ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
VERICA TRSTENJAK
της 10ης Ιουλίου 2007 1(1)
Συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑260/06 και C‑261/06
Ministère public
κατά
Daniel Escalier και Jean Bonnarel
[αίτηση του cour d’appel de Montpellier (Γαλλία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Οδηγία 91/414/EOK – Πεδίο εφαρμογής – Άρθρο 28 ΕΚ – Έγκριση διαθέσεως παραλλήλως εισαγομένου προϊόντος στην αγορά – Φυτοπροστατευτικό προϊόν εισαγόμενο από κράτος μέλος του ΕΟΧ ή από τρίτη χώρα – Πανομοιότυπο με φυτοπροστατευτικό προϊόν ήδη εγκεκριμένο εντός του κράτους μέλους εισαγωγής – Προϋποθέσεις της χορηγήσεως αδείας εισαγωγής – Τήρηση της αρχής της αναλογικότητας»
I – Εισαγωγή
1. Η παρούσα προδικαστική διαδικασία αφορά δύο ερωτήματα που υπέβαλε το Cour d’appel de Montpellier (Γαλλία). Το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, το Δικαστήριο σχετικά με το αν ένα κράτος μέλος έχει τη δυνατότητα να απαιτήσει από αμπελουργό να λάβει έγκριση διαθέσεως στην αγορά (στο εξής: ΕΔΑ) προκειμένου να εισαγάγει φυτοπροστατευτικό προϊόν εγκεκριμένο εντός του κράτους μέλους προελεύσεως, ενώ το προϊόν αυτό είναι παρόμοιο με προϊόν αναφοράς ήδη εγκεκριμένο στο κράτος μέλος προορισμού.
2. Τα ερωτήματα ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς ενώπιον του cour d’appel de Montpellier μεταξύ, αφενός, της Direction Régionale de l’Agriculture et de la Forêt (στο εξής: DRAF) και, αφετέρου, των D. Escalier και J. Bonnarel, αμπελουργών εγκατεστημένων στη Γαλλία, σε περιοχή παραμεθόρια της Ισπανίας, οι οποίοι καταδικάστηκαν σε ποινή προστίμου με αναστολή λόγω κατοχής και χρήσεως ζιζανιοκτόνων για γεωργική χρήση, τα οποία δεν είχαν λάβει ΕΔΑ στη Γαλλία. Τα προϊόντα αυτά, που αγοράστηκαν στην Ισπανία διότι εκεί είναι πολύ φθηνότερα, προορίζονταν αποκλειστικά για τις αμπέλους των κατηγορουμένων. Εξάλλου, στη Γαλλία κυκλοφορούν ήδη παρόμοια προϊόντα.
II – Νομικό πλαίσιο
A – Κοινοτικό δίκαιο
1. Η Συνθήκη ΕΚ
3. Κατά το άρθρο 28 ΕΚ, «[ο]ι ποσοτικοί περιορισμοί επί των εισαγωγών, καθώς και όλα τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος, απαγορεύονται μεταξύ των κρατών μελών».
4. Κατά το άρθρο 30 ΕΚ, «[ο]ι διατάξεις [του άρθρου 28] δεν αντιτίθενται στις απαγορεύσεις ή στους περιορισμούς εισαγωγών, εξαγωγών ή διαμετακομίσεων που δικαιολογούνται από λόγους δημοσίας ηθικής, δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας, προστασίας της υγείας και της ζωής των ανθρώπων και των ζώων ή προφυλάξεως των φυτών, προστασίας των εθνικών θησαυρών που έχουν καλλιτεχνική, ιστορική ή αρχαιολογική αξία, ή προστασίας της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας. Οι απαγορεύσεις ή οι περιορισμοί αυτοί δεν δύνανται πάντως να αποτελούν ούτε μέσο αυθαιρέτων διακρίσεων ούτε συγκεκαλυμμένο περιορισμό στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών».
2. Η οδηγία 91/414/ΕΟΚ
5. Η οδηγία 91/414/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1991, σχετικά με τη διάθεση στην αγορά φυτοπροστατευτικών προϊόντων (2) (στο εξής: οδηγία 91/414), εναρμονίζει τη νομοθεσία των κρατών μελών όσον αφορά την έγκριση, τη διάθεση στην αγορά, τη χρήση και τον έλεγχο των φυτοπροστατευτικών προϊόντων.
6. Το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 91/414 ορίζει ότι «[τ]α κράτη μέλη ορίζουν ότι τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα μπορούν να διατίθενται στην αγορά και να χρησιμοποιούνται στην επικράτειά τους μόνον εάν έχουν εγκριθεί […]».
7. Το άρθρο 9, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 91/414 προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι «[η] αίτηση για την έγκριση φυτοπροστατευτικού προϊόντος πρέπει να υποβάλλεται στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών, στην αγορά των οποίων πρόκειται να διατεθεί, από ή για λογαριασμό του υπεύθυνου για την πρώτη διάθεσή του στην αγορά σε ένα κράτος μέλος». Η πρώτη έγκριση προϋποθέτει πλήρη αξιολόγηση των ιδιοτήτων του προϊόντος.
8. Η οδηγία 91/414 δεν περιέχει, ωστόσο, καμία διάταξη διέπουσα τις προϋποθέσεις χορηγήσεως ΕΔΑ σε περιπτώσεις παραλλήλων εισαγωγών, δηλαδή όταν ο επιχειρηματίας προτίθεται να εισαγάγει ένα προϊόν, εγκεκριμένο εντός ενός κράτους μέλους, σε άλλο κράτος εντός του οποίου έχει ήδη εγκριθεί παρόμοιο προϊόν.
Β – Εθνικό δίκαιο
9. Δυνάμει του άρθρου L-253-1 του code rural, «απαγορεύονται η διάθεση στην αγορά, η χρήση και η κατοχή από τον τελικό χρήστη φυτοπροστατευτικών προϊόντων που δεν έχουν λάβει έγκριση διαθέσεως στην αγορά».
10. Οι προϋποθέσεις χορηγήσεως των εγκρίσεων διαθέσεως φυτοπροστατευτικών προϊόντων στην αγορά της Γαλλίας καθορίζονται με το διάταγμα 94-359 της 5ης Μαΐου 1994 (3), που εκδόθηκε για τη μεταφορά της οδηγίας 91/414 στην εσωτερική έννομη τάξη.
11. Το διάταγμα 2001-317 της 4ης Απριλίου 2001 θεσπίζει μια απλουστευμένη διαδικασία χορηγήσεως ΕΔΑ για τα προερχόμενα από τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο φυτοπροστατευτικά προϊόντα (4). Δυνάμει του άρθρου 4 του διατάγματος αυτού, «η έγκριση διαθέσεως στην αγορά ενός προϊόντος που εισάγεται στο γαλλικό έδαφος μπορεί να μη χορηγηθεί ή να ανακληθεί […] για λόγους αντλούμενους από την προστασία της υγείας των ανθρώπων και των ζώων καθώς και από την προστασία του περιβάλλοντος· […] λόγω μη πανομοιότυπου, κατά την έννοια του άρθρου 1, με το προϊόν αναφοράς».
12. Το παράρτημα της υπουργικής αποφάσεως της 17ης Ιουλίου 2001 περί εφαρμογής του διατάγματος 2001-317, που θεσπίζει απλουστευμένη διαδικασία χορηγήσεως ΕΔΑ στο πλαίσιο της παράλληλης εισαγωγής φυτοπροστατευτικών προϊόντων (5), ορίζει ότι αιτών τη χορήγηση ΕΔΑ οφείλει, μεταξύ άλλων, να αναφέρει το ακόλουθο πληροφοριακό στοιχείο: «Προτεινόμενη εμπορική ονομασία στη Γαλλία για το προϊόν που αποτελεί το αντικείμενο της αιτήσεως».
III – Η διαφορά της κύριας δίκης και η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως
13. Οι κύριες δίκες αφορούν διαφορές μεταξύ αμπελουργών εγκατεστημένων στο Languedoc-Roussillon, περιφέρεια παραμεθόρια της Ισπανίας, και της DRAF.
Α – Η περίπτωση Escalier (υπόθεση C-260/01)
14. Στις 6 Μαΐου 2003, οι υπάλληλοι της DRAF διενήργησαν έλεγχο στους χώρους αποθηκεύσεως των ζιζανιοκτόνων ισπανικής προελεύσεως για γεωργική χρήση στο αγρόκτημα του D. Escalier και συνέταξαν έκθεση βεβαιώσεως των πλημμελημάτων χρήσεως και κατοχής με σκοπό τη χρήση τέτοιων προϊόντων χωρίς ΕΔΑ. Στις 7 Ιανουαρίου 2004, η DRAF κατέληξε ότι επιβαλλόταν η άσκηση ποινικής διώξεως κατά του D. Escalier. Στις 15 Ιουνίου 2005, το tribunal de grande instance de Carcassonne έκρινε τον D. Escalier ένοχο για τα ανωτέρω πλημμελήματα και τον καταδίκασε σε πρόστιμο 1 500 ευρώ με αναστολή. Το εν λόγω δικαστήριο διέταξε επίσης τη δημοσίευση αποσπασμάτων της αποφάσεως στον τοπικό Τύπο με έξοδα του καταδικασθέντος. Ο D. Escalier άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του cour d’appel de Montpellier.
