ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
ELEANOR SHARPSTON
της 21ης Ιουνίου 2007 1(1)
Υπόθεση C‑221/06
Stadtgemeinde Frohnleiten
Gemeindebetriebe Frohnleiten GmbH
κατά
Bundesminister für Land- und Forstwirtschaft, Umwelt und Wasserwirtschaft
«Τέλος για την απόθεση αποβλήτων – Απαλλαγή – Εξαίρεση από την απαλλαγή όταν τα απόβλητα προέρχονται από άλλο κράτος μέλος –Άρθρο 90 ΕΚ»
1. Μια εθνική φορολογική διάταξη επιβάλλει ορισμένο τέλος στην απόθεση αποβλήτων σε χώρο απόρριψης αποβλήτων, προβλέπει όμως απαλλαγή από το τέλος αυτό για την απόθεση αποβλήτων που προκύπτουν από ενέργειες για να καταστούν ασφαλείς και να εξυγιανθούν μολυσμένες εκτάσεις, οι οποίες έχουν καταχωρηθεί στα προβλεπόμενα από τον νόμο μητρώα, αλλά στις οποίες δεν μπορούν να περιληφθούν εκτάσεις ευρισκόμενες σε άλλα κράτη μέλη. Στην υπό κρίση υπόθεση το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί σχετικά με τη συμβατότητα του μέτρου αυτού προς την κοινοτική νομοθεσία.
Κοινοτική νομοθεσία
2. Η πρώτη παράγραφος του άρθρου 90 ΕΚ (2) ορίζει τα εξής:
«Κανένα κράτος μέλος δεν επιβάλλει άμεσα ή έμμεσα στα προϊόντα άλλων κρατών μελών εσωτερικούς φόρους οποιασδήποτε φύσεως, ανωτέρους από εκείνους που επιβαρύνουν άμεσα ή έμμεσα τα ομοειδή εθνικά προϊόντα.» (3)
3. Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 259/93 του Συμβουλίου, της 1ης Φεβρουαρίου 1993, σχετικά με την παρακολούθηση και τον έλεγχο των μεταφορών αποβλήτων στο εσωτερικό της Κοινότητας καθώς και κατά την είσοδο και έξοδό τους (4), ρυθμίζει, μεταξύ άλλων, τις μεταφορές αποβλήτων προς διάθεση μεταξύ των κρατών μελών.
4. Το άρθρο 3, παράγραφος 1, επιβάλλει σε οποιονδήποτε προτίθεται να μεταφέρει απόβλητα προς διάθεση από ένα κράτος μέλος σε άλλο να διαβιβάζει κοινοποίηση στην αρμόδια αρχή προορισμού, η οποία πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, να λάβει απόφαση με την οποία επιτρέπεται, υπό όρους ή άνευ όρων, η μεταφορά ή απορρίπτεται η σχετική αίτηση. Μπορεί επίσης να ζητήσει πρόσθετες πληροφορίες. Το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, ορίζει ότι οι αντιρρήσεις και όροι που αναφέρονται στο στοιχείο α΄ πρέπει να βασίζονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 4, το οποίο απαριθμεί τους πιθανούς λόγους. Στους λόγους αυτούς περιλαμβάνεται και το ότι η σχεδιαζόμενη μεταφορά «δεν είναι σύμφωνη με τις εθνικές νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις σχετικά με την προστασία του περιβάλλοντος, τη δημόσια τάξη, τη δημόσια ασφάλεια ή την προστασία της υγείας». Το άρθρο 5, παράγραφος 1, προβλέπει ότι η μεταφορά μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνον αφού ο κοινοποιών λάβει την εν λόγω άδεια.
Εθνική νομοθεσία
5. Ως σκοπός του αυστριακού Altlastensanierungsgesetz (νόμου περί εξυγιάνσεως των μολυσμένων χώρων απόρριψης αποβλήτων, στο εξής: ALSAG) (5) αναφέρεται η χρηματοδότηση ενεργειών για να καταστούν ασφαλείς και να εξυγιανθούν οι μολυσμένοι χώροι απόρριψης αποβλήτων (άρθρο 1).
6. Ο ορισμός των μολυσμένων χώρων απόρριψης αποβλήτων δίδεται στο άρθρο 2. Το άρθρο αυτό ορίζει τα εξής:
«Ορισμοί
(1) Μολυσμένοι χώροι απόρριψης αποβλήτων είναι παλαιές χωματερές και εγκαταλειμμένοι βιομηχανικοί χώροι καθώς και μολυσμένα από αυτά εδάφη και υπόγεια ύδατα που προκαλούν –σύμφωνα με τα αποτελέσματα εκτίμησης επικινδυνότητας– σημαντικούς κινδύνους για την ανθρώπινη υγεία ή το περιβάλλον. […]
(2) Ως παλαιές χωματερές νοούνται οι χώροι στους οποίους διενεργούνταν αποθέσεις αποβλήτων με ή χωρίς εξουσιοδότηση.
(3) Ως εγκαταλειμμένοι βιομηχανικοί χώροι νοούνται οι τόποι εγκαταστάσεων, όπου ελάμβανε χώρα επεξεργασία ουσιών επικίνδυνων για το περιβάλλον.»
7. Το τμήμα ΙΙ του ALSAG προβλέπει, για τη χρηματοδότηση των ενεργειών προκειμένου να καταστούν ασφαλείς και να εξυγιανθούν οι μολυσμένοι χώροι απόρριψης αποβλήτων, την επιβολή τέλους για τους μολυσμένους χώρους απόρριψης αποβλήτων (στο εξής: τέλος).
8. Το άρθρο 3 του τμήματος II ορίζει τα εξής:
«1. Στο τέλος για τους μολυσμένους χώρους απόρριψης αποβλήτων υπόκεινται:
(1) η μακροπρόθεσμη απόθεση αποβλήτων, συμπεριλαμβανομένης της μεταφοράς αποβλήτων σε χώρους απόρριψης αποβλήτων, ακόμη και αν με τον τρόπο αυτό εξυπηρετούνται σκοποί συνδεόμενοι με την τεχνική κατασκευής των χώρων αυτών ή άλλοι σκοποί·
(2) η πλήρωση ή ισοπέδωση ανώμαλων εδαφών με απόβλητα, συμπεριλαμβανομένης της ενσωματώσεώς τους σε γεωλογικές δομές, πλην της πληρώσεως ή ισοπεδώσεως που επιτελεί συγκεκριμένη κατασκευαστική λειτουργία για υπέρτερο κατασκευαστικό έργο (για παράδειγμα, αναχώματα και καταστρώματα οδών, σιδηροδρομικές γραμμές και θεμέλια, επιχωματώσεις εκσκαφών ή τάφρους αποστράγγισης)·
[…]
2. Δεν υπόκεινται στην υποχρεωτική καταβολή τέλους:
(1) η απόθεση, αποθήκευση και μεταφορά αποβλήτων που αποδεδειγμένα παρήχθησαν από ενέργειες για να καταστούν ασφαλείς και να εξυγιανθούν
(a) περιοχές πιθανής ρύπανσης που έχουν καταχωρηθεί στο Verdachtsflächenkataster [μητρώο περιοχών πιθανής ρύπανσης] ή
(b) μολυσμένοι χώροι απόρριψης αποβλήτων που έχουν καταχωρηθεί στον Altlastenatlas [άτλαντα μολυσμένων χώρων απόρριψης αποβλήτων],
[…]».
9. Το άρθρο 4 παραθέτει τους υπόχρεους σε καταβολή του τέλους, με πρώτο αναφερόμενο, στην παράγραφο 1, τον υπεύθυνο λειτουργίας του χώρου απόρριψης αποβλήτων (6).
10. Το άρθρο 5 ορίζει ότι το τέλος υπολογίζεται επί του βάρους των αποβλήτων.
11. Το άρθρο 6 ορίζει τους συντελεστές του τέλους. Το άρθρο 6, παράγραφος 4, προβλέπει μειωμένους συντελεστές όταν η απόθεση αποβλήτων γίνεται σε χώρο που πληροί τις τεχνικές προδιαγραφές που θέτει η εθνική νομοθεσία.
