ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
PAOLO MENGOZZI
της 15ης Νοεμβρίου 2007 1(1)
Υπόθεση C‑96/06
Viamex Agrar Handels GmbH
κατά
Hauptzollamt Hamburg-Jonas
[αίτηση του Finanzgericht Hamburg (Γερμανία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Επιστροφές κατά την εξαγωγή – Προστασία των βοοειδών κατά τη μεταφορά – Βάρος αποδείξεως – Ερμηνεία κοινοτικών πράξεων – Αρχή της αναλογικότητας»
1. Με την παρούσα αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν από το Δικαστήριο να διευκρινίσει τη σχέση μεταξύ των διατάξεων της παραγράφου 3 και της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του κανονισμού (ΕΚ) 615/98 (2), όσον αφορά την απόδειξη της τηρήσεως των προϋποθέσεων τις οποίες τάσσει ο εν λόγω κανονισμός για τις επιστροφές κατά την εξαγωγή.
I – Νομικό πλαίσιο
2. Το άρθρο 13, παράγραφος 9, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 805/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως της αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος (3), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 2634/97 (4), εξαρτά την πληρωμή της επιστροφής κατά την εξαγωγή ζώντων ζώων από την τήρηση των διατάξεων της κοινοτικής νομοθεσίας σχετικά με την καλή μεταχείριση των ζώων, και ιδίως των διατάξεων για την προστασία των ζώων κατά τη μεταφορά.
3. Οι λεπτομέρειες εφαρμογής του κανονισμού 805/68 διευκρινίστηκαν με τον κανονισμό 615/98 της Επιτροπής.
4. Το άρθρο 1 του κανονισμού αυτού διευκρινίζει ότι η πληρωμή των επιστροφών κατά την εξαγωγή ζωντανών βοοειδών εξαρτάται από την τήρηση, κατά τη μεταφορά των ζώων μέχρι την πρώτη εκφόρτωση στην τρίτη χώρα του τελικού προορισμού, μεταξύ άλλων, των διατάξεων της οδηγίας 91/628/ΕΟΚ (5).
5. Δυνάμει του άρθρου 2 του κανονισμού 615/98, τα ζώα πρέπει να ελέγχονται κατά την έξοδο από το έδαφος της Κοινότητας. Η παράγραφος 3 του εν λόγω άρθρου προβλέπει ότι ο επίσημος κτηνίατρος, ο οποίος είναι εξουσιοδοτημένος από την αρμόδια αρχή του κράτους στο οποίο βρίσκεται το σημείο εξόδου, εξακριβώνει και πιστοποιεί ότι α) τα ζώα μπορούν να πραγματοποιήσουν τα ταξίδι που προβλέπεται σύμφωνα με τις διατάξεις της οδηγίας 91/628, β) το μέσο μεταφοράς, με το οποίο τα ζώα θα εγκαταλείψουν το τελωνειακό έδαφος, είναι σύμφωνο με τα προβλεπόμενα στις διατάξεις της εν λόγω οδηγίας και γ) έχουν ληφθεί μέτρα για την περιποίηση των ζώων κατά τη διάρκεια του ταξιδιού σύμφωνα με τις διατάξεις της ίδιας οδηγίας.
6. Το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 615/98 ορίζει ότι στις αιτήσεις πληρωμής των επιστροφών κατά την εξαγωγή επισυνάπτεται η απόδειξη για την τήρηση του άρθρου 1 του εν λόγω κανονισμού και διευκρινίζει ότι η απόδειξη αυτή παρέχεται με το έγγραφο του άρθρου 2, παράγραφος 3, δεόντως συμπληρωμένο και, ενδεχομένως, με την έκθεση που αναφέρεται στο άρθρο 3, παράγραφος 2, η οποία καταρτίζεται από τον κτηνίατρο του τόπου της τρίτης χώρας όπου πραγματοποιήθηκε αλλαγή του μέσου μεταφοράς.
7. Το άρθρο 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 615/98 ορίζει τα εξής:
«Δεν πληρώνεται η επιστροφή κατά την εξαγωγή, για τα ζώα τα οποία πεθαίνουν κατά τη μεταφορά ή για τα οποία η αρμόδια αρχή θεωρεί, έχοντας υπόψη τα έγγραφα που αναφέρονται στην παράγραφο 2, τις εκθέσεις των ελέγχων που αναφέρονται στο άρθρο 4 ή/και οποιοδήποτε άλλο στοιχείο το οποίο διαθέτει σχετικά με την τήρηση των διατάξεων του άρθρου 1, ότι δεν έχει τηρηθεί η οδηγία όσον αφορά την προστασία των ζώων κατά τη διάρκεια της μεταφοράς.»
8. Η οδηγία 91/628 θεσπίζει τα κριτήρια που πρέπει να ακολουθούν τα κράτη μέλη για την προστασία των ζώων κατά τη μεταφορά. Ειδικότερα, το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχεία β΄ και γ΄, ορίζει ότι τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε κάθε μεταφορέας να χρησιμοποιεί, για τη μεταφορά των ζώων, μεταφορικά μέσα που εξασφαλίζουν την τήρηση των κοινοτικών διατάξεων περί προστασίας της καλής διαβιώσεως των ζώων κατά τη μεταφορά, και ιδίως των απαιτήσεων που προβλέπονται στο παράρτημα της οδηγίας και να μη διενεργεί ή να μην αναθέτει τη μεταφορά των ζώων υπό συνθήκες που να εγκυμονούν κινδύνους τραυματισμού ή άσκοπης ταλαιπωρίας των.
9. Τέλος, το προαναφερθέν παράρτημα της οδηγίας ορίζει τις διάφορες προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούν τα μέσα μεταφοράς ώστε να μην εγκυμονούν κινδύνους τραυματισμού ή άσκοπης ταλαιπωρίας των ζώων, όπως προϋποθέσεις σχετικές με τον χώρο που τίθεται στη διάθεση των μεταφερόμενων ζώων ή τις συνθήκες υγιεινής.
II – Πραγματικά περιστατικά, προδικαστικό ερώτημα και διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
10. Τον Μάρτιο 1999, η εταιρία Viamex Agrar Handels (στο εξής: Viamex) δήλωσε στο Hauptzollamt Emdem την εξαγωγή 35 βοοειδών στον Λίβανο με το πλοίο «Al Haij Moustafa II».