Β – Η περίπτωση Bonnarel (υπόθεση C-261/01)
15. Στις 17 Απριλίου 2003, οι υπάλληλοι της DRAF διενήργησαν έλεγχο στους χώρους αποθηκεύσεως των ζιζανιοκτόνων ισπανικής προελεύσεως για γεωργική χρήση στο αγρόκτημα του J. Bonnarel και συνέταξαν έκθεση κατασχέσεως των προϊόντων που δεν είχαν λάβει ΕΔΑ. Στις 2 Ιουλίου 2003, συνέταξαν έκθεση βεβαιώσεως του πλημμελήματος της κατοχής τέτοιων προϊόντων με σκοπό τη χρήση τους. Η DRAF κατέληξε τότε ότι επιβαλλόταν η άσκηση ποινικής διώξεως κατά του J. Bonnarel. Στις 15 Ιουνίου 2005, το tribunal de grande instance de Carcassonne έκρινε τον J. Bonnarel ένοχο για το ανωτέρω πλημμέλημα και τον καταδίκασε σε πρόστιμο 1 500 ευρώ με αναστολή. Το εν λόγω δικαστήριο διέταξε επίσης τη δημοσίευση αποσπασμάτων της αποφάσεως στον τοπικό Τύπο με έξοδα του καταδικασθέντος. Ο J. Bonnarel άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του cour d’appel de Montpellier.
Γ – Προδικαστικά ερωτήματα
16. Το cour d’appel de Montpellier προέβη στις εξής διαπιστώσεις: σκοπός της διαδικασίας χορηγήσεως ΕΔΑ είναι να μη διατίθενται στην αγορά προϊόντα τα οποία εμφανίζουν κινδύνους για τον άνθρωπο, τα ζώα και το περιβάλλον· η απλουστευμένη διαδικασία εγκρίσεως αποσκοπεί στο να συμβιβάσει την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας εντός της Κοινότητας με την ανάγκη να παρέχεται σε κάθε κράτος μέλος η δυνατότητα να μεριμνά για την προστασία της δημόσιας υγείας και την προστασία του περιβάλλοντος, λαμβανομένων ιδίως υπόψη των τοπικών ιδιαιτεροτήτων· η οδηγία 91/414 ουδόλως διακρίνει μεταξύ των παραλλήλων εισαγωγών που πραγματοποιούνται για εμπορικούς σκοπούς και εκείνων που πραγματοποιούνται από ιδιώτες για ιδιωτικούς σκοπούς και για αυστηρά προσωπική χρήση· το Δικαστήριο έχει κρίνει, με την απόφαση Επιτροπή κατά Γαλλίας (6), ότι, όσον αφορά τις προσωπικές εισαγωγές φαρμάκων, που διακρίνονται από τις εμπορικές εισαγωγές, στις γαλλικές αρχές εναπόκειται να θεσπίσουν διαδικασία χορηγήσεως εγκρίσεως προσαρμοσμένη στην ιδιαιτερότητα των εισαγωγών αυτών· το Δικαστήριο, στη σκέψη 31 της αποφάσεως British Agrochemicals Association (7), αναφέρει ότι, «όταν η εισαγωγή σε κράτος μέλος φυτοπροστατευτικού προϊόντος για το οποίο έχει χορηγηθεί ΕΔΑ σύμφωνα με τις διατάξεις της οδηγίας [91/414] εντός άλλου κράτους μέλους αποτελεί παράλληλη εισαγωγή σε σχέση με φυτοπροστατευτικό προϊόν για το οποίο έχει ήδη χορηγηθεί ΕΔΑ εντός του κράτους μέλους εισαγωγής, περιττεύει η εφαρμογή των διατάξεων της οδηγίας σχετικά με τη διαδικασία χορηγήσεως ΕΔΑ». Έτσι, το cour d’appel de Montpellier αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Όταν ένα κράτος μέλος εξαρτά την εισαγωγή φυτοπροστατευτικού προϊόντος προελεύσεως άλλου κράτους μέλους, εντός του οποίου το προϊόν έχει ήδη λάβει [ΕΔΑ] χορηγηθείσα σύμφωνα με την οδηγία […], από απλουστευμένη διαδικασία χορηγήσεως [ΕΔΑ], αποσκοπούσα στον έλεγχο του κατά πόσον το εισαγόμενο προϊόν πληροί τις προϋποθέσεις πανομοιότυπου που καθορίζει η […] απόφαση της 11ης Μαρτίου 1999 [C-100/96, British Agrochemicals Association, Συλλογή 1999, σ. Ι-1499], μπορεί το κράτος μέλος αυτό να επιβάλει αυτή την απλουστευμένη διαδικασία σε έναν επιχειρηματία οσάκις:
– ο εισαγωγέας είναι γεωργός ο οποίος εισάγει το προϊόν αποκλειστικά για τις –ποικίλες αλλά περιορισμένες ποσοτικά– ανάγκες της γεωργικής εκμεταλλεύσεώς του και δεν προβαίνει, συνεπώς, στη διάθεση του προϊόντος στην αγορά υπό την εμπορική έννοια του όρου·
– η απλουστευμένη διαδικασία χορηγήσεως ΕΔΑ που ισοδυναμεί με άδεια εισαγωγής είναι ατομική για κάθε επιχειρηματία/διανομέα ο οποίος υποχρεούται να προσδιορίσει το εισαγόμενο προϊόν με το δικό του εμπορικό σήμα, συνεπάγεται δε την καταβολή τέλους 800 ευρώ;
2) Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, μπορεί η […] απόφαση της 26ης Μαΐου 2005, [C-212/03, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 2005, σ. Ι-4213], σχετικά με τις προσωπικές εισαγωγές φαρμάκων από ιδιώτες, να εφαρμοστεί κατ’ αναλογία στην περίπτωση των φυτοπροστατευτικών προϊόντων που εισάγουν γεωργοί αποκλειστικά για τις ανάγκες των γεωργικών εκμεταλλεύσεών τους;»
IV – Παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο
Α – Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
17. Οι D. Escalier και J. Bonnarel θεωρούν ότι η γαλλική νομοθεσία αντίκειται στη νομολογία του Δικαστηρίου που διαμορφώθηκε με την απόφαση Kohlpharma (8), καθόσον απαιτεί να παρασκευάζονται τα εισαγόμενα φυτοπροστατευτικά προϊόντα από την ίδια εταιρία που παρασκευάζει τα προϊόντα αναφοράς στη Γαλλία.
18. Η απαίτηση λήψεως ατομικής ΕΔΑ για παράλληλες εισαγωγές τις οποίες πραγματοποιούν γεωργοί για τις ανάγκες των φυτικών παραγωγών τους και μόνον είναι δυσανάλογη σε σχέση προς τις προϋποθέσεις λήψεως αυτής της εγκρίσεως, ιδίως καθόσον δεν διακρίνει μεταξύ των παραλλήλων εισαγωγών για εμπορικούς σκοπούς και των προσωπικών εισαγωγών και υποβάλλει τους γεωργούς στις ίδιες υποχρεώσεις με εκείνες των διανομέων όσον αφορά το τέλος των 800 ευρώ και την καταχώριση νέας εμπορικής ονομασίας.
19. Τα μέσα που χρησιμοποιούν οι γαλλικές αρχές προκειμένου να καθορίσουν το πανομοιότυπο μεταξύ του προϊόντος για το οποίο ζητείται ΕΔΑ και του προϊόντος αναφοράς είναι κατά μείζονα λόγο δυσανάλογα δεδομένου ότι δεν υπάρχει κανένα φυτοπροστατευτικό προϊόν εγκεκριμένο εντός άλλου κράτους μέλους, και ιδίως στην Ισπανία, που δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί στη Γαλλία για λόγους απτόμενους των ειδικών γεωργικών συνθηκών, προφυλάξεως των φυτών, περιβαλλοντικούς, ιδίως κλιματολογικούς, ή για λόγους αντλούμενους από την προστασία της υγείας των ανθρώπων και των ζώων καθώς και του περιβάλλοντος.Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων υπέβαλε, στις 12 Ιουλίου 2006, πρόταση κανονισμού (9), η οποία καταργεί την έννοια της εθνικής ΕΔΑ υπέρ μιας ΕΔΑ κατά ζώνες με την υποχρεωτική εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνωρίσεως από όλα τα κράτη μέλη που ανήκουν στην ίδια ζώνη.
20. Κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, τα άρθρα 28 ΕΚ και 30 ΕΚ έχουν την έννοια ότι, όταν ένα κράτος μέλος υποβάλλει την εισαγωγή φυτοπροστατευτικού προϊόντος σε απλουστευμένη διαδικασία χορηγήσεως ΕΔΑ, δεν του απαγορεύουν να επιβάλει τη διαδικασία αυτή στους γεωργούς που εισάγουν το προϊόν αυτό μόνο για τις ανάγκες της δικής τους εκμεταλλεύσεως και σε περιορισμένη ποσότητα.
