ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JÁN MAZÁK
της 24ης Μαΐου 2007 1(1)
Υπόθεση C‑199/06
Centre d’exportation du livre français (CELF)
Ministre de la culture et de la communication
κατά
Société internationale de diffusion et d’édition
[αίτηση του Conseil d’État (Γαλλία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Κρατική ενίσχυση – Άρθρο 88, παράγραφος 3, ΕΚ – Εθνικά δικαστήρια – Ανάκτηση μη κοινοποιηθείσας ενίσχυσης – Ενίσχυση συμβατή με την κοινή αγορά»
I – Εισαγωγή
1. Με την υπό κρίση αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, το αιτούν δικαστήριο ζητεί διευκρινίσεις σχετικά με την έκταση της υποχρέωσης των εθνικών αρχών, βάσει του άρθρου 88, παράγραφος 3, ΕΚ, να ανακτήσουν κρατική ενίσχυση που χορηγήθηκε κατά παράβαση των υποχρεώσεων κοινοποίησης και αναστολής (standstill), οι οποίες επιβάλλονται από τη διάταξη αυτή, σε περίπτωση που η Επιτροπή κρίνει εκ των υστέρων ότι η εν λόγω ενίσχυση είναι συμβατή με την κοινή αγορά.
II – Ιστορικό
Α – Διαδικασίες σε κοινοτικό επίπεδο
2. Το Centre d’exportation du livre français (στο εξής: CELF) ελάμβανε κρατική ενίσχυση σε ετήσια βάση κατά την περίοδο 1980 έως 2002. Η ενίσχυση, η οποία χορηγούνταν χωρίς προηγούμενη κοινοποίηση στην Επιτροπή, είχε ως σκοπό τη μείωση του κόστους επεξεργασίας μικρών παραγγελιών από την αλλοδαπή βιβλίων στη γαλλική γλώσσα.
3. Το 1992 η Société internationale de diffusion et d’édition (στο εξής: SIDE), ανταγωνίστρια του CELF, άσκησε καταγγελία στην Επιτροπή για την επίμαχη ενίσχυση. Με την απόφαση της 18ης Μαΐου 1993, η Επιτροπή έκρινε ότι η ενίσχυση είναι συμβατή με την κοινή αγορά (2).
4. Η απόφαση αυτή ακυρώθηκε εν μέρει από το Πρωτοδικείο με απόφαση της 18ης Σεπτεμβρίου 1995 λόγω διαδικαστικών παρατυπιών (3). Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η Επιτροπή δεν τήρησε την υποχρέωσή της να κινήσει τη διαδικασία inter partes που προβλέπει το άρθρο 88, παράγραφος 2, ΕΚ. Μετά από την απόφαση αυτή, η Επιτροπή κίνησε την εν λόγω επίσημη διαδικασία στις 30 Ιουλίου 1996.
5. Στις 10 Ιουνίου 1998, η Επιτροπή εξέδωσε μια δεύτερη απόφαση σχετικά με την ενίσχυση υπέρ του CELF. Σύμφωνα με το άρθρο 1 της αποφάσεως «[η] ενίσχυση που χορηγήθηκε στο CELF για τη διαχείριση μικρών παραγγελιών βιβλίων στη γαλλική γλώσσα συνιστά ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου [87, παράγραφος 1, ΕΚ]. Δεδομένου ότι η γαλλική κυβέρνηση παρέλειψε να κοινοποιήσει την ενίσχυση αυτή στην Επιτροπή πριν τεθεί σε εφαρμογή, η εν λόγω ενίσχυση χορηγήθηκε παρανόμως. Ωστόσο, η ενίσχυση είναι συμβατή δεδομένου ότι πληροί τους όρους για την εφαρμογή της παρέκκλισης που προβλέπεται στο άρθρο 87, παράγραφος 3, στοιχείο δ΄, ΕΚ.» (4)
6. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν δύο προσφυγές ακυρώσεως ενώπιον των κοινοτικών δικαστηρίων. Η SIDE άσκησε προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου. Η Γαλλική Δημοκρατία άσκησε προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου προβάλλοντας ότι η Επιτροπή έσφαλε νομικώς μη εφαρμόζοντας το άρθρο 86, παράγραφος 2, ΕΚ.
7. Δεδομένου ότι αμφότερες οι προσφυγές έβαλλαν κατά της εγκυρότητας της ιδίας πράξεως, το Πρωτοδικείο ανέστειλε τη διαδικασία μέχρι την έκδοση αποφάσεως από το Δικαστήριο.
8. Με απόφαση της 22ας Ιουνίου 2000, το Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή της Γαλλικής Δημοκρατίας (5).
9. Το Πρωτοδικείο, με την απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 2002, ακύρωσε την τελευταία περίοδο του άρθρου 1 της αποφάσεως της Επιτροπής της 10ης Ιουνίου 1998, με την οποία είχε κριθεί ότι η ενίσχυση προς το CELF ήταν συμβατή. Το Πρωτοδικείο στήριξε την απόφασή του στο ότι η Επιτροπή είχε διαπράξει προφανές σφάλμα εκτιμήσεως ως προς τον ορισμό της αγοράς (6).
10. Η Επιτροπή, με τρίτη απόφαση της 20ής Απριλίου 2004 (7), μολονότι αναγνώρισε τον μη νόμιμο χαρακτήρα της ενίσχυσης (8) προς το CELF, έκρινε πάλι ότι η ενίσχυση ήταν συμβατή με την κοινή αγορά. Ενώπιον του Πρωτοδικείου εκκρεμεί διαδικασία ακυρώσεως της τρίτης αποφάσεως της Επιτροπής (9).
Β – Διαδικασίες σε εθνικό επίπεδο
11. Ενώπιον των γαλλικών εθνικών αρχών και δικαστηρίων κινήθηκαν διάφορες διαδικασίες σχετικά με την ενίσχυση προς το CELF παράλληλα με τις κοινοτικές διαδικασίες.
12. Μετά την απόφαση του Πρωτοδικείου της 18ης Σεπτεμβρίου 1995, η SIDE ζήτησε από τον Ministre de la culture et de la communication (Υπουργό Πολιτισμού και Επικοινωνιών) να παύσει την καταβολή ενίσχυσης προς το CELF και να ανακτήσει την ενίσχυση που είχε ήδη καταβληθεί.
13. Με απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 1996, ο Υπουργός Πολιτισμού και Επικοινωνιών απέρριψε την αίτηση της SIDE. Η SIDE προσέβαλε την απόφαση αυτή ενώπιον του Tribunal administrative (διοικητικού πρωτοδικείου). Με απόφαση της 26ης Απριλίου 2001, το διοικητικό πρωτοδικείο ακύρωσε την απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και Επικοινωνιών.
