ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
DÁMASO RUIZ-JARABO COLOMER
της 25ης Οκτωβρίου 2007 1(1)
Υπόθεση C‑296/06
Telecom Italia SpA
κατά
Ministero dell’Economia e delle Finanze
και
Ministero delle Comunicazioni
[αίτηση του Tribunale Amministrativo Regionale del Lazio (Ιταλία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Τηλεπικοινωνίες – Γενικές και ειδικές άδειες – Οδηγία 97/13/ΕΚ – Άρθρο 11 – Τέλη παραχωρήσεως και εισφορές που επιβαρύνουν τις ατομικές άδειες – Άρθρο 22 – Μεταβατική υπαγωγή του παλαιού κατ’ αποκλειστική παραχώρηση δικαιούχου σε τέλος αντίθετο προς το άρθρο 11»
I – Εισαγωγή
1. Το παρόν προδικαστικό ερώτημα, το οποίο υπέβαλε το Tribunale Amministrativo Regionale del Lazio (Ιταλία) δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, αφορά ζήτημα που είναι οικείο στο Δικαστήριο, μολονότι ορισμένες λεπτομέρειές του δεν υπήρχαν στις λοιπές εκδικασθείσες υποθέσεις (2).
2. Σε πέντε περιπτώσεις η νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων έχει αποφανθεί, σε σχέση με την οδηγία 97/13/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 10ης Απριλίου 1997, σχετικά με κοινό πλαίσιο γενικών και ειδικών αδειών στον τομέα των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών (3), ότι η οδηγία αυτή απαγορεύει στα κράτη μέλη να επιβάλουν στις επιχειρήσεις που κατέχουν ατομικές άδειες τέλη μη προβλεπόμενα από το άρθρο της 11 και ότι απαιτεί τον υπολογισμό των τελών αυτών βάσει των διοικητικών δαπανών που συνεπάγεται η χορήγησή τους.
3. Η πρώτη ευκαιρία για τη διαμόρφωση της νομολογίας αυτής δόθηκε με την απόφαση της 18ης Σεπτεμβρίου 2003 επί της υποθέσεως Albacom και Infostrada (4), την οποία εξέδωσε το Δικαστήριο προκειμένου να βοηθήσει το Consiglio di Stato (Συμβούλιο Επικρατείας) της Ιταλικής Δημοκρατίας να επιλύσει διαφορά που αφορούσε εισφορά υπολογιζόμενη βάσει του κύκλου εργασιών των εταιριών τηλεπικοινωνίας και της οποίας το περιεχόμενο επανέλαβε η διάταξη της 8ης Ιουνίου 2004, Telecom Italia Mobile κ.λπ. (5).
4. Πάντοτε στο πλαίσιο της ιταλικής έννομης τάξεως, και σε απάντηση ερωτήματος πάλι του Consiglio di Stato, η απόφαση της 18ης Ιουλίου 2006 επί της υποθέσεως Nuova Società di Telecomunicazioni (6), έκρινε ότι το εν λόγω άρθρο 11 απαγόρευε κανονιστική ρύθμιση η οποία επιβάλλει στον κάτοχο ειδικής άδειας για την παροχή δημόσιου δικτύου τηλεπικοινωνιών να καταβάλει πρόσθετη εισφορά για την ιδιωτική χρήση αυτού του δικτύου.
5. Ακολούθως, με την απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2006 επί της υποθέσεως i-21 Germany και Arcor (7), το Δικαστήριο διευκρίνισε στο γερμανικό Bundesverwaltungsgericht (ανώτατο ομοσπονδιακό διοικητικό δικαστήριο) ότι το σύστημα της οδηγίας 97/13 απαγορεύει την επιβολή τέλους υπολογιζόμενου βάσει των γενικών διοικητικών δαπανών του ρυθμιστικού οργανισμού για τριακονταετή περίοδο.
6. Οκτώ μήνες νωρίτερα, με την απόφαση της 20ής Οκτωβρίου 2005, ISIS Multimedia και Firma 02 (8), το Δικαστήριο ερμήνευσε για το ανωτέρω γερμανικό δικαστήριο την ως άνω οδηγία αποφαινόμενο ότι η οδηγία αυτή απαγορεύει ρύθμιση βάσει της οποίας οι νέες επιχειρήσεις στην αγορά τηλεπικοινωνιών οφείλουν, προκειμένου να λαμβάνουν αριθμούς συνδρομητών τηλεφώνου, να καταβάλουν ορισμένο τέλος κατά πολύ υψηλότερο από τις δαπάνες που απαιτεί η χορήγησή τους, αν η πρώην μονοπωλιακή επιχείρηση, την οποία διαδέχτηκε η κατέχουσα δεσπόζουσα θέση επιχείρηση, έλαβε τους αριθμούς αυτούς χωρίς να καταβάλει καμία αντιπαροχή.
7. Η παρούσα διάταξη περί παραπομπής, για την οποία, όπως και για τις τέσσερις προηγούμενες, καλούμαι να αναπτύξω προτάσεις, τοποθετείται σ’ ένα πλαίσιο κάπως διαφορετικό· πράγματι, αντικείμενο της υπό κρίση υποθέσεως είναι αν τα κράτη μέλη μπορούν, δυνάμει του άρθρου 22 της οδηγίας 97/13, να παρατείνουν έως την 1η Ιανουαρίου 1999 την υποχρέωση καταβολής χρηματικής αντιπαροχής, η οποία βαρύνει τους παλαιούς κατ’ αποκλειστική παραχώρηση δικαιούχους, υποχρέωση για την οποία ουδείς αμφισβητεί ότι είναι αντίθετη προς το άρθρο 11 της ανωτέρω οδηγίας.
