ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
M. POIARES MADURO
της 25ης Οκτωβρίου 2007 (1)
Υπόθεση C‑250/06
United Pan-Europe Communications Belgium SA
Coditel Brabant SA
Société Intercommunale pour la Diffusion de la Télévision (Brutele)
Wolu TV ASBL
κατά
État Belge
[αίτηση του Conseil d’État (Βέλγιο) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
1. Το Conseil d’État (Βέλγιο) ζητεί από το Δικαστήριο την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως προκειμένου το αιτούν δικαστήριο να κρίνει αν είναι συμβατά προς το κοινοτικό δίκαιο εθνικά μέτρα με τα οποία επιβάλλεται υποχρέωση «must-carry» [υποχρέωση αναμεταδόσεως ορισμένων τηλεοπτικών προγραμμάτων] στις επιχειρήσεις καλωδιακής αναμεταδόσεως που δραστηριοποιούνται στην περιφέρεια Βρυξελλών-Πρωτεύουσας. Μολονότι η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά τους κανόνες περί ανταγωνισμού και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, τα ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου θα εξετασθούν, για λόγους που θα εκτεθούν κατωτέρω, υπό το πρίσμα ιδίως του άρθρου 49 ΕΚ.
I – Τα πραγματικά περιστατικά, η εθνική νομοθεσία και η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως
2. Οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης είναι επιχειρήσεις καλωδιακής αναμεταδόσεως. Μέσω των δικτύων τους, αναμεταδίδουν τα προγράμματα τηλεοπτικών σταθμών στη δίγλωσση περιφέρεια Βρυξελλών-Πρωτεύουσας. Στις 2 Απριλίου 2001, οι προσφεύγουσες κατέθεσαν ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου προσφυγή με αίτημα την ακύρωση δύο αποφάσεων του Υπουργού Οικονομικών Υποθέσεων και Επιστημονικής Έρευνας, οι οποίες είχαν εκδοθεί αντίστοιχα στις 17 Ιανουαρίου 2001 και στις 24 Ιανουαρίου 2002. Αμφότερες οι υπουργικές αποφάσεις στηρίζονται στον νόμο της 30ής Μαρτίου 1995, περί δικτύων αναμεταδόσεως ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών και ασκήσεως δραστηριοτήτων αναμεταδόσεως στη δίγλωσση περιφέρεια Βρυξελλών-Πρωτεύουσας (στο εξής: νόμος περί αναμεταδόσεως).
3. Το άρθρο 13 του νόμου περί αναμεταδόσεως επιβάλλει υποχρέωση «must-carry» στις επιχειρήσεις καλωδιακής αναμεταδόσεως της περιφέρειας Βρυξελλών-Πρωτεύουσας. Το άρθρο αυτό ορίζει ότι:
«Η επιχείρηση στην οποία έχει χορηγηθεί άδεια εκμεταλλεύσεως δικτύου τηλεοπτικών αναμεταδόσεων στη δίγλωσση περιφέρεια Βρυξελλών-Πρωτεύουσας οφείλει να αναμεταδίδει απευθείας και στο σύνολό τους τα εξής τηλεοπτικά προγράμματα:
– τα τηλεοπτικά προγράμματα που μεταδίδουν οι ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί δημόσιας ωφέλειας οι οποίοι υπάγονται στη Γαλλική Κοινότητα και στη Φλαμανδική Κοινότητα·
– τα τηλεοπτικά προγράμματα που μεταδίδει οποιοσδήποτε άλλος ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός ο οποίος υπάγεται στη Γαλλική Κοινότητα ή στη Φλαμανδική Κοινότητα και ορίζεται από τον αρμόδιο υπουργό.»