14. Ο Υπουργός Πολιτισμού και Επικοινωνιών και το CELF άσκησαν έφεση κατά της αποφάσεως του διοικητικού πρωτοδικείου ενώπιον του Cour administrative d’appel (διοικητικού εφετείου). Με απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 2004, το διοικητικό εφετείο επικύρωσε την απόφαση του κατώτερου δικαστηρίου και υποχρέωσε το γαλλικό Δημόσιο να ανακτήσει εντός τριών μηνών την ενίσχυση που κατέβαλε στο CELF μεταξύ των ετών 1980 και 2002, επ’ απειλή προστίμου 1 000 ευρώ για κάθε ημέρα καθυστέρησης.
15. Ο Υπουργός Πολιτισμού και Επικοινωνιών και το CELF άσκησαν ενώπιον του Conseil d’État (Συμβουλίου Επικρατείας, Γαλλία) αναίρεση κατά της αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου.
1. Προδικαστικά ερωτήματα
16. Στο πλαίσιο αυτό το Conseil d’État, με την από 29 Μαρτίου 2006 αίτησή του, υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Πρώτον, επιτρέπει το άρθρο 88 [ΕΚ] σε ένα κράτος, του οποίου μια ενίσχυση προς επιχείρηση είναι παράνομη και αυτός ο παράνομος χαρακτήρας έχει διαπιστωθεί από τα δικαστήρια του κράτους αυτού λόγω του ότι η ενίσχυση δεν κοινοποιήθηκε προηγουμένως στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπό τους όρους του άρθρου 88, παράγραφος 3, ΕΚ, να μην ανακτήσει την ενίσχυση αυτή από τη δικαιούχο της επιχείρηση λόγω του ότι η Επιτροπή, κατόπιν καταγγελίας τρίτου, κήρυξε την ενίσχυση συμβατή με τους κανόνες της κοινής αγοράς και, επομένως, άσκησε αποτελεσματικά τον αποκλειστικό έλεγχο που διαθέτει επί του ως άνω συμβατού;
2) Δεύτερον, και εφόσον επιβεβαιώνεται η ύπαρξη αυτής της υποχρέωσης επιστροφής, πρέπει να ληφθούν υπόψη κατά τον υπολογισμό των χρηματικών ποσών που πρέπει να επιστραφούν οι χρονικές περίοδοι κατά τις οποίες η επίμαχη ενίσχυση είχε κηρυχθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή συμβατή με τους κανόνες της κοινής αγοράς πριν το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ακυρώσει τις αποφάσεις αυτές;»
2. Διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
17. Η SIDE, το CELF, οι Κυβερνήσεις της Γαλλίας, της Δανίας, των Κάτω Χωρών, της Γερμανίας και της Ουγγαρίας, καθώς και η Επιτροπή και η εποπτεύουσα αρχή της ΕΖΕΣ υπέβαλαν γραπτές παρατηρήσεις. Οι αυτοί μετέχοντες στη διαδικασία, πλην της Ολλανδικής και της Ουγγρικής Κυβερνήσεως, ανέπτυξαν τις προφορικές παρατηρήσεις τους κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 27ης Φεβρουαρίου 2007.
III – Εκτίμηση
Α – Πρώτο ερώτημα
18. Με το πρώτο του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν εάν, σύμφωνα με το άρθρο 88, παράγραφος 3, ΕΚ, ένα κράτος μέλος το οποίο έχει χορηγήσει παράνομη ενίσχυση, παραβιάζοντας τις προϋποθέσεις κοινοποίησης και αναστολής που θεσπίζει η διάταξη αυτή, πρέπει να ανακτήσει την εν λόγω ενίσχυση από τον δικαιούχο, όταν η Επιτροπή ακολούθως αποφασίζει να κηρύξει την επίμαχη ενίσχυση συμβατή με την κοινή αγορά.
19. Με τα υπομνήματά τους, το CELF και οι εκπρόσωποι της Γαλλίας, της Δανίας και της Γερμανίας ισχυρίζονται ότι τα κράτη μέλη δεν πρέπει να ανακτούν τις ενισχύσεις που έχουν χορηγηθεί πριν από την έκδοση της τελικής αποφάσεως της Επιτροπής, εάν η απόφαση αυτή κρίνει ότι η ενίσχυση είναι συμβατή με την κοινή αγορά. Η άποψη της Γερμανικής Κυβερνήσεως, όπως αυτή εκπροσωπήθηκε, η οποία διατυπώθηκε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, διαφέρει ουσιωδώς από την άποψη που υιοθέτησε με το γραπτό υπόμνημά της. Η SIDE, η Ολλανδική Κυβέρνηση και η Εποπτεύουσα Αρχή ΕΖΕΣ φρονούν ότι, υπό τις ως άνω περιγραφόμενες συνθήκες, η ενίσχυση πρέπει να ανακτηθεί. Η Επιτροπή φρονεί ότι, υπό τις εν λόγω συνθήκες, ο εθνικός δικαστής δεν υποχρεούται να διατάξει την ανάκτηση της ενίσχυσης αλλά ούτε και του στερείται η δυνατότητα αυτή εάν, σύμφωνα με το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο, η ανάκτηση είναι η συνέπεια που απορρέει από τη μη γνωστοποίηση της ενίσχυσης. Η Ουγγρική Κυβέρνηση, η οποία απάντησε από κοινού στα δύο ερωτήματα, υποστηρίζει ότι, στο μέτρο που επιτρέπεται από το εθνικό δίκαιο, το εθνικό δικαστήριο μπορεί να διατάξει την ανάκτηση της ενίσχυσης μόνο για το χρονικό διάστημα κατά το οποίο η εν λόγω ενίσχυση είναι παράνομη. Ως εκ τούτου, στην υπόθεση που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, η επίμαχη ενίσχυση πρέπει να θεωρηθεί παράνομη από το 1980 έως το 1993. Η Ουγγαρία υποστηρίζει ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να επικυρώσει την ενίσχυση αναδρομικά καθόσον αγνοούσε την ύπαρξη της ενίσχυσης κατά τη διάρκεια της εν λόγω περιόδου.
20. Με το σύστημα ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων που θεσπίζουν τα άρθρα 87 ΕΚ και 88 ΕΚ είναι επιφορτισμένη τόσο η Επιτροπή όσο και τα εθνικά δικαστήρια, που επιτελούν αυτοτελείς και αλληλοσυμπληρούμενους ρόλους για τη διασφάλιση του σεβασμού των κοινοτικών κανόνων περί κρατικών ενισχύσεων (10).
21. Όσον αφορά τον ρόλο της Επιτροπής, τα άρθρα 87 ΕΚ έως 89 ΕΚ θεσπίζουν, μεταξύ άλλων, ένα διαδικαστικό πλαίσιο που παρέχει στην Επιτροπή τη δυνατότητα να καθορίζει εάν οι πληρωμές που διενεργούνται από ορισμένο κράτος μέλος ή μέσω κρατικών πόρων συνιστούν ενίσχυση κατά την έννοια των εν λόγω διατάξεων. Το άρθρο 88 ΕΚ θεσπίζει μια διαδικασία κατά την οποία η Επιτροπή διαρκώς παρακολουθεί και ελέγχει υφιστάμενα και νέα σχέδια ενισχύσεων. Η διαδικασία αυτή συμπληρώνεται από τον κανονισμό 659/1999, ο οποίος θεσπίζει λεπτομερείς κανόνες για την εφαρμογή του άρθρου 88 ΕΚ (11).
