ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
M. POIARES MADURO
της 8ης Μαΐου 2007 1(1)
Υπόθεση C-162/06
International Mail Spain SL
κατά
Administración del Estado
και
Correos
[αίτηση του Tribunal Supremo (Ισπανία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Ταχυδρομικές υπηρεσίες – Διασυνοριακή αλληλογραφία – Κριτήρια αξιολόγησης – Οικονομική ισορροπία του φορέα παροχής της καθολικής υπηρεσίας»
1. Το τμήμα διοικητικών διαφορών του Tribunal Supremo (Ισπανία), σε συνεδρίαση της ολομέλειας του τρίτου τμήματός του, υποβάλλει στο Δικαστήριο ερώτημα που αφορά την ερμηνεία του άρθρου 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 97/67/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 1997, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς κοινοτικών ταχυδρομικών υπηρεσιών και τη βελτίωση της ποιότητας των παρεχομένων υπηρεσιών (2), προτού τροποποιηθεί από την οδηγία 2002/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 10ης Ιουνίου 2002 (3).
I – Νομικό πλαίσιο, πραγματικά περιστατικά της διαφοράς και προδικαστικό ερώτημα
2. Το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 97/67 επιτρέπει τη διατήρηση κατ’ αποκλειστικότητα ανατιθέμενων υπηρεσιών υπό τους ακόλουθους όρους:
«[...]
2. Στο μέτρο που είναι αναγκαίο για τη διατήρηση της καθολικής υπηρεσίας, η διασυνοριακή αλληλογραφία και το διαφημιστικό ταχυδρομείο μπορούν να συνεχίσουν να ανατίθενται κατ’ αποκλειστικότητα εντός των ορίων τιμής και βάρους που προβλέπονται στην παράγραφο 1.
[...]»
3. Ο νόμος 24/1998, της 13ης Ιουλίου 1998, για την καθολική ταχυδρομική υπηρεσία και την ελευθέρωση των ταχυδρομικών υπηρεσιών (4), ο οποίος μετέφερε στο εθνικό δίκαιο την οδηγία 97/67, προβλέπει, στο άρθρο 18, παράγραφος 1, στοιχείο C, το οποίο ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο των πραγματικών περιστατικών, τα εξής:
«1. Ο φορέας στον οποίον ανατίθεται η παροχή της καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας, σύμφωνα με το άρθρο 128, παράγραφος 2, του Συντάγματος και τις διατάξεις του επόμενου κεφαλαίου, παρέχει κατ’ αποκλειστικότητα τις ακόλουθες υπηρεσίες που εμπίπτουν στο πεδίο της καθολικής υπηρεσίας:
[…]
C) τη διασυνοριακή ταχυδρομική υπηρεσία αποστολής από και προς το εξωτερικό επιστολών και ταχυδρομικών δελταρίων, εντός των ορίων τιμής και βάρους που ορίζει το στοιχείο Β. Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου, νοείται ως διασυνοριακή ταχυδρομική υπηρεσία η προερχόμενη από άλλα κράτη μέλη ή η προοριζόμενη για άλλα κράτη μέλη».
4. Το άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο b, του νόμου 24/1998 ορίζει ως σοβαρή παράβαση «την παροχή ταχυδρομικών υπηρεσιών που έχουν ανατεθεί κατ’ αποκλειστικότητα στον φορέα παροχής της καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας, εφόσον ο φορέας αυτός δεν έχει δώσει την άδειά του, οπότε τίθεται σε κίνδυνο η παροχή υπηρεσιών από τον φορέα αυτό». Η παράγραφος 3, στοιχείο a, προβλέπει ότι «[θ]εωρούνται ως σοβαρές παραβάσεις: a) oι παραβάσεις που προβλέπονται στα εδάφια a έως i της ανωτέρω παραγράφου 2, εφόσον δεν έχουν τελεσθεί υπό περιστάσεις που να επιτρέπουν τον χαρακτηρισμό τους ως πολύ σοβαρών».
5. Από το 1988 η International Mail Spain SL (πρώην ΤΝΤ Express Worldwide Spain SL) παρείχε διασυνοριακές υπηρεσίες αποστολής ταχυδρομικών δελταρίων στο εξωτερικό από τις σημαντικότερες τουριστικές περιοχές της Ισπανίας. Προς τούτο είχαν τοποθετηθεί γραμματοκιβώτια σε ξενοδοχεία, κάμπινγκ, ενοικιαζόμενα διαμερίσματα, σούπερ μάρκετ κ.λπ., προκειμένου να συλλέγουν τα προοριζόμενα για το εξωτερικό ταχυδρομικά δελτάρια, επί των οποίων είχαν επικολληθεί αυτοκόλλητες ετικέτες για τα ταχυδρομικά τέλη, οι οποίες πωλούνταν στα ίδια σημεία με τα ταχυδρομικά δελτάρια.
6. Η Secretaría General de Comunicaciones (Ministerio de Fomento) θεώρησε ότι η παροχή τέτοιων υπηρεσιών συνιστούσε σοβαρή διοικητική παράβαση που προβλέπεται από το άρθρο 41 του νόμου 24/1998. Με απόφαση της 16ης Ιουνίου 1999, επέβαλε στην International Mail Spain SL πρόστιμο ύψους 10 εκατομμυρίων πεσετών (ESP) (περίπου 60 100 ευρώ) και την κάλεσε να αποστεί στο μέλλον από την προσφορά και παροχή των υπηρεσιών αυτών.
