ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JULIANE KOKOTT
της 20ής Σεπτεμβρίου 2007 (1)
Υπόθεση C‑135/06 P
Roderich Weißenfels
κατά
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου
«Αίτηση αναιρέσεως – Κοινοτικός υπάλληλος – Αποδοχές – Επίδομα συντηρούμενου τέκνου – Άρθρο 67, παράγραφος 2, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως – Αφαίρεση των επιδομάτων της ιδίας φύσεως που καταβάλλονται από άλλη πηγή»
I – Εισαγωγή
1. Η παρούσα αναιρετική διαδικασία δίδει αφορμή προκειμένου να εξεταστεί μεταξύ άλλων το ζήτημα πότε υπάρχουν «επιδόματα της ιδίας φύσεως που καταβάλλονται από άλλη πηγή» κατά την έννοια του άρθρου 67, παράγραφος 2, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (στο εξής: ΚΥΚ).
2. Αντικείμενο της αναιρετικής διαδικασίας είναι η υπηρεσιακού χαρακτήρα διαφορά μεταξύ ενός κοινοτικού υπαλλήλου, ήτοι του Roderich Weißenfels (στο εξής: αναιρεσείων), και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Με προσφυγή που άσκησε ενώπιον του Πρωτοδικείου, ο αναιρεσείων προσέβαλε τις αποφάσεις του Κοινοβουλίου με τις οποίες αυτό αφαίρεσε από το καταβαλλόμενο σε αυτόν βάσει του ΚΥΚ διπλασιασθέν επίδομα συντηρούμενου τέκνου ποσό ίσο προς την παροχή που ελάμβανε βάσει του λουξεμβουργιανού δικαίου.
3. Ο αναιρεσείων άσκησε αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 25ης Ιανουαρίου 2006 (στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση) (2), η οποία απέρριψε την προσφυγή του.
II – Νομικό πλαίσιο
Α – Κοινοτικό δίκαιο
4. Κατά το άρθρο 62, παράγραφος 3, του ΚΥΚ, ως είχε κατά τον χρόνο των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών της υπό κρίση υποθέσεως, οι αποδοχές του υπαλλήλου περιλαμβάνουν και τα οικογενειακά επιδόματα.
5. Κατά το άρθρο 67, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του ΚΥΚ, στα οικογενειακά επιδόματα περιλαμβάνεται μεταξύ άλλων το επίδομα συντηρούμενων τέκνων.
6. Το άρθρο 67, παράγραφοι 2 και 3, του ΚΥΚ προβλέπει:
«2. Οι υπάλληλοι που δικαιούνται οικογενειακών επιδομάτων τα οποία αναφέρονται στο παρόν άρθρο υποχρεούνται να δηλώνουν τα επιδόματα της ιδίας φύσεως που καταβάλλονται από άλλη πηγή, προκειμένου τα τελευταία να αφαιρεθούν από εκείνα που καταβάλλονται δυνάμει των άρθρων 1, 2 και 3 του παραρτήματος VII.
3. Το επίδομα συντηρουμένου τέκνου δύναται να διπλασιασθεί κατόπιν ειδικής και αιτιολογημένης αποφάσεως της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχή που λαμβάνεται βάσει αποδεικτικών ιατρικών εγγράφων, από τα οποία προκύπτει ότι το εν λόγω τέκνο επιβάλλει στον υπάλληλο δυσβάστακτα βάρη που απορρέουν από διανοητική ή φυσική αναπηρία από την οποία έχει προσβληθεί το τέκνο.»
Β – Η εθνική νομοθεσία
7. Ο λουξεμβουργιανός νόμος της 16ης Απριλίου 1979 για την πρόβλεψη ειδικού επιδόματος για τα πρόσωπα με σοβαρή αναπηρία, τον οποίον κατάργησε ο νόμος της 19ης Ιουνίου 1998 περί εισαγωγής ασφάλειας χρόνιας περιθάλψεως, ο οποίος ωστόσο εξακολουθεί να ισχύει στην υπό κρίση υπόθεση κατ’ εφαρμογήν των μεταβατικών διατάξεων του τελευταίου αυτού νόμου (στο εξής: λουξεμβουργιανός νόμος της 16ης Απριλίου 1979), προβλέπει τα εξής:
«Άρθρο 1. Οποιοδήποτε πρόσωπο με σοβαρή αναπηρία το οποίο κατοικεί στο Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου και το οποίο διέμενε σε αυτό επί δέκα τουλάχιστον έτη έχει δικαίωμα στα ευεργετήματα του παρόντος νόμου.
Το ίδιο δικαίωμα έχουν τα ανάπηρα παιδιά από της ηλικίας των τριών ετών [...]
[…]
Άρθρο 3. Οποιοδήποτε πρόσωπο με σοβαρή αναπηρία [...] έχει δικαίωμα [...] σε ειδικό επίδομα [...]
Άρθρο 4. Η παροχή του επιδόματος [...] παύει [...] μέχρι του ποσού που αντιστοιχεί σε αλλοδαπή παροχή της αυτής φύσεως.
Άρθρο 5. Το επίδομα [...] απαλλάσσεται φόρων και ασφαλιστικών εισφορών.»
III – Τα προηγηθέντα της διαφοράς πραγματικά περιστατικά και η απόφαση του Πρωτοδικείου
8. Το Πρωτοδικείο παραθέτει στις σκέψεις 5 έως 16 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως τα πραγματικά περιστατικά που προηγήθηκαν της διαφοράς ως εξής:
«5 Ο αναιρεσείων, υπάλληλος στον βαθμό A*12 (παλαιός βαθμός A 4), ανέλαβε καθήκοντα στο Κοινοβούλιο, στο Λουξεμβούργο, την 1η Απριλίου 1982.
6 Ο πρεσβύτερος υιός του γεννήθηκε στις 31 Ιανουαρίου 1982. Από της νηπιακής ηλικίας του πάσχει από σοβαρή αναπηρία.
7 Το επίδομα συντηρούμενου τέκνου που προβλέπει το άρθρο 67, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του ΚΥΚ χορηγήθηκε στον προσφεύγοντα από της αναλήψεως καθηκόντων στο Κοινοβούλιο. Στις 31 Ιουλίου 1987, το Κοινοβούλιο αποφάσισε, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 67, παράγραφος 3, του ΚΥΚ, να διπλασιάσει, από 1ης Μαΐου 1987, το επίδομα συντηρούμενου τέκνου υπέρ του υιού του προσφεύγοντος. Με απόφαση της 8ης Ιουλίου 1997, ο διπλασιασμός του επιδόματος συντηρούμενου τέκνου χορηγήθηκε εκ νέου για την περίοδο από 1ης Ιουλίου 1997 έως 30 Ιουνίου 2000.
8 Με απόφαση της 26ης Απριλίου 1999, η οποία ελήφθη βάσει του λουξεμβουργιανού νόμου της 16ης Απριλίου 1979, το λουξεμβουργιανό Fonds National de Solidarité αποφάσισε να καταβάλει στον προσφεύγοντα, ως νόμιμο εκπρόσωπο του υιού του, από 1ης Δεκεμβρίου 1998, ειδικό επίδομα για πρόσωπο πάσχoν από αναπηρία βαριάς μορφής.
9 Ο προσφεύγων ενημέρωσε το Κοινοβούλιο για την καταβολή του λουξεμβουργιανού επιδόματος κατά τα μέσα Οκτωβρίου του 1999.
10 Με απόφαση της 22ας Οκτωβρίου 1999, το Κοινοβούλιο αφαίρεσε, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 67, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, από το ποσό που αντιστοιχούσε στο διπλασιασθέν επίδομα συντηρούμενου τέκνου του ΚΥΚ το λουξεμβουργιανό επίδομα και όρισε ότι τούτο ισχύει από 1ης Δεκεμβρίου 1998.