21. Η Γαλλική Κυβέρνηση, όπως και η Φινλανδική Κυβέρνηση, υποστηρίζει ότι το γεγονός ότι οι γεωργοί που εισάγουν φυτοπροστατευτικά προϊόντα προκειμένου να τα χρησιμοποιήσουν στις εκμεταλλεύσεις τους υπόκεινται σε απλουστευμένη διαδικασία χορηγήσεως ΕΔΑ όπως αυτή την οποία προβλέπει στη Γαλλία το διάταγμα της 4ης Απριλίου 2001 δικαιολογείται από πλευράς των στόχων της προστασίας της υγείας των ανθρώπων και των ζώων, καθώς και προφυλάξεως των φυτών και της προστασίας του περιβάλλοντος. Συγκεκριμένα, τίποτε δεν διακρίνει τους γεωργούς που εισάγουν τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα για να τα χρησιμοποιήσουν στις εκμεταλλεύσεις τους από τις εμπορικές επιχειρήσεις που πραγματοποιούν εισαγωγές. Οι έλεγχοι που πρέπει να πραγματοποιούνται επί ενός εισαγομένου προϊόντος ώστε να διασφαλίζεται ότι είναι πανομοιότυπο με το προϊόν αναφοράς είναι πάντοτε οι ίδιοι. Πρέπει τα εν δυνάμει επικίνδυνα αυτά προϊόντα να μη χρησιμοποιούνται αν δεν εξακριβωθεί ότι είναι αβλαβή και δεν ελεγχθούν οι χρήσεις τους, οι όροι χρήσεώς τους και η επισήμανσή τους, η οποία πρέπει να είναι συντεταγμένη στη γαλλική γλώσσα, πράγμα το οποίο επιτρέπεται από το άρθρο 16, παράγραφος 5, της οδηγίας 91/414. Τα αποτελέσματα των προϊόντων αυτών δεν περιορίζονται μόνο στο έδαφος της εκμεταλλεύσεως ενός γεωργού, αλλά διαχέονται και πέραν των ορίων της εκμεταλλεύσεώς του και μπορούν να εξαπλωθούν σε όλα τα γειτονικά αγροκτήματα. Εξάλλου, τα προϊόντα αυτά χρησιμοποιούνται επί φυτικών προϊόντων τα οποία στη συνέχεια παραδίδονται εκτός των ορίων της γεωργικής εκμεταλλεύσεως προκειμένου να καταναλωθούν από ανθρώπους ή από ζώα. Επιπλέον, ένα προϊόν που έχει εγκριθεί εντός ενός κράτους μέλους μπορεί να μην έχει εγκριθεί αναγκαστικά υπό τους αυτούς όρους στη Γαλλία, δεδομένου ότι κάθε προϊόν εμφανίζει διαφορετικούς κινδύνους αναλόγως του βιοσυστήματος στο οποίο εισάγεται.
22. Χωρίς την απλουστευμένη διαδικασία χορηγήσεως ΕΔΑ, δεν είναι δυνατόν να εξασφαλιστεί ότι τα προϊόντα που εισάγει ένας γεωργός αποκλειστικά για τις ανάγκες της εκμεταλλεύσεώς του δεν θα βλάψουν τη δημόσια υγεία και το περιβάλλον. Επιπλέον, οι απαιτήσεις της επίδικης απλουστευμένης διαδικασίας δεν είναι υπερβολικές. Εξάλλου, η καταβολή τέλους 800 ευρώ δικαιολογείται από το ότι η αρμόδια διοικητική υπηρεσία εξετάζει συστηματικά κάθε φάκελο και προβαίνει σε τεκμηριωμένες εξακριβώσεις ερχόμενη σε επαφή με τους αλλοδαπούς ομολόγους της.
23. Κατά τη Γαλλική και την Ολλανδική Κυβέρνηση, κακώς το αιτούν δικαστήριο, με το πρώτο ερώτημά του, αναφέρεται σε υποχρέωση του εισαγωγέα να ονομάσει το προϊόν χρησιμοποιώντας το δικό του εμπορικό σήμα. Το παράρτημα της υπουργικής αποφάσεως της 17ης Ιουλίου 2001, στο τμήμα που τιτλοφορείται «Προσδιορισμός της εισαγωγής στη γαλλική γλώσσα», επιβάλλει απλώς να παρέχεται η «προτεινόμενη στη Γαλλία εμπορική ονομασία για το προϊόν που αποτελεί το αντικείμενο της αιτήσεως».
24. Η Φινλανδική, η Ελληνική και η Ολλανδική Κυβέρνηση, παραπέμποντας στο άρθρο 3, παράγραφος 1 ή 4, της οδηγίας 91/414, υποστηρίζουν ότι τα κράτη μέλη έχουν το δικαίωμα να επιβάλουν την εφαρμογή απλουστευμένης διαδικασίας χορηγήσεως ΕΔΑ σε περίπτωση παράλληλης εισαγωγής φυτοφαρμακευτικών προϊόντων για τις ανάγκες ορισμένης γεωργικής εκμεταλλεύσεως.
25. Η Φινλανδική και η Ολλανδική Κυβέρνηση παραπέμπουν στις σκέψεις 26 έως 31 της προμνησθείσας αποφάσεως British Agrochemicals Association, η οποία αναφέρει ότι, έστω και αν η οδηγία 91/414 δεν έχει εφαρμογή στις παράλληλες εισαγωγές, οι ίδιοι στόχοι προστασίας της υγείας των ανθρώπων και των ζώων καθώς και προστασίας του περιβάλλοντος που υπαγόρευσαν τη θέσπιση της οδηγίας αυτής ισχύουν και για τις παράλληλες εισαγωγές.
26. Κατά την Ελληνική Κυβέρνηση, υπό το φως του άρθρου 9, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 91/414 καθώς και της νομολογίας του Δικαστηρίου, εθνική διάταξη η οποία επιβάλλει συστηματικά στους γεωργούς τη διαδικασία χορηγήσεως ΕΔΑ για φυτοφαρμακευτικό προϊόν που έχει ήδη υποβληθεί επιτυχώς στη διαδικασία αυτή, συνδυαζόμενη με το υψηλό κόστος της, θα μπορούσε να θεωρηθεί ως αντιβαίνουσα στην αρχή της αναλογικότητας.
27. Κατά την Ολλανδική Κυβέρνηση, η παρατήρηση του αιτούντος δικαστηρίου ότι ο γεωργός δεν προβαίνει στη διάθεση του προϊόντος στην αγορά υπό την εμπορική έννοια του όρου δεν είναι προσφυής. Ως «διάθεση στην αγορά» θα πρέπει να νοείται «[κ]άθε μεταβίβαση, είτε έναντι πληρωμής, είτε δωρεάν» (άρθρο 2, σημείο 10, της οδηγίας 91/414), ιδίως αν ένα μέρος του προϊόντος θα μπορούσε να μεταπωληθεί. Σε αντίθεση προς τα φάρμακα που χορηγούνται βάσει συνταγής, είναι δύσκολο να ελεγχθεί η ποσότητα φυτοπροστατευτικών προϊόντων που ο γεωργός χρησιμοποιεί πραγματικά για τις δικές του ανάγκες.
28. Όσον αφορά την ενδεχόμενη παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, η Ολλανδική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι ο εκ μέρους του κράτους μέλους έλεγχος της εισαγωγής, αφενός, είναι απαραίτητος ώστε να μπορεί να λειτουργήσει το σύστημα εγκρίσεων που καθιερώνει η οδηγία 91/414 και να είναι αποτελεσματική η προβλεπόμενη στο άρθρο 17 υποχρέωση ελέγχου που βαρύνει τα κράτη μέλη και, αφετέρου, έχει γίνει δεκτός από τη νομολογία του Δικαστηρίου που διαμορφώθηκε με την προμνησθείσα απόφαση British Agrochemicals Association. Το αιτούν δικαστήριο οφείλει να εκτιμήσει μήπως το ύψος των πραγματικών δαπανών είναι υπερβολικό και κατά πόσον υφίσταται εύλογη σχέση μεταξύ του τέλους και της παρεχομένης υπηρεσίας. Εν προκειμένω, δεν είναι βέβαιο ότι το ποσό των 800 ευρώ αντιπροσωπεύει σημαντική επιβάρυνση σε σχέση προς τα πλεονεκτήματα που αντλούνται από την παράλληλη εισαγωγή, ήτοι οικονομία της τάξεως του 30 έως 40 % επί, αντιστοίχως, 30 000 ή 12 000 ευρώ ετησίως, ιδίως καθόσον η έγκριση ισχύει για πλείονα έτη.
29. Η Επιτροπή προτείνει στο Δικαστήριο να απαντήσει ότι το άρθρο 28 ΕΚ δεν επιτρέπει να υποβάλλεται η παράλληλη εισαγωγή φυτοπροστατευτικού προϊόντος σε προηγούμενη διαδικασία εγκρίσεως όταν αυτό το φυτοπροστατευτικό προϊόν έχει ήδη λάβει άδεια παράλληλης εισαγωγής χορηγηθείσα σε άλλον επιχειρηματία. Η ασφάλεια, η αποτελεσματικότητα και η ποιότητα των προϊόντων που έχουν ήδη ΕΔΑ χορηγηθείσα σε άλλον δικαιούχο είναι ήδη αποδεδειγμένες. Η προηγούμενη διαδικασία εγκρίσεως δεν πρέπει να εφαρμόζεται σε κάθε παρτίδα παραλλήλως εισαγομένων φυτοπροστατευτικών προϊόντων, αλλά πρέπει να καλύπτει το σύνολο των υλικών πράξεων εισαγωγής. Ο έλεγχος που πραγματοποιείται σε κάθε υλική πράξη εισαγωγής δεν μπορεί παρά να είναι περιορισμένος.
30. Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι η χρήση φυτοπροστατευτικού προϊόντος είναι ικανή να βλάψει όχι μόνο τον χρήστη της –όπως ένα φάρμακο–, αλλά και άλλα πρόσωπα, τα ζώα ή το περιβάλλον. Η σκέψη αυτή θα μπορούσε ενδεχομένως να δικαιολογήσει, σε ορισμένες περιπτώσεις, την υπαγωγή της ατομικής εισαγωγής και, συνεπώς, χρήσεως φυτοπροστατευτικών προϊόντων σε ένα σύστημα προηγουμένης εγκρίσεως κάπως αυστηρότερο από εκείνο που τυχόν ισχύει για την ατομική εισαγωγή φαρμάκων προοριζομένων για ανθρώπους, όταν το φυτοπροστατευτικό προϊόν δεν καλύπτεται από ΕΔΑ εντός του κράτους μέλους εισαγωγής. Ωστόσο, δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση στις υπό κρίση υποθέσεις. Στην περίπτωση των φυτοπροστατευτικών προϊόντων, όπως στην περίπτωση των φαρμάκων που προορίζονται για ανθρώπους, μια παράλληλη εισαγωγή, σε περιορισμένη ποσότητα, δεν μπορεί να έχει τόσο βλαπτικές συνέπειες όσο μια εμπορική εισαγωγή. Είναι, συνεπώς, απολύτως εύλογο, στην περίπτωση ατομικών εισαγωγών φυτοπροστατευτικών προϊόντων όπως και στην περίπτωση ατομικών εισαγωγών φαρμάκων προοριζομένων για ανθρώπους, να εφαρμόζεται ένα καθεστώς προηγουμένης εγκρίσεως, όταν τούτο δικαιολογείται, σαφώς λιγότερο επαχθές σε σχέση προς αυτό των εμπορικών εισαγωγών.
31. Η απλή απαίτηση προηγούμενης εγκρίσεως κατά την ατομική παράλληλη εισαγωγή φυτοπροστατευτικών προϊόντων συνιστά μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος κατά την έννοια του άρθρου 28 ΕΚ, καθόσον εμποδίζει τη σχεδιαζόμενη εισαγωγή προτού ληφθεί η έγκριση και συνεπάγεται διοικητική επιβάρυνση ικανή να αποθαρρύνει τον δυνητικό εισαγωγέα να προβεί στην εισαγωγή αυτή. Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο όταν, όπως εν προκειμένω, η διαδικασία αυτή συνεπάγεται έξοδα για το πρόσωπο που τη χρησιμοποιεί και είναι, μάλιστα, ικανή να εκμηδενήσει το οικονομικό συμφέρον από αυτή την πράξη.
Β – Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος
32. Η Γαλλική Κυβέρνηση προτείνει να δοθεί αρνητική απάντηση στο δεύτερο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου λόγω της ιδιαιτερότητας των φυτοπροστατευτικών προϊόντων και του ότι οι εισαγωγές τις οποίες πραγματοποιεί ένας γεωργός αποκλειστικά για τις ανάγκες της εκμεταλλεύσεώς του θα μπορούσαν να θεωρηθούν όχι ως εισαγωγές για ιδιωτικούς σκοπούς, αλλά ως εισαγωγές για εμπορικούς σκοπούς. Η Γαλλική Κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι η προμνησθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Γαλλίας, στην οποία αναφέρεται το ερώτημα αυτό, αφορά εισαγωγές φαρμάκων για ανθρώπινη χρήση για τα οποία έχει χορηγηθεί ιατρική συνταγή και των οποίων η χρήση είναι αυστηρά προσωπική. Τα αποτελέσματα αυτών των φαρμάκων περιορίζονται, συνεπώς, στο άτομο που τα καταναλώνει. Αντιθέτως, στην περίπτωση των φυτοπροστατευτικών προϊόντων, η χρήση του προϊόντος δεν γίνεται υπό την ευθύνη ιατρού ή φαρμακοποιού και μπορεί να συνεπάγεται κινδύνους όχι μόνον για τον συγκεκριμένο γεωργό, αλλά και για άλλα άτομα, για τα ζώα, τα φυτά και το περιβάλλον. Εξάλλου, η απόφαση αυτή διακρίνει μεταξύ των εισαγωγών φαρμάκων που πραγματοποιούνται για εμπορικό σκοπό και εκείνων που πραγματοποιούνται για ιδιωτικό σκοπό. Όμως, σε αντίθεση προς ένα άτομο που εισάγει φάρμακα για προσωπική χρήση, ο γεωργός που εισάγει φυτοπροστατευτικά προϊόντα αποκλειστικά για τις ανάγκες της εκμεταλλεύσεώς του το πράττει για εμπορικούς σκοπούς. Επιπλέον, σε περίπτωση που παραστεί ανάγκη αποσύρσεως ή ανακλήσεως των προϊόντων αυτών, θα ήταν ιδιαίτερα δύσκολο να εντοπιστούν τα ίχνη τους αν το Δικαστήριο κρίνει ότι η νομολογία αυτή καλύπτει και τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα.
33. Η Ελληνική και η Ολλανδική Κυβέρνηση θεωρούν ότι παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα. Εν πάση περιπτώσει, συμμερίζονται, όπως και η Φινλανδική Κυβέρνηση, τις σκέψεις της Γαλλικής Κυβερνήσεως όσον αφορά τις διαφορές μεταξύ των φαρμάκων για τα οποία έχει χορηγηθεί ιατρική συνταγή και των φυτοπροστατευτικών προϊόντων που είναι επικίνδυνα τόσο για το περιβάλλον όσο και για τον καταναλωτή των προϊόντων που έχουν υποβληθεί σε επεξεργασία με τα φυτοπροστατευτικά αυτά προϊόντα.
34. Η Επιτροπή θεωρεί ότι το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα δεν διαχωρίζεται από το πρώτο.
V – Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
35. Κατά το άρθρο 28 ΕΚ, απαγορεύονται μεταξύ των κρατών μελών οι ποσοτικοί περιορισμοί επί των εισαγωγών καθώς και όλα τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος. Μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος συνιστά κάθε μέτρο ικανό να παρεμποδίσει άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά, το ενδοκοινοτικό εμπόριο (10). Ωστόσο, το άρθρο 30 ΕΚ δέχεται τη δυνατότητα απαγορεύσεων ή περιορισμών που δικαιολογούνται από λόγους «προστασίας της υγείας και της ζωής των ανθρώπων και των ζώων ή προφυλάξεως των φυτών». Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η προστασία του περιβάλλοντος συνιστά επιτακτική απαίτηση δυνάμενη να περιορίσει την εφαρμογή του άρθρου 28 ΕΚ (11). Πάντως, η αρχή της αναλογικότητας, επί της οποίας θεμελιώνεται η τελευταία περίοδος του άρθρου 30 ΕΚ, επιβάλλει να περιορίζεται η δυνατότητα των κρατών μελών να απαγορεύουν την εισαγωγή προϊόντων από άλλα κράτη μέλη στο αναγκαίο για την επίτευξη των νομίμως επιδιωκομένων σκοπών της προστασίας της υγείας μέτρο (12).
36. Όπως ανέφερα ανωτέρω (σημείο 8), η οδηγία 91/414 δεν περιέχει καμία διάταξη που να διέπει ειδικά τις προϋποθέσεις χορηγήσεως ΕΔΑ για φυτοπροστατευτικά προϊόντα (13) σε περιπτώσεις παραλλήλων εισαγωγών. Το ανεφάρμοστο της οδηγίας αυτής στις παράλληλες εισαγωγές αναγνωρίστηκε σαφώς από το Δικαστήριο με την απόφαση Harpegnies (14) και επιβεβαιώθηκε, όπως παρατήρησε το αιτούν δικαστήριο (βλ. σημείο 16 των παρουσών προτάσεων), από το Δικαστήριο με την προμνησθείσα απόφαση British Agrochemicals Association (15).
37. Σύμφωνα με την τελευταία αυτή απόφαση, εφόσον υφίστανται δύο ΕΔΑ χορηγηθείσες σύμφωνα με την οδηγία 91/414, το ζήτημα των στόχων προστασίας της υγείας των ανθρώπων και των ζώων καθώς και του περιβάλλοντος που αυτή επιδιώκει δεν τίθεται κατά τον ίδιο τρόπο. Σε μια τέτοια κατάσταση, η εφαρμογή των διατάξεων της οδηγίας σχετικά με τη διαδικασία χορηγήσεως ΕΔΑ υπερβαίνει τα όρια του αναγκαίου για την επίτευξη των στόχων αυτών μέτρου και υπάρχει κίνδυνος αδικαιολόγητης παραβιάσεως της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων που καθιερώνει το άρθρο 30 ΕΚ (16).
38. Το Δικαστήριο διευκρίνισε, περαιτέρω, με την απόφαση αυτή τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες επιτρέπεται μια τέτοια απλουστευμένη διαδικασία χορηγήσεως εγκρίσεως όσον αφορά τη διάθεση φυτοπροστατευτικών προϊόντων στην αγορά. Εκτός από την ύπαρξη κοινής προελεύσεως, υπό την έννοια ότι έχουν παρασκευαστεί από την ίδια εταιρία ή από συνδεόμενη ή λειτουργούσα κατόπιν σχετικής αδείας επιχείρηση σύμφωνα με τον ίδιο τύπο, τα δύο επίμαχα φυτοπροστατευτικά προϊόντα, χωρίς να είναι ως προς όλα τα σημεία πανομοιότυπα, πρέπει, τουλάχιστον, να έχουν παρασκευαστεί σύμφωνα με τον ίδιο τύπο και με τη χρησιμοποίηση της ίδιας δραστικής ουσίας και έχουν τα ίδια αποτελέσματα, λαμβανομένων υπόψη των διαφορών που είναι δυνατόν να υφίστανται όσον αφορά τις γεωργικής, φυτοϋγειονομικής και περιβαλλοντικής, ιδίως κλιματολογικής, φύσεως συνθήκες που έχουν σχέση με τη χρήση του προϊόντος (17).