12. Το αναφερόμενο στο άρθρο 3, παράγραφος 2, σημείο 1, του ALSAG μητρώο περιοχών πιθανής ρύπανσης καθώς και ο άτλας μολυσμένων χώρων απόρριψης αποβλήτων ρυθμίζονται στο άρθρο 13 του νόμου αυτού. Η διάταξη αυτή κατ’ ουσίαν ορίζει ότι ο Ομοσπονδιακός Υπουργός Περιβάλλοντος, Νέας Γενιάς και Οικογένειας οφείλει να συντονίζει σε ομοσπονδιακό επίπεδο την απογραφή, εκτίμηση και αξιολόγηση των περιοχών πιθανής ρύπανσης, σε συνεργασία με τον Ομοσπονδιακό Υπουργό Οικονομίας και τον Ομοσπονδιακό Υπουργό Γεωργίας και Δασοκομίας. Τα προκύπτοντα από την απογραφή στοιχεία διαβιβάζονται στην Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Περιβάλλοντος, αναλύονται από αυτή και καταχωρούνται στο μητρώο περιοχών πιθανής ρύπανσης. Ο Ομοσπονδιακός Υπουργός Περιβάλλοντος, Νέας Γενιάς και Οικογένειας οφείλει επίσης να συντονίζει όλα τα μέτρα για την εκτίμηση της ενδεχόμενης επικινδυνότητας των περιοχών πιθανής ρύπανσης που έχουν απογραφεί. Οι περιοχές πιθανής ρύπανσης για τις οποίες διαπιστώνεται, βάσει της εκτίμησης επικινδυνότητας, η ανάγκη λήψης μέτρων προκειμένου αυτές να καταστούν ασφαλείς ή να εξυγιανθούν καταχωρούνται ως μολυσμένοι χώροι απόρριψης αποβλήτων στον άτλαντα μολυσμένων χώρων απόρριψης αποβλήτων.
13. Στο αυστριακό μητρώο περιοχών πιθανής ρύπανσης και στον άτλαντα μολυσμένων χώρων απόρριψης αποβλήτων μπορούν να καταχωρηθούν μόνον εκτάσεις που βρίσκονται στην Αυστρία. Ως εκ τούτου, μόνον απόβλητα που προέρχονται από ενέργειες για να καταστούν ασφαλείς ή να εξυγιανθούν περιοχές πιθανής ρύπανσης ή μολυσμένοι χώροι απόρριψης αποβλήτων που βρίσκονται στην Αυστρία πληρούν τις προϋποθέσεις απαλλαγής από την υποχρέωση καταβολής τέλους.
14. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της υπό κρίση υπόθεσης, η Αυστριακή Κυβέρνηση παρέσχε περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με τον ALSAG. Όταν ο εν λόγω νόμος τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιουλίου 1989 (7), υπήρχαν περίπου 3 000 μολυσμένοι χώροι απόρριψης αποβλήτων στην Αυστρία και ήταν αναγκαία η λήψη μέτρων για να καταστούν ασφαλείς και να εξυγιανθούν ορισμένοι εξ αυτών. Γι’ αυτό θεσπίστηκε ένα σύστημα απογραφής και απορρύπανσης μολυσμένων χώρων. Κατ’ αρχήν ο ρυπαίνων πληρώνει για την απορρύπανση. Εάν, όμως, δεν είναι δυνατό να προσδιοριστεί η ταυτότητα του ρυπαίνοντος ή να εισπραχθούν τα οφειλόμενα από αυτόν, αναλαμβάνει την ευθύνη το κράτος. Η χρηματοδότηση παρέχεται μέσω του τέλους. Ο συντελεστής του τέλους αποσκοπεί να διασφαλίσει τη μακροπρόθεσμη εξυγίανση των εν λόγω χώρων. Τα απόβλητα που προέρχονται από τους χώρους αυτούς και προορίζονται για ανάκτηση δεν υπόκεινται στο τέλος. Ο ALSAG διασφαλίζει ότι τα έσοδα από το τέλος θα χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για την απορρύπανση των μολυσμένων χώρων. Προς αποφυγή της επιβάρυνσης με το τέλος των ενεργειών για να καταστούν ασφαλείς ή να εξυγιανθούν οι μολυσμένοι χώροι, τα σχετικά μέτρα διάθεσης των αποβλήτων εξαιρούνται από το τέλος δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 2, του ALSAG.
Η κύρια διαδικασία και το προδικαστικό ερώτημα
15. Η Gemeindebetriebe Frohnleiten GmbH (δημοτική επιχείρηση Frohnleiten GmbH), μοναδικός εταίρος της οποίας είναι ο Stadtgemeinde Frohnleiten (Δήμος Frohnleiten), διαχειρίζεται τον χώρο απόρριψης αποβλήτων του Frohnleiten. Κατά τα έτη 2001 και 2002 εναποτέθηκε στον ανωτέρω χώρο απόρριψης αποβλήτων μια ποσότητα αποβλήτων που προέρχονταν από πολτοποίηση από την Ιταλία. Τα απόβλητα προέρχονταν από ενέργειες για να εξυγιανθεί έκταση που βρίσκεται στον Δήμο Rovigo στην Ιταλία και εμφανίζεται στο ιταλικό περιφερειακό σχέδιο για την εξυγίανση των μολυσμένων χώρων απόρριψης αποβλήτων ως χρήζουσα εξυγιάνσεως (8). Η έκταση αυτή δεν έχει καταχωρηθεί στην Αυστρία, στον άτλαντα μολυσμένων χώρων απόρριψης αποβλήτων, ως μολυσμένος χώρος απόρριψης αποβλήτων. Η μεταφορά των αποβλήτων στην Αυστρία είχε επιτραπεί με απόφαση του αρμόδιου Υπουργού (στο εξής: αρχή καθής στρέφεται η προσφυγή) σύμφωνα με τα άρθρα 3 έως 5 του κανονισμού 259/93 και το άρθρο 36 του αυστριακού Abfallwirtschaftsgesetz (νόμου για τη διαχείριση των αποβλήτων) (9).
16. Κατόπιν αιτήσεως του Δήμου Frohnleiten και της δημοτικής επιχείρησης Frohnleiten GmbH (στο εξής: προσφεύγοντες), η Bezirkshauptmannschaft Graz-Umgebung (διοικητική αρχή της περιφέρειας του Graz) βεβαίωσε ότι τα απόβλητα δεν υπόκεινται στο τέλος, καθόσον ο αποκλεισμός τους από την εν λόγω απαλλαγή θα συνιστούσε διάκριση κατά το άρθρο 90 ΕΚ. Η ένσταση της τοπικής φορολογικής αρχής κατά της αποφάσεως αυτής απορρίφθηκε από τον Landeshauptmann von Steiermark (Κυβερνήτη της Στυρίας, στο εξής: LH). Ο LH θεώρησε επίσης ότι δεν υπήρχε υποχρέωση καταβολής του τέλους, διότι τα απόβλητα είχαν παραχθεί κατά την εφαρμογή νόμιμων μέτρων για να καταστούν ασφαλή και να εξυγιανθούν ορισμένα εδάφη στην Ιταλία που ήταν επικίνδυνα μολυσμένα, και η διάκριση μεταξύ τέτοιου είδους αποβλήτων ανάλογα με την προέλευσή τους από την Αυστρία ή την Ιταλία θα προσέκρουε στο άρθρο 90 ΕΚ.
17. Η αρχή καθής στρέφεται η προσφυγή ακύρωσε, σε δεύτερο βαθμό, την απόφαση του LH, με το αιτιολογικό ότι το τέλος δεν είναι φόρος επί προϊόντων αλλά φόρος επί δραστηριοτήτων και, ως εκ τούτου, δεν εφαρμόζεται το άρθρο 90 ΕΚ. Οι προσφεύγοντες άσκησαν ενώπιον του Verwaltungsgerichtshof προσφυγή κατά της εν λόγω απόφασης.
18. Το εν λόγω δικαστήριο εκτιμά ότι, ακόμη και αν το τέλος είναι «φόρος επί προϊόντων» και, ως εκ τούτου, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 90 ΕΚ, το γεγονός ότι μπορούν να τύχουν απαλλαγής από το τέλος μόνον απόβλητα προερχόμενα από την Αυστρία δεν προσκρούει στο άρθρο 90 ΕΚ ούτε (όπως είχε υποστηριχθεί επικουρικά από τους προσφεύγοντες) στα άρθρα 10 ΕΚ, 12 ΕΚ, 23 ΕΚ, 25 ΕΚ ή 49 ΕΚ.
