ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JULIANE KOKOTT
της 29ης Μαρτίου 2007 1(1)
Συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑231/06 έως C‑233/06
Émilienne Jonkman κ.λπ.
[αίτηση του Cour du travail de Bruxelles (Βέλγιο) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Κοινωνική πολιτική – Κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων – Ίση μεταχείριση ανδρών και γυναικών – Εκ του νόμου συνταξιοδοτικό σύστημα – Ειδικό καθεστώς των ιπτάμενων φροντιστών – Διαδικασία διακανονισμού – Όροι αναδρομικής ασφαλίσεως ομάδας προσώπων αρχικώς αποκλεισθείσας – Δυσμενής διάκριση λόγω φύλου – Αρχή της αποτελεσματικότητας»
I – Εισαγωγή
1. Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως είναι για μία ακόμη φορά η έννομη θέση των βελγίδων αεροσυνοδών σε σύγκριση με τους άνδρες συναδέλφους τους, ζήτημα το οποίο απασχόλησε το Δικαστήριο ήδη τη δεκαετία του 1970 και αποτέλεσε την αφορμή για την έκδοση των τριών αποφάσεων Defrenne (2). Ενώ η νομολογία έχει έκτοτε ασχοληθεί, σε πληθώρα υποθέσεων, μεταξύ άλλων, με την αρχή της ισότητας της αμοιβής μεταξύ ανδρών και γυναικών και με την ίση μεταχείρισή τους όσον αφορά τους όρους απασχόλησης, το θέμα της υπό κρίση υποθέσεως οδηγεί ξανά στο σημείο από το οποίο ξεκίνησε η νομολογία Defrenne, ήτοι στο ζήτημα της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών όσον αφορά την εκ του νόμου ασφάλιση γήρατος.
2. Στο Βέλγιο ίσχυε από το 1964 μέχρι το 1980 ειδικό καθεστώς για την εκ του νόμου ασφάλιση γήρατος των αρρένων ιπτάμενων συνοδών, το οποίο τους παρείχε τη δυνατότητα να λαμβάνουν σύνταξη γήρατος υψηλότερη εκείνης που μπορούσε να τους χορηγηθεί βάσει του γενικού συστήματος συντάξεων των υπαλλήλων. Σε αντάλλαγμα όμως έπρεπε να καταβάλλουν υψηλότερες συνταξιοδοτικές εισφορές.
3. Οι γυναίκες αεροσυνοδοί απέκτησαν πρόσβαση στο ειδικό αυτό καθεστώς μόλις το 1981 (3). Για τις περιόδους ασφαλίσεώς τους πριν από το 1981, οι αεροσυνοδοί μπορούν να απολαύσουν του ειδικού αυτού καθεστώτος αναδρομικώς μόνον εφόσον προβούν σε αναδρομική ασφάλιση. Προς τούτο, θεσπίστηκε το 1997 μια «διαδικασία διακανονισμού», στο πλαίσιο της οποίας απαιτείται από τις ενδιαφερόμενες να καταβάλουν εισφορές τακτοποίησης υπό τη μορφή συνολικής εφάπαξ πληρωμής, πλέον τόκων 10 % κατ’ έτος από το τέλος εκάστου έτους ασφαλίσεως.
4. Ο εν λόγω διακανονισμός, ο οποίος επιτρέπει την εξομοίωση των συντάξεων μόνον υπό την προϋπόθεση σημαντικής οικονομικής επιβαρύνσεως των ενδιαφερομένων, ελέγχεται εν προκειμένω ως προς τη συμβατότητά του με το κοινοτικό δίκαιο. Το ζήτημα που πρέπει να διευκρινιστεί είναι αν οι όροι της αναδρομικής ασφαλίσεως των πρώην αεροσυνοδών, όπως καθορίζονται πλέον από το βελγικό δίκαιο, δεν αφαιρούν από την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών την πρακτική της αποτελεσματικότητα.
II – Νομικό πλαίσιο
Α – Κοινοτικό δίκαιο
5. Σκοπός της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ (4) είναι η προοδευτική εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως. Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, αυτής, η εν λόγω οδηγία εφαρμόζεται, μεταξύ άλλων, στα νομικά συστήματα που εξασφαλίζουν προστασία κατά του κινδύνου του γήρατος.
6. Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ έχει ως εξής:
«Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως συνεπάγεται την απουσία κάθε διακρίσεως που βασίζεται στο φύλο, είτε άμεσα είτε έμμεσα, σε συσχετισμό ιδίως με την οικογενειακή κατάσταση και ιδιαίτερα όσον αφορά:
– το πεδίο εφαρμογής των συστημάτων και τους όρους πρόσβασης στα συστήματα αυτά,
– την υποχρέωση καταβολής εισφορών και τον υπολογισμό των εισφορών,
– τον υπολογισμό των παροχών, συμπεριλαμβανομένων των προσαυξήσεων λόγω συζύγου και προστατευομένου προσώπου και τις προϋποθέσεις διαρκείας και διατηρήσεως του δικαιώματος επί των παροχών.»
7. Η προθεσμία για τη μεταφορά της οδηγίας 79/7 στο εσωτερικό δίκαιο έληξε στις 23 Δεκεμβρίου 1984 (5).
Β – Εθνικό δίκαιο
8. Στο Βέλγιο εισήχθη, με ισχύ από 1ης Ιανουαρίου 1964, ειδικό καθεστώς όσον αφορά την εκ του νόμου ασφάλιση γήρατος του καλούμενου «ιπτάμενου προσωπικού της πολιτικής αεροπορίας», κατά παρέκκλιση από το γενικό σύστημα συντάξεως γήρατος και επιζώντων των υπαλλήλων. Μετά την αναδιατύπωση των κρίσιμων διατάξεων το 1969, το βασιλικό διάταγμα της 3ης Νοεμβρίου 1969 (6) αποτελεί πλέον τη νομική βάση του ειδικού αυτού καθεστώτος.
9. Το κυριότερο χαρακτηριστικό του ειδικού αυτού καθεστώτος είναι ότι λαμβάνεται υπόψη, τόσο για την επιβολή εισφορών όσο και για τον υπολογισμό της συντάξεως του ιπτάμενου προσωπικού, μέρος των αποδοχών μεγαλύτερο εκείνου που αποτελεί βάση υπολογισμού στο πλαίσιο του γενικού συστήματος των υπαλλήλων. Έτσι, οι ωφελούμενοι από το ειδικό καθεστώς μπορούσαν να λαμβάνουν μεγαλύτερη σύνταξη από τους ασφαλισμένους του γενικού συστήματος των υπαλλήλων, αλλά σε αντάλλαγμα έπρεπε να καταβάλλουν υψηλότερες εισφορές από εκείνες που προέβλεπε το εν λόγω γενικό σύστημα.
10. Οι γυναίκες αεροσυνοδοί αρχικώς εξαιρούνταν ρητώς από το πεδίο εφαρμογής του ειδικού αυτού καθεστώτος (7), με συνέπεια τα συνταξιοδοτικά τους δικαιώματα να είναι αντιστοίχως χαμηλότερα (8). Μόλις με το βασιλικό διάταγμα της 27ης Ιουνίου 1980 (9) παρεσχέθησαν, με ισχύ από 1ης Ιανουαρίου 1981, και στις αεροσυνοδούς τα πλεονεκτήματα του ειδικού καθεστώτος, πλην όμως με ισχύ μόνον για το μέλλον. Επομένως, ως προς τις περιόδους ασφαλίσεως μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 1964 και 31ης Δεκεμβρίου 1980, το ύψος των εισφορών και των συντάξεων των αεροσυνοδών εξακολούθησε να καθορίζεται βάσει του γενικού συστήματος των υπαλλήλων.
11. Τέλος, με το βασιλικό διάταγμα της 25ης Ιουνίου 1997 (10) σκοπούνταν να διασφαλισθεί και για τη χρονική περίοδο από 1ης Ιανουαρίου 1964 μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 1980 η ίση μεταχείριση των ιπτάμενων συνοδών και των δύο φύλων. Προς τούτο, προστέθηκε στο βασιλικό διάταγμα της 3ης Νοεμβρίου 1969 ρύθμιση περί «διαδικασίας διακανονισμού», με την οποία παρέχεται στις ενδιαφερόμενες αεροσυνοδούς η δυνατότητα να λάβουν, κατόπιν αναδρομικής ασφαλίσεως, σύνταξη που υπολογίζεται επί της αυτής βάσεως με εκείνη των αρρένων μελών πληρώματος καμπίνας. Για την αναδρομική αυτή ασφάλιση, οι ενδιαφερόμενες καταβάλλουν εισφορές τακτοποίησης υπό τη μορφή συνολικής εφάπαξ πληρωμής για τις περιόδους απασχολήσεώς τους μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 1964 και 31ης Δεκεμβρίου 1980, πλέον τόκων 10 % ετησίως, υπολογιζομένων από το τέλος εκάστου έτους ασφαλίσεως.
12. Η εν λόγω διαδικασία διακανονισμού ρυθμίζεται αναλυτικά με το νέο άρθρο 16ter του βασιλικού διατάγματος της 3ης Νοεμβρίου 1969 (11), οι παράγραφοι 2 και 4, εδάφιο 3, του οποίου έχουν ως εξής:
«[…]
2. Η υπαγωγή στις διατάξεις [περί διακανονισμού] προϋποθέτει την καταβολή του συνόλου των συνταξιοδοτικών εισφορών του εργοδότη και του εργαζομένου που οφείλονται δυνάμει του ειδικού καθεστώτος του ιπτάμενου προσωπικού της πολιτικής αεροπορίας, μετά από αφαίρεση του ποσού των εισφορών του εργοδότη και του εργαζομένου που έχουν καταβληθεί για την σύνταξη του εργαζομένου ως υπαλλήλου.
