ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
YVES BOT
της 14ης Φεβρουαρίου 2008 (1)
Συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑329/06 και C‑343/06
Arthur Wiedemann
κατά
Land Baden‑Württemberg
και
Peter Funk
κατά
Stadt Chemnitz
Συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑334/06 έως C‑336/06
Matthias Zerche
κατά
Landkreis Mittweida
Steffen Schubert
κατά
Landkreis Mittlerer Erzgebirgskreis
και
Manfred Seuke
κατά
Landkreis Mittweida
[αιτήσεις του Verwaltungsgericht Sigmaringen (Γερμανία) και του Verwaltungsgericht Chemnitz (Γερμανία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Αμοιβαία αναγνώριση αδειών οδηγήσεως – Αφαίρεση εθνικής αδείας οδηγήσεως στο κράτος διαμονής λόγω καταναλώσεως ναρκωτικών και οινοπνεύματος – Οδική ασφάλεια – Δυνατότητα κράτους μέλους να αρνηθεί να αναγνωρίσει άδεια οδηγήσεως – Άρθρο 8, παράγραφοι 2 και 4, της οδηγίας 91/439/ΕΟΚ»
1. Οι υπό κρίση υποθέσεις είναι μερικές από τις πολυάριθμες κοινοτικές διαφορές στο ζήτημα της αμοιβαίας αναγνωρίσεως αδειών οδηγήσεως.
2. Και στις πέντε υποθέσεις, το ερώτημα που υποβάλλεται στο Δικαστήριο είναι αν κράτος μέλος μπορεί να αρνηθεί να αναγνωρίσει την ισχύ αδείας οδηγήσεως χορηγηθείσας από άλλο κράτος μέλος σε πρόσωπο στο οποίο έχει επιβληθεί στο έδαφος του πρώτου κράτους το μέτρο της αφαιρέσεως της αδείας, συνοδευόμενο από υποχρέωση επιτυχούς ολοκληρώσεως ιατρο-ψυχολογικής εξετάσεως ως προϋπόθεση για τη χορήγηση νέας αδείας οδηγήσεως.
3. Χρειάζεται να προσδιοριστεί το εύρος των υποχρεώσεων τις οποίες υπέχουν τα κράτη μέλη δυνάμει της οδηγίας 91/439/ΕΟΚ του Συμβουλίου (2), και ιδίως δυνάμει των άρθρων 7, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ και β΄, και 8, παράγραφοι 2 και 4.
4. Με τις παρούσες, προτείνω στο Δικαστήριο να κρίνει ότι το κράτος μέλος το οποίο έχει αφαιρέσει την άδεια οδηγήσεως ενός προσώπου λόγω του ότι οδηγούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος ή ναρκωτικών και, λόγω της επικινδυνότητας, έχει θέσει ως προϋπόθεση για τη χορήγηση νέας αδείας την επιτυχή ολοκλήρωση ιατρο-ψυχολογικής εξετάσεως, δικαιούται, δυνάμει των άρθρων 1, παράγραφος 2, και 8, παράγραφοι 2 και 4, της οδηγίας 91/439, να αρνηθεί να αναγνωρίσει την ισχύ αδείας οδηγήσεως που έχει εκδώσει άλλο κράτος μέλος, στο οποίο δεν διενεργήθηκε εξέταση επιπέδου αναλόγου με αυτό που απαιτείται στο πρώτο κράτος μέλος.
5. Προτείνω επίσης στο Δικαστήριο να κρίνει ότι, αν ο κάτοχος της αδείας οδηγήσεως παρουσιάζει δυνητικά επικίνδυνη συμπεριφορά, ιδίως υπό το πρίσμα των λόγων που οδήγησαν στην αφαίρεση της πρώτης αδείας, το κράτος μέλος ελέγχου έχει τη δυνατότητα να λάβει προσωρινά μέτρα, όπως η αναστολή της ισχύος της αδείας οδηγήσεως, ενόσω το κράτος μέλος εκδόσεως εξετάζει τις συνθήκες υπό τις οποίες εκδόθηκε η άδεια.
6. Διευκρινίζω ότι, εφόσον οι πέντε υποθέσεις αφορούν το ίδιο νομικό πρόβλημα, εξετάζονται από κοινού στις παρούσες προτάσεις μου.
I – Νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική νομοθεσία
7. Προκειμένου να διευκολυνθεί η κυκλοφορία των προσώπων στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Κοινότητας ή η εγκατάστασή τους σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο στο οποίο τους χορηγήθηκε άδεια οδηγήσεως, η οδηγία 91/439 θέσπισε την αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των αδειών οδηγήσεως (3).
8. Ο καθορισμός με την οδηγία ελάχιστων προϋποθέσεων για τη χορήγηση της αδείας οδηγήσεως σκοπεί επίσης τη βελτίωση της οδικής ασφάλειας στο έδαφος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως (4).