11 Με απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 2000, χορηγήθηκε εκ νέου το διπλασιασθέν επίδομα συντηρούμενου τέκνου για την περίοδο από 1ης Ιουλίου 2000 έως 30 Ιουνίου 2003. Με απόφαση της 18ης Σεπτεμβρίου 2000, από το ποσό που αντιστοιχούσε στο διπλασιασθέν επίδομα συντηρούμενου τέκνου του ΚΥΚ αφαιρέθηκε το ποσό του λουξεμβουργιανού επιδόματος.
12 Με απόφαση της 1ης Ιουλίου 2003, το διπλασιασθέν επίδομα συντηρούμενου τέκνου χορηγήθηκε εκ νέου για την περίοδο από 1ης Ιουλίου 2003 έως 30 Ιουνίου 2006.
13 Εν τω μεταξύ, με επιστολή της 4ης Ιουνίου 2003, ο προσφεύγων αμφισβήτησε τη νομιμότητα της αποφάσεως του Κοινοβουλίου να αφαιρέσει το ποσό του λουξεμβουργιανού επιδόματος υποστηρίζοντας τα εξής:
“Όπως ήδη προέβαλα [στις] 28.05.2003, η σύνταξη αναπηρίας δεν καταβάλλεται σε εμένα τον ίδιο, αλλά στον υιό μου [...], λαμβανομένου υπόψη εντούτοις ότι μου καταβάλλεται ως νομίμου εκπροσώπου του. Συνεπώς, δεν τίθεται ζήτημα αφαιρέσεως του ποσού αυτού δυνάμει του άρθρου 67, παράγραφος 2, του ΚΥΚ από το διπλασιασθέν επίδομα συντηρούμενου τέκνου που μου χορηγείται δυνάμει του άρθρου 67, παράγραφος 3, του ΚΥΚ.
Τούτο οφείλεται στο γεγονός ότι, αφενός, πρόκειται για δύο διαφορετικούς δικαιούχους (υποκείμενα δικαίου) και, αφετέρου, ότι η σύνταξη αποτελεί αυτοτελή παροχή και όχι «επίδομα».
Τέλος, δεν τίθεται ούτε ζήτημα καταβολής [επιδόματος] της ‘ιδίας φύσεως’ δεδομένου ότι σκοπός του επιδόματος αυτού είναι κατά την παράγραφο 3 να μετριαστούν τα δυσβάστακτα βάρη τα οποία επωμίζεται ο υπάλληλος, ενώ η σύνταξη αποτελεί παροχή για το ανάπηρο πρόσωπο.”
14 Εντούτοις, με απόφαση της 26ης Ιουνίου 2003, το Κοινοβούλιο προέβη στην αφαίρεση.
15 Με έγγραφο της 13ης Αυγούστου 2003, ο προσφεύγων άσκησε διοικητική προσφυγή κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ κατά της αποφάσεως της 26ης Ιουνίου 2003. Η εν λόγω διοικητική προσφυγή απορρίφθηκε με έγγραφο του Κοινοβουλίου της 10ης Νοεμβρίου 2003.
16 Στις 28 Απριλίου 2004, μετά την πρωτοκόλληση του δικογράφου της προσφυγής στην παρούσα υπόθεση, το Κοινοβούλιο αποφάσισε να προβεί σε αφαίρεση κατ’ εφαρμογή του άρθρου 67, παράγραφος 2, του ΚΥΚ λαμβάνοντας υπόψη το αναπροσαρμοσμένο ποσό του λουξεμβουργιανού επιδόματος. Στις 8 Ιουνίου 2004, ο προσφεύγων άσκησε διοικητική προσφυγή κατά της αποφάσεως της 28ης Απριλίου 2004, την οποία απέρριψε το Κοινοβούλιο με απόφασή του της 15ης Σεπτεμβρίου 2004.»
9. Με δικόγραφο που περιήλθε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 2 Φεβρουαρίου 2004, ο αναιρεσείων άσκησε προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου. Με την προσφυγή αυτή ζήτησε να ακυρωθεί η από 26 Ιουνίου 2003 απόφαση του καθού καθώς και η από 10 Νοεμβρίου 2003 απόφαση του καθού με την οποία απορρίφθηκε η σχετική διοικητική προσφυγή του και να υποχρεωθεί το Κοινοβούλιο να του καταβάλει αναδρομικά το σύνολο των άνευ νόμιμης αιτίας κρατήσεων των αποδοχών του πλέον των νόμιμων τόκων.
10. Με το υπόμνημά του απαντήσεως, ο αναιρεσείων αναδιατύπωσε το δεύτερο αίτημα της προσφυγής του και ζήτησε από το Πρωτοδικείο:
«να ακυρώσει τη σιωπηρή άρνηση του καθού να αποδώσει στον προσφεύγοντα βάσει της από 04.06.2003 αιτήσεώς του το άνευ νόμιμης αιτίας παρακρατηθέν κατά το παρελθόν διπλασιασθέν επίδομα συντηρούμενου τέκνου καθώς και την από 10.11.2003 συναφή απόφαση του καθού επί της ασκηθείσας διοικητικής προσφυγής του.
Να ακυρώσει την από 28.4.2004 απόφαση του καθού με την οποία χαρακτηρίστηκε το καταβαλλόμενο στον υιό [...] του προσφεύγοντος από άλλη πηγή ειδικό επίδομα για άτομα με σοβαρή αναπηρία ως “επίδομα της ιδίας φύσεως”, κατά την έννοια του άρθρου 67, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, με το [...] διπλασιασθέν επίδομα συντηρούμενου τέκνου καθώς και η από 15.9.2004 συναφής απόφαση του καθού επί της διοικητικής προσφυγής του προσφεύγοντος.
Να υποχρεώσει το καθού να αποκαταστήσει τη ζημία που υπέστη ο προσφεύγων [...] που ανέρχεται στους νόμιμους τόκους επί του μέρους των αποδοχών του που παρακρατούνταν άνευ νόμιμης αιτίας από 1.12.1998 και αντιστοιχούσαν στο διπλασιασθέν επίδομα συντηρούμενου τέκνου.»
11. Το Πρωτοδικείο απέρριψε την προσφυγή. Ως προς το αίτημα του αναιρεσείοντος να υποχρεωθεί το Κοινοβούλιο να του επιστρέψει ορισμένα ποσά, το Πρωτοδικείο απέρριψε την προσφυγή ως απαράδεκτη. Κατά το Πρωτοδικείο, το αίτημα να υποχρεωθεί το Κοινοβούλιο στην απόδοση ορισμένων ποσών ήταν απαράδεκτο στον βαθμό που δεν εναπέκειτο στο Πρωτοδικείο, στο πλαίσιο εκδικάσεως προσφυγής ασκηθείσας βάσει του άρθρου 91 του ΚΥΚ, να απευθύνει εντολές στα κοινοτικά όργανα. Συγκεκριμένα, το Πρωτοδικείο υπενθύμισε ότι, σε περίπτωση ακυρώσεως μιας πράξεως, το οικείο όργανο υποχρεούται, δυνάμει του άρθρου 233 ΕΚ, να λάβει τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της αποφάσεως.
12. Ως προς το αναδιατυπωθέν με το υπόμνημα απαντήσεως αίτημα της προσφυγής με το οποίο ο προσφεύγων ζήτησε από το Πρωτοδικείο να υποχρεώσει το Κοινοβούλιο να του αποκαταστήσει τη ζημία που υπέστη, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι το αίτημα αυτό αποτελούσε αίτημα αποζημιώσεως κατά την έννοια του άρθρου 235 ΕΚ. Ωστόσο, το Πρωτοδικείο επισήμανε ότι το αντικείμενο της προσφυγής καθορίζεται με το δικόγραφο της προσφυγής και δεν μπορεί να μεταβληθεί με το υπόμνημα απαντήσεως.
13. Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η προσφυγή ακυρώσεως στρεφόταν μόνον κατά της από 26 Ιουνίου 2003 αποφάσεως. Το Πρωτοδικείο απέρριψε το αίτημα αυτό ως αβάσιμο. Έκρινε ότι το Κοινοβούλιο ορθώς έλαβε ως βάση του το γεγονός ότι η λουξεμβουργιανή παροχή αποτελούσε επίδομα της ιδίας φύσεως κατά την έννοια του άρθρου 67, παράγραφος 2, του ΚΥΚ που έπρεπε να αφαιρεθεί από το προβλεπόμενο από τον ΚΥΚ διπλασιασθέν επίδομα συντηρούμενου τέκνου.