11. Με απόφαση της 1ης Φεβρουαρίου 2001, το Hauptzollamt Hamburg-Jonas (στο εξής: Hauptzollamt) απέρριψε, βασιζόμενο στο άρθρο 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 615/98, την αίτηση χορηγήσεως επιστροφής κατά την εξαγωγή την οποία είχε υποβάλει η Viamex, με την αιτιολογία ότι η μεταφορά των ζώων είχε πραγματοποιηθεί κατά παράβαση των κοινοτικών ρυθμίσεων για την προστασία των ζώων. Ειδικότερα, το Hauptzollamt παρατήρησε ότι τα ζώα είχαν μεταφερθεί στον Λίβανο με πλοίο το οποίο, δεδομένου ότι περιλήφθηκε στις 28 Φεβρουαρίου 1997 στον αποκαλούμενο μαύρο πίνακα της Επιτροπής, έπρεπε κατά τη γνώμη του Hauptzollamt να θεωρηθεί ότι δεν ανταποκρινόταν κατά το χρονικό σημείο της εξαγωγής στις διατάξεις της οδηγίας 91/628 και συνεπώς δεν μπορούσε να θεωρηθεί κατάλληλο για τη μεταφορά ζώντων ζώων.
12. Η Viamex άσκησε ένσταση κατά της αρνητικής αποφάσεως, η οποία απορρίφθηκε από το Hauptzollamt με απόφαση της 18ης Μαΐου 2001.
13. Η Viamex προσέφυγε κατά της εν λόγω απορριπτικής αποφάσεως ενώπιον του Finanzgericht του Αμβούργου, υποστηρίζοντας ότι δεν υπήρξε καμία παράβαση των κοινοτικών ρυθμίσεων για τις επιστροφές, και συγκεκριμένα της οδηγίας 91/628, δεδομένου ότι από καμία διάταξη της κοινοτικής νομοθεσίας δεν προκύπτει ότι ένα πλοίο πρέπει να διαθέτει έγκριση για τη μεταφορά ζώντων ζώων. Κατά συνέπεια, η καταβολή της επιστροφής δεν ήταν δυνατόν να απορριφθεί εκ του λόγου ότι το πλοίο που χρησιμοποιήθηκε για τη μεταφορά είχε περιληφθεί σε μαύρο πίνακα της Επιτροπής, πολύ περισσότερο διότι η εγγραφή του πλοίου στον εν λόγω πίνακα βασίστηκε σε επιθεώρηση εμπειρογνώμονα της Επιτροπής στις 18 και 19 Φεβρουαρίου 1997, δηλαδή δύο έτη και πλέον πριν τη μεταφορά, αλλά και διότι η αίτηση επιστροφής κατά την εξαγωγή συνοδευόταν από τα ακόλουθα έγγραφα που πιστοποιούσαν τις εργασίες οι οποίες είχαν πραγματοποιηθεί στο πλοίο:
α) γραπτή δήλωση του πλοιάρχου του πλοίου της 16ης Οκτωβρίου 1997, η οποία προσυπογράφεται από τον προϊστάμενο των μεθοριακών κτηνιάτρων του Koper (Σλοβενία) και
β) πραγματογνωμοσύνη των διακανονιστών αβαριών Kälher & Prinz.
14. Το Hauptzollamt αντέτεινε ότι, εν προκειμένω, το γεγονός ότι το μέσο μεταφοράς που χρησιμοποιήθηκε είχε περιληφθεί σε μαύρο πίνακα της Επιτροπής αποτελούσε επαρκή λόγο για να θεωρηθεί ότι παραβιάστηκε η οδηγία 91/628 και να απορριφθεί, για τον λόγο αυτό, η πληρωμή της επιστροφής κατά την εξαγωγή σύμφωνα με τον κανονισμό 615/98.
15. Το αιτούν δικαστήριο, διατηρώντας αμφιβολίες σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 615/98, ανέστειλε την εκκρεμή ενώπιόν του διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Περιέχει η διάταξη του άρθρου 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 615/98 περίπτωση εξαιρέσεως που έχει ως συνέπεια ότι το Hauptzollamt υπέχει υποχρέωση εκθέσεως και αποδείξεως των περιστατικών όσον αφορά την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 615/98;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ανωτέρω ερώτημα: Όταν θεωρείται κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 615/98 ότι δεν έχει τηρηθεί η οδηγία όσον αφορά την προστασία των ζώων κατά τη διάρκεια της μεταφοράς, απαιτείται να αποδεικνύεται η ύπαρξη παραβάσεως της οδηγίας 91/628/ΕΟΚ στη συγκεκριμένη περίπτωση ή η αρμόδια αρχή ανταποκρίνεται στην υποχρέωση αιτιολογήσεως και αποδείξεως, όταν αναφέρει και αποδεικνύει τις περιστάσεις οι οποίες, συνολικώς θεωρούμενες, συνηγορούν με σοβαρή πιθανολόγηση υπέρ του ότι σε σχέση (επίσης) με την οικεία παρτίδα εξαγωγής δεν έχει τηρηθεί η οδηγία όσον αφορά την προστασία των ζώων κατά τη διάρκεια της μεταφοράς;
3) Ανεξαρτήτως των απαντήσεων στα ερωτήματα 1 και 2: Επιτρέπεται στην αρχή να αρνηθεί (πλήρως) τη χορήγηση της κατά το άρθρο 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 615/98/ΕΟΚ επιστροφής κατά την εξαγωγή στον εξαγωγέα, όταν ως προς την οικεία παρτίδα εξαγωγής δεν υφίσταται καμία ένδειξη ότι συνεπεία της (ενδεχομένης) παραβάσεως της οδηγίας 91/628/ΕΟΚ έχει θιγεί η καλή διαβίωση των ζώων κατά τη μεταφορά;»
16. Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν, σύμφωνα με το άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, το Hauptzollamt και η Επιτροπή. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση που πραγματοποιήθηκε ταυτόχρονα με τη συζήτηση των υποθέσεων C‑37/06 και C‑58/06, ανέπτυξαν προφορικά τις παρατηρήσεις τους σχετικά με την παρούσα υπόθεση η Viamex, η Γερμανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή.
III – Νομική ανάλυση
17. Θα ήθελα, κατ’ αρχάς, να παρατηρήσω ότι, αν το Δικαστήριο δεχθεί τη λύση που προτείνω για τις υποθέσεις C‑37/06 και C‑56/06 (σύμφωνα με την οποία η παραπομπή του άρθρου 1 του κανονισμού 615/98 στην οδηγία 91/628 όσον αφορά την καταβολή των επιστροφών κατά την εξαγωγή πρέπει να θεωρηθεί ανίσχυρη ως αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας), ο εν λόγω κανονισμός δεν θα μπορεί να θεωρηθεί εφαρμοστέος στην κρινόμενη υπόθεση και δεν θα χρειαστεί να δοθεί απάντηση στα ερωτήματα που υποβάλλονται στο Δικαστήριο στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας σχετικά με την ερμηνεία διατάξεώς του. Συνεπώς, θα αναλύσω τα προεκτεθέντα ερωτήματα για την περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο δεχθεί, στο πλαίσιο των υποθέσεων C‑37/06 και C‑58/06, ότι ο κανονισμός 615/98 είναι έγκυρος και δεν παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας.