7. Η εταιρεία International Mail Spain SL κατέθεσε προσφυγή ενώπιον του τμήματος διοικητικών διαφορών του Tribunal Superior de Justicia της Μαδρίτης, το οποίο την απέρριψε στις 6 Ιουνίου 2002, με το σκεπτικό, μεταξύ άλλων, ότι ο νόμος 24/1998 είναι σύμφωνος με την οδηγία 97/67. Η International Mail Spain SL άσκησε αναίρεση ενώπιον του Tribunal Supremo, το οποίο διατύπωσε την 7η Μαρτίου 2006 το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 97/67, το οποίο παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να περιλαμβάνουν στις ταχυδρομικές υπηρεσίες που ανατίθενται κατ’ αποκλειστικότητα τη διασυνοριακή αλληλογραφία, επιτρέπει μήπως στα εν λόγω κράτη μέλη να προβαίνουν σε αποκλειστική ανάθεση μόνο στο μέτρο που αποδεικνύουν ότι, χωρίς αυτήν, τίθεται σε κίνδυνο η οικονομική ισορροπία του φορέα παροχής της καθολικής υπηρεσίας ή, αντιθέτως, μπορούν τα κράτη αυτά να προβαίνουν στην ανάθεση αυτή λαμβάνοντας υπόψη και άλλες παραμέτρους, μεταξύ των οποίων η σκοπιμότητα, σχετικές με τη γενική κατάσταση του τομέα των ταχυδρομικών υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένου του βαθμού ελευθερώσεως του εν λόγω τομέα κατά τον χρόνο κατά τον οποίο αποφασίζεται η αποκλειστική ανάθεση;»
8. Το αιτούν δικαστήριο έκρινε ότι, εάν το άρθρο 18, παράγραφος 1, στοιχείο C, του νόμου 24/1998 αντιβαίνει στους όρους που θέτει το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 97/67, η μη συμμόρφωση των ιδιωτικών οικονομικών φορέων με την ισπανική νομοθετική διάταξη δεν μπορεί να συνεπάγεται την επιβολή της επίμαχης διοικητικής ποινής.
9. Για να συμπληρωθεί το πλαίσιο μέσα στο οποίο εντάσσεται το ερώτημα που υπέβαλε το Tribunal Supremo, είναι χρήσιμο να ληφθεί υπόψη ότι το περιεχόμενο της παραγράφου 2 του άρθρου 7 της εν λόγω οδηγίας έχει επαναδιατυπωθεί (ως νυν παράγραφος 1) από την οδηγία 2002/39 ως ακολούθως:
«[...]
Στο μέτρο που είναι αναγκαίο για να διασφαλιστεί η παροχή της καθολικής υπηρεσίας, για παράδειγμα όταν έχουν ήδη ελευθερωθεί ορισμένοι τομείς ταχυδρομικών δραστηριοτήτων ή λόγω των ειδικών χαρακτηριστικών που διακρίνουν τις ταχυδρομικές υπηρεσίες κράτους μέλους, το εξερχόμενο διασυνοριακό ταχυδρομείο μπορεί να εξακολουθήσει να ανατίθεται κατ’ αποκλειστικότητα εντός των ιδίων ορίων βάρους και τιμής.
[...]»
II – Ανάλυση
Α – Το παραδεκτό
10. Το Βασίλειο της Ισπανίας υπέβαλε ρητώς ένσταση απαραδέκτου της αίτησης που υπέβαλε το Tribunal Supremo. Είναι δυνατό να διακριθούν δύο λόγοι απαραδέκτου που προβάλλει το Βασίλειο της Ισπανίας: 1) η εσφαλμένη διατύπωση του προδικαστικού ερωτήματος, το οποίο φαίνεται να έχει ως αντικείμενο την εκτίμηση του κύρους μιας εσωτερικής νομοθετικής πράξης και 2) το απρόσφορο του ερωτήματος και η διατύπωσή του με υποθετική μορφή.
11. Η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζει με τις παρατηρήσεις της ότι, εν προκειμένω, το εθνικό δικαστήριο, με την υποβολή στο Δικαστήριο του ή των εν λόγω προδικαστικών ερωτημάτων, ζητεί από το Δικαστήριο να εκτιμήσει εάν το άρθρο 18, παράγραφος 1, στοιχείο c, του νόμου 24/1998 περί των ταχυδρομικών υπηρεσιών είναι σύμφωνο με την οδηγία 97/67/ΕΚ ή εάν υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλει η οδηγία αυτή.
12. Η ένσταση δεν μου φαίνεται πειστική. Ας υπομνησθεί απλώς ότι, «παρ’ όλον ότι το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα, στο πλαίσιο του άρθρου 234 ΕΚ, να εφαρμόζει τους κοινοτικούς κανόνες δικαίου σε συγκεκριμένη περίπτωση ούτε να εκτιμά το συμβιβαστό των διατάξεων του εθνικού δικαίου προς τους κανόνες αυτούς, μπορεί ωστόσο να παρέχει στο εθνικό δικαστήριο όλα τα στοιχεία ερμηνείας που αφορούν το κοινοτικό δίκαιο τα οποία θα μπορούσαν να είναι χρήσιμα για την εκτίμηση των αποτελεσμάτων των διατάξεων αυτών» (5). Το δικαστήριο καλείται να ερμηνεύσει το κοινοτικό δίκαιο και να παράσχει στους εθνικούς δικαστές όλα τα απαραίτητα στοιχεία για να εξακριβώσουν τη συμβατότητα της εθνικής διάταξης με το κοινοτικό δίκαιο.
13. Το Βασίλειο της Ισπανίας υποστηρίζει επίσης ότι είναι απαράδεκτο το υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα ή, κατά την άποψή του, τα προδικαστικά ερωτήματα, επειδή στερούνται πρακτικής αποτελεσματικότητας για την επίλυση της διαφοράς στην κύρια δίκη και, εξάλλου, είναι διατυπωμένα με υποθετική μορφή. Ούτε αυτό το επιχείρημα ευσταθεί.
14. Το Δικαστήριο έχει υπενθυμίσει επανειλημμένως ότι μια προσέγγιση που σέβεται την κατανομή των αρμοδιοτήτων ανάμεσα στο Δικαστήριο και στα εθνικά δικαστήρια προϋποθέτει ότι, «στο πλαίσιο της προβλεπόμενης από το άρθρο 234 ΕΚ συνεργασίας μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων, εναπόκειται αποκλειστικώς στο εθνικό δικαστήριο, που έχει επιληφθεί της διαφοράς και φέρει την ευθύνη της εκδοθησομένης δικαστικής αποφάσεως, να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιομορφίες της υποθέσεως, τόσο την αναγκαιότητα μιας προδικαστικής αποφάσεως για την έκδοση της δικής του αποφάσεως όσο και το λυσιτελές των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο» (6). Συνεπώς, εφόσον τα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, το Δικαστήριο υποχρεούται, κατ’ αρχήν, να απαντήσει (7).