19. Το Verwaltungsgerichtshof επισημαίνει ότι με τον ALSAG επιδιώκεται η λήψη μέτρων για να καταστούν ασφαλείς και να εξυγιανθούν μολυσμένοι χώροι απόρριψης αποβλήτων, δηλαδή επιδιώκονται στόχοι της περιβαλλοντικής πολιτικής. Για την πραγματοποίηση των στόχων αυτών λαμβάνονται άλλοτε διοικητικά μέτρα, όπως είναι η απόφαση των διοικητικών αρχών για την εκκένωση μολυσμένου χώρου απόρριψης αποβλήτων, και άλλοτε δημοσιονομικά μέτρα, όπως είναι εν προκειμένω η απαλλαγή από το τέλος. Η λήψη των μέτρων αυτών προϋποθέτει ότι είναι γνωστό ποιες εκτάσεις χρειάζονται τη λήψη των εν λόγω μέτρων για να καταστούν ασφαλείς ή να εξυγιανθούν. Ο ALSAG προβλέπει, για τον προσδιορισμό των εκτάσεων μολυσμένων χώρων απόρριψης αποβλήτων, έρευνες για την απογραφή των μολυσμένων χώρων απόρριψης αποβλήτων και την καταχώρησή τους στο μητρώο περιοχών πιθανής ρύπανσης και στον άτλαντα μολυσμένων χώρων απόρριψης αποβλήτων, που αποτελούν, με τη σειρά τους, τη βάση για περαιτέρω μέτρα. Στα μητρώα αυτά μπορούν συνεπώς, κατ’ ανάγκη, να καταχωρούνται μόνον ημεδαπές εκτάσεις. Από αυτό όμως δεν μπορεί να συναχθεί η υποχρέωση της Αυστρίας είτε να απόσχει από κάθε ευνοϊκή φορολογική ρύθμιση όσον αφορά την απόθεση αποβλήτων που προέρχονται από τέτοιες εκτάσεις, είτε να παύσει να εξαρτά τη χορήγηση της απαλλαγής από το τέλος από την καταχώρηση των εν λόγω εκτάσεων στον άτλαντα μολυσμένων χώρων απόρριψης αποβλήτων ή στο μητρώο περιοχών πιθανής ρύπανσης.
20. Το Verwaltungsgerichtshof εκτιμά ότι η ορθότητα της άποψης των προσφευγόντων δεν μπορεί να στηριχθεί στη νομολογία του Δικαστηρίου. Ωστόσο, καθόσον η νομολογία αυτή δεν επιλύει αμετάκλητα το υπό κρίση ζήτημα, το Verwaltungsgerichtshof υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Αντιβαίνει στα άρθρα 10 ΕΚ, 12 ΕΚ, 23 ΕΚ, 25 ΕΚ, 49 ΕΚ ή 90 ΕΚ η εθνική φορολογική διάταξη, η οποία επιβάλλει ορισμένο τέλος στην απόθεση αποβλήτων στους χώρους απόρριψης αποβλήτων (Altlastenbeitrag, ήτοι τέλος για τους μολυσμένους χώρους απόρριψης αποβλήτων), προβλέπει όμως απαλλαγή από το τέλος αυτό για την απόθεση αποβλήτων που προκύπτουν αποδεδειγμένα από ενέργειες για να καταστούν ασφαλείς ή να εξυγιανθούν μολυσμένες εκτάσεις (περιοχές πιθανής ρύπανσης ή μολυσμένοι χώροι απόρριψης αποβλήτων), εφόσον οι εκτάσεις αυτές (περιοχές πιθανής ρύπανσης ή μολυσμένοι χώροι απόρριψης αποβλήτων) έχουν καταχωρηθεί στα προβλεπόμενα από τον νόμο μητρώα των αρχών (Verdachtsflächenkataster, ήτοι μητρώο περιοχών πιθανής ρύπανσης ή Altlastenatlas, ήτοι άτλαντα μολυσμένων χώρων απόρριψης αποβλήτων), όταν στα μητρώα αυτά μπορούν να καταχωρηθούν μόνον εκτάσεις ευρισκόμενες στην ημεδαπή, με αποτέλεσμα και η απαλλαγή από το τέλος να είναι δυνατή μόνον για την απόθεση αποβλήτων προερχόμενων από περιοχές πιθανής ρύπανσης ή μολυσμένους χώρους απόρριψης αποβλήτων που βρίσκονται στην ημεδαπή;»
21. Γραπτές παρατηρήσεις υπέβαλαν οι προσφεύγοντες, η Αυστριακή Κυβέρνηση και η Επιτροπή, που παρέστησαν επίσης στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση.
Άρθρα 23 ΕΚ και 25 ΕΚ
22. Τα άρθρα αυτά απαγορεύουν την επιβολή εισαγωγικών και εξαγωγικών δασμών μεταξύ των κρατών μελών και επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος. Το εθνικό δικαστήριο ερωτά εάν η απαλλαγή από το τέλος συνιστά επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος και, ως εκ τούτου, αντίκειται προς την εν λόγω απαγόρευση.
23. Όλοι όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις είναι της άποψης ότι το τέλος δεν συνιστά επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος.
24. Με την άποψη αυτή συμφωνώ και εγώ. Κατά πάγια νομολογία, κάθε χρηματική επιβάρυνση, ανεξαρτήτως της ονομασίας της ή της μεθόδου εφαρμογής της, η οποία επιβάλλεται μονομερώς σε προϊόντα επειδή αυτά διέρχονται τα σύνορα, όταν δεν είναι δασμός στην κυριολεξία, συνιστά επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος υπό την έννοια του άρθρου 25 ΕΚ (10). Ωστόσο, στην υπό κρίση υπόθεση, το τέλος δεν επιβάλλεται επειδή τα απόβλητα διέρχονται τα σύνορα.
Άρθρο 90 ΕΚ
25. Οι προσφεύγοντες και η Επιτροπή φρονούν ότι οι προϋποθέσεις για την απαλλαγή από το τέλος εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 90 ΕΚ και δεν συνάδουν με την εν λόγω διάταξη. Η Αυστριακή Κυβέρνηση ισχυρίζεται, καταρχάς, ότι το άρθρο 90 δεν έχει εφαρμογή και, επικουρικά, ότι αυτό δεν προσβάλλεται.
26. Το άρθρο 90 ορίζει ότι κανένα κράτος μέλος δεν επιβάλλει άμεσα ή έμμεσα στα προϊόντα άλλων κρατών μελών εσωτερικούς φόρους οποιασδήποτε φύσεως, ανωτέρους από εκείνους που επιβαρύνουν άμεσα ή έμμεσα τα ομοειδή εγχώρια προϊόντα. Σκοπός του άρθρου αυτού είναι η εξάλειψη των συγκαλυμμένων περιορισμών στην ελεύθερη κυκλοφορία των προϊόντων, που μπορεί να απορρέουν από τις φορολογικές διατάξεις κράτους μέλους (11). Επομένως, το άρθρο 90 πρέπει να διασφαλίζει την απόλυτη ουδετερότητα των εσωτερικών φόρων από πλευράς ανταγωνισμού μεταξύ εγχώριων και εισαγόμενων προϊόντων (12).
Πρόκειται για τέλος επιβαλλόμενο επί «προϊόντων»;
27. Το άρθρο 90 ΕΚ εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση φόρων επιβαλλόμενων σε προϊόντα. Οι προσφεύγοντες και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι το τέλος επιβάλλεται σε προϊόντα, αλλά η Αυστριακή Κυβέρνηση διαφωνεί.
28. Διαπιστώνεται ότι υπάρχει συναίνεση ως προς το ότι τα απόβλητα, είτε είναι ανακυκλώσιμα είτε όχι, αποτελούν, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, «προϊόντα», των οποίων η κυκλοφορία δεν πρέπει καταρχήν να εμποδίζεται κατά το άρθρο 28 ΕΚ (13). Επομένως, τα απόβλητα, αυτά καθαυτά, είναι «προϊόντα» κατά την έννοια του άρθρου 90 ΕΚ.
29. Όμως, οι απόψεις των διαδίκων διίστανται, καταρχάς, όσον αφορά το ζήτημα εάν το τέλος θεωρείται ορθά ως επιβαλλόμενο επί προϊόντων, όπως υποστηρίζουν οι προσφεύγοντες και η Επιτροπή, ή επί των χώρων απόθεσης αποβλήτων, όπως υποστηρίζει η Αυστριακή Κυβέρνηση.
