ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
VERICA TRSTENJAK
της 25ης Οκτωβρίου 2007 1(1)
Υπόθεση C‑285/06
Heinrich Stefan Schneider
κατά
Land Rheinland-Pfalz
[αίτηση του Bundesverwaltungsgericht (Γερμανία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Κανονισμός (ΕΚ) 1493/1999 – Κανονισμός (ΕΚ) 753/2002 – Κοινή οργάνωση της αμπελοοινικής αγοράς – Ονομασία και παρουσίαση-Επισήμανση – Προαιρετικές ενδείξεις – Συμπληρωματικές παραδοσιακές ενδείξεις – Κίνδυνος παραπλανήσεως – Παραδοσιακές ενδείξεις “Réserve” και “Grande Réserve” – Θεμιτό της χρησιμοποιήσεως της μεταφράσεως στη γερμανική γλώσσα των όρων “Reserve” και “Privat-Reserve” για τους γερμανικούς οίνους»
I – Εισαγωγή
1. Η υπό κρίση αίτηση του ανώτατου γερμανικού διοικητικού δικαστηρίου, του Bundesverwaltungsgericht (στο εξής: BVerwG), για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως αφορά ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία και την έκταση εφαρμογής των κανόνων για την προστασία των συμπληρωματικών παραδοσιακών ενδείξεων που περιέχονται στον κανονισμό (ΕΚ) 1493/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, για την κοινή οργάνωση της αμπελοοινικής αγοράς (2), όσον αφορά την περιγραφή, την ονομασία, την παρουσίαση και την προστασία ορισμένων αμπελοοινικών προϊόντων καθώς και στον αντίστοιχο κανονισμό (ΕΚ) 753/2002 της Επιτροπής, της 29ης Απριλίου 2002, για τη θέσπιση ορισμένων λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 1493/1999 του Συμβουλίου όσον αφορά την περιγραφή, την ονομασία, την παρουσίαση και την προστασία ορισμένων αμπελοοινικών προϊόντων (3), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1512/2005 της Επιτροπής, της 15ης Σεπτεμβρίου 2005, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) 753/2002 για τη θέσπιση ορισμένων λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 1493/1999 (στο εξής: κανονισμός 753/2002) (4).
2. Οι συμπληρωματικές παραδοσιακές ενδείξεις για τους οίνους αναγράφονται στην επισήμανση κατά την πώληση και στο πλαίσιο των εννόμων σχέσεων. Η επισήμανση θα μπορούσε να έχει για τους οίνους την ίδια σημασία με το διαβατήριο ή την ταυτότητα για τους ιδιώτες. Είτε αναγνωρίζεται παντού είτε περιορίζεται σε ένα μόνον κράτος (μέλος) (5).
3. Συγκεκριμένα, τα ερωτήματα ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς ενώπιον των γερμανικών διοικητικών δικαστηρίων μεταξύ του αμπελουργού S. Schneider και του ομόσπονδου κράτους Ρηνανίας-Παλατινάτου, σχετικά με τη νομιμότητα της διοικητικής πράξεως με την οποία απαγορεύτηκε η χρησιμοποίηση των όρων «Réserve» και «Grande Réserve» καθώς και «Reserve» και «Privat-Reserve» κατά την επισήμανση του παραγόμενου από τον S. Schneider οίνου στη γερμανική περιφέρεια Pfalz.
II – Το νομικό πλαίσιο
Α – Ο κανονισμός 1493/1999
4. Ο κανονισμός 1493/1999 ρυθμίζει την παραγωγή, την επισήμανση και τους ελέγχους αμπελοοινικών προϊόντων και θεσπίζει, μεταξύ άλλων, κανόνες για ορισμένες ενδείξεις κατά την περιγραφή των προϊόντων.
5. Το άρθρο 47 του κανονισμού 1493/1999 έχει ως εξής:
«1) Οι κανόνες σχετικά με την περιγραφή, την ονομασία και την παρουσίαση ορισμένων προϊόντων που διέπονται από τον παρόντα κανονισμό καθώς και με την προστασία ορισμένων ενδείξεων, αναφορών και όρων εμφαίνονται στο παρόν κεφάλαιο και στα παραρτήματα VII και VIII. Οι εν λόγω κανόνες λαμβάνουν ειδικότερα υπόψη τους ακόλουθους στόχους:
α) την προστασία των νόμιμων συμφερόντων των καταναλωτών·
β) την προστασία των νόμιμων συμφερόντων των παραγωγών·
γ) την ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς·
δ) την προώθηση της παραγωγής προϊόντων ποιότητας.
2) Οι κανόνες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 περιλαμβάνουν ειδικότερα διατάξεις:
α) που καθιστούν υποχρεωτική τη χρησιμοποίηση ορισμένων ενδείξεων·
β) που επιτρέπουν τη χρησιμοποίηση ορισμένων ενδείξεων υπό ορισμένους όρους·
γ) που επιτρέπουν τη χρησιμοποίηση ορισμένων άλλων ενδείξεων, περιλαμβανομένων των πληροφοριών που ενδεχομένως είναι χρήσιμες για τους καταναλωτές·
δ) που διέπουν το καθεστώς προστασίας και ελέγχου ορισμένων ενδείξεων·
ε) που διέπουν τη χρησιμοποίηση γεωγραφικών και παραδοσιακών ενδείξεων·
[...]»
6. Το άρθρο 48 του κανονισμού 1493/1999 έχει ως εξής:
«Η περιγραφή και παρουσίαση των προϊόντων που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό, καθώς και κάθε μορφή διαφήμισής τους, δεν πρέπει να είναι ανακριβείς ούτε να μπορούν να δημιουργήσουν σύγχυση ή να παραπλανήσουν τα πρόσωπα στα οποία απευθύνονται, ιδίως όσον αφορά:
– τις ενδείξεις που προβλέπονται στο άρθρο 47· η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και όταν οι ενδείξεις αυτές χρησιμοποιούνται μεταφρασμένες, όταν παραπέμπουν στη πραγματική προέλευση ή ακόμα όταν συνοδεύονται από ενδείξεις όπως “είδος”, “τύπος”, “μέθοδος”, “απομίμηση”, “μάρκα” ή παρόμοιο ή άλλες παρόμοιες ενδείξεις,
[...]»
7. Το άρθρο 49 του κανονισμού 1493/1999 έχει ως εξής:
«1) Απαγορεύεται η κατοχή προς πώληση, η διάθεση στην αγορά της Κοινότητας και η εξαγωγή προϊόντων η περιγραφή ή η παρουσίαση των οποίων δεν είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού ή τους λεπτομερείς κανόνες που θεσπίζονται κατ’ εφαρμογή του.
[...]
2) Το κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου βρίσκεται το προϊόν, η περιγραφή ή η παρουσίαση του οποίου δεν είναι σύμφωνη με τις αναφερόμενες στην παράγραφο 1 διατάξεις, λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για να επιβάλει κυρώσεις για ό,τι παραβάσεις διαπράχθηκαν, ανάλογες με τη σοβαρότητά τους.
Το κράτος μέλος μπορεί πάντως να δώσει την άδεια να κατέχεται προς πώληση, να διατεθεί στην κοινοτική αγορά ή να εξαχθεί το εν λόγω προϊόν, εφόσον η περιγραφή ή η παρουσίασή του αλλάξει ώστε να είναι σύμφωνη με τις αναφερόμενες στην παράγραφο 1 διατάξεις.»
8. Το άρθρο 53 του κανονισμού 1493/1999 προβλέπει την έκδοση διατάξεων για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού αυτού και, μεταξύ άλλων, των παραρτημάτων VII και VIII. Αυτές οι λεπτομέρειες αφορούν ιδίως τις παρεκκλίσεις, προϋποθέσεις και άδειες που προβλέπονται στα εν λόγω παραρτήματα. Η έκδοση διατάξεων για τις λεπτομέρειες εφαρμογής που αφορούν την επισήμανση επιτραπέζιων οίνων, επιτραπέζιων οίνων που χαρακτηρίζονται με γεωγραφική ένδειξη και οίνων ποιότητας παραγόμενων σε καθορισμένες περιοχές (στο εξής: v.q.p.r.d.) θα έπρεπε και αυτή να χωρεί με νομικό έρεισμα το άρθρο 53.
9. Το τμήμα B του παραρτήματος VII του κανονισμού 1493/1999 ορίζει, σχετικά με τις προαιρετικές ενδείξεις, τα εξής:
«1. Η επισήμανση των προϊόντων που παρασκευάζονται στην Κοινότητα μπορεί να συμπληρώνεται από τις ακόλουθες ενδείξεις, υπό προϋποθέσεις που θα καθοριστούν:
[…]
β) για τους επιτραπέζιους οίνους με γεωγραφική ένδειξη και τους v.q.p.r.d.:
[...]
– τις συμπληρωματικές παραδοσιακές ενδείξεις σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που προβλέπει το κράτος μέλος παραγωγής,
[...]
3. Για τα προϊόντα που αναφέρονται στο σημείο Α 1, η επισήμανση μπορεί να συμπληρώνεται από άλλες ενδείξεις.
4. Για τους οίνους που παρασκευάζονται στο έδαφός τους, τα κράτη μέλη παραγωγής μπορούν να καθιστούν υποχρεωτική, να απαγορεύουν ή να περιορίζουν τη χρήση ορισμένων ενδείξεων που αναφέρονται στα σημεία 1 και 2.»
10. Όσον αφορά τις γλώσσες, που μπορούν να χρησιμοποιούνται για την επισήμανση, το τμήμα Δ του ίδιου παραρτήματος ορίζει τα εξής:
«1. Οι ενδείξεις που περιλαμβάνονται στην επισήμανση πρέπει να αναγράφονται σε μια ή περισσότερες άλλες επίσημες γλώσσες της Κοινότητας κατά τρόπον ώστε ο τελικός καταναλωτής να μπορεί να κατανοεί εύκολα καθεμιά από τις ενδείξεις αυτές.
Ωστόσο:
– το όνομα της καθορισμένης περιοχής,
– το όνομα μιας άλλης γεωγραφικής ενότητας,
– οι παραδοσιακές ειδικές ενδείξεις, και συμπληρωματικές παραδοσιακές ενδείξεις,
– το όνομα των αμπελουργικών εκμεταλλεύσεων ή των ενώσεών τους καθώς και ενδείξεις για την εμφιάλωση,
αναγράφονται μόνον σε μία από τις επίσημες γλώσσες του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου πραγματοποιήθηκε η παρασκευή.
Για τα προϊόντα καταγωγής Ελλάδος και Κύπρου, οι ενδείξεις που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο είναι δυνατόν να επαναλαμβάνονται σε μία ή περισσότερες επίσημες γλώσσες της Κοινότητας.
[...]
Για τα προϊόντα που κυκλοφορούν στην επικράτειά τους, τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν την αναγραφή των ενδείξεων που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο και σε γλώσσα εκτός των επισήμων γλωσσών της Κοινότητας, όταν η χρήση της γλώσσας αυτή είναι παραδοσιακή και χρησιμοποιείται στο οικείο κράτος μέλος ή σε τμήμα του εδάφους του.
Πέραν αυτού, τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν την αναγραφή των ενδείξεων που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο σε [άλλη] γλώσσα, όταν η χρήση της γλώσσας αυτής είναι παραδοσιακή προκειμένου για τις εν λόγω ενδείξεις [...]»
Β – Ο κανονισμός 753/2002
11. Ο κανονισμός 753/2002 είναι ο εκτελεστικός κανονισμός του κανονισμού 1493/1999 και περιέχει διατάξεις για τη θέσπιση ορισμένων λεπτομερειών εφαρμογής όσον αφορά την περιγραφή, την ονομασία, την παρουσίαση και την προστασία ορισμένων αμπελοοινικών προϊόντων.
12. Το άρθρο 6 του κανονισμού αυτού περιέχει τους ακόλουθους κοινούς κανόνες για όλες τις ενδείξεις που εμφαίνονται στη σήμανση:
«1) Κατ’ εφαρμογή του παραρτήματος VII, σημείο Β.3, του κανονισμού (ΕΚ) 1493/1999, η σήμανση των σχετικών προϊόντων μπορεί να συμπληρωθεί από άλλες ενδείξεις με την προϋπόθεση ότι δεν ενέχουν τον κίνδυνο να δημιουργήσουν σύγχυση στα άτομα στα οποία απευθύνονται οι πληροφορίες αυτές, κυρίως όσον αφορά τις υποχρεωτικές ενδείξεις που αναγράφονται στο σημείο Α.1 του εν λόγω παραρτήματος και τις προαιρετικές ενδείξεις που αναφέρονται στο σημείο Β.1 του εν λόγω παραρτήματος.
2) Όσον αφορά τα προϊόντα που αναφέρονται στο παράρτημα VII, στο σημείο Β.3, του κανονισμού (ΕΚ) 1493/1999, οι αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 72, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 1493/1999 μπορούν, με την επιφύλαξη των γενικών διαδικαστικών κανόνων που θεσπίζονται από κάθε κράτος μέλος, να απαιτούν από τους εμφιαλωτές, αποστολείς ή εισαγωγείς την απόδειξη της ακριβείας των ενδείξεων που χρησιμοποιούνται για την περιγραφή και που αφορούν τη φύση, την ταυτότητα, την ποιότητα, τη σύνθεση, την καταγωγή ή την προέλευση του σχετικού προϊόντος ή των προϊόντων που χρησιμοποιούνται για την παρασκευή του.»
13. Σύμφωνα με το άρθρο 23 του κανονισμού 753/2002, προς τον σκοπό της εφαρμογής του παραρτήματος VII, σημείο Β.1, στοιχείο β΄, πέμπτη περίπτωση, του κανονισμού (ΕΚ) 1493/1999, ως «συμπληρωματική παραδοσιακή ένδειξη» νοείται «ένας όρος που χρησιμοποιείται κατά παράδοση για τον χαρακτηρισμό των οίνων που αναφέρονται στον παρόντα τίτλο στα κράτη μέλη παραγωγής και ο οποίος αναφέρεται κυρίως σε μια μέθοδο παραγωγής, παρασκευής, παλαίωσης ή στην ποιότητα, το χρώμα, τον τύπο της τοποθεσίας ή σε ένα ιστορικό γεγονός που συνδέεται με την ιστορία του εν λόγω οίνου και ο οποίος ορίζεται στη νομοθεσία των κρατών μελών παραγωγής προς τον σκοπό της περιγραφής των εν λόγω οίνων που έχουν παραχθεί στο έδαφός τους».
14. Το άρθρο 24 του κανονισμού 753/2002 ορίζει, περαιτέρω, σχετικά με την προστασία των παραδοσιακών ενδείξεων:
«1) Για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, ως “παραδοσιακές ενδείξεις” νοούνται οι συμπληρωματικές παραδοσιακές ενδείξεις που αναφέρονται στο άρθρο 23, οι όροι που αναφέρονται στο άρθρο 28 και οι ειδικές παραδοσιακές ενδείξεις που αναφέρονται στο άρθρο 14, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, στο άρθρο 29 και στο άρθρο 38, παράγραφος 3.
