ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
M. POIARES MADURO
της 18ης Ιουλίου 2007 1(1)
Υπόθεση C‑55/06
Arcor AG & Co. KG
κατά
Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας
[αίτηση του Verwaltungsgericht Köln (Γερμανία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Τηλεπικοινωνίες – Πρόσβαση στον τοπικό βρόχο»
1. Η ιστορία από την οποία προέρχεται η υπό κρίση αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως του Verwaltungsgericht Köln (Γερμανία) μπορεί να συνοψιστεί ως εξής: ένας πρώην μονοπωλιακός φορέας εκμεταλλεύσεως ενός σταθερού τηλεφωνικού δικτύου υποχρεούται, σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο και το εθνικό δίκαιο, να επιτρέπει στους ανταγωνιστές φορείς εκμεταλλεύσεως να χρησιμοποιούν το τοπικό του δίκτυο. Ζητεί ωστόσο μια τιμή την οποία ένας ανταγωνιστής φορέας εκμεταλλεύσεως που χρησιμοποιεί την πρόσβαση στο δίκτυο θεωρεί ότι είναι υπερβολικά υψηλή. Η κατάσταση αυτή έδωσε στο Verwaltungsgericht Köln την ευκαιρία να υποβάλει στο Δικαστήριο ένα ευρύ και αναλυτικό σύνολο ερωτημάτων που άμεσα και έμμεσα αφορούν την ερμηνεία μιας κομβικής έννοιας στο πλαίσιο της απελευθέρωσης της παροχής τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών στην Ευρώπη: ήτοι, οι τιμές που ζητούνται για την αδεσμοποίητη πρόσβαση στον τοπικό βρόχο (δηλαδή στα ζεύγη χάλκινων καλωδίων που συνδέουν τους συνδρομητές με τους πλησιέστερους κύριους κατανεμητές) πρέπει να υπολογίζονται «με βάση το κόστος». Στο πλαίσιο αυτό λοιπόν το Δικαστήριο καλείται να ασχοληθεί, για πρώτη φορά, με την ερμηνεία του κανονισμού (EK) 2887/2000 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την αδεσμοποίητη πρόσβαση στον τοπικό βρόχο (2).
I – Τα πραγματικά περιστατικά, το νομικό πλαίσιο και τα προδικαστικά ερωτήματα που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο
2. Η Deutsche Telekom AG (στο εξής: Deutsche Telekom) είναι ο κοινοποιημένος φορέας εκμετάλλευσης υπό την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο α΄, του κανονισμού. Πρόκειται, συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο αυτό, για έναν από τους «φορείς σταθερών δημόσιων τηλεφωνικών δικτύων οι οποίοι έχουν οριστεί από την εθνική κανονιστική αρχή ως έχοντες σημαντική ισχύ στην αγορά παροχής σταθερών δημόσιων τηλεφωνικών δικτύων και υπηρεσιών».
3. Η Arcor AG & Co. KG, (στο εξής: Arcor) είναι δικαιούχος υπό την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο β΄, του ίδιου κανονισμού. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, θεωρείται δικαιούχος ένα «τρίτο μέρος το οποίο έχει λάβει δεόντως άδεια […] ή έχει το δικαίωμα να παρέχει υπηρεσίες επικοινωνιών δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας και είναι επιλέξιμο για αδεσμοποίητη πρόσβαση σε τοπικό βρόχο». Η έννοια του «τοπικού βρόχου» ορίζεται στο άρθρο 2, στοιχείο β΄, του ίδιου κανονισμού, ως «το φυσικό κύκλωμα στρεπτού ζεύγους μεταλλικών καλωδίων που συνδέει το σημείο τερματισμού του δικτύου στις εγκαταστάσεις του συνδρομητή με τον κεντρικό κατανεμητή ή με αντίστοιχη εγκατάσταση στο σταθερό δημόσιο τηλεφωνικό δίκτυο».
4. Η Arcor παρέχει τηλεφωνικές συνδέσεις ISDN σε τελικούς πελάτες, συνδέσεις οι οποίες δεν μπορούν ωστόσο να χρησιμοποιηθούν παρά μόνον αν αυτή διαθέτει την πρόσβαση στον τοπικό βρόχο που αντιστοιχεί στο τηλεπικοινωνιακό δίκτυο της Deutsche Telekom.
5. Το άρθρο 1 του κανονισμού, που επιγράφεται «Σκοπός και πεδίο εφαρμογής», έχει ως εξής:
«1. Ο παρών κανονισμός σκοπό έχει να εντείνει τον ανταγωνισμό και να τονώσει την τεχνολογική καινοτομία στην αγορά της τοπικής πρόσβασης, μέσω της θέσπισης εναρμονισμένων όρων για την αδεσμοποίητη πρόσβαση στον τοπικό βρόχο, ώστε να ενισχυθεί η ανταγωνιστική παροχή ευρέος φάσματος υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών.
2. Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στην αδεσμοποίητη πρόσβαση στους τοπικούς βρόχους και στις συναφείς εγκαταστάσεις των κοινοποιημένων φορέων εκμετάλλευσης όπως ορίζονται στο άρθρο 2, σημείο α΄.
3. Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων των κοινοποιημένων φορέων εκμετάλλευσης να συμμορφώνονται με την αρχή της αποφυγής των διακρίσεων κατά τη χρήση του σταθερού δημόσιου τηλεφωνικού δικτύου, έτσι ώστε να παρέχουν πρόσβαση υψηλής ταχύτητας και υπηρεσίες μετάδοσης σε τρίτους υπό τους ίδιους όρους που ισχύουν για τις δικές τους υπηρεσίες ή τις συνδεδεμένες με αυτούς εταιρίες, σύμφωνα με τις κοινοτικές διατάξεις.
4. Ο παρών κανονισμός δεν θίγει τα δικαιώματα των κρατών μελών να διατηρούν ή να θεσπίζουν μέτρα, σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο, τα οποία περιλαμβάνουν λεπτομερέστερες διατάξεις από εκείνες του παρόντος κανονισμού ή/και βρίσκονται εκτός του πεδίου εφαρμογής του παρόντος κανονισμού όσον αφορά, μεταξύ άλλων, άλλα είδη πρόσβασης σε τοπικές υποδομές.»
6. Το άρθρο 3 του κανονισμού, που επιγράφεται «Παροχή αδεσμοποίητης πρόσβασης», προβλέπει τα εξής:
«1. Οι κοινοποιημένοι φορείς εκμετάλλευσης δημοσιεύουν από τις 31 Δεκεμβρίου 2000, και τηρούν ενήμερη, προσφορά αναφοράς για αδεσμοποίητη πρόσβαση στους τοπικούς τους βρόχους και στις συναφείς εγκαταστάσεις, στην οποία περιλαμβάνονται τουλάχιστον τα στοιχεία του παραρτήματος. Η προσφορά είναι επαρκώς αδεσμοποίητη, ώστε ο δικαιούχος να μην πρέπει να πληρώνει για στοιχεία ή εγκαταστάσεις του δικτύου που δεν χρειάζονται για την παροχή των υπηρεσιών του, και περιέχει περιγραφή των στοιχείων της προσφοράς, των σχετικών όρων και προϋποθέσεων και των επιβαρύνσεων.
2. Από τις 31 Δεκεμβρίου 2000, οι κοινοποιημένοι φορείς εκμετάλλευσης ικανοποιούν, υπό διαφανείς, δίκαιους και ισότιμους όρους, τις εύλογες αιτήσεις των δικαιούχων για αδεσμοποίητη πρόσβαση στους τοπικούς τους βρόχους και στις συναφείς εγκαταστάσεις. Οι αιτήσεις απορρίπτονται μόνον βάσει αντικειμενικών κριτηρίων σχετικών με το τεχνικώς εφικτό ή την ανάγκη διατήρησης της ακεραιότητας του δικτύου. Σε περίπτωση άρνησης της πρόσβασης, το θιγόμενο μέρος δύναται να παραπέμπει την υπόθεση στη διαδικασία επίλυσης διαφορών που αναφέρεται στο άρθρο 4, παράγραφος 5. Οι κοινοποιημένοι φορείς εκμετάλλευσης θέτουν στη διάθεση των δικαιούχων εγκαταστάσεις ισοδύναμες με εκείνες που παρέχουν για τις δικές τους υπηρεσίες ή τις συνδεδεμένες με αυτούς εταιρίες, με τους ίδιους όρους και τα ίδια χρονικά πλαίσια.
3. Με την επιφύλαξη του άρθρου 4, παράγραφος 4, οι κοινοποιημένοι φορείς εκμετάλλευσης χρεώνουν την αδεσμοποίητη πρόσβαση στον τοπικό βρόχο και στις συναφείς εγκαταστάσεις, με βάση το κόστος.»
7. Κατά το γερμανικό δίκαιο, ιδίως δε κατά το άρθρο 24, παράγραφοι 1 και 2, του νόμου περί των τηλεπικοινωνιών της 25ης Ιουλίου 1996 (Telekommunikationsgesetz) (3), οι τιμές που χρεώνονται πρέπει να υπολογίζονται με βάση το κόστος μιας αποτελεσματικής παροχής υπηρεσιών και να είναι σύμφωνες προς τις απαιτήσεις της παραγράφου 2. Σύμφωνα με την παράγραφο αυτή, οι τιμές δεν μπορούν, εκτός αν αποδεικνύεται αντικειμενικός λόγος προς τούτο, 1) να περιέχουν πρόσθετες χρεώσεις που μπορούν να επιβάλλονται μόνο λόγω της κρατούσας πολιτικής ενός παρέχοντος υπηρεσίες στην οικεία αγορά τηλεπικοινωνιών, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 19 του νόμου κατά των περιορισμών του ανταγωνισμού· 2) να συνεπάγονται μειώσεις που περιορίζουν τις ανταγωνιστικές δυνατότητες άλλων επιχειρήσεων σε μια αγορά τηλεπικοινωνιών ή 3) να παρέχουν σε φορείς εκμετάλλευσης πλεονεκτήματα σε σχέση με άλλους φορείς που χρησιμοποιούν ισοδύναμες ή παρόμοιες τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες στην οικεία αγορά τηλεπικοινωνιών.
8. Στις 30 Σεπτεμβρίου 1998, η Arcor συνήψε με την Deutsche Telekom σύμβαση σχετικά με την πρόσβαση στους τοπικούς βρόχους της τελευταίας αυτής, σύμβαση η οποία ανανεώθηκε στη συνέχεια από 1ης Απριλίου 2001. Σύμφωνα με τη σύμβαση αυτή, οι εγκεκριμένες από την κανονιστική αρχή τιμές εθεωρούντο ότι καθορίζονταν με απευθείας συμφωνία.
9. Σύμφωνα με το άρθρο 4 του κανονισμού, που αφορά την «Εποπτεία από την εθνική κανονιστική αρχή»:
«1. Η εθνική κανονιστική αρχή μεριμνά ώστε η τιμολόγηση της αδεσμοποίητης πρόσβασης στον τοπικό βρόχο να ευνοεί την ύπαρξη δίκαιων και βιώσιμων συνθηκών ανταγωνισμού.
2. Η εθνική κανονιστική αρχή διαθέτει την εξουσία: να επιβάλλει αλλαγές στην προσφορά αναφοράς για αδεσμοποίητη πρόσβαση στον τοπικό βρόχο και για συναφείς εγκαταστάσεις, συμπεριλαμβανομένων των τιμών, όπου αυτές οι αλλαγές δικαιολογούνται και να απαιτεί από τους κοινοποιημένους φορείς εκμετάλλευσης την παροχή πληροφοριών σχετικών με την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.
3. Η εθνική κανονιστική αρχή δύναται να παρεμβαίνει με δική της πρωτοβουλία, όπου συντρέχει λόγος, προκειμένου να διασφαλίσει την αποφυγή διακρίσεων, τον ισότιμο ανταγωνισμό, την οικονομική αποτελεσματικότητα και το μέγιστο όφελος για τους χρήστες.
4. Όταν η εθνική κανονιστική αρχή κρίνει ότι η αγορά τοπικής πρόσβασης είναι επαρκώς ανταγωνιστική, απαλλάσσει τους κοινοποιημένους φορείς εκμετάλλευσης από την υποχρέωση που προβλέπεται στο άρθρο 3 παράγραφος 3 περί καθορισμού των τιμών με βάση το κόστος.
[…]»
10. Από την άποψη του εσωτερικού γερμανικού δικαίου, σύμφωνα με το άρθρο 27, παράγραφος 1, του TKG 1996, η κανονιστική αρχή εγκρίνει τις τιμές είτε βάσει του κόστους μιας αποτελεσματικής παροχής υπηρεσιών ανάλογα με κάθε παροχή, είτε βάσει του επιπέδου, το οποίο αυτή καθορίζει, των μέσων ποσοστών εξελίξεως των τιμών που πρέπει να καταβάλλονται για ένα καλάθι υπηρεσιών. Η παράγραφος 4 του ίδιου άρθρου εξουσιοδοτεί την ομοσπονδιακή κυβέρνηση να συγκεκριμενοποιεί μέσω κανονιστικών πράξεων το καθεστώς των ειδών των εγκρίσεων και να καθορίζει τους όρους υπό τους οποίους η κανονιστική αρχή οφείλει να αποφασίζει ποια από τις προαναφερθείσες στην προηγούμενη παράγραφο διαδικασίες εφαρμόζεται.
11. Η κανονιστική πράξη περί της ρυθμίσεως των τιμών στον τομέα των τηλεπικοινωνιών της 1ης Οκτωβρίου 1996 (Telekommunikations ‑Entgeltregulierungsverordnung) (4) προβλέπει, στο άρθρο της 2, παράγραφος 1, ότι η επιχείρηση που υπέβαλε την αίτηση εγκρίσεως των τιμών η οποία διαλαμβάνεται στο άρθρο 27, παράγραφος 1, του TKG 1996 πρέπει να προσκομίζει τα ακόλουθα έγγραφα που αφορούν την οικεία παροχή υπηρεσιών σε κάθε περίπτωση: 1) λεπτομερή περιγραφή της παρεχομένης υπηρεσίας, συμπεριλαμβανομένων των στοιχείων που αφορούν την ποιότητά της, καθώς και ένα σχέδιο των γενικών όρων· 2) στοιχεία σχετικά με τον κύκλο εργασιών που πραγματοποιήθηκε κατά τα πέντε τελευταία έτη, καθώς και αυτόν ο οποίος προβλέπεται να πραγματοποιηθεί κατά το χρόνο της αιτήσεως και κατά τα τέσσερα επόμενα έτη· 3) στοιχεία σχετικά με τα μερίδια αγοράς και, εφόσον είναι δυνατόν, με την ελαστικότητα των τιμών της ζήτησης για την περίοδο που διαλαμβάνεται στο σημείο 2· 4) στοιχεία σχετικά με την εξέλιξη των διαφόρων ειδών κόστους που διαλαμβάνονται στην παράγραφο 2 (δικαιολογητικά κόστους) και την εξέλιξη των περιθωρίων όσον αφορά τα μεταβλητά κόστη για την περίοδο που διαλαμβάνεται στο σημείο 2· 5) στοιχεία σχετικά με τις χρηματοοικονομικές συνέπειες για τους πελάτες, όσον αφορά ιδίως τη διάρθρωση της ζήτησης των πελατών που είναι είτε ιδιώτες είτε έμποροι, καθώς και για τους ανταγωνιστές που λαμβάνουν την παροχή ως προηγούμενη παροχή υπηρεσίας, και 6) σε περίπτωση διαφοροποιήσεως των τιμών, στοιχεία σχετικά με τα αποτελέσματα για τις ομάδες των χρηστών τους οποίους αφορά η διαφοροποίηση, καθώς και αντικειμενική δικαιολόγηση της σχεδιαζομένης διαφοροποιήσεως.
12. Σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 2, του ίδιου TEntgV, «τα δικαιολογητικά των ειδών κόστους που διαλαμβάνονται στην παράγραφο 1, σημείο 4, περιλαμβάνουν τα κόστη που μπορούν να καταλογιστούν άμεσα στην παροχή της υπηρεσίας (άμεσα κόστη) και τα μη δυνάμενα να καταλογιστούν άμεσα κόστη (κοινά κόστη). Όσον αφορά τα κοινά κόστη, πρέπει να αναφερθεί και να εξηγηθεί πώς καταλογίζονται στις διάφορες παροχές υπηρεσιών. Για την πραγματοποίηση του καταλογισμού αυτού, η επιχείρηση που κατέθεσε την αίτηση πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα κριτήρια τα οποία καθορίζουν οι οδηγίες του Συμβουλίου που έχουν εκδοθεί βάσει του άρθρου 6 της οδηγίας 90/387/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1990, για τη δημιουργία της εσωτερικής αγοράς στον τομέα των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών μέσω της εφαρμογής της παροχής ανοικτού δικτύου (EE L 192, σ. 1). Τα δικαιολογητικά κόστους που διαλαμβάνονται στην πρώτη περίοδο πρέπει να αναφέρουν επίσης: 1) τη μέθοδο αξιολογήσεως του κόστους, 2) το ποσό των δαπανών για το προσωπικό, των αποσβέσεων, των χρηματοοικονομικών εξόδων που αφορούν το επενδεδυμένο κεφάλαιο, των υλικών εξόδων, 3) τη χρησιμοποίηση της προβλεπόμενης και υλοποιηθείσας παραγωγικής ικανότητας κατά την περίοδο αναφοράς και 4) τις ποσότητες που χρησιμεύουν ως βάση για τον υπολογισμό του κόστους που χρησιμοποιείται για την παροχή της υπηρεσίας, περιλαμβανομένων των σχετικών τιμών, ειδικότερα όσον αφορά τα τμήματα του δημόσιου δικτύου τηλεπικοινωνιών […] και τα κόστη χρησιμοποιήσεως των τμημάτων αυτών.» Σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 3, του TEntgV, «η κανονιστική αρχή μπορεί να απορρίψει αίτηση εγκρίσεως τιμών αν η επιχείρηση δεν προσκομίσει τα έγγραφα που διαλαμβάνονται στις παραγράφους 1 και 2 στο σύνολό τους».
13. Τέλος, το άρθρο 3, παράγραφος 1, του TEntgV προβλέπει ότι η κανονιστική αρχή οφείλει να εξετάζει τα δικαιολογητικά που προσκομίζει η επιχείρηση η οποία έχει καταθέσει την αίτηση προκειμένου να καθορίζει αν και σε ποιο βαθμό οι τιμές οι οποίες ζητούνται υπολογίζονται με βάση το κόστος μιας αποτελεσματικής παροχής υπηρεσιών. Σύμφωνα με την παράγραφο 2 του ίδιου αυτού άρθρου, τα κόστη αυτά προκύπτουν από τα πρόσθετα μακροπρόθεσμα κόστη της παροχής υπηρεσίας και από ένα εύλογο συμπλήρωμα που αφορά τα κοινά κόστη που είναι ανεξάρτητα από το μέγεθος της παρεχομένης υπηρεσίας, συμπεριλαμβανομένης, σε κάθε περίπτωση, μιας εύλογης αμοιβής για το επενδεδυμένο κεφάλαιο, στον βαθμό που τα κόστη αυτά είναι αναγκαία για την εν λόγω παρεχόμενη υπηρεσία. Σύμφωνα με το ίδιο άρθρο, παράγραφος 3, στο πλαίσιο της εξετάσεως των δικαιολογητικών, η κανονιστική αρχή οφείλει επιπλέον να χρησιμοποιεί ιδίως, συγκριτικά, τις τιμές και τα κόστη των επιχειρήσεων που παρέχουν υπηρεσίες της ίδιας φύσης σε παρόμοιες αγορές. Συναφώς, οι ιδιομορφίες των αγορών αναφοράς πρέπει να λαμβάνονται υπόψη. Τέλος, η παράγραφος 4 του ίδιου άρθρου προβλέπει ότι, στον βαθμό που τα κόστη που δικαιολογούνται κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 2, παράγραφος 2, υπερβαίνουν τα κόστη μιας αποτελεσματικής παροχής υπηρεσιών, λογίζονται ως μη αναγκαίες δαπάνες για αποτελεσματική παροχή υπηρεσιών. Η ίδια αυτή παράγραφος προβλέπει επίσης ότι οι δαπάνες αυτές, καθώς και άλλες ουδέτερες δαπάνες, δεν λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο της εγκρίσεως των τιμών παρά μόνο στον βαθμό που –και ενόσω– υφίσταται νόμιμη προς τούτο υποχρέωση ή εφόσον η επιχείρηση που κατέθεσε την αίτηση παρέχει άλλη αντικειμενική δικαιολογία.
14. Η γερμανική κανονιστική αρχή, με απόφαση της 30ής Μαρτίου 2001, που διορθώθηκε στις 17 Απριλίου 2001, ενέκρινε, εν μέρει, τις τιμές της Deutsche Telekom για την πρόσβαση στον τοπικό βρόχο (μηνιαία συνδρομή για τη χρησιμοποίηση της γραμμής, ενιαία έξοδα θέσεως σε λειτουργία και καταγγελίας σύμβασης) από 1ης Απριλίου 2001 για διάφορα είδη πρόσβασης σε διαφορετικές τιμές. Κατά το αιτούν δικαστήριο, όσον αφορά τη μηνιαία συνδρομή, η έγκριση έληγε στις 31 Μαρτίου 2003 και, για τα υπόλοιπα, το αργότερο στις 31 Μαρτίου 2002.
