ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
DÁMASO RUIZ-JARABO COLOMER
της 27ης Φεβρουαρίου 2007 1(1)
Υπόθεση C-64/06
Telefónica O2 Czech Republic, a.s., πρώην Český Telecom, a.s.,
κατά
Czech On Line, a.s.
[αίτηση του Obvodní Soud pro Prahu 3 (Τσεχική Δημοκρατία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Ηλεκτρονικές επικοινωνίες – Δίκτυα και υπηρεσίες – Κοινό ρυθμιστικό πλαίσιο – Δεσπόζουσα επιχείρηση – Υποχρέωση διασυνδέσεως με άλλους επιχειρηματίες – Προηγουμένη ανάλυση της αγοράς – Δεν έχει άμεσο αποτέλεσμα το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 2002/19/ΕΚ και το άρθρο 16, σε συνδυασμό με τα άρθρα 6 και 7 της οδηγίας 2002/21/EK»
I – Εισαγωγή
1. Το Obvodní Soud της pro Prahu 3 υποβάλλει στο Δικαστήριο, βάσει του άρθρου 234 ΕΚ, διάφορα ερωτήματα που έχουν περίπλοκη διάρθρωση, πλην όμως υποκρύπτουν ένα πολύ πιο απλούστερο νομικό πρόβλημα.
2. Στην πραγματικότητα το αιτούν δικαστήριο ρωτά αν, μετά την προσχώρηση της Τσεχικής Δημοκρατίας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες (την 1η Μαΐου 2004) και μετά την ολοκλήρωση διοικητικής διαδικασίας που είχε κινηθεί πριν από την ημερομηνία αυτή, μπορεί να υποχρεωθεί μια επιχείρηση, δεσπόζουσα στον τομέα των τηλεπικοινωνιών, να συνδέσει το δίκτυό της με το δίκτυο άλλης εταιρίας χωρίς να έχει διενεργήσει την ανάλυση της αγοράς που επιβάλλει η οδηγία 2002/21/ΕΚ, σχετικά με κοινό κανονιστικό πλαίσιο για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία-πλαίσιο), και η οδηγία 2002/19/ΕΚ σχετικά με την πρόσβαση σε δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών και συναφείς ευκολίες καθώς και με τη διασύνδεσή τους (οδηγία για την πρόσβαση) (2). Αυτό το ζήτημα θίγουν τα τρία πρώτα προδικαστικά ερωτήματα.
3. Δεδομένου ότι η εθνική νομοθεσία δεν προβλέπει τέτοια ανάλυση, η δε προσφεύγουσα της κύριας δίκης επικαλείται τις προαναφερθείσες οδηγίες για να αμφισβητήσει την εν λόγω υποχρέωση, το αιτούν δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο, με το τέταρτο ερώτημα αν οι οδηγίες αυτές έχουν άμεσο αποτέλεσμα.
II – Νομικό πλαίσιο
Α – Οι τηλεπικοινωνίες στο κοινοτικό δίκαιο
1. Γενική επισκόπηση
4. Στις προτάσεις που ανέπτυξα στις 27 Οκτωβρίου 2005 στην υπόθεση Nuova società di telecomunicazioni (σημεία 3 επ.) (3) τόνισα την προσπάθεια που ανέλαβε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή την αυγή της τελευταίας δεκαετίας του περασμένου αιώνα προς την κατεύθυνση της φιλελευθεροποίησης της αγοράς ηλεκτρονικών επικοινωνιών ακολουθώντας προς τούτο διπλή οδό: την ελαστικοποίηση των αγορών και την προσέγγιση των εθνικών νομοθεσιών.
5. Έτσι άρχισε η ελευθέρωση των τηλεπικοινωνιών που έλαβε συγκεκριμένη μορφή την 1η Ιανουαρίου 1998 προβλέποντας πάντως μεταβατικές περιόδους για ορισμένα κράτη μέλη (4). Η διαμορφούμενη κοινοτική διάσταση του τομέα αυτού επέβαλε την εναρμόνιση των προϋποθέσεων προσβάσεως και χρήσεως των υποδομών και την κατοχύρωση της διασύνδεσης μεταξύ των δημοσίων δικτύων και των προμηθευτών τους.
6. Προς τον σκοπό αυτό εκδόθηκε, μεταξύ άλλων (5), η οδηγία 97/33/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1997, για τη διασύνδεση στον χώρο των τηλεπικοινωνιών προκειμένου να διασφαλιστεί καθολική υπηρεσία και διαλειτουργικότητα με εφαρμογή των αρχών παροχής ανοικτού δικτύου (6).
7. Άπαξ δημιουργήθηκαν οι συνθήκες αποτελεσματικού ανταγωνισμού έπρεπε να θεσπιστεί νέο νομοθετικό πλαίσιο. Στις 7 Μαρτίου 2002 το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο εξέδωσαν τέσσερα νομοθετήματα και δη αρχικά την οδηγία πλαίσιο και την οδηγία για την πρόσβαση (7).
2. Η υποχρέωση διασυνδέσεως (8)
8. Η οδηγία 97/33 αναγνώρισε στους οργανισμούς που έχουν την άδεια να παρέχουν δημόσια τηλεπικοινωνιακά δίκτυα ή τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες το δικαίωμα και συγχρόνως επέβαλε την υποχρέωση να διαπραγματεύονται τη διασύνδεσή τους προκειμένου να εξασφαλίζεται η παροχή των δικτύων αυτών και των υπηρεσιών στο σύνολο της Κοινότητας (άρθρο 4, παράγραφος 1). Οι ισχυροί οργανισμοί στην αγορά υποχρεώθηκαν να ανταποκρίνονται στα εύλογα αιτήματα διασύνδεσης (άρθρο 4, παράγραφος 2).
9. Παρόμοιες διατάξεις περιέχει η οδηγία για την πρόσβαση του 2002 (άρθρα 4, παράγραφος 1, και 5, παράγραφοι 1 και 4) που προβλέπει και αυτή συγκεκριμένες υποχρεώσεις εις βάρος των επιχειρήσεων που έχουν σημαντική ισχύ στην αγορά (άρθρο 8 σε συνδυασμό με το άρθρο 12).
3. Η έννοια της επιχείρησης που έχει «σημαντική ισχύ στην αγορά» και οι συνέπειές της
10. Κατά την οδηγία 97/33 ένας οργανισμός θεωρείται ότι έχει σημαντική ισχύ στην αγορά όταν διαθέτει μερίδιο άνω του 25 % στην αγορά αυτή εκτός αν λόγω της δυνατότητάς του να επηρεάζει την αγορά αυτή, του κύκλου εργασιών του, του ελέγχου που ασκεί στα μέσα πρόσβασης στους τελικούς χρήστες, των χρηματοπιστωτικών πόρων του και της πείρας του, βασίμως αποκτά τον χαρακτηρισμό αυτό έστω κι αν δεν φθάνει το εν λόγω ποσοστό ή αντιθέτως αν δεν πληροί τις προϋποθέσεις καίτοι υπερβαίνει το ποσοστό αυτό (άρθρο 4, παράγραφος 3).