15. Εάν πράγματι υιοθετηθεί ο συλλογισμός που προτείνει το Βασίλειο της Ισπανίας και σύμφωνα με τον οποίο το απαράδεκτο του προδικαστικού ερωτήματος προκύπτει από το γεγονός ότι η απάντηση του Δικαστηρίου δεν είναι ικανή, αφ’ εαυτής, να επιλύσει τη διαφορά στην κύρια δίκη, μπορεί κανείς να αναρωτηθεί σε ποιες περιπτώσεις θα ήταν παραδεκτό ένα προδικαστικό ερώτημα. Η επίλυση της διαφοράς στην κύρια δίκη εξαρτάται πάντοτε από μία δικαστική απόφαση που βασίζεται στα πραγματικά περιστατικά και στους εθνικούς κανόνες δικαίου και την οποία καλείται να λάβει το εθνικό δικαστήριο. Το γεγονός ότι η απάντηση που δίνει το Δικαστήριο δεν επιτρέπει, αφ’ εαυτής, την επίλυση της διαφοράς στην κύρια δίκη δεν σημαίνει ότι δεν είναι αναγκαία και αποτελεσματική για την επίλυση της διαφοράς. Συνεπώς θεωρώ ότι η αίτηση έκδοσης προδικαστικής απόφασης είναι παραδεκτή.
Β – Ερμηνεία του άρθρου 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 97/67
16. Το ερώτημα που θέτει ο Ισπανός δικαστής αφορά την ερμηνεία του κειμένου του άρθρου 7, παράγραφος 2, και ιδιαιτέρως την οριοθέτηση της προβλεπόμενης από την οδηγία 97/67 δυνατότητας να ανατίθενται στον παρέχοντα την καθολική υπηρεσία ορισμένες υπηρεσίες κατ’ αποκλειστικότητα, μεταξύ των οποίων και εκείνη της «διασυνοριακής αλληλογραφίας».
17. Το αιτούν δικαστήριο επιθυμεί να μάθει εάν η οδηγία 97/67 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι τα κράτη μέλη μπορούν να προβαίνουν σε αποκλειστική ανάθεση των υπηρεσιών μόνο εφόσον αποδεικνύουν ότι, αν δεν υπήρχαν τα κατ’ αποκλειστικότητα ανατιθέμενα δικαιώματα, θα απειλούνταν η οικονομική ισορροπία του φορέα παροχής της καθολικής υπηρεσίας ή εάν μπορούν ομοίως να διατηρούν την αποκλειστική αυτή ανάθεση λαμβάνοντας υπόψη και άλλες παραμέτρους, σχετικές για παράδειγμα με τη σκοπιμότητα ή τη γενική κατάσταση του τομέα των ταχυδρομικών υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένου του βαθμού ελευθέρωσης του εν λόγω τομέα κατά τον χρόνο κατά τον οποίο αποφασίζεται η αποκλειστική ανάθεση ορισμένων υπηρεσιών.
18. Οι θέσεις των συμμετεχόντων στην παρούσα διαδικασία μπορούν να ανακεφαλαιωθούν ως εξής. Από τη μία πλευρά, η προσφεύγουσα (η International Mail Spain SL) και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων υποστήριξαν μια στενή ερμηνεία του άρθρου 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 97/67. Σύμφωνα με την Επιτροπή, το άρθρο 7, παράγραφος 2, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η κατ’ αποκλειστικότητα ανάθεση των υπηρεσιών επιτρέπεται μόνο στο μέτρο που είναι αναγκαία για να εξασφαλίσει τη λειτουργία της καθολικής υπηρεσίας υπό όρους οικονομικής ισορροπίας. Προκειμένου να καθορισθεί αυτή η αναγκαιότητα, πρέπει να ληφθούν υπόψη, μεταξύ άλλων παραγόντων, ο βαθμός ελευθέρωσης της ταχυδρομικής δραστηριότητας και τα ειδικά χαρακτηριστικά των εθνικών ταχυδρομικών υπηρεσιών.
19. Από την άλλη πλευρά, η Ισπανική και η Βελγική Κυβέρνηση υιοθέτησαν μια ευρύτερη ερμηνεία του άρθρου 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 97/67, υποστηρίζοντας τη δυνατότητα των κρατών μελών να βασίζονται, για τον σκοπό της ανάθεσης των υπηρεσιών κατ’ αποκλειστικότητα, σε παραμέτρους σχετικές με τη γενική κατάσταση της αγοράς των ταχυδρομικών υπηρεσιών, όπως, για παράδειγμα, ο βαθμός ελευθέρωσης του τομέα ή τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των ταχυδρομικών υπηρεσιών ενός κράτους μέλους, σύμφωνα με τις ενδείξεις που παρέχει η οδηγία 2002/39. Κατά τη γνώμη του Βασιλείου της Ισπανίας, σύμφωνα με αυτήν την οδηγία, η επιλογή της ανάθεσης ή όχι των υπηρεσιών που απαριθμούνται στο άρθρο 7 στον φορέα παροχής της καθολικής υπηρεσίας κατ’ αποκλειστικότητα εναπόκειται στην εκτίμηση της σκοπιμότητας, που γίνεται από τα κράτη (και δεν σχετίζεται μόνο με τη διατήρηση της οικονομικής ισορροπίας).