[…]
4. […] Οφείλεται απλός τόκος με ετήσιο επιτόκιο 10% για το διάστημα από το τέλος εκάστου ημερολογιακού έτους της περιόδου επί της οποίας εφαρμόζεται ο διακανονισμός μέχρι την υποβολή της αιτήσεως υπαγωγής στον διακανονισμό αυτόν.
[…]»
13. Από το άρθρο 16ter, παράγραφος 9, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο b, του βασιλικού διατάγματος της 3ης Νοεμβρίου 1969 προκύπτει επίσης ότι ο εκ νέου υπολογισμός των συντάξεων κατ’ εφαρμογή του διακανονισμού παράγει τα αποτελέσματά του μόνο από την υποβολή της αιτήσεως για την αναδρομική ασφάλιση και μόνο για το μέλλον.
III – Τα πραγματικά περιστατικά και οι διαδικασίες ενώπιον των αιτούντων δικαστηρίων
14. Αντικείμενο των κυρίων δικών είναι οι διαφορές μεταξύ τριών πρώην αεροσυνοδών, οι οποίες είχαν εργασθεί κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα στη βελγική αεροπορική εταιρία Sabena (12), και του βελγικού Office national des pensions (στο εξής: ONP) (13) όσον αφορά τον υπολογισμό των συντάξεών τους γήρατος. Κατ’ ουσίαν, οι προσφεύγουσες των κυρίων δικών επιδιώκουν να υπολογισθούν οι συντάξεις τους βάσει των ευνοϊκότερου για τις ίδιες ειδικού καθεστώτος του ιπτάμενου προσωπικού της πολιτικής αεροπορίας, χωρίς όμως να υποχρεωθούν να ασφαλισθούν αναδρομικώς, με σημαντική οικονομική επιβάρυνσή τους, για τη χρονική περίοδο προ της 1ης Ιανουαρίου 1981. Το αίτημα αυτό αποκρούεται από το ONP.
15. Στην υπόθεση C-231/06, το ONP, με απόφαση της 24ης Μαρτίου 1997, χορήγησε στην É. Jonkman, γεννηθείσα στις 24 Φεβρουαρίου 1938, σύνταξη γήρατος με συντελεστή αγάμου, ύψους 536 960 BEF (13 311 ευρώ) ετησίως από 1ης Φεβρουαρίου 1997. Η σύνταξη υπολογίσθηκε βάσει ασφαλιστικής σταδιοδρομίας 27/34, ήτοι για τα έτη από το 1966 μέχρι το 1992, κατά τα οποία η É. Jonkman είχε εργασθεί ως αεροσυνοδός.
16. Στην υπόθεση C‑232/06, το ONP, με απόφαση της 6ης Μαΐου 1996, χορήγησε στην H. Vercheval, γεννηθείσα στις 25 Ιουνίου 1941, σύνταξη γήρατος με συντελεστή αγάμου, ύψους 682 915 BEF (16 929 ευρώ) ετησίως από 1ης Ιουλίου 1996. Η σύνταξη υπολογίσθηκε βάσει ασφαλιστικής σταδιοδρομίας 33/34, κατόπιν αναγνωρίσεως της επαγγελματικής σταδιοδρομίας της ως αεροσυνοδού από το 1963 μέχρι το 1995.
17. Τέλος, στην υπόθεση C‑233/06, το ONP, με απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1996, η οποία επικυρώθηκε στις 22 Σεπτεμβρίου 1997, χορήγησε στη N. Permesaen, γεννηθείσα στις 3 Ιανουαρίου 1942, σύνταξη γήρατος με συντελεστή αγάμου, ύψους 676 734 BEF (16 776 ευρώ) ετησίως από 1ης Φεβρουαρίου 1997. Η σύνταξη υπολογίσθηκε βάσει ασφαλιστικής σταδιοδρομίας 31/34, την οποία είχε πραγματοποιήσει από το 1966 μέχρι το 1994, εργαζόμενη ως αεροσυνοδός.
18. Κατά των αποφάσεων αυτών οι É. Jonkman, Η. Vercheval και N. Permesaen άσκησαν αντιστοίχως προσφυγές ενώπιον του Tribunal du travail (14) de Nivelles, προβάλλοντας ότι συνεχιζόταν η δυσμενής διάκριση των αεροσυνοδών έναντι των αρρένων μελών του πληρώματος καμπίνας όσον αφορά τον υπολογισμό της συντάξεως για τα έτη προ του 1981.
19. Αφού δύο από τις προσφεύγουσες, οι É. Jonkman και H. Vercheval, είχαν νικήσει σε πρώτο βαθμό, το ONP άσκησε εφέσεις κατά των αντιστοίχων αποφάσεων του Tribunal du travail de Nivelles (15). Αντιθέτως, στην τρίτη κύρια δίκη η προσφεύγουσα N. Permesaen νίκησε μόνο μερικώς και άσκησε έφεση κατά της οικείας αποφάσεως του Tribunal du travail de Nivelles (16). Κατά συνέπεια και οι τρεις κύριες δίκες εκκρεμούν πλέον σε δεύτερο βαθμό ενώπιον του Cour du travail (17) de Bruxelles (στο εξής, επίσης: αιτούν δικαστήριο).
IV – Αιτήσεις εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως και διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
20. Με αποφάσεις της 10ης Μαΐου 2006, το Cour du travail de Bruxelles υπέβαλε στο Δικαστήριο, σε καθεμία από τις τρεις υποθέσεις C‑231/06, C‑232/06 και C‑233/06, τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Επί των εισφορών τακτοποίησης (18)
Πρέπει η οδηγία 79/7 να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι επιτρέπει σε κράτος μέλος να θεσπίσει νομοθετική ρύθμιση η οποία έχει ως σκοπό να παράσχει σε μια κατηγορία προσώπων ορισμένου φύλου, η οποία αρχικώς υπέστη δυσμενή διάκριση, τη δυνατότητα να επωφεληθεί από το συνταξιοδοτικό καθεστώς το οποίο ισχύει για την κατηγορία των προσώπων του ετέρου φύλου, υπό τον όρο της αναδρομικής καταβολής εισφορών (εφάπαξ καταβολή πολύ μεγάλου ποσού), των οποίων η υποχρέωση καταβολής, δυνάμει της νομοθεσίας που ισχύει στο εν λόγω κράτος, έχει παραγραφεί για τη δεύτερη κατηγορία προσώπων;
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ανωτέρω ερώτημα, πρέπει η οδηγία 79/7 να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι επιβάλλει στο κράτος μέλος να προσαρμόσει την αντίθετη στην εν λόγω οδηγία νομοθεσία αμέσως μόλις το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων διαπιστώσει με απόφασή του τη σύγκρουση αυτή και, πάντως, πριν από τη συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής της αξιώσεως καταβολής εισφορών που πηγάζει από τη νομοθεσία αυτή;
2) Επί των τόκων υπερημερίας (19)
Πρέπει η οδηγία 79/7 να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι επιτρέπει σε κράτος μέλος να θεσπίσει νομοθετική ρύθμιση η οποία έχει ως σκοπό να παράσχει σε μια κατηγορία προσώπων ορισμένου φύλου, η οποία αρχικώς υπέστη δυσμενή διάκριση, τη δυνατότητα να επωφεληθεί από το συνταξιοδοτικό καθεστώς το οποίο ισχύει για την κατηγορία των προσώπων του ετέρου φύλου, υπό τον όρο της καταβολής υψηλών τόκων υπερημερίας, των οποίων η υποχρέωση καταβολής έχει παραγραφεί, δυνάμει της νομοθεσίας που ισχύει στο εν λόγω κράτος, για τη δεύτερη κατηγορία προσώπων;
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ανωτέρω ερώτημα, πρέπει η οδηγία 79/7 να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι επιβάλλει στο κράτος μέλος να προσαρμόσει την αντίθετη στην εν λόγω οδηγία νομοθεσία αμέσως μόλις το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων διαπιστώσει με απόφασή του τη σύγκρουση αυτή και, πάντως, πριν από τη συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής των τόκων υπερημερίας που οφείλονται δυνάμει της εν λόγω νομοθεσίας;»
21. Με διάταξη της 21ης Ιουνίου 2006, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου διέταξε την ένωση των υποθέσεων C‑231/06, C‑232/06 και C‑233/06 προς διευκόλυνση της έγγραφης και προφορικής διαδικασίας και προς έκδοση κοινής αποφάσεως.
22. Κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία, εκτός από τους διαδίκους των τριών κυρίων δικών, διατύπωσε γραπτές και προφορικές παρατηρήσεις και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων· στην έγγραφη διαδικασία συμμετέσχε και η Ιταλική Κυβέρνηση.
V – Εκτίμηση
Προκαταρκτική παρατήρηση
23. Εν προκειμένω είναι αναμφισβήτητο ότι στο Βέλγιο υφίστατο, μεταξύ 1964 και 1980, άμεση δυσμενής διάκριση εις βάρος των αεροσυνοδών λόγω του φύλου τους, καθόσον δεν τους χορηγούνταν στο πλαίσιο της εκ του νόμου ασφαλίσεως γήρατος τα πλεονεκτήματα του ισχύοντος για το ιπτάμενο προσωπικό της πολιτικής αεροπορίας ειδικού καθεστώτος.
24. Αμφισβητείται όμως αν καθεαυτή η διαδικασία διακανονισμού που εισήχθη το 1997 για την άρση της εν λόγω διακρίσεως συμβιβάζεται με την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως, όπως κατοχυρώνεται με την οδηγία 79/7.