11. Η οδηγία για την πρόσβαση παραπέμπει στην οδηγία πλαίσιο για να προσδώσει τον χαρακτηρισμό του επιχειρηματία που έχει σημαντική ισχύ στην αγορά στις επιχειρήσεις οι οποίες ατομικά ή συλλογικά βρίσκονται σε θέση ισοδύναμη προς δεσπόζουσα θέση, δηλαδή σε επιχειρήσεις που είναι σε θέση να συμπεριφέρονται, σε σημαντικό βαθμό, ανεξάρτητα από τους ανταγωνιστές τους, τους πελάτες και τελικά τους καταναλωτές (άρθρο 14, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας-πλαίσιο).
12. Ειδικότερα, για να εκτιμήσουν αν δύο ή περισσότερες επιχειρήσεις έχουν από κοινού τέτοια θέση, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές συμμορφώνονται προς το κοινοτικό δίκαιο, λαμβάνοντας ιδιαιτέρως υπόψη τις «κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την ανάλυση της αγοράς και την εκτίμηση της σημαντικής ισχύος στην αγορά» που δημοσιεύει η Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 15 της οδηγίας-πλαίσιο (άρθρο 14, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο).
13. Το άρθρο 15 της οδηγίας-πλαίσιο που φέρει τον τίτλο «Διαδικασία καθορισμού της αγοράς» καθορίζει μια μέθοδο με την οποία η Επιτροπή, μετά από δημόσια διαβούλευση και διαβούλευση με τις εθνικές κανονιστικές αρχές, εκδίδει σύσταση περιοδικά επανεξεταζόμενη η οποία καταγράφει τις αγορές –που προσδιορίζονται σύμφωνα με τις αρχές του δικαίου του ανταγωνισμού– τα χαρακτηριστικά των οποίων δικαιολογούν την επιβολή ειδικών υποχρεώσεων (παράγραφος 1), και δημοσιεύει τις προαναφερθείσες κατευθυντήριες γραμμές (παράγραφος 3). Οι εθνικές κανονιστικές αρχές καθορίζουν τις σχετικές αγορές λαμβάνοντας υπόψη τη σύσταση και τις κατευθυντήριες γραμμές (παράγραφος 2), ενώ η Επιτροπή μετά από διαβούλευση με τις αρχές αυτές πράττει το αυτό σχετικά με τις διακρατικές αγορές (παράγραφος 4).
14. Κατά το άρθρο 16 της οδηγίας-πλαίσιο, οι εθνικές κανονιστικές αρχές διενεργούν εν συνεχεία την ανάλυση των σχετικών αγορών σε συνεργασία με τις αρμόδιες για τον ανταγωνισμό αρχές (παράγραφος 1), καθορίζοντας αυτές που είναι όντως ανταγωνιστικές (παράγραφος 2) οπότε δεν επιβάλλουν ειδικές κανονιστικές υποχρεώσεις ή αίρουν αυτές που έχουν ήδη επιβληθεί (παράγραφος 3). Στην αντίθετη περίπτωση εντοπίζουν τις επιχειρήσεις με σημαντική ισχύ στην εν λόγω αγορά και ενεργούν ανάλογα (παράγραφος 4). Η ανάλυση των διακρατικών αγορών γίνεται από κοινού από τις κανονιστικές αρχές των οικείων κρατών μελών που αποφασίζουν μετά από συνεννόηση σχετικά με τις υποχρεώσεις αυτές (παράγραφος 5).
15. Τόσο ο καθορισμός όσο και η ανάλυση των αγορών γίνονται με τις διαδικασίες των άρθρων 6 και 7 της οδηγίας πλαίσιο (άρθρα 15, παράγραφος 3 και 16, παράγραφος 6).
4. Η μετάβαση από την οδηγία 97/33 στις οδηγίες του 2002
16. Η οδηγία-πρόσβαση διατηρεί τις υποχρεώσεις της προηγούμενης νομοθεσίας οι οποίες όμως υπόκεινται σε άμεση αναθεώρηση (12η αιτιολογική σκέψη και άρθρα 7, παράγραφος 1)· προς τούτο η Επιτροπή υποδεικνύει τις οικείες αγορές με την αρχική σύσταση και την απόφαση για τις διακρατικές αγορές (άρθρο 7, παράγραφος 2). Προς τον ίδιο σκοπό οι εθνικές αρχές ενεργούν κατά παρόμοιο τρόπο (άρθρο 7, παράγραφος 3).
17. Η οδηγία πλαίσιο διαπνέεται από το ίδιο πνεύμα. Το άρθρο 27, παράγραφος 1 επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να διατηρήσουν τις υποχρεώσεις που προβλέπει το άρθρο 7 της οδηγίας για την πρόσβαση –αναφερόμενο στις υποχρεώσεις προσβάσεως και διασύνδεσης που υπέχουν οι προμηθευτές βάσει του άρθρου 4 της οδηγίας 97/33– μέχρις ότου η εθνική κανονιστική αρχή αποφασίσει ως προς τις υποχρεώσεις αυτές σύμφωνα με το άρθρο 16 της οδηγίας πλαίσιο.
B – Οι τηλεπικοινωνίες στην Τσεχική Δημοκρατία
18. Ο νόμος αριθ. 151/2000 για τις τηλεπικοινωνίες (Zäkon o telekomuníkacích) που ρύθμιζε τον τομέα αυτό στην Τσεχική Δημοκρατία μεταξύ 1ης Ιουλίου 2000 και 30ής Απριλίου 2005, μετέφερε στο εσωτερικό δίκαιο την οδηγία 97/33 ιδίως με το άρθρο 37, παράγραφος 1 το οποίο, όπως και το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής, υποχρέωσε τους επιχειρηματίες με δεσπόζουσα θέση να ικανοποιούν τις αιτήσεις διασύνδεσης. Αν δεν συναφθεί συμφωνία μεταξύ των επιχειρήσεων, το άρθρο 40, παράγραφος 5, του νόμου εξουσιοδοτεί την Český telekomuikační uřad (τσεχική αρχή ρυθμίσεως τηλεπικοινωνιών), την αρμόδια εθνική αρχή, να επιβάλει την υποχρέωση αυτή επικαλούμενη το γενικό συμφέρον.