2) Οι παραδοσιακές ενδείξεις που εμφαίνονται στο παράρτημα ΙΙΙ προορίζονται για τους οίνους, με τους οποίους συνδέονται και τυγχάνουν προστασίας από:
α) κάθε σφετερισμό, απομίμηση ή αναφορά, ακόμη και εάν η προστατευόμενη ένδειξη συνοδεύεται από μία έκφραση όπως “είδος”, “τύπος”, “μέθοδος”, “απομίμηση”, “μάρκα” ή παρόμοιο ή άλλες παρόμοιες ενδείξεις·
β) κάθε άλλη καταχρηστική, παραπλανητική ή ψευδή αναφορά, ως προς το χαρακτήρα ή την ουσιαστική ποιότητα του οίνου που αναφέρεται στην πρώτη ή δεύτερη συσκευασία, τη διαφήμιση ή τα σχετικά με το εν λόγω προϊόν έγγραφα·
γ) κάθε άλλη πρακτική η οποία είναι δυνατόν να οδηγήσει το κοινό σε λάθος και ιδίως να δημιουργήσει την εντύπωση ότι ο οίνος υπάγεται στο καθεστώς προστατευόμενης παραδοσιακής ένδειξης.
3) Για την περιγραφή ενός οίνου δεν δύνανται να χρησιμοποιούνται στη σήμανση σήματα που αναφέρουν ονομασίες των παραδοσιακών ενδείξεων που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙΙ, χωρίς ο οίνος αυτός να δικαιούται τέτοια παραδοσιακή ένδειξη.
[…]
4) Αν η μία παραδοσιακή ένδειξη που αναγράφεται στο παράρτημα III του παρόντος κανονισμού εμπίπτει και σε μία των κατηγοριών των ενδείξεων που αναφέρονται στο σημείο Α. και στο σημείο Β.1. και 2 του παραρτήματος VII του κανονισμού (ΕΚ) 1493/1999, οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται σ’ αυτή την παραδοσιακή ένδειξη αντί των άλλων διατάξεων του τίτλου IV ή του τίτλου V.
Η προστασία μιας παραδοσιακής ένδειξης δεν εφαρμόζεται παρά μόνον όσον αφορά τη γλώσσα ή τις γλώσσες στις οποίες αναγράφεται στο παράρτημα III.
Κάθε παραδοσιακή ένδειξη που αναγράφεται στο παράρτημα III συνδέεται με μια κατηγορία οίνου ή με περισσότερες κατηγορίες οίνων. Οι κατηγορίες αυτές είναι:
[...]
δ) οι οίνοι ποιότητας που παράγονται εντός καθορισμένων περιοχών εκτός εκείνων που αναφέρονται στα στοιχεία α΄, β΄ και γ΄ και οι επιτραπέζιοι οίνοι που περιγράφονται με γεωγραφική ένδειξη· στην περίπτωση αυτή η προστασία της παραδοσιακής ένδειξης εφαρμόζεται μόνο για την περιγραφή οίνων άλλων από τους οίνους λικέρ, τους αφρώδεις οίνους και τους αεριούχους αφρώδεις οίνους, τους ημιαφρώδεις οίνους και τους αεριούχους ημιαφρώδεις οίνους·
[...]
5) Προκειμένου να μπορεί να εμφαίνεται στο παράρτημα ΙΙΙ, μια παραδοσιακή ένδειξη πρέπει να είναι σύμφωνη προς τους ακόλουθους όρους
α) να είναι εξειδικευμένη και να ορίζεται επακριβώς στη νομοθεσία του κράτους μέλους,
β) να είναι αρκετά χαρακτηριστική και/ή να χαίρει αναγνωρισμένης φήμης στο εσωτερικό της κοινοτικής αγοράς,
γ) να έχει κατά παράδοση χρησιμοποιηθεί τουλάχιστον επί δέκα έτη στο σχετικό κράτος μέλος,
δ) να συνδέεται με έναν ή, ενδεχομένως, με περισσότερους οίνους ή κατηγορίες κοινοτικών οίνων.
Μια ένδειξη θεωρείται παραδοσιακή ένδειξη στην επίσημη γλώσσα κράτους μέλους εφόσον έχει χρησιμοποιηθεί στη συγκεκριμένη επίσημη γλώσσα και σε καθορισμένη παραμεθόριο περιοχή του ή των γειτονικών κρατών μελών για οίνους που παρασκευάζονται υπό τις ίδιες συνθήκες, και με την προϋπόθεση ότι η σχετική ένδειξη πληροί τα κριτήρια των στοιχείων α΄ έως δ΄ σε ένα από τα εν λόγω κράτη μέλη και ότι αμφότερα τα κράτη μέλη συμφωνούν να ορίσουν, να χρησιμοποιήσουν και να προστατεύσουν τη σχετική ένδειξη.
[...]
7) Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή
α) τα στοιχεία που επιτρέπουν την αιτιολόγηση της αναγνώρισης των παραδοσιακών ενδείξεων·
β) τις παραδοσιακές ενδείξεις των οίνων που έχουν γίνει αποδεκτές στη νομοθεσία τους και που πληρούν τους προαναφερόμενους όρους, καθώς και τους οίνους, τους οποίους αυτές αφορούν αποκλειστικά·
γ) ενδεχομένως, τις παραδοσιακές ενδείξεις που παύουν να τυγχάνουν προστασίας στις χώρες καταγωγής τους.
[…]»
15. Στο παράρτημα III του κανονισμού 753/2002 περιέχεται, με αναφορά στις χώρες, στους σχετικούς οίνους, στις κατηγορίες προϊόντων και στις γλώσσες, ο κατάλογος των παραδοσιακών ενδείξεων που τυγχάνουν προστασίας και αναφέρονται στο άρθρο 24, ιδίως:
– για την Ελλάδα, στην ελληνική γλώσσα, οι ενδείξεις: «Ειδικά Επιλεγμένος (Grand réserve)», «Επιλογή ή Επιλεγμένος (Réserve)» και «Παλαιωθείς επιλεγμένος (Vieille réserve)»,
– για την Ισπανία, στην ισπανική γλώσσα, οι ενδείξεις «Gran Reserva» και «Reserva»,
– για την Ιταλία, στην ιταλική γλώσσα, η ένδειξη «Riserva»,
– για την Αυστρία, στη γερμανική γλώσσα, η ένδειξη «Reserve»,
– για την Πορτογαλία, στην πορτογαλική γλώσσα, οι ενδείξεις «Reserva», «Reserva velha» (ή «grande reserva») και «Super reserva».
III – Τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, η διαδικασία της κύριας δίκης, τα προδικαστικά ερωτήματα και η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία
Α – Τα πραγματικά περιστατικά
16. O S. Schneider, αναιρεσείων στην κύρια δίκη ενώπιον του BVerwG, εκμεταλλεύεται οικογενειακή αμπελουργική επιχείρηση με την εταιρική επωνυμία «Consulat des Weins», ευρισκόμενη στο νότιο Pfalz, πλησίον της πόλεως Trier (Ρηνανία-Παλατινάτο) και εμπορεύεται οκτώ οίνους. Στο πλαίσιο ελέγχου που διενεργήθηκε στις 20 Νοεμβρίου 2002 από τις αρμόδιες αρχές του ομόσπονδου κράτους Ρηνανίας-Παλατινάτου, διατυπώθηκαν, σχετικά με την προβλεπόμενη σήμανση των οίνων αυτών, οι ακόλουθες αιτιάσεις στο μέτρο που είναι κρίσιμο για την παρούσα διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως: οι κύριες σημάνσεις έφεραν την επωνυμία της αμπελουργικής επιχειρήσεως και από κάτω, ανάλογα με την κατηγορία τιμής του οίνου, μεταξύ άλλων, τις ενδείξεις «Grande Réserve» ή «Réserve». Στο οπίσθιο μέρος της σημάνσεως θα αναφερόταν η ποιοτική βαθμίδα των οίνων, η περιοχή του αμπελώνα («Pfalz») καθώς και ο επίσημος αριθμός ελέγχου και εμφιαλώσεως.
17. Με απόφαση της Aufsichts- und Dienstleistungsdirektion Trier (Διευθύνσεως Εποπτείας και Υπηρεσιών της Trier, στο εξής: ADD) του ομόσπονδου κράτους Ρηνανίας-Παλατινάτου της 19ης Δεκεμβρίου 2002, απαγορεύτηκε, μεταξύ άλλων, η χρήση των γαλλικών ενδείξεων «Réserve» και «Grande Réserve» ως παραπλανητικών. Με αποφάσεις της 19ης και 21ης Μαρτίου 2003, η ADD απέρριψε την πρόταση που υπέβαλε, στο πλαίσιο διαδικασίας διοικητικής προσφυγής, ο S. Schneider να χρησιμοποιεί, αντί των ενδείξεων αυτών, τις γερμανικές ενδείξεις «Reserve» και «Privat-Reserve», θεωρώντας και τις ενδείξεις αυτές μη επιτρεπτές.
18. Ο S. Schneider άσκησε προσφυγή ακυρώσεως κατά της αρχικής αποφάσεως και της αποφάσεως επί της διοικητικής προσφυγής. Με την εν λόγω προσφυγή ενώπιον των γερμανικών διοικητικών δικαστηρίων, ο S. Schneider ζήτησε την ακύρωση της απαγορευτικής διατάξεως· περαιτέρω, ζήτησε επίσης να διαπιστωθεί ότι η χρήση των γερμανικών ενδείξεων, είτε σε συνδυασμό με την εταιρική του επωνυμία είτε κατά μόνας, είναι νόμιμη. Η προσφυγή αυτή απορρίφθηκε σε πρώτο βαθμό από το Verwaltungsgericht Neustadt στις 29 Ιανουαρίου 2004. Ο S. Schneider άσκησε έφεση κατά της απορριπτικής αποφάσεως ενώπιον του Oberverwaltungsgericht Rheinland-Pfalz. Το δικαστήριο αυτό, με απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 2004, απέρριψε την έφεση. Κατά την άποψη αμφοτέρων των διοικητικών δικαστηρίων, οι επίδικες ενδείξεις αποτελούν παράνομες απομιμήσεις ή αναφορές στις προστατευόμενες παραδοσιακές ισπανικές, ιταλικές και πορτογαλικές ενδείξεις «(Gran) Reserva», «(Gran) Riserva» ή «(Grande) Réserve».
19. Ο S. Schneider άσκησε ενώπιον του BVerwG αναίρεση κατά της αποφάσεως του Oberverwaltungsgericht Rheinland-Pfalz της 21ης Σεπτεμβρίου 2004. Με την αίτηση αναιρέσεως προέβαλε τον ακόλουθο λόγο αναιρέσεως που αφορά το κοινοτικό δίκαιο: η ισχύουσα νομοθεσία που διέπει τις ονομασίες οίνων προστατεύει τις παραδοσιακές ενδείξεις που αναφέρονται στο σημείο 18 των προτάσεών μου μόνο στην εκάστοτε ισπανική, πορτογαλική ή ιταλική γλώσσα, όχι όμως σε κάποια άλλη γλώσσα. Το ίδιο ισχύει για την αντίστοιχη ελληνική ονομασία, η οποία προστατεύεται μόνο στα ελληνικά και με τους ελληνικούς χαρακτήρες. Η χρήση παρεμφερών ονομασιών για οίνους από άλλο κράτος μέλος δεν αποτελεί, ως εκ τούτου, απομίμηση ούτε αναφορά.
20. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον των γερμανικών διοικητικών δικαστηρίων, η ένδειξη «Consulat des Weins – Réserve/Grande Réserve» καταχωρήθηκε και από το ΓΕΕΑ ως κοινοτικό σήμα.
Β – Η διαδικασία ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου και τα προδικαστικά ερωτήματα
21. Επικαλούμενο το παράρτημα VII, τμήμα B, σημείο 1, στοιχείο β΄, πέμπτη περίπτωση, του κανονισμού 1493/1999, το BVerwG δέχεται ότι οι ενδείξεις «Réserve» και «Grande Réserve» ή «Reserve» και «Privat-Reserve» αποτελούν, κατ’ ουσίαν, συμπληρωματικές παραδοσιακές ενδείξεις και υποδηλώνουν ιδιαίτερη ποιότητα του οίνου λόγω της μεθόδου παραγωγής, παρασκευής ή παλαιώσεως. Δεν θα μπορούσαν όμως να χρησιμοποιηθούν στη Γερμανία ως συμπληρωματικές παραδοσιακές ενδείξεις κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, διότι δεν ορίζονται από τη γερμανική νομοθεσία, όπως προβλέπει το άρθρο 23 του κανονισμού 753/2002. Οι όροι όμως αυτοί θα μπορούσαν, κατ’ αρχήν, να χρησιμοποιηθούν στη Γερμανία ως άλλες ενδείξεις, κατά την έννοια του παραρτήματος VII, τμήμα B, σημείο 3, του κανονισμού 1493/1999, διότι το άρθρο 23 του κανονισμού 753/2002 δεν αποτελεί φραγμό έναντι του παραρτήματος VII, τμήμα B, σημείο 3, του κανονισμού 1493/1999. Ένας τέτοιος αποκλεισμός για όλες τις ενδείξεις που εμπίπτουν κατά περιεχόμενο στις περιπτώσεις που ρυθμίζει το άρθρο 23 του κανονισμού 753/2002 θα αντιστρατευόταν τον σκοπό της νέας νομοθεσίας περί ονομασιών, που έγκειται στο να επιτρέπεται, κατά το μέτρο του δυνατού, η χρήση προαιρετικών ενδείξεων πέραν του ρυθμιζόμενου τομέα.
22. Η χρήση των παραδοσιακών ενδείξεων που προαναφέρθηκαν είναι όμως, κατά την άποψη του BverwG, παρ’ όλ’ αυτά παράνομη, εφόσον είναι παραπλανητική ή προσβάλλει προστατευόμενες ενδείξεις. Οι κατά το άρθρο 24, παράγραφος 2, σε συνδυασμό με το παράρτημα ΙΙΙ του κανονισμού 753/2002, προστατευόμενες συμπληρωματικές παραδοσιακές ενδείξεις υφίστανται πράγματι μόνο στην ισπανική, ελληνική, ιταλική, πορτογαλική και, τώρα πλέον, στη γερμανική γλώσσα, όχι όμως στη γαλλική γλώσσα.
23. Το BVerwG όμως θεωρεί ότι και η χρήση του προστατευόμενου όρου σε διαφορετική από την προστατευόμενη γλώσσα του πρωτοτύπου μπορεί να αποτελεί απαγορευόμενη κατά την έννοια του άρθρου 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 753/2002 απομίμηση ή αναφορά. Η απαγόρευση του σφετερισμού αφορά πράγματι τη χρήση αυτολεξεί της προστατευόμενης ενδείξεως, η απαγόρευση της απομιμήσεως, αντίθετα, απαγορεύει τη χρήση παρεμφερών λέξεων, και η απαγόρευση της αναφοράς τη χρήση λέξεων με παρεμφερές περιεχόμενο.