30. Η Αυστριακή Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι το τέλος επιβάλλεται επί της παροχής υπηρεσιών, ήτοι της μακροπρόθεσμης απόθεσης αποβλήτων και της πλήρωσης ή ισοπέδωσης του εδάφους με απόβλητα. Μολονότι δέχεται ότι για την εφαρμογή του άρθρου 90 δεν απαιτείται η άμεση επιβολή φόρου επί ορισμένου προϊόντος, θεωρεί ότι το εν λόγω άρθρο εφαρμόζεται μόνον όταν ο φόρος επηρεάζει άμεσα το κόστος του προϊόντος. Το τέλος όμως δεν συνεπάγεται κάτι τέτοιο. Αντιθέτως, όποιος αποθέτει απόβλητα καταβάλλει στον υπεύθυνο λειτουργίας του χώρου απόρριψης αποβλήτων ένα τέλος προκειμένου ο εν λόγω υπεύθυνος να ελέγξει τα απόβλητα, να δεχτεί όσα είναι αποδεκτά σύμφωνα με την άδεια λειτουργίας του χώρου απόρριψης αποβλήτων και να προβεί σε οριστική διάθεση των αποβλήτων αυτών. Το τέλος αυτό δεν επιβάλλεται σ’ ένα εμπορεύσιμο προϊόν, που καθίσταται ακριβότερο λόγω της επιβολής φόρων που εισάγουν διακρίσεις και το οποίο θα μπορούσε έτσι να μειονεκτεί κατά την πώλησή του στην ημεδαπή, αλλά συνιστά ένα μέσο διαμόρφωσης πολιτικής, με το οποίο φορολογείται κάθε μέτρο που θέτει οριστικά τέλος στον κύκλο ζωής του προϊόντος.
31. Σύμφωνα με τον ALSAG, «η μακροπρόθεσμη απόθεση αποβλήτων» και «η πλήρωση ή ισοπέδωση ανώμαλων εδαφών με απόβλητα» υπόκεινται καταρχήν στο τέλος (14). Κύριος υπόχρεος σε καταβολή του τέλους είναι ο υπεύθυνος λειτουργίας του χώρου απόρριψης αποβλήτων (15). Το τέλος υπολογίζεται επί του βάρους των αποβλήτων (16). Ο εκπρόσωπος της Αυστριακής Κυβέρνησης δήλωσε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι ο συντελεστής του τέλους μπορεί να επηρεάσει το ποσό που χρεώνει ο υπεύθυνος λειτουργίας ενός χώρου απόρριψης αποβλήτων για την απόθεση των αποβλήτων. Δεδομένου ότι ο συντελεστής είναι μειωμένος όταν ο εν λόγω χώρος απόρριψης αποβλήτων πληροί τις υφιστάμενες τεχνικές προδιαγραφές (17), ο ιδιοκτήτης του χώρου που πληροί τις εν λόγω προδιαγραφές θα μπορεί να χρεώνει λιγότερο την αποδοχή της απόθεσης αποβλήτων. A fortiori, η επιβολή του τέλους και η δυνατότητα απαλλαγής από αυτό επηρεάζουν την τιμή που χρεώνει ο υπεύθυνος λειτουργίας του χώρου απόρριψης αποβλήτων.
32. Όπως υποστηρίζουν οι προσφεύγοντες, η έννοια του φόρου που επιβάλλεται σε ορισμένο προϊόν πρέπει να ερμηνεύεται ευρέως ενόψει του σκοπού της, ήτοι της εξάλειψης των συγκαλυμμένων περιορισμών στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων που μπορεί να απορρέουν από τις φορολογικές διατάξεις κράτους μέλους (18). Το άρθρο 90 εφαρμόζεται επί φόρων που επιβάλλονται σε προϊόντα «άμεσα ή έμμεσα». Οι όροι αυτοί πρέπει επίσης να ερμηνεύονται ευρέως (19). Το Δικαστήριο έχει ερμηνεύσει τη διάταξη αυτή ως εφαρμοζόμενη, πέρα από την κλασσική περίπτωση των φόρων που επιβάλλονται άμεσα σε προϊόντα, και στις περιπτώσεις επιβολής τελών για κτηνιατρικούς και υγειονομικούς ελέγχους κρεάτων (20), για την καταχώριση φαρμακευτικών προϊόντων (21) και για τη διενέργεια τεχνικού ελέγχου οχημάτων (22).
33. Το Δικαστήριο έχει επίσης επεκτείνει την έννοια της φορολογίας προϊόντων κατά τρόπο που να περιλαμβάνει φόρους που πλήττουν τη χρήση ή τη μεταφορά προϊόντων ή τη χρήση εγκαταστάσεων. Με την απόφαση Bergandi (23), για παράδειγμα, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι το άρθρο 90 εφαρμόζεται στην περίπτωση εσωτερικών φόρων που πλήττουν τη χρήση στην οποία υπόκεινται τα εισαγόμενα προϊόντα, όταν αυτά προορίζονται κυρίως για τη χρήση αυτή και εισάγονται αποκλειστικά και μόνο για τον σκοπό αυτό. Με την απόφαση Schöttle (24) το Δικαστήριο έκρινε ότι ο φόρος που επιβάλλεται στις διεθνείς οδικές μεταφορές εμπορευμάτων με βάση την απόσταση που διανύθηκε στο εσωτερικό και το βάρος των μεταφερόμενων εμπορευμάτων συνιστά φόρο που επιβάλλεται έμμεσα στα προϊόντα κατά την έννοια του άρθρου 90. Με την απόφαση Haahr Petroleum (25) το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι το τέλος το οποίο εισπράττεται επ’ ευκαιρία της μεταφοράς εμπορευμάτων ή της χρησιμοποιήσεως εμπορικών λιμένων και καταβάλλεται αρχικά από το πλοίο ή τον τοπικό του πράκτορα συνιστά τέλος που πλήττει τα προϊόντα και βαρύνει τον παραλήπτη ή τον αποστολέα των εμπορευμάτων.
34. Επομένως, το γεγονός ότι ο φόρος επιβάλλεται σε ορισμένη υπηρεσία που αφορά προϊόντα ή το γεγονός ότι ο φόρος είναι αρχικά καταβλητέος από άλλο πρόσωπο και όχι το πρόσωπο που χειρίζεται τα προϊόντα δεν αρκεί από μόνο του για τον αποκλεισμό της εφαρμογής του άρθρου 90. Αυτό που έχει σημασία είναι εάν ο φόρος έχει άμεσες επιπτώσεις επί του κόστους των εγχώριων και των εισαγόμενων προϊόντων (26).
35. Στην υπό κρίση υπόθεση, όπως εξήγησα ανωτέρω, το τέλος επηρεάζει προφανώς την τιμή που ο υπεύθυνος λειτουργίας του χώρου απόρριψης αποβλήτων χρεώνει σε ορισμένο πελάτη και τούτο σε βάρος των εισαγόμενων προϊόντων. Δεν μπορώ να δεχτώ ότι το εν λόγω αποτέλεσμα (το οποίο δεν φαίνεται να αμφισβητείται) αφορά μη εμπορεύσιμα προϊόντα. Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι τα μη ανακυκλώσιμα και μη επαναχρησιμοποιούμενα απόβλητα συνιστούν «προϊόντα» κατά την έννοια των άρθρων 23 (νυν 25) ΕΚ και 28 ΕΚ: βλ. αποφάσεις Επιτροπή κατά Γερμανίας (27) και Επιτροπή κατά Βελγίου (28) αντίστοιχα (29). Η ίδια αρχή πρέπει να εφαρμόζεται αναλογικά για το άρθρο 90, το οποίο συμπληρώνει τα εν λόγω άρθρα (30). Όπως επισημαίνουν οι προσφεύγοντες, το μόνο εμπόριο αποβλήτων που δεν μπορούν να ανακυκλωθούν ή να επαναχρησιμοποιηθούν είναι η απόθεσή τους. Τα εθνικά μέτρα που αφορούν το τέλος του κύκλου ζωής των αποβλήτων πρέπει, ως εκ τούτου, να συνάδουν με τις διατάξεις της Συνθήκης σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Επιπλέον το Δικαστήριο εξομοίωσε, με την απόφαση Επιτροπή κατά Βελγίου, τη διάθεση αποβλήτων με εμπορική συναλλαγή (31).
36. Η αρχή ότι ο φόρος που επιβάλλεται επί δραστηριοτήτων που αφορούν προϊόντα εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 90 μόνον όταν αυτός έχει άμεσες επιπτώσεις στο κόστος τους πηγάζει από τις αποφάσεις Schöttle και Haahr Petroleum. Αμφότερες οι εν λόγω υποθέσεις αφορούσαν εμπορεύματα. Αυτό ήταν επομένως ένα κατάλληλο κριτήριο προκειμένου να εξακριβωθεί εάν, στις εν λόγω υποθέσεις, ο φόρος που επιβαλλόταν στις επίμαχες δραστηριότητες (οδική μεταφορά εμπορευμάτων και χρήση λιμενικών εγκαταστάσεων για τη φόρτωση ή την εκφόρτωση εμπορευμάτων αντίστοιχα) ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής της διάταξης αυτής. Το γεγονός ότι η εν λόγω αρχή δεν αναφέρεται φυσικά σε συναλλαγές που αφορούν απόβλητα προς διάθεση και, ως εκ τούτου, εξ ορισμού σε προϊόντα που βρίσκονται στο τέλος της εμπορικής τους ζωής χωρίς καμία περαιτέρω οικονομική αξία –τα οποία μάλιστα έχουν συνήθως (όπως και εν προκειμένω) αρνητική αξία, υπό την έννοια ότι πρέπει να καταβληθεί κάποιο ποσό για τη διάθεσή τους– δεν αρκεί, κατά την άποψή μου, για τον αποκλεισμό από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 90 του φόρου που επιβάλλεται για την εν λόγω διάθεση.