II – Το νομικό πλαίσιο
Το κοινοτικό δίκαιο: η οδηγία 97/13
8. Το άνοιγμα της αγοράς των τηλεπικοινωνιών στην Ευρωπαϊκή Ένωση πραγματοποιήθηκε την 1η Ιανουαρίου 1998 (9) και η οδηγία 97/13 αποδείχθηκε ένα από τα πλέον αποτελεσματικά εργαλεία της. Το νομοθέτημα αυτό συνδύασε τον απαραίτητο κρατικό έλεγχο των πόρων αυτών, ο οποίος πραγματοποιείται μέσω της τεχνικής των «αδειών», και της ελευθερώσεως του τομέα κατά τρόπο μη αναστρέψιμο, προκειμένου να δημιουργηθούν οι συνθήκες υπό τις οποίες η ελευθερία εγκαταστάσεως και η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών θα ευνοήσουν την ανάπτυξη του ανταγωνισμού. Προς τούτο, η οδηγία 97/13 προβλέπει ένα ομοιόμορφο πλαίσιο, το οποίο στηρίζεται στις αρχές της αναλογικότητας, της διαφάνειας και της απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων, στο οποίο βασικός κανόνας είναι η έλλειψη περιορισμών στην ελεύθερη παροχή τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών και στην εκμετάλλευση των δικτύων τους. Πρόθεση του κοινοτικού νομοθέτη ήταν οι υπηρεσίες αυτές να διανέμονται και να χρησιμοποιούνται χωρίς εμπόδια ή, εφόσον παρίσταται ανάγκη, βάσει «γενικών αδειών», η δε χορήγηση «ατομικών αδειών» προβλέφθηκε μόνον κατ’ εξαίρεση ή ως συμπλήρωμα των εν λόγω γενικών αδειών (10).
9. Τα άρθρα 6 και 11 της οδηγίας 97/13 εντάσσονται στη λογική αυτή και σκοπούν στη διασφάλιση του ελεύθερου ανταγωνισμού στην αγορά των τηλεπικοινωνιών και στην αποφυγή επιβολής επί των επιχειρήσεων περιορισμών ή επιβαρύνσεων που δεν είναι αναγκαίοι κατ’ εφαρμογήν της αρχής της αναλογικότητας (11). Τα άρθρα αυτά περιγράφονται «Τέλη και επιβαρύνσεις διαδικασιών γενικών αδειών» και «Τέλη και επιβαρύνσεις ειδικών αδειών» αντιστοίχως.
10. Το άρθρο 11, παράγραφος 1, της οδηγίας 97/13 απαγορεύει στα κράτη μέλη να ζητούν από τους κατόχους ειδικών αδειών τέλη που δεν αποσκοπούν στην κάλυψη των διοικητικών δαπανών που συνεπάγεται η έκδοση, η διαχείριση, ο έλεγχος και η εκτέλεση των εν λόγω ειδικών αδειών, υπό την επιφύλαξη ότι, σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 2, της προαναφερθείσας οδηγίας, στην περίπτωση που πρόκειται για πόρους εν ανεπαρκεία, τα κράτη μέλη μπορούν να επιβάλλουν τέλη μη συνεπαγόμενα δυσμενείς διακρίσεις προκειμένου να διασφαλιστεί η βέλτιστη χρήση των πόρων αυτών.
11. Κατά το άρθρο 25 της οδηγίας 97/13, τα κράτη μέλη έπρεπε να μεταφέρουν την οδηγία στη νομοθεσία τους το αργότερο έως την 31η Δεκεμβρίου 1997.
12. Εντούτοις, το άρθρο 22 της οδηγίας 97/13, το οποίο επιγράφεται «Άδειες υφιστάμενες κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της οδηγίας», προβλέπει (12):
«1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να εναρμονίσουν τις άδειες που ισχύουν κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας, με τις διατάξεις αυτής πριν την 1η Ιανουαρίου 1999.
2. Όταν, λόγω τις εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, τροποποιούνται οι όροι ήδη υφιστάμενων αδειών, τα κράτη μέλη μπορούν να παρατείνουν την ισχύ όρων διαφορετικών από εκείνους που παρέχουν ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα καταργηθέντα ή καταργητέα βάσει της κοινοτικής νομοθεσίας, εφόσον η παράσταση αυτή δεν θίγει τα δικαιώματα άλλων επιχειρήσεων δυνάμει της κοινοτικής νομοθεσίας, συμπεριλαμβανομένης της παρούσας οδηγίας. Στις περιπτώσεις αυτές, τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή τα μέτρα που λαμβάνουν προς τον σκοπό αυτόν, αναφέροντας τους σχετικούς λόγους.
3. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2, οι υποχρεώσεις που απορρέουν από άδειες υφιστάμενες κατά την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας οι οποίες δεν έχουν ευθυγραμμιστεί με τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας την 1η Ιανουαρίου 1999, καθίστανται ανενεργές.
Σε αιτιολογημένες περιπτώσεις, η Επιτροπή μπορεί να παρέχει, στα κράτη μέλη, κατόπιν σχετικής αιτήσεως, παράταση της ημερομηνίας αυτής.»
Η ιταλική έννομη τάξη: τα τέλη που καταβάλλονται για τις ειδικές άδειες
13. Ο Codice postale e delle telecomunicazioni (κώδικας ταχυδρομείων και τηλεπικοινωνιών) του 1973 (13) προέβλεπε ότι οι τηλεπικοινωνίες ανήκουν αποκλειστικά στον δημόσιο τομέα (άρθρο 1), μολονότι δεχόταν ότι η διαχείριση των σχετικών υπηρεσιών μπορεί να γίνεται κατά τρόπο έμμεσο, μέσω αδειών παραχωρήσεως (άρθρο 4), υποχρεώνοντας τον εκ παραχωρήσεως δικαιούχο στην καταβολή ετήσιου τέλους (άρθρο 188), ανάλογο προς τις ακαθάριστες εισπράξεις, αφαιρουμένων των ποσών που καταβάλλονταν στον εκ παραχωρήσεως δικαιούχο του δικτύου (14).
14. Όταν άρχισε στην Ευρωπαϊκή Ένωση η διαδικασία της ελευθερώσεως στον τομέα των τηλεπικοινωνιών, το νομοθετικό διάταγμα 545, της 23ης Οκτωβρίου 1996 (15), προσάρμοσε την ιταλική νομοθεσία στο κοινοτικό δίκαιο και, κατόπιν σειράς τροποποιήσεων, κατέστη τελικώς ο νόμος 650, της 23ης Δεκεμβρίου 1996 (16).