20. Κατά πρώτο λόγο, όσον αφορά τη διάκριση μεταξύ οικονομικής ισορροπίας και άλλων παραμέτρων που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, πρέπει να ειπωθεί ότι, σε αντίθεση προς αυτό που θα μπορούσε να συναχθεί από το προδικαστικό ερώτημα, οι δύο έννοιες δεν είναι αναγκαστικά αντικρουόμενες. Όπως θα εκτεθεί κατωτέρω, είναι σημαντικό να καθορισθούν οι όροι υπό τους οποίους αυτές οι άλλες παράμετροι μπορούν να λαμβάνονται υπόψη. Το θεμελιώδες στοιχείο είναι να ερμηνευθεί η έννοια του «αναγκαίου για τη διατήρηση της καθολικής υπηρεσίας» και η σχέση της με την έννοια της οικονομικής ισορροπίας του φορέα παροχής της καθολικής υπηρεσίας.
Νομική αξιολόγηση
21. Ο ταχυδρομικός τομέας έχει υποβληθεί σε μια προοδευτική διαδικασία ανοίγματος και ελευθέρωσης. Η πρώτη πράξη παράγωγου κοινοτικού δικαίου με την οποία ρυθμίστηκε αυτή η εξέλιξη ήταν η οδηγία 97/67. Η δυνατότητα ανάθεσης ορισμένων υπηρεσιών κατ’ αποκλειστικότητα, την οποία προβλέπει το άρθρο 7 της εν λόγω οδηγίας, αποτελεί εξαίρεση από την εφαρμογή των θεμελιωδών κανόνων της κοινοτικής έννομης τάξης που περιέχονται στη Συνθήκη ΕΚ. Αυτές οι εξαιρέσεις πρέπει να ερμηνεύονται στενά (8). Επιπλέον, είναι σαφές ότι η θέση σε ισχύ της οδηγίας 97/67 δεν μπορεί να εγκαθιδρύει ένα κανονιστικό πλαίσιο ασυμβίβαστο προς αυτό που προκύπτει από τη Συνθήκη. Εξάλλου, η τεσσαρακοστή πρώτη αιτιολογική σκέψη της εν λόγω οδηγίας υπενθυμίζει ότι «η παρούσα οδηγία δεν θίγει την εφαρμογή των κανόνων της Συνθήκης και ιδίως των κανόνων της για τον ανταγωνισμό και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών».
22. Ο δυναμικός χαρακτήρας της διαδικασίας ελευθέρωσης προκύπτει με σαφήνεια από την όγδοη και τη δέκατη ένατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 97/67. Σύμφωνα με την όγδοη αιτιολογική σκέψη, «είναι απαραίτητο να ληφθούν μέτρα που να αποσκοπούν στη διασφάλιση σταδιακής και ελεγχόμενης ελευθέρωσης της αγοράς και σωστής ισορροπίας κατά την εφαρμογή [τους], προκειμένου να εξασφαλιστεί, σε όλη την Κοινότητα, στο πλαίσιο του σεβασμού των υποχρεώσεων και των δικαιωμάτων των φορέων παροχής καθολικής υπηρεσίας, η ελεύθερη παροχή των υπηρεσιών στον ίδιο τον τομέα των ταχυδρομείων». Η δέκατη ένατη αιτιολογική σκέψη συνεχίζει με το ίδιο σκεπτικό: «Είναι εύλογο να επιτραπεί, σε προσωρινή βάση, η διατήρηση της κατ’ αποκλειστικότητα ανάθεσης για το διαφημιστικό ταχυδρομείο και την εισερχόμενη διασυνοριακή αλληλογραφία εντός των προβλεπομένων ορίων τιμής και βάρους· […] ως περαιτέρω βήμα προς την ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς ταχυδρομικών υπηρεσιών, θα πρέπει να [ληφθεί απόφαση] σχετικά με την περαιτέρω σταδιακή και ελεγχόμενη ελευθέρωση της αγοράς των ταχυδρομικών υπηρεσιών, με στόχο ιδίως την ελευθέρωση του διασυνοριακού και του διαφημιστικού ταχυδρομείου, καθώς και την περαιτέρω αναθεώρηση των ορίων τιμών και βάρους».
23. Το άρθρο 7 της οδηγίας 97/67 προβλέπει τη δυνατότητα ανάθεσης κατ’ αποκλειστικότητα, «στο μέτρο που είναι αναγκαίο», ορισμένων υπηρεσιών, π.χ., όπως αναφέρεται στην παράγραφο 2, της διασυνοριακής αλληλογραφίας, εντός των ορίων τιμής και βάρους που προβλέπονται από την οδηγία. Ομοίως, η τεσσαρακοστή δεύτερη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 97/67 ορίζει καθαρά ότι «τίποτε δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να διατηρούν ή να θεσπίζουν για τον τομέα των ταχυδρομικών υπηρεσιών μέτρα πιο φιλελεύθερα από τα προβλεπόμενα στην παρούσα οδηγία, ούτε, σε περίπτωση λήξεως της ισχύος της, να διατηρούν μέτρα τα οποία θέσπισαν προς εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, υπό τον όρο, πάντοτε, ότι αυτά είναι συμβατά με τη Συνθήκη».
24. Από αυτά συνάγεται ότι η οδηγία 97/67 θέτει όρια για τον καθορισμό των περιορισμών του ανταγωνισμού που είναι συμβατοί με το κοινοτικό δίκαιο στον ταχυδρομικό τομέα· το σημείο που πρέπει να αποσαφηνισθεί από το Δικαστήριο αφορά την ακριβή ερμηνεία της έκφρασης «στο μέτρο που είναι αναγκαίο για τη διατήρηση της καθολικής υπηρεσίας» που χρησιμοποιεί η εν λόγω οδηγία. Η απάντηση μου φαίνεται ότι παρέχεται από τις ίδιες τις διατάξεις της οδηγίας και από τις αιτιολογικές της σκέψεις, ώστε να επιλέγεται η ερμηνεία που καθιστά τη διάταξη του παράγωγου δικαίου σύμφωνη με τις Συνθήκες (9).