IV – Η αίτηση αναιρέσεως
14. Ο αναιρεσείων προβάλλει τρεις λόγους αναιρέσεως προς στήριξη της αιτήσεώς του αναιρέσεως. Με τον πρώτο και τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως υποστηρίζει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη ή απορρίφθηκαν ορισμένα αιτήματα της προσφυγής του· με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, προβάλλει ότι συντρέχει παράβαση του άρθρου 67, παράγραφος 2, του ΚΥΚ.
15. Ο αναιρεσείων ζητεί από το Δικαστήριο:
«1) να αναιρέσει την απόφαση του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (πρώτο τμήμα), της 25ης Ιανουαρίου 2006, T-33/04 (Weißenfels κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου), κοινοποιηθείσα στις 31 Ιανουαρίου 2006·
2) να ακυρώσει την απόφαση του καθού της πρωτόδικης δίκης, της 26ης Ιουνίου 2003, περί μειώσεως του διπλασιασθέντος επιδόματος συντηρούμενου τέκνου που εισέπραττε ο προσφεύγων δυνάμει του άρθρου 67, παράγραφος 3, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως, ως ειδική ενίσχυση αναπήρων, καταβαλλόμενη, εξάλλου, στον υιό του Frederik·
3) να ακυρώσει τη σιωπηρή απόφαση περί απορρίψεως της αιτήσεως που υπέβαλε στις 4 Ιουνίου 2003 ο πρωτοδίκως προσφεύγων, με την οποία ζητούσε επιστροφή του διπλασιασθέντος επιδόματος συντηρούμενου τέκνου που παρανόμως είχε παρακρατηθεί στο παρελθόν·
4) να ακυρώσει την απόφαση του πρωτοδίκως καθού, της 28ης Απριλίου 2004, που χαρακτήρισε την ειδική ενίσχυση για αναπήρους, τη χορηγούμενη, εξάλλου, στον υιό του Frederik, ως “επίδομα της αυτής φύσεως”, κατά την έννοια του άρθρου 67, παράγραφος 2, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως, με το χορηγούμενο στον πρωτοδίκως προσφεύγοντα διπλασιασθέν επίδομα συντηρούμενου τέκνου·
5) να υποχρεώσει το πρωτοδίκως καθού να αποκαταστήσει τη ζημία την οποία υπέστη ο προσφεύγων της πρωτόδικης δίκης (επικουρικώς μέχρι του ύψους των τόκων με το νόμιμο επιτόκιο), λόγω της παράνομης παρακρατήσεως μέρους αυτών των αποδοχών, και συγκεκριμένα του διπλασιασθέντος επιδόματος συντηρούμενου τέκνου·
6) να καταδικάσει το πρωτοδίκως καθού στα δικαστικά έξοδα των δύο δικών, περιλαμβανομένων των εξόδων στα οποία υποβλήθηκε ο προσφεύγων της πρωτόδικης δίκης.»
16. Το Κοινοβούλιο ζητεί από το Δικαστήριο:
1) να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως, δεδομένου ότι οι λόγοι αναιρέσεως είναι εν μέρει αλυσιτελείς, απαράδεκτοι, και σε κάθε περίπτωση αβάσιμοι·
2) να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της αναιρετικής δίκης.
V – Εκτίμηση
17. Εν προκειμένω, ενδείκνυται να αρχίσω την ανάλυσή μου από τον τρίτο λόγο αναιρέσεως. Πράγματι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορρίπτεται, ακόμη και στην περίπτωση που το σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ενέχει παράβαση του κοινοτικού δικαίου, άπαξ το διατακτικό της είναι βάσιμο για άλλους νομικούς λόγους (3). Συνεπώς, αν αποδειχθεί ότι ο αναιρεσείων δεν μπορεί να ζητήσει την καταβολή του οικογενειακού επιδόματος στο σύνολό του, ο πρώτος και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως καθίστανται άνευ αντικειμένου, δεδομένου ότι το διατακτικό είναι σε κάθε περίπτωση ορθό.
Α – Επί της ερμηνείας του άρθρου 67, παράγραφος 2, του ΚΥΚ
18. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη του κατά την ερμηνεία της εννοίας των «επιδομάτ[ων] της ιδίας φύσεως που καταβάλλονται από άλλη πηγή» ότι το άρθρο 67, παράγραφος 2,του ΚΥΚ απαιτεί μία διττή ομοιότητα, ήτοι τόσο από τυπικής όσο και από ουσιαστικής απόψεως. Προκειμένου το επίδομα να είναι «της ιδίας φύσεως», πρέπει το καταβαλλόμενο από άλλη πηγή επίδομα να αποτελεί δευτερεύουσα παροχή του μισθού, όπως είναι το οικογενειακό επίδομα των υπαλλήλων. Τούτο συνάγεται από τη διατύπωση του άρθρου 67, παράγραφος 2, του ΚΥΚ που χρησιμοποιεί την έννοια του «επιδόματος»· η λουξεμβουργιανή παροχή δεν αποτελεί δευτερεύουσα παροχή του μισθού ούτε χρησιμοποιείται γι’ αυτήν η έννοια του «επιδόματος», αλλά αντιθέτως ονομάζεται ειδικό βοήθημα. Πέραν τούτου, ο αναιρεσείων επικαλείται τις αποφάσεις του Δικαστηρίου Επιτροπή κατά Βελγίου (4) και Επιτροπή κατά Γερμανίας (5). Κατά τον αναιρεσείοντα, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένως υπολαμβάνει ότι για την εφαρμογή του άρθρου 67, παράγραφος 2, του ΚΥΚ δεν ασκεί επιρροή το γεγονός ότι το εθνικό βοήθημα καταβάλλεται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε εργασιακή σχέση σε κάθε πρόσωπο που διαμένει στο κράτος μέλος.
19. Και από ουσιαστικής απόψεως, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι δεν πρόκειται για επίδομα της ιδίας φύσεως, δεδομένου ότι οι δικαιούχοι των δύο παροχών δεν ταυτίζονται. Δικαιούχος της εθνικής παροχής δεν είναι ο υπάλληλος, αλλά το ίδιο το τέκνο. Κατά την άποψή του, δεν έχει σημασία ο πραγματικός λήπτης της παροχής, αλλά μόνον ο δικαιούχος της παροχής.
20. Συνεπώς, πρέπει να εξεταστεί αν το Πρωτοδικείο, αποφαινόμενο ότι ως επίδομα της ιδίας φύσεως κατά την έννοια του άρθρου 67, παράγραφος 2, του ΚΥΚ αποτελεί και η παροχή που δεν καταβάλλεται σε σχέση με κάποια επαγγελματική δραστηριότητα, ερμήνευσε εσφαλμένα την ως άνω διάταξη στον βαθμό που κατά τον έλεγχό του για το αν πρόκειται για παροχές της ιδίας φύσεως έλαβε υπόψη του μόνον το περιεχόμενο και τον σκοπό των παροχών.
1. Επί της σχέσεως μεταξύ της παροχής και των αποδοχών
21. Το Πρωτοδικείο διαπιστώνει στη σκέψη 52 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι δεν είναι πειστικό το επιχείρημα του αναιρεσείοντος ότι οι δύο επίμαχες παροχές δεν είναι της ιδίας φύσεως, διότι το επίδομα που προβλέπει ο ΚΥΚ προστίθεται στις αποδοχές του υπαλλήλου, ενώ αντιθέτως η ενίσχυση που προβλέπει η εθνική νομοθεσία καταβάλλεται στο ανάπηρο τέκνο ανεξαρτήτως οποιασδήποτε επαγγελματικής δραστηριότητας των γονέων του. Αντιθέτως, κρίσιμο για την εκτίμηση του αν οι δύο επίμαχες εν προκειμένω παροχές είναι της ιδίας φύσεως αποτελεί το περιεχόμενο και ο σκοπός του καταβαλλόμενου χρηματικού βοηθήματος. Συνεπώς, αυτό που έχει βαρύνουσα σημασία εν προκειμένω είναι οι δαπάνες για την αρωγή και φροντίδα προσώπου που πάσχει από βαριά αναπηρία.