15. Η νέα νομοθεσία κατάργησε τα αποκλειστικά και ειδικά δικαιώματα και αναγνώρισε σε κάθε επιχείρηση τη δυνατότητα να παρέχει υπηρεσίες και να εγκαθιστά δίκτυα τηλεπικοινωνιών, υπό την επιφύλαξη της λήψεως διοικητικής άδειας. Το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, του νόμου 249 της 31ης Ιουλίου 1997 (17), με το οποίο συστάθηκε η Autorità per le garanzie nelle comunicazioni (εγγυήτρια αρχή στον τομέα των επικοινωνιών) και το οποίο προέβλεπε ορισμένους κανόνες σχετικούς με τα συστήματα ραδιοτηλεοράσεως και τηλεπικοινωνιών, επικύρωσε την προσέγγιση αυτή.
16. Το προεδρικό διάταγμα 318 της 19ης Σεπτεμβρίου 1997 (18), για τη μεταφορά της οδηγίας 97/13, πραγματοποίησε την εξαγγελθείσα προσαρμογή του ιταλικού δικαίου στις απαιτήσεις της κοινοτικής έννομης τάξεως. Το διάταγμα αυτό όρισε την 1η Ιανουαρίου 1998 ως χρονικό όριο για τα παλαιά ειδικά και αποκλειστικά δικαιώματα (άρθρο 2, παράγραφος 3), επαναλαμβάνοντας στη συνέχεια το άρθρο 22 της οδηγίας 97/13 (άρθρο 2, παράγραφοι 4 έως 6).
17. Επιπλέον, το άρθρο 6, παράγραφος 20, του διατάγματος 318 του Προέδρου της Δημοκρατίας προέβλεπε ότι το τέλος που απαιτείτο για τη χορήγηση ατομικών αδειών αποσκοπούσε αποκλειστικά στην κάλυψη των διοικητικών δαπανών για την έκδοσή τους (19) και, ως εκ τούτου, το άρθρο 188 του Codice postale έπαυσε να ισχύει.
18. Εντούτοις, προκειμένου να καταστεί ευχερέστερη η μετάβαση σε αυτή τη νέα κατάσταση, η ισχύς του άρθρου αυτού του Codice postale παρατάθηκε για διάρκεια της οποίας ο καθορισμός αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση της Autorità (άρθρο 21, παράγραφος 2). Η διάταξη αυτή καταργήθηκε με το άρθρο 20, παράγραφος 4, του νόμου 448 της 23ης Δεκεμβρίου 1998, περί διατάξεων στον τομέα των δημοσιονομικών για τη σταθερότητα και την ανάπτυξη (δημοσιονομικός νόμος 1999) (20), το οποίο επιβεβαίωσε, με την παράγραφό του 3, ότι το εν λόγω άρθρο 188 του Codice postale είχε παύσει να ισχύει από 1ης Ιανουαρίου 1999, διάταξη η οποία, ως εκ τούτου, ίσχυε καθ’ όλη τη διάρκεια του 1998.
III – Τα πραγματικά περιστατικά και το προδικαστικό ερώτημα
19. Η Telecom Italia SpA, αποκλειστική δικαιούχος εκ παραχωρήσεως, από το 1964, των υπηρεσιών τηλεπικοινωνιών δημόσιας χρήσεως και νυν κάτοχος ατομικής αδείας για την άσκηση της δραστηριότητας που είναι συμφυής με τις υπηρεσίες αυτές κατέβαλε για το 1998 φόρο ύψους 385 896 593 ευρώ πλέον τόκων.
20. Προκειμένου να της επιστραφεί το ποσό αυτό, η Telecom Italia SpA άσκησε προσφυγή ενώπιον του Tribunale Amministrativo Regionale del Lazio το οποίο, με απόφαση της 10ης Μαΐου 2006, και στηριζόμενο στην απόφαση Albacom και Infostrada, ζήτησε από το Δικαστήριο να αποφανθεί «επί της ερμηνείας και του περιεχομένου» των άρθρων 11, 22 και 25 της οδηγίας 97/13 και, ειδικότερα, ως προς το αν το άρθρο 20, παράγραφος 3, του νόμου 448/1998 είναι σύμφωνο προς αυτά.
IV – Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
21. Το ανωτέρω προδικαστικό ερώτημα περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 3 Ιουλίου 2006. Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης, η Ιταλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις, οι δε εκπρόσωποί τους εξέθεσαν προφορικά τα επιχειρήματά τους κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 4ης Οκτωβρίου 2007.
V – Η εξέταση του προδικαστικού ερωτήματος
Α – Η οριοθέτηση της προβληματικής
22. Το Tribunale Amministrativo Regionale del Lazio συνηθίζει να υποβάλει στο Δικαστήριο προδικαστικά ερωτήματα, πλην όμως, όταν έρχεται η ώρα της αλήθειας, φείδεται φράσεων διατυπώνοντας προς το Δικαστήριο ερωτήματα που έχουν περισσότερο βάθος απ’ όσο αφήνει να διαφανεί η γραμματική διατύπωσή τους.
23. Τόσο συγκρατημένη είναι η στάση του ώστε το ερώτημά του περιορίζεται, χωρίς περισσότερες διευκρινίσεις, στην ερμηνεία και το περιεχόμενο των άρθρων 11, 22 και 25 της οδηγίας 97/13 προκειμένου να τα αντιπαραβάλει προς το άρθρο 20, παράγραφος 3, του ιταλικού νόμου 448/1998. Αυτή η λακωνική διατύπωση, από την οποία απουσιάζει η ακρίβεια, συσκοτίζει τους πραγματικούς λόγους της προδικαστικής παραπομπής και περιπλέκει την ορθή κατανόηση του ερωτήματος. Πράγματι, το εν λόγω προδικαστικό ερώτημα αφορά το άρθρο 22 της ανωτέρω οδηγίας, τα δε λοιπά άρθρα έχουν ως, καθόλου ασήμαντο, σκοπό την οριοθέτησή του.