25. Ο εν λόγω διακανονισμός βασίζεται στην αρχή της αναδρομικής ασφαλίσεως. Οι γυναίκες που επιθυμούν να προβούν σε χρήση των ευεργετημάτων του ειδικού καθεστώτος υποχρεούνται να καταβάλουν, αφενός, εισφορές τακτοποίησης υπό τη μορφή συνολικής εφάπαξ πληρωμής και, αφετέρου, τόκους 10 % επί των εισφορών αυτών, υπολογιζόμενους από το τέλος του κάθε ημερολογιακού έτους της περιόδου επί της οποίας εφαρμόζεται ο διακανονισμός. Και οι δύο υποχρεώσεις μπορεί να συνεπάγονται σημαντική οικονομική επιβάρυνση των ενδιαφερομένων.
26. Τα ιδιαίτερα αυτά χαρακτηριστικά του εν λόγω διακανονισμού αποτελούν το αντικείμενο των δύο προδικαστικών ερωτημάτων του αιτούντος δικαστηρίου. Το εν λόγω δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσία, να πληροφορηθεί αν η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών αντίκειται σε ρύθμιση περί αναδρομικής ασφαλίσεως η οποία συνεπάγεται σημαντική οικονομική επιβάρυνση των ενδιαφερομένων.
27. Στο πλαίσιο αυτό, ορθώς το αιτούν δικαστήριο αναφέρεται στην οδηγία 79/7. Ναι μεν ο χρόνος λήξεως της προθεσμίας για τη μεταφορά της οδηγίας αυτής στο εσωτερικό δίκαιο είναι πολύ μεταγενέστερος από την επίμαχη εν προκειμένω περίοδο καταβολής εισφορών μεταξύ 1964 και 1980 (20). Δεδομένου όμως ότι η οδηγία δεν περιέχει αντίθετες διατάξεις, εφαρμόζεται και επί των μελλοντικών (όπως, εννοείται, εφαρμόζεται επί των νυν υφιστάμενων) αποτελεσμάτων καταστάσεων που δημιουργήθηκαν υπό το καθεστώς του παλαιού δικαίου (21). Επομένως η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως κατά την έννοια της οδηγίας 79/7 εφαρμόζεται επί της χορηγήσεως συντάξεων όπως αυτές που τώρα διεκδικούν οι προσφεύγουσες των τριών κυρίων δικών επικαλούμενες το ειδικό καθεστώς του ιπτάμενου προσωπικού της πολιτικής αεροπορίας.
Β – Επί των δύο προδικαστικών ερωτημάτων
28. Επειδή η απάντηση επί της αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως εξαρτάται, τόσο ως προς τις εισφορές τακτοποίησης όσο και ως προς τους σχετικούς τόκους, από τις ίδιες εκτιμήσεις, προτείνω να εξετασθούν και τα δύο ερωτήματα μαζί.
1. Οι εισφορές τακτοποίησης και η επιβολή τόκων επ’ αυτών υπό το πρίσμα της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως
29. Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7, το οποίο οι ιδιώτες μπορούν να επικαλούνται άμεσα (22), η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως συνεπάγεται, μεταξύ άλλων, την απουσία κάθε διακρίσεως που βασίζεται στο φύλο, είτε άμεσα είτε έμμεσα, όσον αφορά τους όρους πρόσβασης στα εκ του νόμου συνταξιοδοτικά συστήματα και τον υπολογισμό των παροχών.
30. Η διάταξη αυτή εξειδικεύει την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως και της απαγορεύσεως των διακρίσεων, η οποία συγκαταλέγεται μεταξύ των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου και επιτάσσει, σύμφωνα με πάγια νομολογία, να μην αντιμετωπίζονται κατά διαφορετικό τρόπο όμοιες καταστάσεις ούτε καθ’ όμοιο τρόπο διαφορετικές καταστάσεις, εκτός αν δικαιολογείται αντικειμενικώς μια τέτοιου είδους αντιμετώπιση (23).
31. Εφόσον ένα συνταξιοδοτικό σύστημα είχε αρχικώς διαμορφωθεί κατά τρόπον ώστε να επωφελούνται από αυτό μόνον πρόσωπα του ενός φύλου, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως επιτάσσει τη δημιουργία, για τους ευρισκόμενους σε δυσμενέστερη θέση εργαζομένους, της ίδιας καταστάσεως με εκείνη των εργαζομένων του άλλου φύλου (24). Τούτο σημαίνει συγκεκριμένα δύο πράγματα:
32. Αφενός, ένα τέτοιο σύστημα πρέπει, –μέχρι την ενδεχόμενη κατάργηση ή αναδιοργάνωσή του– να επεκταθεί και στα πρόσωπα του άλλου φύλου, ώστε να αρθεί η εις βάρος τους δυσμενή διάκριση (25).
33. Αφετέρου, τα μέλη της ομάδας που υπήρξαν μέχρι τώρα θύματα δυσμενούς διακρίσεως δεν μπορούν να αξιώσουν ευνοϊκότερη μεταχείριση, από οικονομικής απόψεως, από εκείνη που θα τους επιφυλασσόταν αν είχαν εξαρχής πρόσβαση στο εν λόγω σύστημα· ιδίως δεν μπορούν να αποφύγουν την εκ των υστέρων καταβολή εισφορών για την επίμαχη χρονική περίοδο, εφόσον επιθυμούν να προβούν σε χρήση των ευεργετημάτων του ειδικού καθεστώτος (26).
34. Στο πλαίσιο αυτό, δεν είναι καταρχήν κατακριτέο το ότι μια ρύθμιση περί διακανονισμού, όπως η βελγική, χορηγεί τα ευεργετήματα του συνταξιοδοτικού συστήματος του ιπτάμενου προσωπικού της πολιτικής αεροπορίας στις αρχικώς αποκλειόμενες αεροσυνοδούς μόνον υπό την προϋπόθεση ότι θα ασφαλισθούν αναδρομικώς, καταβάλλοντας εκ των υστέρων εισφορές.
35. Ειδικότερα, αν τα ευεργετήματα του εν λόγω ειδικού καθεστώτος χορηγούνταν σήμερα στις πρώην αεροσυνοδούς χωρίς ταυτόχρονη επιβάρυνσή τους με εισφορές αντίστοιχες με εκείνες των ανδρών συναδέλφων τους, τούτο εν τέλει θα οδηγούσε σε μια αδικαιολόγητη ίση μεταχείριση καταστάσεων που διαφέρουν σημαντικά μεταξύ τους: και οι δύο ομάδες προσώπων θα ελάμβαναν σύνταξη που θα υπολογιζόταν σύμφωνα με το ευνοϊκό ειδικό καθεστώς, ενώ μόνον οι ιπτάμενοι συνοδοί θα είχαν προηγουμένως υποχρεωθεί να καταβάλουν για το ευεργέτημα αυτό αντιστοίχως υψηλότερες εισφορές. Οι γυναίκες συνάδελφοί τους κατέβαλλαν κατά την εποχή εκείνη μόνον τις μικρότερες εισφορές του γενικού συνταξιοδοτικού συστήματος και είχαν ως εκ τούτου υψηλότερο καθαρό εισόδημα.
36. Θα υφίστατο επομένως αδικαιολόγητο πλεονέκτημα για τις πρώην αεροσυνοδούς, αν τους χορηγούνταν σήμερα η υπολογιζόμενη σύμφωνα με το ειδικό καθεστώς υψηλότερη σύνταξη γήρατος, χωρίς να απαιτείται από αυτές η καταβολή εισφορών τακτοποίησης στο πλαίσιο ρυθμίσεως περί αναδρομικής ασφαλίσεως (27).
37. Το αν όμως είναι θεμιτή, ενόψει της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, και η επιβολή τόκων επί των εισφορών τακτοποίησης, εξαρτάται από το συγκεκριμένο περιεχόμενο και τους σκοπούς της ρυθμίσεως περί τόκων.
38. Δεν θα ήταν κατακριτέο το να επιβληθούν τόκοι επί των εισφορών τακτοποίησης στο πλαίσιο της αναδρομικής ασφαλίσεως προς αντιστάθμιση της μειώσεως της αγοραστικής δύναμης, προκειμένου να ληφθεί κατ’ αυτόν τον τρόπο υπόψη η μείωση της αξίας του χρήματος. Θα συνιστούσε μάλιστα εκδήλωση της ίσης μεταχειρίσεως όλων των ασφαλισμένων, κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7, το να αντιστοιχούν οι εισφορές τακτοποίησης των αεροσυνοδών όχι μόνον ονομαστικά, αλλά και πραγματικά στα ποσά που κατέβαλαν οι άνδρες συνάδελφοί τους για ασφάλιση γήρατος κατά τη διάρκεια παρόμοιας ασφαλιστικής σταδιοδρομίας.
39. Βεβαίως, η επιβολή τόκων προς αντιστάθμιση της μειώσεως της αγοραστικής δύναμης είναι επιτρεπτή μόνον στο μέτρο κατά το οποίο η μείωση της αξίας του χρήματος δεν έχει ήδη ληφθεί υπόψη κατά τον υπολογισμό των εισφορών τακτοποίησης. Αν οι εισφορές τακτοποίησης έχουν αναπροσαρμοσθεί βάσει του πληθωρισμού, η μείωση της αξίας του χρήματος δεν μπορεί να ληφθεί εκ νέου υπόψη στο πλαίσιο της επιβολής τόκων. Κατά την προφορική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου η εκπρόσωπος του ONP δεν μπόρεσε να απαντήσει ικανοποιητικά στο ερώτημα αν οι εισφορές τακτοποίησης που ζητούνταν από τις πρώην αεροσυνοδούς κατ’ εφαρμογή της ρυθμίσεως περί διακανονισμού του 1997, περιείχαν ήδη κάποιο στοιχείο αντισταθμίσεως της μειώσεως της αγοραστικής δύναμης.