22. Ως εκ τούτου, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι είναι άνευ σημασίας για την εφαρμογή του άρθρου 67, παράγραφος 2, του ΚΥΚ το αν το εθνικό επίδομα καταβάλλεται συναρτήσει κάποιων αποδοχών ή ανεξαρτήτως των όποιων αποδοχών. Ορθώς ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το συμπέρασμα αυτό δεν επιβάλλεται από τη διατύπωση του γερμανικού κειμένου. Και τούτο διότι αυτό κάνει λόγο για «Zulage» (επίδομα) (6). Ο όρος αυτός μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι πρόκειται για παροχή η οποία προστίθεται σε άλλη παροχή, ήτοι εν προκειμένω στις αποδοχές, όπως ακριβώς και η παροχή η οποία συνυπολογίζεται στην παροχή που καταβάλλεται από άλλη πηγή αποτελεί συμπλήρωμα των αποδοχών του υπαλλήλου. Επομένως, η διατύπωση, τουλάχιστον στο γερμανικό κείμενο του ΚΥΚ, μπορεί εκ πρώτης όψεως άνετα να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι πρόκειται για παροχή της ιδίας φύσεως μόνο στην περίπτωση που αποτελεί «επίδομα» επί των αποδοχών.
23. Εντούτοις, αυτή η γραμματική ερμηνεία δεν είναι η μόνη δυνατή. Η χρήση της εννοίας «επίδομα» μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν έχει ειδικό περιεχόμενο και ότι με αυτήν νοούνται και παροχές οι οποίες δεν καταβάλλονται σε συνδυασμό με αποδοχές.
24. Επομένως, αποφασιστική σημασία έχει η τελολογική ερμηνεία. Ορθώς το Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι, αν η έννοια του επιδόματος του άρθρου 67, παράγραφος 2, του ΚΥΚ ερμηνευθεί ως επίδομα αποδοχών, η διάταξη θα οδηγούσε σε πολλές περιπτώσεις σε άτοπα αποτελέσματα. Και τούτο διότι ο υπάλληλος δεν εισπράττει κατά κανόνα επιδόματα επί των αποδοχών του από άλλη πηγή, πλην της περιπτώσεως που αυτός ασκεί κάποια δευτερεύουσα δραστηριότητα. Βάσει της ερμηνείας αυτής, στο άρθρο 67, παράγραφος 2, του ΚΥΚ θα ενέπιπτε μόνον τυχόν επίδομα επί των αποδοχών του/της συζύγου του υπαλλήλου.
25. Ωστόσο, αποφασιστικής σημασίας επιχείρημα κατά της ερμηνείας της παροχής αποκλειστικά και μόνον ως επιδόματος επί των αποδοχών είναι το γεγονός ότι η ερμηνεία αυτή θα είχε ως συνέπεια τη διαφορετική μεταχείριση των υπαλλήλων ανάλογα με την τυχαία διαμόρφωση των συστημάτων των οικογενειακών επιδομάτων στα κράτη μέλη. Στην περίπτωση υπαλλήλου, του οποίου ο/η σύζυγος απασχολείται σε κράτος μέλος, το οποίο καταβάλλει πρόσθετη παροχή για ανάπηρα τέκνα ως επίδομα επί των αποδοχών, η καταβολή αυτή θα συνυπολογιζόταν στην παροχή της Κοινότητας. Στην περίπτωση ενός άλλου υπαλλήλου, ο οποίος λαμβάνει για το ανάπηρο τέκνο του εθνική ενίσχυση από κράτος μέλος, η οποία δεν έχει τη μορφή επιδόματος επί των αποδοχών, αλλά εξαρτάται από το αν πληρούται το κριτήριο του τόπου της κατοικίας, δεν θα συνυπολογιζόταν το επίδομα αυτό στην παροχή της Κοινότητας και, ως εκ τούτου, θα ελάμβανε την παροχή διπλή. Μία τέτοια άνιση μεταχείριση των υπαλλήλων, ανάλογα με τις εκάστοτε ρυθμίσεις της εθνικής νομοθεσίας, δεν δικαιολογείται.
26. Ως εκ τούτου, είναι πειστικότερη η ερμηνεία του άρθρου 67, παράγραφος 2, του ΚΥΚ –από την οποία εκκινεί και το Πρωτοδικείο στην απόφασή του– η οποία αποφεύγει μία τέτοια άνιση μεταχείριση των υπαλλήλων, μη θέτοντας ως αφετηρία της το αν το επίδομα επί των αποδοχών είναι τυπικά της ιδίας φύσεως, αλλά το αν υπάρχει ουσιαστική ομοιότητα, ήτοι από το περιεχόμενο και τον σκοπό που επιδιώκει η παροχή.
27. Παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, ούτε οι αποφάσεις του Δικαστηρίου επί των υποθέσεων Επιτροπή κατά Βελγίου (7) και Επιτροπή κατά Γερμανίας (8) αναιρούν την ως άνω ερμηνεία. Με τις αποφάσεις αυτές, το Δικαστήριο έκρινε ότι «πρέπει να γίνει δεκτό ότι το άρθρο 67, παράγραφος 2, εφαρμόζεται μόνον εφόσον για τη χορήγηση των επιδομάτων στο κράτος μέλος, του οποίου η νομοθεσία παρέχει καταρχήν δικαίωμα λήψεως επιδομάτων από το κράτος για τέκνα για τα οποία μπορούν να χορηγηθούν επιδόματα και βάσει του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, ισχύουν προϋποθέσεις ανάλογες προς αυτές που ισχύουν για τη χορήγηση των επιδομάτων βάσει του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως» (9).
28. Περαιτέρω, το Δικαστήριο έκρινε ότι «τα ιδίας φύσεως επιδόματα που κατά την προαναφερθείσα διάταξη πρέπει να αφαιρούνται από τα οικογενειακά επιδόματα που χορηγούνται βάσει του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και που επομένως απαλλάσσουν τα κοινοτικά όργανα από την υποχρέωση καταβολής των τελευταίων αυτών, είναι μόνον τα καταβαλλόμενα λόγω ασκήσεως τα ιδίας φύσεως επιδόματα που κατά την προαναφερθείσα διάταξη πρέπει να αφαιρούνται από τα οικογενειακά επιδόματα που χορηγούνται βάσει του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως και που επομένως απαλλάσσουν τα κοινοτικά όργανα από την υποχρέωση καταβολής των τελευταίων αυτών, είναι μόνο τα καταβαλλόμενα λόγω ασκήσεως μισθωτής εργασίας» (10).
29. Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δίδει εκ πρώτης όψεως την εντύπωση ότι αντιφάσκει προς τις ως άνω αποφάσεις, δεδομένου ότι κρίνει ως άνευ σημασίας το γεγονός ότι το εθνικό επίδομα δεν χορηγείται στο πλαίσιο μισθωτής δραστηριότητας, αλλά αποκλειστικά και μόνο βάσει του τόπου της κατοικίας, καθώς και το ότι η σύζυγος του υπαλλήλου δεν ασκεί έμμισθη επαγγελματική δραστηριότητα.