19. Στις 31 Απριλίου 2005 τέθηκε σε ισχύ ο νόμος 127/2005 για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες (Zákon o elektronických komuníkacích)· κατά το αιτούν δικαστήριο ο νόμος αυτός μεταφέρει ορθά στο εσωτερικό δίκαιο τις οδηγίες του 2002.
III – Η κύρια δίκη
20. Η Telefónica 02 Czech Republic, a.s. (πρώην Český Telecom, a.s.) και η Czech On Line, a.s., παρέχουν υπηρεσίες τηλεπικοινωνιών στην τσεχική αγορά στην οποία, κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, η πρώτη εταιρία είχε σημαντική θέση (9).
21. Στις 29 Ιανουαρίου 2001 οι δύο αυτές εταιρίες συνήψαν σύμβαση διασυνδέσεως των οικείων σταθερών δικτύων τηλεπικοινωνίας. Στις 3 Φεβρουαρίου 2003 η Czech On Line πρότεινε την επέκταση της συνεργασίας αυτής στις υπηρεσίες Internet ευρυζωνικής σύνδεσης μεγάλης ταχύτητας (Asymetric Digital Subscriber Line –ADSL–), με σκοπό την παροχή των υπηρεσιών αυτών στους πελάτες της με χρησιμοποίηση της δικής της υποδομής και όχι της υποδομής της Telefónica 02, όπως γινόταν μέχρι τότε. Η πρόταση αυτή όμως δεν έγινε δεκτή.
22. Τότε η Czech On Line ζήτησε από την τσεχική ρυθμιστική των τηλεπικοινωνιών αρχή να υποχρεώσει την Telefónica 02 να διασυνδεθεί κατά τα προεκτεθέντα. Η ρυθμιστική αρχή δέχθηκε την αίτηση στις 30 Απριλίου 2004 (10). Ωστόσο ο πρόεδρός της, αποφαινόμενος ως δευτεροβάθμιο όργανο, ακύρωσε την απόφαση και ανέπεμψε την υπόθεση στη ρυθμιστική αρχή η οποία, με νέα απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2004, που επικυρώθηκε στις 20 Ιανουαρίου 2005, υποχρέωσε τις δύο επιχειρήσεις να συνεργαστούν στον τομέα ADSL.
23. Κατόπιν αυτού η Telefónica 02 προσέφυγε στο Obvodní Soud και ζήτησε την ακύρωση της απόφασης αυτής υποστηρίζοντας ότι ο νόμος 151/2000 δεν μετέφερε ορθά στο εσωτερικό δίκαιο την οδηγία- πλαίσιο και την οδηγία για την πρόσβαση, το άμεσο αποτέλεσμα των οποίων επιβάλλει στην εθνική ρυθμιστική αρχή να πραγματοποιήσει ανάλυση της σχετικής αγοράς προκειμένου να εκτιμήσει την ένταση του ανταγωνισμού πριν αποφανθεί επί της αιτήσεως της Czech On Line.
IV – Τα προδικαστικά ερωτήματα
24. Το εθνικό δικαστήριο ανέστειλε τη διαδικασία και με διάταξη της 24ης Νοεμβρίου 2005 υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα:
«1) Είχε η Český telekomunikační úřad (εθνική ρυθμιστική αρχή τηλεπικοινωνιών) την εξουσία να υποχρεώσει […] μια εταιρία τηλεπικοινωνιών με σημαντική (δεσπόζουσα) θέση στην αγορά τηλεπικοινωνιών να συνάψει σύμβαση για τη σύνδεση του δικτύου της με το δίκτυο άλλου επιχειρηματία;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως:
Είχε η ρυθμιστική αρχή την εξουσία να επιβάλει αυτή την υποχρέωση μόνο υπό τους όρους του άρθρου 8, παράγραφος 2, της οδηγίας […] για την πρόσβαση, δηλαδή κατόπιν προηγουμένης αναλύσεως της αγοράς που πραγματοποιείται σύμφωνα με το άρθρο 16 […] και βάσει της διαδικασίας των άρθρων 6 και 7 της οδηγίας-πλαίσιο […], ή μπορούσε (λόγου χάρη σύμφωνα με τη 15η αιτιολογική σκέψη, τα άρθρα 3, 4, παράγραφος 1, 5, παράγραφοι 1, στοιχείο α΄, και 4, άρθρο 10, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας για την πρόσβαση) να ενεργήσει κατ’ αυτόν τον τρόπο και χωρίς προηγουμένη ανάλυση της αγοράς;
3) Επηρεάζει την απάντηση στο ερώτημα 2 το γεγονός ότι η αίτηση συγκεκριμένου επιχειρηματία για την έκδοση αποφάσεως περί αναγκαστικής διασύνδεσης του δικτύου του με το δίκτυο άλλου επιχειρηματία, με σημαντική (δεσπόζουσα) θέση στην αγορά τηλεπικοινωνιών υποβλήθηκε στη ρυθμιστική αρχή πριν την 1η Μαΐου 2004 και ότι το βασικό μέρος της διαδικασίας επί της αιτήσεως στην εν λόγω αρχή ολοκληρώθηκε πριν την 1η Μαΐου 2004, δηλαδή πριν την ημερομηνία προσχωρήσεως της Τσεχικής Δημοκρατίας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες;
4) Στο μέτρο που κατά την κρίσιμη περίοδο –από 1ης Μαΐου 2004 μέχρι 30ής Απριλίου 2005– η Τσεχική Δημοκρατία δεν είχε θέσει πλήρως σε εφαρμογή τις προαναφερθείσες οδηγίες, είναι δυνατή η απευθείας εφαρμογής της οδηγίας (πλαίσιο) και της οδηγίας (για την πρόσβαση) και συνεπώς
4α) Είναι οι οδηγίες αυτές (ή μια από αυτές) απαλλαγμένες αιρέσεων και αρκούντως σαφείς ώστε να εφαρμόζονται από τα δικαστήρια αντί του εθνικού δικαίου;
4β) Έχει το δικαίωμα ένας επιχειρηματίας με σημαντική (δεσπόζουσα) θέση στην αγορά τηλεπικοινωνιών να επικαλεστεί, λόγω της ατελούς μεταφοράς τους, το άμεσο αποτέλεσμά των οδηγιών 2002/19/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο) και 2002/21/ΕΚ (οδηγία για την πρόσβαση) σε σχέση με το ζήτημα αν προστατεύουν οι οδηγίες αυτές (ή μια από αυτές) εν πάση περιπτώσει τα συμφέροντα του επιχειρηματία που αρνήθηκε να συνάψει συμφωνία διασυνδέσεως (στον τομέα των υπηρεσιών ADSL) με άλλους επιχειρηματίες τηλεπικοινωνιών της εγχώριας αγοράς (οσάκις, κατά την κρίση της ρυθμιστικής αρχής που επίσης υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο, ο εν λόγω επιχειρηματίας ενεργεί έτσι κατά παράβαση των στόχων που επιδιώκει το νέο κανονιστικό πλαίσιο);
4γ) Μπορεί ο επιχειρηματίας αυτός να επικαλεστεί το άμεσο αποτέλεσμα οδηγιών που δεν έχουν ορθά μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο, (ή μιας από αυτές) οσάκις (έστω και αν πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπουν οι οδηγίες) η ρυθμιστική αρχή αποφαίνεται με τις αποφάσεις της σε σχέση με συγκεκριμένες συνθήκες διασυνδέσεως δικτύων των επιχειρηματιών και επιβάλλει συνεπώς συγκεκριμένες υποχρεώσεις στα άτομα;»
V – Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
25. Η διάταξη περί παραπομπής πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 6 Φεβρουαρίου 2006. Οι διάδικοι της κύριας δίκης, η Τσεχική και η Ολλανδική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή υπέβαλαν γραπτές παρατηρήσεις και, με εξαίρεση την Ολλανδική Κυβέρνηση, παρέστησαν στη συνεδρίαση της 1ης Φεβρουαρίου 2007 και ανέπτυξαν προφορικές παρατηρήσεις.