40. Κατά τον καθορισμό των τόκων που ενδεχομένως απαιτούνται ακόμη για την αντιστάθμιση της μειώσεως της αγοραστικής δύναμης, πρέπει να παραχωρείται στα κράτη μέλη ορισμένο περιθώριο εκτιμήσεως. Ακόμη και ένα κατ’ αποκοπήν επιτόκιο, το οποίο διασφαλίζει, κατά μέσο όρο, εύλογη αντιστάθμιση για την εν τω μεταξύ χωρήσασα μείωση της αξίας του χρήματος, πρέπει να θεωρηθεί επιτρεπτό. Μόνον ένα επιτόκιο το οποίο υπερβαίνει το αναγκαίο για την αντιστάθμιση της μειώσεως της αγοραστικής δύναμης μέτρο θα ήταν αντίθετο προς την αρχή της ίσης μεταχείρισης, εφόσον θα υποχρέωνε την ομάδα προσώπων που υπέστη αρχικώς δυσμενή διάκριση να καταβάλει εισφορές όχι μόνον ονομαστικά αλλά και πραγματικά υψηλότερες από εκείνες που όφειλαν να καταβάλουν οι άλλοι ασφαλισμένοι κατά την εποχή εκείνη.
41. Δεν έχει σημασία, αντιθέτως, ο τόκος τον οποίον θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν οι πρώην αεροσυνοδοί αν από το 1964 μέχρι το 1980 επένδυαν μηνιαίως στην αγορά κεφαλαίων το ποσό κατά το οποίο ο καθαρός μισθός τους υπερέβαινε εκείνον των ανδρών συναδέλφων τους, ήτοι το ποσό κατά το οποίο οι εισφορές των ανδρών συναδέλφων τους στο ειδικό καθεστώς υπερέβαιναν τις τότε γενικώς ισχύουσες στο Βέλγιο συνταξιοδοτικές εισφορές. Ειδικότερα, κατά την εποχή εκείνη οι αεροσυνοδοί δεν είχαν καμία υποχρέωση να συνάψουν πρόσθετη ιδιωτική ασφάλιση γήρατος ή να δημιουργήσουν αποθέματα για το ενδεχόμενο μελλοντικής αναδρομικής ασφαλίσεώς τους. Επομένως δεν μπορεί να τους προσαφθεί σήμερα το ότι δεν έχουν πραγματοποιήσει αντίστοιχες ιδιωτικές αποταμιεύσεις.
42. Εξίσου άτοπο θα ήταν να απαιτηθούν τόκοι υπερημερίας από τις πρώην αεροσυνοδούς. Όπως ορθώς ισχυρίζονται οι προσφεύγουσες των κυρίων δικών, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα από το 1964 μέχρι το 1980 τους ήταν εντελώς αδύνατον, λόγω της νομοθεσίας που ίσχυε τότε στο Βέλγιο, να καταβάλουν συνταξιοδοτικές εισφορές βάσει του ισχύοντος για το ιπτάμενο προσωπικό της πολιτικής αεροπορίας ειδικού καθεστώτος. Το γεγονός ότι μόλις σήμερα μπορούν να καταβάλουν εκ των υστέρων τις εισφορές αυτές δεν οφείλεται σε ολιγωρία των αεροσυνοδών, αλλά συνιστά άμεση συνέπεια του τότε ισχύοντος εσωτερικού νομικού καθεστώτος, το οποίο δημιουργούσε διακρίσεις εις βάρος τους.
43. Με την αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, το αιτούν δικαστήριο δέχεται άνευ ετέρου ότι εν προκειμένω απαιτείται από τις ενδιαφερόμενες η καταβολή τόκων υπερημερίας (28). Εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να επανεξετάσει διεξοδικά αν η επιβολή ετήσιου τόκου 10 %, όπως προβλέπεται από την ρύθμιση περί διακανονισμού του 1997, προορίζεται, τουλάχιστον εν μέρει, να αντισταθμίσει τη μείωση της αγοραστικής δύναμης λόγω της μειώσεως της αξίας του χρήματος που σημειώθηκε μετά το πέρας των ασφαλιστικών ετών μεταξύ 1964 και 1980. Σε μια τέτοια περίπτωση η επιβολή τόκων θα ήταν θεμιτή, μόνον όμως στον βαθμό κατά τον οποίο δεν θα υπερέβαινε το αναγκαίο για την εύλογη αντιστάθμιση της μειώσεως της αγοραστικής δύναμης μέτρο.
44. Επομένως, ως ενδιάμεση πρόταση πρέπει να γίνουν δεκτά τα ακόλουθα:
Εθνική ρύθμιση, σκοπός της οποίας είναι να παράσχει σε ομάδα προσώπων του ενός φύλου, η οποία αρχικώς υπέστη δυσμενή διάκριση, τη δυνατότητα να επωφεληθεί από το ευνοϊκότερο συνταξιοδοτικό καθεστώς που ισχύει για την αντίστοιχη κατηγορία προσώπων του ετέρου φύλου, δεν αντιβαίνει στην οδηγία 79/7 ως εκ του λόγου και μόνον ότι αξιώνει από τους ενδιαφερόμενους να καταβάλουν, στο πλαίσιο αναδρομικής ασφαλίσεως,
– εισφορές τακτοποίησης
και
– τόκους επί των εισφορών αυτών, στο μέτρο κατά το οποίο οι τόκοι αυτοί δεν συνιστούν τόκους υπερημερίας και δεν υπερβαίνουν το αναγκαίο για την εύλογη αντιστάθμιση της μειώσεως της αγοραστικής δύναμης μέτρο.
2. Η επιταγή περί αποτελεσματικής εφαρμογής του δικαιώματος ίσης μεταχειρίσεως
45. Έστω και αν η απαίτηση περί αναδρομικής ασφαλίσεως είναι καταρχήν θεμιτή ενόψει της ισότητας μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, μένει να διευκρινιστεί αν και μια ρύθμιση όπως η βελγική, η οποία δημιουργεί σημαντικές οικονομικές επιβαρύνσεις για τους ενδιαφερόμενους, μπορεί να υποβληθεί επιτυχώς στον έλεγχο της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως κατά την έννοια της οδηγίας 79/7.
46. Σύμφωνε με την αρχή της αποτελεσματικότητας(29), οι κρίσιμες διατάξεις του εσωτερικού δικαίου δεν επιτρέπεται να καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή υπέρμετρα δυσχερή την εφαρμογή του δικαιώματος των ενδιαφερομένων για ίση μεταχείρισή τους. Ούτε το περιθώριο εκτιμήσεως που διαθέτουν τα κράτη μέλη στον τομέα της κοινωνικής πολιτικής μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να καθίσταται κενή περιεχομένου μια θεμελιώδης αρχή του κοινοτικού δικαίου όπως η ίση μεταχείριση (30).
47. Οι τρεις προσφεύγουσες των κυρίων δικών προέβαλαν, χωρίς να αντικρουσθούν, ότι οι εισφορές τακτοποίησης που έπρεπε να καταβάλουν εκ των υστέρων υπό τη μορφή συνολικής εφάπαξ πληρωμής ανέρχονταν, μαζί με τους τόκους, σε ποσό άνω των 60 000 ευρώ (31), οι δε τόκοι, ύψους άνω των 40 000 ευρώ, αποτελούσαν το κύριο μέρος του ποσού αυτού.
48. Είναι πρόδηλον ότι η επιταγή περί συνολικής εφάπαξ πληρωμής ενός ποσού αυτής της τάξεως μεγέθους καθιστά πρακτικώς αδύνατο ή, εν πάση περιπτώσει, υπέρμετρα δυσχερές για τις ενδιαφερόμενες το να υπαχθούν στην αναδρομική ασφάλιση και να προβούν συνεπώς σε χρήση των ευεργετημάτων του ειδικού καθεστώτος που ισχύει για το ιπτάμενο προσωπικό της πολιτικής αεροπορίας.
49. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει ιδίως να συνεκτιμηθεί ότι οι ενδιαφερόμενες είναι ήδη συνταξιούχοι και ότι οι συντάξεις τους, όπως προκύπτει από τις αποφάσεις του ONP περί απονομής συντάξεως, κυμαίνονται μεταξύ 13 311 και 16 929 ευρώ ετησίως, ήτοι λιγότερο από 1 500 ευρώ μηνιαίως. Το συνολικό ποσό, καταβλητέο εφάπαξ και προκαταβολικώς, θα ήταν πολλαπλάσιο από την ετήσια σύνταξη των ενδιαφερομένων, ακόμη δε και η εκ των υστέρων καταβαλλόμενη άτοκη εισφορά τακτοποίησης, ως εφάπαξ πληρωμή 20 000 περίπου ευρώ, θα υπερέβαινε κατά πολύ την ετήσια σύνταξη.
50. Κατά συνέπεια, οι ενδιαφερόμενες θα αναγκάζονταν, προκειμένου να ασφαλισθούν αναδρομικώς, να ξοδέψουν σημαντικό μέρος από τις αποταμιεύσεις τους ή ακόμη και να επιβαρυνθούν με χρέη. Για τις προσφεύγουσες, οι οποίες δεν είναι πλέον ενεργές επαγγελματικά, τούτο θα ήταν βεβαίως οικονομικά ασύμφορο. Εν αμφιβολία, θα έκλιναν υπέρ της παραιτήσεώς τους από την αναδρομική ασφάλιση, διότι η οικονομική επιβάρυνση που θα συνεπαγόταν θα ήταν για αυτές δυσανάλογη με την αύξηση της συντάξεως που θα διασφάλιζαν, η οποία θα ανερχόταν σε 2 500 ευρώ περίπου ετησίως (208 ευρώ μηνιαίως) (32).