30. Εντούτοις, αν ληφθεί υπόψη το πλαίσιο εντός του οποίου εκδόθηκαν οι αποφάσεις Επιτροπή κατά Γερμανίας και Επιτροπή κατά Βελγίου διαπιστώνεται ότι, παρά την πρώτη αυτή εντύπωση, δεν υπάρχει αντίφαση. Οι ως άνω αποφάσεις εκδόθηκαν επί διαδικασιών λόγω παραβάσεως στο πλαίσιο των οποίων η Επιτροπή στράφηκε κατά εθνικών νόμων οι οποίοι όριζαν ότι δεν χορηγείται οικογενειακό επίδομα για τέκνο για το οποίο ένας εκ των γονέων λαμβάνει από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα παροχή παρεμφερή προς το οικογενειακό επίδομα. Συνεπώς, η εθνική νομοθεσία περιλάμβανε μία παρεμφερή προς το άρθρο 67, παράγραφος 2, του ΚΥΚ διάταξη περί απαγορεύσεως σωρεύσεως επιδομάτων. Βάσει της διατάξεως αυτής, η υποχρέωση καταβολής επιδόματος μετακυλιόταν κατ’ αρχήν στην Κοινότητα. Στην περίπτωση συντρέχουσας εφαρμογής του εθνικού και του κοινοτικού νομοθετικού καθεστώτος, δεν υπήρχε διάταξη σχετικά με την προτεραιότητα, ήτοι μία διάταξη η οποία να ρυθμίζει ποιο σύστημα πρέπει κατά προτεραιότητα να καταβάλει το επίδομα. Συνεπώς, το Δικαστήριο κλήθηκε να αποφανθεί κατά πόσον αντιβαίνει στο άρθρο 67, παράγραφος 2, του ΚΥΚ εθνική ρύθμιση περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως επιδομάτων, ήτοι κατά πόσον το άρθρο 67, παράγραφος 2, του ΚΥΚ συνεπάγεται ορισμένες υποχρεώσεις για τα κράτη μέλη.
31. Συνεπώς, αντικείμενο των ανωτέρω υποθέσεων δεν ήταν η ερμηνεία του άρθρου 67, παράγραφος 2, του ΚΥΚ υπό το πρίσμα του κοινοτικού υπαλλήλου, του οποίου η αξίωση περικόπτεται λόγω της απαγορεύσεως της σωρεύσεως οικογενειακών επιδομάτων που προβλέπει η διάταξη αυτή, αλλά το αν το επίδομα αυτό πρέπει να καταβάλλεται κατά προτεραιότητα από το εθνικό ή το κοινοτικό σύστημα. Στο πλαίσιο των ως άνω υποθέσεων, η Επιτροπή συνήγαγε από το άρθρο 67, παράγραφος 2, του ΚΥΚ την υποχρέωση των κρατών μελών να καταβάλλουν κατά προτεραιότητα τις παροχές με συνέπεια να μπορεί στην περίπτωση αυτή η Κοινότητα να επικαλεστεί την απαγόρευση της σωρεύσεως οικογενειακών επιδομάτων και να μην υπέχει πλέον την υποχρέωση καταβολής τους.
32. Με τις προτάσεις του επί των δύο υποθέσεων, ο γενικός εισαγγελέας Micho πρότεινε το ζήτημα της προτεραιότητας να μην επιλυθεί βάσει του άρθρου 67, παράγραφος 2, του ΚΥΚ. Κατά την άποψή του, το άρθρο 67, παράγραφος 2, του ΚΥΚ αποτελεί μία απλή διάταξη περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως παροχών. Πρέπει να εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση που πράγματι καταβάλλονται οικογενειακά επιδόματα βάσει εθνικής ρυθμίσεως. Αντιθέτως, κατά τον γενικό εισαγγελέα Micho, από τη διάταξη αυτή δεν συνάγεται περιορισμός της εξουσίας των κρατών μελών να αποφασίζουν αυτόνομα σχετικά με τη χορήγηση κοινωνικών παροχών (11).
33. Εντούτοις, το Δικαστήριο δεν έχει ακολουθήσει τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα, αλλά αντιθέτως έκρινε με τις αποφάσεις του ότι το άρθρο 67, παράγραφος 2, του ΚΥΚ ρυθμίζει επίσης το ζήτημα της προτεραιότητας στην καταβολή της παροχής. Κατά το Δικαστήριο, ο εν λόγω κανόνας της προτεραιότητας ορίζει ότι ένα κράτος μέλος παραβιάζει το άρθρο 67, παράγραφος 2, του ΚΥΚ στην περίπτωση που ο/η σύζυγος κοινοτικού υπαλλήλου ασκεί έμμισθη δραστηριότητα που αποκλείει την καταβολή οικογενειακών επιδομάτων βάσει της εθνικής νομοθεσίας επικαλούμενο την καταβολή επιδομάτων βάσει των διατάξεων του ΚΥΚ (12). Συνεπώς, οι διαπιστώσεις στις οποίες προέβη στη συνάφεια αυτή το Δικαστήριο σχετικά με τον ορισμό των «επιδομάτων της ιδίας φύσεως» αφορούσαν το άρθρο 67, παράγραφος 2, του ΚΥΚ ως διατάξεως ρυθμίζουσας το ζήτημα της προτεραιότητας στην καταβολή της παροχής.
34. Ο ορισμός των «επιδομάτων της ιδίας φύσεως» στο πλαίσιο του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 67, παράγραφος 2, του ΚΥΚ ως διατάξεως ρυθμίζουσας το ζήτημα της προτεραιότητας στην καταβολή της παροχής δεν χρειάζεται κατ’ ανάγκη να μεταφερθεί στον ορισμό της εννοίας αυτής στο πλαίσιο του άρθρου 67, παράγραφος 2, του ΚΥΚ ως διατάξεως που απαγορεύει τη σώρευση παροχών. Αντιθέτως, στο πλαίσιο του άρθρου 67, παράγραφος 2, του ΚΥΚ ως διατάξεως που απαγορεύει τη σώρευση παροχών, η έννοια αυτή πρέπει να ερμηνευθεί βάσει του ουσιαστικού περιεχομένου της. Μόνο με τον τρόπο αυτόν –όπως προελέχθη– μπορεί να αποφευχθεί η άνιση μεταχείριση των υπαλλήλων. Η προταθείσα από τον γενικό εισαγγελέα Micho ερμηνεία του άρθρου 67, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, βάσει της οποίας αντικείμενο της διατάξεως αυτής είναι μόνον η απαγόρευση της σωρεύσεως παροχών και όχι ο καθορισμός του ζητήματος της προτεραιότητας στην καταβολή της παροχής, θα είχε αποτρέψει αυτόν τον κατακερματισμό της ερμηνείας της ανωτέρω εννοίας ανάλογα με τη λειτουργία του άρθρου 67, παράγραφος 2, του ΚΥΚ ως διατάξεως που ρυθμίζει το ζήτημα της προτεραιότητας στην καταβολή της παροχής ή ως διατάξεως που απαγορεύει τη σώρευση παροχών.
35. Συνεπώς, στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 67, παράγραφος 2, του ΚΥΚ ως διατάξεως που απαγορεύει τη σώρευση παροχών, το κρίσιμο ζήτημα στο πλαίσιο του ελέγχου σχετικά με το αν πρόκειται για παροχές της ιδίας φύσεως είναι αποκλειστικά και μόνον το ουσιαστικό κριτήριο, ήτοι το αν η παροχή εξυπηρετεί τον ίδιο σκοπό.
2. Επί της ουσιαστικής ταυτότητας της παροχής
36. Στο πλαίσιο του ελέγχου της ουσιαστικής ταυτότητας των παροχών, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της το γεγονός ότι δικαιούχος της παροχής που προβλέπει η εθνική νομοθεσία δεν είναι ο υπάλληλος, αλλά αντιθέτως το ίδιο το τέκνο, η δε παροχή καταβάλλεται στον υπάλληλο υπό την ιδιότητά του και μόνον ως νομίμου εκπροσώπου του ανήλικου τέκνου.