Επί του πρώτου και του δεύτερου ερωτήματος
18. Με το πρώτο και το δεύτερο ερώτημα, τα οποία θα εξετάσω στη συνέχεια από κοινού λόγω του προφανούς δεσμού που υπάρχει μεταξύ τους, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν, δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 615/98, η εθνική διοικητική αρχή μπορεί, μολονότι της υποβάλλεται πιστοποιητικό επίσημου κτηνιάτρου του κράτους μέλους όπου βρίσκεται το σημείο εξόδου των βοοειδών από την Κοινότητα, από το οποίο προκύπτει ότι το μέσο με το οποίο μεταφέρθηκαν προς τρίτη χώρα πληροί, κατά τη χρονική στιγμή εκδόσεως του εν λόγω πιστοποιητικού, τις απαιτήσεις που τάσσει η οδηγία 91/628, να αρνηθεί την πληρωμή επιστροφής κατά την εξαγωγή βάσει στοιχείων τα οποία, αν και δεν αφορούν άμεσα την επίμαχη μεταφορά, συνηγορούν με σοβαρή πιθανολόγηση υπέρ του ότι δεν έχει τηρηθεί η εν λόγω οδηγία ή αν, αντιθέτως, η αρχή υποχρεούται να αιτιολογήσει και να αποδείξει ότι δεν τηρήθηκε η οδηγία αναφερόμενη ειδικά στη συγκεκριμένη περίπτωση.
19. Όπως προανέφερα, η απάντηση στα εξεταζόμενα ερωτήματα προϋποθέτει τη διαπίστωση της σχέσεως που γίνεται δεκτό ότι υπάρχει μεταξύ της παραγράφου 2 και της παραγράφου 3 του άρθρου 5 του κανονισμού 615/98 της Επιτροπής, όσον αφορά τη ρύθμιση των επιστροφών κατά την εξαγωγή βοοειδών.
20. Στο πλαίσιο αυτό θα πρέπει να κριθεί αν η διάταξη της παραγράφου 3 του εν λόγω άρθρου (σύμφωνα με την οποία «[δ]εν πληρώνεται η επιστροφή κατά την εξαγωγή, για τα ζώα τα οποία πεθαίνουν κατά τη μεταφορά ή για τα οποία η αρμόδια αρχή θεωρεί, έχοντας υπόψη τα έγγραφα που αναφέρονται στην παράγραφο 2, τις εκθέσεις των ελέγχων που αναφέρονται στο άρθρο 4 ή/και οποιοδήποτε άλλο στοιχείο το οποίο διαθέτει σχετικά με την τήρηση των διατάξεων του άρθρου 1, ότι δεν έχει τηρηθεί η οδηγία όσον αφορά την προστασία των ζώων κατά τη διάρκεια της μεταφοράς») περιέχει, όπως αναφέρεται στο ερώτημα που υπέβαλε το Finanzgericht Hamburg, «περίπτωση εξαιρέσεως». Προς τον σκοπό αυτό, θα πρέπει να διευκρινιστεί αν η διάταξη αυτή πρέπει να ερμηνευθεί σε συνδυασμό με τη διάταξη της παραγράφου 2 –σύμφωνα με την οποία οι αιτήσεις πληρωμής των επιστροφών κατά την εξαγωγή οι οποίες συντάσσονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 47 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3665/87 πρέπει να συμπληρωθούν εντός της προθεσμίας που προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο από την απόδειξη για την τήρηση των διατάξεων του άρθρου 1. Η απόδειξη αυτή παρέχεται: i) από το έγγραφο που αναφέρεται στο άρθρο 2, παράγραφος 3, δεόντως συμπληρωμένο και ii) ενδεχομένως, από την έκθεση που αναφέρεται στο άρθρο 3, παράγραφος 2 –ή αν, αντιθέτως, οι δύο διατάξεις πρέπει να ερμηνεύονται και να εφαρμόζονται αυτοτελώς. Στην πρώτη περίπτωση, θα έχει σχετική αξία το να αποδείξει ο εξαγωγέας ότι τηρήθηκαν τα προβλεπόμενα από την παράγραφο 2 του άρθρου 5 προσκομίζοντας το έγγραφο το οποίο εξέδωσε, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 3, ο επίσημος κτηνίατρος του σημείου εξόδου των ζώων από την Κοινότητα και από το οποίο προκύπτει ότι ο επίσημος κτηνίατρος εξακρίβωσε και πιστοποίησε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση «το μέσο μεταφοράς, με το οποίο τα ζώα θα εγκαταλείψουν το τελωνειακό έδαφος, είναι σύμφωνο με τα προβλεπόμενα στις διατάξεις της οδηγίας 91/628/ΕΟΚ» (οδηγία το άρθρο 5 της οποίας υποχρεώνει τα κράτη μέλη, μεταξύ άλλων, να μεριμνούν ώστε «κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που διενεργεί μεταφορές ζώων για εμπορικούς σκοπούς [...] γ) να χρησιμοποιεί, για τη μεταφορά των ζώων στα οποία αναφέρεται η παρούσα οδηγία, μεταφορικά μέσα που επιτρέπουν την τήρηση των απαιτήσεων […] που προβλέπονται στο παράρτημα»). Θα αρκούσε η αρχή που είναι αρμόδια για τη χορήγηση της επιστροφής να διατυπώσει, βάσει οποιουδήποτε στοιχείου διαθέτει, ουσιώδεις αμφιβολίες όσον αφορά την τήρηση της οδηγίας για να αντιστραφεί το βάρος αποδείξεως και να επιρριφθεί στον εξαγωγέα, αναγκάζοντάς τον να αποδείξει ότι οι αμφιβολίες αυτές στερούνται βάσεως. Στη δεύτερη περίπτωση, αντιθέτως, η αρχή θα ήταν εκείνη που θα έπρεπε να αποδείξει ότι τα στοιχεία τα οποία επικαλείται είναι ικανά να θεμελιώσουν τον ισχυρισμό της ότι τα έγγραφα που επισυνάπτονται στην αίτηση επιστροφής δεν αποδεικνύουν την τήρηση της οδηγίας.