22. Για να εξασφαλίσει την αποτελεσματικότητα του ρόλου της Επιτροπής κατά την παρακολούθηση και τον έλεγχο των ενισχύσεων, προς το συμφέρον της Κοινότητας, το άρθρο 88, παράγραφος 3, ΕΚ επιβάλλει στα κράτη μέλη δύο σαφείς υποχρεώσεις, όταν προτίθενται να χορηγήσουν νέα ή να τροποποιήσουν υφιστάμενη ενίσχυση: την υποχρέωση γνωστοποίησης και την υποχρέωση μη εφαρμογής των σχεδιαζόμενων μέτρων πριν η Επιτροπή καταλήξει σε τελική απόφαση, η οποία καλείται υποχρέωση «αναστολής» (standstill). Η πρώτη περίοδος της παραγράφου 3 του άρθρου 88 ΕΚ επιβάλλει στα κράτη μέλη να ενημερώνουν εγκαίρως την Επιτροπή σχετικά με τα σχέδια ενισχύσεων. Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 88 ΕΚ επιβάλλει στα οικεία κράτη μέλη την πρόσθετη υποχρέωση να μην εφαρμόζουν τα σχεδιαζόμενα μέτρα μέχρις ότου η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 88 ΕΚ καταλήξει στη λήψη της τελικής αποφάσεως από την Επιτροπή. Ως εκ τούτου, όπως επισήμανε το Δικαστήριο με την απόφαση Adria-Wien Pipeline και Wieterdorfer & Peggauer Zementwerke (12), το άρθρο 88 ΕΚ «επιβάλλει […] στα [δε] κράτη μέλη συγκεκριμένες υποχρεώσεις, προκειμένου να διευκολύνεται το έργο [αυτό] της Επιτροπής και να αποφεύγεται το ενδεχόμενο να βρεθεί η Επιτροπή προ τετελεσμένων γεγονότων».
23. Τα κράτη μέλη δεν δύνανται να χορηγούν κρατικές ενισχύσεις πριν η Επιτροπή λάβει την τελική απόφαση, όπου αναφέρεται ότι η επίμαχη ενίσχυση είναι συμβατή με την κοινή αγορά. Η μη τήρηση των εν λόγω υποχρεώσεων καθιστά την κρατική ενίσχυση παράνομη (13).
24. Η εκτίμηση της συμβατότητας των ενισχύσεων με την κοινή αγορά εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Επιτροπής, η οποία ενεργεί υπό τον έλεγχο των κοινοτικών δικαστηρίων (14). Εντούτοις, η Επιτροπή δεν έχει την αρμοδιότητα να κρίνει μια κρατική ενίσχυση παράνομη, αποκλειστικά και μόνο λόγω του ότι παραβιάστηκαν οι υποχρεώσεις γνωστοποίησης και αναστολής του άρθρου 88, παράγραφος 3, ΕΚ (15). Η Επιτροπή μπορεί μόνο να διατάξει την επιστροφή της ενίσχυσης, όταν διαπιστώσει, μετά από έρευνα, ότι η ενίσχυση δεν είναι συμβατή με την κοινή αγορά (16).
25. Η σημασία του όρου standstill στο κοινοτικό σύστημα ελέγχου των ενισχύσεων υπογραμμίζεται από το γεγονός ότι η παρέμβαση των εθνικών δικαστηρίων στο εν λόγω σύστημα είναι απόρροια του άμεσου αποτελέσματος του όρου αυτού. Συνεπώς, ο όρος standstill παρέχει στους πολίτες δικαιώματα που οφείλουν να διασφαλίζουν τα εθνικά δικαστήρια (17). Κατά πάγια νομολογία, σε περίπτωση παραβάσεως του άρθρου 88, παράγραφος 3, ΕΚ, τα εθνικά δικαστήρια πρέπει να αντλήσουν, σύμφωνα με το εθνικό τους δίκαιο, όλες τις αναγκαίες συνέπειες τόσο ως προς το κύρος των πράξεων που συνιστούν εκτέλεση των μέτρων ενίσχυσης, όσο και ως προς την ανάκτηση της χρηματοδοτικής ενίσχυσης που χορηγήθηκε κατά παράβαση της διάταξης αυτής. Ειδικότερα, η διαπίστωση ότι η ενίσχυση χορηγήθηκε κατά παράβαση του άρθρου 88, παράγραφος 3, τελευταίο εδάφιο, ΕΚ πρέπει, κατ’ αρχήν, να συνεπάγεται την επιστροφή της σύμφωνα με τους διαδικαστικούς κανόνες του εθνικού δικαίου (18).
26. Κατά πάγια νομολογία, η απόφαση της Επιτροπής με την οποία η ενίσχυση κρίνεται συμβατή δεν έχει αναδρομικό αποτέλεσμα (19).
27. Πρόσφατα, το Δικαστήριο αναδιατύπωσε την αρχή αυτή με την απόφασή του Transalpine Ölleitung. Σύμφωνα με την απόφαση αυτή: «Για να μη θιγεί το άμεσο αποτέλεσμα του άρθρου 88, παράγραφος 3, τελευταία περίοδος, ΕΚ και για να μη θιγούν τα συμφέροντα των πολιτών που τα εθνικά δικαστήρια έχουν ως αποστολή να διαφυλάσσουν, απόφαση της Επιτροπής κηρύσσουσα μια μη γνωστοποιηθείσα ενίσχυση συμβατή με την κοινή αγορά δεν έχει ως συνέπεια την εκ των υστέρων νομιμοποίηση εκτελεστικών μέτρων που είναι ανίσχυρα λόγω του ότι ελήφθησαν κατά παράβαση της απαγορεύσεως της διατάξεως αυτής. Οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία θα κατέληγε στο να ευνοηθεί η μη εκ μέρους του οικείου κράτους μέλους τήρηση της εν λόγω διατάξεως, πράγμα που θα της στερούσε την πρακτική αποτελεσματικότητά της» (20).
28. Ορισμένοι από τους παρεμβαίνοντες στην υπό κρίση υπόθεση ζήτησαν από το Δικαστήριο να επανεξετάσει την ανωτέρω αρχή καθώς και τη νομολογία που την έχει διαμορφώσει ή, τουλάχιστον, να διακρίνει την υπό κρίση υπόθεση υπό το φως των συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών της.