37. Πρέπει να υπενθυμιστεί ότι σκοπός της εν λόγω διάταξης, η οποία αποτέλεσε ρητά τη βάση της προϋπόθεσης που έθεσε το Δικαστήριο με την απόφαση Schöttle περί άμεσων επιπτώσεων στο κόστος του προϊόντος, είναι η εξάλειψη των συγκαλυμμένων περιορισμών στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων που μπορεί να απορρέουν από τη φορολογία. Αν από τη φορολογία απορρέουν συγκαλυμμένοι περιορισμοί στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, ακόμη και όταν δεν υπάρχουν άμεσες επιπτώσεις στο κόστος ενός προϊόντος που δεν εντάσσεται στα συμβατικά πλαίσια εμπορικών συναλλαγών, φρονώ εντούτοις ότι η εν λόγω φορολογία εμπίπτει, καταρχήν, στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 90. Πρέπει επίσης να υπενθυμιστεί ότι, σε αυτό το σημείο της ανάλυσης, το ζητούμενο είναι μόνον αν, στην περίπτωση του επίμαχου τέλους, τα απόβλητα συνιστούν «προϊόν» κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης. Ακόμη και σ’ αυτή την περίπτωση, δεν συντρέχει προσβολή του άρθρου 90, εκτός εάν αποδειχθεί ότι το τέλος συνεπάγεται δυσμενή διάκριση.
38. Επιπλέον, φρονώ ότι το τέλος έχει άμεσες οικονομικές επιπτώσεις στις συναλλαγές των προς διάθεση αποβλήτων, ακόμη και αν δεν συνεπάγεται την αύξηση της τιμής πώλησής τους. Ο κάτοχος των αποβλήτων πρέπει να καταβάλει στον υπεύθυνο λειτουργίας του χώρου απόρριψης αποβλήτων ορισμένο ποσό για την αποδοχή των εν λόγω αποβλήτων. Το ποσό αυτό αποτελεί, τουλάχιστον εν μέρει, συνάρτηση της επιβάρυνσης που συνεπάγεται το τέλος για τον υπεύθυνο λειτουργίας. Εάν επεκταθεί η απαλλαγή, είναι σαφές ότι θα μειωθεί το ποσό του καταβλητέου από τον υπεύθυνο λειτουργίας του χώρου απόρριψης αποβλήτων τέλους και, κανονικά, θα μειωθεί αναλογικά και το ποσό που χρεώνει αυτός για την αποδοχή των προς διάθεση αποβλήτων. Κατά συνέπεια, το γεγονός ότι δεν απαλλάσσονται του τέλους τα απόβλητα από άλλα κράτη μέλη έχει ως έμμεσο αποτέλεσμα τη μεγαλύτερη χρηματική επιβάρυνση των κατόχων των εν λόγω αποβλήτων για τη διάθεσή τους.
39. Τέλος, όπως επισημαίνει η Επιτροπή, υπάρχει και άλλο έρεισμα για την άποψη ότι το τέλος επιβάλλεται σε «προϊόντα». Η υπό κρίση υπόθεση αφορά βιομηχανικά απόβλητα προερχόμενα από την παρασκευή ορισμένων τελικών προϊόντων, τα οποία μπορούν να πωληθούν στην αγορά. Στο κόστος των προϊόντων αυτών και, κατά συνέπεια, στην τιμή τους περιλαμβάνεται το κόστος διάθεσης των αποβλήτων παρασκευής. Επομένως, δεν μπορεί να αποκλειστεί, τουλάχιστον καταρχήν, ότι, τουλάχιστον σε ορισμένες περιπτώσεις, επωφελούνται της απαλλαγής προϊόντα που δημιουργούν απόβλητα στην Αυστρία έναντι των προϊόντων που προέρχονται από άλλο κράτος μέλος και δημιουργούν συνήθως απόβλητα στο εν λόγω κράτος μέλος.
40. Για τους λόγους αυτούς, είμαι της άποψης ότι το τέλος συνιστά φόρο ο οποίος επιβάλλεται έμμεσα σε προϊόντα, κατά την έννοια του άρθρου 90 ΕΚ.
Πρόκειται για τέλος που εισάγει δυσμενή διάκριση;
41. Το άρθρο 90 ΕΚ ορίζει ότι κανένα κράτος μέλος δεν επιβάλλει στα προϊόντα άλλων κρατών μελών φόρους ανώτερους από εκείνους που επιβαρύνουν τα ομοειδή εγχώρια προϊόντα.
42. Είναι κοινώς αποδεκτό ότι το τέλος επιβάλλεται, καταρχήν, στα απόβλητα που προέρχονται από την Αυστρία και στα απόβλητα που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη και ότι αμφότερες οι εν λόγω κατηγορίες αποβλήτων συνιστούν «ομοειδή» προϊόντα για τον σκοπό της εν λόγω διάταξης.
43. Η Αυστριακή Κυβέρνηση ισχυρίζεται επικουρικά ότι το τέλος δεν προσκρούει στο άρθρο 90 ΕΚ, επειδή δεν εισάγει δυσμενή διάκριση. Το τέλος επιβάλλεται για τη χρηματοδότηση ενεργειών για να καταστούν ασφαλείς και να εξυγιανθούν μολυσμένες περιοχές, στις οποίες έχει γίνει απόθεση, μεταφορά ή χρήση αποβλήτων για επιχωμάτωση είτε αυτά προέρχονται από την Αυστρία είτε προέρχονται από άλλα κράτη μέλη. Σκοπός του ALSAG είναι η βελτίωση του περιβάλλοντος στην Αυστρία μέσω της καλύτερης απογραφής των μολυσμένων χώρων και της λήψης μέτρων για να καταστούν ασφαλείς ή να εξυγιανθούν οι χώροι αυτοί. Με τον σκοπό αυτό συνάδει η ύπαρξη της απαλλαγής από το τέλος των αποβλήτων που παράγονται από ενέργειες για να καταστούν ασφαλείς ή να εξυγιανθούν μολυσμένες περιοχές ή περιοχές πιθανής ρύπανσης. Για τον σκοπό αυτό, οι περιοχές που χρήζουν ενεργειών για να καταστούν ασφαλείς ή να εξυγιανθούν πρέπει πρώτα να καταγραφούν. Γι’ αυτό απαιτείται η συλλογή και αξιολόγηση πληροφοριών ή η διενέργεια ερευνών με σκοπό την απογραφή των εν λόγω περιοχών στον άτλαντα μολυσμένων χώρων απόρριψης αποβλήτων. Για τον λόγο αυτό, μόνον αυστριακές περιοχές μπορούν να καταχωρηθούν στο μητρώο. Υπάρχει μια αντικειμενική διαφορά μεταξύ της περίπτωσης όπου τα απόβλητα εισάγονται από άλλο κράτος μέλος και της περίπτωσης όπου η απορρύπανση και διάθεση των αποβλήτων λαμβάνουν χώρα στο ίδιο κράτος μέλος. Συνεπώς, δεν πρόκειται για άνιση μεταχείριση ουσιωδώς παρόμοιων περιπτώσεων και δεν υφίσταται άρα καμία δυσμενής διάκριση.
44. Πράγματι, το κοινοτικό δίκαιο δεν περιορίζει την ελευθερία των κρατών μελών να θεσπίζουν συστήματα διαφοροποιημένης φορολογίας για ορισμένα προϊόντα, έστω και ομοειδή κατά την έννοια του άρθρου 90, βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, όπως είναι η φύση των χρησιμοποιούμενων πρώτων υλών ή οι εφαρμοζόμενες μέθοδοι παραγωγής. Τέτοιου είδους διαφοροποιήσεις συμβιβάζονται, εντούτοις, με το κοινοτικό δίκαιο μόνον αν επιδιώκουν σκοπούς που συμβιβάζονται και αυτοί με τις επιταγές της Συνθήκης και του παράγωγου δικαίου και αν ο τρόπος εφαρμογής τους είναι τέτοιος ώστε να αποφεύγεται κάθε μορφή διάκρισης, άμεσης ή έμμεσης, σε βάρος των εισαγωγών από άλλα κράτη μέλη (32).