VI – Ανάλυση των προδικαστικών ερωτημάτων
Α – Οριοθέτηση της συζήτησης
26. Για να επιλύσει τη διαφορά μεταξύ των δύο τσεχικών εταιριών τηλεπικοινωνιών, το Obvodní Soud χρειάζεται μια απάντηση απλούστερη από αυτή που θα μπορούσαμε να φανταστούμε διαβάζοντας το ετερόκλιτο σύνολο των προδικαστικών ερωτημάτων του. Στην πραγματικότητα το μόνο πραγματικό ταξίδι δεν είναι να πάμε για νέους τόπους αλλά να δούμε με άλλα μάτια, να δούμε το σύμπαν με τα μάτια κάποιου άλλου (11).
27. Η δυσκολία δεν έγκειται στο ζήτημα αν η ρυθμιστική αρχή είχε την εξουσία, μετά την προσχώρηση της Τσεχικής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, να υποχρεώσει την Telefónica 02 να συνδέσει το δίκτυό της με το δίκτυο της Czech On Line (πρώτο ερώτημα), για το οποίο δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία όπως θα εξηγήσω κατωτέρω.
28. Η καρδιά του προβλήματος έγκειται στο διαδικαστικό πλαίσιο που δίνει τη δυνατότητα θεσπίσεως τέτοιας υποχρέωσης (δεύτερο ερώτημα) και στο αν ασκεί ή όχι επιρροή το ότι η διοικητική διαδικασία εξελίχθηκε ενώ δεν είχε ακόμα πραγματοποιηθεί η προσχώρηση (τρίτο ερώτημα).
29. Ακριβέστερα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν οι τσεχικές αρχές έπρεπε να έχουν στη διάθεσή τους ανάλυση της οικείας αγοράς, σύμφωνα με τα άρθρα 8, παράγραφος 2, και 12 της οδηγίας για την πρόσβαση σε συνδυασμό με τα άρθρα 16, 6 και 7 της οδηγίας-πλαίσιο. Δεδομένου ότι ο νόμος 151/2000 που ίσχυε τότε δεν ήταν σύμφωνος προς την κοινοτική ρύθμιση που θεσπίστηκε το 2002, η περίπτωση αυτή προϋποθέτει το άμεσο αποτέλεσμα των προαναφερθεισών οδηγιών (τέταρτο ερώτημα).
30. Εν κατακλείδι, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να του υποδείξει αν οι εν λόγω κοινοτικοί κανόνες διέπουν τα περιστατικά που σημειώθηκαν αλληλοδιαδόχως στο πλαίσιο της κύριας υπόθεσης.
Β – Η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου
31. Ο τρόπος αυτός ενάρξεως της συζήτησης αποκαλύπτει ότι το αίτημα της Τσεχικής Κυβέρνησης να αποκλειστούν εξ αρχής τα προδικαστικά ερωτήματα λόγω αναρμοδιότητας rationae temporis του Δικαστηρίου είναι αβάσιμο.
32. Στην υπό κρίση υπόθεση δεν πρόκειται, όπως στην υπόθεση Ynos (12), για καταστάσεις που γεννήθηκαν και ολοκληρώθηκαν εντός κράτους μέλους πριν την προσχώρησή του στην Κοινότητα, περίπτωση στην οποία το Δικαστήριο θα ήταν αναρμόδιο (13), αλλά τίθεται το ζήτημα της διαχρονικής εφαρμογής οδηγιών σε σχέση με περιστατικό που άρχισε πριν και ολοκληρώθηκε μετά την προσχώρηση αυτή, περίπτωση για την οποία το Δικαστήριο είναι κάλλιστα αρμόδιο ως ανώτατος και απόλυτος ερμηνευτής του κοινοτικού δικαίου.
33. Καίτοι η αίτηση της Czech On Line εξετάστηκε και κρίθηκε σε πρώτο βαθμό σε χρόνο κατά τον οποίο η Τσεχική Δημοκρατία δεν ήταν ακόμα μέλος της Κοινότητας (14), η απόφαση που δέχθηκε την αίτηση ακυρώθηκε εκ των υστέρων μετά την προσχώρηση του κράτους αυτού στην Ευρωπαϊκή Ένωση (15). Συνεπώς δεν απόκειται στο Δικαστήριο να διατυπώσει κρίση ως προς την ακύρωση ή τις συνέπειές της· για να δικαιολογηθεί η παρέμβασή του στην προδικαστική υπόθεση αρκεί το ότι οι εθνικοί δικαστές, αντιμέτωποι μ’ αυτή τη χιονοστιβάδα περιστάσεων, διστάζουν να εφαρμόσουν το κοινοτικό δίκαιο στην υπόθεση και ερωτούν το Δικαστήριο σχετικά με το κύρος των κοινοτικών κανόνων σε χρονική προοπτική.