25. Η οδηγία 97/67 χαράσσει ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο γενικής ελευθέρωσης της αγοράς ταχυδρομικών υπηρεσιών, ενώ το σύνολο των προβλεπόμενων από αυτήν κανόνων δεν επιτρέπει στα κράτη μέλη να περιορίζουν την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που θεσπίζονται από τη Συνθήκη. Η δέκατη έκτη αιτιολογική της σκέψη διακηρύσσει ρητά σχετικά με αυτό ότι «φαίνεται δικαιολογημένη η διατήρηση ενός συνόλου αποκλειστικών υπηρεσιών, εφόσον τηρούνται οι κανόνες της Συνθήκης και με την επιφύλαξη των κανόνων περί ανταγωνισμού, προκειμένου να καταστεί δυνατή η λειτουργία της καθολικής υπηρεσίας υπό συνθήκες οικονομικής ισορροπίας». Από αυτό προκύπτει ότι η οδηγία αυτή συσχετίζει πολύ στενά τη λειτουργία της καθολικής υπηρεσίας με την πρόβλεψη κατ’ αποκλειστικότητα ανατιθέμενων υπηρεσιών· η κατ’ αποκλειστικότητα ανάθεση επιτελεί μια λειτουργία επικουρική της διατήρησης της καθολικής υπηρεσίας, που συνίσταται στη δημιουργία της δυνατότητας παροχής της καθολικής υπηρεσίας υπό όρους «οικονομικής ισορροπίας» (10).
26. Με βάση το κείμενο της οδηγίας 97/67, είναι σαφές ότι πρέπει να αξιολογηθεί, κατά πρώτο λόγο, η αναγκαιότητα να εξασφαλισθεί η χρηματοοικονομική ισορροπία της παροχής της καθολικής υπηρεσίας. Είναι σημαντικό να καταστεί σαφές ότι δεν είναι αναγκαίο να απειλείται η οικονομική βιωσιμότητα της επιχείρησης που είναι επιφορτισμένη με την αποστολή γενικού συμφέροντος, προκειμένου να επιτραπεί η κατ’ αποκλειστικότητα ανάθεση ορισμένων υπηρεσιών στον φορέα παροχής της καθολικής υπηρεσίας, εάν αυτή η κατ’ αποκλειστικότητα ανάθεση κρίνεται αναγκαία για την εξασφάλιση της χρηματοοικονομικής ισορροπίας της παροχής της καθολικής υπηρεσίας· πρέπει απλώς να δίδεται στην επιχείρηση που είναι επιφορτισμένη με την καθολική υπηρεσία η δυνατότητα να εκτελεί την αποστολή της και να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις της υπό όρους οικονομικά αποδεκτούς, ώστε να εξασφαλίζεται η διατήρηση της καθολικής υπηρεσίας. Τα κατ’ αποκλειστικότητα ανατιθέμενα δικαιώματα πρέπει να απονέμονται μόνο σε συνάρτηση με τις ανάγκες της καθολικής υπηρεσίας. Η έννοια της οικονομικής ισορροπίας πρέπει να ανάγεται στη διατήρηση της ίδιας της καθολικής υπηρεσίας και όχι –όπως επίσης υπονοείται στην προδικαστική παραπομπή– στον φορέα παροχής της υπηρεσίας.
27. Στις υποχρεώσεις που επιβάλλει η καθολική υπηρεσία, οι οποίες συνεπάγονται κόστος για τον φορέα παροχής των υπηρεσιών, πρέπει να αντιστοιχούν οφέλη που εξασφαλίζονται από την απονομή αποκλειστικών δικαιωμάτων, υπό τη μορφή κατ’ αποκλειστικότητας ανατιθέμενων υπηρεσιών στον φορέα παροχής καθολικής υπηρεσίας, όπως αυτά προβλέπονται στο άρθρο 7 της οδηγίας 97/67. Σύμφωνα με την αντίληψη αυτή, μπορεί να είναι χρήσιμο και αποδεκτό να υπάρχει η δυνατότητα συμψηφισμού των αποτελεσμάτων των κερδοφόρων αφενός και των λιγότερο κερδοφόρων αφετέρου τομέων δραστηριοτήτων του δικαιούχου της καθολικής υπηρεσίας (11). Ο σκοπός είναι να αποφευχθεί η πρακτική που αποκαλείται «εκμετάλλευση της αφρόκρεμας», ακολουθούμενη από τους ανταγωνιστές που δεν υπόκεινται στις υποχρεώσεις της καθολικής υπηρεσίας, δηλαδή η πρακτική επικέντρωσης, μεταξύ των τομέων που εντάσσονται στην καθολική υπηρεσία, σε εκείνους τους τομείς δραστηριότητας που είναι οικονομικά κερδοφόροι. Οι ανταγωνιστές του φορέα παροχής της καθολικής υπηρεσίας μπορούν να προσφέρουν πιο ανταγωνιστικές τιμές για τον απλό λόγο ότι, αντιθέτως προς εκείνον, δεν είναι υποχρεωμένοι να χρησιμοποιούν τα κέρδη που αποκόμισαν από τους κερδοφόρους τομείς για να καλύψουν, εν όλω ή εν μέρει, τις ζημίες που υπέστησαν στους μη κερδοφόρους τομείς (12).
28. Μέσω της κατ’ αποκλειστικότητα ανάθεσης υπηρεσιών, τα κράτη εξασφαλίζουν στην επιχείρηση που παρέχει την καθολική υπηρεσία τη δυνατότητα να εκτελεί την αποστολή της (μόνο αναφορικά με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την καθολική υπηρεσία) υπό οικονομικά αποδεκτούς όρους. Αυτό σημαίνει ότι είναι επιτρεπτή η κατ’ αποκλειστικότητα ανάθεση υπηρεσιών μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η ανάθεση κερδοφόρων υπηρεσιών είναι αναγκαία για να συμψηφισθεί το κόστος που συνεπάγεται η άσκηση μη κερδοφόρων δραστηριοτήτων, ώστε να εξασφαλίζονται με αυτόν τον τρόπο συνθήκες οικονομικής ισορροπίας. Αυτή η κατ’ αποκλειστικότητα ανάθεση δικαιωμάτων δεν πρέπει να «θίγει τις συνθήκες ανταγωνισμού», όπως καθιστά σαφές η εικοστή όγδοη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 97/67. Αυτό σημαίνει ότι οι διασταυρούμενες επιδοτήσεις από τον αποκλειστικό στον μη αποκλειστικό τομέα δεν πρέπει να θίγουν τις συνθήκες ανταγωνισμού στον τελευταίο τομέα, όσον αφορά τις επιχειρήσεις που δεν έχουν ειδικά δικαιώματα.