45. Στην υπό κρίση υπόθεση, η διαφορετική φορολογική μεταχείριση των επίμαχων προϊόντων (ήτοι η δυνατότητα απαλλαγής από το τέλος) βασίζεται ασφαλώς σε ένα αντικειμενικό κριτήριο, και συγκεκριμένα στο αν τα απόβλητα προέρχονται από ενέργειες για να καταστούν ασφαλείς ή να εξυγιανθούν περιοχές πιθανής ρύπανσης που έχουν καταχωρηθεί στο μητρώο περιοχών πιθανής ρύπανσης ή μολυσμένοι χώροι απόρριψης αποβλήτων που έχουν καταχωρηθεί στον άτλαντα μολυσμένων χώρων απόρριψης αποβλήτων. Ο στόχος της εν λόγω διαφορετικής μεταχείρισης –δηλαδή η παροχή κινήτρων για να καταστούν ασφαλείς και/ ή να εξυγιανθούν οι εν λόγω περιοχές με σκοπό τη βελτιωμένη προστασία του περιβάλλοντος και της δημόσιας υγείας– είναι prima facie συμβατός με τους περιβαλλοντικούς και υγειονομικούς στόχους που αναφέρονται στη Συνθήκη ΕΚ (33). Ωστόσο, αυτό μπορεί να συνιστά υπεραπλούστευση. Οι στόχοι που διακηρύσσει η Συνθήκη τίθενται προδήλως σε κοινοτικό επίπεδο. Οι στόχοι του ALSAG τίθενται, επίσης προδήλως, σε εθνικό επίπεδο. Το αποτέλεσμα της δομής του τέλους και της απαλλαγής είναι η αποθάρρυνση ενεργειών για να καταστούν ασφαλείς και/ ή να εξυγιανθούν περιοχές άλλων κρατών μελών σε σύγκριση με περιοχές που βρίσκονται στην Αυστρία. Και μόνο για τον λόγο αυτό δεν είμαι πεπεισμένη ότι η διαφορετική φορολογική μεταχείριση που προβλέπει ο ALSAG συνάδει με το άρθρο 90 ΕΚ. Σε κάθε περίπτωση, δεν πληρούται η τρίτη προϋπόθεση συμβατότητας: οι αναλυτικοί κανόνες προδήλως δεν καθιστούν δυνατή την αποφυγή άμεσων ή έμμεσων δυσμενών διακρίσεων σε βάρος των εισαγωγών από άλλα κράτη μέλη.
46. Ρητή προϋπόθεση για την απαλλαγή είναι η προέλευση των προς απόθεση αποβλήτων από περιοχή η οποία, εξ ορισμού, μπορεί να βρίσκεται μόνο στην Αυστρία. Κατά πάγια νομολογία, δεν μπορεί να θεωρείται ότι συμβιβάζεται με το άρθρο 90 ΕΚ ένα κριτήριο προσαυξήσεως του φόρου το οποίο, εξ ορισμού, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να έχει εφαρμογή σε ομοειδή εγχώρια προϊόντα (34).
47. Η Αυστρία υποστηρίζει ότι υπάρχει αντικειμενική διαφορά μεταξύ της περίπτωσης όπου τα απόβλητα εισάγονται από άλλο κράτος μέλος, οπότε δεν υπάρχει καμία σύνδεση μεταξύ της εξυγίανσης και της διάθεσης των αποβλήτων, και της περίπτωσης όπου η απορρύπανση και διάθεση των αποβλήτων λαμβάνουν χώρα στο ίδιο κράτος μέλος. Αυτό ασφαλώς είναι αληθές. Εντούτοις, δεν επιλύει το πρόβλημα. Αντιθέτως, ενισχύει την άποψή μου ότι οι περιβαλλοντικοί και υγειονομικοί σκοποί του ALSAG περιορίζονται στην εθνική επικράτεια. Αυτό, αν μη τι άλλο, σημαίνει ότι το τέλος δεν θα έπρεπε να επιβάλλεται όταν τα απόβλητα εισάγονται από άλλο κράτος μέλος.
48. Θα προσέθετα ότι το γεγονός ότι κάποιος φόρος ή κάποιο τέλος αποτελεί φόρο ειδικό ή προοριζόμενο για ειδικό σκοπό δεν εξαιρεί τον εν λόγω φόρο ή τέλος από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 90 (35).
49. Η Αυστρία θέτει το πρόβλημα εάν η προέλευση των αποβλήτων από άλλα κράτη μέλη είναι συγκρίσιμη με την προέλευση που ορίζεται στο άρθρο 3, παράγραφος 2, του ALSAG.
50. Τέτοιες πρακτικές δυσκολίες δεν μπορούν, ωστόσο, να δικαιολογήσουν την επιβολή εσωτερικών φόρων που εισάγουν διακρίσεις σε βάρος προϊόντων προερχόμενων από άλλα κράτη μέλη κατά παράβαση του άρθρου 90 ΕΚ (36). Αυτό δεν σημαίνει ότι το κράτος μέλος εισαγωγής δεν μπορεί να απαιτήσει την εξακρίβωση της προέλευσης των προϊόντων βάσει των γενικών αρχών για την κατανομή του βάρους αποδείξεως, σύμφωνα με τις οποίες οι επιχειρήσεις που επιθυμούν να επωφεληθούν από μια απαλλαγή πρέπει να αποδείξουν την πλήρωση των προϋποθέσεων εφαρμογής της. Το κράτος μέλος εισαγωγής μπορεί, συνεπώς, να απαιτήσει την παροχή αποδείξεων υπό συνθήκες που να αποκλείουν τον κίνδυνο φοροδιαφυγής, όπως, για παράδειγμα, την προσκόμιση των κατάλληλων πιστοποιητικών των αρχών του κράτους μέλους εξαγωγής (37). Πρέπει, πάντως, να παρέχεται στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις η δυνατότητα προσκόμισης των εν λόγω αποδείξεων (38).
51. Ο ALSAG ήδη προβλέπει ότι η απαλλαγή τελεί υπό τον όρο της απόδειξης ότι τα απόβλητα προήλθαν από ενέργειες για να καταστούν ασφαλείς ή να εξυγιανθούν μολυσμένες περιοχές. Επομένως, στην υπό κρίση υπόθεση, η Αυστριακή Κυβέρνηση πρέπει να παράσχει στους προσφεύγοντες τη δυνατότητα να προσκομίσουν τις εν λόγω αποδείξεις, υπό τις ίδιες προϋποθέσεις, mutatis mutandis, και υπό τους ίδιους όρους που επιβάλλει στους κατόχους αποβλήτων που προέρχονται από αυστριακές περιοχές. Εάν το έχει πράξει και οι προσφεύγοντες δεν μπόρεσαν να αποδείξουν την προέλευση των αποβλήτων κατά τον ίδιο τρόπο που απαιτείται για τους κατόχους αποβλήτων που προέρχονται από την Αυστρία, η Αυστριακή Κυβέρνηση δεν οφείλει να παράσχει την εν λόγω απαλλαγή.
52. Τέλος, αναφέρω το επιχείρημα που επικαλέστηκε η αρχή καθής στρέφεται η προσφυγή ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, ότι δηλαδή δεν είναι ζήτημα της εθνικής νομοθεσίας η παροχή της δυνατότητας σε περιοχές εκτός της επικράτειάς της να επωφεληθούν από το φορολογικό πλεονέκτημα. Συμφωνώ με την Επιτροπή ότι η εν λόγω ένσταση βασίζεται στην παρανόηση της λειτουργίας του άρθρου 90 ΕΚ κατά την οικονομία της Συνθήκης και στη σύγχυση μεταξύ του άρθρου αυτού και των άρθρων που διέπουν τις κρατικές ενισχύσεις (άρθρα 87 επ.). Οι κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων αφορούν την προαγωγή των οικονομικών δραστηριοτήτων στην εθνική επικράτεια και έχουν ένα ευρύ πεδίο εφαρμογής. Στο πλαίσιο αυτό η Αυστρία δηλώνει με τις γραπτές παρατηρήσεις της ότι έχει κοινοποιήσει δύο σχέδια κρατικών ενισχύσεων για να καταστούν ασφαλείς και να εξυγιανθούν μολυσμένοι χώροι απόρριψης αποβλήτων στις περιπτώσεις στις οποίες δεν είναι δυνατό να εξακριβωθεί η ταυτότητα του αρχικώς ρυπαίνοντος, τα οποία αμφότερα έχουν εγκριθεί από την Επιτροπή (39). Αντιθέτως το άρθρο 90 έχει πιο περιορισμένο πεδίο εφαρμογής. Δεν απαγορεύει τις κρατικές ενισχύσεις αυτές καθαυτές αλλά αποκλείει ορισμένες ρυθμίσεις που αφορούν «φόρους» επιβαλλόμενους σε «προϊόντα». Εάν η διαφορετική μεταχείριση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 90, δεν μπορεί –σε αντίθεση με τις κρατικές ενισχύσεις– να δικαιολογηθεί με αναφορά στο εθνικό συμφέρον για την απορρύπανση των περιοχών (40).