4. Στην υπουργική απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 2001 παρατίθενται οι λόγοι για τους οποίους θεσπίσθηκαν οι διατάξεις περί «must-carry», με αυτήν δε το προνόμιο του «must-carry» παραχωρείται σε οκτώ ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς. Η απόφαση αυτή έχει ως εξής:
«[…]
Επειδή το σύστημα του must-carry εντάσσεται στην πολιτική που ακολουθείται στον τομέα των οπτικοακουστικών μέσων και η οποία σκοπεί να καταστήσει δυνατή στους τηλεθεατές την πρόσβαση τόσο στους δημόσιους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς όσο και στους ιδιωτικούς ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς οι οποίοι παρέχουν υπηρεσίες δημόσιας ωφέλειας·
Επειδή το σύστημα του must-carry σκοπεί να διασφαλίσει την πολυφωνία και τον πολιτιστικό χαρακτήρα των προγραμμάτων που παρέχουν τα δίκτυα αναμεταδόσεως τηλεοπτικών προγραμμάτων και την πρόσβαση όλων των τηλεθεατών στην πολυφωνία αυτή·
Επειδή το σύστημα αυτό δικαιολογείται αναντίρρητα από λόγους γενικού συμφέροντος·
Επειδή οι ιδιωτικοί σταθμοί που απολαύουν του προνομίου του must-carry επελέγησαν με σκοπό την εναρμόνιση του τομέα των οπτικοακουστικών μέσων στο Βέλγιο·
Έχοντας υπόψη τη διαβούλευση με τη Γαλλική και τη Φλαμανδική Κοινότητα·
Επειδή το προνόμιο του must-carry πρέπει να παρασχεθεί στους οριζόμενους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς ως αντιστάθμισμα σημαντικών υποχρεώσεων που αυτοί ανέλαβαν·
Επειδή σε ορισμένους από τους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς που επελέγησαν έχει ανατεθεί αποστολή δημόσιας υπηρεσίας·
Επειδή το προνόμιο του must-carry πρέπει να παρασχεθεί στις asbl Télé Bruxelles και vzw TV Brussel προκειμένου να ευνοηθεί η ανάπτυξη τοπικής τηλεοράσεως, η οποία θα μεταδίδει τοπικού ενδιαφέροντος πληροφορίες απευθυνόμενες σε τοπικό κοινό·
Επειδή η κατάργηση του προνομίου του must-carry θα είχε ως συνέπεια να θέσει σε κίνδυνο την ύπαρξη των τηλεοπτικών οργανισμών που δεν μπορούν να αντεπεξέλθουν στο υψηλό κόστος της αναμεταδόσεως,
Αποφασίζει:
Άρθρο 1
Η επιχείρηση στην οποία έχει χορηγηθεί άδεια εκμεταλλεύσεως δικτύου αναμεταδόσεως τηλεοπτικών προγραμμάτων στη δίγλωσση περιφέρεια Βρυξελλών-Πρωτεύουσας πρέπει να αναμεταδίδει απευθείας και στο σύνολό τους τα τηλεοπτικά προγράμματα των εξής ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών:
1. Vlaamse Media Maatschappij n.v.
2. TV Brussel v.z.w.
3. Belgian business television n.v.
4. Media ad infinitum n.v.
5. TVi s.a.
6. A.s.b.l. Télé Bruxelles
7. Canal+ Belgique s.a.
8. Satellimages s.a.
[…]»
5. Η απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 2001 τροποποιήθηκε με την απόφαση της 24ης Ιανουαρίου 2002, με την οποία ορίσθηκε ότι δύο ακόμη ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί, οι Event TV Vlaanderen n.v. και YTV s.a., απολαύουν του προνομίου του «must-carry». Οι αποφάσεις της 17ης Ιανουαρίου 2001 και της 24ης Ιανουαρίου 2002 θα αναφέρονται στο εξής συλλήβδην ως «προσβαλλόμενες αποφάσεις».
6. Οι προσφεύγουσες υποστήριξαν ενώπιον του Conseil d’État ότι η παροχή του προνομίου του «must-carry» σε ορισμένους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς συνιστά παροχή ειδικών δικαιωμάτων κατά την έννοια του άρθρου 86 ΕΚ, η οποία δύναται να νοθεύσει τον ανταγωνισμό κατά παράβαση των άρθρων 3, παράγραφος 1, στοιχεία γ΄ και ζ΄, ΕΚ, 10 ΕΚ, 82 ΕΚ και 86 ΕΚ. Επιπλέον, οι προσφεύγουσες υποστήριξαν ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις περιορίζουν την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, καθόσον μειώνουν τον αριθμό των διαθέσιμων διαύλων και απαλλάσσουν τους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς που απολαύουν του προνομίου του «must-carry» από κάθε διαπραγμάτευση με τις επιχειρήσεις καλωδιακής αναμεταδόσεως. Κατά τις προσφεύγουσες, αυτό συνιστά παράβαση του άρθρου 49 ΕΚ.