51. Επομένως, ορθώς προβάλλεται από τις προσφεύγουσες των κυρίων δικών ότι μια ρύθμιση περί διακανονισμού όπως η βελγική δεν συμβιβάζεται με την αρχή της αποτελεσματικότητας και στην πραγματικότητα διαιωνίζει τη δυσμενή διάκριση που υπέστησαν.
52. Προκειμένου να μη ματαιωθεί η αποτελεσματική εφαρμογή του δικαιώματος ίσης μεταχειρίσεως, θα έπρεπε να επιτραπεί στις ενδιαφερόμενες να εξοφλήσουν τις εισφορές τους τακτοποίησης και τους ενδεχόμενους τόκους όχι με μία συνολική εφάπαξ πληρωμή, αλλά σε μηνιαίες δόσεις (33). Η κατ’ αυτόν τον τρόπο χορηγούμενη αναστολή πληρωμής του εκάστοτε υπολοίπου της οφειλής θα συνέβαλε αποφασιστικά στο να καταστεί η οικονομική επιβάρυνση ανεκτή για τις ενδιαφερόμενες.
53. Ένα τέτοιο μοντέλο πληρωμής σε δόσεις σε καμία περίπτωση δεν θα είχε ως συνέπεια να περιέλθουν αδίκως οι πρώην αεροσυνοδοί σε καλύτερη θέση από εκείνη των ανδρών συναδέλφων τους (34), αλλ’ αντιθέτως θα συνέβαλλε στο να είναι παρόμοια τα αντίστοιχα βάρη τους από εισφορές, πράγμα σύμφωνο με την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως (35). Εν πάση περιπτώσει, ούτε κατά την εποχή εκείνη αξιωνόταν από τους ιπτάμενους φροντιστές να καταβάλουν εφάπαξ τις συνταξιοδοτικές τους εισφορές, αλλά οι εισφορές αυτές έπρεπε να καταβληθούν κατά τη διάρκεια πολλών ετών, ή ακόμη και δεκαετιών, υπό τη μορφή μηνιαίων πληρωμών, οι οποίες επιπλέον εξέπιπταν από τον φόρο (36).
54. Το ύψος των μηνιαίων δόσεων πρέπει να υπολογίζεται πάντοτε κατ’ εκτίμηση όλων των περιστάσεων της συγκεκριμένης περιπτώσεως. Στο πλαίσιο αυτό, αφετηρία μπορεί να αποτελέσει η σκέψη ότι, κατά την προβλεπόμενη διάρκεια λήψεως της συντάξεως γήρατος, οι εισφορές τακτοποίησης καθώς και οι τόκοι που ενδεχομένως θα προκύψουν πρέπει να έχουν πλήρως εξοφληθεί.
55. Πάντως, προκειμένου να τηρηθεί η αρχή της αποτελεσματικότητας, το ύψος της μηνιαίας συνολικής επιβαρύνσεως των ενδιαφερομένων θα πρέπει να καθοριστεί κατά τρόπον ώστε, παρά την υποχρέωση καταβολής εισφορών τακτοποίησης και ενδεχόμενων τόκων, η αναδρομική ασφάλιση να παρέχει στους ενδιαφερόμενους κάποιο αισθητό πλεονέκτημα. Επομένως, οι δόσεις για την εξόφληση των εισφορών τακτοποίησης και των τόκων δεν πρέπει να εξαντλούν πλήρως την αναμενόμενη αύξηση της μηνιαίας συντάξεως μιας πρώην αεροσυνοδού που ζητεί την υπαγωγή της στο ειδικό καθεστώς. Θα ήταν εύλογη, παραδείγματος χάριν, η παρακράτηση, ως δόσεως πληρωμής, του μισού περίπου της αυξήσεως και η πραγματική καταβολή στις συνταξιούχους του άλλου μισού (37).
56. Είναι ορθό ότι, εάν εφαρμοζόταν ένα τέτοιο σύστημα πληρωμής με περιορισμένου ύψους δόσεις, οι ενδιαφερόμενες θα απολάμβαναν πρόωρα το ευεργέτημα της αυξημένης συντάξεως χωρίς να έχουν αντιστοίχως καταβάλει όλες τις αναλογιστικώς απαιτούμενες εισφορές. Δεν αποκλείεται επίσης οι ενδιαφερόμενες να μην καταφέρουν να εξοφλήσουν όλες τις απαιτούμενες εισφορές τακτοποίησης κατά το διάστημα κατά το οποίο θα λαμβάνουν τη σύνταξή τους (38). Τούτο μπορεί να έχει αναμφίβολα ως συνέπεια κάποια πρόσθετη οικονομική επιβάρυνση για το κρατικό σύστημα συντάξεων.
57. Ωστόσο, τα κράτη μέλη η νομοθεσία των οποίων αποτέλεσε την αιτία μιας δυσμενούς διακρίσεως λόγω φύλου, καθώς και οι συνδεόμενοι με αυτά φορείς της εκ του νόμου ασφαλίσεως γήρατος, πρέπει να φέρουν και τα οικονομικά βάρη που ενδέχεται να συνεπάγεται η αποτελεσματική εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως. Εκτιμήσεις που αφορούν αποκλειστικά τη δημοσιονομική πολιτική δεν μπορούν να δικαιολογήσουν μια διάκριση λόγω φύλου (39). Ούτε αργότερα επιτρέπεται η επίκληση τέτοιων εκτιμήσεων, όταν δηλαδή επιδιώκεται η αποτελεσματική άρση των συνεπειών μιας δυσμενούς διακρίσεως που είχε δημιουργηθεί στο παρελθόν.
58. Άλλωστε, εν προκειμένω, ούτε η Βελγική Κυβέρνηση (40) ούτε το ONP ισχυρίστηκαν κατά τρόπο εμπεριστατωμένο ότι θα κινδύνευε σοβαρά η οικονομική ισορροπία του κρατικού συστήματος συντάξεων (41) αν οι πρώην αεροσυνοδοί είχαν πρόσβαση στα ευεργετήματα του ισχύοντος για το ιπτάμενο προσωπικό της πολιτικής αεροπορίας ειδικού καθεστώτος πριν εξοφλήσουν πλήρως όλες τις εισφορές τακτοποίησης και τους τυχόν τόκους.
59. Ούτως ή άλλως, κατά τα φαινόμενα, ο Βέλγος νομοθέτης δεν προσανατολίστηκε, κατά τη θέσπιση της ρυθμίσεως περί διακανονισμού, σε μια ουδέτερη από δημοσιονομικής απόψεως αναδρομική ασφάλιση των πρώην αεροσυνοδών. Ειδικότερα, η ρύθμιση περί διακανονισμού του 1997 προβλέπει ότι καταβάλλονται εκ των υστέρων μόνον οι εισφορές των εργαζομένων ως προς τα ασφαλιστικά έτη μεταξύ 1964 και 1980, ενώ ο εργοδότης απαλλάσσεται ρητώς από την υποχρέωση εκ των υστέρων καταβολής των συνταξιοδοτικών εισφορών που του αναλογούν (42).
60. Επομένως, ως ενδιάμεση πρόταση πρέπει να γίνουν δεκτά τα ακόλουθα:
Εθνική ρύθμιση, σκοπός της οποίας είναι να παράσχει σε ομάδα προσώπων του ενός φύλου, η οποία αρχικώς υπέστη δυσμενή διάκριση, τη δυνατότητα να επωφεληθεί από το ευνοϊκότερο συνταξιοδοτικό καθεστώς που ισχύει για την αντίστοιχη κατηγορία προσώπων του ετέρου φύλου, αντιβαίνει στην οδηγία 79/7, στο μέτρο κατά το οποίο συνεπάγεται για τους ενδιαφερόμενους οικονομική επιβάρυνση, υπό τη μορφή συνολικών εφάπαξ πληρωμών, τόσο υψηλή ώστε η υπαγωγή στην αναδρομική ασφάλιση να καθίσταται γι’ αυτούς πρακτικώς αδύνατη ή υπέρμετρα δυσχερής. Εν ανάγκη πρέπει να παρέχεται δυνατότητα πληρωμής σε δόσεις, το ύψος των οποίων πρέπει να υπολογίζεται κατά τρόπον ώστε η αναδρομική ασφάλιση, παρά την υποχρέωση καταβολής εισφορών τακτοποίησης και ενδεχόμενων τόκων, να παρέχει στους ενδιαφερόμενους κάποιο αισθητό πλεονέκτημα.
Γ – Τελικές παρατηρήσεις
1. Επί του χρόνου ενάρξεως της αναδρομικής ασφαλίσεως
61. Κατά την προφορική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου επισημάνθηκε επιπλέον ότι, βάσει της βελγικής ρυθμίσεως περί διακανονισμού του 1997, η ενδεχόμενη αναδρομική ασφάλιση παράγει τα αποτελέσματά της μόνο για το μέλλον και επομένως οι ενδιαφερόμενες μπορούν να αναμένουν αύξηση της συντάξεώς τους μόνον για τον μετά την υποβολή της αιτήσεως αναδρομικής ασφαλίσεως χρόνο (43).
62. Η πρόβλεψη εύλογων ρυθμίσεων περί αποσβέσεως δικαιωμάτων είναι σύμφωνη με το κοινοτικό δίκαιο, εφόσον τηρούνται οι αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας. Έτσι, το Δικαστήριο έχει κρίνει, παραδείγματος χάριν, ότι τα κράτη μέλη μπορούν, τηρώντας τις αρχές αυτές, να τάσσουν προθεσμίες ασκήσεως ενδίκου βοηθήματος (44).