15. Στις 30 Απριλίου 2001, η Arcor άσκησε προσφυγή με την οποία ζήτησε την ακύρωση της προαναφερθείσας αποφάσεως περί εγκρίσεως. Ισχυρίστηκε κατ’ ουσίαν ότι οι εγκριθείσες τιμές είναι υπερβολικά υψηλές. Κατά την Arcor, καθορίστηκαν με βάση εσφαλμένη αξιολόγηση της επενδυτικής αξίας του τοπικού βρόχου. Τα χρηματοοικονομικά έξοδα και ο χρόνος αποσβέσεως υπολογίστηκαν αποκλειστικά με βάση τα τρέχοντα κόστη που είναι αναγκαία για τη δημιουργία ενός αποτελεσματικού και σύγχρονου τοπικού δικτύου, οπότε οι τιμές υπερβαίνουν τα πραγματικά χρηματοοικονομικά κόστη της Deutsche Telekom. Εν ολίγοις, ο καθορισμός των τιμών αυτών παραβιάζει την αρχή του υπολογισμού των τιμών με βάση το κόστος, την οποία προβλέπει το άρθρο 3, παράγραφος 3, του κανονισμού.
16. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Verwaltungsgericht Köln αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο μια μακρά σειρά προδικαστικών ερωτημάτων τα οποία θα μπορούσαν να αναδιατυπωθούν προκειμένου να εξασφαλιστεί η απλότητα των απαντήσεων που πρέπει να δώσει το Δικαστήριο. Τα ερωτήματα αυτά καλύπτουν κατά τρόπο απολύτως εξαντλητικό και συνολικό μια ολόκληρη σειρά προβλημάτων που τίθενται, στο συγκεκριμένο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως, σχετικά με ή γύρω από την έννοια του υπολογισμού των τιμών με βάση το κόστος.
17. Τα ερωτήματα αυτά είναι κατ’ ουσίαν επτά. Με το πρώτο ερωτάται κατ’ ουσίαν σε ποιο βαθμό το άρθρο 1, παράγραφος 4, του κανονισμού επιτρέπει στα κράτη μέλη, όταν θεσπίζουν εθνική νομοθεσία που διευκρινίζει την έννοια του υπολογισμού με βάση το κόστος, να αφίστανται, εις βάρος των δικαιούχων, της εννοίας του υπολογισμού με βάση το κόστος όπως αυτή προβλέπεται στο άρθρο 3, παράγραφος 3, του κανονισμού.
18. Με το δεύτερο ερώτημα ερωτάται αν, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 3, του κανονισμού, η απαίτηση ότι οι τιμές που ζητούνται για την πρόσβαση στον τοπικό βρόχο πρέπει να υπολογίζονται με βάση το κόστος περιλαμβάνει επίσης τους υπολογισθέντες τόκους και τις αποσβέσεις. Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται κατόπιν σχετικά με τη βάση του υπολογισμού αυτών των αποσβέσεων και τόκων. Πρέπει η βάση αυτή να συνίσταται αποκλειστικά στην τρέχουσα αξία αντικαταστάσεως, που εκφράζεται σε τρέχουσες τιμές κατά την ημερομηνία της εκτιμήσεως ή πρέπει από την αξία αυτή αντικαταστάσεως των στοιχείων του ενεργητικού να αφαιρούνται οι αποσβέσεις που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί πριν από την ημερομηνία της εκτιμήσεως;
19. Με το τέταρτο ερώτημα ερωτάται κατ’ ουσίαν αν πρέπει πάντοτε να χρησιμοποιούνται πλήρη δικαιολογητικά του κόστους του κοινοποιημένου φορέα εκμετάλλευσης ή επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται επίσης αναλυτικά μοντέλα κόστους και, ενδεχομένως, ποιες απαιτήσεις πρέπει να ικανοποιούνται.
20. Το πέμπτο ερώτημα αφορά την οριοθέτηση του περιθωρίου εκτιμήσεως των εθνικών κανονιστικών αρχών κατά την εξέταση του αν ο υπολογισμός των τιμών γίνεται με βάση το κόστος και την οριοθέτηση του δικαστικού ελέγχου στον οποίο πρέπει να υπόκεινται οι αποφάσεις αυτές.
21. Με το έκτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν οι ανταγωνιστές που έχουν δικαίωμα προσβάσεως στο τοπικό δίκτυο του κοινοποιημένου φορέα εκμετάλλευσης, μολονότι δεν είναι αποδέκτες αποφάσεως περί εγκρίσεως των τιμών ληφθείσας από εθνική κανονιστική αρχή, πρέπει να διαθέτουν δικαίωμα προσφυγής κατά μιας τέτοιας αποφάσεως όταν θεωρούν ότι οι τιμές δεν υπολογίστηκαν με βάση το κόστος.
22. Το τελευταίο ερώτημα αφορά, κατ’ ουσίαν, το ζήτημα του ποιος πρέπει να φέρει το βάρος αποδείξεως του υπολογισμού των τιμών με βάση το κόστος, τόσο στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας που προηγείται της αποφάσεως περί εγκρίσεως των τιμών όσο και στο πλαίσιο ένδικης προσφυγής ασκηθείσας από θιγέντα ανταγωνιστή κατά της αποφάσεως αυτής της εθνικής κανονιστικής αρχής.
II – Ανάλυση
23. Θα αρχίσω καταρχάς με ορισμένες εισαγωγικές σκέψεις σχετικά με τον κανονισμό. Οι σκέψεις αυτές αφορούν την έκδοση του κανονισμού στο πλαίσιο του παλαιού κοινοτικού κανονιστικού πλαισίου των τηλεπικοινωνιών, τα ουσιώδη χαρακτηριστικά και τους σκοπούς του κανονισμού, καθώς και το πλαίσιο στο οποίο χρησιμοποιεί την έννοια του υπολογισμού των τιμών με βάση το κόστος. Θα περάσω κατόπιν στην ανάλυση των ερωτημάτων που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο.
Προκαταρκτικές σκέψεις σχετικά με τον κανονισμό.
24. Ο κανονισμός εκδόθηκε με σκοπό, σύμφωνα με τη δέκατη πέμπτη αιτιολογική σκέψη, να συμπληρώσει το παλαιό κανονιστικό πλαίσιο για τις τηλεπικοινωνίες, ειδικότερα τις οδηγίες 97/33/ΕΚ (5) και 98/10/ΕΚ (6). Το άρθρο 4, παράγραφος 5, του κανονισμού παραπέμπει μάλιστα ρητώς στην πρώτη από τις οδηγίες αυτές (7). Μολονότι ανήκει στο παλαιό κοινοτικό κανονιστικό πλαίσιο για τις τηλεπικοινωνίες, ο κανονισμός παρέμεινε σε ισχύ πέραν της 25ης Ιουλίου 2003 (8).
25. H αμφισβητούμενη στο πλαίσιο της υπόθεσης της κύριας δίκης απόφαση περί εγκρίσεως των τιμών είναι αυτή της 30ής Μαρτίου 2001. Με την απόφαση αυτή εγκρίθηκαν οι τιμές της Deutsche Telekom για την πρόσβαση στον τοπικό βρόχο της για την περίοδο από 1ης Απριλίου 2001 έως τις 31 Μαρτίου 2003, όσον αφορά τη μηνιαία συνδρομή· και, κατά τα λοιπά, έως τις 31 Μαρτίου 2002 το αργότερο. Αντιθέτως, οι διατάξεις του νέου κανονιστικού πλαισίου, σύμφωνα με το άρθρο 28, παράγραφος 1, της οδηγίας‑πλαισίου, κατέστησαν εφαρμοστέες μόνον από τις 25 Ιουλίου 2003 (9). Η ερμηνεία των διατάξεων του κανονισμού πρέπει να πραγματοποιείται στο πλαίσιο και σε συνάφεια με τα νομοθετήματα που συνιστούν το παλαιό κανονιστικό πλαίσιο των τηλεπικοινωνιών (10).
26. Είναι εύκολο να κατανοηθεί η γένεση του κανονισμού με βάση το παλαιό κανονιστικό πλαίσιο. Τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Μαρτίου του 2000 στη Λισαβώνα έθεσαν ως σκοπό την ανάπτυξη μιας ψηφιακής οικονομίας η οποία θα βασίζεται στη γνώση, ευνοώντας την πρόσβαση σε ποιοτική υποδομή επικοινωνιών στην Ευρώπη, ιδίως στο διαδίκτυο, σε όχι υψηλές τιμές (11). Ο κοινοτικός νομοθέτης είχε όντως επίγνωση του ότι ο τοπικός βρόχος αποτελούσε, κατά την περίοδο εκείνη, ένα από τα λιγότερο ανταγωνιστικά τμήματα της απελευθερωμένης αγοράς των τηλεπικοινωνιών (12), πράγμα που εμπόδιζε την ταχεία ανάπτυξη της ψηφιακής οικονομίας στην Ευρώπη. Έτσι, η αδεσμοποίητη πρόσβαση στον τοπικό βρόχο θεωρήθηκε, στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Santa Maria da Feira τον Ιούνιο του 2000, άμεση προτεραιότητα. Ο κανονισμός αποτελεί συνεπώς το νομικό μέσο που θέτει σε εφαρμογή την αδεσμοποίητη πρόσβαση στον τοπικό βρόχο κατά τρόπο ενιαίο σε όλα τα κράτη μέλη. Η αδεσμοποίητη αυτή πρόσβαση θα πρέπει να οδηγήσει στην αύξηση του ανταγωνισμού, στην εξασφάλιση της οικονομικής αποτελεσματικότητας και στην προσφορά των μέγιστων πλεονεκτημάτων για τους χρήστες (13). Τέθηκε σε εφαρμογή με μια ταχύτητα που δύσκολα θα μπορούσε να επιτευχθεί με την έκδοση μιας οδηγίας. Ο κανονισμός, που χρονολογείται από τις 18 Δεκεμβρίου 2000, επιβάλλει στους κοινοποιημένους φορείς εκμετάλλευσης την υποχρέωση να διευκολύνουν την πρόσβαση των ανταγωνιστών φορέων στα τοπικά τους δίκτυα από τις 2 Ιανουαρίου 2001.
27. Το άνοιγμα στους ανταγωνιστές φορείς εκμετάλλευσης του τοπικού βρόχου των παλαιών μονοπωλιακών φορέων εκμετάλλευσης επιβαλλόταν τοσούτω μάλλον που, όπως το υπενθυμίζει η έκτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού (14), δεν θα ήταν οικονομικά βιώσιμο το 2001, για τους νεοεισερχόμενους, να δημιουργήσουν εκ νέου την υποδομή της πρόσβασης στον τοπικό βρόχο χάλκινων καλωδίων των επίσημων φορέων εκμετάλλευσης και δεδομένου ότι οι εναλλακτικές υποδομές (καλωδιακά δίκτυα, δορυφόροι, ασύρματοι τοπικοί βρόχοι) δεν παρέχουν ούτε την ίδια λειτουργικότητα ούτε την ίδια γενικευμένη παρουσία. Επιπλέον, πρέπει επίσης να τονιστεί ότι οι δομές του τοπικού βρόχου στην Ευρώπη κατασκευάστηκαν σε μεγάλο βαθμό χάρη στα έσοδα που προέρχονταν από τις μονοπωλιακές τιμές που χρειάστηκαν να καταβάλουν οι πελάτες την περίοδο κατά την οποία οι εθνικοί μονοπωλιακοί φορείς εκμετάλλευσης κατείχαν αποκλειστικά δικαιώματα τα οποία τους είχαν παράσχει τα κράτη μέλη (15).
28. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, ο κανονισμός αποβλέπει στην υλοποίηση του ουσιώδους σκοπού του: να υποχρεώσει τους κοινοποιημένους φορείς εκμετάλλευσης να παρέχουν την αδεσμοποίητη πρόσβαση στον τοπικό βρόχο στους νεοεισερχόμενους προκειμένου να εισαχθεί ταχέως ο ανταγωνισμός στο επίπεδο του τοπικού βρόχου ο οποίος ήταν κατά το παρελθόν ανύπαρκτος ή πολύ μικρός. Ο κοινοτικός νομοθέτης θέλησε ωστόσο να αποκλείσει, ορθώς, τον κίνδυνο να οδηγήσει η επιβολή μιας τέτοιας υποχρέωσης σε ένα είδος απαλλοτρίωσης χωρίς αποζημίωση των κοινοποιημένων φορέων εκμετάλλευσης. Ένας κοινοποιημένος φορέας εκμετάλλευσης θα έχει συνεπώς, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 3, του κανονισμού, το δικαίωμα εισπράξεως των τιμών που του παρέχουν τη δυνατότητα να καλύπτει τα κόστη που αφορούν την παροχή της πρόσβασης στον τοπικό βρόχο του, αντλώντας ταυτόχρονα από την πράξη αυτή και μια εύλογη αμοιβή (16). Αυτή ακριβώς η έννοια του υπολογισμού των τιμών με βάση το κόστος βρίσκεται στο επίκεντρο της υπό κρίση υποθέσεως.
Επί του πρώτου ερωτήματος
29. Ερωτάται κατ’ ουσίαν σε ποιο βαθμό το άρθρο 1, παράγραφος 4, του κανονισμού επιτρέπει στα κράτη μέλη, όταν θεσπίζουν εθνική νομοθεσία που διευκρινίζει την έννοια του υπολογισμού με βάση το κόστος –μέσω, ιδίως, μιας ειδικότερης έννοιας του κόστους μιας παροχής αποτελεσματικών υπηρεσιών–, να αφίστανται, εις βάρος των δικαιούχων, της εννοίας του υπολογισμού με βάση το κόστος, όπως αυτή προβλέπεται στο άρθρο 3, παράγραφος 3, του κανονισμού.
30. Ορισμένες νομικές έννοιες υπόσχονται πολλά και φαινομενικά έχουν μεγάλη χρησιμότητα, πλην όμως μπορούν να καταστούν απλά επίθετα που σε μεγάλο βαθμό είναι κενά σημασίας και αποτελέσματος. Η έννοια του υπολογισμού με βάση το κόστος, όπως προβλέπεται στο άρθρο 3, παράγραφος 3, του κανονισμού, κινδυνεύει να αποτελέσει μία από τις έννοιες αυτές.
31. Η έννοια αυτή δεν συνεπάγεται καμία παραπομπή στο δίκαιο των κρατών μελών για τον καθορισμό του νοήματος και του περιεχομένου της (17). Από τις απαιτήσεις τόσο της ενιαίας εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου όσο και της αρχής της ισότητας προκύπτει ότι η έννοια αυτή συνιστά, κατά συνέπεια, αυτοτελή έννοια του κοινοτικού δικαίου που πρέπει να ερμηνεύεται ομοιόμορφα (18). Μια τέτοια αυτοτελής και ενιαία ερμηνεία πρέπει να αναζητείται λαμβανομένου υπόψη όχι μόνον του περιεχομένου της σχετικής εννοίας, αλλά και του πλαισίου της διατάξεως στην οποία περιλαμβάνεται η έννοια αυτή και του σκοπού τον οποίο επιδιώκει η οικεία κανονιστική ρύθμιση (19).
32. Το ότι η έννοια του υπολογισμού των τιμών με βάση το κόστος αποτελεί κοινοτική έννοια με δικιά της σημασία και περιεχόμενο επιβεβαιώνεται, καταρχάς, από δύο αποφάσεις στις οποίες το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να ασχοληθεί με την ερμηνεία της, ομοίως στον τομέα των τηλεπικοινωνιών (20). Η πρώτη είναι η απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 2004, C-109/03, KPN Telecom (21). Με την απόφαση, το Δικαστήριο έκρινε ότι τα έξοδα αποκτήσεως ή διανομής των βασικών στοιχείων που αφορούν τους συνδρομητές πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να καλύπτονται από τον παρέχοντα την υπηρεσία φωνητικής τηλεφωνίας και περιλαμβάνονται ήδη στα έξοδα και τα έσοδα της εν λόγω υπηρεσίας. Υπό τις συνθήκες αυτές, η μεταφορά των εξόδων αποκτήσεως ή διανομής των στοιχείων στα πρόσωπα που ζητούν πρόσβαση στα στοιχεία αυτά συνεπάγεται αδικαιολόγητη υπερκάλυψη των εν λόγω εξόδων και είναι συνεπώς ασύμβατη προς τον υπολογισμό των τιμών με βάση το κόστος. Σύμφωνα με την απόφαση KPN Telecom, είναι σύμφυτο με την έννοια του υπολογισμού των τιμών με βάση το κόστος το να απαγορεύεται η δυνατότητα ενός μέρους, του οποίου οι τιμές θεωρούνται ότι υπολογίζονται με βάση το κόστος, να λαμβάνει πολλαπλή αμοιβή για μία και την αυτή παροχή.
33. Η άλλη απόφαση στην οποία το Δικαστήριο αντιμετώπισε την ερμηνεία της εννοίας του υπολογισμού των τιμών με βάση το κόστος είναι η απόφαση της 13ης Ιουλίου 2006, C‑438/04 Mobistar (22). Με την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο έκρινε, σε σχέση με τις τιμές που απαιτούνται για τη φορητότητα των αριθμών τηλεφώνου, ότι «η οδηγία [21/2002/ΕΚ] για την καθολική υπηρεσία δεν απαγορεύει τη λήψη εθνικού μέτρου, όπως το επίμαχο στην κύρια δίκη, το οποίο προκαθορίζει με τη βοήθεια ενός θεωρητικού υποδείγματος κόστους τις ανώτατες τιμές που μπορεί να απαιτεί ο φορέας παροχής από τον λήπτη φορέα για το κόστος εγκαταστάσεως, άπαξ οι τιμές καθορίζονται με κοστοστρέφεια έτσι ώστε οι καταναλωτές να μην αποτρέπονται από τη χρήση της ευχέρειας της φορητότητας» (23). Το Δικαστήριο υπενθυμίζει, ωστόσο, ότι είναι σημαντικό, εν πάση περιπτώσει, «οι νέοι φορείς [να] έχουν όντως τη δυνατότητα να αμφισβητήσουν την εφαρμογή ανωτάτων τιμών από τους ήδη δρώντες στην αγορά φορείς, αποδεικνύοντας ότι οι τιμές αυτές είναι υπερβολικά υψηλές σε σχέση με την διάρθρωση του κόστους των φορέων αυτών» (24).
34. Όσον αφορά τον καθορισμό της σημασίας και του περιεχομένου επακριβώς της εννοίας του υπολογισμού με βάση το κόστος, όπως προβλέπεται στο άρθρο 3, παράγραφος 3, του κανονισμού, ο καθορισμός αυτός δεν είναι προφανής, όπως μαρτυρεί εξάλλου η υπό κρίση υπόθεση. Ο κανονισμός αναφέρει την έννοια του κόστους χωρίς να προχωρεί περαιτέρω όσον αφορά τον ορισμό της, και η έννοια του κόστους δεν είναι μονοσήμαντη: υπάρχουν πολλά κόστη, μέθοδοι και υποδείγματα υπολογισμού του κόστους για τα οποία μπορεί να πρόκειται.
35. Εφόσον ο κοινοτικός νομοθέτης δεν έχει δώσει σαφείς ενδείξεις όσον αφορά τα στοιχεία, τις μεθόδους και τα υποδείγματα του κόστους που πρέπει να χρησιμοποιηθούν, η γνώμη μου είναι, όπως θεωρούν κατ’ ουσίαν και οι μετέχοντες στην υπό κρίση υπόθεση, ότι ο κανονισμός αφήνει αναπόφευκτα ένα περιθώριο χειρισμών στα κράτη μέλη κατά την εφαρμογή της έννοιας αυτής. Το περιθώριο αυτό θα παράσχει, a priori, τη δυνατότητα στους εθνικούς νομοθέτες να καθορίσουν τα συγκεκριμένα στοιχεία κόστους του παρέχοντος τον τοπικό βρόχο που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και, μεταξύ άλλων, να προσδιορίσουν τα κόστη που αφορούν τον κοινοποιημένο φορέα ως περιοριζόμενα στα κόστη μιας αποτελεσματικής παροχής υπηρεσιών και επίσης να ορίσουν τη μέθοδο και τα υποδείγματα υπολογισμού του κόστους που αφορά την παροχή του τοπικού βρόχου που πρέπει να χρησιμοποιούνται. Εξάλλου, το άρθρο 1, παράγραφος 4, του κανονισμού ορίζει ρητώς ότι τα κράτη μέλη έχουν το δικαίωμα «να διατηρούν ή να θεσπίζουν μέτρα […] τα οποία περιλαμβάνουν λεπτομερέστερες διατάξεις από εκείνες του παρόντος κανονισμού».