24. Πράγματι, η διαφορά της κύριας δίκης απαιτεί να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αν, δυνάμει του άρθρου 22 της οδηγίας 97/13, μία απαίτηση για την καταβολή ποσού η οποία αντιβαίνει στο άρθρο της 11 μπορεί να εξακολουθήσει να ισχύει μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1998, ήτοι πέραν της καταληκτικής ημερομηνίας για τη μεταφορά της οδηγίας 97/13 την οποία προβλέπει το άρθρο 25 (ήτοι πέραν της 31ης Δεκεμβρίου 1997) (21).
25. Της απαντήσεως στο ερώτημα αυτό πρέπει να προηγηθεί ο έλεγχος της αντιφάσεως μεταξύ του τέλους που κατέβαλε η Telecom Italia (καθώς και μεταξύ των εθνικών κανόνων βάσει των οποίων το τέλος αυτό επιβάλλεται) και του συστήματος της οδηγίας 97/13 και, ειδικότερα, του άρθρου του 11. Στον εθνικό δικαστή εναπόκειται να πραγματοποιήσει τον έλεγχο αυτό, το δε Δικαστήριο υποχρεούται να περιοριστεί στο να του παράσχει τους κρίσιμους ερμηνευτικούς κανόνες του κοινοτικού δικαίου, πράγμα το οποίο έπραξε με τις αποφάσεις Albacom και Infostrada, ISIS Multimedia και Firma 02, Nuova società di telecomunicazioni και i-21Germany και Arcor.
26. Εν πάση περιπτώσει, η απάντηση είναι ευχερής, δεδομένου ότι, βάσει της ανωτέρω νομολογίας, οι χρηματικές επιβαρύνσεις οι οποίες επιβάλλονται δυνάμει του εν λόγω άρθρου 11 στις επιχειρήσεις που κατέχουν ατομικές άδειες παροχής τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών σκοπούν στην κάλυψη των διοικητικών εξόδων που συνεπάγεται η έκδοση και η εκτέλεσή τους, εκτός αν αφορούν πόρους εν ανεπαρκεία, περίπτωση κατά την οποία μπορεί να επιβληθεί φόρος για τη διασφάλιση της βέλτιστης χρησιμοποιήσεώς τους. Κατά την εκτίμηση αυτή, το τέλος που υπολογίζεται σε συνάρτηση με τις προβλεπόμενες συνήθεις διοικητικές δαπάνες του οργανισμού που χορηγεί τις άδειες για περίοδο 30 ετών (απόφαση i-21 Germany και Arcor), τα τέλη τα οποία υπολογίζονται σε συνάρτηση με τον κύκλο εργασιών των δικαιούχων (απόφαση Albacom και Infostrada) και η απαίτηση καταβολής πρόσθετης εισφοράς για την ιδιωτική χρήση του δημόσιου δικτύου τηλεπικοινωνιών που τους χορηγήθηκε, υπολογιζόμενης βάσει κριτηρίων που δεν προβλέπει το ως άνω άρθρο 11 (απόφαση Nuova società di telecomunicazioni), αντιβαίνουν στο σύστημα αυτό.
27. Δεν αμφισβητείται (τουλάχιστον από το αιτούν δικαστήριο και από τους μετέχοντες στην παρούσα διαδικασία για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως) ότι την ίδια τύχη πρέπει να έχει το τέλος που καλείται να καταβάλει η Telecom Italia για την άδειά της για το οικονομικό έτος 1998, της οποίας το ύψος υπολογίζεται σε συνάρτηση με τα ακαθάριστα έσοδα της δραστηριότητάς της.
28. Εντούτοις, πέραν της ανωτέρω διαπιστώσεως, τίθεται το ερώτημα αν, μολονότι το τέλος αυτό αντιβαίνει στην οδηγία 97/13, θα έπρεπε να παραταθεί η ισχύς του για ένα έτος, δυνάμει του άρθρου 22, του οποίου το περιεχόμενο εξαγγέλλουν η εικοστή έκτη και η εικοστή έβδομη αιτιολογική σκέψη της ίδιας της οδηγίας.
Β – Ο σκοπός του άρθρου 22 της οδηγίας 97/13
29. Από τον τίτλο που φέρει το άρθρο αυτό («Άδειες υφιστάμενες κατά την περίοδο έναρξης ισχύος της οδηγίας»), σε συνδυασμό με την αρχή της εικοστής έκτης αιτιολογικής σκέψης (22), διαφαίνεται μία πρώτη ένδειξη ως προς το ότι σκοπός του είναι η προστασία των παλαιών παραχωρήσεων που εξακολουθούσαν να ισχύουν υπό το εναρμονισμένο καθεστώς, προκειμένου να διαφυλαχθούν οι αξίες που είναι συμφυείς με κάθε κοινότητα δικαίου, ήτοι η σταθερότητα και η συνέχεια των έννομων σχέσεων. Προς τούτο, το άρθρο 22, παράγραφος 2, της οδηγίας 97/13 παρέχει τη δυνατότητα στα κράτη μέλη να παρατείνουν την ισχύ των αδειών (23) τις οποίες πλήττει η νέα οργάνωση.
30. Εντούτοις, η βούληση αυτή να διαφυλαχθούν καταστάσεις του παρελθόντος (24) είναι οριοθετημένη. Ευθύς εξαρχής, το άρθρο 22, παράγραφος 1, της οδηγίας 97/13 ορίζει μία καταληκτική ημερομηνία (25), στον βαθμό που αναθέτει στους εθνικούς νομοθέτες να προσαρμόσουν, πριν από την 1η Ιανουαρίου 1999, τις άδειες αυτές στις προϋποθέσεις που τάσσει η οδηγία, ημερομηνία την οποία επαναλαμβάνει η παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, και από της οποίας παύουν να ισχύουν οι απορρέουσες από τις άδειες αυτές υποχρεώσεις που δεν προσαρμόστηκαν στις προϋποθέσεις αυτές. Προβλέπονται επίσης ορισμένα άλλα ουσιαστικά εμπόδια· η παράγραφος 2 είναι απολύτως σαφής ως προς το σημείο αυτό, δεδομένου ότι δεν επιτρέπει να παρατείνεται η ισχύς όρων που παρέχουν ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα καθώς και όρων των οποίων η παράταση της ισχύος θίγει τρίτους.