29. Η Γαλλική Κυβέρνηση υποστήριξε, μεταξύ άλλων, ότι οι υποθέσεις FNCE και van Calster, που αφορούσαν αίτημα επιστροφής ποσών που είχαν εισπραχθεί για τη χρηματοδότηση παράνομων ενισχύσεων, διαφέρουν ουσιωδώς από την επίμαχη υπόθεση, η οποία εκκρεμεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου. Στην επίμαχη υπόθεση, αυτός που ζητεί από το εθνικό δικαστήριο να διατάξει την επιστροφή της παράνομης ενίσχυσης είναι ανταγωνιστής του δικαιούχου της παράνομης ενίσχυσης. Η Δανία υποστήριξε ότι η υπό κρίση υπόθεση πρέπει να διακριθεί από την υπόθεση Transalpine Ölleitung που αφορούσε τη διεύρυνση του κύκλου των δικαιούχων παράνομης ενίσχυσης και, ως εκ τούτου, δεν έχει σχέση με την υπόθεση που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου. Η Γερμανία υποστήριξε ότι οι αποφάσεις FNCE, van Calster και Transalpine Ölleitung πρέπει να θεωρηθούν ως επιβάλλουσες στο εθνικό δικαστήριο την υποχρέωση να διατάξει την ανάκτηση της παράνομης ενίσχυσης, ακόμη κι αν αυτή κρίθηκε μεταγενέστερα συμβατή. Εντούτοις, η Γερμανία κάλεσε το Δικαστήριο να επανεξετάσει την εν λόγω νομολογία υπό το φως των παρατηρήσεων της Γαλλίας και της Δανίας. Η Επιτροπή υποστήριξε ότι η απόφαση του εθνικού δικαστηρίου για ανάκτηση της παράνομης ενίσχυσης θα στερούσε, στην υπό κρίση υπόθεση, κάθε πρακτικό αποτέλεσμα από την απόφασή της περί συμβατότητας της ενίσχυσης. Ισχυρίζεται δε ότι στην υπό κρίση υπόθεση η απόφαση του εθνικού δικαστηρίου για ανάκτηση της χορηγηθείσας ενίσχυσης θα είχε το ίδιο αποτέλεσμα με απόφαση της Επιτροπής που κρίνει την ενίσχυση μη συμβατή και διατάσσει την επιστροφή της.
30. Οι υποχρεώσεις γνωστοποίησης και αναστολής που θεσπίζονται με το άρθρο 88, παράγραφος 3, ΕΚ συνιστούν, κατά την άποψή μου, τον ακρογωνιαίο λίθο των κανόνων περί κρατικών ενισχύσεων της Συνθήκης ΕΚ. Πράγματι, με τις προτάσεις του στην υπόθεση Boussac (21), ο γενικός εισαγγελέας Jacobs επισήμανε ότι η υποχρέωση γνωστοποίησης των σχεδιαζόμενων ενισχύσεων είναι τόσο προφανούς σημασίας για τη λειτουργία της κοινής αγοράς ώστε η υποχρέωση αυτή πρέπει να τηρείται αυστηρά τόσο από άποψη περιεχομένου όσο και από άποψη τύπου (22). Το Δικαστήριο με την απόφασή του Adria-Wien Pipeline και Wieterdorfer & Peggauer Zementwerke επιβεβαίωσε ότι η υποχρέωση αναστολής «αποτελεί τη διασφάλιση του μηχανισμού ελέγχου που θεσπίζεται με το άρθρο 88 ΕΚ, ο οποίος είναι επίσης ουσιώδης για την εξασφάλιση της λειτουργίας της κοινής αγοράς» (23).
31. Κατά την άποψή μου, για τη διατήρηση του συστήματος ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων, το οποίο έχει διαμορφωθεί προσεκτικά, η μη συμμόρφωση με τις επιταγές του άρθρου 88, παράγραφος 3, ΕΚ δεν πρέπει να θεωρείται ως μη τήρηση διατυπώσεων που μπορεί να θεραπευθεί εκ των υστέρων με απόφαση της Επιτροπής που κηρύσσει την ενίσχυση συμβατή με την κοινή αγορά. Η άποψη αυτή θα μείωνε σημαντικά τις πρωτοβουλίες των κρατών μελών για συμμόρφωση με το άρθρο 88, παράγραφος 3, ΕΚ και την έκταση της υποχρέωσης της Επιτροπής για έλεγχο της κρατικής ενίσχυσης πριν από την εφαρμογή της. Για τις παραβάσεις του άρθρου 88, παράγραφος 3, ΕΚ πρέπει, συνεπώς, να προβλέπεται η επιβολή αποτρεπτικών κυρώσεων.
32. Σε αντίθεση προς τα επιχειρήματα ορισμένων παρεμβαινόντων, δεν φρονώ ότι η απόφαση εθνικού δικαστηρίου που υποχρεώνει τον λήπτη παράνομης ενίσχυσης, η οποία κρίθηκε ακολούθως από την Επιτροπή συμβατή με την κοινή αγορά, να καταβάλει τόκους επί του ποσού της ενίσχυσης για όσο χρονικό διάστημα αυτή καταβλήθηκε πρόωρα θα ήταν, μεταξύ άλλων, αποτελεσματική κύρωση για την παραβίαση των υποχρεώσεων κοινοποίησης και αναστολής, που προβλέπει το άρθρο 88, παράγραφος 3, ΕΚ. Επιπλέον φρονώ ότι ούτε το ενδεχόμενο αξιώσεως εκ μέρους των ανταγωνιστών αποζημιώσεως για την εν λόγω πρόωρη καταβολή θα αποτελούσε αποτελεσματική κύρωση. Είναι άκρως αμφίβολο εάν, υπό τις συνθήκες αυτές, οι ιδιώτες θα είχαν κίνητρο να κινήσουν διαδικασίες ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, σε περίπτωση που την εν λόγω κύρωση της ανάκτησης της παράνομης ενίσχυσης αντικαθιστούσε, για παράδειγμα, η υποχρέωση απλώς καταβολής τόκων λόγω πρόωρης καταβολής της ενίσχυσης ή η αγωγή αποζημίωσης για τις προκληθείσες ζημίες. Πράγματι, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ο εκπρόσωπος της Γαλλικής Κυβερνήσεως επισήμανε ότι είναι μάλλον απίθανο για έναν ανταγωνιστή να μπορεί να αποδείξει τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της πρόωρης καταβολής της ενίσχυσης και της προβαλλόμενης προκληθείσας ζημίας. Η άποψη αυτή δεν συνιστά πειστικό αποτρεπτικό μέσο έναντι παραβάσεων του άρθρου 88, παράγραφος 3, ΕΚ και θα υπονόμευε σημαντικά τη δυνατότητα αποτελεσματικού ελέγχου των ενισχύσεων από την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 88 ΕΚ.
