, ACF Chemiefarma κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 397, σκέψη 19).
29 – Βλ., επί της έννοιας της υποτροπής, τις αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 11ης Μαρτίου 1999, T‑141/94, Thyssen Stahl κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. II‑347, σκέψη 617), και της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, Michelin κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα, σκέψη 284).
30 – Υπόθεση 52/69, Συλλογή τόμος 1972-1973 , σ. 189.
31 – Προπαρατεθείσα απόφαση Geigy κατά Επιτροπής στην υποσημείωση 30, σκέψη 21 της αποφάσεως.
32 – Προπαρατεθείσα απόφαση Geigy κατά Επιτροπής στην υποσημείωση 30, σκέψη 21 της αποφάσεως. Βλ, επίσης, σχετικά με τον έλεγχο των ενισχύσεων που χορηγήθηκαν κατ’ εφαρμογή της Συνθήκης ΕΚ, τις αποφάσεις της 29ης Απριλίου 2004, C‑298/00 P, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2004, σ. I‑4087, σκέψεις 89 έως 92), και της 29ης Απριλίου 2004, C‑372/97, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2004, σ. I‑3679, σκέψεις 116 έως 119)· επί του ελέγχου των ενισχύσεων που χορηγήθηκαν κατ’ εφαρμογή της Συνθήκης ΕΚΑΧ, την απόφαση της 24ης Σεπτεμβρίου 2002, C‑74/00 P και C‑75/00 P, Falck κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. I‑7869, σκέψη 140). Κάποια παραδείγματα της νομολογίας του Πρωτοδικείου: επί του ελέγχου των ενισχύσεων που χορηγήθηκαν κατ’ εφαρμογή της Συνθήκης ΕΚ, την απόφαση της 14ης Ιανουαρίου 2004, T-109/01, Fleuren Compost κατά Επιτροπής (Συλλογή 2004, σ. II‑127, σκέψη 145)· επί της κινήσεως πειθαρχικής διαδικασίας κατ’ εφαρμογή του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, την απόφαση της 10ης Ιουνίου 2004, T‑307/01, François κατά Επιτροπής (Συλλογή 2004, σ. II‑1669, σκέψη 46)· επί των εξουσιών της Επιτροπής για την επιβολή προστίμων σε περίπτωση παραβάσεως των κανόνων του ανταγωνισμού, την απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2005, T‑22/02 και T‑23/02, Sumitomo Chemical κατά Επιτροπής (Συλλογή 2005, σ. II‑4065, σκέψη 87).
33 – Απόφαση 74/292/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 15ης Μαΐου 1974, περί διαδικασίας εφαρμογής του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΟΚ (IV/400 – Συμφωνίες μεταξύ κατασκευαστών υαλουργικών προϊόντων συσκευασίας) (JO L 160, σ. 1), άρθρο 3.
34 – Σκέψη 363 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
35 – Απόφαση Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 14, σκέψεις 245 και 246). Βλ., επίσης για παράδειγμα, την απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1994, C‑320/92 P, Finsider κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. I‑5697, σκέψη 46).
36 – Βλ., συναφώς, την απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 2002, C‑238/99 P, C‑244/99 P, C‑245/99 P, C‑247/99 P, C‑250/99 P έως C‑252/99 P και C‑254/99 P, Limburgse Vinyl Maatschappij (LVM) κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. I‑8375, σκέψη 692). Βλ., επίσης, CommentaireMégret, 1993, τόμος 10, σ. 94, και, αντιθέτως, για μια πιο περιοριστική άποψη, τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Warner στην υπόθεση BMW κατά Επιτροπής (απόφαση της 12ης Ιουλίου 1979, 32/78, 36/78 έως 82/78, Συλλογή τόμος 1979/ΙΙ, σ. 177).
37 – Όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1995, C‑430/93 και C‑431/93, van Schijndel και van Veen (Συλλογή 1995, σ. I‑4705, σκέψη 21), «ο περιορισμός [αυτός] δικαιολογείται από την αρχή ότι οι διάδικοι έχουν την πρωτοβουλία της δίκης και ότι ο δικαστής δεν μπορεί να ενεργήσει αυτεπαγγέλτως παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις όπου η παρέμβασή του επιβάλλεται από το δημόσιο συμφέρον. Η εν λόγω αρχή αποτελεί έκφραση αντιλήψεων που συμμερίζεται η πλειονότητα των κρατών μελών όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ κράτους και πολίτη, προστατεύει τα δικαιώματα άμυνας και εξασφαλίζει την ομαλή διεξαγωγή της δίκης, ιδίως προλαμβάνοντας καθυστερήσεις συμφυείς με την εκτίμηση των νέων ισχυρισμών». Όπως προκύπτει από την απόφαση αυτή, ο κανόνας «non ultra petita» σημαίνει ότι ο δικαστής δεν μπορεί, κατ’ αρχήν, να λάβει αυτεπαγγέλτως υπόψη του μη προβληθέντες ισχυρισμούς και ότι, από ένα ορισμένο στάδιο της διαδικασίας, ένας διάδικος δεν μπορεί να προβάλει ισχυρισμούς ή πραγματικά περιστατικά πλην εκείνων στα οποία στηρίζεται η προσφυγή του. Βλ., επίσης, τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Jacobs στην υπόθεση Salzgitter κατά Επιτροπής (απόφαση της 13ης Ιουλίου 2000, C‑210/98 P, Συλλογή 2000, σ. I‑5843, σκέψεις 129 έως 143), όσον αφορά την αρχή κατά την οποία το Δικαστήριο δεν μπορεί να δεχθεί ισχυρισμούς μη προβληθέντες κατ’ αναίρεση από τους διαδίκους, καθώς και την εξαίρεση από την αρχή αυτή για τους νομικούς ισχυρισμούς που αφορούν ζητήματα δημοσίας τάξεως.