34. Κατά συνέπεια, τα ερωτήματα που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο παρουσιάζουν σχέση με την κοινοτική έννομη τάξη και συνεπώς αυτή οφείλει να ερμηνεύσει τους επίδικους κανόνες (16). Υπενθυμίζω ότι στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 234 ΕΚ εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο που έχει επιληφθεί της διαφοράς και φέρει την ευθύνη της απόφασης που θα εκδώσει να εκτιμήσει τόσο την αναγκαιότητα μιας ερμηνείας όσο και το λυσιτελές των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο (17)· πράγματι η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως ενέχει τεκμήριο λυσιτέλειας εκτός αν είναι πρόδηλο ότι οι αμφιβολίες σχετικά με το κοινοτικό δίκαιο δεν έχουν καμία σχέση με το αντικείμενο της κύριας δίκης και ότι το πρόβλημα είναι υποθετικό ή αν το Δικαστήριο δεν έχει στη διάθεσή του πραγματικά ή νομικά στοιχεία για να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του υποβλήθηκαν (18).
Γ – Το πρώτο προδικαστικό ερώτημα: μια περιττή απορία
35. Ωστόσο, η Τσεχική Κυβέρνηση έχει δίκαιο εν μέρει διότι το Obvodní Soud διατυπώνει αμφιβολία που δεν επέβαλε οπωσδήποτε προσφυγή στο Δικαστήριο με το ερώτημα αν, άπαξ η Τσεχική Δημοκρατία κατέστη πλέον μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η τσεχική ρυθμιστική των τηλεπικοινωνιών αρχή είχε την εξουσία να υποχρεώσει την Telefónica 02 να συνδέσει το δίκτυό της με το δίκτυο της Czech On Line.
36. Το αποτέλεσμα είναι το ίδιο ανεξαρτήρως της εξεταζομένης ρύθμισης: είτε πρόκειται για την οδηγία 97/33 ή την οδηγία-πλαίσιο και την οδηγία για την πρόσβαση είτε εφαρμόζουμε τον νόμο 151/2000 διότι το ζήτημα ήταν άσχετο προς το κοινοτικό δίκαιο, η ρυθμιστική των τηλεπικοινωνιών αρχή είχε την εξουσία να επιβάλει την εν λόγω υποχρέωση δεδομένου ότι οι προαναφερθείσες διατάξεις δεν διαφέρουν ως προς αυτό το σημείο.
37. Κατά συνέπεια, κανένα όργανο αυτού του κράτους μέλους δεν αμφέβαλε για την απάντηση, δεδομένου ότι ο νόμος 151/2000 πρόβλεπε ήδη αυτή τη δυνατότητα (άρθρο 40, παράγραφος 5, σε συνδυασμό με το άρθρο 37, παράγραφος 1), η δε ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου δεν επηρεάζει την έκβαση της δίκης· εξάλλου το κοινοτικό δίκαιο προβλέπει και αυτό τη δυνατότητα αυτή, τόσο στην οδηγία 97/33 (άρθρο 4, παράγραφος 2) όσο και στις οδηγίες του 2002 (συνδυασμός των άρθρων 8 και 12 της οδηγίας για την πρόσβαση). Στο σημείιο αυτό δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ της εθνικής έννομης τάξης και της κοινοτικής έννομης τάξης, ώστε είναι περιττή η παραπομπή στην τελευταία.
38. Το πρώτο προδικαστικό ερώτημα του τσεχικού δικαστηρίου δηλαδή δεν αφορά το κοινοτικό δίκαιο και για τον λόγο αυτό το Δικαστήριο οφείλει να σιωπήσει χωρίς να απαιτείται να προβεί στη «διαχρονική» ανάλυση που επιχειρεί η Επιτροπή με τις γραπτές παρατηρήσεις της· συγκεκριμένα η εξέταση αυτή εξυπακούει την ύπαρξη προγενεστέρων υποχρεώσεων, στοιχείο που δεν συντρέχει στην εκκρεμή ενώπιον του Obvodní Soud υπόθεση, στην οποία η επίδικη διοικητική απόφαση επέβαλε την υποχρέωση ex novo.
Δ – Το δεύτερο και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα
39. Εδώ το πρόβλημα διαφέρει: η τσεχική ρυθμιστική αρχή, αφού διαπίστωσε ότι η Telefónica 02 είχε σημαντική ισχύ στην αγορά, μπορούσε να επιβάλει τη διασύνδεση των δικτύων της προσφεύγουσας της κύριας δίκης και της Czech On Line· ωστόσο πρέπει να εξεταστεί αν είχε την εξουσία να αποφασίσει κατ’ αυτή την έννοια αυτομάτως, όπως επιτρέπει ο εθνικός νόμος, ή αν έπρεπε να πραγματοποιήσει ανάλυση της αγοράς, όπως προβλέπει το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (δεύτερο και τρίτο ερώτημα).
40. Δεδομένου ότι ο νόμος 151/2000 δεν συμφωνούσε προς τις οδηγίες του 2002, η εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου μεταθέτει το κέντρο βάρους της συζήτησης προς το τέταρτο ερώτημα, με το οποίο το αιτούν δικαστήριο ρωτά αν, λαμβανομένης υπόψη της υπεροχής του κοινοτικού δικαίου (19), οι οδηγίες αυτές πληρούν τις αναγκαίες προϋποθέσεις για να έχουν άμεσο αποτέλεσμα και να αποκλείσουν την εφαρμογή της μη εναρμονισμένης εσωτερικής ρύθμισης.
41. Αν δοθεί αρνητική απάντηση στο τελευταίο ερώτημα, η απάντηση στο δεύτερο και στο τρίτο ερώτημα δεν έχει καμιά σημασία, διότι, και στις δύο περιπτώσεις, η τσεχική ρυθμιστική αρχή είχε την εξουσία να επιβάλει την επίδικη υποχρέωση χωρίς να πραγματοποιήσει την προαναφερθείσα ανάλυση της αγοράς, δεδομένου ότι οι προαναφερθείσες οδηγίες δεν θα είχαν άμεσο αποτέλεσμα.
42. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση προδικαστικής απόφασης φαινομενικά περίπλοκη, άπαξ αποψιλωθεί, συρρικνώνεται στο ερώτημα αν το άρθρο 8, παράγραφος 2 της οδηγίας για την πρόσβαση και το άρθρο 16 σε συνδυασμό με τα άρθρα 6 και 7 της οδηγίας-πλαίσιο πληρούν τις προϋποθέσεις που έχει διατυπώσει η νομολογία για να έχει απευθείας εφαρμογή μια διάταξη τέτοιας φύσεως.
Ε – Το τέταρτο ερώτημα: Το ζήτημα του αμέσου αποτελέσματος
43. Αυτό το χαρακτηριστικό των διατάξεων μιας οδηγίας που είναι το επιστέγασμα και συγχρόνως το όργανο υπεροχής του κοινοτικού δικαίου επί του εθνικού δικαίου (20) αναλύεται ως αυτόματη «κύρωση» της παράλειψης εκπληρώσεως των υποχρεώσεών τους από τα κράτη μέλη τα οποία δεν πρέπει να επικαλούνται την οικεία νομοθεσία για να αντιταχθούν στις διατάξεις μιας οδηγίας που είναι αρκούντως σαφείς κατά το περιεχόμενο και δεν περιέχουν αιρέσεις (21).