33. Πρέπει, συνεπώς, κατά την άποψή μου, να εξακολουθεί, κατ’ αρχήν, η υποχρέωση των εθνικών δικαστηρίων προς επιβολή ποινών, διατάσσοντας την ανάκτηση παράνομων ενισχύσεων σύμφωνα με τους εθνικούς δικονομικούς κανόνες, ανεξαρτήτως ενδεχόμενης μεταγενέστερης αποφάσεως της Επιτροπής που κηρύσσει την ενίσχυση συμβατή με την κοινή αγορά. Η διαδικασία αυτή, χωρίς να μειώνει τον ρόλο της Επιτροπής, καθιστώντας δήθεν την τελική της απόφαση, που κηρύσσει την ενίσχυση συμβατή, άνευ ή μικρής σημασίας σε ορισμένες περιπτώσεις, διασφαλίζει τον ρόλο της Επιτροπής στο σύστημα ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων που θεσπίζεται από τα άρθρα 87 ΕΚ και 88 ΕΚ και εξασφαλίζει τη μη εξασθένισή του.
34. Επιπλέον, σε αντίθεση προς τα επιχειρήματα ορισμένων παρεμβαινόντων, δεν πιστεύω ότι είναι δυνατή η εκ νέου ερμηνεία ή η μεταβολή της σχετικής πάγιας νομολογίας του Δικαστηρίου, η οποία επιβεβαιώθηκε πρόσφατα με την απόφαση Transalpine Ölleitung, ούτε ότι μπορεί να γίνει ουσιώδης διάκριση με βάση τα πραγματικά περιστατικά που τέθηκαν ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου στην υπό κρίση υπόθεση, αφενός, και στις υποθέσεις FNCE, van Calster ή Transalpine Ölleitung, αφετέρου. Καθίσταται σαφές, για παράδειγμα, από την ανάγνωση των αποφάσεων FNCE και van Calster ότι το Δικαστήριο είχε την πρόθεση να επεκτείνει στα τέλη που εισπράττονται για τη χρηματοδότηση παράνομων ενισχύσεων τη γενική αρχή ότι η απόφαση της Επιτροπής που κηρύσσει ορισμένη ενίσχυση συμβατή δεν μπορεί να καταστήσει αναδρομικά έγκυρη την ενίσχυση αυτή. Το Δικαστήριο δεν είχε την πρόθεση να περιορίσει την εν λόγω γενική αρχή στην επιστροφή των τελών. Με την απόφασή του Transalpine Ölleitung, το Δικαστήριο επαναβεβαίωσε την από μακρού καθιερωμένη αρχή ότι στα εθνικά δικαστήρια εναπόκειται, βάσει του άρθρου 88, παράγραφος 3, ΕΚ, η διασφάλιση των δικαιωμάτων των πολιτών έναντι τυχόν παραβίασης από τις εθνικές αρχές της απαγόρευσης χορήγησης ενισχύσεων πριν από την εκ μέρους της Επιτροπής έκδοση αποφάσεως που να τις επιτρέπει. Επιπρόσθετα και υπό την επιφύλαξη του προηγούμενου σημείου, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι, υπό το φως των πολύ συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης όπου κάποιοι είχαν επιδιώξει την επέκταση της ενίσχυσης με τη μορφή επιστροφής φόρου, τα εθνικά δικαστήρια, κατά τη διασφάλιση των δικαιωμάτων των πολιτών, πρέπει να λαμβάνουν πλήρως υπόψη το κοινοτικό συμφέρον και δεν πρέπει να υιοθετούν μέτρα που έχουν ως μοναδικό αποτέλεσμα τη διεύρυνση του κύκλου των δικαιούχων της ενίσχυσης. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο έκρινε με τη σκέψη 50 της απόφασής του ότι «τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να μεριμνούν προκειμένου τα υπ’ αυτών χορηγούμενα μέτρα αποκαταστάσεως να μπορούν πράγματι να εξαλείφουν τα αποτελέσματα της ενισχύσεως που χορηγήθηκε κατά παράβαση του άρθρου 88, παράγραφος 3, ΕΚ και δεν πρέπει απλώς να επεκτείνουν την ενίσχυση σε ευρύτερη ομάδα δικαιούχων».
35. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, οι εκπρόσωποι της Γαλλικής, της Δανικής και της Γερμανικής Κυβερνήσεως επισήμαναν ότι η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπό κρίση υπόθεση θα μπορούσε να έχει σημαντικές οικονομικές συνέπειες. Κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ των αποφάσεων Ferring (24) και Altmark Trans και Regierungspräsidium Magdeburg (25), που εξέδωσε το Δικαστήριο, τα κράτη μέλη προέβησαν σε καταβολές με τη μορφή αποζημίωσης για την εκπλήρωση υποχρεώσεων παροχής δημόσιας υπηρεσίας, οι οποίες μπορεί να διαπιστωθεί εκ των υστέρων ότι δεν πληρούν τα τέσσερα κριτήρια που έχουν τεθεί με την απόφαση Altmark Trans και Regierungspräsidium Magdeburg και, ως εκ τούτου, ότι εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ. Σύμφωνα με την απόφαση Ferring, τα κράτη μέλη μπορεί να μην έχουν κοινοποιήσει ορισμένες καταβολές, έχοντας την πεποίθηση ότι αυτές δεν συνιστούν ενίσχυση.
36. Κατά την άποψή μου, η προβαλλόμενη αβεβαιότητα που μπορεί να έχει ανακύψει στο διάστημα που έχει μεσολαβήσει μεταξύ της αποφάσεως του Δικαστηρίου Ferring και της αποφάσεώς του Altmark Trans και Regierungspräsidium Magdeburg αναφορικά με τις καταβολές στις οποίες προέβησαν τα κράτη μέλη με τη μορφή αποζημίωσης για την εκπλήρωση υποχρεώσεων παροχής δημόσιας υπηρεσίας δεν φαίνεται να έχει σχέση με τις συγκεκριμένες συνθήκες της επίμαχης υπόθεσης ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου. Δεδομένου ότι οι καταβολές προς το CELF διενεργούνταν σε ετήσια βάση από το 1980 έως το 2002, είναι μάλλον απίθανο οι εν λόγω από ετών διενεργηθείσες καταβολές να έγιναν εσφαλμένα λόγω της αποφάσεως Ferring που εκδόθηκε στις 22 Νοεμβρίου 2001.
37. Επομένως, καταλήγω ότι, σύμφωνα με τους όρους του άρθρου 88, παράγραφος 3, ΕΚ, ένα κράτος μέλος το οποίο έχει χορηγήσει παράνομη ενίσχυση, παραβιάζοντας τις προϋποθέσεις κοινοποίησης και αναστολής που θεσπίζει η διάταξη αυτή, πρέπει να ανακτήσει την εν λόγω ενίσχυση από τον δικαιούχο, ακόμη και όταν η διαδικασία του άρθρου 88 ΕΚ καταλήγει σε τελική απόφαση που κηρύσσει την επίμαχη ενίσχυση συμβατή με την κοινή αγορά.