7. Με απόφαση της 17ης Μαΐου 2006, το Conseil d’État υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Πρέπει η υποχρέωση αναμεταδόσεως καθορισμένων προγραμμάτων η οποία έχει επιβληθεί σε επιχείρηση καλωδιακής αναμεταδόσεως τηλεοπτικών προγραμμάτων να θεωρηθεί ότι παρέχει στους δημιουργούς των προγραμμάτων αυτών “ειδικό δικαίωμα” κατά την έννοια του άρθρου 86 ΕΚ;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, πρέπει οι κανόνες των οποίων κάνει μνεία το άρθρο 86, παράγραφος 1 in fine, ΕΚ (δηλαδή “οι κανόνες της παρούσας Συνθήκης, ιδίως εκείνοι των άρθρων 12 και 81 μέχρι και 89”) να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι απαγορεύεται στα κράτη μέλη να επιβάλλουν στις επιχειρήσεις καλωδιακής αναμεταδόσεως τηλεοπτικών προγραμμάτων την υποχρέωση να αναμεταδίδουν ορισμένα τηλεοπτικά προγράμματα που μεταδίδουν ιδιωτικοί ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί οι οποίοι, όμως, “υπάγονται” (κατά την έννοια του βελγικού νόμου της 30ής Μαρτίου 1995 περί δικτύων αναμεταδόσεως ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών και ασκήσεως δραστηριοτήτων αναμεταδόσεως στη δίγλωσση περιφέρεια Βρυξελλών-Πρωτεύουσας) σε συγκεκριμένες δημόσιες αρχές του κράτους αυτού, με συνέπεια την ανάλογη με τον αριθμό των προγραμμάτων που αναμεταδίδονται υποχρεωτικά μείωση του αριθμού των προγραμμάτων προελεύσεως άλλων κρατών μελών ή μη μελών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, καθώς και προελεύσεως οργανισμών που δεν υπάγονται σε αυτές τις δημόσιες αρχές;
3) Πρέπει το άρθρο 49 ΕΚ να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι υφίσταται απαγορευόμενος περιορισμός της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών εφόσον μέτρο που έλαβε κράτος μέλος, εν προκειμένω η υποχρέωση αναμεταδόσεως τηλεοπτικών προγραμμάτων μέσω των δικτύων καλωδιακής αναμεταδόσεως, δύναται να περιορίζει αμέσως ή εμμέσως, πραγματικώς ή δυνητικώς, την παροχή υπηρεσιών από άλλο κράτος μέλος στους ευρισκόμενους στο πρώτο κράτος μέλος αποδέκτες των υπηρεσιών αυτών, όπως θα συμβεί αν, εξαιτίας του μέτρου αυτού, ο παρέχων υπηρεσίες βρίσκεται σε μειονεκτική διαπραγματευτική θέση όσον αφορά την πρόσβαση στα ίδια αυτά δίκτυα;
4) Πρέπει το άρθρο 49 ΕΚ να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι υφίσταται απαγορευόμενος περιορισμός εφόσον το μέτρο που έλαβε το κράτος μέλος, εν προκειμένω η υποχρέωση αναμεταδόσεως τηλεοπτικών προγραμμάτων μέσω των δικτύων καλωδιακής αναμεταδόσεως, επιβάλλεται, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, λόγω του τόπου εγκαταστάσεως των ωφελούμενων από το μέτρο αυτό ή λόγω άλλων σχέσεών τους με το εν λόγω κράτος μέλος, μόνο σε επιχειρήσεις εγκατεστημένες στο κράτος μέλος αυτό και εφόσον ο περιορισμός αυτός δεν δικαιολογείται από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας;»
II – Εξέταση
Α – Το τρίτο και το τέταρτο ερώτημα
8. Θα εξετάσω κατ’ αρχάς το τρίτο και το τέταρτο ερώτημα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο. Με τα ερωτήματα αυτά, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν αν εθνικά μέτρα, όπως το επίμαχο στην κύρια δίκη, με το οποίο επιβάλλεται στις επιχειρήσεις καλωδιακής αναμεταδόσεως υποχρέωση «must-carry» όσον αφορά τα προγράμματα ορισμένων ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών, περιορίζουν την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, αν τα μέτρα αυτά είναι εντούτοις σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία.
9. Οι επίμαχες υπηρεσίες –η μετάδοση τηλεοπτικών σημάτων μέσω καλωδίου– εμπίπτουν σαφώς στην έννοια του όρου «υπηρεσίες» κατά το άρθρο 49 ΕΚ (2). Οι ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί και οι επιχειρήσεις καλωδιακής αναμεταδόσεως πρέπει να εργάζονται από κοινού προκειμένου να παρέχουν τις υπηρεσίες αυτές. Στο πλαίσιο αυτό, μπορούν να επικαλεσθούν το άρθρο 49 ΕΚ για να προσβάλουν το κύρος εθνικών μέτρων βάσει των οποίων η αμιγώς εσωτερικού χαρακτήρα παροχή υπηρεσιών υπάγεται σε ευνοϊκότερο καθεστώς απ’ ό,τι η διασυνοριακή παροχή υπηρεσιών σε ενδοκοινοτικό επίπεδο (3). Τα μέτρα αυτά μπορούν να διατηρηθούν σε ισχύ εφόσον είναι αναγκαία και πρόσφορα για τη διασφάλιση ενός δικαιολογημένου δημοσίου συμφέροντος και εφόσον η διαφορά μεταξύ του καθεστώτος που διέπει την αμιγώς εσωτερικού χαρακτήρα παροχή υπηρεσιών και του καθεστώτος που διέπει την ενδοκοινοτική διασυνοριακή παροχή υπηρεσιών είναι ανάλογη των αντικειμενικών διαφορών που υφίστανται μεταξύ αυτών των δύο ειδών παροχής υπηρεσιών (4).