36. Είναι αληθές, ωστόσο, όπως η ίδια αυτή διάταξη το υπενθυμίζει επίσης, ότι το περιθώριο αυτό νομοθετικής παρεμβάσεως πρέπει να ασκείται «σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο» (25). Το περιθώριο χειρισμών που διαθέτουν τα κράτη μέλη για τη θέσπιση των λεπτομερέστερων διατάξεων προκειμένου να συγκεκριμενοποιήσουν τα στοιχεία, τις μεθόδους και τα υποδείγματα του κόστους που πρέπει να χρησιμοποιούνται θα καθορίζονται κατ’ ανάγκη από τα όρια που προκύπτουν από την ερμηνεία της κοινοτικής εννοίας του υπολογισμού με βάση το κόστος.
37. Πέραν των ορίων που είναι σύμφυτα με τη γενική έννοια του υπολογισμού με βάση το κόστος και τα οποία τόνισαν, μεταξύ άλλων, οι προπαρατεθείσες αποφάσεις KPN Telecom και Mobistar, και του προφανούς ορίου ότι η έννοια αυτή απαγορεύει τιμές βασιζόμενες σε στοιχεία που είναι ξένα προς το κόστος (26), υπάρχουν και άλλα όρια που προκύπτουν από την ερμηνεία της έννοιας αυτής στο ειδικό πλαίσιο του κανονισμού. Η συνολική οικονομία και οι σκοποί του κανονισμού, των οποίων έγινε ήδη υπόμνηση, μας υποδεικνύουν τα όρια αυτά, καθιστώντας έτσι προφανές το ότι η αρχή του υπολογισμού με βάση το κόστος αποτελεί ένα μέσο για την υλοποίηση του κεντρικού σκοπού που επιδιώκει ο κοινοτικός νομοθέτης να εξασφαλίσει αποτελεσματική και άμεση αδεσμοποίητη πρόσβαση στον τοπικό βρόχο και, κατά συνέπεια, να εισαγάγει και να αναπτύξει τον ανταγωνισμό στην αγορά της τοπικής πρόσβασης (27). Η αρχή του υπολογισμού με βάση το κόστος αποσκοπεί ακριβώς στον αποκλεισμό των υπερβολικών τιμών τις οποίες, ελλείψει ενός τέτοιου περιοριστικού μέσου, οι κοινοποιημένοι φορείς θα είχαν τη φυσική τάση να απαιτούν για να εξασφαλίσουν τη διατήρηση της προνομιακής θέσης τους (28). Είναι αυτή που εμποδίζει κατά συνέπεια, τη διακύβευση, μέσω της απαιτήσεως υψηλών τιμών, της υλοποίησης του κεντρικού σκοπού του κανονισμού που στηρίζεται στην προαγωγή του ανταγωνισμού σε επίπεδο τοπικού δικτύου (29).
38. Από την ερμηνεία της κοινοτικής αυτής εννοίας προκύπτει συνεπώς ότι επιβάλλει ένα ουσιαστικό κριτήριο περιορισμού των τιμών που απαιτεί ο κοινοποιημένος φορέας, από το οποίο τα κράτη μέλη δεν μπορούν να αφίστανται εις βάρος των ανταγωνιστών δικαιούχων της πρόσβασης.
39. Η γνώμη μου είναι συνεπώς ότι το Δικαστήριο πρέπει στο πρώτο αυτό ερώτημα να δώσει την απάντηση ότι τα άρθρα 1, παράγραφος 4, και 3, παράγραφος 3, του κανονισμού έχουν την έννοια ότι η έννοια του υπολογισμού των τιμών με βάση το κόστος συνιστά απαίτηση περιορισμού των τιμών που ζητεί ο κοινοποιημένος φορέας για την πρόσβαση στον τοπικό βρόχο του και η οποία, παρά το περιθώριο που παρέχει όσον αφορά τη συγκεκριμένη εφαρμογή του σε εθνικό επίπεδο, δεν μπορεί να αποκλειστεί εις βάρος των δικαιούχων της πρόσβασης στον τοπικό βρόχο.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
40. Με το δεύτερο ερώτημα ερωτάται αν, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 3, του κανονισμού, η απαίτηση ότι οι τιμές που χρεώνονται για την πρόσβαση στον τοπικό βρόχο πρέπει να υπολογίζονται με βάση το κόστος περιλαμβάνει επίσης τους υπολογιζομένους τόκους και τις αποσβέσεις. Οι μετέχοντες στην υπό κρίση υπόθεση συμφωνούν ως προς το ότι η εφαρμογή της αρχής του υπολογισμού με βάση το κόστος περιλαμβάνει επίσης τις αποσβέσεις και τους τόκους των επενδεδυμένων κεφαλαίων που αποτελούν έτσι τμήμα του κόστους του κοινοποιημένου φορέα.
41. Πρόκειται στην περίπτωση αυτή για κόστος κεφαλαίου που έχει κεντρικό ρόλο στο πλαίσιο τηλεφωνικών δικτύων τα οποία αποτελούν, προφανώς, εγκαταστάσεις υψηλής εντάσεως κεφαλαίου. Προφανώς, οι αποσβέσεις των στοιχείων του ενεργητικού που χρησιμοποιούνται και οι τόκοι του επενδεδυμένου κεφαλαίου αντιπροσωπεύουν μάλιστα το σημαντικότερο τμήμα του κόστους που είναι σύμφυτο με την παροχή τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών.
42. Όσον αφορά τις αποσβέσεις, αυτές αντιστοιχούν σε κατανομή του κόστους κεφαλαίου όσον αφορά τα ακινητοποιημένα στοιχεία ενεργητικού που υπόκεινται σε διαχρονική φθορά (κόστος που καταβάλλεται, καταρχήν, υπό τη μορφή ενός αρχικού συνολικού ποσού) κατά τη διάρκεια της οικονομικής ζωής των στοιχείων αυτών του ενεργητικού. Η κατανομή αυτή, που εκφράζεται σε ετήσια ποσά τα οποία αποκαλούνται «αποσβέσεις», παρέχει τη δυνατότητα συνοδείας της κτήσεως εσόδων που θα πραγματοποιείται, προφανώς, όχι υπό τη μορφή αρχικού συνολικού ποσού, αλλά καθόλη τη διάρκεια ζωής των ακινητοποιημένων στοιχείων του ενεργητικού που χρησιμοποιούνται για την παροχή της οικείας υπηρεσίας. Όσον αφορά τους τόκους, αν το παθητικό ενός κοινοποιημένου φορέα περιλαμβάνει χρηματοδότηση με δανειακά κεφάλαια που χρησιμοποιούνται, για παράδειγμα, για επενδύσεις στον τοπικό βρόχο, οι καταβλητέοι στους δανειστές τόκοι θα αποτελούν φυσικά τμήμα του κόστους του κοινοποιημένου φορέα.
43. Είναι αναμφίβολο ότι οι αποσβέσεις και οι τόκοι των επενδεδυμένων κεφαλαίων αποτελούν έξοδα που εμπίπτουν στη συνήθη εκμετάλλευση μιας επιχείρησης και τα οποία συνιστούν, έτσι, στοιχεία κόστους της επιχείρησης αυτής (30). Μπορούν έτσι να μετακυλίονται και να ανακτώνται από τον κοινοποιημένο φορέα μέσω των τιμών που αυτός χρεώνει στους ανταγωνιστές φορείς για την πρόσβαση στον τοπικό βρόχο του.
44. Προτείνω συνεπώς στο Δικαστήριο να δώσει στο δεύτερο ερώτημα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο την απάντηση ότι το άρθρο 3, παράγραφος 3, του κανονισμού, όταν προβλέπει την απαίτηση οι τιμές που χρεώνονται για την πρόσβαση στον τοπικό βρόχο να υπολογίζονται με βάση το κόστος, περιλαμβάνει και τους υπολογιζομένους τόκους και τις αποσβέσεις.
Επί του τρίτου ερωτήματος
45. Με το ερώτημα αυτό, ερχόμαστε στον πυρήνα της υποθέσεως. Ποια πρέπει να είναι η βάση του υπολογισμού των αποσβέσεων και των τόκων; Αποκλειστικά η τρέχουσα αξία αντικατάστασης των στοιχείων ενεργητικού, που εκφράζεται σε τρέχουσες τιμές κατά την ημερομηνία της εκτιμήσεως; Ή πρέπει να αφαιρεθούν από την αξία αυτή αντικατάστασης οι αποσβέσεις που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί πριν από την ημερομηνία της εκτίμησης;
46. Ο κανονισμός δεν αναφέρει τίποτα σχετικά με τη μέθοδο υπολογισμού του κόστους που πρέπει να χρησιμοποιείται για να τηρείται η απαίτηση του υπολογισμού των τιμών με βάση το κόστος. Δεν προκαλεί συνεπώς έκπληξη το ότι διαφέρουν πολύ μεταξύ τους οι γνώμες όσων μετέχουν στην υπόθεση αυτή όσον αφορά την απάντηση που πρέπει να δοθεί στο εν λόγω ερώτημα.
47. Παρά το ότι δεν υπάρχουν ρητές ενδείξεις στον κανονισμό όσον αφορά τη μέθοδο υπολογισμού του κόστους, η οδηγία 97/33, που αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του κανονιστικού πλαισίου στου οποίου τη συμπλήρωση αποσκοπούσε ο κανονισμός, φαίνεται να δέχεται, στο παράρτημά της V, που αφορά το σύστημα κοστολογήσεως της διασύνδεσης, ότι μπορούν να χρησιμοποιούνται κατά τον έλεγχο των τιμών είτε το ισχύον κόστος αντικατάστασης (δηλαδή το κόστος το «βασιζόμενο σε υπολογιζόμενο κόστος αντικατάστασης εξοπλισμού ή συστημάτων») είτε το κόστος το «βασιζόμενο σε πραγματικές δαπάνες για εξοπλισμό και συστήματα».
48. Η δέκατη τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού κάνει, επιπλέον, ρητή αναφορά στη σύσταση 2000/417 της Επιτροπής και στην ανακοίνωση της Επιτροπής στις 26 Απριλίου 2000 (31), αναφέροντας ότι με αυτές θεσπίστηκαν λεπτομερείς κατευθυντήριες γραμμές για την παροχή συνδρομής προς τις εθνικές κανονιστικές αρχές για να ρυθμίζουν την πρόσβαση στον τοπικό βρόχο. Η αναφορά αυτή μπορεί, ορθώς, να θεωρηθεί ένδειξη για το ότι ο κοινοτικός νομοθέτης συνιστούσε, κατά την ερμηνεία μιας κεντρικής εννοίας όπως αυτή του υπολογισμού των τιμών με βάση το κόστος, ότι έπρεπε να λαμβάνεται υπόψη η θέση την οποία συναφώς είχε καθορίσει η Επιτροπή με τα δύο αυτά νομοθετήματα. Στο σημείο 6 όμως της συστάσεως 2000/417, που αφορά την τιμολόγηση, αναφέρεται, ειδικότερα σχετικά με το κόστος κεφαλαίου, ότι «η εφαρμογή μιας προσέγγισης πρόβλεψης βάσει του τρέχοντος κόστους […] θα ενισχύσει τον δίκαιο και αειφόρο ανταγωνισμό και θα παράσχει εναλλακτικά επενδυτικά κίνητρα. Ωστόσο, αν αυτό μπορούσε να οδηγήσει σε στρεβλώσεις του ανταγωνισμού βραχυπρόθεσμα, για παράδειγμα σε περιπτώσεις όπου οι τιμές που επιβάλλουν οι κοινοποιημένοι φορείς εκμετάλλευσης […] παραμένουν ασύμμετρες βάσει του τρέχοντος κόστους, συνιστάται ότι η εθνική κανονιστική αρχή […] προσδιορίζει το απαιτούμενο εύλογο χρονικό διάστημα για τη σταδιακή προσαρμογή της τιμής των τοπικών βρόχων στο τρέχον κόστος». Η ίδια αυτή σύσταση περιγράφει το τρέχον κόστος ως «το κόστος κατασκευής μιας αποδοτικής σύγχρονης αντίστοιχης υποδομής και της παροχής αντίστοιχης υπηρεσίας σήμερα» (32).
49. H ανακοίνωση της Επιτροπής της 26ης Απριλίου 2000 αναφέρει, στο σημείο 6, ότι, όσον αφορά τις τιμές και τα κόστη, οι εθνικές κανονιστικές αρχές πρέπει να τηρούν μια σειρά αρχών. Πρώτον, οι κανόνες κοστολόγησης και τιμολόγησης πρέπει να είναι διαφανείς και αντικειμενικοί. Δεύτερον, οι κανόνες τιμολόγησης πρέπει να εξασφαλίζουν ότι ο εγκατεστημένος φορέας εκμετάλλευσης είναι σε θέση να καλύψει το σχετικό κόστος και να έχει μια λογική απόδοση. Πρέπει επίσης να είναι συμβατοί με τον στόχο του θεμιτού και αειφόρου ανταγωνισμού και να παρέχουν αποτελεσματικά κίνητρα επενδύσεων σε υποδομές. Η Επιτροπή τονίζει, επί πλέον, συναφώς, στην ίδια ανακοίνωση ότι, καταρχήν, ο σκοπός αυτός μπορεί να επιτευχθεί αν υιοθετηθεί ένα σύστημα τιμολόγησης στηριζόμενο στο τρέχον κόστος. Η ανακοίνωση αυτή χρησιμοποιεί την ίδια έννοια του τρέχοντος κόστους που διαλαμβανόταν στη σύσταση 2000/417. Τέλος, οι κανόνες τιμολόγησης πρέπει να εξασφαλίζουν ότι δεν θα δημιουργούνται στρεβλώσεις στην αγορά και, ιδίως, συμπίεση των περιθωρίων μεταξύ των τιμών χονδρικής και λιανικής των υπηρεσιών που παρέχονται από τον εγκατεστημένο φορέα εκμετάλλευσης. Η Επιτροπή επισημαίνει, κατόπιν, ότι οι αρχές αυτές ενδέχεται σε ορισμένες περιπτώσεις να έρχονται σε αντίθεση μεταξύ τους. Στις περιπτώσεις αυτές, οι εθνικές κανονιστικές αρχές μπορούν να εξετάσουν το ενδεχόμενο λήψεως μεταβατικών μέτρων προκειμένου να αποφευχθεί βραχυπρόθεσμα η στρέβλωση του ανταγωνισμού.
50. Από τα στοιχεία που μόλις παρουσίασα προκύπτει ότι οι εθνικές κανονιστικές αρχές διαθέτουν ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως για να επιλέξουν και να εφαρμόσουν, ανάλογα με τις περιστάσεις που προσιδιάζουν σε κάθε κράτος μέλος κατά το χρόνο της εξετάσεως των τιμών, τη μέθοδο υπολογισμού του σχετικού κόστους του κοινοποιημένου φορέα την οποία θεωρούν ως την πλέον ενδεδειγμένη. Ωστόσο, από τα ίδια αυτά στοιχεία και, καταρχάς, από τον κανονισμό θεωρούμενο υπό το πρίσμα του λόγου της υπάρξεώς του και των σκοπών του, καθίσταται επίσης προφανές ότι υπάρχουν όρια σύμφυτα με την έννοια του υπολογισμού των τιμών με βάση το κόστος, τα οποία πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να τηρούνται.
51. Πρέπει να γίνει δεκτό, κατ’ ουσίαν, ότι μια απόφαση όπως η επίμαχη που καθορίζει τις τιμές πρόσβασης στον τοπικό βρόχο του κοινοποιημένου φορέα πρέπει να προκύπτει από ισορροπημένη στάθμιση μεταξύ δύο ανταγωνιστικών αρχών. Αφενός, του ουσιώδους σκοπού του κανονισμού που συνίσταται στην εξασφάλιση μιας αποτελεσματικής και άμεσης αδεσμοποίητης πρόσβασης στον τοπικό βρόχο και της επακόλουθης προαγωγής του ανταγωνισμού στην αγορά της τοπικής πρόσβασης. Αφετέρου, οι εγκρινόμενες τιμές δεν πρέπει να είναι σε τέτοιο επίπεδο που να ακυρώνουν την αποδοτικότητα της επένδυσης σε υποδομές. Η έννοια του υπολογισμού των τιμών με βάση το κόστος που προβλέπει ο κανονισμός, δεόντως ερμηνευόμενη, επιβάλλει έτσι, ως όριο, να προκύπτει μια απόφαση εγκρίσεως των τιμών πρόσβασης με βάση το κόστος από ισορροπημένη και αναλογική στάθμιση των δύο αυτών αρχών (33).
52. Η υιοθέτηση μιας μεθόδου υπολογισμού του κόστους το οποίο αντιπροσωπεύουν οι αποσβέσεις και οι τόκοι, οι οποίοι στηρίζονται αποκλειστικά στην αξία αντικατάστασης σε τρέχουσες τιμές του τοπικού δικτύου από ένα αποτελεσματικό και σύγχρονο ισοδύναμο δίκτυο –δηλαδή στο μικτό κόστος αντικατάστασης των στοιχείων του ενεργητικού–, μπορεί να τηρεί την αναγκαία ισορροπία μεταξύ των δύο αυτών αρχών. Μπορούμε ιδίως να σκεφτούμε την κατάσταση στην οποία το υφιστάμενο δίκτυο, μολονότι έχει πλήρως αποσβεσθεί, ήταν, κατά το χρόνο της επιβολής υποχρεώσεως αδεσμοποίητης πρόσβασης στον τοπικό βρόχο, πολύ πλησίον του τέλους της περιόδου χρησιμότητάς του και συνεπώς με πολύ χαμηλή εσωτερική αξία. Υπό τις περιστάσεις αυτές, το γεγονός ότι μια εθνική κανονιστική αρχή προάγει ένα υπόδειγμα στηριζόμενο στο μικτό κόστος αντικατάστασης μπορεί να αποδειχθεί πλήρως δικαιολογημένο και αναλογικό, υπό τον όρον ότι η παρότρυνση για επενδύσεις στην κατασκευή νέων υποδομών αποτελεί πράγματι τον επικρατέστερο σκοπό.
53. Ωστόσο, όταν πρόκειται, όπως φαίνεται να συμβαίνει εν προκειμένω, για ένα τοπικό δίκτυο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί και χρησιμοποιείται στην πράξη, με εσωτερική αξία ακόμη σημαντική και ήδη αποσβεσθείσα (τουλάχιστον εν μέρει), η χρησιμοποίηση της μεθόδου υπολογισμού που στηρίζεται στο μικτό κόστος αντικατάστασης προσδίδει, prima facie, μια δυσανάλογη σημασία στην παρότρυνση για επενδύσεις. Η κοινοτική έννοια του υπολογισμού των τιμών με βάση το κόστος συνεπάγεται, συγκεκριμένα, ότι αμφότερες οι προαναφερθείσες αρχές εξασφαλίζονται κατά τρόπο ισορροπημένο.
54. Η υιοθέτηση μιας τέτοιας μεθόδου μπορεί να μειώσει το περιθώριο που έχουν οι νεοεισερχόμενοι στην αγορά ανταγωνιστές φορείς να προσφέρουν στους καταναλωτές σημαντική μείωση των τιμών που να μπορεί να τους πείσει να αλλάξουν παρέχοντα τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες. Σημειωτέον, συναφώς, ότι η Επιτροπή θεώρησε με την απόφασή της 2003/707/ΕΚ ότι οι αμφισβητούμενες στην υπόθεση αυτή τιμές, που καθορίστηκαν με την από 30 Μαρτίου 2001 απόφαση της γερμανικής κανονιστικής αρχής, προκάλεσαν μια συμπίεση των τιμών, κατά παράβαση του άρθρου 82 ΕΚ, διαπραχθείσα από την Deutsche Telekom μέχρι τον Μάιο του 2003 (34). Κατά της εν λόγω αποφάσεως της Επιτροπής ασκήθηκε προσφυγή, η εκδίκαση της οποίας εκκρεμεί ενώπιον του Πρωτοδικείου (35). Η απόφαση αυτή, χωρίς να προδικαστεί το βάσιμό της, μπορεί θεμιτώς να δημιουργήσει αμφιβολίες, στον βαθμό που η αμφισβητούμενη απόφαση περί των τιμών εξασφαλίζει την επένδυση σε υποδομές κατά τρόπο ισορροπημένο και αναλογικό σε σχέση με τον πρωταρχικό σκοπό του κανονισμού που συνίσταται στην προαγωγή του ανταγωνισμού στην αγορά της πρόσβασης στο τοπικό μεταλλικό δίκτυο.
55. Όταν, στο πλαίσιο της πρόσβασης σε υφιστάμενο και δυνάμενο να χρησιμοποιηθεί τοπικό δίκτυο όπως αυτό της Deutsche Telekom, μια εθνική κανονιστική αρχή στηρίζεται στο μικτό κόστος αντικατάστασης για να καθορίσει τους τόκους και τις αποσβέσεις που οι τιμές αυτές πρέπει να καλύπτουν, η επίμαχη απόφαση εγκρίσεως των τιμών δεν μπορεί να αφήνει αμφιβολίες όσον αφορά την τήρηση της ισορροπίας μεταξύ της παρότρυνσης για επενδύσεις (στην εξασφάλιση της οποίας αποσκοπεί σαφώς η υιοθέτηση μιας τέτοιας μεθόδου) και της προαγωγής του ανταγωνισμού στην αγορά της πρόσβασης στον τοπικό βρόχο. Η απουσία ανταγωνισμού σε επίπεδο τοπικού βρόχου στην Ευρώπη, την 1η Ιανουαρίου 2001, ήταν ακριβώς ο λόγος για τον οποίο εκδόθηκε ο κανονισμός και όλα δείχνουν ότι στη Γερμανία, κατά τον χρόνο της επίμαχης εγκρίσεως των τιμών, στις 30 Μαρτίου 2001, ο ανταγωνισμός στην αγορά του τοπικού δικτύου ήταν πολύ μικρός.
56. Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η υιοθέτηση μιας μεθόδου υπολογισμού στηριζομένης αποκλειστικά στο τρέχον κόστος αντικατάστασης συνεπάγεται ότι οι ανταγωνιστές φορείς εκμετάλλευσης υποχρεούνται να καταβάλουν για την πρόσβαση στο υφιστάμενο δίκτυο το ίδιο ποσό που πρέπει να καταβάλουν για την κατασκευή ενός ισοδύναμου δικτύου.
57. Αν όμως ένας ανταγωνιστής φορέας εκμετάλλευσης αποφασίσει να επενδύσει σε νέες υποδομές, θα φέρει, καταρχάς, το κόστος που προϋποθέτει μια τέτοια κατασκευή, προτού οι υποδομές καταστούν επιχειρησιακές. Για να τύχει, εν τω μεταξύ, της αδεσμοποίητης πρόσβασης στον τοπικό βρόχο που προβλέπει ο κανονισμός, θα υποχρεωθεί να καταβάλει ποσό που θα αντιστοιχεί σε μεγάλο βαθμό στο κόστος επένδυσης σε μια νέα υποδομή. Ο ανταγωνιστής φορέας θα πρέπει συνεπώς να φέρει το κόστος κατασκευής του δικού του δικτύου και, ταυτοχρόνως, να πληρώσει στον κοινοποιημένο φορέα για να επενδύσει αυτός σε νέες υποδομές.
58. Προκειμένου να αποφευχθούν τέτοια «διπλά» κόστη, ένας ανταγωνιστής φορέας θα έχει δύο δυνατότητες. Μπορεί, καταρχάς, να αρχίσει την κατασκευή του δικού του δικτύου και να μη ζητήσει την πρόσβαση στον τοπικό βρόχο του κοινοποιημένου φορέα. Μια τέτοια επιλογή μπορεί να διευκολύνει τον κοινοποιημένο φορέα να διατηρήσει τη δεσπόζουσα θέση του στο επίπεδο του δικτύου τοπικής πρόσβασης, πράγμα που είναι ακριβώς το αντίθετο από αυτό που ο κανονισμός επιδιώκει να πραγματοποιήσει. Ο ανταγωνιστής φορέας θα έχει, ως εναλλακτική λύση, τη δυνατότητα να μην κατασκευάσει το δικό του δίκτυο και να ζητήσει την πρόσβαση. Στην περίπτωση αυτή, θα χρειαστεί να καταβάλει στο κοινοποιημένο φορέα μια τιμή η οποία, ως στηριζόμενη στο μικτό κόστος αντικατάστασης, αποσκοπεί στο να παράσχει τη δυνατότητα στον κοινοποιημένο φορέα να κατασκευάσει ένα νέο δίκτυο. Είναι σαφές, ωστόσο, ότι ο κοινοποιημένος φορέας δεν είναι προφανώς υποχρεωμένος να το πράξει αυτό, παραμένοντας έτσι ελεύθερος να χρησιμοποιήσει το προϊόν των εισπραχθεισών τιμών για οποιουσδήποτε άλλους σκοπούς.
59. Από τα ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι, εκτός αν από την απόφαση περί εγκρίσεως των τιμών προκύπτει σαφώς ότι ελήφθησαν δεόντως υπόψη κατά τρόπο ισορροπημένο οι δύο προαναφερθείσες αρχές, η υιοθέτηση μιας μεθόδου στηριζομένης στο μικτό κόστος αντικατάστασης, όταν το τοπικό δίκτυο του κοινοποιημένου φορέα είναι ακόμη επιχειρησιακό και δυνάμενο να χρησιμοποιηθεί, είναι ασύμβατη προς την αρχή του υπολογισμού των τιμών με βάση το κόστος και τους σκοπούς που επιδιώκει ο κανονισμός.
60. Είναι ωστόσο αντίθετο προς το συμπέρασμα αυτό το επιχείρημα που προέβαλε η Deutsche Telekom και η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, σύμφωνα με το οποίο η έγκριση τιμών βάσει αξίας κατώτερης του τρέχοντος κόστους αντικατάστασης, ιδίως με αφαίρεση των ήδη πραγματοποιηθεισών αποσβέσεων, συνεπάγεται παραίτηση από τον σκοπό του κανονισμού της παροτρύνσεως για επενδύσεις σε υποδομές.
61. Η ανάλυση του επιχειρήματος αυτού προϋποθέτει διάκριση μεταξύ της παρότρυνσης για επενδύσεις στις κατασκευές νέων τοπικών μεταλλικών δικτύων, παραλλήλων προς αυτό της Deutsche Telekom, και της παροτρύνσεως για επενδύσεις σε εναλλακτικές υποδομές, όπως είναι η καλωδιακή τηλεόραση ή άλλες.
62. Όσον αφορά το πρώτο είδος επενδύσεως, η υιοθέτηση μιας μεθόδου υπολογισμού του χρηματοοικονομικού κόστους που να στηρίζεται στο μικτό κόστος αντικατάστασης του τοπικού δικτύου του κοινοποιημένου φορέα θα μπορούσε, βεβαίως, να δημιουργήσει μια τέτοια παρότρυνση. Φαίνεται ωστόσο ότι ο διπλασιασμός ενός υφισταμένου τοπικού βρόχου όταν αυτός μπορεί ακόμα να χρησιμοποιηθεί να μην είναι αποδοτικός και αποτελεσματικός, για να μην πω ότι αποτελεί παραλογισμό σε σχέση με την εξοικονόμηση των πόρων και τον σκοπό της εξασφαλίσεως χαμηλότερων τιμών για τους πελάτες (36). Αν τούτο ίσχυε κατά το χρόνο της εγκρίσεως των τιμών στη Γερμανία, πράγμα που εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εξακριβώσει, το επιχείρημα ότι δικαιολογείται η υιοθέτηση μεθόδου υπολογισμού μικτού κόστους αντικατάστασης για να υπάρξει παρότρυνση για επενδύσεις σε νέες χάλκινες υποδομές παράλληλες με αυτές της Deutsche Telekom καταρρίπτεται από μόνο του.
63. Όσον αφορά την παρότρυνση για επενδύσεις σε εναλλακτικές υποδομές, πρέπει να τονιστεί ότι ο καθορισμός των τιμών για την πρόσβαση στον υφιστάμενο τοπικό βρόχο με βάση το τρέχον κόστος αντικατάστασης από ένα νέο ισοδύναμο τοπικό δίκτυο δεν αντανακλά κατ’ ανάγκη το κόστος που είναι εγγενές στην κατασκευή αυτών των εναλλακτικών υποδομών. Συγκεκριμένα, μια απόφαση κατασκευής ενός δικτύου καλωδιακής τηλεόρασης, ενός τοπικού βρόχου «wireless radio» ή άλλου θα έχει κατ’ ανάγκη ως συνέπεια τη συνεκτίμηση –πέραν του ότι η σχετική τεχνολογία πρέπει να είναι πράγματι διαθέσιμη– αφενός μιας διαφορετικής αξίας επενδύσεως από αυτή που θα ήταν αναγκαία για την κατασκευή ενός νέου τοπικού χάλκινου δικτύου και αφετέρου του γεγονότος ότι οι οικονομικές λειτουργίες και δυνατότητες που είναι σύμφυτες με τις εναλλακτικές υποδομές είναι διαφορετικές από τις λειτουργικές δυνατότητες που προσφέρει το τοπικό χάλκινο δίκτυο (37). Ο καθορισμός των τιμών σε επίπεδο χαμηλότερο από αυτό που θα προέκυπτε από την εφαρμογή μιας αποκλειστικής μεθόδου στηριζομένης στο τρέχον κόστος αντικατάστασης του τοπικού βρόχου ενδέχεται, συνεπώς, να μην μπορεί να αποτρέψει καθοριστικά την επένδυση σε αυτές τις εναλλακτικές υποδομές.
64. Εναπόκειται συνεπώς στο εθνικό δικαστήριο να εξακριβώσει αν η απόφαση περί εγκρίσεως των τιμών που αμφισβητείται εν προκειμένω περιέχει στοιχεία που να δικαιολογούν την υιοθέτηση της μεθόδου υπολογισμού που στηρίζεται στο μικτό κόστος αντικατάστασης και, έτσι, αν από την επίμαχη απόφαση προκύπτει ότι οι δύο προαναφερθείσες αρχές ελήφθησαν αμφότερες υπόψη κατά τρόπο ισορροπημένο και αναλογικό. Ελλείψει των δικαιολογητικών αυτών στοιχείων, ο υπολογισμός των αποσβέσεων και των τόκων που οι τιμές πρέπει να καλύπτουν βάσει της μεθόδου μικτού κόστους αντικατάστασης είναι ασύμβατος προς τον κανονισμό.
65. Εν συνόψει, δύο δυνατότητες δικαιολόγησης μπορούν να προβληθούν. Πρώτον, όπως υπενθύμισα ανωτέρω (38), είναι δυνατόν η προχωρημένη ηλικία του δικτύου να δικαιολογεί τη χρησιμοποίηση μιας μεθόδου στηριζομένης στο μικτό κόστος αντικατάστασης. Δεύτερον, είναι δυνατόν, όπως τόνισα στο προηγούμενο σημείο, υπό τις συνθήκες που επικρατούσαν στη Γερμανία κατά το χρόνο της εγκρίσεως των τιμών, η επένδυση σε εναλλακτικές τεχνολογίες που ήσαν διαθέσιμες κατά την περίοδο εκείνη και με λειτουργικότητα ισοδύναμη με αυτή της τοπικής χάλκινης υποδομής της Deutsche Telekom να αποθαρρυνόταν σε μεγάλο βαθμό αν οι τιμές καθορίζονταν σε επίπεδο χαμηλότερο από αυτό που προκύπτει από την εφαρμογή μιας μεθόδου υπολογισμού στηριζομένης στο μικτό κόστος αντικατάστασης του δικτύου.
66. Ελλείψει μιας από τις δύο αυτές δικαιολογίες, επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι είναι αντίθετο προς την έννοια του υπολογισμού των τιμών με βάση το κόστος το να λαμβάνεται αποκλειστικά ως βάση υπολογισμού του κόστους η τρέχουσα αξία αντικατάστασης των στοιχείων του ενεργητικού, εκφραζόμενη σε τρέχουσες τιμές κατά την ημερομηνία της εκτιμήσεως.
67. Σε περίπτωση που το αιτούν δικαστήριο καταλήξει, υπό το φως των προηγουμένων εκτιμήσεων, ότι η εκ μέρους της κανονιστικής αρχής υιοθέτηση μιας μεθόδου υπολογισμού στηριζομένης στο μικτό κόστος αντικατάστασης είναι ασύμβατη προς τον υπολογισμό των τιμών με βάση το κόστος, τίθεται εν συνεχεία το ερώτημα αν η έννοια αυτή του υπολογισμού των τιμών με βάση το κόστος επιβάλλει την αφαίρεση των ήδη πραγματοποιηθεισών αποσβέσεων.
68. Αν το αιτούν δικαστήριο καταλήξει σε ένα τέτοιο συμπέρασμα, τότε συνεπάγεται ότι οι εγκριθείσες τιμές θα έπρεπε να έχουν καθοριστεί σε χαμηλότερο επίπεδο από την αξία που προκύπτει από την εφαρμογή της μεθόδου υπολογισμού που στηρίζεται στο μικτό κόστος αντικατάστασης των στοιχείων του ενεργητικού. Η ερμηνεία της εννοίας του υπολογισμού των τιμών με βάση το κόστος δεν παρέχει ωστόσο τη δυνατότητα προσδιορισμού των ειδικών στοιχείων κόστους που πρέπει να αφαιρεθούν προκειμένου να επιτευχθεί η μετάβαση από μια μέθοδο υπολογισμού στηριζόμενη στο μικτό κόστος αντικατάστασης των στοιχείων του ενεργητικού σε μια μέθοδο στηριζόμενη στο καθαρό κόστος αντικατάστασης. Η αφαίρεση των ήδη πραγματοποιηθεισών αποσβέσεων θα καταλήξει, βεβαίως, στη χρησιμοποίηση μιας θεμιτής μεθόδου υπολογισμού στηριζομένης στο καθαρό κόστος αντικατάστασης. Δεν αποκλείω ωστόσο ότι και άλλες έννοιες καθαρού κόστους αντικατάστασης μπορούν να είναι επίσης αποδεκτές. Σκέφτομαι, για παράδειγμα, την έννοια του καθαρού κόστους αντικατάστασης που νοείται ως η τιμή που πρέπει να καταβληθεί για την αντικατάσταση ενός στοιχείου ενεργητικού από ένα άλλο στοιχείο ενεργητικού παρόμοιας ηλικίας και χαρακτηριστικών. Η αξία σε τρέχον κόστος των στοιχείων του ενεργητικού του κοινοποιημένου φορέα που θα χρησίμευε ως βάση για τον υπολογισμό των τόκων και των αποσβέσεων θα μπορούσε έτσι να προσδιοριστεί με βάση αυτό το καθαρό κόστος αντικατάστασης ή την τρέχουσα αξία αποστέρησης του δικτύου, ανάλογα με το ποια από τις δύο αυτές βάσεις υπολογισμού είναι η λιγότερο σημαντική (39).
69. Εν συνόψει, η γνώμη μου είναι ότι, όταν οι τιμές που υπολογίζονται βάσει του τρέχοντος κόστους αντικατάστασης αποδεικνύονται μη ισορροπημένες υπό τις περιστάσεις που υφίστανται κατά το χρόνο της εγκρίσεως των τιμών, ο καθορισμός των τιμών σε χαμηλότερο ποσό πρέπει να γίνεται είτε με την αφαίρεση των ήδη πραγματοποιηθεισών αποσβέσεων είτε με κάποιον άλλο τρόπο που μπορεί να ορίζεται σε εθνικό επίπεδο και να παρέχει τη δυνατότητα καθορισμού των τιμών της πρόσβασης στον τοπικό βρόχο σε επίπεδο κατώτερο από αυτό που προκύπτει αποκλειστικά από τη μέθοδο του τρέχοντος κόστους αντικατάστασης.
70. Η Deutsche Telekom αντιτίθεται σε ένα καθορισμό των τιμών σε χαμηλότερο επίπεδο. Τονίζει, συναφώς, ότι, λόγω του γεγονότος ότι το υφιστάμενο δίκτυο έχει ήδη σε μεγάλο βαθμό αποσβεσθεί, η αφαίρεση των προηγουμένων αποσβέσεων ενέχει τον κίνδυνο να επιτρέψει στους ανταγωνιστές φορείς τη δωρεάν ή σχεδόν δωρεάν πρόσβαση στον τοπικό βρόχο της, πράγμα που θα την εμπόδιζε, παρανόμως, να αντλεί οποιοδήποτε όφελος από την ιδιοκτησία της. Δε συμφωνώ με την άποψη αυτή.
71. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο κανονισμός αναγνωρίζει στον κοινοποιημένο φορέα το δικαίωμα σε εύλογη αμοιβή για την παροχή του τοπικού βρόχου στους ανταγωνιστές φορείς (40). Ακόμη και αν το τοπικό δίκτυο της Deutsche Telekom έχει, ενδεχομένως, αποσβεσθεί εξ ολοκλήρου, ο κανονισμός είναι αντίθετος στο να καθορίζονται οι τιμές σε μηδενικό επίπεδο ή σε επίπεδο που να πλησιάζει τη δωρεάν παροχή.
72. Ωστόσο, αντίθετα προς όσα υποστηρίζει κατ’ ουσίαν η Deutsche Telekom, ο κανονισμός δε συνεπάγεται ότι μόνον οι τιμές που έχουν εγκριθεί με βάση την εφαρμογή μεθόδου υπολογισμού στηριζομένης στο μικτό τρέχον κόστος αντικατάστασης του δικτύου μπορούν να εξασφαλίσουν εύλογη αμοιβή για τον κοινοποιημένο φορέα. Υπάρχουν πολλές χαμηλότερες τιμές οι οποίες, υπό τις περιστάσεις που επικρατούσαν στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κατά το χρόνο της εγκρίσεως των τιμών, θα μπορούσαν να είναι κατάλληλες για να προαγάγουν τον ανταγωνισμό σε επίπεδο τοπικού βρόχου χωρίς να αποτρέψουν καθοριστικά την επένδυση σε εναλλακτικές υποδομές και οι οποίες, ταυτοχρόνως, θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν εύλογη αμοιβή για τον κοινοποιημένο φορέα σύμφωνα με τον κανονισμό. Το δικαίωμα της Deutsche Telekom να λαμβάνει εύλογη αμοιβή συνιστά, απλώς, ένα κατώτερο όριο που οι κανονιστικές αρχές οφείλουν να τηρούν όταν λαμβάνουν απόφαση εγκρίσεως των τιμών. Το δικαίωμα αυτό δεν παρέχει τη δυνατότητα να θεωρηθούν οι τιμές που καθορίζονται με βάση το μικτό κόστος αντικατάστασης των στοιχείων του ενεργητικού ως οι μόνες τιμές που μπορούν να εξασφαλίσουν εύλογη αμοιβή στον κοινοποιημένο φορέα. Με άλλα λόγια, η τιμή που παροτρύνει περισσότερο για επενδύσεις σε υποδομές δεν είναι η μόνη τιμή που παρέχει εύλογη αμοιβή στον κοινοποιημένο φορέα. Υπάρχουν και άλλες τιμές χαμηλότερης αξίας που μπορούν να εξασφαλίζουν μια τέτοια αμοιβή.
73. Κατόπιν των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την ακόλουθη απάντηση στο τρίτο ερώτημα: Η έννοια του υπολογισμού των τιμών με βάση το κόστος, που προβλέπεται στο άρθρο 3, παράγραφος 3, του κανονισμού, έχει την έννοια ότι επιβάλλει μια απόφαση εγκρίσεως των τιμών, όπως η επίμαχη εν προκειμένω, να πραγματοποιεί ισορροπημένη και αναλογική στάθμιση, με βάση τις περιστάσεις που υφίστανται κατά το χρόνο της εγκρίσεως των τιμών, μεταξύ του κεντρικού σκοπού του κανονισμού που συνίσταται στην προαγωγή του ανταγωνισμού στην αγορά της πρόσβασης στον τοπικό βρόχο και της ανάγκης εξασφαλίσεως του αναγκαίου επιπέδου επενδύσεων σε υποδομές. Εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει, υπό το φως των στοιχείων αυτών, αν η αμφισβητούμενη απόφαση εγκρίσεως των τιμών περιέχει στοιχεία κατάλληλα που να δικαιολογούν την υιοθέτηση της μεθόδου υπολογισμού των αποσβέσεων και των τόκων που οι τιμές πρέπει να καλύπτουν ως αποκλειστικά στηριζομένης στην τρέχουσα αξία αντικατάστασης των στοιχείων του ενεργητικού, εκφραζόμενη σε τρέχουσες τιμές κατά την ημερομηνία της εκτιμήσεως. Ελλείψει τέτοιων δικαιολογητικών στοιχείων, η κοινοτική έννοια του υπολογισμού των τιμών με βάση το κόστος επιβάλλει τον καθορισμό των τιμών προσβάσεως σε ποσό κατώτερο από αυτό που προκύπτει από την εφαρμογή μιας τέτοιας μεθόδου υπολογισμού του χρηματοοικονομικού κόστους, χάρη ιδίως στην αφαίρεση των αποσβέσεων που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί πριν από την ημερομηνία της εκτιμήσεως.
Επί του τετάρτου ερωτήματος
74. Το Verwaltungsgericht Köln ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν το κοινοτικό δίκαιο επιβάλλει στις εθνικές κανονιστικές αρχές να εργάζονται με βάση πλήρη δικαιολογητικά κόστους του κοινοποιημένου φορέα ή αν επιτρέπεται να χρησιμοποιούν αναλυτικά υποδείγματα κόστους και, σε μια τέτοια περίπτωση, ποιες είναι οι απαιτήσεις που πρέπει να τηρούνται.