Β – Δεύτερο ερώτημα
38. Το δεύτερο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου ανακύπτει εάν δοθεί στο πρώτο ερώτημα η απάντηση που προτείνω ανωτέρω στο σημείο 37. Με το ερώτημα αυτό, το αιτούν δικαστήριο ερωτά εάν, κατά τον υπολογισμό των χρηματικών ποσών που πρέπει να επιστραφούν, πρέπει να ληφθεί υπόψη η παράνομη ενίσχυση που καταβλήθηκε μετά την έκδοση της αποφάσεως της Επιτροπής που κηρύσσει την ενίσχυση συμβατή με την κοινή αγορά και πριν από την ακύρωση της αποφάσεως αυτής από το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
39. Το εν λόγω ερώτημα φαίνεται να ανακύπτει από το γεγονός ότι η Επιτροπή σε τρεις περιπτώσεις κήρυξε την επίμαχη ενίσχυση συμβατή με την κοινή αγορά και, σε δύο περιπτώσεις μέχρι σήμερα, το Πρωτοδικείο ακύρωσε τις αποφάσεις της Επιτροπής. Με το ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν εάν αυτό μπορεί να συνιστά εξαιρετική περίπτωση αποκλείουσα την επιστροφή της παράνομης ενίσχυσης για ορισμένες περιόδους.
40. Όπως το πρώτο έτσι και το δεύτερο ερώτημα προκάλεσε διάφορες αντιδράσεις από πλευράς παρεμβαινόντων.
41. Κατά πάγια νομολογία, υπέρ των πράξεων των κοινοτικών οργάνων υφίσταται, κατ’ αρχήν, τεκμήριο νομιμότητας, οι πράξεις δε αυτές παράγουν έννομα αποτελέσματα, εφόσον δεν έχουν ανακληθεί, ακυρωθεί κατόπιν ασκήσεως προσφυγής ακυρώσεως ή κριθεί ανίσχυρες κατόπιν προδικαστικής παραπομπής ή κατόπιν προβολής ενστάσεως ελλείψεως νομιμότητας (26). Ωστόσο, σύμφωνα με το άρθρο 231 ΕΚ, αν στοιχειοθετείται μια προσφυγή ακυρώσεως, το Δικαστήριο ακυρώνει τη σχετική πράξη. Η ακύρωση μιας πράξεως συνεπάγεται την αναδρομική της εξαφάνιση έναντι πάντων (27).
42. Στην υπό κρίση υπόθεση, οι από 18 Μαΐου 1993 και 10 Ιουνίου 1998 αποφάσεις της Επιτροπής, που έκριναν την ενίσχυση προς το CELF συμβατή με την κοινή αγορά, ακυρώθηκαν με τις αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 18ης Σεπτεμβρίου 1995 και της 28ης Φεβρουαρίου 2002 αντίστοιχα. Οι εν λόγω δικαστικές αποφάσεις είχαν ως συνέπεια την αναδρομική εξαφάνιση των επίμαχων αποφάσεων. Λαμβάνοντας υπόψη την απάντηση που δόθηκε στο πρώτο ερώτημα, η τρίτη απόφαση της Επιτροπής, της 20ής Απριλίου 2004, με την οποία κηρύχθηκε συμβατή με την κοινή αγορά η ενίσχυση που χορηγήθηκε στο CELF από το 1980 έως το 2002, δεν συνεπάγεται τη νομιμοποίηση των εν λόγω παράνομων καταβολών ex post facto, οι οποίες και πρέπει, κατ’ αρχήν, να ανακτηθούν από το κράτος μέλος.
43. Το εθνικό δικαστήριο στην υπό κρίση υπόθεση πρέπει, πάντως, προτού διατάξει την ανάκτηση της ενίσχυσης από το CELF, να εξετάσει εάν το CELF μπορεί να θεμελιώσει δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ή εάν συντρέχουν ειδικές περιστάσεις που αντιστρατεύονται την επιστροφή της ενίσχυσης. Συναφώς, ορισμένοι παρεμβαίνοντες υποστήριξαν ότι, δεδομένου ότι η Επιτροπή εξέδωσε, δυνάμει της αποκλειστικής της αρμοδιότητας επί του θέματος, μια σειρά αποφάσεων που κηρύσσουν την ενίσχυση προς το CELF συμβατή με την κοινή αγορά, το εθνικό δικαστήριο δεν πρέπει, κατά τον υπολογισμό του προς ανάκτηση ποσού, να λαμβάνει υπόψη τις καταβολές που έγιναν κατά το χρονικό διάστημα από την απόφαση της Επιτροπής που κηρύσσει την ενίσχυση συμβατή μέχρι την ακύρωση της αποφάσεως από το Πρωτοδικείο.
44. Δεν συμμερίζομαι την άποψη αυτή. Όπως επισήμανα ανωτέρω, συνήθως τα κράτη μέλη πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 88, παράγραφος 3, ΕΚ, να κοινοποιούν κάθε σχεδιαζόμενη κρατική ενίσχυση και να μην εφαρμόζουν τα σχεδιαζόμενα μέτρα μέχρις ότου η Επιτροπή λάβει την τελική απόφαση που κηρύσσει την ενίσχυση συμβατή με την κοινή αγορά. Αποτελεί πάγια νομολογία ότι, λαμβανομένου υπόψη του επιτακτικού χαρακτήρα του ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων που πραγματοποιεί η Επιτροπή βάσει του άρθρου 88 ΕΚ, δεν δικαιολογείται κατ’ αρχήν η εμπιστοσύνη των επιχειρήσεων που έλαβαν ενίσχυση ως προς τη νομιμότητα της ενίσχυσης παρά μόνον αν η ενίσχυση χορηγήθηκε τηρουμένης της διαδικασίας που προβλέπει το εν λόγω άρθρο. Ένας επιμελής επιχειρηματίας πρέπει κανονικά να είναι σε θέση να βεβαιωθεί ότι τηρήθηκε η διαδικασία αυτή (28).
45. Επιπλέον, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας Tizzano με τις προτάσεις του στην υπόθεση P & O European Ferries (Vizcaya) και Diputación Foral de Vizcaya κατά Επιτροπής (29), ένας επιμελής επιχειρηματίας πρέπει επίσης να γνωρίζει ότι η απόφαση της Επιτροπής μπορεί να προσβληθεί ενώπιον των κοινοτικών δικαστηρίων. Το Δικαστήριο έκρινε επίσης με την απόφασή του Ιταλία κατά Επιτροπής «[…] ότι, εφόσον η Επιτροπή δεν έχει λάβει εγκριτική απόφαση και δη, εφόσον η προθεσμία προσφυγής κατά της αποφάσεως αυτής δεν έχει εκπνεύσει, ο δικαιούχος δεν είναι βέβαιος ως προς τη νομιμότητα της σχεδιαζόμενης ενίσχυσης, μοναδικό γεγονός που μπορεί να του δημιουργήσει δικαιολογημένη εμπιστοσύνη» (30).