Επί της υπάρξεως περιορισμού
10. Ένα καθεστώς υποχρεωτικής αναμεταδόσεως τηλεοπτικών προγραμμάτων, όπως το επίμαχο στην υπό κρίση υπόθεση, καθιστά ευχερέστερη την αναμετάδοση των προγραμμάτων των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών εκείνων που απολαύουν του προνομίου του «must-carry», πλην όμως αποβαίνει σε βάρος των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών στους οποίους δεν έχει παρασχεθεί το προνόμιο αυτό. Δεν αμφισβητείται ότι τα οικεία δίκτυα καλωδιακής αναμεταδόσεως διαθέτουν περιορισμένο εύρος συχνότητας.
Συνεπώς, με την παραχώρηση αριθμού διαύλων στους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς που απολαύουν του προνομίου του «must‑carry», μειώνεται αναλόγως ο συνολικός αριθμός των διαθέσιμων στα δίκτυα διαύλων. Από τις παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο προκύπτει ότι τα δίκτυα αναλογικής αναμεταδόσεως τα οποία αφορά η υπό κρίση υπόθεση διαθέτουν περίπου 40 διαύλους, από τους οποίους 20 περίπου πρέπει να παραχωρηθούν στους τηλεοπτικούς σταθμούς των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών που απολαύουν του προνομίου του «must‑carry». Ως εκ τούτου, ενδέχεται οι επιχειρήσεις καλωδιακής αναμεταδόσεως να αδυνατούν να αναμεταδώσουν τα προγράμματα ορισμένων τηλεοπτικών σταθμών, τα οποία θα αναμετέδιδαν αν δεν ίσχυαν οι διατάξεις περί υποχρεωτικής αναμεταδόσεων προγραμμάτων. Για παράδειγμα, οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης επισήμαναν ότι οι διατάξεις περί υποχρεωτικής αναμεταδόσεως υποχρέωσαν την Coditel να παύσει να αναμεταδίδει μέσω του αναλογικού δικτύου της τα προγράμματα των τηλεοπτικών σταθμών Arte, RAI Uno και La Cinquième.
Κατ’ ουσίαν, οι οργανισμοί που απολαύουν του προνομίου του «must‑carry» διαθέτουν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, καθόσον δεν υποχρεούνται να διαπραγματευθούν με τις επιχειρήσεις καλωδιακής αναμεταδόσεως και να ανταγωνισθούν τους άλλους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς προκειμένου να εξασφαλίσουν την αναμετάδοση των προγραμμάτων τους μέσω των τηλεοπτικών δικτύων καλωδιακής αναμεταδόσεως.
11. Από την απόφαση περί παραπομπής δεν προκύπτει σαφώς αν το άρθρο 13 του νόμου περί αναμεταδόσεως απαιτεί οι ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί να είναι εγκατεστημένοι στο Βέλγιο προκειμένου να τύχουν του προνομίου του «must‑carry». Μολονότι η Βελγική Κυβέρνηση υποστήριξε ότι η παροχή του προνομίου του «must‑carry» δεν περιορίζεται κατ’ ανάγκη στους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς που είναι εγκατεστημένοι στο Βέλγιο, όλοι οι οργανισμοί που απολαύουν βάσει των προσβαλλομένων αποφάσεων του προνομίου αυτού είναι βελγικοί ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί. Επίσης, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Βελγική Κυβέρνηση επισήμανε ότι η πρόσφατη μεταφορά στο Λουξεμβούργο του τόπου εγκαταστάσεως ενός από αυτούς τους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς θα ληφθεί υπόψη κατά την εξέταση της σκοπιμότητας διατηρήσεως του προνομίου του «must‑carry», μολονότι το περιεχόμενο των προγραμμάτων που μεταδίδει ο οργανισμός δεν μεταβλήθηκε. Εν πάση περιπτώσει, δεδομένου ότι το καθεστώς του «must‑carry» σκοπεί, κατά τη Βελγική Κυβέρνηση, να «διασφαλίσει στους Βέλγους πολίτες την πρόσβαση στην τοπικού και εθνικού χαρακτήρα ενημέρωση και στην πολιτιστική τους κληρονομιά», οι αλλοδαποί ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί έχουν λιγότερες πιθανότητες να τύχουν αυτής της προνομιακής μεταχειρίσεως απ’ ό,τι οι ημεδαποί ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί. Κατ’ ουσίαν, επομένως, οι διατάξεις περί υποχρεωτικής αναμεταδόσεως προγραμμάτων, όπως οι επίμαχες εν προκειμένω, καθιστούν την πρόσβαση των εγκατεστημένων σε άλλα κράτη μέλη ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών στα τηλεοπτικά δίκτυα αναμεταδόσεως δυσχερέστερη σε σχέση με την πρόσβαση των ημεδαπών ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών. Με τις εν λόγω διατάξεις, ακόμη και αν κατ’ αυτές δεν απαιτείται ρητώς η εγκατάσταση στο οικείο κράτος μέλος, η αμιγώς εσωτερική παροχή υπηρεσιών αναμεταδόσεως υπάγεται σε ευνοϊκότερο καθεστώς απ’ ό,τι η διασυνοριακή παροχή υπηρεσιών αναμεταδόσεως. Ως εκ τούτου, οι διατάξεις αυτές αποτελούν περιορισμό της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών.