29. Η σύνδεση της κατ’ αποκλειστικότητα ανάθεσης υπηρεσιών με τη διατήρηση της καθολικής υπηρεσίας και όχι με την οικονομική ισορροπία της επιχείρησης που παρέχει την υπηρεσία εξασφαλίζει ότι η απονομή των αποκλειστικών δικαιωμάτων θα γίνει με βάση ένα αντικειμενικό κριτήριο, στενά συνδεδεμένο με το κόστος που συνεπάγεται η καθολική υπηρεσία. Η εφαρμογή αυτού του αντικειμενικού κριτηρίου θα έχει ως συνέπεια είτε να ανατίθενται κατ’ αποκλειστικότητα υπηρεσίες προς συμψηφισμό του κόστους που ενυπάρχει στην εκτέλεση της αποστολής της καθολικής υπηρεσίας, ακόμα και αν αυτός ο συμψηφισμός δεν είναι αναγκαίος για την οικονομική επιβίωση της επιχείρησης που παρέχει την υπηρεσία, είτε, αντιθέτως, να αποτρέπεται, κατ’ αρχήν, η κατ’ αποκλειστικότητα ανάθεση των υπηρεσιών που δεν θα ήταν απολύτως αναγκαίες ως οικονομικό αντιστάθμισμα για το επιβαλλόμενο από την παροχή της καθολικής υπηρεσίας κόστος, αλλά θα στόχευαν στην εξασφάλιση της οικονομικής βιωσιμότητας της επιχείρησης που παρέχει τις υπηρεσίες.
30. Στην πρώτη περίπτωση, όπου δεν υπάρχει κίνδυνος για την οικονομική βιωσιμότητα της επιχείρησης που παρέχει τις υπηρεσίες, το αντιστάθμισμα που της παρέχεται υπό τη μορφή των κατ’ αποκλειστικότητα ανατιθέμενων υπηρεσιών διασφαλίζει ότι η επιχείρηση δεν περιέρχεται σε ανταγωνιστικά μειονεκτική θέση σε σχέση με άλλες επιχειρήσεις που δεν δεσμεύονται να εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την καθολική υπηρεσία. Πράγματι, χωρίς αντιστάθμισμα για τις μη κερδοφόρες παροχές που εντάσσονται στην καθολική υπηρεσία, οι επιχειρήσεις δεν θα είχαν κανένα οικονομικό κίνητρο να τις αναλαμβάνουν και, συνεπώς, θα ετίθετο σε κίνδυνο η ίδια η επιβίωση της καθολικής υπηρεσίας.
31. Στη δεύτερη περίπτωση, ο σκοπός είναι να απαγορεύεται στα κράτη να συνεχίζουν να επιδοτούν έμμεσα τις αναποτελεσματικές επιχειρήσεις και να νοθεύουν, με αυτόν τον τρόπο, τον ανταγωνισμό στην αγορά, στο μέτρο που αυτές οι επιχειρήσεις, που παρέχουν κατ’ αποκλειστικότητα τις εν λόγω υπηρεσίες, τελούν, εκτός των άλλων, σε ανταγωνισμό με άλλες επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σε τομείς ανοιχτούς στον ανταγωνισμό. Ωστόσο, εάν πρέπει, κατ’ αρχήν, να γίνει διαχωρισμός ανάμεσα στην οικονομική ισορροπία της καθολικής υπηρεσίας και την οικονομική ισορροπία της επιχείρησης που παρέχει την υπηρεσία, δεν μπορεί να αποκλεισθεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, το ενδεχόμενο να μπορεί ο στόχος της διατήρησης της καθολικής υπηρεσίας να συνδεθεί στενά με την εξασφάλιση της επιβίωσης του φορέα παροχής της καθολικής υπηρεσίας, κάτι που, εξάλλου, εξηγεί επίσης τον σταδιακό χαρακτήρα της ελευθέρωσης αυτού του τομέα. Σε αυτήν την περίπτωση, πρέπει να υπάρχει δυνατότητα κατ’ αποκλειστικότητα ανάθεσης ορισμένων υπηρεσιών, με βάση την αναγκαιότητα εξασφάλισης της βιωσιμότητας του συγκεκριμένου φορέα, ανεξάρτητα από την ύπαρξη στενού δεσμού με το κόστος που προέρχεται από την παροχή της καθολικής υπηρεσίας.
32. Προκειμένου να καταστεί δυνατό να εξακριβωθεί εάν υπάρχει συσχέτιση της κατ’ αποκλειστικότητα ανάθεσης των υπηρεσιών προς την οικονομική ισορροπία της καθολικής υπηρεσίας, η οδηγία 97/67 εξαρτά αυτήν την ανάθεση από τον όρο πλήρους οικονομικής διαφάνειας, καθιστώντας ανά πάσα στιγμή δυνατή την εξακρίβωση της αναγκαιότητας για απονομή ειδικών δικαιωμάτων και για παρέκκλιση από τους κανόνες της Συνθήκης. Επιπλέον, η πρόβλεψη κανόνων λογιστικής διαφάνειας (άρθρα 12 έως 15) επιβεβαιώνει αυτήν την προοπτική, επιβάλλοντας έναν αυστηρό λογιστικό διαχωρισμό μεταξύ των λογιστικών στοιχείων που αφορούν τις κατ’ αποκλειστικότητα ανατιθέμενες υπηρεσίες και αυτών που αφορούν τις άλλες υπηρεσίες και, αναφορικά με το λογιστικό σύστημα των υπηρεσιών που δεν ανατίθενται κατ’ αποκλειστικότητα, μεταξύ των υπηρεσιών που αποτελούν τμήμα της καθολικής υπηρεσίας και αυτών που δεν αποτελούν.