24. Σύμφωνα όμως με την άποψη του BverwG, αυτή η προστασία των συμπληρωματικών παραδοσιακών ενδείξεων έναντι σφετερισμού, απομιμήσεως και αναφοράς υφίσταται μόνον έναντι οίνων οι οποίοι προέρχονται από το ίδιο κράτος μέλος με αυτό της προστατευόμενης παραδοσιακής ενδείξεως, εν προκειμένω δηλαδή μόνον έναντι ισπανικών, πορτογαλικών, ιταλικών, ελληνικών και αυστριακών οίνων, όχι όμως έναντι οίνων από γερμανικές περιοχές καλλιέργειας. Αυτό προκύπτει από την ειδική σχέση της παραδοσιακής ενδείξεως με την αμπελοοινική παράδοση του εκάστοτε κράτους μέλους και τη ρυθμιστική αυτονομία των κρατών μελών στον τομέα αυτό. Η αντίθετη άποψη θα οδηγούσε σε αχρησία των προαιρετικών ενδείξεων οίνων, και τούτο διότι, στην περίπτωση αυτή, η αναγνώριση μιας παραδοσιακής ενδείξεως από ένα κράτος μέλος θα εμπόδιζε τη χρήση και, συνεπώς, τη διαμόρφωση παρεμφερούς ενδείξεως σε άλλο κράτος μέλος.
25. Δεδομένου ότι το BVerwG έχει αμφιβολίες ως προς την ερμηνεία των κανονισμών 1493/1999 και 753/2002, ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα, ζητώντας την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως:
«1. Πρέπει το άρθρο 47, παράγραφος 2, στοιχεία β΄ και γ΄, σε συνδυασμό με το τμήμα Β, σημείο 1, στοιχείο β΄, πέμπτη περίπτωση, το σημείο 3 του παραρτήματος VII του κανονισμού (ΕΚ) 1493/1999 και το άρθρο 23 του κανονισμού (ΕΚ) 753/2002 να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι μια ένδειξη, η οποία αφορά τη μέθοδο παραγωγής, παρασκευής και παλαιώσεως ή την ποιότητα του οίνου, είναι νόμιμη μόνον ως ρυθμιζόμενη προαιρετική ένδειξη βάσει του τμήματος Β, σημείο 1, στοιχείο β΄, πέμπτη περίπτωση, του παραρτήματος VII, του κανονισμού (ΕΚ) 1493/1999 υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπει το τμήμα αυτό καθώς και το άρθρο 23 του κανονισμού (ΕΚ) 753/2002 και όχι ως άλλη ένδειξη βάσει του τμήματος Β, σημείο 3, του παραρτήματος VII, του κανονισμού (ΕΚ) 1493/1999;
2. Πρέπει το άρθρο 24, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, του κανονισμού (ΕΚ) 753/2002 να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι υπάρχει παράνομη απομίμηση ή αναφορά μόνο στην περίπτωση που τούτο γίνεται στην ίδια γλώσσα με αυτήν της προστατευόμενης παραδοσιακής ενδείξεως;
3. Πρέπει το άρθρο 24, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 753/2002 να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι οι παρατιθέμενες στο παράρτημα ΙΙΙ παραδοσιακές ενδείξεις προστατεύονται μόνο σε σχέση με οίνους οι οποίοι προέρχονται από το ίδιο κράτος μέλος παραγωγής με αυτό από το οποίο προέρχεται η προστατευόμενη παραδοσιακή ένδειξη;»
Γ – Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
26. Στη διαδικασία έλαβαν μέρος, εκτός από τους διαδίκους της κύριας δίκης, η Ελληνική Δημοκρατία, η Ιταλική Δημοκρατία και το Βασίλειο της Ισπανίας. Η Ιταλική Δημοκρατία κατέθεσε μόνον έγγραφες παρατηρήσεις και δεν μετέσχε στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση. Το Βασίλειο της Ισπανίας μετέσχε, στην υπόθεση αυτή, μόνον κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση.
27. Κατά τη συνεδρίαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2007 ανέπτυξαν προφορικά τις παρατηρήσεις τους και απάντησαν σε ερωτήσεις του Δικαστηρίου οι διάδικοι της κύριας δίκης, η Ελληνική Δημοκρατία, το Βασίλειο της Ισπανίας και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
IV – Οι ισχυρισμοί των διαδίκων
Α – Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
28. Κατά την άποψη του S. Schneider, η χρήση των επίδικων ενδείξεων είναι νόμιμη όχι μόνον ως ρυθμιζόμενη προαιρετική ένδειξη βάσει του τμήματος Β, σημείο 1, στοιχείο β΄, πέμπτη περίπτωση, του παραρτήματος VII, του κανονισμού 1493/1999, υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπει το τμήμα αυτό καθώς και το άρθρο 23 του κανονισμού 753/2002, αλλά και ως άλλη ένδειξη βάσει του τμήματος Β, σημείο 3, του παραρτήματος VII, του κανονισμού (ΕΚ) 1493/1999. Η χρήση των όρων αυτών δεν ρυθμίζεται νομοθετικά στη Γερμανία και μπορεί, συνεπώς, να γίνει κατά την εκτίμηση του εμφιαλωτή.
29. Κατά την άποψη του ομόσπονδου κράτους Ρηνανίας-Παλατινάτου, μια ένδειξη, η οποία αφορά τη μέθοδο παραγωγής, παρασκευής και παλαιώσεως ή την ποιότητα του οίνου, είναι νόμιμη μόνον ως ρυθμιζόμενη προαιρετική ένδειξη βάσει του τμήματος Β, σημείο 1, στοιχείο β΄, πέμπτη περίπτωση, του παραρτήματος VII, του κανονισμού 1493/1999, υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπει το τμήμα αυτό καθώς και το άρθρο 23 του κανονισμού 753/2002, και όχι ως άλλη ένδειξη βάσει του τμήματος Β, σημείο 3, του παραρτήματος VII, του κανονισμού 1493/1999, εφόσον εμπίπτει στο πεδίο ρυθμίσεως προϋφισταμένων προστατευομένων συμπληρωματικών παραδοσιακών ενδείξεων. Ένας αποκλεισμός που θα περιοριζόταν στις ενδείξεις που προστατεύονται από το άρθρο 23, σε συνδυασμό με το παράρτημα ΙΙΙ του κανονισμού 753/2002, δεν θα αντιστρατευόταν τον σκοπό της νέας νομοθεσίας περί ονομασιών, που έγκειται στο να επιτρέπεται κατά το μέτρο του δυνατού η χρήση προαιρετικών ενδείξεων πέραν του ρυθμιζόμενου τομέα. Εξάλλου, απαγορεύεται στους ιδιώτες, όπως ο S. Schneider, η ανάπτυξη προαιρετικών ενδείξεων στον τομέα που καλύπτουν προϋφιστάμενες προστατευόμενες παραδοσιακές ενδείξεις.
30. Η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει επίσης την άποψη ότι μια ένδειξη, η οποία αφορά τη μέθοδο παραγωγής, παρασκευής και παλαιώσεως ή την ποιότητα του οίνου, μπορεί να χρησιμοποιείται μόνον ως ρυθμιζόμενη προαιρετική ένδειξη βάσει του τμήματος Β, σημείο 1, στοιχείο β΄, πέμπτη περίπτωση, του παραρτήματος VII, του κανονισμού 1493/1999, υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπει το τμήμα αυτό καθώς και το άρθρο 23 του κανονισμού 753/2002, και όχι και ως άλλη ένδειξη βάσει του τμήματος Β, σημείο 3, του ίδιου παραρτήματος. Προς υποστήριξη της απόψεως αυτής, η Ιταλική Κυβέρνηση επικαλείται το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 753/2002, σύμφωνα με το οποίο η χρήση «άλλων ενδείξεων» είναι δυνατή με την προϋπόθεση ότι δεν ενέχουν τον κίνδυνο να δημιουργήσουν σύγχυση, κυρίως όσον αφορά τις ρυθμιζόμενες προαιρετικές ενδείξεις.
31. Η Ελληνική Κυβέρνηση θεωρεί ότι προστατεύονται μόνον οι οίνοι που απαριθμούνται στον περιοριστικό κατάλογο των παραδοσιακών ενδείξεων στο παράρτημα ΙΙΙ του κανονισμού 753/2002. Κάθε ένδειξη, η οποία αφορά τη μέθοδο παραγωγής, παρασκευής και παλαιώσεως ή την ποιότητα κάθε άλλου οίνου και η οποία θα μπορούσε να θεωρηθεί από καταναλωτή προερχόμενο από την Κοινότητα ή από τρίτη χώρα ότι αναφέρεται σε προστατευόμενη κατά τα άρθρα 23 και 24 του κανονισμού 753/2002 συμπληρωματική παραδοσιακή ένδειξη, χρησιμοποιείται παράνομα και, συνεπώς, για τα προϊόντα που φέρουν την ένδειξη αυτή ισχύουν οι απαγορεύσεις του άρθρου 49 του κανονισμού 1493/1999.
32. Η Ισπανική Κυβέρνηση επισημαίνει ότι οι παραδοσιακές ενδείξεις «Reserva» και «Gran reserva» χρησιμοποιούνται στην Ισπανία για μια μέθοδο παλαιώσεως ερυθρών, λευκών και ερυθρωπών οίνων και είναι γενικώς γνωστές στους καταναλωτές. Στη Γερμανία όμως δεν υπάρχει μέθοδος παραγωγής, παρασκευής και παλαιώσεως οίνου που θα μπορούσε να συνδεθεί με ενδείξεις όπως «Réserve» και «Grande Réserve». Για τον λόγο αυτό, αυτές οι δύο ενδείξεις αποτελούν στη Γερμανία φανταστικούς όρους, που όμως μιμούνται παραδοσιακές ενδείξεις άλλων κρατών μελών και θα μπορούσαν να παραπλανήσουν τους καταναλωτές. Για αυτό οι δύο ενδείξεις «Réserve» και «Grande Réserve» δεν μπορεί να αποτελούν παρά ρυθμιζόμενες προαιρετικές ενδείξεις. Οι ενδείξεις όμως αυτές δεν βρίσκουν, για τους γερμανικούς οίνους, ρητό νομικό έρεισμα στον βασικό κανονισμό και είναι παράνομες.
33. Η Επιτροπή θεωρεί ότι οι ενδείξεις μπορούν, κατ’ αρχήν, να χρησιμοποιούνται ως «άλλες ενδείξεις», κατά την έννοια του άρθρου 47, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, και του τμήματος Β, σημείο 3, του παραρτήματος VII, του κανονισμού 1493/1999, ακόμη και όταν αφορούν τις περιπτώσεις του άρθρου 23 του κανονισμού 753/2002 (μέθοδος παραγωγής, παρασκευής και παλαιώσεως, ποιότητα, χρώμα ή είδος οίνου, τοποθεσία ή ιστορικό γεγονός που συνδέεται με την ιστορία του οίνου). Το άρθρο 23 του κανονισμού 753/2002 δεν αποκλείει τη χρήση «άλλων ενδείξεων», κατά την έννοια του τμήματος Β, σημείο 3, του παραρτήματος VII, του κανονισμού 1493/1999. Πράγματι, δεν μπορεί να αποκλεισθεί η πιθανότητα να αποτελούν οι ενδείξεις αυτές χρήσιμες πληροφορίες για τον καταναλωτή, κατά την έννοια του άρθρου 47, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 1493/1999. Η κατ’ αρχήν νομιμότητα της χρησιμοποιήσεώς τους ως «άλλων ενδείξεων» προκύπτει, περαιτέρω, από το άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 753/2002.
34. Η Επιτροπή επικαλείται, ως περαιτέρω επιχειρήματα, ότι οι περιπτώσεις που καλύπτει το άρθρο 23 του κανονισμού 753/2002 είναι τόσο ευρείες, ώστε, αν γινόταν δεκτός ο αποκλεισμός, δεν θα έμενε πεδίο εφαρμογής για τις «άλλες ενδείξεις» του τμήματος Β, σημείο 3. Εξάλλου η δημιουργία νέων «συμπληρωματικών παραδοσιακών ενδείξεων» είναι δυνατή μόνον εφόσον αυτές θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως «άλλες ενδείξεις» πριν την καταχώρισή τους. Πέραν αυτού, η παραδοχή ότι το άρθρο 23 του κανονισμού 753/2002 προβλέπει αποκλεισμό θα αντιστρατευόταν τον σκοπό του κανονισμού 1493/1999 που έγκειται στο να επιτρέπεται κατά το μέτρο του δυνατού η χρήση προαιρετικών ενδείξεων πέραν του ρυθμιζόμενου τομέα.
Β – Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος
35. Κατά την άποψη του S. Schneider, το άρθρο 24, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, του κανονισμού 753/2002 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι παράνομη απομίμηση ή αναφορά υπάρχει μόνο στην περίπτωση που τούτο γίνεται στην ίδια γλώσσα με αυτήν της προστατευόμενης παραδοσιακής ενδείξεως. Αυτό προκύπτει από τη συγκεκριμένη αναφορά των αντίστοιχων γλωσσών στον κατάλογο του παραρτήματος του κανονισμού 753/2002. Η ερμηνεία αυτή προκύπτει και από το γεγονός ότι η χρήση της ενδείξεως σε άλλη γλώσσα δεν ενέχει τον απαιτούμενο για την παράνομη απομίμηση ή αναφορά κίνδυνο παραπλανήσεως.
36. Το ομόσπονδο κράτος Ρηνανίας-Παλατινάτου, με τις έγγραφες παρατηρήσεις του, δεν εξέφρασε άποψη σχετικά με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα. Στη συνεδρίαση, το ομόσπονδο κράτος Ρηνανίας-Παλατινάτου συντάχθηκε, όσον αφορά το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, με τις απόψεις της Ιταλικής Δημοκρατίας, της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Επιτροπής. Το ομόσπονδο κράτος υποστήριξε ότι μια περιορισμένη απαγόρευση μεταφράσεως θα αντιστρατευόταν την προστασία των παραδοσιακών ενδείξεων, που συναντώνται σε άλλες γλώσσες, καθώς και τους σκοπούς της εσωτερικής αγοράς και την προστασία των καταναλωτών.
37. Κατά την άποψη της Ιταλικής Κυβερνήσεως, η προστασία των ρυθμιζομένων παραδοσιακών ενδείξεων από σφετερισμό, απομίμηση ή αναφορά είναι αναγκαστικά ανεξάρτητη από τη χρησιμοποιηθείσα γλώσσα. Αναφορά υφίσταται πάντοτε όταν η μετάφραση είναι ικανή να προκαλέσει στην αντίληψη του καταναλωτή σύνδεση με την παραδοσιακή ένδειξη στη γλώσσα που τυγχάνει προστασίας· αυτό συμβαίνει εν προκειμένω, λόγω της ομοιότητας των χρησιμοποιουμένων ενδείξεων λατινικής προελεύσεως.