Επί του αν ο περιορισμός είναι δικαιολογημένος
12. Η Βελγική Κυβέρνηση υπογράμμισε ότι το καθεστώς της υποχρεωτικής αναμεταδόσεως σκοπεί να διασφαλίσει την πολυφωνία και τον πολιτιστικό χαρακτήρα των τηλεοπτικών προγραμμάτων που μεταδίδονται στην περιοχή Βρυξελλών-Πρωτεύουσας μέσω των δικτύων καλωδιακής αναμεταδόσεως, καθώς και την πρόσβαση όλων των τηλεθεατών της περιοχής αυτής στην πολυφωνία και ποικιλία των προγραμμάτων. Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι μια πολιτική που ακολουθείται στον τομέα των οπτικοακουστικών μέσων και η οποία σκοπεί στην εδραίωση της πολυφωνίας των τηλεοπτικών προγραμμάτων προκειμένου να διασφαλισθεί η ελευθερία εκφράσεως και οι διάφορες κοινωνικές, πολιτιστικές, θρησκευτικές, φιλοσοφικές ή γλωσσικές συνιστώσες του κοινωνικού συνόλου, μπορεί, βεβαίως, να δικαιολογήσει έναν περιορισμό της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών (5). Πάντως, τα επίμαχα εν προκειμένω εθνικά μέτρα, για να κριθούν επιτρεπτά κατά το άρθρο 49 ΕΚ, πρέπει, κατ’ αρχάς και πρωτίστως, να αποτελούν πρόσφορο μέσο για να διασφαλισθεί η επίτευξη του σκοπού της προστασίας της πολυφωνίας (6).
13. Φρονώ ότι το επίμαχο εν προκειμένω καθεστώς της υποχρεωτικής αναμεταδόσεως τηλεοπτικών προγραμμάτων πρέπει να εξετασθεί, κυρίως, υπό το ιδιαίτερο πρίσμα του γεγονότος ότι η περιφέρεια Βρυξελλών-Πρωτεύουσας είναι δίγλωσση. Στην περιφέρεια αυτή, κάθε επιχείρηση καλωδιακής αναμεταδόσεως καλύπτει μια περιοχή, αποτελούμενη από περισσότερους δήμους, στην οποία έχει το μονοπώλιο της αναλογικής καλωδιακής αναμεταδόσεως. Οι διατάξεις περί υποχρεωτικής αναμεταδόσεως τηλεοπτικών προγραμμάτων μπορούν να εφαρμοσθούν προκειμένου να διασφαλισθεί η πρόσβαση των τηλεθεατών κάθε δήμου τόσο σε τηλεοπτικούς σταθμούς που συνδέονται από γλωσσικής και πολιτιστικής απόψεως με τη Γαλλική Κοινότητα όσο και σε τηλεοπτικούς σταθμούς που συνδέονται από γλωσσικής και πολιτιστικής απόψεως με τη Φλαμανδική Κοινότητα. Στο πλαίσιο αυτό, το καθεστώς της υποχρεωτικής αναμεταδόσεως τηλεοπτικών προγραμμάτων αποτελεί πρόσφορο μέσο για να διασφαλισθεί ότι οι τηλεθεατές μιας ορισμένης περιφέρειας έχουν πρόσβαση, στη γλώσσα τους, στην τοπικού και εθνικού χαρακτήρα ενημέρωση και σε προγράμματα που ενισχύουν την πολιτιστική κληρονομιά τους.