37. Εντούτοις, το Πρωτοδικείο ορθώς έκρινε ότι η τυπική κατάταξη της παροχής δεν πρέπει να έχει βαρύνουσα σημασία. Αντιθέτως, το κριτήριο πρέπει να είναι το ποιος είναι ο τελικός αποδέκτης της παροχής. Το πρόσωπο αυτό είναι εν προκειμένω, ανεξαρτήτως του ποιος είναι από τυπικής απόψεως ο δικαιούχος της παροχής, όχι μόνον ο υιός, αλλά και ο πατέρας. Και τούτο διότι αποδέκτης των παροχών αυτών είναι σε τελευταία ανάλυση ο υπάλληλος, δεδομένου ότι οι παροχές αυτές μειώνουν το ύψος των ποσών που απαιτούνται για τη συντήρηση του τέκνου και, ως εκ τούτου, απαλλάσσουν τον πατέρα, κατά το ποσό αυτό, από τις δαπάνες συντηρήσεως (13). Συνεπώς, και ως προς το σημείο αυτό ο τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
3. Το μέχρι τούδε συναγόμενο συμπέρασμα
38. Συνοπτικά, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, διαπιστώνοντας ότι το Κοινοβούλιο μπορούσε να αφαιρέσει από το διπλασιασθέν επίδομα συντηρούμενου τέκνου του ΚΥΚ τα καταβλητέα βάσει της λουξεμβουργιανής νομοθεσίας ποσά, εφάρμοσε ορθά το άρθρο 67, παράγραφος 2, του ΚΥΚ.
39. Συνεπώς, παρέλκει η εξέταση των περαιτέρω λόγων αναιρέσεως δεδομένου ότι, ακόμη και αν οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως που προβάλλει ο αναιρεσείων είναι βάσιμοι, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είναι εν πάση περιπτώσει ορθή κατ’ αποτέλεσμα. Εντούτοις, οι λόγοι αυτοί θα πρέπει να εξεταστούν στη συνέχεια για την περίπτωση που το Δικαστήριο καταλήξει σε διαφορετικό συμπέρασμα σε σχέση με τον ως άνω εξετασθέντα τρίτο λόγο αναιρέσεως.
Β – Επί της απορρίψεως διαφόρων αιτημάτων της προσφυγής
40. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει ότι το Πρωτοδικείο εσφαλμένως δεν έλαβε υπόψη του το γεγονός ότι η προσφυγή στρεφόταν συνολικά κατά τριών διαφορετικών αποφάσεων. Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απέρριψε ως απαράδεκτο το αίτημά του περί καταβολής αποζημιώσεως για διαφυγόντες τόκους.
41. Παρά την περί αντιθέτου άποψη του Κοινοβουλίου, αυτοί οι λόγοι αναιρέσεως δεν είναι απαράδεκτοι λόγω μη προσβολής των συμφερόντων του αναιρεσείοντος. Τόσο η απόρριψη του αιτήματος για καταβολή τόκων όσο και το γεγονός ότι το Πρωτοδικείο άφησε αδίκαστα τα αιτήματα περί ακυρώσεως των περαιτέρω αποφάσεων του Κοινοβουλίου θα μπορούσαν να βλάψουν τα συμφέροντα του αναιρεσείοντος.
1. Επί της αιτιάσεως ότι το Πρωτοδικείο άφησε αδίκαστα ορισμένα αιτήματα
42. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι η απόφαση δεν έλαβε υπόψη της το γεγονός ότι η προσφυγή στρεφόταν κατά τριών συνολικά αυτοτελών αποφάσεων, ήτοι κατά της αποφάσεως της 26ης Ιουνίου 2003, κατά της σιωπηρής απορρίψεως της από 4 Ιουνίου 2003 αιτήσεως και της αποφάσεως της 28ης Απριλίου 2004. Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση υπέλαβε παρά τον νόμο ότι η προσφυγή ακυρώσεως του αναιρεσείοντος στρεφόταν μόνον κατά της αποφάσεως της 26ης Ιουνίου 2003.
43. Κατ’ αρχάς, πρέπει να εξεταστεί αν αυτός ο λόγος αναιρέσεως προβάλλεται αλυσιτελώς εκ του λόγου ότι ο αναιρεσείων ανακάλεσε τα εν λόγω αιτήματα κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Πρωτοδικείου. Η σκέψη 31 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως διαλαμβάνει ότι «ο προσφεύγων παραδέχθηκε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι τα διάφορα ακυρωτικά αιτήματα που εκθέτει στο δικόγραφο της προσφυγής του και στο υπόμνημά του απαντήσεως είχαν το ίδιο αντικείμενο, ήτοι την ακύρωση της αποφάσεως της 26ης Ιουνίου 2003». Εντούτοις, αυτή η διατύπωση του Πρωτοδικείου δεν μπορεί να οδηγήσει στην παραδοχή ότι ο προσφεύγων ανακάλεσε ουσιαστικά μέρος των αιτημάτων της προσφυγής του. Και από τα πρακτικά της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως δεν συνάγεται ότι ο προσφεύγων δήλωσε ότι ανακαλεί εν μέρει την προσφυγή του. Συνεπώς, θα πρέπει να ερευνηθεί στη συνέχεια ο πρώτος λόγος αναιρέσεως.
44. Με την απόφαση της 28ης Απριλίου 2004, το Κοινοβούλιο έλαβε, μετά την κοινοποίηση σε αυτό στις 2 Φεβρουαρίου 2004 του δικογράφου της προσφυγής, νέα απόφαση σχετικά με το ποσό που έπρεπε να αφαιρεθεί κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 67, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, λαμβάνοντας υπόψη του το αναπροσαρμοσμένο ποσό του λουξεμβουργιανού επιδόματος.
45. Σε σχέση με την ανωτέρω απόφαση, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση διαπιστώνει στη σκέψη 31 ότι η απόφαση αυτή είναι κατ’ ουσία ταυτόσημη με την απόφαση της 26ης Ιουνίου 2003. Η απόφαση αυτή απλώς επιβεβαιώνει την απόφαση της 26ης Ιουνίου 2003, η δε προσφυγή ακυρώσεως δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι στρέφεται κατ’ αυτής.
46. Φρονώ ότι η ανωτέρω εκτίμηση του Πρωτοδικείου δεν είναι ορθή. Με την απόφαση της 28ης Απριλίου 2004 κρίθηκε εκ νέου το ζήτημα του ποσού που έπρεπε να αφαιρεθεί κατ’ εφαρμογή του άρθρου 67, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, η οποία θα ίσχυε ex nunc λαμβανομένου υπόψη του αναπροσαρμοσμένου ποσού του λουξεμβουργιανού επιδόματος. Συνεπώς, η απόφαση αυτή ζημιώνει αυτοτελώς τον αναιρεσείοντα: ακόμη και στην περίπτωση ακυρώσεως της αποφάσεως της 26ης Ιουνίου 2003, η απόφαση αυτή θα εξακολουθούσε να ισχύει από 28 Απριλίου 2004. Συνεπώς, ο αναιρεσείων έχει έννομο συμφέρον και για την ακύρωση της αποφάσεως της 28ης Απριλίου 2004.
47. Κατά τα λοιπά, αυτό το αίτημα της προσφυγής ήταν κατ’ εξαίρεση παραδεκτό, μολονότι προβλήθηκε το πρώτον με το υπόμνημα απαντήσεως.
48. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, το αίτημα περί ακυρώσεως αποφάσεως η οποία εκδόθηκε μετά την άσκηση προσφυγής είναι παραδεκτό στην περίπτωση κατά την οποία με την απόφαση αυτή απλώς παρατείνεται η ισχύς της παλαιάς αποφάσεως· θα ήταν αντίθετο προς την ορθή απονομή της δικαιοσύνης και στην απαίτηση περί οικονομίας της δίκης να υποχρεωθεί ο προσφεύγων να ασκήσει νέα προσφυγή κατά της νέας αποφάσεως (14).