75. Η γερμανική κανονιστική αρχή, όπως υπενθυμίζει το αιτούν δικαστήριο, θεώρησε ότι τα δικαιολογητικά κόστους που υπέβαλε η Deutsche Telekom, δεν ήσαν πλήρη και δεν είχαν επαρκή αποδεικτική ισχύ. Ελλείψει τέτοιων δικαιολογητικών, η κανονιστική αρχή κατέφυγε συνεπώς σε ένα αναλυτικό υπόδειγμα «από τη βάση στην κορυφή» ή «bottom up» για να υπολογίσει το σχετικό κόστος του κοινοποιημένου φορέα και, ιδίως, τις αποσβέσεις και τους υπολογισθέντες τόκους. Πρόκειται κατ’ ουσίαν για ένα θεωρητικό οικονομικό υπόδειγμα που παρέχει τη δυνατότητα καθορισμού της αξίας της επενδύσεως που χρειάζεται τη συγκεκριμένη στιγμή για την κατασκευή ενός τοπικού χάλκινου δικτύου, σύγχρονου, αποτελεσματικού και ισοδύναμου με το υφιστάμενο. Το υπόδειγμα αυτό στηρίζεται συνεπώς στο κόστος που θα κατέβαλλε ένας αποτελεσματικός φορέας για να αποκτήσει και να θέσει σε λειτουργία το δίκτυο (41). Ένα τέτοιο υπόδειγμα διαφέρει από ένα υπόδειγμα «από την κορυφή προς τη βάση» ή «top down», που στηρίζεται περισσότερο στο πραγματικό κόστος του κοινοποιημένου φορέα. Μολονότι τα κόστη αυτά επαληθεύονται από την άποψη της αποτελεσματικότητάς τους με τη χρησιμοποίηση, ιδίως, μιας μελλοντοστραφούς προσέγγισης όπως είναι αυτή του μακροπρόθεσμου οριακού κόστους, καθοριστικό παραμένει, εν πάση περιπτώσει, το κόστος του κοινοποιημένου φορέα.
76. Η γνώμη μου είναι ότι ούτε το κείμενο του κανονισμού ούτε ο λόγος υπάρξεώς του ούτε η νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με τον υπολογισμό των τιμών με βάση το κόστος μπορούν να εμποδίσουν τις κανονιστικές αρχές να χρησιμοποιήσουν θεωρητικά υποδείγματα κόστους, ιδίως υποδείγματα του τύπου «από τη βάση στην κορυφή».
77. Τα υποδείγματα αυτά μπορούν να χρησιμεύσουν, ιδίως, για τον περιορισμό, σύμφωνα με ένα κριτήριο αποτελεσματικότητας, των τιμών οι οποίες, σύμφωνα με το πραγματικό κόστος που επικαλείται ο κοινοποιημένος φορέας, θα ήσαν υψηλότερες. Η σύσταση 98/322 (42) καταδεικνύει ακριβώς πως η εφαρμογή ενός οικονομικού υποδείγματος «από τη βάση στην κορυφή» μπορεί να δώσει πληροφορίες σχετικά με την αναποτελεσματικότητα που θα προέκυπτε από την εφαρμογή ενός υποδείγματος που θα περιείχε υπερβολικά στοιχεία ενεργητικού σε σχέση με τις ανάγκες. Μια τέτοια χρησιμοποίηση ενός θεωρητικού υποδείγματος «από τη βάση στην κορυφή» του κόστους αντανακλά ακριβώς μια συντονισμένη ή υβριδική εφαρμογή του αναλυτικού υποδείγματος «από τη βάση στην κορυφή» με ένα υπόδειγμα «από την κορυφή στη βάση» στηριζόμενο στα στοιχεία που αφορούν το κόστος του κοινοποιημένου φορέα (43).
78. Ομοίως, η προπαρατεθείσα απόφαση Mobistar φαίνεται να κινείται στην κατεύθυνση μιας ανάλογης χρησιμοποιήσεως ενός αναλυτικού υποδείγματος. Με την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο δέχεται, όσον αφορά τις τιμές που ζητούνται για τη φορητότητα των αριθμών τηλεφώνου, τον εκ των προτέρων καθορισμό ανωτάτων τιμών τις οποίες μπορεί να απαιτεί ο φορέας εκμετάλλευσης με τη βοήθεια ενός θεωρητικού υποδείγματος κόστους, εφόσον οι τιμές καθορίζονται με βάση το κόστος κατά τρόπον ώστε οι καταναλωτές να μην αποτρέπονται από τη χρήση της ευχέρειας της φορητότητας. Το Δικαστήριο τονίζει επίσης ότι ουδόλως αποκλείεται οι ανώτατες αυτές τιμές να μπορούν να αποδειχθούν «υπερβολικά υψηλές» σε σχέση με τη διάρθρωση του κόστους των φορέων αυτών (44). Στην περίπτωση αυτή, θα πρέπει προφανώς οι τιμές να καθορίζονται, με βάση το πραγματικό κόστος του φορέα, σε επίπεδο ανώτερο της αξίας που προκύπτει από την εφαρμογή του θεωρητικού υποδείγματος «από τη βάση στην κορυφή» του κόστους.
79. Το ερώτημα που τίθεται στην υπό κρίση υπόθεση δεν είναι ωστόσο αν το κοινοτικό δίκαιο επιτρέπει στις κανονιστικές αρχές να χρησιμοποιούν τέτοια υποδείγματα. Αυτό για το οποίο πρόκειται είναι το αν, όταν μια εθνική κανονιστική αρχή διαπιστώνει ότι τα δικαιολογητικά που υπέβαλε ο φορέας σχετικά με το κόστος που επικαλείται ως βάση υπολογισμού των τόκων και των αποσβέσεων που έχει υπολογίσει δεν είναι πλήρη και δεν έχουν επαρκή αποδεικτική αξία, μπορεί να εγκρίνει τιμές στην εναλλακτική βάση του «αποτελεσματικού» κόστους που προκύπτει από την εφαρμογή ενός θεωρητικού υποδείγματος «από τη βάση στην κορυφή» στηριζομένου στην αξία των επενδύσεων για την κατασκευή ενός νέου τοπικού δικτύου. Πρόκειται συνεπώς για τον καθορισμό του αν το κοινοτικό δίκαιο επιβάλλει όρια στην αντικατάσταση των δικαιολογητικών του πραγματικού κόστους του κοινοποιημένου φορέα από τη χρησιμοποίηση ενός θεωρητικού υποδείγματος κόστους ενός αποτελεσματικού φορέα και, σε μια τέτοια περίπτωση, ποια είναι τα όρια αυτά .
80. Υπάρχει ευρεία συναίνεση των μετεχόντων στη διαδικασία της παρούσας υποθέσεως υπό την έννοια ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτό το να πρέπει να απορρίπτεται κάθε αίτηση εγκρίσεως τιμών όταν δεν δικαιολογείται κατά εκατό τοις εκατό βάσει δικαιολογητικών του κόστους του κοινοποιημένου φορέα. Ωστόσο, ένας ελάχιστος αριθμός δικαιολογητικών στοιχείων του πραγματικού κόστους του κοινοποιημένου φορέα θα είναι, προφανώς, απαραίτητος προκειμένου η εθνική κανονιστική αρχή να μπορέσει να ελέγξει αν οι τιμές ικανοποιούν την απαίτηση του υπολογισμού των τιμών με βάση το κόστος. Οι εθνικές κανονιστικές αρχές διαθέτουν, συνεπώς, περιθώριο εκτιμήσεως για να καθορίσουν ποια δικαιολογητικά του πραγματικού κόστους του φορέα δεν είναι απαραίτητα και μπορούν να αντικαθίστανται από τη χρησιμοποίηση ενός αναλυτικού υποδείγματος κόστους «από τη βάση στην κορυφή». Το περιθώριο αυτό εκτιμήσεως έχει ωστόσο όρια που προκύπτουν από τον κανονισμό. Πέραν των απαιτήσεων της διαφάνειας, της απαγορεύσεως των διακρίσεων και της αντικειμενικότητας, η χρήση αυτού του περιθωρίου εκτιμήσεως πρέπει επίσης να τηρεί τα όρια που απορρέουν από την ερμηνεία της εννοίας του υπολογισμού των τιμών με βάση το κόστος που έχει την αυτοτελή σημασία και επιδιώκει τους σκοπούς που έχουν ήδη προσδιοριστεί.
81. Σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του κανονισμού, η εθνική κανονιστική αρχή διαθέτει την εξουσία «να απαιτεί από τους κοινοποιημένους φορείς εκμετάλλευσης την παροχή πληροφοριών σχετικών με την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού». Μεταξύ των πληροφοριακών αυτών στοιχείων περιλαμβάνονται προφανώς αυτά που είναι αναγκαία, στο πλαίσιο μιας διαδικασίας εγκρίσεως τιμών για την πρόσβαση στον τοπικό βρόχο, για να αποδειχθεί το συμβατό των τιμών με την αρχή του υπολογισμού με βάση το κόστος, που προβλέπει το άρθρο 3, παράγραφος 3, του κανονισμού. Ο κανονισμός δεν περιέχει πιο ακριβείς διατάξεις σχετικά με τα δικαιολογητικά του κόστους που είναι αναγκαία για τον καθορισμό του κόστους που αφορά την παροχή της πρόσβασης στον τοπικό βρόχο, βάσει του οποίου πρέπει να χρεώνονται οι τιμές.
82. Ωστόσο, το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 97/33 ορίζει ρητώς ότι ο κοινοποιημένος φορέας «φέρει το βάρος της αποδείξεως ότι τα τέλη υπολογίζονται βάσει του πραγματικού κόστους» Τα κράτη μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 5, δεύτερη περίοδος, της ίδιας αυτής οδηγίας, οφείλουν επίσης να μεριμνούν για τη χρησιμοποίηση συστημάτων κοστολόγησης που είναι κατάλληλα για την εφαρμογή, μεταξύ άλλων, των απαιτήσεων του υπολογισμού των τιμών με βάση το κόστος και τα οποία στηρίζονται σε επαρκώς λεπτομερή έγγραφα, όπως αυτά τα οποία αναφέρονται στο παράρτημα V. Αυτό το παράρτημα V προβλέπει, μεταξύ άλλων, τα στοιχεία τα οποία, προκειμένου να διασφαλιστεί η διαφάνεια του υπολογισμού των τελών διασύνδεσης, πρέπει να περιλαμβάνονται στις δημοσιευόμενες πληροφορίες.
83. Η κοστολόγηση των φορέων έχει συνεπώς κεντρικό ρόλο στο κανονιστικό πλαίσιο των τηλεπικοινωνιών (45), συμπεριλαμβανομένου, φυσικά, του νομικού καθεστώτος της αδεσμοποίητης πρόσβασης στον τοπικό βρόχο που θεσπίζει ο κανονισμός. Το κόστος που αφορά την παροχή του τοπικού βρόχου από τον κοινοποιημένο φορέα, ήτοι το κόστος του που μπορεί να προσδιοριστεί στα λογιστικά του στοιχεία, έχει κεντρικό ρόλο κατά τον έλεγχο του υπολογισμού των τιμών πρόσβασης στον τοπικό βρόχο με βάση το κόστος (46). Συμφωνώ, συναφώς, με τη γνώμη της Arcor ότι η μέριμνα του κοινοτικού νομοθέτη να εξασφαλίσει τη διευθέτηση συστημάτων κοστολόγησης που να στηρίζονται σε επαρκώς λεπτομερή έγγραφα θα καθίστατο άσκοπη αν, όταν ο κοινοποιημένος φορέας περιορίζεται στην παροχή μη πλήρων δικαιολογητικών σχετικά με τη διάρθρωση του κόστους του και, ιδίως, σχετικά με τις αποσβέσεις και τους τόκους που αφορούν το τοπικό του δίκτυο, η εθνική κανονιστική αρχή έκανε απλώς χρήση ενός θεωρητικού υποδείγματος κόστους ενός δυνητικού αποτελεσματικού φορέα για να καθορίσει αυτές τις αποσβέσεις και αυτούς τους τόκους.
84. Η αρχή του υπολογισμού των τιμών με βάση το κόστος αναφέρεται καταρχάς στο κόστος του κοινοποιημένου φορέα, ήτοι στο πραγματικό κόστος που «αφορά» την παροχή του πρόσβασης σε υφιστάμενο τοπικό βρόχο ο οποίος είναι δικός του (47). Για να ελεγχθεί όμως το συμβατό των τιμών προς το κόστος του κοινοποιημένου φορέα, δεν μπορεί παρά να λαμβάνονται ως αφετηρία για τον καθορισμό τους τα λογιστικά έγγραφα του κοινοποιημένου φορέα. Θα ήταν μεθοδολογικό λάθος να λαμβάνεται ως κεντρική βάση για τον καθορισμό του κόστους του κοινοποιημένου φορέα που σχετίζεται με την παροχή της πρόσβασης στο δίκτυό του, όχι τα δικαιολογητικά έγγραφα του κόστους του, αλλά ένα αναλυτικό υπόδειγμα «από τη βάση στην κορυφή» από το οποίο προκύπτει το κόστος που αφορά την παροχή ενός σύγχρονου και αποτελεσματικού τοπικού βρόχου που θα κατασκευάσει εκ νέου ένας δυνητικός αποτελεσματικός φορέας. Συγκεκριμένα, το πραγματικό κόστος που αφορά υφιστάμενο τοπικό δίκτυο μπορεί να είναι κατώτερο από το κόστος που υπολογίζεται σύμφωνα με ένα τέτοιο θεωρητικό υπόδειγμα «από τη βάση στην κορυφή».
85. Όταν το υφιστάμενο τοπικό δίκτυο έχει ήδη αποσβεσθεί σε μεγάλο βαθμό, μολονότι διατηρεί ακόμη υψηλή αξία αποστέρησης, το να λαμβάνεται ως ουσιώδης βάση για τον υπολογισμό των τόκων και των αποσβέσεων που έχουν υπολογιστεί ένα θεωρητικό υπόδειγμα «από τη βάση στην κορυφή» και όχι τα δικαιολογητικά του πραγματικού κόστους θα είχε συνέπειες αντίθετες προς τους σκοπούς που επιδιώκει η αρχή του υπολογισμού των τιμών με βάση το κόστος. Οι τιμές που εγκρίνονται έτσι με βάση ένα τέτοιο υπόδειγμα θα είναι υψηλότερες από αυτές που θα προέκυπταν αν λαμβανόταν υπόψη η διάρθρωση του πραγματικού χρηματοοικονομικού κόστους του κοινοποιημένου φορέα.
86. Η χρησιμοποίηση ενός αναλυτικού υποδείγματος «από τη βάση στην κορυφή» υπό τις περιστάσεις αυτές δεν θα μπορεί συνεπώς να επιφέρει διορθώσεις, σύμφωνα με κριτήρια αποτελεσματικότητας, κατά τον υπολογισμό των αποσβέσεων και των τόκων που προκύπτει από τη χρησιμοποίηση της διάρθρωσης του πραγματικού κόστους του κοινοποιημένου φορέα. Η χρησιμοποίηση ενός τέτοιου υποδείγματος ομοίως δεν θα χρησίμευε στο να καθοριστεί η αξία των αποσβέσεων και των τόκων οι οποίοι επιβαρύνουν τον κοινοποιημένο φορέα και αφορούν το υφιστάμενο δίκτυό του, το οποίο έχει ήδη (τουλάχιστον εν μέρει) αποσβεσθεί και μπορεί ακόμη να χρησιμοποιηθεί.
87. Θα ήθελα να τονίσω επίσης ότι, όταν μια εθνική κανονιστική αρχή χρησιμοποιεί ένα θεωρητικό υπόδειγμα «από τη βάση στην κορυφή» υποκαθιστώντας τα δικαιολογητικά των αποσβέσεων και των τόκων οι οποίοι πρέπει να επιβαρύνουν τον κοινοποιημένο φορέα και οι οποίοι αφορούν το τοπικό του δίκτυο το οποίο έχει σε μεγάλο βαθμό αποσβεσθεί και μπορεί ακόμα να χρησιμοποιηθεί, τούτο παρακινεί τον φορέα αυτό στο να προβεί σε στρατηγική επιλογή των δικαιολογητικών του κόστους που θα παράσχει στην κανονιστική αρχή, έτσι ώστε οι τιμές να εγκριθούν τελικώς με βάση το πραγματικό κόστος ή με βάση το αποτελεσματικό κόστος, ανάλογα με το ποιο από τα δύο αυτά είναι το υψηλότερο. Ο κοινοποιημένος φορέας μπορεί, αφεαυτού, να μην προσκομίσει ορισμένα δικαιολογητικά που αφορούν τη διάρθρωσή του κόστους όταν η εφαρμογή ενός αναλυτικού υποδείγματος κόστους «bottom up» μπορεί να καταδείξει υψηλότερο κόστος κεφαλαίου και, κατά συνέπεια, τιμές πρόσβασης επίσης υψηλότερες.
88. Η εθνική κανονιστική αρχή διαθέτει βεβαίως, όπως έχω ήδη τονίσει, περιθώριο εκτιμήσεως όσον αφορά τα δικαιολογητικά που δεν θεωρεί απαραίτητα. Η άσκηση της ελευθερίας αυτής δεν πρέπει, ωστόσο, να διευκολύνει την υιοθέτηση στρατηγικών συμπεριφορών από τους κοινοποιημένους φορείς κατά τον υπολογισμό του χρηματοοικονομικού κόστους το οποίο αντιπροσωπεύουν οι αποσβέσεις και οι τόκοι που αφορούν το συγκεκριμένο τοπικό βρόχο του κοινοποιημένου φορέα.
89. Θεωρώ, τέλος, ότι η απάντηση στο υπό κρίση ερώτημα εξαρτάται αναγκαστικά από την ανάλυση που πρέπει να πραγματοποιήσει το αιτούν δικαστήριο στο πλαίσιο του προηγουμένου ερωτήματος. Συγκεκριμένα, αν η απόφαση εγκρίσεως των τιμών δικαιολογεί προσηκόντως, υπό το φως των σκέψεων που εξέθεσα στο πλαίσιο της απάντησης στο προηγούμενο ερώτημα, την υιοθέτηση μιας μεθόδου υπολογισμού των αποσβέσεων και των τόκων που να στηρίζεται στο μικτό κόστος αντικατάστασης των στοιχείων του ενεργητικού, η χρησιμοποίηση, από την ίδια κανονιστική αρχή, ενός αναλυτικού υποδείγματος κόστους «από τη βάση στην κορυφή» μου φαίνεται, καταρχήν, να είναι επίσης δικαιολογημένη (48).
90. Αντιθέτως, όταν η χρησιμοποίηση μιας μεθόδου υπολογισμού των αποσβέσεων και των τόκων που στηρίζεται στο μικτό κόστος αντικατάστασης των στοιχείων του ενεργητικού δεν αποδεικνύεται δικαιολογημένη, η εκ μέρους της εθνικής κανονιστικής αρχής αντικατάσταση των ελλιπών δικαιολογητικών κόστους του κοινοποιημένου φορέα από τη χρησιμοποίηση ενός θεωρητικού υποδείγματος κόστους «από τη βάση στην κορυφή» για τον υπολογισμό των αποσβέσεων και των τόκων του κοινοποιημένου φορέα πρέπει να θεωρείται ασύμβατη προς την αρχή του υπολογισμού των τιμών πρόσβασης στον τοπικό βρόχο με βάση το κόστος του κοινοποιημένου φορέα όταν το τοπικό δίκτυό του, που μπορεί ακόμη να χρησιμοποιηθεί, έχει ήδη αποσβεσθεί σε μεγάλο βαθμό. Ιδού, κατ’ ουσίαν, η απάντηση που προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στο τέταρτο υποβληθέν ερώτημα.
ΣΤ – Επί του πέμπτου ερωτήματος
91. Το ερώτημα αυτό αφορά την οριοθέτηση του περιθωρίου εκτιμήσεως των εθνικών κανονιστικών αρχών κατά την εξέταση του υπολογισμού των τιμών με βάση το κόστος και την οριοθέτηση του δικαστικού ελέγχου στον οποίον πρέπει να υπόκεινται οι αποφάσεις αυτές.
92. Το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού ορίζει ότι οι εθνικές κανονιστικές αρχές μεριμνούν ώστε η τιμολόγηση της αδεσμοποίητης πρόσβασης στον τοπικό βρόχο να ευνοεί την ύπαρξη δίκαιων και βιώσιμων συνθηκών ανταγωνισμού. Το άρθρο αυτό προβλέπει, συνεπώς, στην παράγραφό του 2, ότι οι αρχές αυτές μπορούν να επιβάλουν αλλαγές, ιδίως στις τιμές που απαιτούν οι κοινοποιημένοι φορείς για την αδεσμοποίητη πρόσβαση στον τοπικό βρόχο (49). Μια τέτοια αλλαγή των τιμών πρόσβασης που απαιτεί ο κοινοποιημένος φορέας θα μπορεί φυσικά να δικαιολογείται όταν η εθνική κανονιστική αρχή διαπιστώνει ότι οι τιμές δεν είναι συμβατές προς την αρχή του υπολογισμού των τιμών με βάση το κόστος που επιβάλλει το άρθρο 3, παράγραφος 3, του κανονισμού.