63. Υπό την αυτή έννοια, πρέπει να είναι δυνατή η χορήγηση μιας επιβαλλόμενης από το κοινοτικό δίκαιο αυξήσεως των συντάξεων ομάδας προσώπων που υπέστη αρχικώς δυσμενή διάκριση μόνον μετά την υποβολή της σχετικής αιτήσεως και μόνον για το μέλλον. Τούτο βεβαίως προϋποθέτει ότι και κατά τα λοιπά η διόρθωση ενδεχομένων λαθών κατά τον υπολογισμό συντάξεων ισχύει, βάσει του εθνικού δικαίου, μόνον για το μέλλον (αρχή της ισοδυναμίας) (45).
64. Συναφώς όμως, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι δεν μπορούν να απαιτούνται, για αύξηση της συντάξεως που παρέχεται μόνο για το μέλλον, εισφορές τακτοποίησης ίδιου ύψους με εκείνες που απαιτούνται για μια αύξηση που πρόκειται να χορηγηθεί αναδρομικά στους ενδιαφερόμενους. Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως επιτάσσει την πραγματοποίηση εκπτώσεων στις εισφορές τακτοποίησης, προκειμένου να ληφθεί υπόψη αναλογιστικώς το γεγονός ότι οι ενδιαφερόμενοι δεν θα λάβουν την αυξημένη σύνταξη από τον χρόνο συμπληρώσεως της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως αλλά μόνον από το αρκετά μεταγενέστερο χρονικό σημείο της υποβολής της αιτήσεως υπαγωγής στην αναδρομική ασφάλιση.
65. Αν επομένως το αιτούν δικαστήριο καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η αναδρομική ασφάλιση των προσφευγουσών των τριών κυρίων δικών θα έχει ενέργεια μόνον για το μέλλον και προϋποθέτει ιδιαίτερη αίτηση, πρέπει να τους χορηγηθούν ανάλογες εκπτώσεις από τις οφειλόμενες εισφορές τακτοποίησης και από τους τόκους που ενδεχομένως θα προκύψουν. Αν, αντιθέτως, το αιτούν δικαστήριο καταλήξει στο συμπέρασμα ότι με τα ένδικα βοηθήματα των προσφευγουσών των τριών κύριων δικών κατά των αποφάσεων περί απονομής συντάξεως διατυπωνόταν ήδη εμμέσως αίτηση αναδρομικής ασφαλίσεως, η αυξημένη σύνταξη πρέπει να τους χορηγηθεί αναδρομικά. Εάν χρειασθεί, το ONP μπορεί, στην τελευταία αυτή περίπτωση, να συμψηφίσει τις ληξιπρόθεσμες εισφορές τακτοποίησης και τους ενδεχόμενους τόκους με τα ποσά των αυξήσεων των συντάξεων που πρέπει να καταβληθούν αναδρομικά από τον χρόνο συμπληρώσεως της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως.
2. Επί της παραγραφής των οφειλών από εισφορές και τόκους
66. Με την αίτησή του για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ιδίως ότι οι εισφορές και οι τόκοι που ενδεχομένως εξακολουθούν να οφείλουν σήμερα οι ιπτάμενοι συνοδοί για την επίμαχη χρονική περίοδο από το 1964 μέχρι το 1980 έχουν πλέον παραγραφεί.
67. Το γεγονός όμως αυτό και μόνο δεν εμποδίζει να αξιώνεται τώρα από τις αεροσυνοδούς η καταβολή εισφορών τακτοποίησης και ενδεχομένως τόκων, εφόσον επιθυμούν να προβούν σε χρήση των ευεργετημάτων του ισχύοντος για το ιπτάμενο προσωπικό της πολιτικής αεροπορίας ειδικού καθεστώτος, μέσω αναδρομικής ασφαλίσεώς τους.
68. Ειδικότερα, όσον αφορά το ζήτημα της παραγραφής, οι ενδεχόμενες εισφορές των ιπτάμενων συνοδών για τη χρονική περίοδο από το 1964 μέχρι το 1980 δεν είναι συγκρίσιμες με τις εισφορές τακτοποίησης που οφείλουν να καταβάλουν οι αεροσυνοδοί εφόσον υποβάλουν αίτηση για αναδρομική ασφάλισή τους. Οι αντίστοιχες οφειλές από εισφορές δεν γεννήθηκαν κατά το ίδιο χρονικό σημείο και επομένως δεν πρέπει ούτε και να παραγραφούν ταυτοχρόνως. Μάλιστα, ανάγεται ακριβώς στη φύση των πραγμάτων ότι οι οφειλές από εισφορές και τόκους που γεννήθηκαν προγενέστερα, παραγράφονται και προγενέστερα από εκείνες που γεννώνται μόνον εκ των υστέρων, λόγω της αιτήσεως των ενδιαφερομένων για υπαγωγή τους στην αναδρομική ασφάλιση.
69. Αν θεωρούνταν εκ των προτέρων ότι οι εισφορές τακτοποίησης και οι τόκοι που οφείλουν οι πρώην αεροσυνοδοί έχουν υποπέσει σε παραγραφή, η αρχή της αναδρομικής ασφαλίσεως θα καθίστατο κενή περιεχομένου, και οι αεροσυνοδοί θα περιέρχονταν εν τοις πράγμασι σε καλύτερη θέση από τους ιπτάμενους συνοδούς. Ωστόσο, ένα τέτοιο αποτέλεσμα θα αντέβαινε στην αρχή της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών. Όπως έχει ήδη αναφερθεί (46), τα πρόσωπα που ανήκουν στην ομάδα εις βάρος της οποίας υφίστατο μέχρι τώρα δυσμενής διάκριση δεν μπορούν, με το να επικαλεστούν την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, να αποφύγουν την εκ των υστέρων καταβολή των εισφορών τους για την επίμαχη χρονική περίοδο.
70. Εννοείται όμως ότι για τις (ενδεχομένως καταβλητέες σε δόσεις) εισφορές τακτοποίησης των αεροσυνοδών και τους τόκους πρέπει να ισχύσουν, από το χρονικό σημείο της γενέσεως της κάθε οφειλής, οι ίδιες προθεσμίες παραγραφής με εκείνες που ισχύουν για τις συνταξιοδοτικές εισφορές και τους τόκους που έπρεπε να καταβάλουν κατά το παρελθόν οι ιπτάμενοι συνοδοί για τα ασφαλιστικά έτη 1964 έως 1980.
3. Επί του ενδεχόμενου χρονικού περιορισμού των αποτελεσμάτων της αποφάσεως
71. Σε ορισμένες υποθέσεις που αφορούσαν την ίση μεταχείριση ανδρών και γυναικών, το Δικαστήριο προέβη, κατ’ επίκληση της αρχής της ασφάλειας δικαίου, σε χρονικό περιορισμό των αποτελεσμάτων των αποφάσεών του (47).
72. Σύμφωνα όμως με πάγια νομολογία, ένας τέτοιος περιορισμός είναι δυνατός μόνον κατ’ εξαίρεση (48) και εφόσον συντρέχουν δύο προϋποθέσεις (49): πρώτον, πρέπει να υφίσταται κίνδυνος σοβαρών οικονομικών επιπτώσεων, που οφείλονται ιδίως στον μεγάλο αριθμό των εννόμων σχέσεων που έχουν συσταθεί καλοπίστως, βάσει ρυθμίσεων οι οποίες θεωρούνταν ως νομίμως ισχύουσες και, δεύτερον, οι ιδιώτες και οι εθνικές αρχές πρέπει να έχουν ωθηθεί σε συμπεριφορά μη σύμφωνη προς την κοινοτική νομοθεσία λόγω της υπάρξεως αντικειμενικής και σοβαρής αβεβαιότητας ως προς το περιεχόμενο των κοινοτικών διατάξεων, στη δημιουργία της οποίας έχει συμβάλει ενδεχομένως η συμπεριφορά άλλων κρατών μελών ή της Επιτροπής.
73. Εν πάση περιπτώσει, η πρώτη προϋπόθεση δεν συντρέχει εν προκειμένω. Όπως προαναφέρθηκε, ούτε η Βελγική Κυβέρνηση ούτε το ONP ισχυρίστηκαν κατά τρόπο εμπεριστατωμένο ότι η εδώ προκρινόμενη λύση θα είχε σοβαρές οικονομικές επιπτώσεις, όπως είναι, παραδείγματος χάριν, η σοβαρή διακινδύνευση της οικονομικής ισορροπίας του κρατικού συστήματος συντάξεων.
74. Επομένως, δεν υφίσταται κανένας λόγος ώστε το Δικαστήριο να περιορίσει χρονικά εν προκειμένω τα αποτελέσματα της αποφάσεώς του.
VI – Πρόταση
75. Κατόπιν των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο Cour du travail de Bruxelles ως εξής:
1) Εθνική ρύθμιση, σκοπός της οποίας είναι να παράσχει σε ομάδα προσώπων του ενός φύλου, η οποία αρχικώς υπέστη δυσμενή διάκριση, τη δυνατότητα να επωφεληθεί από το ευνοϊκότερο συνταξιοδοτικό καθεστώς που ισχύει για την αντίστοιχη κατηγορία προσώπων του ετέρου φύλου, δεν αντιβαίνει στην οδηγία 79/7/ΕΟΚ ως εκ του λόγου και μόνον ότι αξιώνει από τους ενδιαφερόμενους να καταβάλουν, στο πλαίσιο αναδρομικής ασφαλίσεως,
– εισφορές τακτοποίησης
και
– τόκους επί των εισφορών αυτών, στο μέτρο κατά το οποίο οι τόκοι αυτοί δεν συνιστούν τόκους υπερημερίας και δεν υπερβαίνουν το αναγκαίο για την εύλογη αντιστάθμιση της μειώσεως της αγοραστικής δύναμης μέτρο.