39. Κατόπιν, ακριβώς, αυτής της αποφάσεως θέσπισε η Γαλλική Κυβέρνηση απλουστευμένη διαδικασία στο πλαίσιο του διατάγματος 2001-317, υιοθετώντας αυτές τις προϋποθέσεις επιτρεπτού, και της υπουργικής αποφάσεως της 17ης Ιουλίου 2001.
VI – Εκτίμηση
Α – Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
1. Επί του πρώτου σκέλους του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
40. Με το πρώτο σκέλος του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος ζητείται να διευκρινιστεί αν ένα κράτος μέλος μπορεί να επιβάλει απλουστευμένη διαδικασία χορηγήσεως ΕΔΑ σε γεωργό ο οποίος εισάγει φυτοπροστατευτικό προϊόν, όταν ο γεωργός αυτός πραγματοποιεί την εισαγωγή αποκλειστικά για τις ανάγκες της εκμεταλλεύσεώς του.
41. Κατά την Επιτροπή, η απαίτηση αυτή αποτελεί μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος κατά την έννοια του άρθρου 28 ΕΚ καθόσον επιβάλλει διοικητική επιβάρυνση ικανή να αποθαρρύνει ένα τέτοιο εισαγωγέα.
42. Ωστόσο, όπως μόλις ανέφερα, το γαλλικό δίκαιο, επιβάλλοντας την αρχή της τηρήσεως απλουστευμένης διαδικασίας χορηγήσεως ΕΔΑ, απλώς προβλέπει την –αναφερόμενη ως απαραίτητη στην προμνησθείσα απόφαση British Agrochemicals– εξακρίβωση της υπάρξεως κοινής προελεύσεως μεταξύ του προϊόντος του οποίου ζητείται η εισαγωγή και του προϊόντος που έχει ήδη λάβει ΕΔΑ εντός του κράτους μέλους εισαγωγής.
43. Οι D. Escalier και J. Bonnarel υποστηρίζουν ότι η γαλλική ρύθμιση αντιβαίνει στη νομολογία του Δικαστηρίου όπως διαμορφώθηκε με την απόφαση Kohlpharma, καθόσον επιβάλλει να παρασκευάζονται τα εισαγόμενα φυτοπροστατευτικά προϊόντα από την ίδια εταιρία που παρασκευάζει τα προϊόντα αναφοράς στη Γαλλία.
44. Πρέπει να αναφέρω, έστω και αν το αιτούν δικαστήριο δεν ερωτά το Δικαστήριο ως προς τα κριτήρια του πανομοιότυπου μεταξύ του προϊόντος του οποίου ζητείται η εισαγωγή και του προϊόντος αναφοράς (18), ότι η λύση που δόθηκε στην υπόθεση αυτή, σύμφωνα με την οποία η έλλειψη κοινής προελεύσεως μεταξύ ενός ήδη εγκεκριμένου φαρμάκου και ενός φαρμάκου για το οποίο ζητείται ΕΔΑ δεν μπορεί να αποτελέσει, καθαυτήν, λόγο αρνήσεως χορηγήσεως ΕΔΑ για το δεύτερο φάρμακο (19), δεν μπορεί να ισχύσει και όσον αφορά τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα. Ενώ ένα φάρμακο χορηγείται με συνταγή ιατρού, ή τουλάχιστον πωλείται από φαρμακοποιό, και καταπίνεται από ένα μόνον ασθενή, ένα φυτοπροστατευτικό προϊόν όπως το επίδικο, ήτοι ζιζανιοκτόνο, είναι ικανό να διασκορπιστεί στη φύση, τόσο από αέρος όσο και υπογείως. Επιπλέον, τα ζιζανιοκτόνα αυτά χρησιμοποιούνται επί φυτικών προϊόντων προοριζομένων να πωληθούν και να καταναλωθούν από τον άνθρωπο ή από ζώα.
45. Όμως, η επικινδυνότητα των φυτοπροστατευτικών προϊόντων είναι βέβαιη (20). Για να πεισθούμε, αρκεί, π.χ., να λάβουμε γνώση του έκτου προγράμματος δράσεως για το περιβάλλον, σκοπός του οποίου είναι, μεταξύ άλλων, να μειώσει τους κινδύνους από τη χρήση ζιζανιοκτόνων, να ενισχύσει τον έλεγχο της χρήσεως και της διανομής των ζιζανιοκτόνων και να ευνοήσει την αντικατάσταση των πλέον επικίνδυνων δραστικών ουσιών με ασφαλέστερες ουσίες όπως οι μη χημικές ουσίες (21), ή να συμβουλευθούμε τη σχετική βιβλιογραφία (22).
46. Δικαιολογείται, συνεπώς, ένα κράτος να απαιτήσει από έναν εισαγωγέα, έστω και αν πρόκειται για αμπελουργό που δεν θα χρησιμοποιήσει το προϊόν αυτό παρά μόνο στο αγρόκτημά του, να τηρήσει την απλουστευμένη διαδικασία χορηγήσεως ΕΔΑ. Ασφαλώς, το προϊόν δεν διατίθεται άμεσα στην αγορά, καθόσον δεν μεταπωλείται, αλλά εντάσσεται σε μια εμπορική διαδικασία, καθόσον τα φυτικά προϊόντα επί των οποίων χρησιμοποιείται το ζιζανιοκτόνο θα διατεθούν στη συνέχεια στην αγορά. Εξάλλου, το Δικαστήριο, στην προμνησθείσα απόφαση British Agrochemicals Association, ουδόλως διέκρινε αναλόγως του σκοπού της εισαγωγής ή της προσωπικότητας του αιτούντος, καθόσον οι κίνδυνοι που συνεπάγεται η χρήση φυτοπροστατευτικών προϊόντων παραμένουν πάντοτε οι ίδιοι.
47. Στο επιχείρημα των D. Escalier και J. Bonnarel, που υποστηρίζουν ότι δεν υπάρχει άλλο εγκεκριμένο σε άλλο κράτος μέλος, και ιδίως στην Ισπανία, φυτοπροστατευτικό προϊόν που να μπορεί να χρησιμοποιηθεί στη Γαλλία και αναφέρουν ότι η Επιτροπή έχει υποβάλει πρόταση κανονισμού (23) που καταργεί την έννοια της εθνικής ΕΔΑ υπέρ μιας εννοίας ΕΔΑ κατά ζώνες, μπορεί να δοθεί η απάντηση ότι, εν πάση περιπτώσει, οι έννοιες της «εθνικής» και «κατά ζώνες» ΕΔΑ δεν είναι ταυτόσημες. Η κατά ζώνες ΕΔΑ, που καλύπτει μια πολύ ευρύτερη εδαφική έκταση, προϋποθέτει τη λήψη υπόψη των ιδιαιτεροτήτων των καλυπτομένων περιοχών, ενώ μια εθνική ΕΔΑ λαμβάνει υπόψη της μόνο τα χαρακτηριστικά του εδάφους του οικείου κράτους.
2. Επί του δευτέρου σκέλους του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
48. Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος επιδιώκεται να διευκρινιστεί αν η απλουστευμένη διαδικασία άδειας εισαγωγής πρέπει να είναι ατομική, αν ο εισαγωγέας μπορεί να υποχρεωθεί να ονομάσει το εισαγόμενο προϊόν με το δικό του εμπορικό σήμα και να καταβάλει τέλος 800 ευρώ. Το σκέλος αυτό θέτει συνεπώς ζήτημα αναλογικότητας των υποχρεώσεων που μπορούν να επιβληθούν στον γεωργό που εισάγει φυτοπροστατευτικό προϊόν για τις ατομικές του ανάγκες, ενώ υπάρχει ήδη εγκεκριμένο προϊόν αναφοράς εντός του κράτους εισαγωγής.
α) Επί της ανάγκης λήψεως ατομικής άδειας
49. Η δυνητική επικινδυνότητα των φυτοπροστατευτικών προϊόντων, στην οποία μόλις αναφέρθηκα, δικαιολογεί την υπαγωγή κάθε εισαγωγής σε διαδικασία δηλώσεως και χορηγήσεως άδειας, έστω και αν το εισαγόμενο προϊόν προορίζεται για ένα μοναδικό χρήστη. Πράγματι, η ευθύνη της χρήσεως ενός τέτοιου προϊόντος δεν μπορεί να αφεθεί στην εκτίμηση ενός απλού χρήστη, αλλά πρέπει να αποτελεί αντικείμενο εγκρίσεως εκ μέρους των δημοσίων αρχών.