44. Τα κριτήρια αυτά πληρούν οι διατάξεις που θεσπίζουν υποχρέωση χωρίς καμία επιφύλαξη (22) η οποία δεν συνοδεύεται από κανένα όρο ούτε απαιτείται για την εκτέλεσή της ή την επαγωγή των αποτελεσμάτων της η έκδοση πράξεως των οργάνων της Κοινότητας ή των κρατών μελών (23).
45. Εύκολα διαπιστώνουμε ότι οι προαναφερθείσες διατάξεις της οδηγίας-πλαίσιο και της οδηγίας για την πρόσβαση δεν εμφανίζουν τέτοια χαρακτηριστικά δεδομένου ότι η ανάλυση της αγοράς για την οποία κάνει λόγο το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας για την πρόσβαση πραγματοποιείται σύμφωνα με το άρθρο 16 της οδηγίας-πλαίσιο, βάσει των αρχών που διατυπώνουν τα άρθρα 6 και 7 της ίδιας οδηγίας. Με άλλα λόγια η ανάλυση αυτή υπόκειται στις κατευθύνσεις που υιοθετεί η Επιτροπή κατ’ εφαρμογή του άρθρου 15, παράγραφος 2, της οδηγίας-πλαίσιο με τη συνδρομή των αρμοδίων για τον ανταγωνισμό εθνικών αρχών (άρθρο 16, παράγραφος 1), με τήρηση των κανόνων που η οικεία εθνική ρυθμιστική αρχή οφείλει να δημοσιεύει, προκειμένου να εξασφαλίζονται τα στοιχεία της διαφάνειας και της διαβούλευσης (άρθρο 6), και με την παρέμβαση της Επιτροπής καθώς και των ρυθμιστικών αρχών των άλλων κρατών μελών (άρθρο 7, παράγραφοι 3, 4 και 5).
46. Ακόμη κι αν υποτεθεί ότι οι διατάξεις αυτές πληρούν τις απαραίτητες προϋποθέσεις για να έχουν απευθείας εφαρμογή, το άμεσο αποτέλεσμα αποκλείεται εν πάση περιπτώσει εν προκειμένω δεδομένου ότι η κοινοτική νομολογία δεν το αναγνωρίζει στις οδηγίες όταν πρόκειται για δίκες μεταξύ ιδιωτών. Στις προτάσεις που ανέπτυξα στις 6 Μαΐου 2003 στην υπόθεση Pfeiffer (24), παρατήρησα ότι το Δικαστήριο αρνείται συστηματικά να δεχθεί ότι ένας ιδιώτης μπορεί να επικαλεστεί έναντι άλλου ιδιώτη την οδηγία που ένα κράτος μέλος δεν μετέφερε εμπρόθεσμα στο εθνικό δίκαιο, κρίνοντας ότι, βάσει του άρθρου 249 ΕΚ, ο δεσμευτικός χαρακτήρας της οδηγίας στον οποίο στηρίζεται η δυνατότητα επικλήσεώς της ενώπιον εθνικού δικαστηρίου υπάρχει μόνο έναντι «κάθε κράτους μέλους αποδέκτη», οπότε η οδηγία δεν μπορεί καθεαυτή να ιδρύσει υποχρεώσεις εις βάρος ιδιώτη ούτε να προβληθεί έναντι αυτού (παράγραφος 56) (25).
47. Η δίκη στο πλαίσιο της οποίας διατυπώνεται αυτό το προδικαστικό ερώτημα είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα διαφοράς μεταξύ δύο ιδιωτών. Αντιμέτωπες είναι οι δύο επιχειρήσεις σχετικά με την υποχρέωση που επιβάλλει στη δεσπόζουσα επιχείρηση η οδηγία για την πρόσβαση να δεχθεί τη διασύνδεση που ζητεί μια άλλη εταιρία, ενώ η παρέμβαση των διοικητικών αρχών δεν έχει άλλο σκοπό παρά να αντικαταστήσει τη βούληση των δύο ανταγωνιστών επιχειρηματιών προκειμένου να επιτευχθεί η συμφωνία την οποία δεν μπορούν αυτοί να συνάψουν. Η περίπτωση αυτή διαφέρει από την υπόθεση Wells (26), στην οποία αναγνωρίστηκε το άμεσο αποτέλεσμα μιας οδηγίας (27) έναντι του κράτους, υπέρ ενός Βρετανού υπηκόου, καίτοι η εφαρμογή της οδηγίας αυτής επηρέασε τα δικαιώματα άλλου ιδιώτη.
48. Με λίγα λόγια τα προαναφερθέντα άρθρα της οδηγίας-πλαίσιο και της οδηγίας για την πρόσβαση δεν έχουν άμεσο αποτέλεσμα και έτσι η Telefónica 02 δεν μπορεί να τα επικαλεσθεί για να επιτύχει την ακύρωση της απόφασης της τσεχικής ρυθμιστικής των τηλεπικοινωνιών αρχής (28).
ΣΤ – Αντί επιλόγου
49. Η προδικαστική παραπομπή συνιστά δικονομικό εργαλείο στη διάθεση των δικαστηρίων των κρατών μελών προκειμένου να λαμβάνουν από το Δικαστήριο τις κατευθυντήριες γραμμές που είναι αναγκαίες για την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου. Το σύστημα του άρθρου 234 στηρίζεται στη διαφορά μεταξύ της ερμηνείας και της εφαρμογής του κανόνα δικαίου, επιτρέποντας τον συμβιβασμό μεταξύ της νόμιμης αρμοδιότητας του εθνικού δικαστή με την αναγκαία ομοιομορφία του κοινοτικού δικαίου, όπως υπογράμμισε προ ετών ο Rober Lecourt (29), το έργο δε αυτό απαιτεί απόλυτο σεβασμό της κατανομής αρμοδιοτήτων (30).
50. Λαμβανομένης υπόψη αυτής της διάρθρωσης της προδικαστικής παραπομπής, ευκταίο είναι να περιορίζει το Δικαστήριο την παρέμβασή του στο απολύτως αναγκαίο, περιοριζόμενο στο να υποδείξει μια χρήσιμη λύση εντός των ορίων που χαράσσει η διάταξη περί παραπομπής (31), προκειμένου να αποφεύγονται οι αποφάσεις που είναι περιττές για την κύρια δίκη· πράγματι στην αντίθετη περίπτωση η λύση που γίνεται δεκτή εμφανίζεται αφηρημένη, χωρίς σύνδεσμο με τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης, σαν να επρόκειτο για ένδικο μέσο που έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο των κανόνων.
51. Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, οι διατάξεις της οδηγίας-πλαίσιο και της οδηγίας για την πρόσβαση που μνημονεύει η διάταξη περί παραπομπής δεν επιτρέπουν την επίλυση της διαφοράς, και για τον λόγο αυτό είναι περιττή η ερμηνεία από το Δικαστήριο· για να δώσει χρήσιμη απάντηση (32)· το Δικαστήριο οφείλει να διευκρινίσει στο αιτούν δικαστήριο ότι οι επίδικες διατάξεις δεν έχουν άμεσο αποτέλεσμα και κατά συνέπεια η τσεχική ρυθμιστική των τηλεπικοινωνιών αρχή δεν είχε την υποχρέωση να προβεί σε ανάλυση της αγοράς για να υποχρεώσει την Telefónica 02 να συνδέσει το οικείο δίκτυο ADSL με το δίκτυο της Czech On Line.
VII – Πρόταση
52. Βάσει των προεκτεθέντων προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την ακόλουθη απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα του Obvodní Soud:
«Το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 2002/19/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002 σχετικά με την πρόσβαση σε δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών και συναφείς ευκολίες καθώς και με τη διασύνδεσή τους (Οδηγία πρόσβαση) και το άρθρο 16, σε συνδυασμό με τα άρθρα 6 και 7 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, σχετικά με κοινό κανονιστικό πλαίσιο για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία-πλαίσιο), δεν πληρούν, λόγω του ότι δεν μεταφέρθηκαν στο εσωτερικό δίκαιο, τις αναγκαίες προϋποθέσεις για να έχουν άμεσο αποτέλεσμα, οπότε δεν έχουν εφαρμογή στα περιστατικά της κύριας υπόθεσης· κατά συνέπεια η δυνατότητα της Český telekomuikační uřad (τσεχική, ρυθμιστική των τηλεπικοινωνιών αρχή) να υποχρεώσει την Telefónica 02 να συνδέσει τις οικείες γραμμές ADSL με τις γραμμές Czech On Line δεν εξαρτάται από προηγούμενη ανάλυση της αγοράς.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ισπανική.
2 – Οδηγίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002 (EE L 108, σ. 33 και 7, αντιστοίχως).
3 – Υπόθεση C-339/04, στην οποία εκδόθηκε η απόφαση της 18ης Ιουλίου 2006 που δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στη Συλλογή.
4 – Η οδηγία 90/388/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 28ης Ιουνίου 1990, σχετικά με τον ανταγωνισμό στις αγορές των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών (EE L 192, σ. 10), που τροποποιήθηκε επανειλημμένα και εν συνεχεία αντικαταστάθηκε από την οδηγία 2002/77/ΕΚ της Επιτροπής, της 16ης Σεπτεμβρίου 2002 (EE L 249, σ. 21), αποτελεί την αφετηρία της διαδικασίας αυτής.
5 – Βλ. οδηγία 90/387/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1990, για τη δημιουργία της εσωτερικής αγοράς στον τομέα των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών μέσω της εφαρμογής της παροχής ανοικτού δικτύου (EE L 192, σ. 1), που προσαρμόστηκε στο περιβάλλον του ανταγωνισμού με την οδηγία 97/51/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Οκτωβρίου 1997 (EE L 295, σ. 23). Οι οδηγίες 92/44/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Ιουνίου 1992 (EE L 165, σ. 27), και 98/10/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 1998 (EE L 101, σ. 24), που επεκτείνουν την παροχή αυτή στις εκμισθούμενες γραμμές και στη φωνητική τηλεφωνία, αντιστοίχως, ανήκουν επίσης στην ομάδα αυτή.
6 – EE L 199, σ. 32.
7 – Η οδηγία 2002/20/ΕΚ, για την αδειοδότηση δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία για την αδειοδότηση), και η οδηγία 2002/22/ΕΚ, για την καθολική υπηρεσία και τα δικαιώματα των χρηστών όσον αφορά δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία καθολικής υπηρεσίας) (EE L 108, σ. 21 και 51), ανήκουν επίσης σ’ αυτό το σύνολο.
8 – «Διασύνδεση» είναι η υλική και λογική σύνδεση δημοσίων τηλεπικοινωνιακών δικτύων που χρησιμοποιούνται από την ίδια ή διαφορετική εταιρία προκειμένου να παρέχεται στους χρήστες τους η δυνατότητα να επικοινωνούν και να έχουν πρόσβαση σε υπηρεσίες που παρέχονται από άλλη εταιρία (άρθρα 2, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 97/33 και 2, στοιχείο β΄, της οδηγίας για την πρόσβαση).
9 – Τον Αύγουστο του 2002 η Τσεχική Κυβέρνηση ιδιωτικοποίησε την Český Telecom, κυρίαρχη επιχείρηση στην οποία το Δημόσιο είχε την πλειοψηφία των μετοχών.
10 – Η εν λόγω διοικητική πράξη στηρίχθηκε στο άρθρο 40, παράγραφοι 2 και 5, του νόμου 151/2000.
11 – M. Proust, À la recherche du temps perdu III, La prisonière, Gallimard, Bibliothèque de la Plèiade, 1988, σ. 762.
12 – Απόφαση του Δικαστηρίου της 10ης Ιανουαρίου 2006, C-302/04 (Συλλογή 2006, σ. I-371, σκέψεις 35 έως 37). Κατά την ίδια έννοια βλ. διάταξη της 9ης Φεβρουαρίου 2006, C‑261/05, Lákep κ.λπ. (δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψεις 17 έως 21).
13 – Απόφαση της 15ης Ιουνίου 1999, C-321/97, Andersson και Guaneras-Andersson (Συλλογή 1999, σ. I-3551).
14 – Η πρώτη πράξη της τσεχικής ρυθμιστικής αρχής των τηλεπικοινωνιών ανατρέχει στις 30 Απριλίου 2004, δηλαδή στην ημέρα που προηγήθηκε την ημέρα της προσχώρησης.
15 – Στις 9 Σεπτεμβρίου 2004.
16 – Απόφαση της 12ης Απριλίου 2005, C- 145/03, Keller (Συλλογή 2005, σ. I-2529, σκέψη 33).
17 – Αποφάσεις της 6ης Ιουλίου 1995, C-62/93, BP Soupergaz (Συλλογή 1995, σ. I-1883, σκέψη 10)· της 15ης Δεκεμβρίου 1995, C-415/93, Bosman (Συλλογή 1995, σ. I-4921, σκέψη 59)· της 13ης Μαρτίου 2001, C-379/98, PreusenElectra (Συλλογή 2001, σ. I-2099, σκέψη 38· και της 25ης Φεβρουαρίου 2003, C-326/00, IKA (Συλλογή 2003, σ. I-1703, σκέψη 27).