21. Είναι σαφές ότι, με τη διάταξη περί παραπομπής, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να επαληθεύσει την αξιοπιστία των επιχειρημάτων τα οποία, όπως ρητώς βεβαιώνει, το οδηγούν να κλίνει προς τη δεύτερη λύση. Τα επιχειρήματα τα οποία προβάλλει σχετικά είναι τα ακόλουθα:
α) το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 615/98 προβλέπει ρητώς ότι ο εξαγωγέας πρέπει να αποδεικνύει ότι έχει τηρηθεί το άρθρο 1 του κανονισμού και συνεπώς και η οδηγία 91/628, προσκομίζοντας το έγγραφο που αναφέρεται στο άρθρο 2, παράγραφος 3, δεόντως συμπληρωμένο·
β) ο κανονισμός (ΕΚ) 639/2003 της Επιτροπής, της 9ης Απριλίου 2003, για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής με βάση τον κανονισμό (ΕΚ) 1254/1999 του Συμβουλίου, όσον αφορά τις απαιτήσεις για τη χορήγηση επιστροφών κατά την εξαγωγή σε σχέση με την καλή μεταχείριση των ζωντανών βοοειδών κατά τη μεταφορά (6), αντικατέστησε, όπως αναφέρεται στη δεύτερη αιτιολογική του σκέψη, τον κανονισμό 615/98 για «λόγους σαφήνειας». Κατόπιν αυτού, εξέλιπε κάθε δυνατότητα να θεωρηθούν οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 5 του εν λόγω κανονισμού στάδια μιας ενιαίας διαδικασίας πληρωμής, για την ολοκλήρωση της οποίας πρέπει να υπάρχει, πρώτον, αίτηση στην οποία αποδίδεται σχετική αποδεικτική αξία και την οποία υποβάλλει ο εξαγωγέας, και στη συνέχεια, ενδεχομένως, δεύτερη φάση χαρακτηριζόμενη από ανάλυση των στοιχείων που γεννούν ουσιώδεις αμφιβολίες και τα οποία ο εξαγωγέας, ως αιτών την επιστροφή, πρέπει να αντικρούσει προσκομίζοντας περαιτέρω αποδεικτικά στοιχεία. Σύμφωνα με τον εν λόγω κανονισμό, τα στοιχεία τα οποία περιλαμβάνονται στην παράγραφο 2, δηλαδή η αίτηση επιστροφής που υποβάλλει ο εξαγωγέας και τα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία συνίστανται στα έγγραφα που αναφέρονται στην παράγραφο 2, συναποτελούν τη «διαδικασία καταβολής των επιστροφών κατά την εξαγωγή»·
γ) ο κοινοτικός νομοθέτης δεν διατύπωσε τη διάταξη του άρθρου 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 615/98 σε υποθετική έγκλιση, προβλέποντας ότι η αρχή θα μπορούσε να κρίνει βάσει οποιουδήποτε άλλου στοιχείου το οποίο διαθέτει σχετικά με την τήρηση των διατάξεων του άρθρου 1 του κανονισμού 615/98, ότι ενδέχεται να μην έχει τηρηθεί η οδηγία 91/628. Κατά συνέπεια, η άρνηση καταβολής της επιστροφής κατά την εξαγωγή δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 3, προϋποθέτει ότι η αρμόδια αρχή αποδεικνύει ότι η οδηγία 91/628 δεν έχει πράγματι τηρηθεί σε σχέση με την επίμαχη μεταφορά·
δ) μόνον παραβάσεις που διαπιστώνονται, και συνεπώς αποδεικνύονται συγκεκριμένα, θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν αφεαυτών, και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, την απόλυτη άρνηση καταβολής επιστροφής κατά την εξαγωγή σε εξαγωγέα ο οποίος αποδεικνύει την τήρηση του άρθρου 1 του κανονισμού 615/98, προσκομίζοντας τα έγγραφα ή τις εκθέσεις που προβλέπει το άρθρο 5, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού 615/98·
ε) το άρθρο 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 615/98 αναφέρει τέσσερις εναλλακτικές περιπτώσεις στις οποίες δεν χορηγείται η επιστροφή κατά την εξαγωγή. Δεδομένου ότι αυτές οι εναλλακτικές περιπτώσεις δεν είναι απλώς ισοδύναμες, αλλά ισχύουν και μεμονωμένα και είναι όλες εξίσου λυσιτελείς, το «οποιοδήποτε άλλο στοιχείο» διαθέτει η αρχή, το οποίο αναφέρεται ως τέταρτη εναλλακτική περίπτωση, πρέπει να έχει ισχύ και ιδιότητες ταυτιζόμενες με τις προηγούμενες εναλλακτικές περιπτώσεις, προκειμένου να δικαιολογεί την πλήρη απώλεια του δικαιώματος επιστροφής. Αμφιβολίες και πιθανότητες δεν θα έπρεπε να θεωρούνται επαρκείς ώστε να υπαχθούν στην εν λόγω εναλλακτική περίπτωση.
22. Τα επιχειρήματα τα οποία εκθέτει το αιτούν δικαστήριο για τη θεμελίωση της λύσεως την οποία προκρίνει όσον αφορά το πρόβλημα που τίθεται με τα δύο πρώτα ερωτήματα φαίνονται, στο σύνολό τους, απολύτως λογικά. Στα επιχειρήματα αυτά μπορούν, εντούτοις, να προστεθούν άλλα, όχι λιγότερο σημαντικά, σχετικά με τις υποχρεώσεις οι οποίες επιβάλλονται στα κράτη μέλη με τα άρθρα 8 και 18 της οδηγίας 91/628 του Συμβουλίου στα κράτη μέλη, υποχρεώσεις τις οποίες δεν μπορούσε να αγνοήσει η Επιτροπή κατά την έκδοση του κανονισμού 615/98 και συνεπώς δεν μπορούν να αγνοηθούν κατά την ερμηνεία των διατάξεων του κανονισμού αυτού.
23. Σύμφωνα με το προαναφερθέν άρθρο 8, «[τ]α κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, τηρουμένων των αρχών και των κανόνων ελέγχου που ορίζει η οδηγία 90/425/ΕΟΚ, οι αρμόδιες αρχές να ελέγχουν εάν τηρούνται οι επιταγές της παρούσας οδηγίας, επιθεωρώντας χωρίς διακρίσεις:
[...]
γ) τα μεταφορικά μέσα [...] στους τόπους αναχώρησης [...]».
24. Σε σχέση με την υποχρέωση αυτή, ο κανονισμός 615/98, ο οποίος φέρει τον τίτλο «Έλεγχος στην Κοινότητα», ορίζει στο άρθρο 2, παράγραφος 2, τα εξής:
«Ο επίσημος κτηνίατρος στο σημείο εξόδου πρέπει να εξακριβώσει και να πιστοποιήσει σύμφωνα με τις διατάξεις της οδηγίας 96/93/ΕΚ του Συμβουλίου ότι:
[...]