49. Το ερώτημα που τίθεται είναι αν η νομολογία αυτή μπορεί να ισχύσει και σε διαφορές που αναφύονται στο πλαίσιο της κοινοτικής δημοσιοϋπαλληλίας, δεδομένου ότι στις περιπτώσεις αυτές προϋπόθεση του παραδεκτού της προσφυγής είναι να έχει κινηθεί η διαδικασία της διοικητικής προσφυγής. Εντούτοις, και στην περίπτωση αυτή η αρχή της οικονομίας της δίκης επιβάλλει να μην υποχρεώνεται ο προσφεύγων να κινήσει εκ νέου τη διαδικασία, καθό μέτρο δεν είναι αναγκαίο να κινηθεί η διαδικασία της διοικητικής προσφυγής. Τούτο συμβαίνει οσάκις η διοικητική απόφαση, με την οποία διευρύνεται το αντικείμενο της προσφυγής, απλώς μεταβάλλει ή αντικαθιστά την απόφαση κατά της οποίας έχει κινηθεί η διαδικασία προσφυγής. Κατά τα λοιπά, από τη θέση της διοικήσεως στο πλαίσιο της ένδικης διαδικασίας πρέπει να συνάγεται ότι η προσφυγή δεν θα ευδοκιμήσει.
50. Πέραν τούτου, ο αναιρεσείων προβάλλει ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένως δεν έλαβε υπόψη της το γεγονός ότι η σιωπηρή απόρριψη της αιτήσεως του προσφεύγοντος της 4ης Ιουνίου 2003 αποτελεί αυτοτελή απόφαση η οποία υπήρξε αντικείμενο της προσφυγής ακυρώσεως.
51. Συναφώς, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση διαπιστώνει με τη σκέψη 30 ότι το αντικείμενο της σιωπηρής απορρίψεως της αιτήσεως της 4ης Ιουνίου 2003 ταυτιζόταν με αυτό της αποφάσεως της 26ης Ιουνίου 2003 και ότι, ως εκ τούτου, η αίτηση για ακύρωσή της καλυπτόταν από την αίτηση περί ακυρώσεως της αποφάσεως της 26ης Ιουνίου 2003.
52. Ούτε η εκτίμηση αυτή της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως είναι κατ’ αποτέλεσμα πειστική. Το αντικείμενο των δύο αιτήσεων δεν ταυτίζεται. Πράγματι, με την αίτησή του της 4ης Ιουνίου 2003, ο αναιρεσείων ζητεί να του καταβληθεί το παρανόμως παρακρατηθέν κατά το παρελθόν διπλασιασθέν επίδομα συντηρούμενου τέκνου. Συνεπώς, η αίτηση αυτή βαίνει πέραν της ακυρώσεως της αποφάσεως της 26ης Ιουνίου 2003, με την οποία αποφασίστηκε να αφαιρεθεί το ποσό του λουξεμβουργιανού επιδόματος. Πράγματι, η αφαίρεση του λουξεμβουργιανού επιδόματος είχε ήδη αποφασιστεί σε προγενέστερο χρονικό σημείο με τις αποφάσεις της 22ας Οκτωβρίου 1999 και της 18ης Σεπτεμβρίου 2000. Η αίτηση της 4ης Ιουνίου 2003, με την οποία ζητήθηκε η επιστροφή των παρακρατηθέντων κατά το παρελθόν επιδομάτων συντηρούμενου τέκνου, μπορεί να αφορά και τον πριν της 26ης Ιουνίου 2003 χρόνο και, ως εκ τούτου, αποτελεί αυτοτελές αντικείμενο της προσφυγής.
53. Εντούτοις, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως δεν θα δικαιολογούσε την εξαφάνιση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ως προς το σημείο αυτό, δεδομένου ότι το αίτημα της προσφυγής σε σχέση με τη σιωπηρή απόρριψη της αιτήσεως της 4ης Ιουνίου 2003 ήταν απαράδεκτο για άλλο λόγο. Πράγματι, το αίτημα αυτό προβλήθηκε το πρώτον με το υπόμνημα απαντήσεως και, ως εκ τούτου, εκπρόθεσμα.
2. Επί του αιτήματος αποζημιώσεως
54. Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει ότι εσφαλμένως η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απέρριψε ως εκπρόθεσμο το αίτημά του να του επιδικασθεί αποζημίωση για τους διαφυγόντες τόκους.
55. Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση διαπιστώνει στη σκέψη 26 ότι το αίτημα του προσφεύγοντος περί επιδικάσεως αποζημιώσεως για τους διαφυγόντες τόκους υπολογιζόμενης βάσει του νόμιμου επιτοκίου, που υποβλήθηκε με το υπόμνημα απαντήσεως, αποτελεί αίτημα αποζημιώσεως που θα έπρεπε να είχε υποβληθεί με την προσφυγή και το οποίο, δεδομένου ότι προβλήθηκε το πρώτον με το υπόμνημα απαντήσεως, πρέπει να απορριφθεί ως εκπρόθεσμο.
56. Η εκτίμηση αυτή δεν αντέχει σε νομική βάσανο. Είναι μεν αληθές ότι βάσει του άρθρου 21 του Οργανισμού του Δικαστηρίου το δικόγραφο της προσφυγής πρέπει να περιέχει τα αιτήματα, η μεταγενέστερη δε υποβολή αιτημάτων δεν είναι κατ’ αρχήν δυνατή. Εντούτοις, το αίτημα περί καταβολής τόκων επί του καταβλητέου διπλασιασθέντος επιδόματος συντηρούμενου τέκνου μπορεί να συναχθεί ερμηνευτικά από το δικόγραφο της προσφυγής και, ως εκ τούτου, να θεωρηθεί ότι υποβλήθηκε εμπρόθεσμα. Πράγματι, ο προσφεύγων ζητεί με το δικόγραφο της προσφυγής να υποχρεωθεί το καθού να του καταβάλει εντόκως το σύνολο των ποσών που παρακράτησε άνευ νόμιμης αιτίας από τις αποδοχές του. Βεβαίως, ο προσφεύγων δεν ζήτησε με το ανωτέρω αίτημά του ρητώς την καταβολή των τόκων ως αποζημίωση. Εντούτοις, τούτο δεν έχει βαρύνουσα σημασία. Συνεπώς, το αίτημα που υποβλήθηκε με το υπόμνημα απαντήσεως δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά νέο αίτημα, αλλ’ απλώς διευκρίνηση του αρχικού αιτήματος το οποίο διατυπώθηκε με επαρκή σαφήνεια στο δικόγραφο της προσφυγής, πλην όμως δεν χαρακτηρίστηκε ρητώς ως αίτημα αποζημιώσεως. Επομένως, το αίτημα που υποβλήθηκε με το υπόμνημα απαντήσεως δεν βαίνει πέραν του αρχικού αιτήματος, αλλ’ αντιθέτως υπολείπεται αυτού, δεδομένου ότι δεν ζητείται πλέον να υποχρεωθεί το Κοινοβούλιο να καταβάλει το καθυστερούμενο επίδομα συντηρούμενου τέκνου.
57. Το αίτημα αυτό της προσφυγής είναι παραδεκτό και κατά τα λοιπά. Το Πρωτοδικείο ορθώς έκρινε ότι τα κοινοτικά δικαστήρια δεν έχουν κατ’ αρχήν την εξουσία να απευθύνουν διαταγές προς τα κοινοτικά όργανα· κατά το άρθρο 233 ΕΚ, σε περίπτωση ακυρώσεως μιας πράξεως, το οικείο όργανο οφείλει να λάβει τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου.
58. Εντούτοις, το άρθρο 91 του ΚΥΚ ορίζει ότι στο πλαίσιο του δημοσιοϋπαλληλικού δικαίου και επί χρηματικών διαφορών το Δικαστήριο έχει αρμοδιότητα πλήρους δικαιοδοσίας, περιλαμβανομένης της αρμοδιότητας να ακυρώνει ή να τροποποιεί τα επίδικα μέτρα.
59. Το Πρωτοδικείο έχει δώσει διαφορετικές απαντήσεις στο κατά πόσον στο πλαίσιο διαφορών δημοσιοϋπαλληλικού χαρακτήρα είναι παραδεκτή η προβολή αιτημάτων με τα οποία ζητείται να υποχρεωθούν τα κοινοτικά όργανα να καταβάλουν παρακρατηθείσες παροχές όπως είναι π.χ. τα οικογενειακά επιδόματα ή η ημερήσια αποζημίωση (15).