38. Η Ελληνική Κυβέρνηση επίσης θεωρεί ότι η χρήση προστατευομένης ενδείξεως απαγορεύεται σε οποιαδήποτε γλώσσα. Ο μέσος Ευρωπαίος καταναλωτής γνωρίζει, κατά την άποψη της Ελληνικής Κυβερνήσεως, τις περισσότερες από τις ενδείξεις του παραρτήματος ΙΙΙ του κανονισμού 753/2002 ανεξαρτήτως γλώσσας και συνδέει τις ενδείξεις αυτές με την ποιότητα του οίνου. Αυτές οι αναφερόμενες στη σήμανση ενδείξεις και όροι είναι οι καθοριστικές πληροφορίες για την απόφαση αγοράς του οίνου.
39. Η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η λέξη «Réserve» αποτελεί, από γλωσσολογική άποψη, μετάφραση του ισπανικού όρου «reserva». Μια τέτοιου είδους μετάφραση απαγορεύεται κατά το άρθρο 48 του κανονισμού 1493/1999. Η χρήση των παραδοσιακών ενδείξεων στη γλώσσα, για την οποία έχουν καταχωρηθεί, αποτελεί παράνομη απομίμηση ή αναφορά, ενώ η μετάφραση αποτελεί παράνομο σφετερισμό.
40. Η Επιτροπή θεωρεί, επίσης, ότι η χρήση της προστατευόμενης ενδείξεως σε γλώσσα διαφορετική από την του πρωτοτύπου μπορεί να αποτελεί παράνομη απομίμηση ή αναφορά κατά την έννοια του άρθρου 24, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, του κανονισμού 753/2002. Το άρθρο 24, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, ορίζει βέβαια ότι η προστασία μιας παραδοσιακής ένδειξης δεν εφαρμόζεται παρά μόνον όσον αφορά τη γλώσσα στην οποία αναγράφεται στο παράρτημα ΙΙΙ. Αυτό όμως ισχύει μόνο για τον παράνομο σφετερισμό, όπως προκύπτει από το άρθρο 48 του κανονισμού: το άρθρο αυτό, τελικώς, προβλέπει ρητώς ότι ο –αποφευκτέος– κίνδυνος δημιουργίας συγχύσεως ή παραπλανήσεως των καταναλωτών μπορεί να υφίσταται ακόμη και όταν οι ενδείξεις χρησιμοποιούνται μεταφρασμένες. Στο μέτρο αυτό, δεν έχει μεταβληθεί η νομική κατάσταση σε σχέση με τον προϊσχύσαντα κανονισμό 881/98. Το κατά πόσον υφίσταται πράγματι, in casu, κίνδυνος παραπλανήσεως εναπόκειται στην κρίση του εθνικού δικαστηρίου.
Γ – Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος
41. Κατά την άποψη του S. Schneider, το άρθρο 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 753/2002 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι οι παρατιθέμενες στο παράρτημα ΙΙΙ παραδοσιακές ενδείξεις προστατεύονται μόνο σε σχέση με οίνους οι οποίοι προέρχονται από το ίδιο κράτος μέλος παραγωγής με αυτό από το οποίο προέρχεται η προστατευόμενη παραδοσιακή ένδειξη. Αυτό συνάγεται από το γεγονός ότι η προέλευση του οίνου έχει πολύ ιδιαίτερη σημασία για τον καταναλωτή. Η παραδοσιακή ένδειξη αναπτύσσει πάντοτε την ιδιαίτερη δηλωτική της δύναμη σε συνδυασμό με τον τόπο προελεύσεως. Η ένδειξη «Réserve» είναι ευρέως διαδεδομένη στην πρακτική κρατών μελών (π.χ. στη Γαλλία) και τρίτων χωρών και μέχρι στιγμής δεν έχουν επιβληθεί κυρώσεις για τον λόγο ότι αποτελεί παράνομη αναφορά. Μόνον αυτή η στενή ερμηνεία της εκτάσεως της προστασίας της εν λόγω ενδείξεως συνάδει με το γεγονός ότι, για τις προστατευόμενες ισπανικές, πορτογαλικές και ιταλικές ενδείξεις υιοθετήθηκαν παράλληλα διαφορετικά εκάστοτε εθνικά κριτήρια και ότι, επίσης, δεν έγινε δεκτό ότι υφίσταται παράνομη απομίμηση μεταξύ των ενδείξεων. Όπως και στις παρατηρήσεις του σχετικά με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, ο S. Schneider υποστήριξε και σε σχέση με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα ότι, σύμφωνα με τον προστατευτικό σκοπό του κανονισμού, είναι δυνατόν να απαγορεύονται μόνο χρήσεις που ενέχουν κίνδυνο παραπλανήσεως. Όταν όμως γίνεται, συγχρόνως, αναφορά της (γερμανικής) περιοχής παραγωγής, τότε δεν υφίσταται ακριβώς κίνδυνος παραπλανήσεως με ισπανικούς, πορτογαλικούς κ.λπ. οίνους, για τους οποίους προστατεύονται οι εκάστοτε ενδείξεις.
42. Το ομόσπονδο κράτος Ρηνανίας-Παλατινάτου, με τις έγγραφες παρατηρήσεις του, δεν εξέφρασε άποψη σχετικά με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα. Κατά τη συνεδρίαση, το κράτος Ρηνανίας-Παλατινάτου συντάχθηκε, όσον αφορά το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, με τις απόψεις της Ιταλίας, της Ελλάδας και της Επιτροπής.
43. Η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι παραδοσιακές ενδείξεις προστατεύονται, σύμφωνα με το άρθρο 24 του κανονισμού 753/2002, σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση από κάθε απομίμηση ή αναφορά. Στο πλαίσιο αυτό, η προστασία αυτή εφαρμόζεται αποκλειστικά σε οίνους που δικαιούνται προστασίας και προέρχονται από συγκεκριμένο κράτος μέλος παραγωγής. Έτσι π.χ., στην προκειμένη περίπτωση, η προστασία των παραδοσιακών ενδείξεων «Reserva» για την Ισπανία, «Riserva» για την Ιταλία, «Reserve» για την Ελλάδα, «Reserva» για την Πορτογαλία και «Reserve» για την Αυστρία επιφυλάσσεται αποκλειστικά στους οίνους που προέρχονται από τις οικείες χώρες και δικαιούνται προστασίας· συνεπώς, σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για τη σήμανση γερμανικών οίνων.
44. Η Ελληνική Κυβέρνηση θεωρεί ότι η απαγόρευση της χρήσεως των προστατευομένων ενδείξεων υφίσταται και όσον αφορά τη χρήση για οίνους από κράτη παραγωγής διαφορετικά από το της προστατευομένης ενδείξεως.
45. Κατά την άποψη της Επιτροπής, το τρίτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να νοηθεί πιο στενά. Η ερμηνεία του άρθρου 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 753/2002 αφορά, κατ’ ουσίαν, το κατά πόσον απαγορεύεται η χρήση των ενδείξεων «Reserve» ή «Privat-Reserve» για οίνους της κατηγορίας v.q.p.r.d που παράγονται στη Γερμανία, δεδομένου ότι η ένδειξη «Reserve» αναφέρεται στο παράρτημα ΙΙΙ ως συμπληρωματική παραδοσιακή ένδειξη για οίνους της ίδιας κατηγορίας που παράγονται στην Αυστρία. Στο ερώτημα αυτό πρέπει, κατά την άποψη της Επιτροπής, προς την οποία συνάσσεται και η Ισπανική Κυβέρνηση, να δοθεί καταφατική απάντηση διότι, σύμφωνα με το άρθρο 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 753/2002, οι παραδοσιακές ενδείξεις που εμφαίνονται στο παράρτημα III προορίζονται για τους οίνους με τους οποίους συνδέονται, δηλαδή τους οίνους που ανήκουν στην ίδια κατηγορία. Κατά συνέπεια, η ένδειξη «Reserve» προορίζεται για τους οίνους της κατηγορίας v.q.p.r.d που παράγονται στην Αυστρία και τυγχάνει προστασίας από κάθε σφετερισμό, απομίμηση ή αναφορά όσον αφορά οίνους της ίδιας κατηγορίας που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη, συνεπώς και έναντι οίνων της κατηγορίας v.q.p.r.d που έχουν παραχθεί στη Γερμανία.
46. Διαφορετική ερμηνεία δεν δικαιολογεί ούτε η αχρησία των προαιρετικών ενδείξεων οίνων, την οποία φοβάται το BverwG. Τέτοιου είδους αχρησία απορρέει αναγκαστικά από κάθε απαγόρευση παράνομων σφετερισμών και καλύπτει μόνον τις πανομοιότυπες, όχι όμως τις απλώς παρεμφερείς ή παράγωγες ενδείξεις, όπως την ένδειξη «Privat-Reserve». Η ένδειξη αυτή μπορεί να χρησιμοποιείται ελεύθερα, εφόσον δεν συντρέχει παράνομη απομίμηση ή αναφορά, ζήτημα που πρέπει να κρίνει το εθνικό δικαστήριο. Τελικώς, η ερμηνεία που πρεσβεύει το BverwG επιβάλλεται για λόγους αποτελεσματικότητας της προστασίας των ενδείξεων οίνων στην κοινή αγορά (effet utile).
V – Εκτίμηση της γενικής εισαγγελέα
Α – Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
47. Ο κανονισμός 1493/1999 προέβη σε νέα ρύθμιση της κοινής οργανώσεως αγοράς των οίνων. Για τον λόγο αυτό πρέπει, κατά την ερμηνεία του κανονισμού που ακολουθεί, να ληφθεί υπόψη η ιστορία της θέσπισης του κανονισμού 1493/1999, ιδίως η συνειδητή διαρθρωτική τροποποίηση των βασικών αρχών της νομοθεσίας περί ονομασιών, σε σχέση με τον προϊσχύσαντα κανονισμό 2392/89 (6). Όσον αφορά τις ενδείξεις για τους μη αφρώδεις οίνους, το σύστημα του κανονισμού 2392/89 χαρακτηριζόταν από την αρχή της απαγορεύσεως, σύμφωνα με την οποία μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν μόνον οι ενδείξεις που αναφέρονταν κατά τρόπο περιοριστικό στον κανονισμό (7). Αντιθέτως, αρχικώς απαγορεύονταν, σύμφωνα με τα άρθρα 11 και 12, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 2392/89, όλες οι ενδείξεις που δεν αναφέρονταν στον κανονισμό, με ελάχιστες εξαιρέσεις, μέχρις ότου ο κανονισμός 1427/96 (8) υιοθέτησε μια κάπως περισσότερο ελαστική λύση (9).
48. Λόγω του ότι η αρχή της απαγορεύσεως θεωρήθηκε πολύ αυστηρή και μη ανταποκρινόμενη πλέον στις ανάγκες της αγοράς, αντικαταστάθηκε με τον κανονισμό 1493/1999, μετά την προαναφερθείσα πρώτη υιοθέτηση μιας περισσότερο ελαστικής λύσης, που επήλθε το 1996, από την αρχή του επιτρεπτού, καλούμενη και αρχή της απαγορεύσεως της καταχρήσεως. Με τον τρόπο αυτό, η νομοθεσία των ονομασιών για τους μη αφρώδεις οίνους εξομοιώθηκε με αυτή που ισχύει για τους αφρώδεις οίνους (10).
49. Σύμφωνα με την αρχή του επιτρεπτού ή της απαγορεύσεως της καταχρήσεως, όσον αφορά τους μη αφρώδεις οίνους, επιτρέπονται, εκτός από τις προαιρετικές ενδείξεις που αναφέρονται στον κανονισμό 1493/1999, όλες οι λοιπές χρήσιμες ενδείξεις, εφόσον δεν απαγορεύονται από τον νόμο και δεν οδηγούν σε παραπλάνηση των καταναλωτών (11). Αυτή η ελαστικότητα χαρακτηρίστηκε και ως φιλελευθεροποίηση. Αυτή η φιλελευθεροποίηση της νομοθεσίας για τις αμπελοοινικές ονομασίες εξυπηρετούσε τον υπέρτερο σκοπό της μεταρρυθμίσεως, που συνίστατο στο να εξασφαλισθεί η ελαστικότητα της κοινής οργανώσεως της αμπελοοινικής αγοράς, που είναι αναγκαία για μια ομαλή προσαρμογή στη νέα κατάσταση (12).
50. Ο συντάκτης του κανονισμού είχε συνείδηση του γεγονότος ότι οι κανόνες σχετικά με την ονομασία των αμπελοοινικών προϊόντων έχουν σημαντικές επιπτώσεις στις προοπτικές εμπορίας τους (13). Και υπό το πρίσμα αυτό, η αντικατάσταση της αρχής της απαγορεύσεως από την αρχή του επιτρεπτού ή της απαγορεύσεως της καταχρήσεως, με το ευρύτερο πεδίο διακριτικής ευχέρειας που διαθέτουν οι ασκούντες την εμπορία κατά τη σήμανση, πρέπει να θεωρηθεί ως νέα διάρθρωση της εξισορροπήσεως μεταξύ των νομίμων συμφερόντων των παραγωγών και των καταναλωτών (14).
51. Κατά την ερμηνεία των κανόνων της νομοθεσίας περί των ονομασιών των αμπελοοινικών προϊόντων πρέπει, εξαρχής, να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι οι εθνικές διατάξεις περί σημάνσεως δεν θίγουν μόνον τα εμπορικά συμφέροντα των καταναλωτών, αλλά μπορούν να επιφέρουν και περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Στο μέτρο αυτό, σύμφωνα με την απόφαση Clinique (15), πρέπει ακόμη και οι απαγορεύσεις παραπλανήσεως της κοινοτικής νομοθεσίας, και ιδίως αυτές, να ερμηνεύονται υπό το πρίσμα της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων (16). Ο κίνδυνος εξαπατήσεως των καταναλωτών δεν μπορεί να έχει το προβάδισμα έναντι των απαιτήσεων της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων παρά μόνο στον βαθμό που είναι αρκούντως σοβαρός (17). Για τον λόγο αυτό, θα επιθυμούσα να επισημάνω τους κινδύνους μιας πολύ ευρείας ερμηνείας των στοιχείων που στοιχειοθετούν την παραπλάνηση.
Β – Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος
52. Με το πρώτο προδικαστικό του ερώτημα, το BVerwG ερωτά, κατ’ ουσίαν, κατά πόσον πρέπει το άρθρο 47, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, σε συνδυασμό με το τμήμα Β, σημείο 3, του παραρτήματος VII του κανονισμού 1493/1999, να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι οι ενδείξεις «Reserve» και «Grande Reserve» ή «Reserve» και «Privat-Reserve» μπορούν, για οίνους που έχουν παραχθεί σε ένα κράτος μέλος, να χρησιμοποιηθούν κατ’ αρχήν, δηλαδή ανεξαρτήτως του ζητήματος της συγκρούσεως των ενδείξεων αυτών με περιλαμβανόμενες στο παράρτημα ΙΙΙ του ίδιου κανονισμού ενδείξεις, ως «άλλες ενδείξεις» κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, εφόσον το εν λόγω κράτος μέλος δεν έχει θεσπίσει νομοθετικές διατάξεις σχετικά με τη χρήση των ενδείξεων αυτών ως «συμπληρωματικών παραδοσιακών ενδείξεων», κατά την έννοια του άρθρου 47, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, σε συνδυασμό με το τμήμα Β, σημείο 1, στοιχείο β΄, πέμπτη περίπτωση, του παραρτήματος VII, του κανονισμού 1493/1999, σε συνδυασμό με το άρθρο 23 του κανονισμού 753/2002.