50. Εξάλλου, το κράτος μέλος οφείλει να γνωρίζει όλα τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα που βρίσκονται στην επικράτειά του, ιδίως καθόσον υποχρεούται, δυνάμει του άρθρου 12, παράγραφος 1, της οδηγίας 91/414, «[σ]το τέλος τουλάχιστον κάθε τριμήνου, [να ενημερώνει] γραπτώς, εντός ενός μηνός, τα άλλα κράτη μέλη και την Επιτροπή για τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα που έχουν εγκριθεί ή αποσυρθεί από την αγορά […] αναφέροντας τουλάχιστον: το όνομα ή την εταιρική επωνυμία του κατόχου της έγκρισης, το εμπορικό όνομα του φυτοπροστατευτικού προϊόντος, τη μορφή του σκευάσματος, το όνομα και την περιεκτικότητα κάθε δραστικής ουσίας που περιέχει το φυτοπροστατευτικό προϊόν […] σε περίπτωση ανάκλησης εγκρίσεων, τους λόγους για τους οποίους έγιν[ε]». Η παράγραφος 2 προβλέπει επίσης ότι «[κ]άθε κράτος μέλος καταρτίζει ετήσιο κατάλογο των φυτοπροστατευτικών προϊόντων που είναι εγκεκριμμένα στην επικράτειά του, τον οποίο κοινοποιεί στα άλλα κράτη μέλη και στην Επιτροπή». Κατά τα λοιπά, οι εγκρίσεις χορηγούνται για ορισμένη μόνο διάρκεια μη υπερβαίνουσα τη δεκαετία (άρθρο 4, παράγραφος 4), μπορούν δε να επανεξετάζονται οποτεδήποτε (άρθρο 4, παράγραφος 5). Ένα κράτος μέλος μπορεί, επιπλέον, να εγκρίνει προϊόντα μόνο προσωρινά (άρθρο 8). Εξάλλου, αν ένα κράτος μέλος αποφασίσει την απόσυρση ενός φυτοπροστατευτικού προϊόντος, πρέπει να γνωρίζει όλα τα παρόμοια προϊόντα που υπάρχουν στην επικράτειά του, ώστε να προβεί στην απόσυρση όλων.
51. Η Φινλανδική και η Ελληνική Κυβέρνηση ανέφεραν, με τις παρατηρήσεις τους, ότι θεωρούν ότι ένα κράτος μέλος έχει δικαίωμα να απαιτήσει την εφαρμογή απλουστευμένης διαδικασίας χορηγήσεως ΕΔΑ σε περίπτωση παράλληλης εισαγωγής φυτοπροστατευτικών προϊόντων για τις ανάγκες ορισμένης γεωργικής εκμεταλλεύσεως, πράγμα που αφήνει να εννοηθεί ότι τα αντίστοιχα νομικά τους συστήματα επιβάλλουν ανάλογη υποχρέωση. Το ίδιο ισχύει (24), π.χ., όσον αφορά το Ηνωμένο Βασίλειο (25) και τη Σλοβενία (26).
β) Επί της ζητήματος της αναλογικότητας της υποχρεώσεως προσδιορισμού εμπορικής ονομασίας
52. Αν η εισαγωγή ζιζανιοκτόνων από τους γεωργούς, προκειμένου να τα χρησιμοποιήσουν επί των δικών τους φυτικών προϊόντων που προορίζονται προς πώληση, εντάσσεται αναμφισβήτητα στο πλαίσιο εμπορικής δραστηριότητας, πρέπει να τονιστεί ότι, στην περίπτωση αυτή, τα ίδια τα ζιζανιοκτόνα δεν προορίζονται να πωληθούν. Συνεπώς, ο καθορισμός εμπορικής ονομασίας δεν φαίνεται καθόλου δικαιολογημένος.
53. Συναφώς, είναι ενδιαφέρον να παρατηρηθεί ότι ο καθορισμός αυτός δεν είναι, π.χ., υποχρεωτικός στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου ο εισαγωγέας μπορεί να περιοριστεί να χρησιμοποιήσει την εμπορική ονομασία υπό την οποία το προϊόν είναι καταχωρισμένο εντός του κράτους προελεύσεως (27).
54. Εν προκειμένω, ούτε η Φινλανδική ούτε η Ελληνική ούτε η Ολλανδική Κυβέρνηση υποστηρίζουν ότι ο καθορισμός εμπορικής ονομασίας είναι απαραίτητος σε εισαγωγή πραγματοποιούμενη για αυστηρά ιδιωτική χρήση.
55. Η Γαλλική Κυβέρνηση, υποστηριζόμενη ιδίως ως προς το ζήτημα αυτό από την Ολλανδική Κυβέρνηση (βλ. σημείο 23 των παρουσών προτάσεων), αναφέρει αντιθέτως ότι το γαλλικό δίκαιο ουδόλως επιβάλλει τέτοια υποχρέωση στην περίπτωση αυτή. Συνεπώς, το αιτούν δικαστήριο ερμήνευσε εσφαλμένα τα της ονομασίας του εισαγομένου προϊόντος.
γ) Επί του ζητήματος της αναλογικότητας της υποχρεώσεως καταβολής τέλους 800 ευρώ.
56. Η υποχρέωση καταβολής πολύ υψηλού τέλους πριν από την εισαγωγή φυτοπροστατευτικού προϊόντος μπορεί να είναι αποτρεπτική. Μπορεί, ως εκ τούτου, να παρεμποδίσει άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά, τις εισαγωγές και, επομένως, να θίξει την πρακτική αποτελεσματικότητα του άρθρου 28 ΕΚ. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της Ολλανδικής Κυβερνήσεως, το ποσό των 800 ευρώ δεν αντιπροσωπεύει υπέρμετρη επιβάρυνση σε σχέση προς την οικονομία που επιτυγχάνεται με την εισαγωγή. Ο υπολογισμός αυτός δεν αποδεικνύεται, ωστόσο, πολύ χρήσιμος, δεδομένου ότι το εν λόγω τέλος δεν είναι ανάλογο των ενδεχομένων οικονομιών, αλλά του κόστους των ελέγχων στους οποίους οι κρατικές αρχές οφείλουν να προβούν προς εξακρίβωση της ομοιότητας του προϊόντος του οποίου ζητείται η εισαγωγή με το προϊόν αναφοράς. Όμως, στο πλαίσιο παράλληλης εισαγωγής, δεν πρόκειται για την πραγματοποίηση επιστημονικών δοκιμών, αλλά για την εξακρίβωση του πανομοιότυπου μεταξύ του εισαγομένου προϊόντος και του προϊόντος αναφοράς. Προκειμένου να τηρείται η αρχή της αναλογικότητας, ένα τέτοιο τέλος δεν θα πρέπει να υπερβαίνει το πραγματικό κόστος της εξακριβώσεως του πανομοιότυπου μεταξύ του προϊόντος του οποίου ζητείται η εισαγωγή και του προϊόντος αναφοράς.
57. Η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το ποσό των 800 ευρώ δικαιολογείται από το ότι η διοίκηση προβαίνει σε τεκμηριωμένες εξακριβώσεις ερχόμενη σε επαφή με τους αλλοδαπούς ομολόγους της. Όμως η ίδια η αρχή της παράλληλης εισαγωγής προϋποθέτει ότι η εξακρίβωση του πανομοιότυπου του προϊόντος του οποίου ζητείται η εισαγωγή γίνεται όχι σε σχέση προς το αρχικό προϊόν, αλλά προς το «προϊόν αναφοράς», δηλαδή προς το ήδη εισαγόμενο προϊόν (28).
58. Για λόγους συγκρίσεως (29), ενδιαφέρον είναι να παρατηρηθεί ότι στο Ηνωμένο Βασίλειο τα έξοδα διαφέρουν αναλόγως του αν η παράλληλη εισαγωγή πραγματοποιείται για ιδιωτική χρήση ή για εμπορική χρήση (30). Στη Σλοβενία, τα έξοδα είναι μεν ίδια ανεξαρτήτως του σκοπού της εισαγωγής, ανέρχονται όμως, έστω και κατ’ έτος, μόνο σε 17,73 ευρώ (31).
59. Συνεπώς, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι ένα κράτος μέλος μπορεί να επιβάλει απλουστευμένη διαδικασία χορηγήσεως ΕΔΑ, στο πλαίσιο παράλληλης εισαγωγής, σε γεωργό ο οποίος εισάγει φυτοπροστατευτικό προϊόν αποκλειστικά για τις ανάγκες της γεωργικής του εκμεταλλεύσεως. Η έγκριση αυτή, ατομική για κάθε εισαγωγέα, δεν μπορεί, ωστόσο, να εξαρτηθεί από την ονομασία του εισαγομένου προϊόντος με το εμπορικό σήμα του εισαγωγέα και από την καταβολή τέλους υπερβαίνοντος το πραγματικό κόστος της εξακριβώσεως του πανομοιότυπου μεταξύ του προϊόντος του οποίου ζητείται η εισαγωγή και του προϊόντος αναφοράς.
Β – Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος
60. Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα ζητείται να καθοριστεί αν η προμνησθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Γαλλίας, που αφορά τις παράλληλες εισαγωγές φαρμάκων από ιδιώτες, μπορεί να τύχει εφαρμογής στην περίπτωση των φυτοπροστατευτικών προϊόντων τα οποία εισάγουν οι γεωργοί αποκλειστικά για τις ανάγκες των γεωργικών τους εκμεταλλεύσεων.
61. Στην υπόθεση αυτή, η Γαλλική Δημοκρατία καταδικάστηκε διότι υπέβαλλε σε προηγούμενη διαδικασία χορηγήσεως ΕΔΑ τις μη πραγματοποιούμενες με προσωπική μεταφορά προσωπικές εισαγωγές ομοιοπαθητικών φαρμάκων για τα οποία έχει εκδοθεί νομότυπη συνταγή στη Γαλλία αλλά τα οποία είναι εγκεκριμένα εντός άλλου κράτους μέλους.