53. Ως εκ τούτου, είμαι της άποψης ότι το τέλος αντιβαίνει στο άρθρο 90 ΕΚ.
Άρθρο 49 ΕΚ
54. Το άρθρο 49 ΕΚ επιβάλλει στα κράτη μέλη την απαγόρευση των περιορισμών της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στο εσωτερικό της Κοινότητας όσον αφορά τους υπηκόους των κρατών μελών που είναι εγκατεστημένοι σε κράτος της Κοινότητας άλλο από εκείνο του αποδέκτη της παροχής.
55. Οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν επικουρικά ότι η διάκριση που ενέχει το άρθρο 3, παράγραφος 2, σημείο 1, του ALSAG εμποδίζει την υπό τους ίδιους όρους παροχή υπηρεσιών διάθεσης αποβλήτων στην Αυστρία τόσο στους παραγωγούς ημεδαπών αποβλήτων όσο και στους παραγωγούς αλλοδαπών αποβλήτων. Επομένως, η νομοθεσία αυτή αποθαρρύνει τους υπεύθυνους λειτουργίας χώρων απόρριψης αποβλήτων στην Αυστρία από την παροχή των υπηρεσιών τους σε εισαγωγείς αποβλήτων από άλλα κράτη μέλη και, ως εκ τούτου, συνιστά περιορισμό της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών κατά την έννοια του άρθρου 49 ΕΚ.
56. Το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών μπορούν να επικαλούνται όχι μόνον οι υπήκοοι των κρατών μελών που είναι εγκατεστημένοι εντός άλλου κράτους μέλους εκτός αυτού του αποδέκτη των υπηρεσιών, αλλά και μια επιχείρηση έναντι του κράτους όπου αυτή είναι εγκατεστημένη, εφόσον οι υπηρεσίες παρέχονται σε αποδέκτες που είναι εγκατεστημένοι εντός άλλου κράτους μέλους και, γενικότερα, σε όλες τις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο παρέχων υπηρεσίες τις προσφέρει επί του εδάφους άλλου κράτους μέλους εκτός αυτού στο οποίο είναι εγκατεστημένος (41). Όταν η παροχή των υπηρεσιών εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 49 ΕΚ, όπως αυτό έχει ερμηνευθεί, το εν λόγω άρθρο απαγορεύει την εφαρμογή οποιασδήποτε νομοθεσίας που, άνευ αντικειμενικής αιτιολογίας, είτε εμποδίζει την ουσιαστική άσκηση της εν λόγω ελευθερίας από τον πάροχο των υπηρεσιών είτε έχει ως αποτέλεσμα να καθίσταται η παροχή υπηρεσιών μεταξύ κρατών μελών δυσκολότερη απ’ ό,τι η παροχή υπηρεσιών που πραγματοποιείται αποκλειστικώς στο εσωτερικό ενός κράτους μέλους. Συνεπώς, η παροχή υπηρεσιών μεταξύ κρατών μελών δεν μπορεί να υπόκειται σε αυστηρότερες προϋποθέσεις από αυτές στις οποίες υπόκειται η παροχή ανάλογων υπηρεσιών σε εσωτερικό επίπεδο (42).
57. Είναι σαφές ότι η αλληλεπίδραση μεταξύ τέλους και απαλλαγής έχει ως αποτέλεσμα, όπως αναπτύχθηκε ανωτέρω (43), ότι οι κάτοχοι αποβλήτων προερχόμενων από ενέργειες για να καταστούν ασφαλείς ή να εξυγιανθούν μολυσμένες περιοχές ή περιοχές πιθανής ρύπανσης σε άλλα κράτη μέλη πλην της Αυστρίας πρέπει να καταβάλλουν περισσότερα χρήματα για τη διάθεση των εν λόγω αποβλήτων στην Αυστρία από τους κατόχους αντίστοιχων αποβλήτων ημεδαπής προέλευσης. Η παροχή των εν λόγω υπηρεσιών διάθεσης αποβλήτων μεταξύ κρατών μελών υπόκειται, επομένως, σε αυστηρότερες προϋποθέσεις από εκείνες στις οποίες υπόκειται η παροχή ανάλογων υπηρεσιών στην ημεδαπή.
58. Βάσει των ανωτέρω, φρονώ ότι, εάν το Δικαστήριο κρίνει ότι το τέλος είναι φόρος επιβαλλόμενος επί της παροχής υπηρεσιών και όχι επί προϊόντων, το γεγονός ότι η απαλλαγή από το τέλος δεν παρέχεται για τα απόβλητα από μολυσμένους χώρους άλλων κρατών μελών πλην της Αυστρίας παράγει αποτελέσματα αντίθετα προς το άρθρο 49 ΕΚ.
59. Η Αυστριακή Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το άρθρο 3, παράγραφος 2, σημείο 1, του ALSAG δικαιολογείται από τον σκοπό που επιτελεί, ήτοι την καταπολέμηση των βλαβερών επιπτώσεων των μολυσμένων χώρων στο περιβάλλον και στην ανθρώπινη υγεία. Οι στόχοι αυτοί επιτυγχάνονται με την υποχρεωτική χρήση των προσόδων από το τέλος για τη χρηματοδότηση της απορρύπανσης των εν λόγω χώρων.
60. Ο ALSAG δεν εισάγει ρητά διάκριση ούτε λόγω της ιθαγένειας του παρόχου ή του αποδέκτη των υπηρεσιών της διάθεσης αποβλήτων ούτε λόγω της προέλευσης των υπηρεσιών αυτών. Τα εθνικά μέτρα τα οποία δεν εισάγουν διακρίσεις, αλλά περιορίζουν την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, ενδέχεται να δικαιολογούνται από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος. Τα μέτρα αυτά πρέπει, ωστόσο, να είναι ικανά να εξασφαλίσουν την πραγματοποίηση του επιδιωκόμενου σκοπού και να μην βαίνουν πέραν του αναγκαίου μέτρου για την επίτευξή του (44).
61. Ανεξαρτήτως του ζητήματος εάν οι αμιγώς περιβαλλοντικοί στόχοι μπορούν να θεωρούνται ως επιτακτικοί λόγοι γενικού συμφέροντος για τον σκοπό αυτό (45), η γενική εξαίρεση από το όφελος της απαλλαγής των αποβλήτων που προέρχονται από ενέργειες για να καταστούν ασφαλείς ή να εξυγιανθούν μολυσμένες περιοχές ή περιοχές πιθανής ρύπανσης σε άλλα κράτη μέλη πλην της Αυστρίας προδήλως βαίνει πέραν του αναγκαίου μέτρου για την επίτευξη του στόχου αυτού.
62. Κατά συνέπεια, έχω τη γνώμη ότι το τέλος συνιστά, επικουρικά, αδικαιολόγητο περιορισμό της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών.
Άρθρα 10 ΕΚ και 12 ΕΚ
63. Οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται ότι το άρθρο 3, παράγραφος 2, σημείο 1, του ALSAG αντίκειται στα άρθρα 10 ΕΚ και 12 ΕΚ, χωρίς να αιτιολογούν την άποψή τους.
64. Συμφωνώ με την Επιτροπή ότι, όσον αφορά το άρθρο 12, δεν είναι σαφές αν οι διακρίσεις λόγω ιθαγένειας καλύπτουν τις διακρίσεις μεταξύ προϊόντων διαφορετικής προέλευσης που εμπίπτουν στο άρθρο 90. Ακόμη και αν ισχύει αυτό, το άρθρο 90 (ή και το άρθρο 49) θα συνιστούσε «ειδική διάταξη» κατά την έννοια του άρθρου 12, πράγμα που θα σήμαινε ότι θα έπρεπε να εφαρμόζεται το άρθρο 90 (ή το άρθρο 49). Ομοίως, το άρθρο 10 ΕΚ δεν έχει εφαρμογή στην υπό κρίση υπόθεση, δεδομένης της εφαρμογής του άρθρου 90 (ή του άρθρου 49).