14. Το θεσπισθέν προς τούτο καθεστώς υποχρεωτικής αναμεταδόσεως ευνοεί κατ’ ανάγκη ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς, των οποίων τα προγράμματα προσεγγίζουν ιδιαίτερα τις πολιτιστικές παραδόσεις των τηλεθεατών της οικείας περιφέρειας. Πάντως, μολονότι η Συνθήκη δεν απαγορεύει τη λήψη μέτρων προστασίας και προωθήσεως της εθνικής πολιτιστικής και γλωσσικής κληρονομιάς ενός κράτους μέλους, τα μέτρα αυτά δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να είναι δυσανάλογα προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, ο δε τρόπος εφαρμογής τους δεν πρέπει να ενέχει αυθαίρετες διακρίσεις σε βάρος των εγκατεστημένων σε άλλα κράτη μέλη παρεχόντων υπηρεσίες. Δηλαδή, μια πολιτική προωθήσεως της εθνικής πολιτιστικής και γλωσσικής κληρονομιάς δεν συνεπάγεται δυνατότητα του οικείου κράτους μέλους να λαμβάνει κατά το δοκούν μέτρα που παρέχουν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στις ημεδαπές επιχειρήσεις (7).
15. Στο πλαίσιο της προδικαστικής παραπομπής, ο τελικός έλεγχος της τηρήσεως της αρχής της αναλογικότητας εναπόκειται συχνά στο αιτούν δικαστήριο (8). Εντούτοις, είναι σημαντικό το Δικαστήριο να επιστήσει την προσοχή του αιτούντος δικαστηρίου στα κριτήρια που πρέπει να εφαρμοσθούν κατά τον έλεγχο της τηρήσεως της αρχής της αναλογικότητας, στον οποίο θα προβεί το δεύτερο. Εν προκειμένω, το αιτούν δικαστήριο πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να εξετάσει ιδιαίτερα τρία στοιχεία.
16. Πρώτον, δεδομένου ότι η παροχή του προνομίου του «must‑carry» εξαρτάται από προϋποθέσεις τις οποίες είναι λιγότερο πιθανό να πληρούν οι εγκατεστημένοι σε άλλα κράτη μέλη ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί σε σχέση με τους ημεδαπούς, το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει αν οι προϋποθέσεις αυτές είναι πράγματι αναγκαίες για τη διασφάλιση της πολυφωνίας και της προσβάσεως στην τοπικού και εθνικού χαρακτήρα ενημέρωση (9). Πρέπει πρωτίστως να υπομνησθεί ότι, όπως καταδεικνύει η απόφαση VT4, είναι απολύτως εφικτό ένας ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός να μεταδίδει τηλεοπτικά προγράμματα, περιλαμβανομένων και προγραμμάτων ειδήσεων, των οποίων το περιεχόμενο απευθύνεται στο κοινό ενός κράτους μέλους, μολονότι ο οργανισμός είναι εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος (10). Ως εκ τούτου, το αιτούν δικαστήριο πρέπει να εξακριβώσει ότι, στην πράξη, το γεγονός ότι ένας ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός είναι εγκατεστημένος στο Βέλγιο δεν αποτελεί, αυτό καθαυτό, κρίσιμο στοιχείο για την παροχή του προνομίου του «must‑carry».
17. Δεύτερον, το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει να εξακριβώσει, λαμβανομένου υπόψη του συνολικού αριθμού των διαθέσιμων διαύλων, ότι ο αριθμός των διαύλων που πρέπει να παραχωρηθούν στους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς που απολαύουν του προνομίου του «must‑carry» δεν υπερβαίνει προδήλως τον αριθμό που είναι αναγκαίος για την επίτευξη του σκοπού της διασφαλίσεως της πολυφωνίας και της προσβάσεως στην τοπικού και εθνικού χαρακτήρα ενημέρωση. Στο πλαίσιο αυτό, το αιτούν δικαστήριο οφείλει να εξακριβώσει ότι το προνόμιο του «must‑carry» δεν παρέχεται άνευ άλλου τινός για όλους τους τηλεοπτικούς σταθμούς ενός συγκεκριμένου ραδιοτηλεοπτικού οργανισμού, αλλά περιορίζεται στους τηλεοπτικούς σταθμούς των οποίων η αναμετάδοση συμβάλλει στην επίτευξη του σκοπού αυτού.
18. Τρίτον, το αιτούν δικαστήριο πρέπει να εξετάσει αν προβλέπονται οι απαραίτητες διαδικασίες για την προστασία των δικαιωμάτων των διαφόρων ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών, έτσι ώστε η παροχή του προνομίου του «must‑carry» να μην ενέχει αυθαίρετη διάκριση. Όταν ένα κράτος μέλος παρέχει το προνόμιο του «must‑carry» σε ορισμένους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς, οφείλει να ενεργεί σύμφωνα με διαφανείς διαδικασίες που δεν ενέχουν διακρίσεις και βάσει σαφώς καθορισμένων και εκ των προτέρων γνωστών κριτηρίων.