62. Όπως ανέφερα ανωτέρω στα σημεία 44 και 45, τα φάρμακα για τα οποία χορηγείται ιατρική συνταγή σε ένα μοναδικό ασθενή δεν μπορούν να συγκριθούν με τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα που χρησιμοποιούνται επί φυτικών προϊόντων που προορίζονται για πώληση.
63. Συνεπώς, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η προμνησθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Γαλλίας, που αφορά τις παράλληλες εισαγωγές φαρμάκων από ιδιώτες, δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην περίπτωση των φυτοπροστατευτικών προϊόντων τα οποία εισάγουν οι γεωργοί αποκλειστικά για τις ανάγκες των γεωργικών τους εκμεταλλεύσεων.
VII – Πρόταση
64. Κατόπιν των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στα ερωτήματα που υπέβαλε το cour d’appel de Montpellier:
«1) Ένα κράτος μέλος μπορεί να επιβάλει απλουστευμένη διαδικασία χορηγήσεως εγκρίσεως διαθέσεως στην αγορά, στο πλαίσιο παράλληλης εισαγωγής, σε γεωργό ο οποίος εισάγει φυτοπροστατευτικό προϊόν αποκλειστικά για τις ανάγκες της γεωργικής του εκμεταλλεύσεως. Η έγκριση αυτή, ατομική για κάθε εισαγωγέα, δεν μπορεί, ωστόσο, να εξαρτηθεί από την ονομασία του εισαγομένου προϊόντος με το εμπορικό σήμα του εισαγωγέα και από την καταβολή τέλους υπερβαίνοντος το πραγματικό κόστος της εξακριβώσεως του πανομοιότυπου μεταξύ του προϊόντος του οποίου ζητείται η εισαγωγή και του προϊόντος αναφοράς.
2) Η απόφαση του Δικαστηρίου της 26ης Μαΐου 2005, C-212/03, Επιτροπή κατά Γαλλίας, που αφορά τις παράλληλες εισαγωγές φαρμάκων από ιδιώτες, δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην περίπτωση των φυτοπροστατευτικών προϊόντων τα οποία εισάγουν οι γεωργοί αποκλειστικά για τις ανάγκες των γεωργικών τους εκμεταλλεύσεων.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 – ΕΕ L 230, σ. 1.
3 – Journal officiel de la République française, 7 Μαΐου 1994, σ. 6683.
4 – Journal officiel de la République française, 14 Απριλίου 2001, σ. 5811. Κωδικοποιημένο κείμενο στα άρθρα R.253-52 έως R.253-55 του code rural.
5 – Journal officiel de la République française, 27 Ιουλίου 2001, σ. 12091.
6 – Απόφαση της 26ης Μαΐου 2005 (C-212/03, Συλλογή 2005, σ. I-4213).
7 – Απόφαση της 11ης Μαρτίου 1999 (C-100/96, Συλλογή 1999, σ. I-1499).
8 – Απόφαση της 1ης Απριλίου 2004, C-112/02 (Συλλογή 2004, σ. I-3369).
9 – 2006/0136 (COD) - COM (2006) 388 τελικό. Το παράρτημα 1 που αφορά τον καθορισμό των ζωνών εγκρίσεως των φυτοπροστατευτικών προϊόντων καθορίζει μια ζώνη Γ – Νότο που περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τη Γαλλία και την Ισπανία, καθώς και την Πορτογαλία, την Ελλάδα, την Ιταλία, την Κύπρο και τη Μάλτα.
10 – Αποφάσεις του Δικαστηρίου της 11ης Ιουλίου 1974, 8/74, Dassonville (Συλλογή τόμος 1974, σ. 411), και της 20ής Φεβρουαρίου 1979, 120/78, Rewe-Zentral, «Cassis de Dijon» (Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 321).
11 – Απόφαση του Δικαστηρίου της 20ής Σεπτεμβρίου 1988, 302/86, Επιτροπή κατά Δανίας (Συλλογή 1988, σ. 4607, σκέψη 9). Έτσι, η υποχρέωση που επιβάλλεται από εθνική νομοθεσία στους παραγωγούς και εισαγωγείς, στο πλαίσιο ενός συστήματος που δεν επιτρέπει την εμπορία της μπίρας και των αναψυκτικών παρά μόνο σε συσκευασίες που μπορούν να ξαναχρησιμοποιηθούν, να οργανώνουν σύστημα χρεώσεως και επιστροφής των κενών συσκευασιών πρέπει να θεωρείται απαραίτητο για την επίτευξη των σκοπών προστασίας του περιβάλλοντος, οπότε οι εκ της υποχρεώσεως αυτοί απορρέοντες περιορισμοί για την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων δεν είναι υπέρμετροι (σκέψη 13).
12 – Απόφαση της 14ης Ιουλίου 1983, 174/82, Sandoz (Συλλογή 1983, σ. 2445, σκέψη 18). Ρύθμιση ή εθνική πρακτική δεν μπορεί να υπαχθεί στην εξαίρεση του άρθρου 30 ΕΚ όταν η υγεία και η ζωή των ανθρώπων μπορούν να προστατευθούν εξίσου αποτελεσματικά με μέτρα λιγότερο περιοριστικά για τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές (μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 10ης Σεπτεμβρίου 2002, C-172/00, Ferring, Συλλογή 2002, σ. I-6891, σκέψη 34, και της 8ης Μαΐου 2003, C‑5/01, Paranova Läkemedel κ.λπ., Συλλογή 2003, σ. I-4175, σκέψη 24).
13 – Επί του ζητήματος της διαθέσεως φυτοπροστατευτικών προϊόντων στην αγορά, βλ. V. Kraus, DieZweitanmelderproblematikimPflanzenschutzrecht, Diss., Φρανκφούρτη επί του Μάιν, 1993, σ. 1 έως 5· του ιδίου, NationaleMarktzugangsbeschränkungenfürPflanzenschutzmittelimporte, Europäische Zeitschrift für Wirtschaftsrecht 1997, Heft 11, σ. 331 έως 334· J Fluck, KonsequenzendereuropäischenWirkstoffzulassungfürbestandkräftigedeutschePflanzenschutzmittel-Zulassungen, Europarecht 1999, Heft 5, σ. 687 έως 696· Κ. Fischer, UrsprungsidentitätbeiArzneimittelzulassung, Europäische Zeitschrift für Wirtschaftsrecht 2004, Heft 17, σ. 530 έως 533, και DieErteilungeinerVerkehrsfähigkeitsbscheinigungbeimParallelimportvonPflanzenschutzmitteln, Βερολίνο, 2006· C. Köpl και Α. Fredel, ParallelimportvonPflanzenschutzmitteln, Neue Zeitschrift für Verwaltungsrecht 2004, Heft 5, σ. 569 έως 572· P. E Quart, EU-ParallelimportevonPflanzenschutzmitteln, Wettbewerb in Recht und Praxis 2005, Heft 3, σ. 323 έως 330· Ρ. Koof, WelchegesetzlichenRahmenbedingungenbrauchtderPflanzenschutz- undGenerikahandelinderEuropäischenUnionunterdenAnforderungendesglobalenMarktes?, Agrar- und Umweltrecht 2005, Heft 11, σ. 349 έως 357· Α. Bouveresse, Commentaire, Autorisationdemisesurlemarché, Revue mensuelle LexisNexis JurisClasseur, 2005, σ. 19 έως 20· C.-J. Berr, Retraitd’uneautorisationdemisesurlemarché, Revue trimestrielle LexisNexis JurisClasseur 2006, σ. 678 έως 679· F. Erlbacher, NeuesteRechtsprechungderEuropäischenGerichteindenBereichenLandwirtschaft, Fischerei, TiergesundheitundPflanzenschutz (2. Halbjahr 2006), Argrar- und Umweltrecht 2007, Heft 2, σ. 46.
14 – Απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 1998, C-400/96 (Συλλογή 1998, σ. I-5121, σκέψη 8, όσον αφορά προϊόντα που δεν έχουν ακόμα κυκλοφορήσει στην αγορά εντός του κράτους μέλους εισαγωγής, η οποία αναφέρει ότι «[τ]όσο η διαδικασία που θεσπίζεται με το άρθρο 4 όσο και η διαδικασία που θεσπίζεται με το άρθρο 8 της οδηγίας αφορούν αποκλειστικά την περίπτωση της πρώτης αιτήσεως χορηγήσεως εγκρίσεως για φυτοπροστατευτικό προϊόν το οποίο δεν έχει ακόμα εγκριθεί εντός του κράτους μέλους στο οποίο ζητείται η έγκριση»).
15 – Προμνησθείσα, σκέψη 31.
16 – Προμνησθείσα, σκέψη 32.
17 – Προμνησθείσα απόφαση British Agrochemicals Association, σκέψη 40.
18 – Σημειωτέον ότι η έννοια των κριτηρίων του πανομοιότυπου αποτελεί το αντικείμενο προσφυγής λόγω παραβάσεως στην υπόθεση C-201/06, Επιτροπή κατά Γαλλίας. Στην υπόθεση αυτή, η οποία εκκρεμεί προς το παρόν ενώπιον του Δικαστηρίου, η Επιτροπή θεωρεί ότι η Γαλλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 28 ΕΚ απαιτώντας «κοινή προέλευση» (ίδιος παρασκευαστής) μεταξύ του παραλλήλως εισαγομένου φυτοπροστατευτικού προϊόντος και του προϊόντος αναφοράς.
19 – Προμνησθείσα απόφαση Kohlpharma, σκέψη 21.