33. Αυτή η ερμηνεία του άρθρου 7 της οδηγίας 97/67, που αναφέρεται στη δυνατότητα κατ’ αποκλειστικότητα ανάθεσης της υπηρεσίας της εξερχόμενης διασυνοριακής αλληλογραφίας, δεν αναιρείται από τη νέα διατύπωση του ίδιου άρθρου στην οδηγία 2002/39, ει μη μόνο γίνεται αυστηρότερη. Σύμφωνα με την αναδιατύπωση του άρθρου αυτού στην εν λόγω οδηγία, η διασυνοριακή αλληλογραφία μπορεί να εξακολουθήσει να ανατίθεται κατ’ αποκλειστικότητα στο μέτρο «που είναι αναγκαίο», για παράδειγμα «όταν έχουν ήδη ελευθερωθεί ορισμένοι τομείς ταχυδρομικών δραστηριοτήτων ή λόγω των ειδικών χαρακτηριστικών που διακρίνουν τις ταχυδρομικές υπηρεσίες κράτους μέλους». Αυτή η διάταξη πράγματι δίδει μόνο παραδείγματα αναφερόμενα σε στοιχεία που είναι ικανά να επηρεάσουν την εκτέλεση υπηρεσίας γενικού συμφέροντος υπό όρους οικονομικής ισορροπίας. Πρόκειται για δείκτες που αποτελούν χρήσιμο οδηγό κατά την αξιολόγηση της απονομής ειδικών δικαιωμάτων καθώς και της κατ’ αποκλειστικότητα ανάθεσης υπηρεσιών. Αυτά τα στοιχεία πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στο μέτρο που ασκούν επιρροή στην οικονομική βιωσιμότητα της καθολικής υπηρεσίας.
34. Η αναφορά σε περαιτέρω στοιχεία –για τον σκοπό της αξιολόγησης του συμβατού της κατ’ αποκλειστικότητας ανάθεσης υπηρεσιών με το κοινοτικό δίκαιο– μπορεί επίσης να αποσαφηνισθεί από τη δέκατη έκτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2002/39 και από τη διαδικασία έκδοσης αυτής της οδηγίας.
35. Η αρχική πρόταση που εκπονήθηκε από την Επιτροπή δεν προέβλεπε τη δυνατότητα κατ’ αποκλειστικότητα ανάθεσης των υπηρεσιών της εξερχόμενης διασυνοριακής αλληλογραφίας, με την προοπτική της πλήρους ελευθέρωσης της εν λόγω υπηρεσίας. Μόνο κατόπιν παρεμβάσεως του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (13) άρχισε πλέον στο κείμενο της πρότασης για τροποποίηση της οδηγίας 97/67 να εμφανίζεται εύλογη η δυνατότητα κατ’ αποκλειστικότητα ανάθεσης υπηρεσιών διασυνοριακού ταχυδρομείου.
36. Η δέκατη έκτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2002/39 είναι σαφής ως προς τον εξαιρετικό χαρακτήρα της δυνατότητας κατ’ αποκλειστικότητας ανάθεσης της υπηρεσίας διασυνοριακού ταχυδρομείου: «το πλήρες άνοιγμα του εξερχόμενου διασυνοριακού ταχυδρομείου στον ανταγωνισμό, με πιθανές εξαιρέσεις στον βαθμό που απαιτείται για τη διασφάλιση της παροχής της καθολικής υπηρεσίας, αποτελεί σχετικά απλή και ελεγχόμενη, σημαντική, ωστόσο, περαιτέρω φάση». Επομένως, προκειμένου να υπογραμμισθεί σαφέστερα ότι η κατ’ αποκλειστικότητα ανάθεση της υπηρεσίας διασυνοριακού ταχυδρομείου πρέπει να θεωρείται η εξαίρεση –που δικαιολογείται μόνο για την εξασφάλιση της οικονομικής ισορροπίας της καθολικής υπηρεσίας– προβλέφθηκαν, στην προπαρατεθείσα διάταξη, ορισμένα στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τη στιγμή που γίνεται η αξιολόγηση της αναγκαιότητας για κατ’ αποκλειστικότητα ανάθεση της υπηρεσίας διασυνοριακού ταχυδρομείου.
37. Είναι σαφές ότι, υπό το πρίσμα της προοδευτικής ελευθέρωσης της ταχυδρομικής αγοράς, η εξασφάλιση της οικονομικής ισορροπίας της καθολικής υπηρεσίας πρέπει να νοείται δυναμικά και ότι, σε διαφορετικό βαθμό ελευθέρωσης αντιστοιχούν διαφορετικές συνθήκες και διαφορετικές οικονομικές καταστάσεις για τις επιχειρήσεις που είναι επιφορτισμένες με την καθολική υπηρεσία. Η μείωση των κατ’ αποκλειστικότητα ανατιθέμενων τομέων και το άνοιγμα στον ανταγωνισμό θα μπορούσαν, θεωρητικά, να ενισχύσουν τη σχετική σπουδαιότητα της ανάθεσης, σε συνθήκες μονοπωλίου, ορισμένων τομέων δραστηριότητας με σκοπό την εξασφάλιση της οικονομικής ισορροπίας της παροχής της καθολικής υπηρεσίας. Μια διεύρυνση των τομέων που υπόκεινται στον ανταγωνισμό θα μπορούσε να προκαλέσει στην πραγματικότητα μια αύξηση του κινδύνου οικονομικής αποσταθεροποίησης της παροχής καθολικής υπηρεσίας. Από την άλλη πλευρά, η αναφορά που γίνεται στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των ταχυδρομικών υπηρεσιών ενός κράτους μέλους είναι κατανοητή για τον λόγο ότι τα χαρακτηριστικά της διασυνοριακής υπηρεσίας διαφέρουν από το ένα κράτος μέλος στο άλλο, ανάλογα με τη μεταβλητή οικονομική επίπτωση της υπηρεσίας εξερχόμενου διασυνοριακού ταχυδρομείου και του σχετικού κόστους. Αυτές οι διαφορές στα δομικά και οικονομικά χαρακτηριστικά των εθνικών ταχυδρομικών υπηρεσιών επιβάλλουν συνεπώς να γίνονται αξιολογήσεις σχετικά με την αναγκαιότητα της κατ’ αποκλειστικότητα ανάθεσης για τη διατήρηση της οικονομικής ισορροπίας, οι οποίες ποικίλλουν σε μεγάλο βαθμό ανάλογα με τα κράτη μέλη.