9. Το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ και β΄, της εν λόγω οδηγίας ορίζει τα εξής:
«1. Η χορήγηση της αδείας οδήγησης προϋποθέτει επίσης:
α) επιτυχία σε δοκιμασία ελέγχου των ικανοτήτων και της συμπεριφοράς και σε δοκιμασία ελέγχου των γνώσεων, καθώς και πλήρωση των απαιτήσεων υγείας σύμφωνα με τις διατάξεις των παραρτημάτων II και III·
β) κανονική διαμονή ή απόδειξη της σπουδαστικής ιδιότητας επί διάστημα τουλάχιστον έξι μηνών στην επικράτεια του κράτους μέλους που χορηγεί την άδεια οδήγησης (5).»
10. Η οδηγία 91/439 προβλέπει ειδικότερα ότι η άδεια οδηγήσεως δεν πρέπει ούτε να χορηγείται ούτε να ανανεώνεται στους υποψηφίους ή τους οδηγούς που τελούν σε κατάσταση εξαρτήσεως από το οινόπνευμα ή από ψυχότροπες ουσίες.
11. Πράγματι, τα σημεία 14.1 και 15.1 του παραρτήματος III της οδηγίας αυτής ορίζουν τα εξής:
«Η άδεια οδήγησης δεν πρέπει ούτε να χορηγείται ούτε να ανανεώνεται στους υποψηφίους ή τους οδηγούς που τελούν σε κατάσταση εξάρτησης από το οινόπνευμα, ή που δεν μπορούν να αποσυνδέσουν την οδήγηση από την κατανάλωση οινοπνεύματος.
Η άδεια οδήγησης μπορεί να χορηγείται ή να ανανεώνεται στους υποψηφίους ή τους οδηγούς που έχουν περάσει από κατάσταση εξάρτησης από το οινόπνευμα, αφού περατωθεί μια περίοδος αποδεδειγμένης αποχής και υπό την προϋπόθεση έγκυρης ιατρικής γνωμάτευσης και τακτικού ιατρικού ελέγχου.
[…]
Η άδεια οδήγησης δεν πρέπει ούτε να χορηγείται ούτε να ανανεώνεται στους υποψηφίους ή τους οδηγούς που καταναλίσκουν τακτικά ψυχότροπες ουσίες, υπό οποιανδήποτε μορφή και οι οποίες ενδέχεται να υπονομεύουν την ικανότητά τους να οδηγούν χωρίς κίνδυνο, εφόσον η λαμβανόμενη ποσότητα είναι τέτοια που να επιδρά δυσμενώς στην οδήγηση. Το ίδιο ισχύει για οποιοδήποτε άλλο φάρμακο ή συνδυασμό φαρμάκων που επιδρά στην ικανότητα οδήγησης.»
12. Το άρθρο 8, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας ορίζει ότι το κράτος μέλος της κανονικής διαμονής μπορεί να εφαρμόσει στον κάτοχο αδείας οδηγήσεως, η οποία έχει εκδοθεί από άλλο κράτος μέλος, τις εθνικές του διατάξεις όσον αφορά τον περιορισμό, την αναστολή, την αφαίρεση ή την ακύρωση του δικαιώματος οδηγήσεως.
13. Δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 91/439, ένα κράτος μέλος μπορεί επίσης να αρνηθεί να αναγνωρίσει σε πρόσωπο στο οποίο εφαρμόζεται, στο έδαφός του, ένα από τα προαναφερόμενα μέτρα, την ισχύ αδείας οδηγήσεως που έχει εκδώσει άλλο κράτος μέλος.
14. Τέλος, το άρθρο 12, παράγραφος 3, της ίδιας οδηγίας προβλέπει ότι «τα κράτη μέλη αλληλοβοηθούνται στην εφαρμογή της παρούσας οδηγίας και ανταλλάσσουν, εάν χρειαστεί, πληροφορίες για τις άδειες που καταγράφουν».
Η εθνική νομοθεσία
15. Το άρθρο 28, παράγραφος 1, του κανονισμού για την πρόσβαση των ιδιωτών στην οδική κυκλοφορία (Verordnung über die Zulassung von Personen zum Straβenverkehr, στο εξής: FeV), ορίζει ότι οι κάτοχοι αδείας οδηγήσεως εκδοθείσας σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως δικαιούνται να οδηγούν αυτοκίνητα οχήματα στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.
16. Εντούτοις, σύμφωνα με το άρθρο 28, παράγραφος 4, σημείο 3, του FeV, το δικαίωμα αυτό ισχύει για τα πρόσωπα από τα οποία αφαιρέθηκε η άδεια οδηγήσεως στη Γερμανία με προσωρινό ή οριστικό μέτρο δικαστηρίου ή με αμέσως εκτελεστό ή οριστικό μέτρο της διοικητικής αρχής.
17. Εξάλλου, δυνάμει του άρθρου 28, παράγραφος 5, του FeV, το πρόσωπο στο οποίο έχει επιβληθεί ένα από τα μέτρα του άρθρου 28, παράγραφος 4, σημείο 3, του FeV μπορεί να χρησιμοποιήσει στη Γερμανία άδεια οδηγήσεως χορηγηθείσα από κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, εφόσον έπαυσαν να συντρέχουν οι λόγοι για τους οποίους αφαιρέθηκε η άδεια ή ορίσθηκε περίοδος προσωρινής απαγορεύσεως χορηγήσεως νέας αδείας οδηγήσεως.