20 – Η ένατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 91/414 αναφέρει ότι «οι διατάξεις για την έγκριση πρέπει να εξασφαλίζουν ένα υψηλό επίπεδο προστασίας, με το οποίο πρέπει ιδίως να προλαμβάνεται η έγκριση φυτοπροστατευτικών προϊόντων, των οποίων δεν έχουν εξεταστεί καταλλήλως οι κίνδυνοι για την υγεία, τα υπόγεια ύδατα και το περιβάλλον· ότι ο στόχος της βελτίωσης της φυτικής παραγωγής δεν πρέπει να θίγει την προστασία της υγείας του ανθρώπου και των ζώων καθώς και του περιβάλλοντος».
21 – Άρθρο 7, στοιχείο γ΄, της απόφασης 1600/2002/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Ιουλίου 2002, για τη θέσπιση του έκτου κοινοτικού προγράμματος δράσης για το περιβάλλον (ΕΕ L 242, σ. 1). Η ανακοίνωση της Επιτροπής για το έκτο αυτό πρόγραμμα (COM 2001, 31 τελικό, σ. 47), αναφέρει ότι «[μ]ια ομάδα χημικών που απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή είναι τα γεωργικά φάρμακα (π.χ. προϊόντα φυτοπροστασίας και βιοκτόνα). Αυτά μπορούν να πλήξουν την ανθρώπινη υγεία μέσω της μόλυνσης που επιφέρουν στα υπόγεια ύδατα, το έδαφος, την τροφή ακόμη και τον αέρα. Κενά στα τρέχοντα δεδομένα του προβλήματος καθιστούν δύσκολο το να είμαστε ακριβείς για την κλίμακα και τις τάσεις του προβλήματος, αλλά υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις που δηλώνουν ότι είναι σοβαρό και αυξάνεται. Η μόλυνση των υπόγειων υδάτων προκαλεί ιδιαίτερη ανησυχία. Κατά μέσο όρο, 65 % του Ευρωπαϊκού πόσιμου νερού προέρχεται από υπόγεια ύδατα και ακόμη και μετά την πραγματοποίηση ενεργειών εξυγίανσης για την πρόληψη περαιτέρω μόλυνσης, συχνά χρειάζεται μεγάλο χρονικό διάστημα για να επανέλθουν σε αποδεκτά ποιοτικά επίπεδα. Επίσης ανησυχητική είναι η μόλυνση των τροφίμων μας και οι ενδείξεις συνεχούς συσσώρευσης συγκεκριμένων γεωργικών φαρμάκων σε φυτά και ζώα, με σχετικές επιπτώσεις στην υγεία και την ικανότητά τους για αναπαραγωγή».
22 – Έτσι, όσον αφορά το γαλλικό έδαφος, σημειώνω ότι ένα άρθρο της εφημερίδας Le Monde (M. Auzanneau, 12 Ιουνίου 2007) παρέχει τις ακόλουθες πληροφορίες: κατά τον F. Veillerette (συν-συγγραφέα του έργου Pesticides, Fayard, 2007): «[π]ερίπου ενιακόσια ζιζανιοκτόνα μόρια χρησιμοποιούνται στη Γαλλία. Τα βρίσκουμε παντού, όλοι τα τρώμε καθημερινά. Λόγω της πανταχού παρουσίας τους, είναι δύσκολο για τους επιστήμονες να εντοπίσουν τις συγκεκριμένες πηγές κινδύνου –σε αντίθεση με ένα οριοθετημένο πρόβλημα όπως ο αμίαντος». Κατά τον I. Baldi (maître de conférence στο Πανεπιστήμιο του Μπορντώ), ο οποίος τονίζει την έλλειψη επιστημονικών αποτελεσμάτων όσον αφορά τυχόν κινδύνους συνδεόμενους με προβλήματα πέψης των ζιζανιοκτόνων που απαντώνται στα τρόφιμα, «υπάρχουν στον κόσμο γύρω στις τριάντα μελέτες που όλες αναφέρουν αύξηση του κινδύνου εμφανίσεως όγκων του εγκεφάλου, καθώς και δεκάδες άλλες που αναφέρονται σε αύξηση της συχνότητας άλλων παθολογιών». Εξάλλου, σύμφωνα με γαλλική μελέτη, οι γεωργοί, που είναι πολύ εκτεθειμένοι στα ζιζανιοκτόνα, αλλά και τα άτομα που τα χρησιμοποιούν για τα φυτά τους εσωτερικού χώρου, έχουν στατιστικώς διπλάσιες πιθανότητες αναπτύξεως όγκων του εγκεφάλου (Occupational and environmental medicine, ).
23 – Ο προτεινόμενος κανονισμός θα αντικαταστήσει την οδηγία 91/414. Αποσκοπεί, μεταξύ άλλων, στον περιορισμό της χρήσεως χημικών στοιχείων στη σύνθεση των φυτοπροστατευτικών προϊόντων.
24 – Στη Γερμανία, ωστόσο, κατά το νυν ισχύον δίκαιο, το ζήτημα αυτό είναι ρευστό. Το Verwaltungsgerichtshof Baden-Württemberg (διοικητικό εφετείο της Βάδης-Βυρτεμβέργης) (VGH Baden-Württemberg, Urteil vom 23.1.2007 – Az. 4 S 1379/04 -, Juris) έκρινε πάντως ότι, κατά γραμματική ερμηνεία του νόμου περί της προστασίας των φυτών Pflanzenschutzgesetz (PflSchG), και για την ατομική παράλληλη εισαγωγή απαιτείται η τήρηση απλουστευμένης διαδικασίας χορηγήσεως ΕΔΑ, ούτως ώστε να διατηρείται το επίπεδο ασφάλειας που προβλέπει η οδηγία 91/414.
25 – Plant Protection Products Regulations, 2005 (Statutory Instrument 2005/1435).
26 – Άρθρο 32 bis του νόμου περί των φυτοπροστατευτικών προϊόντων (Zakon o fitofarmacevtskih sredstvih, Uradni list Republike Slovenije, št. 35/2007, σ. 5017).
27 – Άρθρο 19 του Plant Protection Product Regulation, 2005.
28 – Αυτό, εξάλλου, αναφέρεται ρητώς στο γαλλικό δίκαιο, καθόσον το διάταγμα της 4ης Απριλίου 2001 ορίζει, στο άρθρο 1, ότι «[τ]ο πανομοιότυπο του προϊόντος που εισάγεται στην επικράτεια με το προϊόν αναφοράς εκτιμάται λαμβανομένων υπόψη […]».
29 – Στη Γερμανία, τα έξοδα της απλουστευμένης διαδικασίας χορηγήσεως ΕΔΑ κυμαίνονται από 160 ευρώ (σε περίπτωση απλού ελέγχου ενός εγγράφου) έως 1 840 ευρώ [Anlage Gebührenverzeichnis Nr. 5700 του «Verordnung über Kosten des Bundesamtes für Verbraucherschutz und Lebensmittelsicherheit und der Biologischen Bundesanstalt für Land- und Forstwirtschaft im Pflanzenschutzbereich (Pflanzenschutzmittel-Gebührenverordnung – PflSchMGebV)» in der Fassung der Bekanntmachung vom 9. März 2005, BGBl. I S. 744, geändert am 12. März 2007, BGBl. I S.319] [άρθρο 2, παράγραφος 1, του νόμου περί της προστασίας των φυτών και παράρτημα με κατάλογο των τελών αριθ. 5700 της υπουργικής αποφάσεως περί των τελών του Ομοσπονδιακού Γραφείου για την προστασία των καταναλωτών και την ασφάλεια των τροφίμων καθώς και του Ομοσπονδιακού Γραφείου γεωργίας και δασών για την προστασία των φυτών (διάταγμα περί τελών στον τομέα των φυτοπροστατευτικών προϊόντων – PflSchMGebV), όπως δημοσιεύθηκε στις 9 Μαρτίου 2005, BGBl. I σ. 744, και τροποποιήθηκε στις 12 Μαρτίου 2007, BGBl. I σ. 319]. Ωστόσο, δεν διευκρινίζεται το ζήτημα του κόστους της παράλληλης εισαγωγής προϊόντος αποκλειστικά για ιδιωτική χρήση.
30 – Τα έξοδα είναι ωστόσο υψηλά: κατά τι περισσότερο από 700 ευρώ για παράλληλη εισαγωγή για ιδιωτική χρήση και ακόμα επαχθέστερα για παράλληλη εισαγωγή με σκοπό τη διάθεση του προϊόντος στην αγορά (περίπου 1 600 ευρώ), στα οποία προστίθεται ενδεχομένως η δαπάνη καθορισμού εμπορικού σήματος (περίπου 450 ευρώ). Τα έξοδα καθορίζονται στο ακόλουθο κείμενο: The Plant Protection Products (Fees) Regulations 2007, που τέθηκε σε ισχύ την 1η Μαρτίου 2007 .
31 – Άρθρο 4 του κανονισμού περί των εξόδων όσον αφορά την έγκριση των φυτοπροστατευτικών προϊόντων, την ανάλυση των δραστικών ουσών και τη χορήγηση των αδειών για τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα (Uredba o stroških v zvezi z registracijo fitofarmacevtskih sredstev, ocenjevanjem aktivnih snovi in izdajo dovoljenj za fitofarmacevtska sredstva) (Uradni list Republike Slovenije, št. 36/2005).
Full & Egal Universal Law Academy