31. Πράγματι, το άρθρο 22, παράγραφος 2, της οδηγίας 97/13 κάνει λόγο για τους «όρους» ήδη υφιστάμενων αδειών των οποίων την ισχύ μπορούν να παρατείνουν τα κράτη μέλη εκτός και αν οι όροι αυτοί παρέχουν «ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα», υπό την προϋπόθεση ότι η ισχύς τους έληξε στις 31 Δεκεμβρίου 1997. Η παράγραφος 2 του άρθρου αυτού αναφέρεται στις «υποχρεώσεις» που απορρέουν από τις άδειες αυτές που θα μπορούσαν να εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1998. Οι «υποχρεώσεις» αυτές αποτελούν υποκατηγορία των εν λόγω «όρων», έννοια η οποία μπορεί να περιλάβει δικαιώματα και επιβαρύνσεις. Στον βαθμό που η ως άνω παράγραφος 3 αρχίζει με τη φράση «[μ]ε την επιφύλαξη της παραγράφου 2», πρέπει να μη παρατείνεται η ισχύς των «υποχρεώσεων» που συνδέονται με «ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα» έως τις 31 Δεκεμβρίου 1998. Αυτή η συστηματική ερμηνεία της διατυπώσεως του άρθρου 22 αναιρεί την άποψη που διατύπωσε ο εκπρόσωπος της Ιταλικής Κυβερνήσεως κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση που αφορούσε το υπό κρίση προδικαστικό ερώτημα, με την οποία πρότεινε τη μεμονωμένη ερμηνεία των δύο διατάξεων, ως εάν επρόκειτο για στεγανά διαμερίσματα.
32. Ως εκ τούτου, εναπέκειτο στα κράτη μέλη να προσαρμόσουν τις νομοθεσίες τους προς την οδηγία 97/13 πριν τις 31 Δεκεμβρίου 1997, πλην όμως, η ισχύς των ήδη υφισταμένων αδειών μπορούσε να παραταθεί για ένα έτος, ακόμη και αν ήσαν αντίθετες προς την ανωτέρω οδηγία, εφόσον δεν παρείχαν αποκλειστικά δικαιώματα ούτε έθιγαν το νομικό καθεστώς τρίτων, οπότε στην περίπτωση αυτή η 31η Δεκεμβρίου 1998 αποτελούσε αυστηρά την καταληκτική ημερομηνία.
33. Η εικοστή έκτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 97/13 επιβεβαιώνει την ανωτέρω άποψη στον βαθμό που ορίζει ότι παύουν να ισχύουν οι άδειες «οι οποίες αντιβαίνουν προς την κοινοτική νομοθεσία, ιδίως δε οι παρέχουσες στους κατόχους των αδειών ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα, καθίστανται ανενεργές […] από την ημερομηνία που αναφέρεται στα σχετικά κοινοτικά μέτρα […] όσον αφορά άλλα δικαιώματα, τα οποία δεν θίγουν τα συμφέροντα άλλων επιχειρήσεων […], τα κράτη μέλη μπορούν να παρατείνουν τη διάρκεια ισχύος τους ώστε να αποφεύγονται αξιώσεις αποζημίωσης».
34. Ως εκ τούτου, είναι σαφές, όπως τόνισε και ο εκπρόσωπος της Telecom Italia, ότι πρόθεση του νομοθέτη ήταν να χορηγήσει μια μεγαλύτερη προθεσμία προκειμένου να παράσχει τη δυνατότητα προσαρμογής των παραχωρήσεων και των αδειών που δεν είχαν επιπτώσεις στον ελεύθερο ανταγωνισμό, διότι δεν έθεταν σε κίνδυνο τους σκοπούς της εναρμονίσεως σε κοινοτικό επίπεδο.
Επί της τιμής της παλαιάς παραχωρήσεως
35. Η εξέταση του τέλους που κατέβαλε η Telecom Italia, του οποίου την επιστροφή ζητεί στο πλαίσιο της κύριας δίκης, απαιτεί την εφαρμογή της συλλογιστικής που ακολουθεί, δεδομένου ότι, αν γινόταν δεκτό ότι δημιουργεί ειδικά και αποκλειστικά δικαιώματα ή ότι η διατήρησή της θίγει τα συμφέροντα τρίτων, δεν θα μπορούσε να εξακολουθήσει να ισχύει το 1998.
36. Ευθύς εξαρχής, πρέπει να αποκλείσω τη δεύτερη δυνατότητα αφού η προσωρινή παράταση της υποχρεώσεως καταβολής για το μονοπώλιο που έληξε, μακράν του να θίγει «τα συμφέροντα άλλων επιχειρήσεων», διευκολύνει τα πράγματα, αφού ο παλαιός εκ παραχωρήσεως δικαιούχος πρέπει να φέρει μία πρόσθετη επιβάρυνση.
37. Η πρώτη δυνατότητα θα κατέληγε στο ίδιο αποτέλεσμα, δεδομένου ότι το επίμαχο μέτρο δεν παρέχει «ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα» και περιορίζεται στο να διασφαλίσει την καταβολή τους· εντούτοις, θα ήταν παράλογο να σταματήσει η ανάλυση στο σημείο αυτό, δεδομένου ότι η είσπραξη είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένη με αυτήν την προνομιακή κατάσταση την οποία καταλύει η νέα ρύθμιση. Με άλλα λόγια, το άρθρο 22 της οδηγίας 97/13 απαγορεύει την παράταση, πέραν της 31ης Δεκεμβρίου 1997, της παροχής υπηρεσιών στον τομέα των τηλεπικοινωνιών από μία και μόνη επιχείρηση ή από περισσότερες επιχειρήσεις που έχουν ειδικά δικαιώματα, η δε απαγόρευση αυτή επηρεάζει κατ’ ανάγκην τις αντιπαροχές που καταβάλλονται υπό τις ιδιαίτερες αυτές περιστάσεις.