53. Το άρθρο 47, παράγραφος 2, του κανονισμού 1493/1999 αναφέρει τρεις τύπους ενδείξεων. Πρόκειται για ορισμένες υποχρεωτικές ενδείξεις (18), προαιρετικές ενδείξεις που επιτρέπονται υπό ορισμένους όρους και άλλες προαιρετικές ενδείξεις, περιλαμβανομένων των πληροφοριών που ενδεχομένως είναι χρήσιμες για τους καταναλωτές. Η έκταση της προστασίας των ενδείξεων αυτών καθορίζεται από το περιεχόμενό τους. Στην προκειμένη όμως υπόθεση, ενδιαφέρον παρουσιάζουν μόνον οι δύο τύποι προαιρετικών ενδείξεων.
54. Οι συμπληρωματικές παραδοσιακές ενδείξεις είναι προαιρετικές ενδείξεις που επιτρέπονται υπό ορισμένους όρους (ρυθμιζόμενες προαιρετικές ενδείξεις σύμφωνα με τη διάταξη περί παραπομπής). Σύμφωνα με το άρθρο 23 του κανονισμού 753/2002, ως συμπληρωματική παραδοσιακή ένδειξη νοείται «ένας όρος που χρησιμοποιείται κατά παράδοση για τον χαρακτηρισμό των οίνων που αναφέρονται στον παρόντα τίτλο στα κράτη μέλη παραγωγής και ο οποίος αναφέρεται κυρίως σε μια μέθοδο παραγωγής, παρασκευής, παλαίωσης ή στην ποιότητα, το χρώμα, τον τύπο της τοποθεσίας ή σε ένα ιστορικό γεγονός που συνδέεται με την ιστορία του εν λόγω οίνου και ο οποίος ορίζεται στη νομοθεσία των κρατών μελών παραγωγής προς τον σκοπό της περιγραφής των εν λόγω οίνων που έχουν παραχθεί στο έδαφός τους».
55. Το άρθρο 6 του κανονισμού 753/2002 αποτελεί την προστατευτική ρήτρα για τις άλλες ενδείξεις και τις συμπληρωματικές παραδοσιακές ενδείξεις. Πράγματι, η χρήση άλλων ενδείξεων, κατά την έννοια του παραρτήματος VII, τμήμα B, σημείο 3, του κανονισμού 1493/1999, διευκρινίζεται με το άρθρο 6 του κανονισμού 753/2002. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, η χρήση άλλων ενδείξεων εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι εκ του λόγου αυτού δεν πρέπει να γεννάται κίνδυνος παραπλανήσεως των καταναλωτών όσον αφορά υποχρεωτικές και ρυθμιζόμενες προαιρετικές ενδείξεις.
56. Κατά την άποψή μου, στο κείμενο του άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 753/2002 δεν γίνεται αναφορά σε αφηρημένο κίνδυνο παραπλανήσεως. Μια ερμηνεία του άρθρου 6 του κανονισμού 753/2002 που θα δεχόταν ότι το άρθρο αυτό αναφέρεται σε αφηρημένο κίνδυνο παραπλανήσεως, θα αντιστρατευόταν τον σκοπό της αρχής του επιτρεπτού ή της απαγορεύσεως της καταχρήσεως, δεδομένου ότι με την αρχή αυτή είναι συνυφασμένη μια συγκεκριμένη, σχεδόν περιπτωσιολογική θεώρηση του κινδύνου παραπλανήσεως. Μια αφηρημένη θεώρηση θα έθιγε, επίσης, κατά τρόπο δυσανάλογο, τα νόμιμα συμφέροντα των παραγωγών.
57. O κίνδυνος παραπλανήσεως παίζει, στο δίκαιο περί των ονομασιών των αμπελοοινικών προϊόντων, παρόμοιο ρόλο με αυτόν του κινδύνου συγχύσεως στο δίκαιο των σημάτων. Όσον αφορά τον κίνδυνο αυτό, το Δικαστήριο έχει κρίνει, σε ένα κάπως διαφορετικό πλαίσιο, ότι, «επιτρέποντας τη χρήση των σημάτων για τη συμπλήρωση της περιγραφής, της παρουσιάσεως και της διαφημίσεως των αφρωδών οίνων, ο κοινοτικός νομοθέτης θέλησε κατ’ ανάγκη να σταθμίσει ορισμένα συμφέροντα μεταξύ τους και συγκεκριμένα, αφενός, την προστασία των καταναλωτών και, ειδικότερα, το δικαίωμα να μην παραπλανώνται ως προς τις εγγενείς ιδιότητες ενός προϊόντος και, αφετέρου, την προστασία των δικαιωμάτων της πνευματικής ιδιοκτησίας και, ειδικότερα, το έννομο συμφέρον των δικαιούχων του σήματος να το χρησιμοποιούν και να το εκμεταλλεύονται στο εμπόριο. Η στάθμιση αυτή θα διακυβευόταν σοβαρά, εάν ένας απλός κίνδυνος συγχύσεως, ο οποίος διαπιστώνεται μάλιστα χωρίς καν να λαμβάνονται υπόψη οι αντιλήψεις ή οι συνήθειες των καταναλωτών, αρκούσε για να εμποδίσει τη χρήση ονομασίας προστατευομένης ως σήματος» (19). Το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του κανονισμού 2333/92 (20), που περιείχε και αυτό απαγόρευση της χρήσεως ορισμένων ενδείξεων λόγω του κινδύνου παραπλανήσεως, έχει την έννοια «ότι, για την εφαρμογή της απαγορεύσεως που προβλέπει η διάταξη αυτή, δεν αρκεί να διαπιστωθεί ότι ένα σήμα το οποίο περιλαμβάνει μια λέξη η οποία ανευρίσκεται στην περιγραφή ενός των προϊόντων που αναφέρονται στη διάταξη αυτή μπορεί να εκληφθεί ως περιγραφή του εν λόγω προϊόντος. Επιβάλλεται, επιπλέον, να αποδειχθεί ότι η χρήση του σήματος μπορεί πράγματι να παραπλανήσει τους οικείους καταναλωτές και, κατά συνέπεια, να επηρεάσει την οικονομική συμπεριφορά τους. Συναφώς, στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να λάβει υπόψη την τεκμαιρόμενη προσδοκία σχετικά με την ένδειξη αυτή ενός μέσου καταναλωτή, ο οποίος έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος» (21).
58. Από τη διατύπωση του άρθρου 6 του κανονισμού 753/2002, που εστιάζει στον συγκεκριμένο κίνδυνο παραπλανήσεως, καθίσταται, επομένως, σαφές ότι μόνη η δυνατότητα επικαλύψεως με περιπτώσεις που καλύπτονται από ρυθμιζόμενες ενδείξεις δεν καθιστά μια άλλη ένδειξη μη νόμιμη (22). Όπως πειστικά επισημαίνει η Επιτροπή, αυτό θα περιόριζε πολύ σημαντικά το πεδίο εφαρμογής των άλλων ενδείξεων, λόγω του ευρέος πεδίου εφαρμογής των ενδείξεων του τμήματος Β, σημείο 1, στοιχείο β΄, πέμπτη περίπτωση, του παραρτήματος VII του κανονισμού (23).
59. Μια διαφορετική ερμηνεία θα αντιστρατευόταν και τον σκοπό της μεταρρυθμίσεως, που είναι να δημιουργήσει, επιτρέποντας άλλες, μη ρυθμιζόμενες ενδείξεις, ελεύθερα πεδία εμπορίας, και θα οδηγούσε, με έμμεσο τρόπο, σχεδόν σε αποτυχία τη σκοπούμενη φιλελευθεροποίηση του δικαίου περί των ονομασιών. Ο κύριος σκοπός του νέου δικαίου περί των ονομασιών συνίσταται, τελικώς, ακριβώς στο να μην εξαρτάται πλέον αυστηρά το επιτρεπτό της χρησιμοποιήσεως από το κατά πόσον συντρέχει συγκεκριμένο πραγματικό στοιχείο που έχει αποτελέσει αντικείμενο ρυθμίσεως, αλλά μόνον από το κατά πόσον υφίσταται κίνδυνος παραπλανήσεως. Σύμφωνα με τη μεταρρύθμιση, πρέπει να επιτρέπεται κατά το μέτρο του δυνατού η χρήση προαιρετικών ενδείξεων πέραν του ρυθμιζόμενου τομέα. Λόγω όμως του ότι ο ορισμός της συμπληρωματικής παραδοσιακής ενδείξεως, κατά το άρθρο 23 του κανονισμού 753/2002, είναι πολύ ευρύς, δεν είναι δυνατό να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν απομένει κανένα πεδίο εφαρμογής για τις άλλες ενδείξεις, κατά τρόπο που αντιστρατεύεται την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 753/2002 (24).
60. Η κρίση περί του κατά πόσον συγκεκριμένη ένδειξη είναι παραπλανητική αποτελεί πραγματικό ζήτημα, επί του οποίου θα πρέπει να αποφανθεί το εθνικό δικαστήριο στο πλαίσιο της κύριας δίκης (25). Δεν υπάρχει, αντιθέτως, αυτοματισμός, υπό την έννοια ότι κάθε άλλη ένδειξη θα ήταν κατ’ αρχήν παραπλανητική, για τον μοναδικό λόγο ότι αφορά πραγματικά περιστατικά που θα μπορούσαν να ρυθμιστούν και με ρυθμιζόμενες προαιρετικές ενδείξεις.
61. Αυτό δεν μεταβάλλεται ούτε από τη σκέψη ότι η χρήση μιας «άλλης ενδείξεως» κατά τη σήμανση των οίνων θα μπορούσε ενδεχομένως να δημιουργήσει σε μη ενημερωμένο καταναλωτή την ψευδή εντύπωση ότι πρόκειται για ρυθμιζόμενη, δηλαδή οριζόμενη στον νόμο ένδειξη. Η απαγόρευση της παραπλανήσεως από τη νομοθεσία περί των ονομασιών εξυπηρετεί, βέβαια, τον σκοπό της εξαλείψεως, κατά τη διάθεση των οίνων, κάθε πρακτικής πού μπορεί να δημιουργήσει ψευδείς εντυπώσεις (26). Όπως όμως προαναφέρθηκε, στο πλαίσιο αυτό, απαιτείται, σύμφωνα με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, συγκεκριμένη θεώρηση των πραγμάτων (27). Ο αφηρημένος απλώς κίνδυνος της δημιουργίας της εντυπώσεως προστατευομένης ενδείξεως δεν μπορεί να καταστήσει παράνομη τη χρήση μη ρυθμιζομένης ενδείξεως, εφόσον δεν συντρέχει συγκεκριμένη πραγματική παραπλάνηση των καταναλωτών: αυτό θα ήταν αντίθετο προς τη σκοπούμενη από τον κοινοτικό νομοθέτη στάθμιση συμφερόντων μεταξύ, αφενός, της προστασίας των καταναλωτών και, αφετέρου, της προστασίας των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας του διανομέα (28). Αυτό ισχύει, πολύ περισσότερο, όσον αφορά τη μεταρρυθμισθείσα νομοθεσία περί ονομασιών των οίνων. Διαφορετικά θα καταστρατηγείτο πλήρως η αρχή του a priori επιτρεπτού των μη ρυθμιζομένων ενδείξεων: το επιχείρημα σχετικά με τη δυνατότητα δημιουργίας της εντυπώσεως ρυθμιζομένης ενδείξεως είναι, τελικώς, δυνατό να προβληθεί έναντι κάθε άλλης ενδείξεως (29).
62. Τέλος, θα ήθελα ακόμη να διευκρινίσω ότι το γεγονός ότι η ένδειξη «Réserve» αναφέρεται στη μέθοδο παραγωγής, παρασκευής και παλαιώσεως του οίνου δεν αρκεί για να απαγορευθεί η χρήση της για γερμανικούς οίνους. Για να μπορεί να απαγορευθεί, θα έπρεπε είτε να αποδειχθεί συγκεκριμένος κίνδυνος παραπλανήσεως είτε ρητή διάταξη να απαγορεύει τη χρησιμοποίηση της ενδείξεως.
63. Στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει, συνεπώς, να δοθεί η απάντηση ότι μια ένδειξη, η οποία αφορά τη μέθοδο παραγωγής, παρασκευής και παλαιώσεως ή την ποιότητα του οίνου, μπορεί να είναι νόμιμη όχι μόνον ως ρυθμιζόμενη προαιρετική ένδειξη βάσει του τμήματος Β, σημείο 1, στοιχείο β΄, πέμπτη περίπτωση, του παραρτήματος VII, του κανονισμού 1493/1999, υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπει το τμήμα αυτό καθώς και το άρθρο 23 του κανονισμού 753/2002, αλλά και ως άλλη ένδειξη βάσει του τμήματος Β, σημείο 3, του παραρτήματος VII, του κανονισμού 1493/1999.
Γ – Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος
64. Με το δεύτερο ερώτημά του, το BVerwG ερωτά κατά πόσον το άρθρο 24, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, του κανονισμού 753/2002 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι υπάρχει παράνομη απομίμηση ή αναφορά μόνο στην περίπτωση που αυτό γίνεται στην ίδια γλώσσα με αυτήν της προστατευόμενης παραδοσιακής ενδείξεως.
65. Σύμφωνα με το άρθρο 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 753/2002, η παραδοσιακή ένδειξη τυγχάνει προστασίας από «κάθε σφετερισμό, απομίμηση ή αναφορά, ακόμη και εάν η προστατευόμενη ένδειξη συνοδεύεται από μία έκφραση όπως “είδος”, “τύπος”, “μέθοδος”, “απομίμηση”, “μάρκα” ή παρόμοιο ή άλλες παρόμοιες ενδείξεις».
66. Στο κοινοτικό δίκαιο, όπως ακριβώς στις εθνικές έννομες τάξεις, ισχύει η αρχή σύμφωνα με την οποία η ερμηνεία του κειμένου πρέπει να γίνεται με βάση το ίδιο το κείμενο, σύμφωνα με τη διατύπωσή του. Πρέπει να διαπιστώνεται η συνήθης και φυσιολογική έννοια των λέξεων στο άμεσο πλαίσιο της προτάσεως (30). Μόνον όταν από τη διατύπωση της διατάξεως δεν προκύπτει, λόγω των αποκλίσεων μεταξύ των κειμένων των διαφόρων γλωσσών, σαφής και ενιαία ερμηνεία σχετικά με το επίδικο ζήτημα, πρέπει η ερμηνεία να στηρίζεται στον σκοπό και τη γενική οικονομία της διατάξεως (31). Όταν ένα κείμενο παραγώγου κοινοτικού δικαίου χρήζει ερμηνείας, πρέπει να ερμηνεύεται, κατά το δυνατόν, κατά τρόπο «που να προκύπτει ότι είναι σύμφωνο με τις διατάξεις της Συνθήκης. Ομοίως, η ερμηνεία των εκτελεστικών κανονισμών πρέπει να είναι, κατά το δυνατόν, σύμφωνη με τις διατάξεις του βασικού κανονισμού» (32).