18 – Απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 1999, C-355/97, Beck και Bergdorf (Συλλογή 1999, σ. I‑4977, σκέψη 22).
19 – Διακηρύχθηκε σε γενικές γραμμές με την απόφαση της 15ης Ιουλίου 1964, 6/64, Costa κατά ENEL (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 1191), και για τις οδηγίες με την απόφαση της 5ης Απριλίου 1979, 148/78, Ratti (Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 861).
20 – Με την απόφαση Ratti, το Δικαστήριο απέκλεισε τη δυνατότητα του κράτους μέλους, μετά την εκπνοή της προθεσμίας που τάχθηκε για την έναρξη ισχύος μιας οδηγίας, να επιβάλει το μη εναρμονισμένο δίκαιό του σε πρόσωπο που συμμορφώθηκε με τις διατάξεις της οδηγίας, πράγμα που σημαίνει ότι χάνουν την ισχύ τους οι εθνικοί κανόνες που αντιβαίνουν στις διατάξεις αυτές.
21 – Απόφαση της 19ης Ιανουαρίου 1982, 8/81, Becker (Συλλογή 1982, σ. 53, σκέψεις 24 και 25.
22 – Αυτό προκύπτει από το σκεπτικό της απόφασης της 26ης Φεβρουαρίου 1986, 152/84, Marshall (Συλλογή 1986, σ. 723, σκέψη 52), το οποίο επανέλαβε η απόφαση της 29ης Μαΐου 1997, C-389/95, Klattner (Συλλογή 1997, σ. I‑2719, σκέψη 33).
23 – Σκέψη 33 της απόφασης Klattner όπ.π. (υποσημείωση 22), που παραπέμπει στην απόφαση της 3ης Απριλίου 1968, 28/67, Molkerei-Zentrale Westfalen (Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 715), καθώς και τη σκέψη 18 της απόφασης της 17ης Σεπτεμβρίου 1996, C-246/94 έως C-249/94, Cooperativa Agrícola Zootécnica S. Antonio κ.λπ. (Συλλογή 1996, σ. I-4373).
24 – Απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 2004, 5 de octubre de 2004, C-397/01 έως C-403/01, Pfeiffer κ.λπ. (Συλλογή 2004, σ. I-8835).
25 – Αποφάσεις Marshall, όπ.π. (υποσημείωση 22), σκέψη 49· της 8ης Οκτωβρίου 1987, 80/86, Kolpinghuis Nijmegen (Συλλογή 1987, σ. 3969, σκέψη 9)· της 14ης Ιουλίου 1994, C-91/92, Faccini Dori (Συλλογή 1994, σ. I-3325, σκέψη 24)· της 7ης Μαρτίου 1996, C-182/94, El Corte Inglés (Συλλογή 1996, σ. I-1281, σκέψεις 16 και 17)· και Pfeiffer, όπ.π. (υποσημείωση 24), σκέψεις 108 και 109.
26 – Απόφαση της 7ης Ιανουαρίου 2004, C‑201/02 (Συλλογή 2004, σ. I-723).
27 – Επρόκειτο για την οδηγία 85/337/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1985, για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον (EE L 175, σ. 40).
28 – Είναι φανερό ότι, ελλείψει αμέσου αποτελέσματος, δεν μπορούμε στην υπό κρίση υπόθεση να υποδείξουμε στο εθνικό δικαστήριο να παραβεί τον νόμο 151/2000 στηριζόμενο στην «αρχή της σύμφωνης ερμηνείας» (απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 1990, C-106/89, Marleasing (Συλλογή 1990, σ. I-4135), προκειμένου να διαμορφωθεί δικαστικά μια διαδικασία (ανάλυση της αγοράς) την οποία δεν προβλέπει ο νόμος αυτός διότι η αρχή αυτή έχει όρια και δη τον κανόνα βάσει του οποίου πρέπει να αποφεύγεται η ερμηνεία praeterlegem. Με την απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 1996, C-168/95, Arcaro (Συλλογή 1996, σ. I-4705), το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν περιλαμβάνει μηχανισμό που δίνει τη δυνατότητα στα εθνικά δικαστήρια να εξαλείψουν τις εθνικές διατάξεις που αντιβαίνουν σε κάποια οδηγία η οποία δεν μπορεί να προβληθεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου (σκέψη 43). Επί πλέον δεν πρέπει να λησμονούμε, όπως επισήμανα ανωτέρω, ότι η τσεχική ρύθμιση και η κοινοτική ρύθμιση (αρχική και ήδη ισχύουσα) είναι βασικά πανομοιότυπες, καθόσον εξουσιοδοτούν τις αρμόδιες αρχές να επιβάλουν στις δεσπόζουσες επιχειρήσεις υποχρεώσεις διασύνδεσης, οπότε οι διαφορές μεταξύ των δύο νομοθεσιών παραμένουν καθαρά τυπικές.
29 – Lecourt, R.: Le juge devant le Marché commun, Ed. Institut Universitaire des Hautes Études Internationales. Γενεύη, 1970, σ. 50.
30 – Lagrange, M.: «L'action préjudicielle dans le droit interne des États membres et en droit communautaire», Revue trimestrielle de droit européen, 1974, σ. 268.
31 – De Richemont, J.: L'intégration du droit communautaire dans l'ordre juridique interne, Librairie du Journal des Notaires et des Avocats, París, 1975, σ. 41 επ.
32 – Υπενθυμίζω ότι, στο πλαίσιο της δικαστικής συνεργασίας που θεσπίζει το άρθρο 234 ΕΚ, στο Δικαστήριο εναπόκειται να δώσει στο αιτούν δικαστήριο χρήσιμη λύση που θα του δώσει τη δυνατότητα να επιλύσει τη διαφορά (αποφάσεις της 17ης Ιουλίου 1997, C-334/95, Krüger, Συλλογή 1997, σ. I-4517, σκέψη 22· και της 28ης Νοεμβρίου 2000, C-88/89, Roquette Frères, Συλλογή 2000, σ. I-10465, σκέψη 18), αναδιατυπώνοντας ενδεχομένως το προδικαστικό ερώτημα (αποφάσεις της 11ης Ιουλίου 2002, C-62/00, Marks & Spencer, Συλλογή 2002, σ. I-6325, σκέψη 22· και της 23ης Μαρτίου 2006, C‑210/04, FCE Bank, Συλλογή 2006, σ. I-2803, σκέψη 21).
Full & Egal Universal Law Academy