38 – Βλ., εκτός από το άρθρο 17 του κανονισμού 17: το άρθρο 25 του κανονισμού 11 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1960, περί καταργήσεως των διακρίσεων στον τομέα των τιμών και όρων μεταφοράς κατ’ εφαρμογή του άρθρου [75, παράγραφος 3, ΕΚ] (ΕΕ ειδ. έκδ. 07/001, σ. 20)· το άρθρο 24 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1017/68 του Συμβουλίου, της 19ης Ιουλίου 1968, περί εφαρμογής των κανόνων ανταγωνισμού στους τομείς των σιδηροδρομικών, οδικών και εσωτερικών πλωτών μεταφορών (ΕΕ ειδ. έκδ. 07/001, σ. 86)· το άρθρο 21 του κανονισμού (ΕΟΚ) 4056/86 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1986, για τον καθορισμό του τρόπου εφαρμογής των άρθρων [81 ΕΚ και 82 ΕΚ] στις θαλάσσιες μεταφορές (ΕΕ L 378, σ. 4)· το άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3975/87 του Συμβουλίου, της 14ης Δεκεμβρίου 1987, σχετικά με τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής των κανόνων ανταγωνισμού που ισχύουν για τις επιχειρήσεις στον τομέα των αεροπορικών μεταφορών (ΕΕ L 374, σ. 1)· το άρθρο 17 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2299/89 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1989, για τη θέσπιση κώδικα συμπεριφοράς για τα ηλεκτρονικά συστήματα κράτησης θέσεων (ΕΕ L 220, σ. 1)· και το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΟΚ) 4064/89 του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1989, για τον έλεγχο των συγκεντρώσεων μεταξύ επιχειρήσεων (ΕΕ L 395, σ. 1).
39 – Βλ. για την ίδια άποψη, τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα VerLoren van Themaat στην υπόθεση Stichting Sigarettenindustrie κ.λπ. κατά Επιτροπής (απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 1985, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 240/82, 241/82, 242/82, 261/82, 262/82, 268/82 και 269/82, Συλλογή 1985, σ. 3831). Μπορεί, ωστόσο, να σημειωθεί ότι, με την απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 1957, 8/56, ALMA κατά Ανωτάτης Αρχής (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 163), το Δικαστήριο έκρινε ότι «[…] ακόμη και αν δεν έχει διατυπωθεί τυπικώς σχετικό αίτημα, επιτρέπεται στο Δικαστήριο να μειώσει το ποσό ενός υπερβολικού προστίμου, καθότι ένα τέτοιο αποτέλεσμα δεν υπερβαίνει τα όρια του petitum αλλά καταλήγει, αντιθέτως, στη μερική αποδοχή της προσφυγής». Η a contrario ερμηνεία θα μπορούσε να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι το Πρωτοδικείο δεν μπορεί να αυξήσει πρόστιμο, αν δεν έχει διατυπωθεί τυπικώς σχετικό αίτημα με το οποίο να ζητείται η εκ νέου εκτίμησή του (ήτοι η μείωση ή η αύξησή του). Τα a contrario επιχειρήματα πρέπει, εντούτοις, να αντιμετωπισθούν με μεγάλη περίσκεψη, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση της 29ης Νοεμβρίου 1956, 8/55, Fédération Charbonnière de Belgique κατά Ανωτάτης Αρχής (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 85).
40 – Απόφαση Limburgse Vinyl Maatschappij (LVM) κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 36, σκέψη 617).
41 – Βλ., για παράδειγμα, την απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1987, 326/85, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής (Συλλογή 1987, σ. 5091, σκέψη 24).
42 – Βλ. τις αποφάσεις της 13ης Φεβρουαρίου 1979, 85/76, Hoffmann‑Laroche κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 215, σκέψη 11), και Musique diffusion κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 20, σκέψη 10). Βλ., επίσης, τα άρθρα 19 του κανονισμού 17 και 27 του κανονισμού 1/2003.
43 – Απόφαση του Πρωτοδικείου της 16ης Δεκεμβρίου 2003, T‑5/00 και T‑6/00, Nederlandse Federatieve Vereniging voor de Groothandel op Elektrotechnisch Gebied κατά Επιτροπής (Συλλογή 2003, σ. II‑5761, σκέψη 32). Βλ., επίσης, για παράδειγμα, τις αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 20ής Μαρτίου 2002, T‑31/99, ABB Asea Brown Boveri κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. II‑1881, σκέψη 53)· της 10ης Μαρτίου 1992, T‑11/89, Shell κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. II‑757, σκέψη 39)· και της 6ης Δεκεμβρίου 1994, T‑450/93, Lisrestal κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. II‑1177, σκέψη 42). Βλ., επιπλέον, την παρατεθείσα στην υποσημείωση 42 νομολογία του Δικαστηρίου.
44 – Απόφαση προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 39.
45 – Όπ.π., σ. 3851.
46 – Υπόθεση T‑220/00, Συλλογή 2003, σ. II‑2473.
47 – Όπ.π., σκέψη 229.
48 – Όπ.π., σκέψη 230.
49 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 14. Βλ., ειδικότερα, τις σκέψεις 173 και 219 έως 232.
50 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 27. Βλ. τις σκέψεις 20 έως 26.
51 – Απόφαση Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 14, σκέψη 231). Βλ., επίσης, την απόφαση Archer Daniels Midland κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 27, σκέψη 25).
52 – Αποφάσεις Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 14, σκέψη 232), και Archer Daniels Midland κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 27, σκέψη 25).
Full & Egal Universal Law Academy