38. Ως εκ τούτου, ορθώς η Telecom Italia υποστηρίζει ότι, δεδομένου ότι έπαυσε από 1ης Ιανουαρίου 1998 να είναι ο μοναδικός φορέας παροχής υπηρεσιών στον τομέα των τηλεπικοινωνιών στην Ιταλία, έπαυσε από της ημερομηνίας αυτής να έχει την υποχρέωση καταβολής στα δημόσια ταμεία του ποσού που οφείλεται εκ της παραχωρήσεως, αφού τίποτα δεν δικαιολογεί την περαιτέρω παράταση της υποχρεώσεως αυτής. Τυχόν αντίθετη άποψη δεν βρίσκει έρεισμα ούτε στο γράμμα ούτε στο πνεύμα της οδηγίας.
39. Η οδηγία 97/13 εντάσσεται στις προσπάθειες της Κοινότητας να ελευθερώσει την αγορά των ηλεκτρονικών επικοινωνιών ευνοώντας τον ανταγωνισμό μέσω της απαγορεύσεως επιβολής επί των επιχειρήσεων περισσότερων περιορισμών ή επιβαρύνσεων από αυτούς που είναι αναγκαίοι (26), του περιορισμού της φορολογικής εξουσίας των κρατών μελών, τα οποία υποχρεούνται να μην επιβάλλουν επιβαρύνσεις πέραν αυτών που προβλέπει η κοινοτική νομοθεσία (27). Με σκοπό να εμπεδώσει την ισότητα, χάρη στις αρχές της διαφάνειας, της απαγορεύσεως των διακρίσεων και της αναλογικότητας, μεταξύ όλων των ανταγωνιστών κατά το πιο κρίσιμο στάδιο, ήτοι αυτό της εισόδου στον τομέα, και με αυτόν τον τρόπο να ανατρέψει το status quo που κληροδότησε το παρελθόν (28), δεν θα μπορούσε να απαιτηθεί από την Telecom Italia να προβεί το 1998 στην καταβολή του τέλους που βάρυνε τον παλαιό εκ παραχωρήσεως δικαιούχο παρά μόνον εάν η επιχείρηση αυτή απήλαυε ενός πλεονεκτήματος το οποίο θα έπρεπε να εξισορροπηθεί καθώς και αν η καταβολή αυτή ήταν το μοναδικό μέσο που θα μπορούσε να αντισταθμίσει το εν λόγω πλεονέκτημα.
40. Πάντως, μολονότι πρόκειται για ζήτημα το οποίο πρέπει να διευκρινίσει το αιτούν δικαστήριο, δεν αποδείχθηκε ότι κατά τη συγκεκριμένη ημερομηνία (ήτοι την 1η Ιανουαρίου 1998) η επιχείρηση που ήταν δικαιούχος του παλαιού ιταλικού μονοπωλίου κατείχε ανώτερη θέση σε σχέση με τις ανταγωνίστριές της. Επιπλέον, φρονώ ότι, αν τούτο συνέβαινε, το καλύτερο μέσο εξισορροπήσεως των σχέσεων ισχύος δεν θα ήταν να διατηρηθεί ένα από τα στοιχεία (η καταβολή της εισφοράς) ενός θεσμού (η παραχώρηση κατ’ αποκλειστικότητα) που η κοινοτική έννομη τάξη απαγορεύει (29), αλλά αντιθέτως να στηριχθεί σε άλλα μέσα που προβλέπει η εν λόγω έννομη τάξη προκειμένου να επιτύχει την ισορροπία, επιβάλλοντας ειδικές υποχρεώσεις («ασύμμετρες» κατά την έκφραση που χρησιμοποίησε ο εκπρόσωπος της Italia Telecom κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση για το υπό κρίση προδικαστικό ερώτημα) επί των επιχειρήσεων που κατέχουν δεσπόζουσα θέση. Ένα καλό παράδειγμα συναφώς αποτελεί το άρθρο 4Α της οδηγίας 90/338, που τροποποίησε η οδηγία 96/19, στον βαθμό που αναθέτει στα κράτη μέλη να μεριμνούν προκειμένου οι επιχειρήσεις που κατέχουν ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα να παρέχουν τη σύνδεση με το δημόσιο δίκτυό τους και τις υπηρεσίες τους φωνητικής τηλεφωνίας σε οποιαδήποτε άλλη επιχείρηση έχει λάβει άδεια να παρέχει τέτοιου είδους υπηρεσίες ή δίκτυα (30).
VI – Πρόταση
41. Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο Tribunale Amministrativo Regionale del Lazio ως εξής:
«Η οδηγία 97/13/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 10ης Απριλίου 1997, σχετικά με κοινό πλαίσιο γενικών και ειδικών αδειών στον τομέα των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, και, ειδικότερα, τα άρθρα της 11, 22 και 25, απαγορεύουν στα κράτη μέλη να υποχρεώνουν από τον παλαιό εξ αποκλειστικής παραχωρήσεως δικαιούχο ή τον κάτοχο ειδικών δικαιωμάτων τα οποία έχουν καταστεί ανίσχυρα, ο οποίος κατέχει επί του παρόντος ατομική άδεια, στην καταβολή, μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1998, τελών και επιβαρύνσεων πέραν αυτών που προβλέπει το προαναφερθέν άρθρο 11.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ισπανική.