67. Είναι προφανές ότι η απαρίθμηση των απαγορευομένων περιπτώσεων στο άρθρο 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 753/2002 δεν περιλαμβάνει ρητώς τη μετάφραση της προστατευομένης ενδείξεως (33). Ως προς αυτό διαφέρει το άρθρο 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 753/2002, που αποτελεί εκτελεστικό κανονισμό (34), και από το –κατά τα λοιπά πανομοιότυπο– άρθρο 48 του κανονισμού 1493/1999, που απαγορεύει γενικώς την παραπλάνηση όσον αφορά κάθε μορφής υποχρεωτικές και προαιρετικές ενδείξεις, και μάλιστα ρητώς ακόμη «και όταν οι ενδείξεις αυτές χρησιμοποιούνται μεταφρασμένες, όταν παραπέμπουν στη πραγματική προέλευση ή ακόμα όταν συνοδεύονται από ενδείξεις όπως “είδος”, “τύπος”, “μέθοδος”, “απομίμηση”, “μάρκα” ή παρόμοιο ή άλλες παρόμοιες ενδείξεις».
68. Η σιωπή ενός εκτελεστικού κανονισμού σε σχέση με συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, που ρυθμίζονται (διαφορετικά) με τον βασικό κανονισμό, δεν σημαίνει πάντοτε ότι υπάρχει ρυθμιστικό κενό (35). Αντιθέτως, η διαφοροποίηση μεταξύ του κειμένου του βασικού κανονισμού 1493/1999 και εκείνου του εκτελεστικού κανονισμού 753/2002 μπορεί, ανάλογα με τον σκοπό της ρυθμίσεως, να αποσκοπούσε ακριβώς σε περιορισμό του πεδίου εφαρμογής της απαγορεύσεως. Η παράλειψη αναφοράς της μεταφράσεως στο άρθρο 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 753/2002 δεν αποτελεί, κατά την άποψή μου, τυχαίο συμβάν, αλλά, αντιθέτως, συνειδητή άρνηση να συμπεριληφθούν οι μεταφράσεις στην απαγόρευση του άρθρου 48 του κανονισμού 1493/1999 και, με τον τρόπο αυτό, περιορισμό του πεδίου προστασίας που παρέχει η απαγόρευση του άρθρου 48.
69. Μια τέτοια ερμηνεία μπορεί να θεμελιωθεί μόνο συστηματικά και τελεολογικά και λαμβάνει υπόψη τη φύση των παραδοσιακών ενδείξεων. Εκτός από τις αναφερθείσες διαφορές στη διατύπωση των κανονισμών 1493/1999 και 753/2002, χαρακτηριστικό για τις παραδοσιακές ενδείξεις είναι ένα διαφορετικό πεδίο προστασίας, όσον αφορά τις μεταφράσεις, απ’ ό,τι ισχύει στην περίπτωση των προστατευομένων ονομασιών προελεύσεως (36).
70. Ο κανονισμός 753/2002 απαριθμεί τις προστατευόμενες παραδοσιακές ενδείξεις στο παράρτημα ΙΙΙ με τη μορφή πίνακα, στον οποίο, δίπλα στον οικείο οίνο και την κατηγορία οίνου, αναφέρεται και η οικεία γλώσσα, στην οποία προστατεύεται ο εκάστοτε όρος. Όταν η Επιτροπή, στις παρατηρήσεις της επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος, επισημαίνει ορθά ότι η προστασία της παραδοσιακής ενδείξεως ισχύει μόνο για τις κατηγορίες οίνων που αναφέρονται στο παράρτημα (37) (v.q.p.r.d.), το ίδιο θα πρέπει να ισχύσει και όσον αφορά τις γλώσσες που αναφέρονται στο παράρτημα αυτό στο ίδιο επίπεδο με τις κατηγορίες οίνων: Το παράρτημα αποτελεί, όσον αφορά όλες τις αναφερόμενες σε αυτό κατηγορίες εξίσου, εξειδίκευση του πεδίου εφαρμογής της απαγορεύσεως απομιμήσεως.
71. Το ίδιο το άρθρο 24 του κανονισμού 753/2002 επιβεβαιώνει αυτή την ερμηνεία, διότι η παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, του άρθρου αυτού προβλέπει ρητώς ότι η προστασία μιας παραδοσιακής ένδειξης δεν εφαρμόζεται παρά μόνον όσον αφορά τη γλώσσα ή τις γλώσσες στις οποίες αναγράφεται στο παράρτημα III. Σε συνδυασμό με τη συνειδητή παράλειψη αναφοράς της μεταφράσεως στην απαγόρευση απομιμήσεως του άρθρου 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 753/2002, καθίσταται συνεπώς σαφές ότι δεν μπορεί να απαγορεύεται παρά μόνον η χρησιμοποίηση της προστατευομένης ενδείξεως στη δική της γλώσσα, δηλαδή στην πρωτότυπη γλώσσα που έχει καταχωρηθεί.
72. Θα ήθελα ακόμη να επισημάνω ότι το άρθρο 24 του κανονισμού 753/2002 αποτελεί ειδική, έναντι του άρθρου 48 του κανονισμού 1493/1999, ρύθμιση για τις συμπληρωματικές παραδοσιακές ενδείξεις. Σύμφωνα με τη γενική νομική αρχή «lex specialis derogat legi generali» (38), υπερισχύει η ειδική διάταξη. Το άρθρο 48 του κανονισμού 1493/1999 περιέχει τη γενική απαγόρευση παραπλανήσεως για όλες τις δυνατές ενδείξεις σύμφωνα με τον κανονισμό. Αντιθέτως, το άρθρο 24 του κανονισμού 753/2002 εξειδικεύει, κατά τρόπο περιοριστικό, την απαγόρευση παραπλανήσεως ειδικά για μία μόνον κατηγορία ενδείξεων, τις συμπληρωματικές παραδοσιακές ενδείξεις. Μια τέτοια ερμηνεία του εκτελεστικού κανονισμού 753/2002 της Επιτροπής είναι σύμφωνη και προς τον βασικό κανονισμό 1493/1999.
73. Η ερμηνεία που λαμβάνει υπόψη την έννοια και τον σκοπό της διατάξεως στηρίζει επίσης το συμπέρασμα αυτό. Έννοια και σκοπό της εισαγωγής μη ρυθμισμένων «άλλων ενδείξεων» όπως και των συμπληρωματικών παραδοσιακών ενδείξεων αποτελεί η φιλελευθεροποίηση της νομοθεσίας περί των ονομασιών, υπό την έννοια της απαγορεύσεως της καταχρήσεως (39). Εφόσον, συνεπώς, ο ίδιος ο κανονισμός σκοπεί να εμποδίσει μόνον τις ρητώς απαγορευμένες ενδείξεις, είναι προφανές ότι οι απαγορεύσεις που περιέχει δεν πρέπει να ερμηνεύονται διασταλτικά, καθ’ υπέρβαση του γράμματός τους, σε αντίθεση με την κατάργηση της αρχής της απαγορεύσεως.
74. Στο πλαίσιο της τελεολογικής ερμηνείας πρέπει, αντιθέτως, να ληφθεί υπόψη η αντικατάσταση του μοντέλου με την αρχή της απαγορεύσεως της καταχρήσεως, υπό την έννοια ότι η αφηρημένη απαγόρευση μεταφράσεων είναι δικαιολογημένη μόνον όταν αυτές καθεαυτές οι μεταφράσεις δημιουργούν κίνδυνο παραπλανήσεως. Στην αρχή αυτή στηρίζεται, π.χ., η απαγόρευση της μεταφράσεως προστατευομένων ονομασιών προελεύσεως και λοιπών γεωγραφικών ενδείξεων, διότι οι περισσότερες από τις ενδείξεις που προστατεύονται με τον τρόπο αυτό, ιδίως οι ενδείξεις προελεύσεως, σημαίνουν, για τον καταναλωτή, το ίδιο στις άλλες γλώσσες όπως και στη γλώσσα προελεύσεως. Ακόμη και μεταφράσεις των όρων αυτών παραπέμπουν, τις περισσότερες φορές, χωρίς αμφιβολία, στα προστατευόμενα εμπορεύματα ή υπηρεσίες και, για τον λόγο αυτό, μπορούν αυτές καθεαυτές να οδηγήσουν σε παραπλάνηση. Έτσι, ο καταναλωτής θα σκεφτεί αμέσως το τυρί που παράγεται σε συγκεκριμένη ιταλική περιοχή, αν ακούσει την ένδειξη «Parmigiano»· στον ίδιο όμως συνειρμό θα τον οδηγήσει και η μετάφραση «παρμεζάνα». Αυτή ακριβώς η ισοδυναμία της μεταφράσεως με την προστατευόμενη ένδειξη αποτελεί τη ratio legis της γενικής απαγορεύσεως μεταφράσεως στο δίκαιο περί των ονομασιών (40).
75. Μια τέτοια ισοδυναμία όσον αφορά την έκταση προστασίας δεν μπορεί να γίνει δεκτή στην περίπτωση, συγκεκριμένα, των παραδοσιακών ενδείξεων, σε αντίθεση με τις προστατευόμενες ονομασίες προελεύσεως (41), και για αυτό δεν δικαιολογείται, στην περίπτωση αυτή, η απαγόρευση μεταφράσεως. Η παραδοσιακή ένδειξη χαρακτηρίζεται ακριβώς από το γεγονός ότι είναι, με την ιδιότητα αυτή, σε συγκεκριμένη γλώσσα, γερά ριζωμένη στην παράδοση της χώρας προελεύσεως και, μόνο στη γλώσσα αυτή, έχει ειδική σημασία για τους καταναλωτές και δημιουργεί τους συνδεόμενους με αυτή συνειρμούς. Αυτός είναι ο λόγος που ο κανονισμός προστατεύει τις ενδείξεις αυτές μόνο σε συγκεκριμένη γλώσσα (σε αντίθεση, π.χ., με τα ονόματα των ποικιλιών αμπέλου που περιλαμβάνουν γεωγραφική ένδειξη στο παράρτημα ΙΙ του κανονισμού). Ενώ οι ενδείξεις ποικιλιών αμπέλου ή συγκεκριμένης γεωγραφικής προελεύσεως έχουν, όπως προαναφέρθηκε, την ίδια σημασία σε όλες τις γλώσσες, οι παραδοσιακές ενδείξεις έχουν διαφορετική σημασία στις διάφορες γλώσσες, διότι στηρίζονται ή παραπέμπουν σε διαφορετικές κάθε φορά τοπικές παραδόσεις. Στις παραδοσιακές ενδείξεις δεν υφίσταται ο εγγενής στη μετάφραση άλλων ενδείξεων κίνδυνος συγχύσεως και, συνεπώς, παραπλανήσεως.
76. Αυτό καθίσταται σαφές αν διερωτηθεί κανείς με ποια από τις προστατευόμενες ενδείξεις δημιουργεί συγκεκριμένο κίνδυνο συγχύσεως π.χ. η γαλλική ένδειξη «Grande Réserve»: με την ελληνική ένδειξη «Ειδικά Επιλεγμένος (Grand réserve)», την ισπανική ένδειξη «Gran Reserva» ή την πορτογαλική ένδειξη «grande reserva» ή «Super reserva». Η ενασχόληση με το ερώτημα αυτό επιβεβαιώνει σαφώς ότι η παραδοσιακή ένδειξη είναι μοναδική και διαθέτει διακριτική δύναμη μόνο στη γλώσσα στην οποία προστατεύεται (42). Η απαγόρευση μεταφράσεως για τις ενδείξεις αυτές θα ήταν αντίθετη προς το πνεύμα του κανονισμού, ο οποίος, πέραν αυτού, επιτρέπει ο ίδιος να έχει κάθε κράτος τη δυνατότητα να προστατεύει χωριστά, στη δική του γλώσσα, την, κατ’ ουσίαν, ίδια ένδειξη (43). Για τον λόγο αυτό, δεν μπορεί να γίνει δεκτός ο σχετικός με τη μετάφραση ισχυρισμός της Ισπανικής Κυβερνήσεως.
77. Εφόσον είναι, συνεπώς, βέβαιο ότι ο κοινοτικός νομοθέτης συνειδητά παρέλειψε να απαγορεύσει τη μετάφραση για οίνους που δεν είναι οίνοι της αυτής κατηγορίας και, με τον τρόπο αυτό, περιόρισε την έκταση της προστασίας των παραδοσιακών ενδείξεων μόνο στην ίδια τους τη γλώσσα, αυτό δεν μπορεί να ισχύει μόνο για τον σφετερισμό, αλλά πρέπει να ισχύει εξίσου για όλες τις περιπτώσεις του άρθρου 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 753/2002, δηλαδή και για την απομίμηση και την αναφορά. Διαφορετικά, η συνειδητή παραίτηση από την απαγόρευση της μεταφράσεως θα ήταν κενή περιεχομένου.
78. Τέλος, θα ήθελα ακόμη να τονίσω ότι η χρησιμοποίηση της γερμανικής εκφράσεως «Reserve» για γερμανικούς οίνους θα αποτελούσε, παρ’ όλ’ αυτά, λαμβανομένου υπόψη του παραρτήματος ΙΙΙ του κανονισμού 753/2002, όπου η ένδειξη αυτή έχει καταχωρηθεί για αυστριακούς οίνους, παράνομο σφετερισμό, ο οποίος θα έπρεπε να τιμωρείται και στη Γερμανία. Η χρήση των παράγωγων όρων (π.χ. «Privatreserve») καθώς και των μεταφράσεων (π.χ. «Réserve» στη γαλλική γλώσσα) δεν απαγορεύεται όμως από το άρθρο 24, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 753/2002.
79. Στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει, συνεπώς, να δοθεί η απάντηση ότι υπάρχει παράνομη απομίμηση ή αναφορά κατά την έννοια του άρθρου 24, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, του κανονισμού 753/2002 στην περίπτωση που αυτό γίνεται στην ίδια γλώσσα με αυτήν της προστατευόμενης παραδοσιακής ενδείξεως.
Δ – Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος
80. Με το τρίτο προδικαστικό του ερώτημα, το BVerwG ερωτά κατά πόσον το άρθρο 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 753/2002 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι οι παρατιθέμενες στο παράρτημα ΙΙΙ παραδοσιακές ενδείξεις προστατεύονται μόνο σε σχέση με οίνους οι οποίοι προέρχονται από το ίδιο κράτος μέλος παραγωγής με αυτό από το οποίο προέρχεται η προστατευόμενη παραδοσιακή ένδειξη.