– το μέσο μεταφοράς, με το οποίο τα ζώα θα εγκαταλείψουν το τελωνειακό έδαφος, είναι σύμφωνο με τα προβλεπόμενα στις διατάξεις της οδηγίας 91/628/ΕΟΚ»· ενώ το άρθρο 2, παράγραφος 3, προβλέπει ότι ο ίδιος κτηνίατρος, εφόσον «θεωρεί ότι πληρούνται οι όροι που προβλέπονται στην παράγραφο 2, επιβεβαιώνει τη διαπίστωση αυτή με την ένδειξη […].
– “Έλεγχοι βάσει του άρθρου 2 του κανονισμού (ΕΚ) 615/98 ικανοποιητικοί”.»
25. Το άρθρο 18 της οδηγίας 91/628 ορίζει ότι «[τ]α κράτη μέλη λαμβάνουν τα κατάλληλα ειδικά μέτρα».
26. Το γεγονός ότι το έγγραφο το οποίο εκδίδει ο επίσημος κτηνίατρος στο σημείο εξόδου από την Κοινότητα δεν αποτελεί απλή υπηρεσία που παρέχεται από τον κτηνίατρο προς τον εξαγωγέα, αλλά πιστοποίηση ελεγκτικού έργου, το οποίο τα κράτη μέλη υποχρεούνται να εκπληρώνουν βάσει της ισχύουσας κοινοτικής ρυθμίσεως, δεν μπορεί παρά να ασκεί ουσιώδη επιρροή στην αποδεικτική αξία την οποία προσδίδει στο έγγραφο αυτό ο κανονισμός 615/98.
27. Δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι όσα αναφέρθηκαν στην προηγούμενη παράγραφο δεν ισχύουν σε μια κατάσταση όπως η επίδικη, στην οποία ο έλεγχος σχετικά με το αν το μέσο μεταφοράς πληροί τις διατάξεις της οδηγίας 91/628 διενεργείται σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος που είναι αρμόδιο για την εκκαθάριση της επιστροφής κατά την εξαγωγή και το έγγραφο που προβλέπεται από το άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 615/98 εκδίδεται από την αρχή εκείνου του κράτους και όχι του κράτους που είναι αρμόδιο για την εκκαθάριση της επιστροφής. Η δυνατότητα αυτή αποκλείεται από τη λογική του νομικού συστήματος στο οποίο εντάσσεται ο εν λόγω κανονισμός.
28. Πράγματι, το εν λόγω σύστημα, προκειμένου να επιτύχει τους στόχους της προστασίας των ζώων και της αρμονικής λειτουργίας των κοινών οργανώσεων αγοράς ζώων και προϊόντων ζωικής προελεύσεως, δημιούργησε ένα κοινοτικό δίκτυο η λειτουργία του οποίου, στην οπτική της υλοποιήσεως της εσωτερικής αγοράς, προϋποθέτει αναγκαστικά συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών βασιζόμενη στην αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως.
29. Λόγω της μεγαλύτερης αποδεικτικής αξίας την οποία προσδίδει στο εν λόγω έγγραφο το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 615/98 και η οποία δεν αφορά μόνον την υποχρέωση την οποία επιβάλλει στα κράτη μέλη το προαναφερθέν άρθρο 8 της οδηγίας 91/628 του Συμβουλίου, αλλά και τη λειτουργία της αρχής της αμοιβαίας αναγνωρίσεως, πρέπει να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ότι μπορεί η αρχή που είναι αρμόδια να καταβάλει την επιστροφή κατά την εξαγωγή να επικαλείται και να δίδει το προβάδισμα σε αντίθετο αποδεικτικό στοιχείο το οποίο αντικρούεται από τα στοιχεία που προσκομίζει ο εξαγωγέας, υποστηρίζοντας χωρίς ενδελεχή μελέτη ότι τα στοιχεία αυτά είναι αλυσιτελή.
30. Και αυτό διότι το να μην προσδίδεται επαρκής σημασία στα στοιχεία που προσκομίζει ο εξαγωγέας α) βαίνει πέραν της ισόρροπης αξιολογήσεως του βάρους αποδείξεως που επιβάλλει στη διοίκηση το άρθρο 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 615/98, αυτοτελώς ερμηνευόμενο, όπως ορθώς δέχεται το αιτούν δικαστήριο, και β) ουσιαστικά επιφέρει πλήρη αντιστροφή του βάρους αποδείξεως το οποίο επιβάλλεται σαφώς στον εξαγωγέα.
31. Από τα στοιχεία τα οποία υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο με τη διάταξη περί παραπομπής δεν προκύπτει ότι στην κρινόμενη υπόθεση ο ισχυρισμός του Hauptzollamt Hamburg έρχεται σε αντίθεση με την αποδεικτική αξία που προσδίδεται στο έγγραφο του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 615/98, όπως αυτή διευκρινίζεται στο προηγούμενο σημείο 29.
32. Πράγματι, το αιτούν δικαστήριο ιστορεί ότι:
– η αρχή που ήταν αρμόδια για την καταβολή των επιστροφών κατά την εξαγωγή εξέφρασε αμφιβολίες όσον αφορά τη συμβατότητα του χρησιμοποιηθέντος μέσου μεταφοράς προς την οδηγία βασισθείσα α) στο γεγονός ότι στις 18 και 19 Φεβρουαρίου 1997 εμπειρογνώμονας κτηνίατρος της Επιτροπής είχε επιθεωρήσει στο λιμάνι Koper το πλοίο με το οποίο πραγματοποιήθηκε, τον Μάρτιο 1999, η επίδικη μεταφορά και διαπίστωσε ότι δεν ανταποκρινόταν για διάφορους λόγους στα προβλεπόμενα από την οδηγία 91/628 και β) το πλοίο αποχαρακτηρίστηκε ως ακατάλληλο για τη μεταφορά ζώων μόνο μετά από έλεγχο που πραγματοποιήθηκε από Γάλλους κτηνιάτρους τον Νοέμβριο 1999·
– αντικρούοντας αυτά τα στοιχεία, ο εξαγωγέας ισχυρίζεται, όπως προαναφέρθηκε στην παράγραφο 12, ότι του ελέγχου από Γάλλους κτηνιάτρους τον Νοέμβριο 1999 είχαν προηγηθεί α) εργασίες για την αποκατάσταση των ανεπαρκειών που είχαν επισημανθεί στις 18 και 19 Φεβρουαρίου 1997, όπως προκύπτει από γραπτή δήλωση του πλοιάρχου της 16ης Οκτωβρίου 1997, η οποία προσυπογράφηκε από τον προϊστάμενο των μεθοριακών κτηνιάτρων στο Koper (Σλοβενία) και β) πραγματογνωμοσύνη των διακανονιστών αβαριών Kälher & Prinz·
– η γερμανική διοικητική αρχή έκρινε ότι τα στοιχεία αυτά δεν ασκούσαν επιρροή, μολονότι μπορούσε να θεωρηθεί ότι επιβεβαιώνονται από την επιθεώρηση που πραγματοποίησαν οι Γάλλοι κτηνίατροι τον Νοέμβριο 1999.
33. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η διοικητική αρχή, κρίνοντας ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του τρίτου εδαφίου του άρθρου 5 και απορρίπτοντας το αίτημα καταβολής της επιστροφής, μολονότι της είχαν υποβληθεί τα στοιχεία που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο, αντέστρεψε με υπερβολική ευκολία το βάρος αποδείξεως που έφερε επιβάλλοντάς το κυρίως στον εξαγωγέα. Πράγματι, και αν ακόμα θεωρηθεί ότι μπορούσε ευλόγως και ευχερώς να υποστηρίξει ότι η γραπτή δήλωση του πλοιάρχου της 16ης Οκτωβρίου 1997 σχετικά με τις πραγματοποιηθείσες εργασίες προερχόταν από πρόσωπο που ανήκει στη σφαίρα επιρροής της προσφεύγουσας της κύριας δίκης, δεν μπορούσε να κάνει το ίδιο όσον αφορά την προσυπογραφή της δηλώσεως αυτής από τον προϊστάμενο των μεθοριακών κτηνιάτρων του Koper ή τη γνωμοδότηση των διακανονιστών αβαριών Kähler & Prinz της 22ας Σεπτεμβρίου 1998. Πρέπει δε να θεωρηθεί ότι η γερμανική διοικητική αρχή αντέστρεψε το βάρος αποδείξεως, λαμβανομένου υπόψη ότι, κατά ισόρροπη αξιολόγηση της κατανομής του βάρους αποδείξεως, όφειλε να αποδείξει μόνον «περιστάσεις οι οποίες, συνολικώς θεωρούμενες, συνηγορούν με σοβαρή πιθανολόγηση υπέρ του ότι δεν έχει τηρηθεί η οδηγία όσον αφορά την προστασία των ζώων κατά τη διάρκεια της μεταφοράς». Πράγματι, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι το γεγονός ότι η γερμανική διοικητική αρχή θεώρησε κρίσιμη μόνον την επιθεώρηση της 18ης και 19ης Φεβρουαρίου και όχι τα λοιπά προαναφερθέντα στοιχεία δεν αποτελεί πρόσφορη συνολική εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών.
34. Η ορθότητα της απαντήσεως στο πρώτο και το δεύτερο ερώτημα, την οποία προκρίνει το αιτούν δικαστήριο, επιβεβαιώνεται αν ληφθεί υπόψη το άρθρο 18, παράγραφος 1, της οδηγίας 91/628 του Συμβουλίου, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, ορίζει ότι «[τ]α κράτη μέλη λαμβάνουν τα κατάλληλα ειδικά μέτρα για την επιβολή κυρώσεων σε περίπτωση παράβασης της παρούσας οδηγίας» (συμπεριλαμβανομένων των παραβάσεων που οφείλονται στο ότι δεν χρησιμοποιήθηκαν «για τη μεταφορά των ζώων [...] μεταφορικά μέσα που επιτρέπουν την τήρηση των απαιτήσεων που προβλέπονται στο παράρτημα»), «είτε από φυσικά, είτε από νομικά πρόσωπα» (7).
35. Πράγματι, δεν είναι δυνατόν να παραβλεφθεί ότι με τη διάταξη αυτή ο κοινοτικός νομοθέτης εφάρμοσε μια πολύ συγκεκριμένη αρχή η οποία αποτελεί μέρος της παραδόσεως των ευρωπαϊκών κρατών και ασφαλώς αναπόσπαστο μέρος της κοινοτικής έννομης τάξεως: της αρχής που έχει κατ’ επανάληψη διακηρύξει το Δικαστήριο ότι μια κύρωση η οποία πλήττει τα δικαιώματα ή τις ελευθερίες των φυσικών και νομικών προσώπων μπορεί να επιβληθεί μόνον αν στηρίζεται σε σαφή και μη διφορούμενη νομική βάση (8) και κρίνεται ανάλογη προς την παράβαση για την οποία επιβάλλεται (9).
36. Όπως προαναφέρθηκε στο σημείο 34, το Συμβούλιο έχει διευκρινίσει ότι η αρχή αυτή πρέπει να τηρείται από τα κράτη μέλη στο πλαίσιο της εφαρμογής της οδηγίας στην οποία περιλαμβάνεται το εν λόγω άρθρο 18.
37. Στην υπόθεση Wilfried Monsees (10), το Δικαστήριο υπογράμμισε με έμφαση την αρχή αυτή, αποφαινόμενο ρητώς ότι είναι εφαρμοστέα κατά την αξιολόγηση πράξεως την οποία θεσπίζει κράτος μέλος για τη μεταφορά της οδηγίας 91/628 και υπό το πρίσμα της οδηγίας 95/29, μολονότι η τελευταία αυτή οδηγία άρχισε να εφαρμόζεται από ημερομηνία μεταγενέστερη των πραγματικών περιστατικών τα οποία αφορούσε η κρινόμενη υπόθεση. Κρίνοντας ότι προφανώς η οδηγία αυτή περιέχει μια αξιολόγηση και μια κρίση γενικού χαρακτήρα εκπεφρασμένη ευθέως από τον κοινοτικό νομοθέτη, το Δικαστήριο αποφάνθηκε με τη σκέψη 30 της εν λόγω αποφάσεως ότι «μπορούσαν να ληφθούν μέτρα κατάλληλα για την επίτευξη του σκοπού της προστασίας της υγείας των ζώων και λιγότερο περιοριστικά για την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων» σε σχέση με αυτά που προέβλεπε η οδηγία 91/628 «όπως προκύπτει από τις διατάξεις της οδηγίας 95/29».