2 – Ασχολούμενος επί σειρά ετών με την ερμηνεία των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου στο πλαίσιο διατάξεων για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, των οποίων η προέλευση και τα πραγματικά περιστατικά διαφέρουν στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό, ο γενικός εισαγγελέας ομοιάζει με τον ζωγράφο ο οποίος, αφού φιλοτέχνησε μια εικόνα στον μουσαμά, επανέρχεται για να προσθέσει ορισμένες λεπτομέρειες και χρωματικούς τόνους είτε διότι το φως είναι διαφορετικό είτε διότι άλλαξε το περιβάλλον είτε διότι η διάθεσή του δεν είναι πλέον η ίδια. Ο Francisco de Goya και οι «majas του», η ενδεδυμένη και η γυμνή, αποτελεί εύγλωττο παράδειγμα. Πλην της πλέον προφανούς διαφοράς, οι πινελιές στην ενδεδυμένη maja, μικρότερων διαστάσεων, είναι παχιές και πυκνές, σαν ο ζωγράφος να βιαζόταν να βάλει το χρώμα στον μουσαμά, εν αντιθέσει προς την ακαδημαϊκή τελειότητα της γυμνής maja την οποία εξετέλεσε με άκρα σχολαστικότητα και με τη λεπτότητα που απαιτούσε η στιγμή, πράγμα το οποίο φαίνεται στο σχέδιο της πολυθρόνας, του μαξιλαριού και της σινδόνης, προϊόν αναμφίβολα του πάθους του μεγάλου ζωγράφου για την Cayetana de Silva y Álvarez του Toλέδο, δέκατη τρίτη δούκισσα της Άλμπα.
3 – ΕΕ L 117, σ. 15.
4 – Υποθέσεις C-291/01 και C-293/01 (Συλλογή 2003, σ. I-9499).
5 – Υποθέσεις C-250/02 έως C-253/02 και C-256/02 (που δεν έχουν ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή).
6 – Υπόθεση C-339/04 (Συλλογή 2006, σ. I-6917).
7 – Υποθέσεις C-392/04 και C-422/04 (Συλλογή 2006, σ. I-8559).
8 – Υποθέσεις C-327/03 και C-328/03 (Συλλογή 2005, σ. I-8877).
9 – Για μια ενδελεχέστερη ανάλυση της αναπτύξεως της αγοράς αυτής στην Κοινότητα, παραπέμπω στις προτάσεις μου της 9ης Δεκεμβρίου 2004 επί της υποθέσεως ISIS Multimedia και Firma 02, σημεία 3 έως 5, και της 27ης Οκτωβρίου 2005 επί της υποθέσεως Nuova società di telecomunicazioni, σημεία 3 έως 6· παραπέμπω, επίσης, στις προτάσεις μου της 27ης Φεβρουαρίου 2007 επί της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 14ης Ιουνίου 2007, C-64/06, Telefonica 02 Czech Republic (που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή), σημεία 4 έως 7, καθώς και στις προτάσεις μου της 28ης Ιουνίου 2007 επί της υποθέσεως C‑262/06, Deutsche Telekom (η οποία εκκρεμεί), σημεία 5 και 6.
10 – Προτάσεις της 12ης Δεκεμβρίου 2002, Albacom και Infostrada, σημεία 2 έως 4· Nuova società di telecomunicazioni, σημεία 7 έως 10· ISIS Multimedia και Firma 02, σημεία 7 έως 8· καθώς και προτάσεις της 16ης Μαρτίου 2006, i-21 Germany και Arcor, σημεία 6 έως 9.
11 – Σημεία 5 των προτάσεων Albacom και Infostrada, 9 των προτάσεων ISIS Multimedia και Firma 02, 11 των προτάσεων Nuova società di telecomunicazioni, καθώς και 10 και 11 των προτάσεων i-21 Germany και Arcor.
12 – Υποσημείωση άνευ αντικειμένου για την απόδοση στην ελληνική γλώσσα.
13 – Ο κώδικας αυτός θεσπίστηκε με το υπ’ αριθμ. 156, της 29ης Μαρτίου 1973, διάταγμα του Προέδρου της Δημοκρατίας [GazzetaUfficialedellaRepubblicaItaliana (στο εξής: GURI), αριθ. 13, της 3ης Μαΐου 1973, τακτικό συμπλήρωμα, σ. 2].
14 – Τα στοιχεία σχετικά με τον υπολογισμό του τέλους παρατίθενται στη διάταξη περί παραπομπής (σ. 6 και 7).
15 – Disposizioni urgenti per l´esercizio dell´attività radiotelevisiva (GURI αριθ. 249, της 23ης Οκτωβρίου 1996, σ. 33).
16 – GURI αριθ. 300, της 23ης Δεκεμβρίου 1996, σ. 16.
17 – Istituzione dell’Autorità per le garanzie nelle comunicazioni e norme sui sistemi delle telecomunicazioni e radiotelevisivo (GURI αριθ. 177, της 31ης Ιουλίου 1997, τακτικό συμπλήρωμα, σ. 6).
18 – Regolamento per l’attuazione di direttive comunitarie nel settore delle telecomunicazioni (GURI αριθ. 221, της 22ας Σεπτεμβρίου 1997, τακτικό συμπλήρωμα, σ. 5).
19 – Με υπουργική απόφαση της 5ης Φεβρουαρίου 1998 (GURI αριθ. 63, της 17ης Μαρτίου 1998, σ. 27), ο Υπουργός Οικονομικών, Προϋπολογισμού και Οικονομικού Προγραμματισμού, στηριζόμενος στο άρθρο 6 του προεδρικού διατάγματος 318/ 1997, υποχρέωσε τους κατόχους ατομικής αδείας να καταβάλουν στα δημόσια ταμεία: α) εισφορά, υπό μορφή αποδόσεως του διοικητικού κόστους και για τη χορήγηση της αδείας, κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως (άρθρο 3), β) ετήσιο τέλος για την κάλυψη των δαπανών που συνεπάγεται ο έλεγχος της διαχειρίσεως της υπηρεσίας (άρθρο 4), γ) εισφορά, επίσης ετήσια, για τη χρήση πόρων εν ανεπαρκεία (άρθρο 5), και δ) εισφορά, πάντοτε ετήσια, για την απαιτούμενη για τη λειτουργία του συστήματος αριθμοδότηση (άρθρο 6).
20 – Misure di finanza pubblica per la stabilizzazione e lo sviluppo (GURI αριθ. 302, της 29ης Δεκεμβρίου 1998, τακτικό συμπλήρωμα, σ. 5).