60. Το Κοινοβούλιο φρονεί ότι η έννοια της χρηματικής διαφοράς πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικά και καταλαμβάνει μόνον τις αγωγές αποζημιώσεως. Κατά την άποψη του Κοινοβουλίου, η υπό κρίση διαφορά σχετικά με το διπλασιασθέν επίδομα συντηρούμενο τέκνου δεν εμπίπτει στην ως άνω έννοια, δεδομένου ότι το Δικαστήριο στην περίπτωση που δεχτεί το αίτημα αυτό –εν αντιθέσει προς τις αγωγές αποζημιώσεως– δεν έχει περιθώριο εκτιμήσεως σχετικά με το ύψος των αναδρομικών καταβολών στις οποίες πρέπει να προβεί το Κοινοβούλιο, καθώς το ύψος των καταβολών αυτών προκύπτει απευθείας από τον νόμο.
61. Εν πάση περιπτώσει, καθό μέτρο η υπό κρίση υπόθεση αφορά την καταβολή τόκων επί του παρακρατηθέντος επιδόματος συντηρούμενου τέκνου πρόκειται για αξίωση αποζημιώσεως και ως εκ τούτου –βάσει και της συσταλτικής ερμηνείας του Κοινοβουλίου– για χρηματική διαφορά. Πάντως, προκειμένου το Πρωτοδικείο να αποφανθεί επί της αξιώσεως αυτής, πρέπει να έχει και την αρμοδιότητα να διευκρινίσει, τουλάχιστον έμμεσα, το προκριματικό ζήτημα αν πράγματι υφίσταται υποχρέωση του Κοινοβουλίου να καταβάλει τις παρακρατηθείσες καταβολές και, ειδικότερα, για ποιες χρονικές περιόδους πρέπει να καταβληθεί αναδρομικά το διπλασιασθέν επίδομα συντηρούμενου τέκνου.
62. Ως εκ τούτου, το αίτημα που υποβλήθηκε με το υπόμνημα απαντήσεως και με το οποίο ο προσφεύγων ζήτησε να υποχρεωθεί το Κοινοβούλιο να του καταβάλει διαφυγόντες τόκους ήταν παραδεκτό.
Γ – Το μέχρι τούδε συναγόμενο συμπέρασμα
63. Όπως προελέχθη, ο πρώτος και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως που προβάλλει ο αναιρεσείων θα μπορούσαν να ευδοκιμήσουν τουλάχιστον εν μέρει. Εντούτοις, βάσει της προεκτεθείσας αναλύσεως του τρίτου λόγου αναιρέσεως, φρονώ ότι ορθώς κατ’ αποτέλεσμα το Κοινοβούλιο αφαίρεσε από το διπλασιασθέν επίδομα συντηρούμενου τέκνου τα ποσά που καταβλήθηκαν βάσει της λουξεμβουργιανής νομοθεσίας. Συνεπώς, η απόφαση είναι κατ’ αποτέλεσμα ορθή. Ως εκ τούτου, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
VI – Δικαστικά έξοδα
64. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο εφαρμόζεται βάσει του άρθρου 118 του Κανονισμού Διαδικασίας στην ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία που έχει ως αντικείμενο αναίρεση κατά αποφάσεως του Πρωτοδικείου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Κατά το άρθρο 70 του Κανονισμού Διαδικασίας, στις διαφορές μεταξύ των Κοινοτήτων και των υπαλλήλων τους, τα όργανα φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα. Εντούτοις, κατά το άρθρο 122, δεύτερο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας, το άρθρο 70 έχει εφαρμογή μόνον επί των αναιρέσεων –όπως εν προκειμένω– που ασκούνται από μόνιμους ή μη μόνιμους υπαλλήλους οργάνου.
65. Κατά το άρθρο 122, δεύτερο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας, το Δικαστήριο μπορεί –κατά παρέκκλιση από το άρθρο 69, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού– στην περίπτωση αναιρέσεων που ασκούνται από μόνιμους ή μη μόνιμους υπαλλήλους οργάνου, να κατανείμει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων, εφόσον αυτό υπαγορεύει η επιείκεια. Ωστόσο, στην υπό κρίση υπόθεση δεν συντρέχουν λόγοι επιεικείας.
66. Συνεπώς, εν προκειμένω έχει εφαρμογή ο κανόνας του άρθρου 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας. Δεδομένου ότι το Κοινοβούλιο ζήτησε να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, ο δε αναιρεσείων ηττήθηκε ως προς την αίτησή του αναιρέσεως, πρέπει να καταδικαστεί στα έξοδα της αναιρετικής διαδικασίας.
VII – Πρόταση
67. Συνεπώς, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
1) να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως.
2) να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της αιτήσεως αναιρέσεως.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
2 – Απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2006, Τ-33/04, Weißenfels κατά Κοινοβουλίου (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή).
3 – Βλ. απόφαση της 9ης Ιουνίου 1992, C-30/91 P, Lestelle κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. I‑3755, σκέψη 28), και διάταξη της 3ης Ιουνίου 2005, C-396/03 P, Killinger κατά Γερμανίας κ.λπ. (Συλλογή 2005, σ. I-4967, σκέψη 12).
4 – Απόφαση της 7ης Μαΐου 1987, 186/85, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1987, σ. 2029).
5 – Απόφαση της 7ης Μαΐου 1987, 189/85, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1987, σ. 2061, σκέψη 12).
6 – Στην αγγλικό κείμενο χρησιμοποιείται η έννοια «allowance». Στο γαλλικό χρησιμοποιείται η έννοια «allocation»· και η παροχή που προβλέπει το λουξεμβουργιανό δίκαιο χαρακτηρίζεται ως «allocation».
7 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4.
8 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 5.
9 – Απόφαση Επιτροπή κατά Βελγίου (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4, σκέψη 30).
10 – Όπ.π., σκέψη 33.
11 – Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Micho της 29ης Ιανουαρίου 1987, στην υπόθεση Επιτροπή κατά Γερμανίας (προπαρατεθείσες στην υποσημείωση 5, υπό I.).
12 – Αποφάσεις Επιτροπή κατά Γερμανίας (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 5, σκέψη 30), και Επιτροπή κατά Βελγίου (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4, σκέψη 35).
13 – Βλ. επί του ζητήματος αυτού και, αν και σε άλλη συνάφεια, προτάσεις μου επί της υποθέσεως C-286/03, Hosse (απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 2006, Συλλογή 2006, σ. Ι-1771, σκέψη 97).
14 – Απόφαση της 29ης Σεπτεμβρίου 1987, 351 και 360/85, Fabrique de fer de Charleroi κατά Επιτροπής (Συλλογή 1987, σ. 3639, σκέψη 11).
15 – Βλ., σχετικά με το παραδεκτό ενός τέτοιου αιτήματος μεταξύ άλλων, αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 3ης Δεκεμβρίου 1991, T‑10/90 και T‑31/90, Boessen κατά ΟΚΕ (Συλλογή 1991, σ. II‑1365, η οποία αφορούσε αίτημα να υποχρεωθεί η ΟΚΕ να καταβάλει σχολικά επιδόματα), της 30ής Νοεμβρίου 1993, Τ-15/93, Vienne κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1993, σ. ΙΙ-1327, η οποία αφορούσε αίτημα να υποχρεωθεί το Κοινοβούλιο να καταβάλει ημερήσια αποζημίωση), της 11ης Ιουλίου 2000, T‑134/99, Skrzypek κατά Επιτροπής (Συλλογή Υπ.Υπ. 2000, σ. I‑A‑139 και II‑633, που αφορούσε αίτημα να υποχρεωθεί η Επιτροπή να καταβάλει οικογενειακά επιδόματα και σύνταξη ορφανού). Υπέρ του παραδεκτού ενός τέτοιου αιτήματος συνηγορεί και η απόφαση του Δικαστηρίου της 2ας Οκτωβρίου 2001, C‑449/99 P, ΕΤΕ κατά Hautem (Συλλογή 2001, σ. I‑6733, σκέψεις 29 και 90 επ.).
Full & Egal Universal Law Academy