93. Η απάντηση στο υπό κρίση ερώτημα έχει στενή σχέση με την ανάλυση που πραγματοποιήθηκε σχετικά με τα προηγούμενα ερωτήματα. Από την ανάλυση αυτή κατέστη προφανές ότι οι εθνικές κανονιστικές αρχές διαθέτουν αναμφισβήτητη ευχέρεια κατά τη θέση σε εφαρμογή της αρχής του υπολογισμού των τιμών με βάση το κόστος, τόσο στο επίπεδο του καθορισμού των ειδικών στοιχείων του κόστους του παρέχοντος τον τοπικό βρόχο που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, όσο και στο επίπεδο του ορισμού της μεθόδου που πρέπει να χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό του κόστους που αφορά την παροχή του τοπικού βρόχου. Υπό το φως των σκέψεων που διατυπώθηκαν στο πλαίσιο της ανάλυσης των προηγουμένων ερωτημάτων, δεν βλέπω κανένα λόγο ώστε η ευχέρεια αυτή να μην επεκτείνεται και στον καθορισμό των υπολογισθέντων τόκων και στον καθορισμό των ευλόγων περιόδων απόσβεσης. Όπως τονίζει η Αrcor με τις παρατηρήσεις της, όσον αφορά τις τελευταίες αυτές περιόδους, το γεγονός ότι μια περίοδος απόσβεσης στηρίζεται σε μια εκτίμηση της διάρκειας μελλοντικής χρήσης του στοιχείου του ενεργητικού συνεπάγεται εκ φύσεως μια πρόγνωση και, συνεπώς, την άσκηση ενός περιθωρίου εκτιμήσεως.
94. Μια τέτοια εξουσία εκτιμήσεως των εθνικών κανονιστικών αρχών πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να τηρεί τις ήδη μνημονευθείσες απαιτήσεις της διαφάνειας, της απαγορεύσεως των διακρίσεων και της ίσης μεταχειρίσεως και τα όρια που απορρέουν από την ερμηνεία της κοινοτικής εννοίας του υπολογισμού των τιμών με βάση το κόστος με τη σημασία και το περιεχόμενο που ήδη αυτή έχει στο πλαίσιο του κανονισμού. Ειδικότερα, η απόφαση περί εγκρίσεως των τιμών πρέπει να τηρεί μια ισορροπημένη στάθμιση μεταξύ του ουσιώδους σκοπού της προαγωγής του ανταγωνισμού στην αγορά της πρόσβασης στον τοπικό βρόχο και του σκοπού της διασφαλίσεως του αναγκαίου επιπέδου επενδύσεων σε υποδομές.
95. Ερωτάται τώρα ποιος πρέπει να είναι ο δικαστικός έλεγχος των εθνικών δικαστηρίων όσον αφορά τις αποφάσεις που οι εθνικές κανονιστικές αρχές λαμβάνουν κατά την άσκηση αυτής της εξουσίας εκτιμήσεως.
96. Ούτε ο κανονισμός ούτε οι σχετικές οδηγίες του παλαιού κανονιστικού πλαισίου προβλέπουν εναρμόνιση των εθνικών συστημάτων όσον αφορά τις ένδικες διαδικασίες και, ειδικότερα, τον καθορισμό του περιεχομένου και της έντασης του δικαστικού ελέγχου των αποφάσεων των εθνικών κανονιστικών αρχών, κυρίως όταν αυτές προκύπτουν από την άσκηση εξουσίας εκτιμήσεως. Η απάντηση που πρέπει να δοθεί στο ερώτημα αυτό εμπίπτει έτσι, καταρχάς, στο πεδίο αρμοδιότητας των εθνικών δικονομικών συστημάτων.
97. Εν γένει, οι εθνικοί δικονομικοί κανόνες που ορίζουν την ένταση και το περιεχόμενο του δικαστικού ελέγχου των αποφάσεων των εθνικών κανονιστικών αρχών πρέπει να τηρούν τις αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας. Οι κανόνες αυτοί δεν μπορούν, όταν εγγυώνται δικαιώματα που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο, να είναι λιγότερο ευνοϊκοί από αυτούς που αφορούν παρόμοιες ένδικες προσφυγές εσωτερικής φύσεως. Ομοίως, δεν μπορούν να καθιστούν πρακτικά αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχει η κοινοτική έννομη τάξη (50).
98. Ειδικότερα, το κοινοτικό δίκαιο προβλέπει ρητώς ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να θεσπίζουν τη δυνατότητα ασκήσεως ενδίκων προσφυγών κατά των αποφάσεων των κανονιστικών αρχών στον τομέα των τηλεπικοινωνιών. Ήδη, το παλαιό κανονιστικό πλαίσιο επέβαλλε μια τέτοια υποχρέωση. Συγκεκριμένα, το άρθρο 5α, παράγραφος 3, της οδηγίας 90/387, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 97/51/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Οκτωβρίου 1997 (51), προέβλεπε ότι «τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, σε εθνικό επίπεδο, υπάρχουν κατάλληλοι μηχανισμοί βάσει των οποίων ένα μέρος που θίγεται από την απόφαση της εθνικής κανονιστικής αρχής έχει δικαίωμα να προσφεύγει σε φορέα ανεξάρτητο των εμπλεκομένων μερών» (52). Πρόκειται για εκδήλωση της γενικής αρχής του κοινοτικού δικαίου σύμφωνα με την οποία τα κράτη μέλη έχουν την ευθύνη της εξασφαλίσεως αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας των δικαιωμάτων που απορρέουν από την κοινοτική έννομη τάξη (53).
99. Δεν μπορεί όμως να απαιτηθεί ο δικαστικός έλεγχος που το κοινοτικό δίκαιο επιβάλλει στα εθνικά δικαστήρια προκειμένου να εξασφαλιστεί αποτελεσματική δικαστική προστασία των δικαιωμάτων που απορρέουν από τις κοινοτικές διατάξεις να είναι ευρύτερος από τον δικαστικό έλεγχο που ασκούν τα κοινοτικά δικαιοδοτικά όργανα σε παρόμοιες περιπτώσεις. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει, συναφώς, ότι, οσάκις πρόκειται για το δικαστικό έλεγχο αποφάσεων κοινοτικών αρχών που πραγματοποιούν πολύπλοκες εκτιμήσεις, οι αρχές αυτές διαθέτουν ευρεία εξουσία εκτιμήσεως της οποίας η άσκηση υπόκειται κανονικά σε περιορισμένο δικαστικό έλεγχο (54). Ένα τέτοιος περιορισμένος δικαστικός έλεγχος δικαιολογείται από πρακτικούς λόγους που αφορούν την οικονομική τεχνική πολυπλοκότητα των πραγματοποιουμένων εκτιμήσεων σε ορισμένους τομείς και οι οποίες, επί πλέον, μπορούν συχνά να παρουσιάζουν ταχεία εξέλιξη (55). Εν πάση περιπτώσει, το γεγονός ότι το εφαρμοστέο εθνικό δικονομικό δίκαιο περιορίζει την ένταση του δικαστικού ελέγχου δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα ότι οι αποφάσεις των κανονιστικών αρχών δεν υπόκεινται σε αποτελεσματικό δικαστικό έλεγχο. Το Δικαστήριο τονίζει, συναφώς, ότι κάθε εθνική διαδικασία δικαστικού ελέγχου αποφάσεως κανονιστικής αρχής πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να παρέχει στο δικαστήριο ενώπιον του οποίου ασκήθηκε η σχετική προσφυγή τη δυνατότητα «να εφαρμόζει αποτελεσματικά, στο πλαίσιο του ελέγχου της νομιμότητας της αποφάσεως αυτής, τις αρχές και τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου που ασκούν επιρροή στην υπόθεση» (56).
100. Κατά την εξέταση μιας προσφυγής κατά αποφάσεως περί εγκρίσεως τιμών, όπως η επίμαχη εν προκειμένω, τα αρμόδια εθνικά δικαιοδοτικά όργανα πρέπει έτσι να έχουν τη δυνατότητα να ελέγχουν αν η άσκηση της εξουσίας εκτιμήσεως την οποία διαθέτει η εθνική κανονιστική αρχή τήρησε τα όρια που απορρέουν από την ερμηνεία της κοινοτικής εννοίας του υπολογισμού των τιμών με βάση το κόστος και αν η απόφαση περί εγκρίσεως των τιμών τήρησε τα κριτήρια και για τους σκοπούς του κανονισμού. Πρέπει συναφώς να γίνει διάκριση μεταξύ της ασκήσεως μιας εξουσίας εκτιμήσεως και της ερμηνείας των σχετικών νομικών κριτηρίων η οποία καθορίζει ακριβώς τα όρια αυτού του περιθωρίου εκτιμήσεως. Τα αρμόδια εθνικά δικαιοδοτικά όργανα οφείλουν, συνεπώς, να ασκούν δικαστικό έλεγχο που να τους παρέχει τη δυνατότητα να εξακριβώνουν αν μια απόφαση περί εγκρίσεως τιμών εκδοθείσα από εθνική κανονιστική αρχή πραγματοποίησε ισορροπημένη στάθμιση, ανάλογα με τις ειδικές εθνικές περιστάσεις που υφίστανται κατά τον χρόνο της εγκρίσεως των τιμών, μεταξύ του ουσιώδους σκοπού της εισαγωγής του ανταγωνισμού στο τοπικό δίκτυο και του σκοπού της εξασφαλίσεως του αναγκαίου επιπέδου επενδύσεων σε υποδομές.
101. Επομένως, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στο αιτούν δικαστήριο την απάντηση ότι, κατά την εξέταση του αν οι τιμές υπολογίσθηκαν με βάση το κόστος, η εθνική κανονιστική αρχή διαθέτει εξουσία εκτιμήσεως η οποία αφορά, μεταξύ άλλων, τη μέθοδο υπολογισμού του κόστους, καθώς και ζητήματα σχετικά με τον καθορισμό των υπολογισθέντων τόκων και των εύλογων περιόδων απόσβεσης. Ένας αποτελεσματικός δικαστικός έλεγχος αποφάσεως περί εγκρίσεως τιμών πρέπει να παρέχει τη δυνατότητα εξακριβώσεως του αν η επίμαχη απόφαση περί εγκρίσεως τιμών παραβαίνει τους σκοπούς που επιδιώκει ο κανονισμός και τα κριτήρια της απαγορεύσεως των διακρίσεων και της ίσης μεταχείρισης. Πρέπει επίσης να παρέχει τη δυνατότητα να εξακριβώνεται αν τα όρια που απορρέουν από την ερμηνεία της κοινοτικής εννοίας του υπολογισμού των τιμών με βάση το κόστος τηρήθηκαν και, ιδίως, αν από την απόφαση προκύπτει ότι πραγματοποιήθηκε ισορροπημένη στάθμιση μεταξύ του ουσιώδους σκοπού της προαγωγής του ανταγωνισμού στο τοπικό δίκτυο και του σκοπού της εξασφαλίσεως του αναγκαίου επιπέδου επενδύσεων σε υποδομές.
Επί του έκτου ερωτήματος
102. Με το ερώτημα αυτό, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν οι ανταγωνιστές που έχουν δικαίωμα πρόσβασης στο τοπικό δίκτυο του κοινοποιημένου φορέα, μολονότι δεν είναι αποδέκτες της αποφάσεως περί εγκρίσεως τιμών που έλαβε η εθνική κανονιστική αρχή, πρέπει να έχουν δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής κατά μιας τέτοιας αποφάσεως όταν θεωρούν ότι οι τιμές δεν υπολογίσθηκαν με βάση το κόστος.
103. Στις προτάσεις μου, της 15ης Φεβρουαρίου 2007, που ανέπτυξα στη υπόθεση Tele2 UTA Telecommunication (57), ασχολήθηκα με ένα πρόβλημα, στο πλαίσιο της διαδικασίας ανάλυσης της αγοράς στο νέο κανονιστικό πλαίσιο, που είναι σε μεγάλο βαθμό ισοδύναμο με το πρόβλημα που αποτελεί το αντικείμενο του υπό κρίση ερωτήματος. Για ευρύτερη ανάπτυξη, παραπέμπω συνεπώς στις προτάσεις μου στην προπαρατεθείσα υπόθεση Tele2 UTA Telecommunication (58).
104. Έχω ήδη παρατηρήσει, στις παρούσες προτάσεις, ότι, σύμφωνα με το άρθρο 5α της οδηγίας 97/387, που ανήκει στο παλαιό κανονιστικό πλαίσιο των τηλεπικοινωνιών του οποίου τη συμπλήρωση επιδιώκει ο κανονισμός, τα κράτη μέλη πρέπει να εξασφαλίζουν ότι, «σε εθνικό επίπεδο, υπάρχουν κατάλληλοι μηχανισμοί βάσει των οποίων ένα μέρος που θίγεται από την απόφαση της εθνικής κανονιστικής αρχής έχει δικαίωμα να προσφεύγει σε φορέα ανεξάρτητο των εμπλεκομένων μερών» (59). Με την προπαρατεθείσα απόφαση Connect Austria, το Δικαστήριο, ασχολούμενο με την τελευταία αυτή διάταξη, υπενθύμισε ότι τα κράτη μέλη έχουν την ευθύνη να εξασφαλίζουν, σε κάθε περίπτωση, αποτελεσματική προστασία για «ατομικά δικαιώματα απορρέοντα από την κοινοτική έννομη τάξη» (60) και ότι το άρθρο 5α, παράγραφος 3, της οδηγίας 90/387 υποχρεώνει «τα κράτη μέλη να εξασφαλίζουν ότι, σε εθνικό επίπεδο, υπάρχουν κατάλληλοι μηχανισμοί βάσει των οποίων ένα μέρος που θίγεται από την απόφαση της εθνικής κανονιστικής αρχής έχει δικαίωμα να προσφεύγει σε φορέα ανεξάρτητο των εμπλεκομένων μερών». Το Δικαστήριο κατέληξε εν συνεχεία ότι «οι απαιτήσεις ερμηνείας του εθνικού δικαίου σύμφωνα προς την οδηγία 90/387 και αποτελεσματικής προστασίας των δικαιωμάτων των πολιτών επιβάλλουν στο εθνικό δικαστήριο την υποχρέωση να ελέγχει αν οι κρίσιμες διατάξεις του εθνικού δικαίου επιτρέπουν να αναγνωριστεί στους πολίτες δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής κατά των αποφάσεων της εθνικής κανονιστικής αρχής, το οποίο να πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 5α, παράγραφος 3, της οδηγίας 90/387» (61).
105. Το άρθρο 5α, όπως εξάλλου και το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας-πλαισίου, συνιστά απόρροια της γενικής αρχής του κοινοτικού δικαίου, σύμφωνα με την οποία τα κράτη μέλη έχουν την ευθύνη να εξασφαλίζουν αποτελεσματική δικαστική προστασία των δικαιωμάτων που οι ιδιώτες αρύονται από την κοινοτική έννομη τάξη (62). Μια απόφαση όμως της εθνικής κανονιστικής αρχής, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, η οποία καθορίζει τις τιμές που ο κοινοποιημένος φορέας έχει το δικαίωμα να εισπράττει από τους δικαιούχους ανταγωνιστές φορείς, αποτελεί απόφαση η οποία, σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο, πρέπει να μπορεί να αμφισβητηθεί ενώπιον ανεξάρτητου δικαιοδοτικού οργάνου. Το ειδικότερο ωστόσο ερώτημα που τίθεται εν προκειμένω είναι αν οι ανταγωνιστές που έχουν δικαίωμα στην πρόσβαση, όπως είναι η Arcor, μολονότι δεν είναι αποδέκτες της αποφάσεως αυτής περί εγκρίσεως των τιμών, πρέπει να διαθέτουν ένα τέτοιο δικαίωμα να προσβάλουν ενώπιον δικαιοδοτικού οργάνου τις καθορισθείσες τιμές πρόσβασης στηριζόμενοι στο ότι οι τιμές αυτές δεν υπολογίσθηκαν με βάση το κόστος κατά παράβαση του άρθρου 3, παράγραφος 3, του κανονισμού.
106. Πρέπει να υπομνησθεί, καταρχάς, ότι η Deutsche Telekom και η Arcor ήσαν συμβαλλόμενα μέρη κατά το χρόνο της εγκρίσεως των τιμών στις 30 Μαρτίου 2001. Κατά το αιτούν δικαστήριο, οι τιμές τις οποίες ενέκρινε η εθνική κανονιστική αρχή στην υπό κρίση υπόθεση χαρακτηρίστηκαν ως καθορισθείσες με απευθείας συμφωνία μεταξύ της Deutsche Telekom και της Arcor στο πλαίσιο της συμβατικής τους σχέσης. Κατά συνέπεια, όταν η απόφαση της εθνικής κανονιστικής αρχής καθορίζει τις τιμές σε συμφωνία με τον κανονισμό, καθορίζει πράγματι την τιμή την οποία η Arcor οφείλει να καταβάλει για να έχει πρόσβαση στον τοπικό βρόχο της Deutsche Telekom. Η λιγότερο ή υψηλότερη τιμή που πρέπει να καταβάλει η Arcor στην Deutsche Telekom δεν αποτελεί αποτέλεσμα της διαπραγματεύσεως μεταξύ Deutsche Telekom και Arcor, αλλά της αποφάσεως της εθνικής κανονιστικής αρχής που υποτίθεται ότι πρέπει να τηρεί την απαίτηση του υπολογισμού των τιμών με βάση το κόστος την οποία επιβάλλει το άρθρο 3, παράγραφος 3 του κανονισμού.
107. Αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς της Deutsche Telekom, της Γερμανικής Κυβέρνησης και της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας που αποτελεί διάδικο στη διαφορά ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, θεωρώ ότι το κοινοτικό δίκαιο παρέχει στους ανταγωνιστές που έχουν δικαίωμα στην πρόσβαση στον τοπικό βρόχο, όπως είναι η Arcor στην προκειμένη περίπτωση, το δικαίωμα να προσβάλλουν ενώπιον δικαιοδοτικού οργάνου τις τιμές οι οποίες δεν υπολογίζονται με βάση το κόστος.
108. Το άρθρο 3, παράγραφος 3, του κανονισμού, όταν απαιτεί οι τιμές πρόσβασης να υπολογίζονται με βάση το κόστος, μπορεί να προστατεύσει όχι μόνο τα συμφέροντα του κοινοποιημένου φορέα, διασφαλίζοντας ότι το κόστος του θα καλυφθεί, αλλά και τα συμφέροντα των ανταγωνιστών που έχουν δικαίωμα προσβάσεως στον τοπικό βρόχο του κοινοποιημένου φορέα (63).
109. Τόσο η Deutsche Telekom όσο και η Arcor είναι συμβαλλόμενοι που επηρεάζονται, όσον αφορά τη συμβατική τους σχέση, από την απόφαση της κανονιστικής αρχής με την οποία καθορίζονται οι τιμές (64). Πρέπει αμφότερες να διαθέτουν το δικαίωμα να προσβάλουν ενώπιον δικαστηρίου την απόφαση αυτή στηριζόμενες στο ότι εγκρίνει τιμές που δεν τηρούν την απαίτηση χρεώσεως των τιμών με βάση το κόστος την οποία επιβάλλει το άρθρο 3, παράγραφος 3, του κανονισμού.
110. Ο κανονισμός επιδιώκει τον σκοπό της προαγωγής του ανταγωνισμού στην αγορά της τοπικής πρόσβασης. Η απαίτηση του υπολογισμού των τιμών με βάση το κόστος εξυπηρετεί απόλυτα την υλοποίηση του σκοπού αυτού και, όπως ρητώς υπενθυμίζει το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού, οι εθνικές κανονιστικές αρχές μεριμνούν ώστε η τιμολόγηση της αδεσμοποίητης πρόσβασης στον τοπικό βρόχο να ευνοεί την ύπαρξη δίκαιων και βιώσιμων συνθηκών ανταγωνισμού. Δεν μπορεί να υποστηριχθεί, με βάση τους σκοπούς αυτούς, ότι παρέχεται στον κοινοποιημένο φορέα το δικαίωμα να προσβάλει ενώπιον δικαστηρίου τις τιμές ως ασύμβατες προς την αρχή του υπολογισμού με βάση το κόστος και, αντιθέτως, οι νεοεισερχόμενοι στην αγορά ανταγωνιστές φορείς, που οφείλουν να καταβάλουν τις τιμές που έχει καθορίσει η κανονιστική αρχή, δεν διαθέτουν το ίδιο δικαίωμα (65). Επομένως, όταν ένας ανταγωνιστής φορέας τελεί με έναν κοινοποιημένο φορέα σε συμβατική σχέση για την πρόσβαση στον τοπικό βρόχο του τελευταίου αυτού με τιμές καθορισθείσες με απόφαση περί εγκρίσεως των τιμών της εθνικής κανονιστικής αρχής, στο φορέα που έχει δικαίωμα προσβάσεως πρέπει να αναγνωρίζεται δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής κατά μιας τέτοιας αποφάσεως προκειμένου να μπορεί να αμφισβητήσει το ασύμβατο των καθορισθεισών τιμών προς την απαίτηση του υπολογισμού των τιμών με βάση το κόστος που επιβάλλει ο κανονισμός.