21 – Είναι εύλογος ο καθορισμός της ημερομηνίας αυτής υπό το πρίσμα της βουλήσεως του κοινοτικού νομοθέτη να απελευθερώσει την αγορά των τηλεπικοινωνιών από 1ης Ιανουαρίου 1998, βούληση η οποία αποτυπώνεται στο άρθρο 2 της οδηγίας 90/338/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 28ης Ιουνίου 1990, σχετικά με τον ανταγωνισμό στις αγορές των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών (ΕΕ L 192, σ. 10), την οποία τροποποίησε η οδηγία 96/19/ΕΚ της Επιτροπής, της 13ης Μαρτίου 1996 (ΕΕ L 74, σ. 13). Η πρώτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 97/13 απηχεί τη δέσμευση αυτή, πράγμα το οποίο τονίσαμε τόσο το Δικαστήριο (απόφαση Albacom και Infostrada, σκέψη 35) όσο και εγώ ο ίδιος (προτάσεις Nuova società di telecomunicazioni, σημεία 45 και 46) .
22 – «[…] η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται τόσο στις υφιστάμενες όσο και στις μελλοντικές άδειες, δεδομένου ότι ορισμένες άδειες έχουν χορηγηθεί για περιόδους πέραν της 1ης Ιανουαρίου 1999 […].»
23 – Το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 97/13 ορίζει την άδεια ως «κάθε άδεια διαλαμβάνουσα δικαιώματα και υποχρεώσεις που άπτονται των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, βάσει της οποίας οι επιχειρήσεις επιτρέπεται να παρέχουν τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες και, ενδεχομένως, να εγκαθιστούν και/ή να εκμεταλλεύονται τηλεπικοινωνιακά δίκτυα παροχής τέτοιων υπηρεσιών, και η οποία έχει τη μορφή είτε “γενικής” είτε “ειδικής” άδειας […]».
24 – Αυτό το πάθος για το παρελθόν μου θυμίζει τη φράση του Thomas Mann που ανοίγει τη μνημειώδη τετραλογία του Ο Ιωσήφ και τα αδέλφια του: «Βαθύ είναι το πηγάδι του παρελθόντος, δεν θα ‘πρεπε να πει κανείς ότι είναι απύθμενο […] όταν μιλάμε για το παρελθόν του ανθρώπου: αυτό το αινιγματικό ον, το οποίο κλείνει μέσα του την κατά φύσιν χαρούμενη και ταυτόχρονα υπέρ φύσιν δυστυχισμένη ύπαρξή μας και του οποίου το μυστικό, όπως μπορεί να αντιληφθεί κανείς πολύ καλά, αποτελεί το Α και το Ω όλων των λόγων και των αναζητήσεών μας, αυτό που δίνει ένταση και πάθος σε κάθε μας λόγο και κάνει επίμονο κάθε ερώτημά. μας» (ελεύθερη απόδοση από το πρωτότυπο).
25 – Η οποία δύναται να παραταθεί δυνάμει του άρθρου 22, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο.
26 – Προτάσεις Nuova società di telecomunicazioni (σημείο 11), ISIS Multimedia και Firma 02 (σημείο 9), και i-21 Germany και Arcor (σημείο 10).
27 – Σκέψη 38 της αποφάσεως Albacom και Infostrada και σημείο 52 των προτάσεών μου επί της υποθέσεως αυτής.
28 – Σημεία 25 και 26 των προτάσεων επί της υποθέσεως ISIS Multimedia και Firma 02.
29 – Για τον λόγο αυτόν, είναι αλυσιτελείς οι επιφυλάξεις της Επιτροπής η οποία φρονεί ότι δεν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι περιπτώσεις κατά τις οποίες ο εθνικός δικαστής διαπιστώνει τη δεσπόζουσα θέση της επιχειρήσεως η οποία, πριν την οδηγία 97/13, είχε αποκλειστικά ή ειδικά δικαιώματα. Η απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 1985, C-544/03 και C-545/03, Mobistar και Belgacom Mobile (Συλλογή 1985, σ. I‑7723), είναι άνευ σημασίας ως προς το σημείο αυτό, διότι αφορά δημοτικό τέλος επί των υποδομών τηλεπικοινωνίας (κεραίες, ιστοί και πυλώνες μεταδόσεως της κινητής τηλεφωνίας), που είναι νόμιμο, κατ’ αρχήν, βάσει του κοινοτικού δικαίου, αλλά το οποίο δύναται, υπό ορισμένες περιστάσεις, να νοθεύει τον ανταγωνισμό και, ως εκ τούτου, να παραβιάζει το άρθρο 3Γ της οδηγίας 96/2/ΕΚ της Επιτροπής, της 16ης Ιανουαρίου 1996 (ΕΕ L 20, σ. 59), ενώ στην υπό κρίση υπόθεση ο δικαστής έχει ενώπιόν του ένα τέλος το οποίο προδήλως αντιβαίνει στο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως.
30 – Το εν λόγω «νέο κανονιστικό πλαίσιο» για τις τηλεπικοινωνίες το οποίο ισχύει στην Κοινότητα [οδηγίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 2002/19/ΕΚ σχετικά με την πρόσβαση σε δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών και συναφείς ευκολίες, καθώς και με τη διασύνδεσή τους (οδηγία για την πρόσβαση), 2002/20/ΕΚ, για την αδειοδότηση δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία για την αδειοδότηση), 2002/21/ΕΚ σχετικά με κοινό κανονιστικό πλαίσιο για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία-πλαίσιο), 2002/22/ΕΚ για την καθολική υπηρεσία και τα δικαιώματα των χρηστών όσον αφορά δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία καθολικής υπηρεσίας), που εκδόθηκαν στις 7 Μαρτίου 2002 (ΕΕ L 108, σ. 7, 21, 33 και 51)], προβλέπει ειδικές υποχρεώσεις για τις εταιρίες που κατέχουν δεσπόζουσα θέση στην αγορά μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται αυτές που υποκατέστησαν τα παλαιά μονοπώλια.
Full & Egal Universal Law Academy