19. Τα τρία στοιχεία αυτά απηχούν επίσης οι διατάξεις της οδηγίας 2002/22/ΕΚ (11), την οποία τα κράτη μέλη όφειλαν να μεταφέρουν στο εσωτερικό τους δίκαιο έως τις 25 Ιουλίου 2003. Το άρθρο 31, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής, το οποίο κατ’ ουσίαν εκφράζει αρχές που απορρέουν από τη Συνθήκη, ορίζει ότι «τα κράτη μέλη μπορούν να επιβάλλουν εύλογες υποχρεώσεις “μεταφοράς σήματος” [“must-carry”]». Το άρθρο ορίζει στη συνέχεια ότι «οι υποχρεώσεις αυτές επιβάλλονται μόνον όταν είναι αναγκαίες για την επίτευξη σαφώς καθορισμένων στόχων δημοσίου συμφέροντος και είναι αναλογικές και διαφανείς», καθώς και ότι «οι υποχρεώσεις αυτές αναθεωρούνται τακτικά».
20. Επομένως, το άρθρο 49 ΕΚ δεν απαγορεύει εθνικά μέτρα με τα οποία επιβάλλεται υποχρέωση «must‑carry» στις επιχειρήσεις καλωδιακής αναμεταδόσεως σε ορισμένη περιφέρεια προκειμένου να διασφαλισθεί η πρόσβαση των τηλεθεατών της περιφέρειας αυτής στην τοπικού και εθνικού χαρακτήρα ενημέρωση και σε προγράμματα που ενισχύουν την πολιτιστική τους κληρονομιά, εφόσον τα μέτρα αυτά είναι ανάλογα προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και εφόσον ο τρόπος εφαρμογής τους δεν ενέχει αυθαίρετες διακρίσεις σε βάρος των εγκατεστημένων σε άλλα κράτη μέλη παρεχόντων υπηρεσίες.
Β – Το πρώτο και το δεύτερο ερώτημα
21. Προτείνω να μη δοθεί απάντηση στο πρώτο και στο δεύτερο ερώτημα. Με τα ερωτήματα αυτά το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν το προνόμιο του «must‑carry» πρέπει να θεωρηθεί ότι συνιστά «ειδικό δικαίωμα» κατά την έννοια του άρθρου 86 ΕΚ και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, αν η διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με άλλες διατάξεις της Συνθήκης, απαγορεύει την παροχή του προνομίου αυτού. Οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης ισχυρίσθηκαν ότι οι διατάξεις περί υποχρεωτικής αναμεταδόσεως τηλεοπτικών προγραμμάτων νοθεύουν τον ανταγωνισμό μεταξύ των επιχειρήσεων καλωδιακής αναμεταδόσεως και των επιχειρήσεων που εκμεταλλεύονται δίκτυα αναμεταδόσεως άλλης μορφής. Υποστήριξαν επίσης ότι το βελγικό Δημόσιο, παρέχοντας σε ορισμένες επιχειρήσεις το προνόμιο του «must‑carry», τις θέτει σε δεσπόζουσα θέση, την οποία ενδέχεται να εκμεταλλευθούν καταχρηστικώς.
22. Η απόφαση περί παραπομπής, όμως, δεν περιέχει κανένα στοιχείο όσον αφορά, μεταξύ άλλων, τον προσδιορισμό της σχετικής αγοράς, τον υπολογισμό των μεριδίων αγοράς που κατέχουν οι διάφορες επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην αγορά αυτή και την προβαλλόμενη κατάχρηση δεσπόζουσας θέσεως. Υπό τις συνθήκες αυτές, τα ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου που αφορούν τις περί ανταγωνισμού διατάξεις της Συνθήκης πρέπει να θεωρηθούν απαράδεκτα (12).
III – Πρόταση
23. Κατόπιν των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στα ερωτήματα που υπέβαλε το Conseil d’État:
Το άρθρο 49 ΕΚ δεν απαγορεύει εθνικά μέτρα με τα οποία επιβάλλεται υποχρέωση «must‑carry» στις επιχειρήσεις καλωδιακής αναμεταδόσεως σε ορισμένη περιφέρεια προκειμένου να διασφαλισθεί η πρόσβαση των τηλεθεατών της περιφέρειας αυτής στην τοπικού και εθνικού χαρακτήρα ενημέρωση και σε προγράμματα που ενισχύουν την πολιτιστική τους κληρονομιά, εφόσον τα μέτρα αυτά είναι ανάλογα προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και εφόσον ο τρόπος εφαρμογής τους δεν ενέχει αυθαίρετες διακρίσεις σε βάρος των εγκατεστημένων σε άλλα κράτη μέλη παρεχόντων υπηρεσίες.
Στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να εξετάσει αν τα επίμαχα μέτρα είναι σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας. Ειδικότερα, το αιτούν δικαστήριο πρέπει απαραιτήτως να εξακριβώσει ότι:
– δεδομένου ότι η παροχή του προνομίου του «must-carry» εξαρτάται από προϋποθέσεις τις οποίες είναι λιγότερο πιθανό να πληρούν οι εγκατεστημένοι σε άλλα κράτη μέλη ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί σε σχέση με τους ημεδαπούς, οι προϋποθέσεις αυτές είναι αναγκαίες για την επίτευξη του προαναφερθέντος σκοπού·
– ο αριθμός των διαύλων που πρέπει να παραχωρηθούν στους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς που απολαύουν του προνομίου του «must-carry» δεν υπερβαίνει προδήλως τον αριθμό που είναι αναγκαίος για την επίτευξη του σκοπού αυτού·
– το προνόμιο του «must-carry» παρέχεται με διαφανείς διαδικασίες που δεν ενέχουν διακρίσεις και βάσει σαφώς καθορισμένων και εκ των προτέρων γνωστών κριτηρίων.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
2 – Βλ., για παράδειγμα, αποφάσεις της 30ής Απριλίου 1974, 155/73, Sacchi (Συλλογή τόμος 1974, σ. 217, σκέψη 6), της 18ης Μαρτίου 1980, 52/79, Debauve (Συλλογή τόμος 1980/Ι, σ. 443, σκέψη 8), της 16ης Δεκεμβρίου 1992, C‑211/91, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1992, σ. Ι‑6757, σκέψη 5), και της 5ης Οκτωβρίου 1994, C‑23/93, TV10 (Συλλογή 1994, σ. Ι‑4795, σκέψεις 13 και 16).
3 – Βλ., επ’ αυτού, αποφάσεις της 8ης Σεπτεμβρίου 2005, C‑544/03 και C‑545/03, Mobistar και Belgacom Mobile (Συλλογή 2005, σ. Ι‑7723, σκέψεις 31 έως 33, της 20ής Φεβρουαρίου 2001, C‑205/99, Analir κ.λπ. (Συλλογή 2001, σ. Ι‑1271, σκέψη 21, και της 15ης Ιουνίου 2006, C‑255/04, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 2006, σ. Ι‑5251, σκέψη 37.
4 – Βλ., επ’ αυτού, απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 2003, C‑322/01, Deutscher Apothekerverband (Συλλογή 2003, σ. I‑14887, και τις προτάσεις μου στην υπόθεση C‑434/04 (απόφαση της 28ης Σεπτεμβρίου 2006, Ahokainen και Leppik (Συλλογή 2006, σ. Ι‑9171).
5 – Αποφάσεις της 25ης Ιουλίου 1991, C‑288/89, Collectieve Antennevoorziening Gouda (Συλλογή 1991, σ. I‑4007, σκέψεις 22 και 23), και C‑353/89, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (Συλλογή 1991, σ. I‑4069, σκέψεις 3, 29 και 30), και απόφαση της 3ης Φεβρουαρίου 1993, C‑148/91, Veronica Omroep Organisatie (Συλλογή 1993, σ. I‑487, σκέψη 9).
6 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 5 απόφαση Collectieve Antennevoorziening Gouda, σκέψη 24.
7 – Αποφάσεις της 28ης Νοεμβρίου 1989, C‑379/87, Groener (Συλλογή 1989, σ. Ι-3967, σκέψη 19), και της 26ης Φεβρουαρίου 1991, C‑180/89, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1991, σ. Ι‑709, σκέψη 20).
8 – Βλ., για παράδειγμα, αποφάσεις της 26ης Μαΐου 2005, C‑20/03, Burmanjer κ.λπ. (Συλλογή 2005, σ. Ι‑4133), και της 23ης Φεβρουαρίου 2006, C‑441/04, A‑Punkt Schmuckhandells (Συλλογή 2006, σ. Ι‑2093).
9 – Βλ., για παράδειγμα, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 5 απόφαση Collectieve Antennevoorziening Gouda, σκέψη 24.
10 – Απόφαση της 5ης Ιουνίου 1997, C‑56/96, VT4 (Συλλογή 1997, σ. Ι‑3143, σκέψεις 8 και 22).
11 – Οδηγία 2002/22/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, για την καθολική υπηρεσία και τα δικαιώματα των χρηστών όσον αφορά δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία καθολικής υπηρεσίας) (ΕΕ L 108, σ. 51).
12 – Βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 17ης Φεβρουαρίου 2005, C‑134/03, Viacom Outdoor (Συλλογή 2005, σ. Ι‑1167, σκέψεις 25 έως 29).
Full & Egal Universal Law Academy