2) Ωστόσο, μια τέτοια ρύθμιση αντιβαίνει στην οδηγία 79/7/ΕΟΚ, στο μέτρο κατά το οποίο συνεπάγεται για τους ενδιαφερόμενους οικονομική επιβάρυνση, υπό τη μορφή συνολικών εφάπαξ πληρωμών, τόσο υψηλή ώστε η υπαγωγή στην αναδρομική ασφάλιση να καθίσταται γι’ αυτούς πρακτικώς αδύνατη ή υπέρμετρα δυσχερής. Εν ανάγκη πρέπει να παρέχεται δυνατότητα πληρωμής σε δόσεις, το ύψος των οποίων πρέπει να υπολογίζεται κατά τρόπον ώστε η αναδρομική ασφάλιση, παρά την υποχρέωση καταβολής εισφορών τακτοποίησης και ενδεχόμενων τόκων, να παρέχει στους ενδιαφερόμενους κάποιο αισθητό πλεονέκτημα.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
2 – Αποφάσεις της 25ης Μαΐου 1971, 80/70, Defrenne (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 815), της 8ης Απριλίου 1976, 43/75, Defrenne ΙΙ (Συλλογή τόμος 1976, σ. 175), και της 15ης Ιουνίου 1978, 149/77, Defrenne ΙΙΙ (Συλλογή τόμος 1978, σ. 419, με καθορισμό των ορίων μεταξύ αμοιβής και άλλων όρων εργασίας).
3 – Η άνιση αυτή μεταχείριση προβλήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στην απόφαση Defrenne I (προμνησθείσα σε υποσημείωση 2, σκέψεις 3 και 4), τότε όμως σε σχέση με την ερμηνεία του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΟΚ.
4 – Οδηγία 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως (ΕΕ ειδ. εκδ. 05/003, σ. 160, στο εξής: οδηγία 79/7).
5 – Τούτο προκύπτει από το άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7· βλ., συναφώς, και τις αποφάσεις της 4ης Δεκεμβρίου 1986, 71/85, Ολλανδικό Δημόσιο κατά Federatie Nederlandse Vakbeweging (Συλλογή 1986, σ. 3855, σκέψεις 15 και 23) και της 1ης Ιουλίου 1993, C-154/92, Van Cant (Συλλογή 1993, σ. I-3811, σκέψη 17).
6 – Moniteurbelge της 10ης Δεκεμβρίου 1969, σ. 11903.
7 – Βλ. άρθρο 1, παράγραφος 1, αριθ. 2, του βασιλικού διατάγματος της 3ης Νοεμβρίου 1969, όπου στον ορισμό του ιπτάμενου προσωπικού περιλαμβάνεται η ρητή προσθήκη «κατ’ αποκλεισμό των αεροσυνοδών» («à l’exclusion des hôtesses de l’air»). Η άνιση αυτή μεταχείριση εξηγείται από το γεγονός ότι οι αεροσυνοδοί, λόγω του ορίου ηλικίας των 40 ετών που ίσχυε την εποχή εκείνη γι’ αυτές, δεν μπορούσαν να πραγματοποιήσουν πλήρη ασφαλιστική σταδιοδρομία στο επάγγελμά τους και κατά συνέπεια δεν έπρεπε να έχουν πρόσβαση στο ειδικό αυτό καθεστώς.
8 – Έτσι, οι προσφεύγουσες των κυρίων δικών υπολογίζουν, χωρίς να αντικρούονται ως προς το σημείο αυτό, ότι, παραδείγματος χάριν, η σύνταξη γήρατος που χορηγούνταν την 1η Ιανουαρίου 1991, μετά από χρόνο ασφαλίσεως 34 ετών, ανερχόταν, για έναν ιπτάμενο συνοδό, σε 733 760 BEF (βελγικά φράγκα) ετησίως (περί τα 18 189 ευρώ), ενώ για μια αεροσυνοδό μόνο σε 611 290 BEF (περί τα 15 153 ευρώ).
9 – Moniteurbelge της 23ης Αυγούστου 1980, σ. 9700.
10 – Moniteurbelge της 31ης Ιουλίου 1997, σ. 19635. Το προγενέστερο βασιλικό διάταγμα της 28ης Μαρτίου 1984 (Moniteurbelge της 3ης Απριλίου 1984, σ. 4100) ακυρώθηκε από το Conseil d'État με την απόφαση 28435 της 2ας Σεπτεμβρίου 1987.
11 – Η διάταξη αυτή προστέθηκε με το άρθρο 4 του βασιλικού διατάγματος της 25ης Ιουνίου 1997.
12 – Société anonyme belge d’exploitation de la navigation aérienne.
13 – Εθνικός οργανισμός συντάξεων.
14 – Πρωτοδικείο εργατικών διαφορών.
15 – Αποφάσεις της 17ης Νοεμβρίου 1997 και της 9ης Ιανουαρίου 1998.
16 – Απόφαση της 26ης Δεκεμβρίου 2003.
17 – Εφετείο εργατικών διαφορών.
18 – Άρθρο 16ter, παράγραφος 2, του βασιλικού διατάγματος της 3ης Νοεμβρίου 1969, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 4 του βασιλικού διατάγματος της 25ης Ιουνίου 1997.
19 – Άρθρο 16ter, παράγραφος 4, εδάφιο 3, του βασιλικού διατάγματος της 3ης Νοεμβρίου 1969 όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 4 του βασιλικού διατάγματος της 25ης Ιουνίου 1997.
20 – Η οδηγία 79/7 έπρεπε να έχει μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο μέχρι τις 23 Δεκεμβρίου 1984· βλ. σημείο 7 των προτάσεων αυτών.
21 – Πάγια νομολογία· βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 15ης Φεβρουαρίου 1978, 96/77, Bauche και Delquignies (Συλλογή τόμος 1978, σ. 165, συνοπτική μετάφραση στα ελληνικά, σκέψη 48), της 29ης Ιανουαρίου 2002, C-162/00, Pokrzeptowicz-Meyer (Συλλογή 2002, σ. I‑1049, σκέψη 50), της 14ης Απριλίου 2005, C-519/03, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου (Συλλογή 2005, σ. I-3067, σκέψη 49), της 7ης Φεβρουαρίου 2002, C-28/00, Kauer (Συλλογή 2002, σ. I-1343, σκέψη 20), και της 6ης Ιουλίου 2006, C-154/05, Kersbergen-Lap και Dams-Schipper (Συλλογή 2006, σ. I-6249, σκέψη 42).
22 – Αποφάσεις Ολλανδικό Δημόσιο κατά Federatie Nederlandse Vakbeweging (σκέψεις 21 και 23) και Van Cant (σκέψεις 17 και 18), αμφότερες προμνησθείσες σε υποσημείωση 5.
23 – Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 30ής Μαρτίου 2004, C‑147/02, Alabaster (Συλλογή 2004, σ. I‑3101, σκέψη 45), της 14ης Δεκεμβρίου 2004, C‑210/03, Swedish Match (Συλλογή 2004, σ. I‑11893, σκέψη 70), της 14ης Απριλίου 2005, C‑110/03, Βέλγιο κατά Επιτροπής (Συλλογή 2005, σ. I‑2801, σκέψη 71), και της 12ης Σεπτεμβρίου 2006, C‑300/04, Eman και Sevinger (Συλλογή 2006, σ. Ι-8055, σκέψη 57).
24 – Απόφαση της 28ης Σεπτεμβρίου 1994, C‑128/93, Fisscher (Συλλογή 1994, σ. I‑4583, σκέψη 35).
25 – Βλ. γενικώς, ως προς την επιταγή της επεκτάσεως των ευεργετημάτων μιας ρυθμίσεως και στην ομάδα των προσώπων που υφίσταται δυσμενή διάκριση, αποφάσεις της 15ης Ιανουαρίου 1998, C‑15/96, Schöning-Κουγεβετοπούλου (Συλλογή 1998, σ. I‑47, σκέψη 35), της 12ης Δεκεμβρίου 2002, C‑442/00, Rodriguez Caballero (Συλλογή 2002, σ. I‑11915, σκέψη 42), της 20ής Μαρτίου 2003, C‑187/00, Kutz-Bauer (Συλλογή 2003, σ. I‑2741, σκέψη 72), και της 7ης Σεπτεμβρίου 2006, C‑81/05, Cordero Alonso (Συλλογή 2006, σ. Ι-7569, σκέψη 45)· ειδικά ως προς την οδηγία 79/7 βλ. προμνησθείσες σε υποσημείωση 5 αποφάσεις Ολλανδικό Δημόσιο κατά Federatie Nederlandse Vakbeweging (σκέψη 23) και Van Cant (σκέψεις 19 έως 22), καθώς και απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1989, 102/88, Ruzius-Wilbrink (Συλλογή 1989, σ. 4311, σκέψη 20).
26 – Απόφαση Fisscher (προμνησθείσα σε υποσημείωση 24, σκέψεις 36 και 37) και απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 1996, C‑435/93, Dietz (Συλλογή 1996, σ. I‑5223, σκέψη 34), καθώς και προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Van Gerven της 7ης Ιουνίου 1994 στην υπόθεση C‑57/93, Vroege (Συλλογή 1994, σ. I‑4541, σημείο 30). Αν και οι εν λόγω υποθέσεις αφορούν επαγγελματικά συνταξιοδοτικά συστήματα, τα οποία εξετάζονται υπό το πρίσμα του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΟΚ (νυν άρθρο 141 ΕΚ), οι εκτιμήσεις που διατυπώθηκαν σε αυτές μπορούν εύκολα να υιοθετηθούν και ως προς τα επίμαχα εν προκειμένω εκ του νόμου συνταξιοδοτικά συστήματα και την οδηγία 79/7. Τόσο το άρθρο 141 ΕΚ όσο και το άρθρο 4 της οδηγίας 79/7 αποτελούν εκδηλώσεις της γενικής αρχής της ίσης μεταχειρίσεως και της απαγορεύσεως των διακρίσεων.