38. Όπως επισήμανα με τις προτάσεις που ανέπτυξα στις 13 Σεπτεμβρίου 2007 στις υποθέσεις C‑37/06 και C‑58/06, η προσέγγιση και η αρχή που ακολούθησε το Δικαστήριο δεν μπορούσαν να μη ληφθούν υπόψη από την Επιτροπή κατά την έκδοση του κανονισμού 615/98, διότι, αφενός:
α) η αξιολόγηση και η κρίση που εξέφρασε ο κοινοτικό νομοθέτης με το άρθρο 18 της οδηγίας 91/628 του Συμβουλίου δημιούργησαν ένα κριτήριο –το κριτήριο σύμφωνα με το οποίο οι κυρώσεις που θεσπίζονται στον τομέα αυτόν πρέπει να συγκεκριμενοποιούν κατάλληλα ειδικά μέτρα– το οποίο δεν μπορούσε να αγνοήσει η Επιτροπή σε κανονισμό που εκδόθηκε για την εφαρμογή της εν λόγω οδηγίας και, αφετέρου,
β) εάν μια παράμετρος της κρίσεως που έχει εκφράσει ο κοινοτικός νομοθέτης με μια οδηγία μπορεί να χρησιμοποιηθεί προκειμένου να αξιολογηθεί η αναλογικότητα μέτρων που έχει λάβει ένα κράτος για την εφαρμογή προηγούμενης οδηγίας, η παράμετρος αυτή μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατά μείζονα λόγο, αν έχει περιληφθεί σε οδηγία του Συμβουλίου, προκειμένου να ερμηνευθεί κανονισμός της Επιτροπής που έχει εκδοθεί για την εφαρμογή της οδηγίας.
39. Κατά συνέπεια, προκειμένου να δοθεί απάντηση στο διευκρινιστικό ερώτημα που υποβάλλει το Finanzericht στο Δικαστήριο, πρέπει να εξακριβωθεί κατά πόσον η παραπομπή στην οδηγία 91/628, η οποία γίνεται με τον κανονισμό 615/98, συνάδει με την αρχή της αναλογικότητας, πράγμα που προϋποθέτει αναγκαστικά την αναζήτηση της κατάλληλης ισορροπίας μεταξύ της εξασφαλίσεως της επιτεύξεως των στόχων των κοινοτικών πολιτικών τους οποίους επιδιώκει ο κανονισμός και της έννομης προστασίας των προσώπων στα οποία απευθύνεται.
40. Συναφώς, θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, σύμφωνα με την οδηγία, η ευθύνη για την προστασία της υγείας των ζώων δεν απόκειται αποκλειστικά στον εξαγωγέα ή στον εκπρόσωπό του, αλλά και στα κράτη μέλη. Όπως προαναφέρθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 8 της οδηγίας, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να μεριμνούν ώστε «οι αρμόδιες αρχές να ελέγχουν εάν τηρούνται οι επιταγές της [...] οδηγίας, επιθεωρώντας χωρίς διακρίσεις
[...]
γ) τα μεταφορικά μέσα [...] στους τόπους αναχώρησης [...]».
41. Λαμβανομένης υπόψη αυτής της κοινής ευθύνης για την εξασφάλιση της προστασίας της υγείας των βοοειδών, δεν είναι δυνατόν να κριθεί σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητας να μπορεί η διοικητική αρχή που είναι αρμόδια για την καταβολή των επιστροφών κατά την εξαγωγή να ερμηνεύει την παράγραφο 2 του άρθρου 5 κατά τον τρόπο που προεκτέθηκε στα σημεία 11 και 13. Η δυνατότητα αυτή θα ήταν δυσανάλογη, διότι θα έθιγε ουσιωδώς το δικαίωμα του εξαγωγέα χωρίς να λαμβάνει υπόψη την παράβαση της υποχρεώσεως ελέγχου των μέσων μεταφοράς των ζώων την οποία επιβάλλει στο κράτος μέλος από το οποίο τα μεταφορικά μέσα εγκαταλείπουν το τελωνειακό έδαφος το προαναφερθέν άρθρο 8 της οδηγίας 91/628, επιτρέποντας στην αρχή που είναι αρμόδια για την καταβολή των επιστροφών κατά την εξαγωγή να θεωρήσει ότι διαπράχθηκε παράβαση και να μη δεχθεί ως αποδεικτικό στοιχείο το έγγραφο του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 615/98 ασκώντας τη δυνατότητα που της δίνει η παράγραφος 3 του ίδιου άρθρου. Η δυνατότητα αυτή θα πρέπει κατά μείζονα λόγο να θεωρηθεί δυσανάλογη, αν ληφθεί υπόψη ότι, σύμφωνα πάντα με τη θέση που ακολουθεί το Hauptzollamt αρκούμενο σε γραμματική απλώς ερμηνεία της διατάξεως, μπορεί να ασκηθεί αν υπάρχει απλή αμφιβολία ή υπόθεση προκύπτουσα από ένα μόνο στοιχείο το οποίο δεν συνεξετάζεται με άλλα στοιχεία, τα οποία κρίνονται, προχείρως και εσφαλμένως, ως αλυσιτελή.
42. Οι σκέψεις που εκτέθηκαν στις προηγούμενες παραγράφους, και ιδίως στις παραγράφους 40 και 41, βρίσκουν έρεισμα στον κανονισμό 1/2005 του Συμβουλίου που εκδόθηκε κατόπιν συστάσεως της Επιτροπής να τροποποιηθεί η κοινοτική νομοθεσία που θεμελιώνεται στην οδηγία 91/628/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 95/29/ΕΚ του Συμβουλίου, προκειμένου να ληφθεί υπόψη η πείρα που απέκτησαν τα κράτη μέλη από την εφαρμογή της εν λόγω νομοθεσίας. Πράγματι, ο εν λόγω κανονισμός:
α) υπογραμμίζει, στη 16η αιτιολογική σκέψη, ότι στη μεταφορά ζώων δεν εμπλέκονται μόνον οι μεταφορείς, αλλά και άλλες κατηγορίες επιχειρήσεων και συνεπώς «[ο]ρισμένες υποχρεώσεις που αφορούν τις συνθήκες διαβίωσης των ζώων θα πρέπει να επεκταθούν σε όλες τις επιχειρήσεις που εμπλέκονται στη μεταφορά ζώων»·
β) διευκρινίζει, στην 22η αιτιολογική σκέψη, ότι «[τ]α κράτη μέλη θα πρέπει να θεσπίσουν κανόνες για τις κυρώσεις που θα επιβάλλονται για παραβάσεις» των διατάξεων του κανονισμού και να μεριμνούν ώστε οι κυρώσεις αυτές να είναι «αναλογικές».
Επί του τρίτου ερωτήματος
43. Με το τρίτο ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσία, να πληροφορηθεί αν, δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 615/98, μπορεί να απορριφθεί το αίτημα πληρωμής των επιστροφών κατά την εξαγωγή σε περίπτωση παραβάσεως των διατάξεων της οδηγίας 91/628, ακόμα και αν από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι η καλή διαβίωση των μεταφερομένων ζώων έχει πράγματι θιγεί λόγω μη τηρήσεως της προαναφερθείσας οδηγίας.