46. Περαιτέρω, όπως επισήμανε το Πρωτοδικείο, η αντίθετη άποψη στερεί την πρακτική αποτελεσματικότητα από τον έλεγχο που ασκεί ο κοινοτικός δικαστής ως προς τη νομιμότητα αποφάσεως της Επιτροπής περί συμβατότητας της κρατικής ενίσχυσης (31). Η ακύρωση μιας τέτοιας αποφάσεως θα κατέληγε σε πραγματική πύρρειο νίκη, δεδομένου ότι οι επιπτώσεις της ενίσχυσης δεν θα μπορούσαν να εξαλειφθούν με ανάκτηση της ενίσχυσης. Αν συναγόταν ότι η απόφαση της Επιτροπής που κηρύσσει μια παράνομη ενίσχυση συμβατή με την κοινή αγορά δημιουργεί αυτομάτως δικαιολογημένη εμπιστοσύνη στους δικαιούχους της ενίσχυσης, οι ανταγωνιστές τους ή άλλοι τρίτοι θιγόμενοι από την απόφαση της Επιτροπής δεν θα νομιμοποιούνταν πλέον να επιδιώξουν την ακύρωσή της.
47. Κατά τη γνώμη μου, στο πλαίσιο ανάκτησης μιας παράνομης ενίσχυσης από ένα κράτος μέλος και υπό το φως της νομολογίας του Δικαστηρίου, ο όρος «τελική απόφαση» του άρθρου 88, παράγραφος 3, ΕΚ πρέπει να ερμηνευθεί ως απόφαση της Επιτροπής που κηρύσσει συμβατή με την κοινή αγορά μια ενίσχυση, η οποία δεν έχει αποτελέσει αντικείμενο διαδικασιών ελέγχου βάσει του άρθρου 230 ΕΚ εντός του διμήνου που προβλέπει η εν λόγω διάταξη ή της οποίας η εγκυρότητα επικυρώθηκε από τα κοινοτικά δικαστήρια μετά την κίνηση των εν λόγω διαδικασιών ελέγχου.
48. Επομένως, φρονώ ότι η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να είναι ότι η υποχρέωση επιστροφής μιας παράνομης ενίσχυσης ισχύει για τον προ της εκδόσεως της τελικής αποφάσεως της Επιτροπής χρόνο που κηρύσσει την ενίσχυση συμβατή με την κοινή αγορά σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 88 ΕΚ, με τον όρο δε «τελική απόφαση» νοείται η απόφαση που δεν έχει αποτελέσει αντικείμενο των διαδικασιών ελέγχου του άρθρου 230 ΕΚ εντός του διμήνου που προβλέπει η εν λόγω διάταξη ή της οποίας η εγκυρότητα επικυρώθηκε από τα κοινοτικά δικαστήρια μετά την κίνηση των εν λόγω διαδικασιών.
IV – Πρόταση
49. Συναφώς, φρονώ ότι στα ερωτήματα που υπέβαλε το Conseil d’État πρέπει να δοθούν οι εξής απαντήσεις:
1) Σύμφωνα με τους όρους του άρθρου 88, παράγραφος 3, ΕΚ, ένα κράτος μέλος το οποίο έχει χορηγήσει παράνομη ενίσχυση, παραβιάζοντας τις προϋποθέσεις κοινοποίησης και αναστολής που θεσπίζει η διάταξη αυτή, πρέπει να ανακτήσει την εν λόγω ενίσχυση από τον δικαιούχο, ακόμη και όταν η διαδικασία του άρθρου 88 ΕΚ καταλήγει στην τελική απόφαση που κηρύσσει την επίμαχη ενίσχυση συμβατή με την κοινή αγορά.
2) Η υποχρέωση επιστροφής παράνομης ενίσχυσης ισχύει για τον προ της εκδόσεως της τελικής αποφάσεως της Επιτροπής χρόνο που κηρύσσει την ενίσχυση συμβατή με την κοινή αγορά σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 88 ΕΚ, με τον όρο δε «τελική απόφαση» νοείται η απόφαση που δεν έχει αποτελέσει αντικείμενο των διαδικασιών ελέγχου του άρθρου 230 ΕΚ εντός του διμήνου που προβλέπει η εν λόγω διάταξη ή της οποίας η εγκυρότητα επικυρώθηκε από τα κοινοτικά δικαστήρια μετά την κίνηση των εν λόγω διαδικασιών.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
2 – Ενίσχυση σε εξαγωγείς γαλλικών βιβλίων, αριθ. ΝΝ 127/92 (ΕΕ 1993, C 174, σ. 6).
3 – Απόφαση T-49/93, SIDE κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. II-2501). Το Πρωτοδικείο, με το πρώτο σκέλος του διατακτικού της αποφάσεώς του, ακύρωσε την απόφαση της Επιτροπής, της 18ης Μαΐου 1993, με την οποία κηρύχθηκαν συμβατές με την κοινή αγορά ορισμένες ενισχύσεις (ΝΝ 127/92), τις οποίες είχε χορηγήσει η Γαλλική Κυβέρνηση στους εξαγωγείς γαλλικών βιβλίων, με το σκεπτικό ότι η απόφαση αυτή αφορούσε επιδοτήσεις που χορηγούνταν αποκλειστικά στο CELF προς αντιστάθμιση του επιπλέον κόστους εκτελέσεως των μικρών παραγγελιών γαλλικών βιβλίων οι οποίες προέρχονταν από βιβλιοπωλεία του εξωτερικού.
4 – Απόφαση 1999/133/ΕΚ της Επιτροπής, της 10ης Ιουνίου 1998, σχετικά με την κρατική ενίσχυση υπέρ της Coopérative d’exportation du livre français (CELF, ΕΕ 1999 L 44, σ. 37).
5 – Απόφαση C‑332/98, Γαλλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. I‑4833).
6 – Απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 2002, T‑155/98, SIDE κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. II‑1179).
7 – Απόφαση 2005/262/EK της Επιτροπής, της 20ής Απριλίου 2004, σχετικά με την ενίσχυση που έθεσε σε εφαρμογή η Γαλλία υπέρ της Coopérative d’exportation du livre français (CELF, ΕΕ 2005 L 85, σ. 27).
8 – Το άρθρο 1 της αποφάσεως ορίζει ότι: «[η] ενίσχυση υπέρ της Coopérative d’exportation du livre français (CELF) για την εκτέλεση των μικρών παραγγελιών βιβλίων στη γαλλική γλώσσα, την οποία εφάρμοσε η Γαλλία κατά την περίοδο 1980 έως 2001, συνιστά ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, της Συνθήκης. Η ενίσχυση χορηγήθηκε παρανόμως καθότι η Γαλλία δεν την κοινοποίησε προηγουμένως στην Επιτροπή. Ωστόσο, η ενίσχυση συμβιβάζεται με την κοινή αγορά βάσει του άρθρου 87, παράγραφος 3, στοιχείο δ΄, της Συνθήκης.»