81. Συμφωνώ, βέβαια, με την Επιτροπή ότι εν προκειμένω δεν μπορεί να πρόκειται παρά μόνο για οίνους της ίδιας κατηγορίας (της κατηγορίας v.q.p.r.d.), διότι μόνο με τους οίνους αυτούς συνδέεται η παραδοσιακή ένδειξη (44). Θα ήταν, αντιθέτως, εσφαλμένος ο περιορισμός του προδικαστικού ερωτήματος στη χρήση των ενδείξεων «Reserve» ή «Privat-Reserve», διότι η κύρια δίκη αφορά και τις γαλλικές ενδείξεις «Réserve» και «Grande Réserve». Δεν βλέπω επίσης κανένα λόγο περιορισμού του προδικαστικού ερωτήματος μόνο στη χρησιμοποίηση για οίνους προερχόμενους από τη Γερμανία.
82. Στην προκειμένη περίπτωση, συμφωνώ με τα παρεμβαίνοντα κράτη μέλη και την Επιτροπή ότι η προστασία που εξασφαλίζεται με το άρθρο 24, παράγραφος 2, του εκτελεστικού κανονισμού δεν μπορεί να περιοριστεί στην προστασία έναντι οίνων προερχομένων από το κράτος προελεύσεως της ενδείξεως.
83. Αντίθετα προς ό,τι ισχύει για τη γλώσσα της ενδείξεως, από τη διατύπωση των κανονισμών 1493/1999 και 753/2002 δεν μπορούν να συναχθούν περιορισμοί όσον αφορά την προέλευση των οίνων που φέρουν προστατευόμενες ενδείξεις. Για να είναι αποτελεσματική, η προστασία πρέπει να ισχύει σε όλη την Κοινότητα και, συνεπώς, πρέπει a fortiori να ισχύει έναντι οίνων από άλλα κράτη μέλη· σε διαφορετική περίπτωση, η προστασία των παραδοσιακών ενδείξεων που εξασφαλίζει το κοινοτικό δίκαιο θα καθίστατο κενή περιεχομένου, πράγμα που θα υπονόμευε την πλήρη αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου (ερμηνεία σύμφωνη με το effet utile).
84. Τέλος, σε αυτό ακριβώς συνίσταται το νόημα κοινοτικής ρυθμίσεως, η οποία αποσκοπεί στον καθορισμό ενιαίου επιπέδου προστασίας σε ολόκληρη την επικράτεια της Κοινότητας. Στην προστασία της ενδείξεως –στη δική της γλώσσα– έναντι της χρησιμοποιήσεως σε άλλα κράτη μέλη για τους οίνους που παράγονται σε αυτά έγκειται ακριβώς η μεγαλύτερη αξία της κοινοτικής ρυθμίσεως σε σχέση με τους καθαρά εθνικούς προστατευτικούς κανόνες. Η Επιτροπή επισημαίνει, ορθά, με τις παρατηρήσεις της ότι η σύμφωνη με το κοινοτικό δίκαιο προστασία μιας παραδοσιακής ενδείξεως συνδέεται με το γεγονός ότι η ένδειξη αυτή έχει σημασία που βαίνει πέραν της εθνικής αγοράς (45).
85. Κατά συνέπεια, στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι οι παραδοσιακές ενδείξεις δεν προστατεύονται μόνον έναντι της χρησιμοποιήσεως για οίνους οι οποίοι προέρχονται από το ίδιο κράτος μέλος παραγωγής με αυτό από το οποίο προέρχεται η προστατευόμενη παραδοσιακή ένδειξη. Η προστασία εκτείνεται σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση.
VI – Πρόταση
86. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στα ερωτήματα του Bundesverwaltungsgericht:
1. Μια ένδειξη, η οποία αφορά τη μέθοδο παραγωγής, παρασκευής και παλαιώσεως ή την ποιότητα του οίνου, μπορεί να είναι νόμιμη όχι μόνον ως ρυθμιζόμενη προαιρετική ένδειξη βάσει του τμήματος Β, σημείο 1, στοιχείο β΄, πέμπτη περίπτωση, του παραρτήματος VII, του κανονισμού (ΕΚ) 1493/1999, υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπει το τμήμα αυτό καθώς και το άρθρο 23 του κανονισμού (ΕΚ) 753/2002, αλλά και ως άλλη ένδειξη βάσει του τμήματος Β, σημείο 3, του παραρτήματος VII, του κανονισμού (ΕΚ) 1493/1999, εφόσον με τον τρόπο αυτό δεν δημιουργείται στη συγκεκριμένη περίπτωση κίνδυνος παραπλανήσεως.
2. Το άρθρο 24, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, του κανονισμού (ΕΚ) 753/2002 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι υπάρχει παράνομη απομίμηση ή αναφορά μόνο στην περίπτωση που τούτο γίνεται στη γλώσσα της προστατευόμενης παραδοσιακής ενδείξεως.
3. Το άρθρο 24, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 753/2002 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η προστασία των παρατιθέμενων στο παράρτημα ΙΙΙ παραδοσιακών ενδείξεων δεν εξαρτάται από το κράτος μέλος παραγωγής από το οποίο προέρχονται οι οίνοι για τους οποίους χρησιμοποιούνται οι παραδοσιακές ενδείξεις και εκτείνεται σε ολόκληρη την Κοινότητα.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
2 – ΕΕ L 179, σ. 1.
3 – ΕΕ L 118, σ. 1.
4 – ΕΕ L 241, σ. 15.
5 – Αυτή η παραστατική καθώς και εκφραστική παρομοίωση προβλήθηκε κατά την επ’ ακροατηρίου διαδικασία από την Ελληνική Κυβέρνηση, για να επισημανθεί η ανάγκη αυστηρής ερμηνείας των κανονισμών 1493/1999 και 753/2002.
6 – Κανονισμός (ΕΟΚ) του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1989, σχετικά με τη θέσπιση των γενικών κανόνων για την περιγραφή και την παρουσίαση των οίνων και των γλευκών σταφυλιών (ΕΕ L 232, σ. 13). Στον κανονισμό αυτό προστέθηκε και ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3201/90 της Επιτροπής, της 16ης Οκτωβρίου 1990, περί των λεπτομερειών εφαρμογής για τον χαρακτηρισμό και την παρουσίαση οίνων και γλευκών σταφυλής.
7– Το Δικαστήριο, με την απόφαση της 5ης Ιουλίου 1995, C‑46/94, Voisine (Συλλογή 1995, σ. I‑1859, σκέψεις 22 και 27), διαπίστωσε, παραπέμποντας στα άρθρα 11 και 12 του κανονισμού 2392/89, ότι τα άρθρα αυτά καταδεικνύουν τη βούληση του κοινοτικού νομοθέτη να καταρτίσει, με τον κανονισμό αυτόν, ένα λεπτομερή και πλήρη κώδικα διέποντα την περιγραφή και την παρουσίαση των οίνων και καθορίζουν τις μόνες επιτρεπόμενες ενδείξεις για την περιγραφή ενός v.q.p.r.d. στην ετικέτα.
8 – Κανονισμός (ΕΚ) του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 1996, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 2392/89 σχετικά με τη θέσπιση των γενικών κανόνων για την περιγραφή και την παρουσίαση των οίνων και των γλευκών σταφυλιών (ΕΕ L 184, σ. 3).
9 – Βλ. Hieronimi, Η., «“Grands Crus” auch bei deutschem Wein? Rechtliche Möglichkeiten einer Weinlagen-Klassifizierung in Deutschland», Zeitschrift für das gesamte Lebensmittelrecht – ZLR 5/97, σ. 539 έως 564 (548). Βλ., επίσης, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Geelhoed της 14ης Μαρτίου 2002 στην υπόθεση C‑81/01, Borie Manoux (Συλλογή 2002, σ. I‑9259, σημείο 29), στις οποίες αναφέρεται, σχετικά με τη χρήση ενός σήματος οίνων που δεν διέπεται από το κοινοτικό δίκαιο, ότι «κάθε μνεία που τίθεται στην ετικέτα του ν.q.p.r.d. πρέπει να προβλέπεται ρητώς στον κανονισμό 2392/89».
10 – Η δέκατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 753/2002 έχει ως εξής: «Ο κανονισμός (ΕΚ) 1493/1999 έχει εναρμονίσει τη σήμανση για όλα τα αμπελοοινικά προϊόντα με βάση το υπόδειγμα που έχει ήδη συνταχθεί για τους αφρώδεις οίνους επιτρέποντας τη χρήση όρων άλλων από εκείνους που ρητά έχουν ρυθμισθεί στην κοινοτική νομοθεσία, υπό τον όρο ότι είναι ακριβείς. Πρέπει συνεπώς να εναρμονιστούν με τον ίδιο τρόπο οι διατάξεις εφαρμογής του κανονισμού αυτού με βάση το υπόδειγμα που έχει καθοριστεί για τους αφρώδεις οίνους φροντίζοντας ώστε να απομακρυνθεί οποιοσδήποτε κίνδυνος σύγχυσης μεταξύ των όρων αυτών και εκείνων που έχουν ήδη θεσπιστεί και η χρήση τέτοιων όρων να υπαχθεί στην υποχρέωση για τους εμπορευόμενους να αποδεικνύουν την ακρίβειά τους σε περίπτωση αμφιβολίας.»
11 – Mickel W. M./Bergmann, J. M., «Weinwirtschaft in der EU», στο: Handlexikon der Europäischen Union, 3η έκδοση, 2005, σημείο 5, λέξη-κλειδί «Weinbezeichnung» («αμπελοοινική ονομασία»).
12 – Έβδομη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1493/1999.
13 – Η 50ή αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1493/1999 έχει ως εξής: «H περιγραφή, ονομασία και παρουσίαση των προϊόντων που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό μπορούν να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στις προοπτικές εμπορίας τους· κατά συνέπεια, στον παρόντα κανονισμό θα πρέπει να θεσπιστούν κανόνες που να διέπουν τα θέματα αυτά, οι οποίοι θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τα νόμιμα συμφέροντα των καταναλωτών και των παραγωγών, και θα διευκολύνουν την ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και την παραγωγή προϊόντων ποιότητας· οι θεμελιώδεις αρχές αυτών των κανόνων πρέπει να προβλέπουν την υποχρεωτική χρησιμοποίηση ορισμένων ενδείξεων που θα επιτρέπουν την ταυτοποίηση του προϊόντος και θα παρέχουν στον καταναλωτή ορισμένες σημαντικές πληροφορίες, καθώς και την προαιρετική χρήση ορισμένων άλλων ενδείξεων, βάσει κοινοτικών κανόνων ή με την επιφύλαξη διατάξεων για την πρόληψη της απάτης.»
14 – Βλ. Koch H-J., «Neues vom Weinrecht», Neue juristische Wochenschrift – NJW 2004, σ. 2135, 2136. Ο συγγραφεύς τονίζει ότι η φιλελευθεροποίηση της νομοθεσίας περί ονομασιών θεωρείτο ότι, συνολικώς, θα δημιουργούσε μεγαλύτερη διαφάνεια και θα παρείχε περισσότερες πληροφορίες στους καταναλωτές, με θετικές επιπτώσεις για τις πωλήσεις. Επισημαίνει όμως ακόμη ότι, με τον τρόπο αυτό, δεν καθίσταται απλούστερη η απάντηση στο ερώτημα, ποιες πληροφορίες είναι επιτρεπτές, υποκείμενες μόνον στον περιορισμό της απαγορεύσεως παραπλανήσεως, ή δεν επιτρέπονται λόγω της υπάρξεως ενδείξεων που υπόκεινται σε ρύθμιση.
15 – Απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1994, C‑315/92, Clinique Laboratories και Estée Lauder Cosmetics (Συλλογή 1994, σ. I-317, σκέψεις 12 επ.). Με τη σκέψη 13 της αποφάσεως αυτής, το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 28 ΕΚ) απαγορεύει τα εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, τα οποία προκύπτουν από κανόνες περί των προϋποθέσεων που πρέπει να πληρούν τα εν λόγω εμπορεύματα (όπως οι προϋποθέσεις που αφορούν την ονομασία τους, το σχήμα τους, τις διαστάσεις τους, το βάρος τους, τη σύνθεσή τους, την παρουσίασή τους, την επισήμανσή τους, τη συσκευασία τους), ακόμη και αν οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται αδιακρίτως σε όλα τα προϊόντα, εφόσον η εν λόγω εφαρμογή δεν δικαιολογείται από ένα σκοπό γενικού συμφέροντος που να δίνει το προβάδισμα στις απαιτήσεις της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων.
16 – Βλ. Zipfel W., «Der lebensmittelrechtliche Täuschungsschutz im Blickfeld des EG-Rechts», Zeitschrift für das gesamte Lebensmittelrecht – ZLR 5-6/1994, σ. 557, 564.
17 – Απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 1996, C‑313/94, Graffione (Συλλογή 1996, σ. I‑6039, σκέψη 24). Στην απόφαση αυτή, το Δικαστήριο παραπέμπει ρητώς στην απόφαση Clinique.
18 – Σύμφωνα με το παράρτημα VII του κανονισμού 1493/1999, τέτοιες ενδείξεις αποτελούν, π.χ., η ονομασία πώλησης του προϊόντος, ο ονομαστικός όγκος, ο αποκτημένος κατ’ όγκο αλκοολικός τίτλος, ο αριθμός παρτίδας σύμφωνα με την οδηγία 89/396/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1989, σχετικά με τις ενδείξεις ή τα σήματα που επιτρέπουν την αναγνώριση της παρτίδας στην οποία ανήκει ένα τρόφιμο.
19 – Απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 1999, C‑303/97, Sektkellerei Kessler (Συλλογή 1999, σ. Ι-513, σκέψη 32). Η υπόθεση αυτή αφορούσε τον κίνδυνο παραπλανήσεως κατά τη σήμανση του γερμανικού Sekt (αφρώδους οίνου). Το ζήτημα ήταν κατά πόσον απαγορευόταν η συνήθης χρήση του σήματος Sekt «Kessler Hochgewächs», λόγω ενός αφηρημένου κινδύνου παραπλανήσεως με την ονομασία «Riesling-Hochgewächs», η οποία προοριζόταν, τόσο σύμφωνα με το κοινοτικό όσο και με το εθνικό δίκαιο, για οίνους παραγόμενους αποκλειστικά από σταφύλια της ποικιλίας αμπέλου Riesling. Και ο γενικός εισαγγελέας Fenelly έκρινε, κατόπιν αυτών, ότι δεν αρκεί ένας καθαρά αφηρημένος κίνδυνος συγχύσεως (προτάσεις της 29ης Σεπτεμβρίου 1998 στην υπόθεση Sektkellerei Kessler).