Πρόταση
65. Για τους ανωτέρω αναφερόμενους λόγους, προτείνω να δοθεί η εξής απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα του Verwaltungsgerichtshof:
«Αντιβαίνει στο άρθρο 90 ΕΚ η εθνική φορολογική διάταξη η οποία επιβάλλει ορισμένο τέλος στην απόθεση αποβλήτων στους χώρους απόρριψης αποβλήτων, προβλέπει όμως απαλλαγή από το τέλος αυτό για την απόθεση αποβλήτων που προκύπτουν αποδεδειγμένα από ενέργειες για να καταστούν ασφαλείς ή να εξυγιανθούν μολυσμένες εκτάσεις, οι οποίες έχουν καταχωρηθεί στα προβλεπόμενα από τον νόμο μητρώα των αρχών, όταν στα μητρώα αυτά μπορούν να καταχωρηθούν μόνον εκτάσεις ευρισκόμενες στην ημεδαπή, με αποτέλεσμα και η απαλλαγή από το τέλος να είναι δυνατή μόνο για την απόθεση αποβλήτων προερχομένων από μολυσμένους χώρους που βρίσκονται στην ημεδαπή.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
2 – Το προδικαστικό ερώτημα που έχει υποβληθεί εν προκειμένω και οι γραπτές (αλλ’ όχι οι προφορικές) παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο αναφέρουν επίσης τα άρθρα 10 ΕΚ, 12 ΕΚ, 23 ΕΚ, 25 ΕΚ και 49 ΕΚ. Θα παραθέσω κατωτέρω το ουσιαστικό περιεχόμενο των εν λόγω άρθρων, στο πλαίσιο της εκτιμήσεως της δυνατότητας εφαρμογής τους.
3 – Η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 90 απαγορεύει στα κράτη μέλη την επιβολή στα προϊόντα των άλλων κρατών μελών εσωτερικών φόρων, η φύση των οποίων οδηγεί έμμεσα στην προστασία άλλων προϊόντων. Αν και το προδικαστικό ερώτημα της υπό κρίση υπόθεσης αναφέρει γενικά το άρθρο 90, είναι σαφές ότι η κρίσιμη διάταξη είναι η πρώτη παράγραφος και οι παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο αντανακλούν την εν λόγω προσέγγιση. Γι’ αυτό η ανάλυσή μου περιορίζεται στην πρώτη παράγραφο και οι αναφορές στο «άρθρο 90» που περιέχονται στις προτάσεις αυτές μπορούν να εκληφθούν το ίδιο περιοριστικά.
4 – ΕΕ L 30, σ. 1.
5 – BGBl. 299/1989. Παραθέτω κατωτέρω αποσπάσματα από τον ισχύοντα κατά τον χρόνο υποβολής του προδικαστικού ερωτήματος ALSAG. Την 1η Ιανουαρίου 2006 τέθηκε σε ισχύ άλλο κείμενο.
6 – Υπόχρεοι είναι επίσης: στην περίπτωση εξαγωγής αποβλήτων, ο δικαιούχος της άδειας εξαγωγής (άρθρο 4, παράγραφος 2) ή όποιος προβαίνει σε πλήρωση ή ισοπέδωση ανώμαλων εδαφών με απόβλητα ή τα ενσωματώνει σε γεωλογικές δομές (άρθρο 4, παράγραφος 3)· ή, σε κάθε άλλη περίπτωση, όποιος αναλαμβάνει ή αποδέχεται δραστηριότητες, για τις οποίες προβλέπεται η επιβολή του τέλους (άρθρο 4, παράγραφος 4).
7 – Ο ALSAG εφαρμόζεται μόνον στις περιπτώσεις υφιστάμενων κατά την εν λόγω ημερομηνία μολυσμένων χώρων.
8 Το αιτούν δικαστήριο αναφέρει το άρθρο 22 του νομοθετικού διατάγματος 22/97 και την από 16 Μαΐου 1989 απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος. Η Επιτροπή παρέχει περαιτέρω στοιχεία. Είναι, πάντως, κοινώς αποδεκτό ότι ο χώρος αποβλήτων του Rovigo προσδιορίζεται σύμφωνα με την περιγραφή του, αν και δεν είναι σαφές εάν την 1η Ιουλίου 1989 ο εν λόγω χώρος ήταν μολυσμένος χώρος απόρριψης αποβλήτων.
9 – Νόμος της 6ης Ιουνίου 1990, BGBl. 350/1990, όπως τροποποιήθηκε.
10 – Βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 8ης Ιουνίου 2006, C-517/04, Koornstra, (Συλλογή 2006, σ. I-5015, σκέψη 15 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
11 – Απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 1977, 20/76, Schöttle (Συλλογή τόμος 1977, σ. 77, σκέψη 12).
12 – Απόφαση της 17ης Ιουνίου 2003, C-383/01, De Danske Bilimportører (Συλλογή 2003, σ. I-6065, σκέψη 37).
13 – Απόφαση της 9ης Ιουλίου 1992, C-2/90, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1992, σ. I-4431).
14 – Άρθρο 3.
15 – Άρθρο 4, παράγραφος 1.
16 – Άρθρο 5.
17 – Άρθρο 14.
18 – Απόφαση Schöttle, η οποία παρατίθεται στην υποσημείωση 11, σκέψη 12.
19 – Απόφαση της 3ης Απριλίου 1968, 28/67, Molkerei Zentrale Westfalen (Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 715).
20 – Απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1976, 35/76, Simmenthal (Συλλογή τόμος 1976, σ. 683).
21 – Απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 1981, C-32/80, Kortmann (Συλλογή 1981, σ. 251).
22 – Απόφαση της 12ης Ιουνίου 1986, C-50/85, Schloh (Συλλογή 1986, σ. 1855).
23 – Απόφαση της 3ης Μαρτίου 1988, C-252/86 (Συλλογή 1988, σ. 1343, σκέψη 27).
24 – Παρατίθεται στην υποσημείωση 18.
25 – Απόφαση της 17ης Ιουλίου 1997, C-90/94 (Συλλογή 1997, σ. I-4085, σκέψη 38).
26 – Απόφαση Haahr Petroleum, σκέψη 40, η οποία παραπέμπει στην απόφαση Schöttle.
27 – Απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2003, C-389/00 (Συλλογή 2003, σ. I-2001).
28 – Παρατίθεται στην υποσημείωση 13.
29 – Βλ. επίσης απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2001, C-324/99, DaimlerChrysler (Συλλογή 2001, σ. I-9897), όπου το Δικαστήριο δέχτηκε σιωπηρά ότι τα προς διάθεση απόβλητα υπόκεινται καταρχήν στα άρθρα 28 ΕΚ έως 30 ΕΚ.
30 – Βλ., αναφορικά με το άρθρο 25 ΕΚ, την παρατιθέμενη στην υποσημείωση 23 απόφαση Bergandi, σκέψη 24.
31 – Βλ. σκέψη 26.
32 – Απόφαση της 2ας Απριλίου 1998, C-213/96, Outokumpu (Συλλογή 1998, σ. I-1777, σκέψη 30).
33 – Βλ. άρθρα 2 και 3, στοιχείο ο΄.
34 – Απόφαση της 29ης Απριλίου 2004, C-387/01, Weigel (Συλλογή 2004, σ. I-4981, σκέψη 86).
35 – Απόφαση της 22ας Μαρτίου 1977, 74/76, Ianelli (Συλλογή τόμος 1977, σ. 143, σκέψη 19).
36 – Απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 1997, C-375/95, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 1997, σ. I-5981, σκέψη 47 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
37 – Απόφαση της 8ης Ιανουαρίου 1980, 21/79, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή τόμος 1980/Ι, σ. 1, σκέψη 21).
38 – Βλ. απόφαση Outukumpu, η οποία παρατίθεται στην υποσημείωση 32, σκέψεις 38 και 39.
39 – Η Αυστριακή Κυβέρνηση παραπέμπει στις δύο δέσμες κατευθυντήριων οδηγιών της περί κρατικών ενισχύσεων για να καταστούν ασφαλείς ή να εξυγιανθούν μολυσμένοι χώροι απόρριψης αποβλήτων, που εγκρίθηκαν από την Επιτροπή στις 21 Ιανουαρίου 1997 και στις 31 Μαΐου 2002.
40 – Απόφαση Επιτροπή κατά Ιταλίας, η οποία παρατίθεται στην υποσημείωση 38, σκέψη 26.
41 – Απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1994, C-381/93, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 1994, σ. I-5145, σκέψη 14).
42 – Όπ.π. σκέψεις 16 έως 18.
43 – Βλ. σημείο 38.
44 – Βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 5ης Ιουνίου 1997, C-398/95, ΣΕΤΤΓ (Συλλογή 1997, σ. I-3091, σκέψη 21 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
45 – Βλ. σημείο 45 ανωτέρω.
Full & Egal Universal Law Academy