111. Θεωρώ, επιπλέον, ότι, λαμβανομένου υπόψη του σκοπού της προαγωγής του ανταγωνισμού που επιδιώκει ο κανονισμός και του κυρίαρχου ρόλου που παίζει, συναφώς, η απαίτηση του υπολογισμού των τιμών πρόσβασης με βάση το κόστος, ακόμη και οι φορείς που είναι ανταγωνιστές του κοινοποιημένου φορέα αλλά οι οποίοι δεν έχουν συμβατικές σχέσεις με αυτόν πρέπει επίσης να διαθέτουν τη δυνατότητα να προσβάλουν ενώπιον του δικαστηρίου τις τιμές πρόσβασης που δεν έχουν χρεωθεί με βάση το κόστος. Οι ανταγωνιστές φορείς αυτοί που δεν έχουν ακόμη συνάψει σημαντικές σχέσεις με τον κοινοποιημένο φορέα τυγχάνουν επίσης ευθέως των διατάξεων του κανονισμού που αποσκοπούν στην προαγωγή του ανταγωνισμού σε αυτό το τμήμα της αγοράς των τηλεπικοινωνιών που συνίσταται στο δίκτυο τοπικής πρόσβασης (66). Με άλλα λόγια, για να θεωρηθεί ένας φορέας «δικαιούχος» της αδεσμοποίητης πρόσβασης στον τοπικό βρόχο κατά τις διατάξεις του κανονισμού, δεν απαιτείται ο φορέας αυτός να έχει οποιαδήποτε συμβατική σχέση πρόσβασης με τον κοινοποιημένο φορέα (67).
112. Όταν όμως μια απόφαση περί εγκρίσεως τιμών επιβάλλει τιμές οι οποίες δεν έχουν υπολογισθεί με βάση το κόστος, η απόφαση αυτή θα επηρεάσει επίσης αρνητικά τους εν λόγω ανταγωνιστές φορείς που θα ήθελαν ενδεχομένως να έχουν πρόσβαση στον τοπικό βρόχο του κοινοποιημένου φορέα. Συγκεκριμένα, σε περίπτωση που ένας ανταγωνιστής αντιμετωπίζει μια απόφαση περί εγκρίσεως τιμών που του καθιστά δυσχερέστερη τη δημιουργία σχετικής συμβατικής σχέσης με τον κοινοποιημένο φορέα, πρέπει επίσης να μπορεί να έχει τη δυνατότητα να προσβάλει ενώπιον του δικαστηρίου τον ενδεχόμενο μη υπολογισμό των σχετικών τιμών με βάση το κόστος. Συνεπώς, οι εν λόγω ανταγωνιστές φορείς πρέπει επίσης να διαθέτουν δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής, όπως και οι φορείς που διατηρούσαν ήδη συμβατικές σχέσεις με τον κοινοποιημένο φορέα.
113. Επομένως, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στο αιτούν δικαστήριο την απάντηση ότι το κοινοτικό δίκαιο επιβάλλει οι ανταγωνιστές φορείς που έχουν δικαίωμα πρόσβασης στον τοπικό βρόχο του κοινοποιημένου φορέα να έχουν το δικαίωμα να προσβάλουν ενώπιον δικαστηρίου τις εγκριθείσες με απόφαση εθνικής κανονιστικής αρχής τιμές πρόσβασης για το λόγο ότι δεν έχουν υπολογισθεί με βάση το κόστος.
Επί του εβδόμου ερωτήματος
114. Το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, ποιος πρέπει να φέρει το βάρος αποδείξεως του υπολογισμού των τιμών με βάση το κόστος, τόσο στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας που προηγείται της αποφάσεως περί εγκρίσεως των τιμών όσο και στο πλαίσιο προσφυγής ασκηθείσας από θιγόμενο ανταγωνιστή κατά της εν λόγω αποφάσεως της εθνικής κανονιστικής αρχής.
115. Ο κανονισμός δεν περιέχει καμία διάταξη που να αναφέρει το ποιος φέρει το βάρος αποδείξεως του κόστους βάσει του οποίου πρέπει να έχουν υπολογισθεί οι τιμές. Στο άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 97/33, που αποτελεί τμήμα του κανονιστικού πλαισίου των τηλεπικοινωνιών στου οποίου τη συμπλήρωση αποσκοπεί ο κανονισμός, καθορίζεται ρητώς ότι «ο οργανισμός ο οποίος παρέχει διασύνδεση με τις διευκολύνσεις του φέρει το βάρος αποδείξεως ότι τα τέλη υπολογίζονται βάσει του πραγματικού κόστους, συμπεριλαμβανομένου ενός λογικού ποσοστού απόδοσης της επένδυσης» (68).
116. Λόγω του ότι η έννοια του υπολογισμού των τιμών με βάση το κόστος αφορά το κόστος του κοινοποιημένου φορέα, ήτοι το κόστος που «σχετίζεται» με την εκ μέρους του παροχή της πρόσβασης σε υφιστάμενο τοπικό βρόχο ο οποίος του ανήκει, είναι προφανές ότι ο κοινοποιημένος φορέας είναι καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον σε θέση να παράσχει τα στοιχεία που αφορούν το κόστος του. Έτσι, εναπόκειται στον κοινοποιημένο φορέα, κατά τη διαδικασία εποπτείας της τιμολόγησης που πρέπει να διεξαγάγει, σύμφωνα με το άρθρο 4 του κανονισμού, η εθνική κανονιστική αρχή, να προσκομίσει αποδείξεις για το κόστος που σχετίζεται με την εκ μέρους του παροχή πρόσβασης στον τοπικό του βρόχο, με βάση το οποίο πρέπει να υπολογίζονται οι τιμές που απαιτεί από τους ανταγωνιστές .
117. Όσον αφορά το ζήτημα ποιος φέρει το βάρος αποδείξεως του υπολογισμού των τιμών με βάση το κόστος στο πλαίσιο ένδικης διαδικασίας κινηθείσας με την άσκηση ένδικης προσφυγής κατά αποφάσεως περί εγκρίσεως των τιμών, ούτε ο κανονισμός ούτε τα λοιπά νομοθετήματα του παλαιού κανονιστικού πλαισίου παρέχουν σχετικές ενδείξεις. Το κοινοτικό δίκαιο δεν επιβάλλει συνεπώς να εφαρμόζεται ο κανόνας που ορίζει ότι ο κοινοποιημένος φορέας φέρει το βάρος αποδείξεως του κόστους βάσει του οποίου πρέπει να υπολογίζονται οι τιμές τις οποίες απαιτεί κατά τη διοικητική φάση που προηγείται της περί εγκρίσεως των τιμών αποφάσεως της εθνικής κανονιστικής αρχής και στο πλαίσιο ενδεχόμενης μεταγενέστερης ένδικης φάσης. Οι σχετικές διατάξεις του εθνικού δικονομικού δικαίου πρέπει να καθορίζουν την εφαρμοστέα διαδικασία αποδείξεως, συμπεριλαμβανομένης της κατανομής του βάρους αποδείξεως μεταξύ της εθνικής κανονιστικής αρχής που εξέδωσε την απόφαση περί εγκρίσεως των τιμών και του μέρους που θίγεται από την απόφαση αυτή και το οποίο αμφισβητεί ενώπιον δικαστηρίου τον υπολογισμό των εγκριθεισών τιμών με βάση το κόστος του κοινοποιημένου φορέα.
118. Το εθνικό δίκαιο, με τη λύση που δίδει όσον αφορά την κατανομή του βάρους αποδείξεως, πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να τηρεί τις κοινοτικές αρχές της αποτελεσματικότητας και της ισοδυναμίας. Τα κράτη μέλη πρέπει έτσι να εξασφαλίζουν ότι η διαδικασία της αποδείξεως, ιδίως δε οι κανόνες περί κατανομής του βάρους αποδείξεως, που εφαρμόζεται στις προσφυγές που αφορούν διαφορές σχετικές με παραβίαση του κοινοτικού δικαίου, δεν είναι, καταρχάς, λιγότερο ευνοϊκοί από αυτούς που αφορούν παρόμοιες προσφυγές εσωτερικού δικαίου και, εν συνεχεία, δεν καθιστούν στην πράξη αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την εκ μέρους του ιδιώτη άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχει η κοινοτική έννομη τάξη (69).
119. Συνεπώς, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στο έβδομο ερώτημα την απάντηση ότι ο κανονισμός έχει την έννοια ότι, στο πλαίσιο διαδικασίας εποπτείας της τιμολόγησης διεξαγομένης από εθνική κανονιστική αρχή σύμφωνα με το άρθρο 4 του κανονισμού, ο κοινοποιημένος φορέας φέρει το βάρος αποδείξεως του κόστους του που αφορά την παροχή της πρόσβασης στον τοπικό του βρόχο, με βάση το οποίο πρέπει να υπολογίζονται οι τιμές που απαιτεί από τους ανταγωνιστές. Το εθνικό δικονομικό δίκαιο πρέπει να καθορίζει, τηρουμένων των κοινοτικών αρχών της αποτελεσματικότητας και της ισοδυναμίας της δικαστικής προστασίας, το καθεστώς κατανομής του βάρους αποδείξεως όταν αμφισβητείται ενώπιον δικαστηρίου ο υπολογισμός με βάση το κόστος των τιμών πρόσβασης που έχουν καθοριστεί με απόφαση εθνικής κανονιστικής αρχής.
III – Πρόταση
120. Κατόπιν των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει τις ακόλουθες απαντήσεις στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Verwaltungsgericht Köln:
«1) Τα άρθρα 1, παράγραφος 4, και 3, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 2887/2000 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 18ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την αδεσμοποίητη πρόσβαση στον τοπικό βρόχο, έχουν την έννοια ότι η έννοια του υπολογισμού των τιμών με βάση το κόστος συνιστά απαίτηση περιορισμού των τιμών που ζητεί ο κοινοποιημένος φορέας για την πρόσβαση στον τοπικό βρόχο του και η οποία, παρά το περιθώριο που παρέχει όσον αφορά τη συγκεκριμένη εφαρμογή του σε εθνικό επίπεδο, δεν μπορεί να αποκλειστεί εις βάρος των δικαιούχων της πρόσβασης στον τοπικό βρόχο.
2) Το άρθρο 3, παράγραφος 3, του κανονισμού 2887/2000, όταν προβλέπει την απαίτηση οι τιμές που χρεώνονται για την πρόσβαση στον τοπικό βρόχο να υπολογίζονται με βάση το κόστος, περιλαμβάνει και τους υπολογιζομένους τόκους και τις αποσβέσεις.
3) Η έννοια του υπολογισμού των τιμών με βάση το κόστος, που προβλέπεται στο άρθρο 3, παράγραφος 3, του κανονισμού 2887/2000, έχει την έννοια ότι επιβάλλει μια απόφαση εγκρίσεως των τιμών, όπως η επίμαχη εν προκειμένω, να πραγματοποιεί ισορροπημένη και αναλογική στάθμιση, με βάση τις περιστάσεις που υφίστανται κατά το χρόνο της εγκρίσεως των τιμών, μεταξύ του κεντρικού σκοπού του κανονισμού που συνίσταται στην προαγωγή του ανταγωνισμού στην αγορά της πρόσβασης στον τοπικό βρόχο και της ανάγκης εξασφαλίσεως του αναγκαίου επιπέδου επενδύσεων σε υποδομές. Εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει, υπό το φως των στοιχείων αυτών, αν η αμφισβητούμενη απόφαση εγκρίσεως των τιμών περιέχει στοιχεία κατάλληλα που να δικαιολογούν την υιοθέτηση της μεθόδου υπολογισμού των αποσβέσεων και των τόκων που οι τιμές πρέπει να καλύπτουν ως αποκλειστικά στηριζομένης στην τρέχουσα αξία αντικατάστασης των στοιχείων του ενεργητικού, εκφραζόμενη σε τρέχουσες τιμές κατά την ημερομηνία της εκτιμήσεως. Ελλείψει τέτοιων δικαιολογητικών στοιχείων, η κοινοτική έννοια του υπολογισμού των τιμών με βάση το κόστος επιβάλλει τον καθορισμό των τιμών προσβάσεως σε ποσό κατώτερο από αυτό που προκύπτει από την εφαρμογή μιας τέτοιας μεθόδου υπολογισμού του χρηματοοικονομικού κόστους, χάρη ιδίως στην αφαίρεση των αποσβέσεων που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί πριν από την ημερομηνία της εκτιμήσεως.
4) Αν το εθνικό δικαστήριο καταλήξει, υπό το φως των στοιχείων απαντήσεως στο προηγούμενο ερώτημα, ότι η χρησιμοποίηση μιας μεθόδου υπολογισμού των αποσβέσεων και των τόκων που στηρίζεται στο μικτό κόστος αντικατάστασης των στοιχείων του ενεργητικού δεν αποδεικνύεται δικαιολογημένη, η εκ μέρους της εθνικής κανονιστικής αρχής αντικατάσταση των ελλιπών δικαιολογητικών κόστους του κοινοποιημένου φορέα από τη χρησιμοποίηση ενός θεωρητικού υποδείγματος κόστους «από τη βάση στην κορυφή» για τον υπολογισμό των αποσβέσεων και των τόκων του κοινοποιημένου φορέα πρέπει να θεωρείται ασύμβατη προς την αρχή του υπολογισμού των τιμών πρόσβασης στον τοπικό βρόχο με βάση το κόστος του κοινοποιημένου φορέα όταν το τοπικό δίκτυό του, που μπορεί ακόμη να χρησιμοποιηθεί, έχει ήδη αποσβεσθεί σε μεγάλο βαθμό.
5) Κατά την εξέταση του αν οι τιμές υπολογίσθηκαν με βάση το κόστος, η εθνική κανονιστική αρχή διαθέτει εξουσία εκτιμήσεως η οποία αφορά, μεταξύ άλλων, τη μέθοδο υπολογισμού του κόστους, καθώς και ζητήματα σχετικά με τον καθορισμό των υπολογισθέντων τόκων και των εύλογων περιόδων απόσβεσης. Ένας αποτελεσματικός δικαστικός έλεγχος αποφάσεως περί εγκρίσεως τιμών πρέπει να παρέχει τη δυνατότητα εξακριβώσεως του αν η επίμαχη απόφαση περί εγκρίσεως τιμών παραβαίνει τους σκοπούς που επιδιώκει ο κανονισμός 2887/2000 και τα κριτήρια της απαγορεύσεως των διακρίσεων και της ίσης μεταχείρισης. Πρέπει επίσης να παρέχει τη δυνατότητα να εξακριβώνεται αν τα όρια που απορρέουν από την ερμηνεία της κοινοτικής εννοίας του υπολογισμού των τιμών με βάση το κόστος τηρήθηκαν και, ιδίως, αν από την απόφαση προκύπτει ότι πραγματοποιήθηκε ισορροπημένη στάθμιση μεταξύ του ουσιώδους σκοπού της προαγωγής του ανταγωνισμού στο τοπικό δίκτυο και του σκοπού της εξασφαλίσεως του αναγκαίου επιπέδου επενδύσεων σε υποδομές.
6) Οι ανταγωνιστές φορείς που έχουν δικαίωμα πρόσβασης στον τοπικό βρόχο του κοινοποιημένου φορέα έχουν το δικαίωμα να προσβάλουν ενώπιον δικαστηρίου τις εγκριθείσες με απόφαση εθνικής κανονιστικής αρχής τιμές πρόσβασης για το λόγο ότι δεν έχουν υπολογισθεί με βάση το κόστος.
7) Ο κανονισμός 2887/2000 έχει την έννοια ότι, στο πλαίσιο διαδικασίας εποπτείας της τιμολόγησης διεξαγομένης από εθνική κανονιστική αρχή σύμφωνα με το άρθρο 4 του κανονισμού, ο κοινοποιημένος φορέας φέρει το βάρος αποδείξεως του κόστους του που αφορά την παροχή της πρόσβασης στον τοπικό του βρόχο, με βάση το οποίο πρέπει να υπολογίζονται οι τιμές που απαιτεί από τους ανταγωνιστές. Το εθνικό δικονομικό δίκαιο πρέπει να καθορίζει, τηρουμένων των κοινοτικών αρχών της αποτελεσματικότητας και της ισοδυναμίας της δικαστικής προστασίας, το καθεστώς κατανομής του βάρους αποδείξεως όταν αμφισβητείται ενώπιον δικαστηρίου ο υπολογισμός με βάση το κόστος των τιμών πρόσβασης που έχουν καθοριστεί με απόφαση εθνικής κανονιστικής αρχής.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η πορτογαλική.
2 – EE L 336, σ. 4, στο εξής: κανονισμός.
3 – BGBl. I, σ. 1120, στο εξής: TKG 1996.
4 – BGBl. I, σ. 1492, στο εξής: TEntgV.
5 – Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1997, για τη διασύνδεση στο χώρο των τηλεπικοινωνιών προκειμένου να διασφαλισθεί καθολική υπηρεσία και διαλειτουργικότητα, με εφαρμογή των αρχών παροχής ανοικτού δικτύου (ΟΝΡ) (ΕΕ L 199, σ. 32).
6 – Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 1998, για την εφαρμογή της παροχής ανοικτού δικτύου (ΟΝΡ) στη φωνητική τηλεφωνία και για την καθολική υπηρεσία για τις τηλεπικοινωνίες σε ανταγωνιστικό περιβάλλον (ΕΕ L 101, σ. 24).
7 – Το άρθρο αυτό ορίζει συγκεκριμένα ότι «οι διαφορές μεταξύ επιχειρήσεων σχετικά με ζητήματα που περιλαμβάνονται στον παρόντα κανονισμό επιλύονται μέσω των εθνικών διαδικασιών επίλυσης διαφορών που θεσπίζονται σύμφωνα με την οδηγία 97/33/ΕΚ, και αντιμετωπίζονται κατά τρόπο άμεσο, δίκαιο και διαφανή».
8 – Σύμφωνα με το άρθρο 27 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, σχετικά με κοινό κανονιστικό πλαίσιο για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία πλαίσιο) (στο εξής: οδηγία-πλαίσιο) «οι φορείς εκμετάλλευσης σταθερών δημόσιων τηλεφωνικών δικτύων, οι οποίοι έχουν οριστεί από την εθνική κανονιστική τους αρχή ως έχοντες σημαντική ισχύ στην αγορά παροχής σταθερών δημόσιων τηλεφωνικών δικτύων και υπηρεσιών […] εξακολουθούν να θεωρούνται ως “κοινοποιημένοι φορείς εκμετάλλευσης”, για τους σκοπούς του κανονισμού (ΕΚ) 112887/2000, μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας ανάλυσης της αγοράς που αναφέρεται στο άρθρο 16. Στη συνέχεια, παύουν να θεωρούνται ως “κοινοποιημένοι φορείς εκμετάλλευσης”, για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού». Η τεσσαρακοστή τρίτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας-πλαισίου διευκρινίζει, επιπλέον, ότι η Επιτροπή δύναται, σε εύθετο χρόνο, να υποβάλει πρόταση για την κατάργηση του κανονισμού. Οι υποχρεώσεις που προβλέπονται στον κανονισμό διατηρούνται συνεπώς σε ισχύ για όσο χρονικό διάστημα είναι αναγκαίο προκειμένου να αξιολογηθεί ο ανταγωνισμός και να αποφασιστεί βάσει της αξιολόγησης αυτής αν οι εν λόγω υποχρεώσεις πρέπει να διατηρηθούν ή όχι. Βλ., επίσης, δωδέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2002/19/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, σχετικά με την πρόσβαση σε δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών και συναφείς ευκολίες, καθώς και με τη διασύνδεσή τους (οδηγία για την πρόσβαση) (ΕΕ L 108, σ. 7).
9 – Βλ. επίσης απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2006, C‑392/04 και C‑422/04, i ‑21 Germany και Arcor (Συλλογή 2006, σ. I‑8559, σκέψη 24), με την οποία το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η οδηγία‑πλαίσιο έχει εφαρμογή μόνο στις καταστάσεις που δημιουργήθηκαν μετά τις 25 Ιουλίου 2003.
10 – Βλ. την παρόμοια συλλογιστική του Δικαστηρίου στην απόφαση της 8ης Δεκεμβρίου 2005, C‑33/04, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου (Συλλογή 2005, σ. I‑10629, σκέψεις 81 και 82).
11 – Βλ. πρώτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού.
12 – Βλ. τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού και την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την αδεσμοποίητη πρόσβαση στον τοπικό βρόχο [ COM (2000) 394 τελικό, EE C 365 E, σ. 212].
13 – Βλ. δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού.
14 – Η οποία επαναλαμβάνει σχεδόν εξ ολοκλήρου την έκτη αιτιολογική σκέψη της σύστασης 2000/417/ΕΚ της Επιτροπής, της 25ης Μαΐου 2000, σχετικά με την αδεσμοποιημένη πρόσβαση στον τοπικό βρόχο: ανταγωνιστική παροχή πλήρους φάσματος υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, συμπεριλαμβανομένων των ευρυζωνικών πολυμεσικών υπηρεσιών και Internet υψηλής ταχύτητας (EE L 156, σ. 44).
15 – Η κατάσταση αυτή υπενθυμίζεται ρητώς στην τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού, η οποία τονίζει ότι η επισημανθείσα απουσία ανταγωνισμού σε επίπεδο τοπικού βρόχου οφείλεται στο γεγονός ότι οι φορείς εκμετάλλευσης μπόρεσαν, για μεγάλα χρονικά διαστήματα, να αναπτύξουν τα δίκτυά τους τοπικής πρόσβασης εκμεταλλευόμενοι την προστασία των αποκλειστικών δικαιωμάτων και ότι μπόρεσαν να χρηματοδοτήσουν το επενδυτικό κόστος τους μέσω μονοπωλιακών μισθωμάτων.