27 – Στο πλαίσιο αυτό, δεν ασκεί επιρροή από απόψεως κοινοτικού δικαίου το γεγονός ότι οι αποφάσεις περι χορηγήσεως συντάξεως στις προσφεύγουσες των τριών κυρίων δικών είχαν εκδοθεί πριν από τηθέσπιση της βελγικής ρυθμίσεως περί διακανονισμού του 1997. Ειδικότερα, από το κοινοτικό τουλάχιστον δίκαιο δεν προέκυπτε σε κανένα χρονικό σημείο αξίωση των ενδιαφερομένων για αναδρομική ασφάλισή τους χωρίς την καταβολή εισφορών τακτοποίησης.
28 – Ως προς το σημείο αυτό, η διατύπωση της ρυθμίσεως περί διακανονισμού του 1997 δεν είναι απολύτως σαφής: ναι μεν στο άρθρο 16ter, παράγραφος 4, τρίτο εδάφιο, του βασιλικού διατάγματος της 3ης Νοεμβρίου 1969, όπως τροποποιήθηκε με το βασιλικό διάταγμα της 25ης Ιουνίου 1997, χρησιμοποιείται η ουδέτερη διατύπωση «απλός τόκος» (στα γαλλικά: «intérêt simple»). Όπως όμως ορθώς υπογράμμισε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ο ίδιος τόκος χαρακτηρίζεται εν συνεχεία, στην παράγραφο 6 του ίδιου άρθρου, ως «τόκος υπερημερίας» (στα γαλλικά: «intérêt de retard»).
29 – Όσον αφορά γενικώς την αρχή της αποτελεσματικότητας, βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 16ης Μαΐου 2000, C‑78/98, Preston (Συλλογή 2000, σ. I‑3201, ιδίως σκέψη 31) και της 4ης Ιουλίου 2006, C‑212/04, Adeneler (Συλλογή 2006, σ. I‑6057, σκέψη 95).
30 – Απόφαση της 9ης Φεβρουαρίου 1999, C‑167/97, Seymour-Smith και Perez (Συλλογή 1999, σ. I‑623, σκέψη 75) και απόφαση Kutz-Bauer (προμνησθείσα σε υποσημείωση 25, σκέψη 57)· υπό την αυτή έννοια, απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 2007, C‑208/05, ITC (που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 40).
31 – Για όλη τη χρονική περίοδο μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 1964 και 31ης Δεκεμβρίου 1980, η συνολική εφάπαξ πληρωμή, μαζί με τους τόκους, υπερέβαινε τα 63 000 ευρώ (βάσει υποβληθέντων από τις προσφεύγουσες υπολογισμών του ONP για τις 19 Νοεμβρίου 1997, οι οποίοι αφορούσαν δύο παρόμοιες περιπτώσεις).
32 – Σύμφωνα με τα μη αντικρουσθέντα στοιχεία των προσφευγουσών της κύριας δίκης.
33 – Επισημαίνεται παρεμπιπτόντως ότι ένα τέτοιο σύστημα πληρωμής με δόσεις υπάρχει ήδη στη ρύθμιση περί διακανονισμού του 1997, έστω και αν, προς το παρόν, αφορά μόνον τις περιπτώσεις στις οποίες οι ενδιαφερόμενες δεν λαμβάνουν ακόμη καμία σύνταξη (άρθρο 16ter, παράγραφος 6, εδάφιο 3, του βασιλικού διατάγματος της 3ης Νοεμβρίου 1969, όπως τροποποιήθηκε με το βασιλικό διάταγμα της 25ης Ιουνίου 1997).
34 – Βλ., συναφώς, ξανά ανωτέρω, σημεία 31 και 34 των προτάσεων αυτών.
35 – Στο πλαίσιο αυτό, υπενθυμίζεται εκ νέου ότι, βάσει της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, πρέπει ναδημιουργείται, για τους ευρισκόμενους σε δυσμενέστερη θέση εργαζομένους, η ίδια κατάσταση με εκείνη των εργαζομένων του άλλου φύλου (απόφαση Fisscher, προμνησθείσα σε υποσημείωση 24, σκέψη 35).
36 – Κατά τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου δεν διευκρινίστηκε αν και κατά πόσον οι εισφορές για την αναδρομική ασφάλιση και οι επιβαλλόμενοι στο πλαίσιο του διακανονισμού τόκοι εκπίπτουν από τον φόρο. Εν πάση περιπτώσει, η ενδεχόμενη δυνατότητα φορολογικής εκπτώσεως ελάχιστα μπορεί να ωφελήσει τώρα τις ενδιαφερόμενες, δεδομένου του περιορισμένου εισοδήματός τους από τις συντάξεις.
37 – Αν, παραδείγματος χάριν, η εφαρμογή του ειδικού καθεστώτος του ιπτάμενου προσωπικού της πολιτικής αεροπορίας οδηγεί, στην περίπτωση μιας πρώην αεροσυνοδού, σε αύξηση του ποσού της μηνιαίας συντάξεώς της κατά 200 ευρώ σε σχέση με την υπολογιζόμενη βάσει του γενικού συστήματος των υπαλλήλων σύνταξη γήρατος, θα ήταν εύλογο να καταβάλλονται πραγματικά στην ενδιαφερόμενη περί τα 100 ευρώ και τα υπόλοιπα 100 ευρώ να παρακρατούνται ως δόση για την εξόφληση των εισφορών τακτοποίησης.
38 – Η υποχρέωση εκ των υστέρων καταβολής αντισταθμιστικών εισφορών πρέπει να αποσβέννυται το αργότερο με τον θάνατο της ενδιαφερόμενης, ώστε να μην επιβαρύνονται και οι κληρονόμοι με τις οικονομικές επιπτώσεις της δυσμενούς διακρίσεως που υπέστησαν οι πρώην αεροσυνοδοί.
39 – Πάγια νομολογία, βλ., παραδείγματος χάριν, αποφάσεις της 24ης Φεβρουαρίου 1994, C‑343/92, Roks κ.λπ. (Συλλογή 1994, σ. I‑571, σκέψεις 35 και 36), της 6ης Απριλίου 2000, C‑226/98, Jørgensen (Συλλογή 2000, σ. I‑2447, σκέψη 39), της 23ης Οκτωβρίου 2003, C‑4/02 και C‑5/02, Schönheit και Becker (Συλλογή 2003, σ. I‑12575, σκέψη 85), καθώς και απόφαση Kutz-Bauer (προμνησθείσα σε υποσημείωση 22, σκέψεις 59 και 60).
40 – Η Βελγική Κυβέρνηση δεν συμμετείχε καν στην ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία.
41 – Σε σχέση με τον πιθανό αυτό δικαιολογητικό λόγο, βλ, από τον συγγενικό τομέα των θεμελιωδών ελευθεριών, ιδίως απόφαση της 28ης Απριλίου 1998, C‑158/96, Kohll (Συλλογή 1998, σ. I‑1931, σκέψη 41), και απόφαση ITC (προμνησθείσα σε υποσημείωση 30, σκέψη 43).
42 – Άρθρο 16ter, παράγραφοι 2 και 3, του βασιλικού διατάγματος της 3ης Νοεμβρίου 1969, όπως τροποποιήθηκε με το βασιλικό διάταγμα της 25ης Ιουνίου 1997.
43 – Τούτο προκύπτει, όπως επιβεβαίωσε και το ONP κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, από το άρθρο 16ter, παράγραφος 9, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο b, του βασιλικού διατάγματος της 3ης Νοεμβρίου 1969, όπως τροποποιήθηκε με το βασιλικό διάταγμα της 25ης Ιουνίου 1997.
44 – Βλ., παραδείγματος χάριν, αποφάσεις της 16ης Δεκεμβρίου 1976, 33/76, Rewe κατά Landwirtschaftskammer Saarland (Συλλογή τόμος 1976, σ. 747, σκέψη 5), της 15ης Σεπτεμβρίου 1998, C‑231/96, Edis (Συλλογή 1998, σ. I‑4951, σκέψη 20 και 35), και της 17ης Ιουνίου 2004, C‑30/02, Recheio-Cash & Carry (Συλλογή 2004, σ. I‑6051, σκέψη 18).
45 – Παραδείγματος χάριν, κατά τον επανυπολογισμό της συντάξεως προκειμένου να ληφθούν καταλλήλως υπόψη περίοδοι καταρτίσεως ή εκπαιδεύσεως.
46 – Βλ., ανωτέρω, σημεία 33 και 34 των προτάσεων αυτών.
47 – Βλ. ιδίως απόφαση Defrenne II (προμνησθείσα σε υποσημείωση 2, σκέψεις 69 έως 75, ιδίως σκέψη 74) και απόφαση της 17ης Μαΐου 1990, C‑262/88, Barber (Συλλογή 1990, σ. I‑1889, σκέψεις 40 έως 45, ιδίως σκέψη 44).
48 – Αποφάσεις της 15ης Μαρτίου 2005, C‑209/03, Bidar (Συλλογή 2005, σ. I‑2119, σκέψη 67), της 27ης Απριλίου 2006, C‑423/04, Richards (Συλλογή 2006, σ. I‑3585, σκέψη 40) και της 6ης Μαρτίου 2007, C‑292/04, Meilicke (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 35).
49 – Αποφάσεις Bidar (σκέψη 69) και Richards (σκέψη 42), προμνησθείσες σε υποσημείωση 48.
Full & Egal Universal Law Academy