9 – Υπόθεση T‑348/04, SIDE κατά Επιτροπής, η οποία εκκρεμεί ενώπιον του Πρωτοδικείου (ΕΕ 2004, C 262, σ. 57).
10 – Αποφάσεις της 11ης Ιουλίου 1996, C‑39/94, SFEI κ.λπ. (Συλλογή 1996, σ. Ι‑3547, σκέψη 41), και, πιο πρόσφατα, της 5ης Οκτωβρίου 2006, C‑368/04, Transalpine Ölleitung (Συλλογή 2006, σ. Ι‑9957, σκέψη 37).
11 – Κανονισμός (ΕΚ) 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου [88 ΕΚ] (ΕΕ 1999, L 83, σ. 1).
12 – Απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 2001, C‑143/99 (Συλλογή 2001, σ. I‑8365, σκέψη 23).
13 – Βλ. απόφαση Transalpine Ölleitung, η οποία παρατίθεται στην υποσημείωση 10, σκέψη 40, και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία.
14 – Αποφάσεις της 21ης Νοεμβρίου 1991, C‑354/90, Fédération Nationale du Commerce Extérieur des Produits Alimentaires και Syndicat national des Négociants et Transformateurs de Saumon (Συλλογή 1991, σ. Ι‑5505, σκέψη 14, στο εξής: απόφαση FNCE), την παρατιθέμενη στην υποσημείωση 10 απόφαση SFEI, σκέψη 42, και την απόφαση της 17ης Ιουνίου 1999, C‑295/97, Piaggio (Συλλογή 1999, σ. Ι‑3735, σκέψη 31). Επομένως, τα εθνικά δικαστήρια δεν μπορούν να κηρύξουν μια ενίσχυση μη συμβατή με την κοινή αγορά βλ., αναλογικά, διάταξη της 24ης Ιουλίου 2003, C‑297/01, Sicilcassa κ.λπ. (Συλλογή 2003, σ. Ι‑7849, σκέψη 47). Αυτό ισχύει υπό την επιφύλαξη των περιορισμένων αρμοδιοτήτων του Συμβουλίου βάσει των άρθρων 87, παράγραφος 3, στοιχείο ε΄, ΕΚ και 88, παράγραφος 2, ΕΚ.
15 – Βλ., για παράδειγμα, απόφαση FNCE, η οποία παρατίθεται στην υποσημείωση 14, σκέψεις 13 και 14.
16 – Αυτό ισχύει υπό την επιφύλαξη της αρμοδιότητας της Επιτροπής να λαμβάνει προσωρινή απόφαση, με την οποία διατάσσεται η αναστολή των πληρωμών της ενίσχυσης, για όσο διάστημα εκκρεμεί η έκδοση της τελικής απόφασής της.
17 – Βλ. απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 1973, 120/73, Lorenz (Συλλογή τόμος 1973, σ. 1527, σκέψη 8), απόφαση FNCE, η οποία παρατίθεται στην υποσημείωση 14, σκέψη 11 και απόφαση SFEI, η οποία παρατίθεται στην υποσημείωση 10, σκέψη 39.
18 – Βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 21ης Ιουλίου 2005, C‑71/04, Xunta de Galicia (Συλλογή 2005, σ. Ι‑7419, σκέψη 49).
19 – Βλ. απόφαση FNCE, η οποία παρατίθεται στην υποσημείωση 14, σκέψεις 16 και 17, απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 2003, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C‑261/01 και C‑262/01, van Calster (Συλλογή 2003, σ. Ι‑12249, σκέψεις 62 και 63), και απόφαση Xunta de Galicia, η οποία παρατίθεται στην υποσημείωση 18, σκέψη 31.
20 – Βλ. απόφαση Transalpine Ölleitung, η οποία παρατίθεται στην υποσημείωση 10, σκέψη 41.
21 – Απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1990, C‑301/87, Γαλλία κατά Επιτροπής (Boussac) (Συλλογή 1990, σ. I‑307).
22 – Βλ. προτάσεις στην υπόθεση Boussac, η οποία παρατίθεται στην υποσημείωση 21, σημείο 19. Ο γενικός εισαγγελέας Jacobs τόνισε την αναγκαιότητα διασφάλισης της αυστηρής τήρησης των διαδικασιών που ορίζει το άρθρο 88 ΕΚ, ιδίως, ελλείψει κανονισμού που να ρυθμίζει το θέμα αυτό.
23 – Παρατίθεται στην υποσημείωση 12, σημείο 25.
24 – Απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2001, C‑53/00 (Συλλογή 2001, σ. I‑9067).
25 – Απόφαση της 24ης Ιουλίου 2003, C‑280/00 (Συλλογή 2003, σ. I‑7747).
26 – Απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 2004, C‑475/01, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 2004, σ. Ι‑8923, σκέψη 18 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
27 – Βλ. απόφαση της 1ης Ιουνίου 2006, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C‑442/03 P και C‑471/03 P, P & O European Ferries (Vizcaya) και Diputación Foral de Vizcaya κατά Επιτροπής (Συλλογή 2006, σ. Ι‑4845, σκέψη 43) και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
28 – Βλ. απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 1990, C‑5/89, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1990, σ. Ι‑3437, σκέψη 14), και απόφαση της 14ης Ιανουαρίου 1997, C‑169/95, Ισπανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1997, σ. Ι‑135, σκέψη 51).
29 – «[…] ο δικαστικός έλεγχος που ασκεί ο κοινοτικός δικαστής επί των αποφάσεων στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων δεν μπορεί να θεωρηθεί ως εξαιρετικό και απρόβλεπτο γεγονός, καθότι συνιστά αναπόσπαστο και ουσιώδες τμήμα του συστήματος που καθιέρωσε η Συνθήκη στον τομέα αυτό. Επομένως, ένας επιμελής επιχειρηματίας πρέπει να γνωρίζει ότι μια απόφαση της Επιτροπής με την οποία κρίθηκε ότι ένα κρατικό μέτρο δεν συνιστά κρατική ενίσχυση δύναται, μέχρις ότου παρέλθει η δίμηνη προθεσμία του άρθρου 230 ΕΚ, να προσβληθεί ενώπιον του κοινοτικού δικαστή.» Απόφαση η οποία παρατίθεται στην υποσημείωση 27, βλ. σημείο 153 των προτάσεων.
30 – Απόφαση της 29ης Απριλίου 2004, C‑91/01, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2004, σ. Ι‑4355, σκέψη 66).
31 – Βλ. απόφαση της 5ης Αυγούστου 2003, συνεκδικασθείσες υποθέσεις T‑116/01 και T‑118/01, P & O European Ferries (Vizcaya) και Diputación Foral de Vizcaya κατά Επιτροπής (Συλλογή 2003, σ. ΙΙ‑2957, σκέψη 209).
Full & Egal Universal Law Academy