38. Κατόπιν των προεκτεθέντων, συνάγεται ότι το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 97/67 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ο σκοπός του όρου που πρέπει να πληρούται για την κατ’ αποκλειστικότητα ανάθεση υπηρεσιών πρέπει να είναι η εξασφάλιση της οικονομικής ισορροπίας της αποστολής της καθολικής υπηρεσίας, όπως αυτή ορίζεται από την ίδια την οδηγία. Συναφώς μπορούν να λαμβάνονται υπόψη παράμετροι σχετικές με τη γενική κατάσταση του ταχυδρομικού τομέα και τον βαθμό ελευθέρωσης του τομέα αυτού, στο μέτρο που μπορούν να είναι λυσιτελείς για να καθορισθεί η αναγκαιότητα της κατ’ αποκλειστικότητα ανάθεσης ορισμένων υπηρεσιών με σκοπό την εξασφάλιση της παροχής της καθολικής υπηρεσίας υπό όρους οικονομικής ισορροπίας. Η διακριτική εξουσία του κράτους, όσον αφορά την κατ’ αποκλειστικότητα ανάθεση υπηρεσιών, περιορίζεται από το βάρος απόδειξης της αναγκαιότητας της ανάθεσης αυτής, με σκοπό τη διασφάλιση της οικονομικής ισορροπίας κατά την εκπλήρωση των παροχών που προβλέπονται από την καθολική υπηρεσία.
III – Πρόταση
39. Κατόπιν των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα ως εξής:
«Το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 97/67/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 1997, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς κοινοτικών ταχυδρομικών υπηρεσιών και τη βελτίωση της ποιότητας των παρεχομένων υπηρεσιών, στην αρχική του διατύπωση και όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 10ης Ιουνίου 2002, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι τα κράτη μέλη έχουν την εξουσία να αναθέτουν κατ’ αποκλειστικότητα τις υπηρεσίες διασυνοριακού ταχυδρομείου στον φορέα (στους φορείς) παροχής της καθολικής υπηρεσίας, στο μέτρο που αυτό είναι αναγκαίο για να εξασφαλισθεί η λειτουργία της καθολικής υπηρεσίας υπό όρους οικονομικής ισορροπίας.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η πορτογαλική.
2 – ΕΕ L 15, σ. 14.
3 – ΕΕ L 176, σ. 21.
4 – BOE (Ισπανική Εφημερίδα της Κυβερνήσεως), αριθ. 167, της 14ης Ιουλίου 1998, σ. 23473.
5 – Αποφάσεις της 18ης Απριλίου 1989, 128/88, Di Felice (Συλλογή 1989, σ. 923, σκέψη 7), και της 9ης Ιουλίου 2002, C-181/00, Flightline (Συλλογή 2002, σ. Ι-6139, σκέψη 20).
6 – Αποφάσεις της 15ης Δεκεμβρίου 1995, C-415/93, Bosman (Συλλογή 1995, σ. I-4921, σκέψη 59), και Flightline (προπαρατεθείσα, σκέψη 21).
7 – Βλ. τις προτάσεις μου της 1ης Μαρτίου 2007 στις εκκρεμείς υποθέσεις C‑222/05 έως C‑225/05, Van der Weerd κ.λπ. (σημείο 12), και τις αποφάσεις της 8ης Νοεμβρίου 1990, C-231/89 Gmurzynska‑Bscher (Συλλογή 1990, σ. Ι-2003, σκέψη 20), της 9ης Φεβρουαρίου 1995, C-412/93, Leclerc‑Siplec (Συλλογή 1995, σ I-179, σκέψη 11), της 23ης Φεβρουαρίου 1995, C-358/93 και C-416/93, Bordessa κ.λπ. (Συλλογή 1995, σ. I-361, σκέψη 10), της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, C-167/01, Inspire Art (Συλλογή 2003, σ. I-10155, σκέψη 44), και της 22ας Νοεμβρίου 2005, C-144/04, Mangold (Συλλογή 2005, σ. I-9981, σκέψη 35).
8 – Βλ. αποφάσεις της 4ης Απριλίου 2006, C-410/04, ANAV (Συλλογή 2006, σ. I-3303, σκέψη 26), και της 11ης Ιανουαρίου 2005, C-26/03, Stadt Halle και RPL Lochau (Συλλογή 2005, σ. I-1, σκέψη 46).
9 – Αποφάσεις της 13ης Δεκεμβρίου 1983, 218/82, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1983, σ. 4063, σκέψη 15), και της 29ης Ιουνίου 1995, C-135/93, Ισπανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. I‑1651, σκέψη 37).
10 – Η ίδια έννοια της «οικονομικής ισορροπίας» έχει χρησιμοποιηθεί από το Δικαστήριο, όσον αφορά τον τομέα των ταχυδρομικών υπηρεσιών, στις αποφάσεις της 19ης Μαΐου 1993, C-320/91, Corbeau (Συλλογή 1993, σ. I-2533), και της 17ης Μαΐου 2001, C-340/99, TNT Traco (Συλλογή 2001, σ. I-4109).
11 – Προπαρατεθείσες αποφάσεις Corbeau (σκέψη 17) και TNT Traco (σκέψη 55).
12 – Βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα La Pergola της 1ης Ιουνίου 1999 στις υποθέσεις C-147/97 και C-148/97, Deutsche Post, επί των οποίων εκδόθηκε η απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 2000 (Συλλογή 2000, σ. I‑825, σημείο 27).
13 – Νομοθετικό ψήφισμα με το οποίο το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο διατυπώνει τη γνώμη του επί της προτάσεως της Επιτροπής (ΕΕ C 232, σ. 287 και 301).
Full & Egal Universal Law Academy