20 – Κανονισμός (ΕΟΚ) του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 1992, για τη θέσπιση των γενικών κανόνων σχετικά με την περιγραφή και την παρουσίαση των αφρωδών οίνων και αεριούχων αφρωδών οίνων (ΕΕ L 231, σ. 9). Το άρθρο 13, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού ορίζει τα εξής: «Όταν η περιγραφή, η παρουσίαση και η διαφήμιση για τα προϊόντα που αναφέρονται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, συμπληρώνονται με σήματα, αυτά, δεν επιτρέπεται να περιλαμβάνουν λέξεις, τμήματα λέξεων, σύμβολα ή εικόνες οι οποίες:
α) είναι ικανές να προκαλέσουν σύγχυση ή να παραπλανήσουν τα πρόσωπα στα οποία απευθύνονται κατά την έννοια της παραγράφου 1
ή
β) μπορούν να εκληφθούν ως μέρος ή σύνολο της περιγραφής επιτραπέζιου οίνου, οίνου ποιότητας παραγομένου σε καθορισμένη περιοχή, συμπεριλαμβανομένου του v.m.q.p.r.d., ή εισαγόμενου οίνου η περιγραφή του οποίου ρυθμίζεται από κοινοτικές διατάξεις, ή να εκληφθούν ως περιγραφή άλλου προϊόντος που αναφέρεται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, ή να είναι ταυτόσημες με την περιγραφή ενός τοιούτου προϊόντος, χωρίς όμως τα προϊόντα που χρησιμοποιούνται για τη σύσταση του προϊόντος βάσεως του εν λόγω αφρώδους οίνου να δικαιούνται τέτοια περιγραφή ή παρουσίαση.»
21 – Απόφαση Sektkellerei Kessler (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 19, σκέψη 38).
22 – Ακόμη και στα σχετικά συγγράμματα, ως παραδείγματα για «άλλες ενδείξεις», νόμιμες σύμφωνα με το τμήμα Β, σημείο 3, αναφέρονται ιδίως ενδείξεις σχετικές με «το είδος της παραγωγής, τη μέθοδο επεξεργασίας κ.λπ.», δηλαδή ενδείξεις που, όσον αφορά το ρυθμιζόμενο πραγματικό, επικαλύπτονται με τις ενδείξεις του τμήματος Β, σημείο 1, στοιχείο β΄, πέμπτη περίπτωση: βλ. Koch (προπαρατεθέν στην υποσημείωση 14), σ. 2136.
23 – Βλ. σημείο 17 των παρατηρήσεων της Επιτροπής.
24 – Η ερμηνεία αυτή έχει το πλεονέκτημα ότι προάγει την περαιτέρω ανάπτυξη των παραδοσιακών ενδείξεων. Έτσι, η συμπληρωματική παραδοσιακή ένδειξη «Reserve» στην Αυστρία διαμορφώθηκε, στη γερμανική γλώσσα, ακριβώς υπό το πρίσμα του παραρτήματος ΙΙΙ του κανονισμού 753/2002. Συναντώνται, π.χ., στη Γαλλία οίνοι με την ονομασία «tête de cuvée». Η χρήση της παραδοσιακής ενδείξεως «cuvée» ρυθμιζόταν στον καταργηθέντα γαλλικό Code du vin [βλ. άρθρο 284, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, του Code du vin (Κώδικα περί οίνων)] και αφορούσε τις μεθόδους παραγωγής. Η διάταξη αυτή εξαιρούσε ρητώς και κατ’ εξαίρεση τη χρήση της ενδείξεως «cuvée» από την κρατούσα τότε στην αμπελοοινική νομοθεσία αρχή της απαγορεύσεως (Βλ. Lamborelle, J.‑C., Pillot, J., Code du vin 1999 commenté et annoté, Causse, 1999, σ. 241 επ.). Η νέα γαλλική αμπελοοινική νομοθεσία περιέχει αντίστοιχες ρυθμίσεις στο άρθρο L 644‑2 Code rural (Αγροτικού Κώδικα), εντούτοις η ένδειξη αυτή δεν αναγράφεται στο παράρτημα ΙΙΙ του κανονισμού 753/2002.
25 – Απόφαση Sektkellerei Kessler (παρατίθεται στην υποσημείωση 19). Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να εξακριβώσει κατά πόσον μια ονομασία ή ένα σήμα ή μια διαφημιστική ένδειξη έχει ενδεχομένως παραπλανητικό χαρακτήρα. Πράγματι, στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται, εν προκειμένω, να ελέγξει, ενόψει των περιστάσεων, εάν, λαμβανομένων υπόψη των καταναλωτών προς τους οποίους απευθύνεται, ένα σήμα ή τα στοιχεία του μπορούν να εκληφθούν ως το σύνολο ή τμήμα της περιγραφής ορισμένων οίνων. Προς τούτο, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει επίσης ότι το εθνικό δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη την τεκμαιρόμενη προσδοκία του μέσου καταναλωτή, που έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος.
26 – Απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 1981, 56/80, Weigand (Συλλογή 1981, σ. 583, σκέψη 18).
27 – Απόφαση Sektkellerei Kessler (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 19, σκέψεις 32 επ.)· απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 2002, C‑81/01, Borie Manoux (Συλλογή 2002, σ. I‑9259, σκέψεις 27 επ.)
28 – Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Geelhoed στην υπόθεση Borie Manoux (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 9, σημείο 47).
29 – Βλ., επίσης, διάταξη του BVerwG της 27ης Μαρτίου 2002 – BVerwG 3 B 62.02, LMRR 2003, 61, με σχόλιο του Koch, Η.-J., «Was der Weintrinker beim Stichwort “feinherb” denkt», Zeitschrift für das gesamte Lebensmittelrecht – ZLR 4/2003, σ. 458 επ. Στο σημείο αυτό, θα ήθελα να παραπέμψω και στην απόφαση της 20ής Μαρτίου 2003, C‑291/00, LTJ Diffusion (Συλλογή 2003, σ. Ι-2799), σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της πρώτης οδηγίας 89/104/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων (ΕΕ 1989, L 40, σ. 1).
30 – Oppermann, T., Europarecht, 3η έκδοση, 2005, σ. 207.
31 – Απόφαση της 21ης Νοεμβρίου 1993, 6/74, Moulijn κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1974, σ. 511, σκέψεις 10 και 11).
32 – Απόφαση της 24ης Ιουνίου 1993, C‑90/92, Tretter (Συλλογή 1993, σ. I‑3569, σκέψη 11).
33 – Αυτή η διαπίστωση δεν ισχύει μόνο για το κείμενο στη γερμανική, αλλά, π.χ., και στη σλοβενική, στην αγγλική, στη γαλλική, στην ισπανική και στην ιταλική γλώσσα.
34 – Από την αναφορά της νομικής βάσεως του κανονισμού 753/2002 προκύπτει σαφώς ότι ο κανονισμός αυτός είναι εκτελεστικός κανονισμός του βασικού κανονισμού 1493/1999. Πράγματι, νομικές βάσεις του κανονισμού 753/2002 αποτελούν η Συνθήκη ΕΚ και ο κανονισμός 1493/1999.
35 – Βλ. προτάσεις μου της 6ης Μαρτίου 2007, C‑1/06, Bonn Fleisch (Συλλογή 2007, σ. Ι-5609, σημείο 40).
36 – Απόφαση της 25ης Ιουνίου 2002, C‑66/00, Dante Bigi (Συλλογή 2002, σ. I‑5917), προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Léger της 9ης Οκτωβρίου 2001 επί της υποθέσεως αυτής, σημείο 50, στις οποίες παραπέμπουν οι προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Mazák της 28ης Ιουνίου 2007, C‑132/05, Επιτροπή κατά Γερμανίας (δεν έχουν ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σημείο 42). Για να αιτιολογήσει το γεγονός ότι η μετάφραση προστατευομένης ονομασίας προελεύσεως προστατεύεται στην ίδια έκταση με την ίδια την καταχωρημένη προστατευόμενη ονομασία προελεύσεως, ο γενικός εισαγγελέας Mazák στηρίζεται στη σαφή διατύπωση του άρθρου 13, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2081/92 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουλίου 1992, για την προστασία των γεωγραφικών ενδείξεων και των ονομασιών προέλευσης των γεωργικών προϊόντων και των τροφίμων (ΕΕ L 208, σ. 1), που καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) 510/2006 του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 2006, για την προστασία των γεωγραφικών ενδείξεων και των ονομασιών προέλευσης των γεωργικών προϊόντων και των τροφίμων (ΕΕ L 93, σ. 12), που περιέχει ρητή απαγόρευση μεταφράσεως.
37 – Παρατηρήσεις της Επιτροπής, σημεία 24, 27 έως 29. Βλ. και απόφαση της 3ης Μαρτίου 2005, C‑283/02, Ιταλία κατά Επιτροπής (δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 40).
38 – Βλ., π.χ., προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Geelhoed της 4ης Ιουλίου 2002, C‑221/00, Επιτροπή κατά Αυστρίας, καθώς και C‑421/00, C‑426/00 και C‑16/01, Sterbenz και Hang (Συλλογή 2003, σ. I‑1007, σημείο 48), και τις προτάσεις του της 7ης Μαρτίου 2002, C‑99/01, Linhart και Biffl (Συλλογή 2002, σ. I‑9375, σημείο 29).
39 – Με τον τρόπο αυτό, ο κανονισμός επαναλαμβάνει μια γενική διαρθρωτική αρχή του δημοσίου δικαίου, σύμφωνα με την οποία ο ιδιώτης διαθέτει, κατ’ αρχήν, ελευθερία ενέργειας, στο μέτρο που η συγκεκριμένη ενέργεια δεν απαγορεύεται ρητώς. Στο σημείο αυτό μπορεί να αναζητηθεί μια σύνδεση με τη γενική νομοθετική αρχή nullum crimen sine lege certa, praevia, scripta et stricta. Και τούτο διότι, με την αρχή αυτή, λαμβάνεται υπόψη στο ποινικό δίκαιο και, περαιτέρω, και στο δημόσιο δίκαιο η ιδέα του περιορισμού που απορρέει από τη γενική ελευθερία ενέργειας του ιδιώτη. Στο κοινοτικό δίκαιο ισχύει η γενική ελευθερία ενέργειας ως ανήκουσα στις θεμελιώδεις ελευθερίες, που θεωρούνται ως μέσο άμυνας κατά της παράνομης συμπεριφοράς όλων των δημοσίων υπηρεσιών των κρατών μελών και, κατ’ αρχήν, και των κοινοτικών οργάνων (βλ. Müller-Graff, P.-C., «Die konstitutionelle Rolle der binnenmarktlichen Grundfreiheiten im neuen europäischen Verfassungsvertrag», στο: Köck, H.‑F., Lengauer A., Ress G. (Hrsg.), Europarecht im Zeitalter der Globalisierung: Festschrift für Peter Fischer, Βιέννη, 2004, σ. 373).
40– Αυτό επισήμανε με μεγάλη σαφήνεια ο γενικός εισαγγελέας Léger στις προτάσεις του της 9ης Οκτωβρίου 2001, C‑66/00 (προπαρατεθείσες στην υποσημείωση 36). Για να δικαιολογήσει για ποιο λόγο η ένδειξη «parmesan» πρέπει να θεωρηθεί ότι προσκρούει στην προστασία της ονομασίας προελεύσεως «Parmigiano Reggiano», κατά την έννοια του άρθρου 13, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχεία α΄ και β΄, του κανονισμού 2081/92, δεν στηρίζεται μόνο στην ύπαρξη μεταφράσεως, μολονότι ο κανονισμός απαγορεύει ρητώς τις μεταφράσεις. Αντιθέτως, στηρίζεται στο γεγονός ότι ο μεταφρασμένος όρος συνιστά την πιστή μετάφραση της προστατευομένης ενδείξεως «Parmigiano Reggiano», διότι «εκφράζει την ιστορική, πολιτιστική, νομική και οικονομική πραγματικότητα που υποδηλώνει η καταχωρισμένη ονομασία και το προϊόν που καλύπτει η καταχώρηση αυτή» (σημείο 50), αναφερόμενος έτσι άμεσα στη συνειρμική επίδραση της μεταφράσεως.
41 – Οι ονομασίες αυτές απολαύουν υψηλής προστασίας και πρέπει, για τον λόγο αυτό, να οριοθετούνται σαφώς από άλλες ενδείξεις που χαρακτηρίζουν έναν οίνο. Βλ., σχετικώς, την περιοριστική ερμηνεία του Δικαστηρίου στην απόφαση της 12ης Μαΐου 2005, C‑347/03, Regione autonoma Friuli-Venezia (Συλλογή 2005, σ. 3785, σκέψεις 96 επ.). Όπως προαναφέρθηκε εισαγωγικά, για τις γεωγραφικές ονομασίες προελεύσεως ισχύει, στο γενικό δίκαιο των ονομασιών, εκτεταμένη απαγόρευση μεταφράσεως, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου και τη σαφή διατύπωση του άρθρου 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 2081/02: απόφαση Dante Bigi (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 36), προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Léger της 9ης Οκτωβρίου 2001 στην ίδια υπόθεση και προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Mazák της 28ης Ιουνίου 2007 (προπαρατεθείσες στην υποσημείωση 36, σημεία 50 και 42, αντιστοίχως).
42 – Ως προς τις διαφορές των ονομασιών «Ruby» και «Rubino» για τους οίνους πορτό βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 3ης Μαρτίου 2005, Ιταλία κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 37, σκέψεις 77 επ.).
43 – Θα ήθελα, περαιτέρω, να επισημάνω ότι οι γαλλικές ενδείξεις «Réserve» και «Grande réserve» προστατεύονται στη Γαλλία από τις 19 Αυγούστου 1921. Ο καταργηθείς Code du vin (βλ. άρθρο 284, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, του Code du vin) περιείχε ειδικές διατάξεις για τις ενδείξεις «Réserve» και «Grande réserve» [Βλ. Lamborelle, J.‑C., Pillot J., όπ.π. (υποσημείωση 25), σ. 241 επ.]. Αυτός ο Code du vin δεν ισχύει από τις 6 Σεπτεμβρίου 2003. Το νέο γαλλικό αμπελοοινικό δίκαιο (Ordonnance n° 2006-1547 du 7 décembre 2006 relative à la valorisation des produits agricoles, forestiers ou alimentaires et des produits de la mer) φαίνεται να ρυθμίζει το επιτρεπτό της χρήσεως των ενδείξεων «Réserve» και «Grande réserve» μέσω της γενικής ρήτρας του άρθρου L 644‑2 Code Rural (Αγροτικού Κώδικα). Στην Ισπανία, το άρθρο 3, παράγραφος 2, του νόμου 24/2003 (Ley 24/2003, de 10 de julio 2002, de la Viña y del Vino, ) ρυθμίζει τις ενδείξεις «Reserva» και «Gran reserva» και καθορίζει πολύ συγκεκριμένες προϋποθέσεις για τις μεθόδους και διαδικασίες παλαιώσεως. Σε σύγκριση με το παλαιό και το νέο γαλλικό δίκαιο, το ισπανικό δίκαιο καθορίζει με μεγάλη ακρίβεια για ποιες μεθόδους παλαιώσεως μπορεί να χρησιμοποιηθεί η ένδειξη «Reserva» και «Gran reserva». Στη Γαλλία επισημαίνεται ότι η χρήση των ενδείξεων «Réserve» και «Grande réserve» δεν πρέπει να δημιουργεί κίνδυνο συγχύσεως με ονομασίες προελεύσεως για τους οίνους.
44 – Βλ. και απόφαση της 3ης Μαρτίου 2005, Ιταλία κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 37, σκέψεις 32 επ.).
45 – Παρατηρήσεις της Επιτροπής, σημείο 32.
Full & Egal Universal Law Academy