44. Από το γράμμα της παραγράφου 3 του άρθρου 5 του κανονισμού 615/98 προκύπτει σαφώς ότι στόχος της Επιτροπής ήταν να θέσει ως προϋπόθεση για την καταβολή των επιστροφών κατά την εξαγωγή απλώς και μόνον την τήρηση των διατάξεων της οδηγίας 91/628, ανεξαρτήτως της διαπιστώσεως ότι επήλθε συγκεκριμένη βλάβη στα μεταφερόμενα ζώα λόγω μη τηρήσεως των προϋποθέσεων που τάσσει η εν λόγω οδηγία. Πράγματι, το προαναφερθέν άρθρο ορίζει ότι οι αρμόδιες αρχές δεν καταβάλλουν τις επιστροφές κατά την εξαγωγή, εκτός από τα ζώα τα οποία πεθαίνουν κατά τη μεταφορά, και για τα ζώα για τα οποία η αρμόδια αρχή θεωρεί ότι δεν έχει τηρηθεί η οδηγία, χωρίς να προβλέπεται κάποια συγκεκριμένη εξακρίβωση της βλάβης που υπέστησαν τα ζώα λόγω της παραβάσεως των κοινοτικών διατάξεων περί προστασίας της καλής διαβιώσεώς τους.
45. Πράγματι, είναι προφανές ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο να επισημανθούν ίχνη ταλαιπωρίας την οποία υπέστησαν τα ζώα κατά τις φάσεις του ταξιδιού και συνεπώς να προκύψουν στοιχεία που να αποδεικνύουν τη βλάβη που υπέστησαν ή, πολύ περισσότερο, τη διακινδύνευση της καλής τους διαβιώσεως.
46. Εντούτοις, τα προεκτεθέντα στα σημεία 44 και 45 δεν επηρεάζουν το ότι η συνδρομή των προϋποθέσεων απορρίψεως του αιτήματος καταβολής επιστροφών κατά την εξαγωγή πρέπει να διαπιστώνεται βάσει όσων επισημάνθηκαν στην απάντηση που δόθηκε στο πρώτο και στο δεύτερο ερώτημα, στα σημεία 18 έως 42. Συνεπώς, το σύστημα κυρώσεων που προβλέπει ο κανονισμός 615/98 μπορεί να εφαρμοστεί μόνο στο μέτρο που κρίνεται ότι συνάδει με την αρχή της αναλογικότητας.
IV – Πρόταση
47. Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την ακόλουθη κοινή απάντηση στα ερωτήματα που υπέβαλε το Finanzgericht Hamburg:
«Δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η διάταξη του άρθρου 5, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 615/98 της Επιτροπής, της 18ης Μαρτίου 1998, για ειδικές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των επιστροφών κατά την εξαγωγή όσον αφορά την καλή μεταχείριση των ζωντανών βοοειδών κατά τη μεταφορά, προβλέπει ένα δεύτερο μέρος αποδείξεων που πρέπει να προσκομίσει ο αιτών επιστροφή κατά την εξαγωγή βοοειδών προκειμένου να επιτύχει την πληρωμή της επιστροφής. Η οδηγία 91/628/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Νοεμβρίου 1991, για την προστασία των ζώων κατά τη μεταφορά δεν επιβάλλει υποχρεώσεις όσον αφορά την τήρησή της μόνο στον εξαγωγέα, αλλά και στα κράτη μέλη και στις αρχές τους. Εφόσον η αίτηση πληρωμής συνοδεύεται από τα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία προβλέπει η παράγραφος 2 του άρθρου 5 του προαναφερθέντος κανονισμού, δεν συνάδει με την αρχή της αναλογικότητας το να ερμηνευθεί η παράγραφος 3 του ίδιου άρθρου κατά τρόπον ώστε να επιτρέπεται στην αρχή που είναι αρμόδια για την πληρωμή της επιστροφής να απορρίψει το αίτημα πληρωμής λόγω αμφιβολιών ή υποθέσεων σχετικών με τη μη τήρηση της οδηγίας κατά τη μεταφορά, ανεξαρτήτως του ότι η εν λόγω αρχή δεν υποχρεούται να αποδείξει τη συγκεκριμένη βλάβη που υπέστησαν τα ζώα κατά την επίμαχη μεταφορά.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
2 – Κανονισμός της Επιτροπής, της 18ης Μαρτίου 1998, για ειδικές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των επιστροφών κατά την εξαγωγή όσον αφορά την καλή μεταχείριση των ζωντανών βοοειδών κατά τη μεταφορά (ΕΕ L 82, σ. 19).
3 – ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 72.
4 – Κανονισμός του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1997, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 805/68 περί κοινής οργανώσεως της αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος (ΕΕ L 356, σ. 13).
5 – Οδηγία του Συμβουλίου, της 19ης Νοεμβρίου 1991, για την προστασία των ζώων κατά τη μεταφορά και για την τροποποίηση των οδηγιών 90/425/ΕΟΚ και 91/496/ΕΟΚ (EE L 340, σ. 17), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 95/29/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 1995 (ΕΕ L 148, σ. 52). Η οδηγία αυτή καταργήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1/2005 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2004, για την προστασία των ζώων κατά τη μεταφορά και συναφείς δραστηριότητες και για την τροποποίηση των οδηγιών 64/432/ΕΟΚ και 93/119/ΕΚ και του κανονισμού (ΕΚ) 1255/97 (ΕΕ L 3, σ. 1). Εντούτοις, το άρθρο 33 του εν λόγω κανονισμού προβλέπει ότι η οδηγία καταργείται μόνον από τις 5 Ιανουαρίου 2007.
6 ΕΕ L 93, σ. 10.
7 _ Άρθρο 18, παράγραφος 1, και άρθρο 5, μέρος Α, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄.
8 – Βλ., για παράδειγμα, αποφάσεις της 18ης Νοεμβρίου 1987, 137/85, Maizena (Συλλογή 1987, σ. 4587, σκέψη 15), και της 12ης Δεκεμβρίου 1990, C‑172/89, Vandermoortele κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. I‑4677, σκέψη 9).
9 – Βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Maizena, σκέψη 15, και απόφαση της 11ης Ιουλίου 2002, C‑210/00, Käserei Champignon Hofmeister (Συλλογή 2002, σ. I-6453, σκέψη 59).
10 – Απόφαση της 11ης Μαΐου 1999, C‑350/97 (Συλλογή 1999, σ. I‑2921).
Full & Egal Universal Law Academy