16 – Βλ. ενδέκατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού. Το άρθρο 7 της οδηγίας 97/33, που ίσχυε κατά την ημερομηνία των κρίσιμων στην υπό κρίση υπόθεση πραγματικών περιστατικών, υιοθετεί μια παρόμοια κατεύθυνση. Προβλέπει ότι τα τέλη διασύνδεσης ορίζονται με βάση το πραγματικό κόστος, συμπεριλαμβανομένου ενός λογικού ποσοστού απόδοσης της επένδυσης.
17 – Η έννοια αυτή εμφανίστηκε στο κοινοτικό κανονιστικό πλαίσιο των τηλεπικοινωνιών για πρώτη φορά στο παράρτημα II, σημείο 4, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 90/387, όπου ορίζεται ότι «τα τιμολόγια πρέπει να βασίζονται σε αντικειμενικά κριτήρια και […] να είναι καταρχήν προσανατολισμένα προς το κόστος».
18 – Βλ., υπό την έννοια αυτή, σχετικά με την ανάλογη έννοια της «εύλογης αμοιβής», απόφαση της 6ης Φεβρουαρίου 2003, C‑245/00, SENA (Συλλογή 2003, σ. I‑1251, σκέψεις 23 και 24). Βλ. επίσης, ειδικότερα, τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Tizzano, στην υπόθεση αυτή, στα σημεία 32 και 45 έως 48.
19 – Βλ., υπό την έννοια αυτή, προπαρατεθείσες αποφάσεις SENA, σκέψη 23 και την παρατιθέμενη εκεί νομολογία. Πλέον πρόσφατα, αποφάσεις της 19ης Σεπτεμβρίου 2000, C-156/98, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. I‑6857, σκέψη 50)· της 27ης Φεβρουαρίου 2003, C-373/00, Adolf Truley (Συλλογή 2003, σ. I‑1931, σκέψη 35)· της 27ης Νοεμβρίου 2003, C-497/01, Zita Modes (Συλλογή 2003, σ. I‑14393, σκέψη 34)· της 6ης Ιουλίου 2006, C-53/05, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (Συλλογή 2006, σ. I‑6215, σκέψη 20), και της 7ης Δεκεμβρίου 2006, C-306/05, SGAE (Συλλογή 2006, σ. I‑11519, σκέψη 34).
20 – Πέραν της αποφάσεως της 6ης Δεκεμβρίου 2001, C-146/00, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 2001, σ. I‑9767, σκέψη 60).
21 – Συλλογή 2004, σ. I‑11273.
22 – Συλλογή 2006, σ. I‑6675.
23 – Idem, σκέψη 37.
24 – Idem, σκέψη 35.
25 – Η υπογράμμιση δική μου.
26 – Βλ., υπό την έννοια αυτή, προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Γαλλίας, σκέψη 60, όσον αφορά τον τρόπο υπολογισμού του καθαρού κόστους της καθολικής υπηρεσίας στο πλαίσιο της οδηγίας 97/33. Το Δικαστήριο έχει επίσης διαπιστώσει ότι, κατά τον υπολογισμό του καθαρού κόστους της καθολικής υπηρεσίας, η οδηγία 97/33 απαγορεύει τον προσδιορισμό του κόστους «κατ’ αποκοπήν ή ανακριβώς, χωρίς να προηγηθεί ειδικός υπολογισμός».
27 – Ο σύνδεσμος μεταξύ αυτού του κεντρικού σκοπού του κανονισμού που είναι η προαγωγή του ανταγωνισμού βραχυπρόθεσμα και της απαίτησης του υπολογισμού των τιμών με βάση το κόστος καθίσταται προφανής με το άρθρο 4, παράγραφος 4, του κανονισμού, που προβλέπει ρητώς ότι όταν η εθνική κανονιστική αρχή κρίνει ότι η αγορά τοπικής πρόσβασης είναι επαρκώς ανταγωνιστική απαλλάσσει τους κοινοποιημένους φορείς εκμετάλλευσης από την υποχρέωση καθορισμού των τιμών με βάση το κόστος.
28 – Η δέκατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού αναφέρει, συγκεκριμένα, ότι, μολονότι η εμπορική διαπραγμάτευση είναι η προτιμητέα μέθοδος για την επίτευξη συμφωνίας σε […] θέματα τιμολόγησης για την πρόσβαση στον τοπικό βρόχο, η πείρα δείχνει ότι η διαφορά ισχύος μεταξύ του νεοεισερχομένου και του κοινοποιημένου φορέα εκμετάλλευσης δεν καθιστά δυνατή τη χρησιμοποίηση της λύσης αυτής.
29 – Βλ. Nihoul, P., και Rodford, P., EU electronic communications law: competition and regulation in the European telecommunications market, Οξφόρδη, 2004, σ. 396 και 417, οι οποίοι υπενθυμίζουν τη στρατηγική σημασία των τιμών. Οι κοινοποιημένοι φορείς εκμετάλλευσης προσπαθούν, συγκεκριμένα, μέσω υψηλών τιμών, να διατηρήσουν τα πλεονεκτήματά τους χωρίς να αρνούνται τυπικά την πρόσβαση στο δίκτυο.
30 – Το σημείο 4 του παραρτήματος V της οδηγίας 97/33 δείχνει το πώς οι αποσβέσεις και τα χρηματοοικονομικά έξοδα περιλαμβάνονται στο σύστημα λογιστικού υπολογισμού του κόστους.
31 – Αποδεσμοποιημένη πρόσβαση στον τοπικό βρόχο: ανταγωνιστική παροχή πλήρους φάσματος υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, συμπεριλαμβανομένων ευρυζωνικών πολυμεσικών υπηρεσιών και Internet υψηλής ταχύτητας (ΕΕ C 272, σ. 55).
32 – Βλ. υποσημείωση 15 της συστάσεως, η υπογράμμιση δική μου. Στο παράρτημα μιας προηγούμενης συστάσεως –της συστάσεως 98/322/ΕΚ της Επιτροπής, της 8ης Απριλίου 1998 (EE L 141, σ. 6), που εκδόθηκε βάσει της οδηγίας 97/33–, χρησιμοποιείται μια διαφορετική έννοια του τρέχοντος κόστους. Το τρέχον κόστος περιγράφεται είτε ως η αξία αποστέρησης του στοιχείου ενεργητικού είτε ως το καθαρό κόστος αντικατάστασης, ανάλογα με το ποιο από τα δύο αυτά είναι το λιγότερο σημαντικό. Το τρέχον κόστος των στοιχείων του ενεργητικού περιορίζεται από το ύψος του καθαρού κόστους αντικατάστασης, τούτο δε περιγράφεται ως «το κόστος αντικατάστασης στοιχείου ενεργητικού από άλλο με παρόμοια χαρακτηριστικά και παλαιότητα», υπογράμμιση δική μου. Η Arcor στηρίζει τη θέση της κατ’ ουσίαν στη σύσταση αυτή του 1998.
33 – Βλ., υπό ανάλογη έννοια, τη θέση που έλαβε το Δικαστήριο με την προπαρατεθείσα απόφαση SENA, σκέψη 36, και, πλέον προσφάτως, την απόφαση της 14ης Ιουλίου 2005, C‑192/04, Lagardère Active Broadcast (Συλλογή 2005, σ. I‑7199, σκέψη 49).
34 – Απόφαση της 21ης Μαΐου 2003, σχετικά με διαδικασία δυνάμει του άρθρου 82 της Συνθήκης ΕΚ (Υπόθεση COMP/C-1/37.451, 37.578, 37.579 – Deutsche Telekom AG) (EE L 263, σ. 9). Βλ., μεταξύ άλλων, αιτιολογικές σκέψεις 24, 199, 207 και 211 και τα άρθρα 1, 2 και 3 της αποφάσεως αυτής.
35 – Υπόθεση T-271/03, Deutsche Telekom κατά Επιτροπής.
36 – Τούτο το διαπιστώνει και ο κανονισμός, όταν αναφέρει, στην έκτη αιτιολογική του σκέψη, ότι «δεν θα ήταν οικονομικά βιώσιμο για τους νεοεισερχόμενους να δημιουργήσουν εκ νέου υποδομή πρόσβασης τοπικού βρόχου μεταλλικών αγωγών, αντίστοιχη με αυτή του επίσημου φορέα εκμετάλλευσης, στο σύνολό της και μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα». Επιπλέον, το άρθρο 4, παράγραφος 3, τονίζει ως τον κεντρικό χαρακτήρα του σκοπού που συνίσταται στην εξασφάλιση «της οικονομικής αποτελεσματικότητας και του μέγιστου οφέλους για τους χρήστες».
37 – Η έκτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού τονίζει ακριβώς ότι «οι εναλλακτικές υποδομές, όπως η καλωδιακή τηλεόραση, οι δορυφόροι, οι ασύρματοι τοπικοί βρόχοι γενικά δεν προσφέρουν, προς το παρόν, την ίδια λειτουργικότητα ή τη γενικευμένη παρουσία των δικτύων του επίσημου φορέα εκμετάλλευσης, παρότι οι συνθήκες στα κράτη μέλη ενδέχεται να διαφέρουν».
38 – Βλ. ανωτέρω, σημείο 52.
39 – Βλ., μεταξύ άλλων, τη μέθοδο υπολογισμού της αξίας του ενεργητικού σε τρέχον κόστος που προβλέπει το σημείο 1 του προσαρτήματος της συστάσεως 98/322.
40 – Βλ., ρητώς, ενδέκατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού.
41 – Βλ. πέμπτη αιτιολογική σκέψη της συστάσεως 98/322, που αναφέρει ακριβώς τα οικονομικά/τεχνολογικά μοντέλα «εκ των κάτω προς τα άνω» τα οποία μολονότι εκσυγχρονίζονται σε μεγάλο βαθμό, εντούτοις παραμένουν ατελή. Το σημείο 5 της συστάσεως αυτής αναφέρει επίσης ρητώς ότι τα εκ των κάτω προς τα άνω μοντέλα παρέχουν ένδειξη του αποτελεσματικού κόστους.
42 – Βλ. σημείο 5, υποσημείωση 1.
43 – Η σύσταση 2005/698/ΕΚ της Επιτροπής, της 19ης Σεπτεμβρίου 2005, σχετικά με τα συστήματα λογιστικού διαχωρισμού και κοστολόγησης υπό το κανονιστικό πλαίσιο για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες (EE L 266, σ. 64), όγδοη αιτιολογική σκέψη, σημείο 3 και υποσημείωση 3, είναι προδήλως υπέρ ενός τέτοιου συντονισμού. Η κοινή θέση ERG (05) 29 του 2005 της ομάδας των ευρωπαϊκών ρυθμιστικών αρχών «Guidelines for implementing the Commission recommendation C(2005) 3480 on Accounting Separation & Cost Accounting Systems under the regulatory framework for electronic communications» φαίνεται επίσης να δείχνει προτίμηση σε μια τέτοια υβριδική προσέγγιση.
44 – Βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Mobistar, σκέψη 35.
45 – Βλ., επί παραδείγματι, τη σύσταση 98/322, σχετικά με το λογιστικό διαχωρισμό και την κοστολόγηση. Βλ. επίσης Nihoul, P., και Rodford, P., EUelectroniccommunicationslaw, όπ.π., σ. 240 και 241, που τονίζουν ότι, πριν από την απελευθέρωση της αγοράς των τηλεπικοινωνιών στην Ευρώπη, οι μονοπωλιακοί φορείς, ως κρατικοί φορείς, δεν είχαν την υποχρέωση να τηρούν συστήματα κοστολόγησης, ακριβώς επειδή ο σκοπός τους δεν ήταν η πραγματοποίηση κέρδους αλλά η προσφορά υπηρεσίας.
46 – Από την οδηγία 2002/22/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, για την καθολική υπηρεσία και τα δικαιώματα των χρηστών όσον αφορά δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία καθολικής υπηρεσίας) (EE L 108, σ. 51), προκύπτει όντως ο σύνδεσμος αυτός μεταξύ υπολογισμού των τιμών με βάση το κόστος και συστήματος κοστολογήσεως του κοινοποιημένου φορέα όταν, στο παράρτημα VII, σημείο 2, ορίζεται ότι: «οι εθνικές κανονιστικές αρχές μεριμνούν ώστε […] τα τιμολόγια για τις μισθωμένες γραμμές που αναφέρονται […] να τηρούν τις βασικές αρχές της κοστοστρέφειας. Προς τον σκοπό αυτόν, οι εθνικές κανονιστικές αρχές μεριμνούν ώστε οι επιχειρήσεις που έχουν ανιχνευθεί ως έχουσες σημαντική ισχύ στην αγορά […] να καταρτίζουν και να εφαρμόζουν στην πράξη κατάλληλο σύστημα καταλογισμού του κόστους».
47 – Όπως διευκρινίζει το κείμενο της ενδέκατης αιτιολογικής σκέψης του κανονισμού. Προφανώς, αυτό προκύπτει και από το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 97/33, που προβλέπει ότι η ρυθμιζόμενη επιχείρηση φέρει το βάρος της αποδείξεως ότι τα τέλη υπολογίζονται βάσει του πραγματικού κόστους. Η σύσταση 98/195/ΕΚ της Επιτροπής, της 8ης Ιανουαρίου 1998, για τη διασύνδεση σε ελεύθερη αγορά τηλεπικοινωνιών (Μέρος 1 – Τιμολόγηση της διασύνδεσης) (EE L 73, σ. 42), που εκδόθηκε βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 5, της οδηγίας 97/33, προβλέπει, στο σημείο 2, ότι «η αρχή της στήριξης στο κόστος, όταν εφαρμόζεται στη διασύνδεση, εννοεί ότι τα τέλη διασύνδεσης πρέπει να εκφράζουν τον τρόπο με τον οποίο επιβάλλονται στην πράξη οι δαπάνες διασύνδεσης».
48 – Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, στο οποίο η παρότρυνση για επενδύσεις σε εναλλακτικές υποδομές υπερτερεί δικαιολογημένα του σκοπού προαγωγής βραχυπρόθεσμα του ανταγωνισμού στην αγορά πρόσβασης στο τοπικό δίκτυο, η προτεραιότητα που δίδεται στην αξία της επένδυσης σε ένα σύγχρονο και αποτελεσματικό νέο δίκτυο, εις βάρος του πραγματικού χρηματοοικονομικού κόστους του κοινοποιημένου φορέα, θα πρέπει να θεωρείται συμβατή προς την αρχή του υπολογισμού των τιμών με βάση το κόστος.
49 – Το άρθρο 4, παράγραφος 3, του κανονισμού παρέχει στην εθνική κανονιστική αρχή ένα αρκετά γενικό δικαίωμα να παρεμβαίνει, με δική της πρωτοβουλία, προκειμένου να διασφαλίζει την αποφυγή διακρίσεων, τον ισότιμο ανταγωνισμό, την οικονομική αποτελεσματικότητα και το μέγιστο όφελος για τους χρήστες.
50 – Βλ., εν γένει, επί των αρχών αυτών, αποφάσεις της 14ης Δεκεμβρίου 1995, C-312/93, Peterbroeck (Συλλογή 1995, σ. I‑4599, σκέψη 12 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία)· της 15ης Σεπτεμβρίου 1998, C-231/96, Edis (Συλλογή 1998, σ. I‑4951, σκέψεις 19 και 34)∙ της 1ης Δεκεμβρίου 1998, C-326/96, Levez (Συλλογή 1998, σ. I‑7835, σκέψη 18 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία)· της 20ής Σεπτεμβρίου 2001, C-453/99, Courage και Crehan (Συλλογή 2001, σ. I‑6297, σκέψη 29)∙ της 24ης Σεπτεμβρίου 2002, C-255/00, Grundig Italiana (Συλλογή 2002, σ. I‑8003, σκέψη 33)∙ της 10ης Απριλίου 2003, C-276/01, Steffensen (Συλλογή 2003, σ. I‑3735, σκέψη 60)∙ της 4ης Δεκεμβρίου 2003, C-63/01, Evans (Συλλογή 2003, σ. I‑14447, σκέψη 45), και της 17ης Ιουνίου 2004, C-30/02, Recheio – Cash & Carry (Συλλογή 2004, σ. I‑6051, σκέψη 17).
51 – EE L 295, σ. 23. Το άρθρο 5α, παράγραφος 3, της οδηγίας 90/387 καταργήθηκε δυνάμει του άρθρου 26 της οδηγίας-πλαισίου κατά την έναρξη ισχύος της τελευταίας αυτής και αντικαταστάθηκε από το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας-πλαισίου.
52 – Κατά παρόμοιο τρόπο, το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας-πλαισίου, που διαδέχθηκε το άρθρο αυτό, προβλέπει ότι «τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την ύπαρξη αποτελεσματικών μηχανισμών, σε εθνικό επίπεδο, βάσει των οποίων κάθε χρήστης ή επιχείρηση που παρέχει δίκτυα ή/και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών έχει, όταν επηρεάζεται από απόφαση εθνικής κανονιστικής αρχής, δικαίωμα προσφυγής κατά της απόφασης, ενώπιον οργάνου προσφυγής το οποίο μπορεί να είναι δικαστήριο και το οποίο είναι ανεξάρτητο από τα εμπλεκόμενα μέρη και διαθέτει την απαιτούμενη εμπειρία για την εκτέλεση των καθηκόντων του. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι λαμβάνονται δεόντως υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της υπόθεσης και ότι υπάρχει πραγματικός μηχανισμός προσφυγής».
53 – Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 22ας Μαΐου 2003, C-462/99, Connect Austria (Συλλογή 2003, σ. I‑5197, σκέψη 35).
54 – Απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 1999, C‑120/97, Upjohn (Συλλογή 1999, σ. I‑223, σκέψη 34 και τη νομολογία που παρατίθεται στη σκέψη 35).
55 – Βλ., μεταξύ άλλων, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Léger, στην προπαρατεθείσα υπόθεση Upjohn, σημεία 50 και 51.
56 – Προπαρατεθείσα απόφαση Upjohn, σκέψη 36.
57 – C-426/05, νυν εκκρεμής ενώπιον του Δικαστηρίου.
58 – Ειδικότερα στα σημεία 14 έως 40.
59 – Παρόμοια εγγύηση προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας-πλαισίου, το οποίο grosso modo διαδέχθηκε, στο νέο κανονιστικό πλαίσιο των τηλεπικοινωνιών, το άρθρο 5α, παράγραφος 1, της οδηγίας 97/387.
60 – Σκέψη 35.
61 – Ibidem, σκέψη 42.
62 – Βλ. τις προτάσεις μου στην προπαρατεθείσα υπόθεση Tele2 UTA Telecommunication.
63 – Συγκεκριμένα, η απαίτηση αυτή, όπως είδαμε ανωτέρω στο σημείο 37, παρέχει ένα κριτήριο περιορισμού των υπερβολικών τιμών.
64 – Βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 1985, 11/82, Πειραϊκή-Πατραϊκή κλπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1985, σ. 207, σκέψεις 19 και 31).
65 – Βλ., υπό την έννοια αυτή, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Geelhoed στην υπόθεση Connect Austria (προπαρατεθείσα, σημείο 48), με τις οποίες τόνισε ότι «δεν είναι νοητό οι ενδιαφερόμενοι τρίτοι που θίγονται ευθέως από τις αποφάσεις να μην μπορούν να τις προσβάλλουν. Αυτό ισχύει κατά μείζονα λόγο επειδή το άρθρο 5α, παράγραφος 3, [της οδηγίας 90/387] αποσκοπεί ακριβώς στην προστασία των συμφερόντων των νεοεισερχομένων στην αγορά όπως είναι η Connect Austria».
66 – Βλ. επίσης τις προτάσεις μου στην προπαρατεθείσα υπόθεση Tele2 UTA Telecommunication, σημεία 37 έως 40.
67 – Αρκεί συναφώς να γίνει αναφορά στην έννοια του «δικαιούχου» που περιέχεται στο άρθρο 2, στοιχείο β΄, του κανονισμού και ορίζεται ως «τρίτο μέρος το οποίο έχει λάβει δεόντως άδεια […] ή έχει το δικαίωμα να παρέχει υπηρεσίες επικοινωνιών […] και είναι επιλέξιμο για αδεσμοποίητη πρόσβαση σε τοπικό βρόχο».
68 – Στο νέο κανονιστικό πλαίσιο, το άρθρο 13, παράγραφος 3, της οδηγίας 2002/19 ορίζει ότι «όταν ένας φορέας εκμετάλλευσης έχει υποχρέωση καθορισμού των τιμών με γνώμονα το κόστος, ο ενδιαφερόμενος φορέας εκμετάλλευσης φέρει το βάρος απόδειξης ότι τα τέλη υπολογίζονται βάσει του κόστους, λαμβανομένου υπόψη ενός εύλογου συντελεστή απόδοσης της επένδυσης».
69 – Βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 9ης Νοεμβρίου 1983, 199/82, San Giorgio (Συλλογή 1983, σ. 3595, σκέψη 14)∙ της 9ης Φεβρουαρίου 1999, C-343/96, Dilexport (Συλλογή 1999, σ. I‑579, σκέψεις 48 και 54), και της 3ης Φεβρουαρίου 2000, C-228/98, Δούνιας (Συλλογή 2000, σ. I‑577, σκέψη 69).
Full & Egal Universal Law Academy