18. Το άρθρο 11 του FeV ορίζει ότι τα πρόσωπα που επιθυμούν να αποκτήσουν άδεια οδηγήσεως πρέπει να πληρούν τους από σωματικής και πνευματικής απόψεως αναγκαίους προς τούτο όρους. Οι όροι αυτοί δεν πληρούνται, μεταξύ άλλων, όταν ο κάτοχος της αδείας οδηγήσεως βρίσκεται υπό την επήρεια ναρκωτικών ή καταναλώνει κάνναβη.
19. Σε περίπτωση αμφιβολιών όσον αφορά τις σωματικές ή πνευματικές ικανότητες των εν λόγω προσώπων, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να τους ζητήσουν να προσκομίσουν ιατρική γνωμάτευση προκειμένου να αποφασίσουν αν θα χορηγήσουν ή θα παρατείνουν την ισχύ της αδείας οδηγήσεως (6).
20. Η γερμανική νομοθεσία προβλέπει δύο τρόπους αφαιρέσεως της αδείας οδηγήσεως. Η άδεια μπορεί να αφαιρεθεί από τις διοικητικές αρχές. Στην περίπτωση αυτή, ο κάτοχος πρέπει να αποδείξει, προσκομίζοντας ιατρο-ψυχολογική γνωμάτευση, ότι κατέστη και πάλι ικανός να οδηγεί, προκειμένου να αποκτήσει και πάλι δικαίωμα οδηγήσεως. Το Verwaltungsgericht Sigmaringen (Γερμανία) διευκρινίζει ότι, στην περίπτωση αυτή, δεν υφίσταται δυνατότητα να οριστεί η χρονική διάρκεια των αποτελεσμάτων της αποφάσεως περί αφαιρέσεως.
21. Εκτός από τη διοικητική αφαίρεση, η γερμανική νομοθεσία προβλέπει και αφαίρεση της αδείας οδηγήσεως από τα ποινικά δικαστήρια με δυνατότητα να απαγορευθεί η χορήγηση νέας αδείας στον κάτοχο για χρονικό διάστημα από 6 μήνες έως 5 έτη (7).
II – Τα πραγματικά περιστατικά των κυρίων δικών
Υποθέσεις C‑329/06 και C‑343/06
1. Υπόθεση C‑329/06
22. Τον Απρίλιο του 2004 αφαιρέθηκε η άδεια οδηγήσεως του Α. Wiedemann, Γερμανού υπηκόου, με την αιτιολογία ότι είχε οδηγήσει το όχημά του υπό την επίδραση ναρκωτικών ουσιών (ηρωίνης και καννάβεως). Η διοικητική ένσταση του A. Wiedemann κατά του εν λόγω μέτρου απορρίφθηκε με απόφαση της 16ης Αυγούστου 2004, η οποία κοινοποιήθηκε στις 18 Αυγούστου 2004 και κατέστη εκτελεστή στις 20 Σεπτεμβρίου 2004.
23. Στις 19 Σεπτεμβρίου 2004, ημέρα Κυριακή, ο A. Wiedemann έλαβε άδεια οδηγήσεως από τις αρμόδιες τσεχικές αρχές. Η άδεια, η οποία φέρει διεύθυνση κατοικίας στη Γερμανία, παραδόθηκε στον A. Wiedemann την 1η Οκτωβρίου 2004.
24. Στις 11 Οκτωβρίου 2004, ο A. Wiedemann προκάλεσε τροχαίο ατύχημα στη Γερμανία και η άδειά του οδηγήσεως αφαιρέθηκε. Με απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 2004, το Landratsamt Ravensburg (Γερμανία) στέρησε από τον A. Wiedemann το δικαίωμα να οδηγεί αυτοκίνητα οχήματα στο γερμανικό έδαφος με την αιτιολογία ότι εξακολουθούσε να είναι ανίκανος να οδηγεί λόγω της χρήσεως ναρκωτικών ουσιών. Το Landratsamt Ravensburg επέστρεψε την άδεια οδηγήσεως στον κάτοχο, αφού έθεσε επ’ αυτής τη μνεία «η άδεια οδηγήσεως δεν παρέχει δικαίωμα οδηγήσεως αυτοκινήτων οχημάτων στη Γερμανία».
25. Ο A. Wiedemann, μετά τη δυσμενή γι’ αυτόν έκβαση της ενστάσεώς του, άσκησε προσφυγή ενώπιον του Verwaltungsgericht Sigmaringen.
2. Υπόθεση C‑343/06
26. Η άδεια οδηγήσεως του Ρ. Funk, Γερμανού υπηκόου στον οποίο είχε απαγορευθεί η οδήγηση επί εννέα μήνες μετά από καταδίκη λόγω οδηγήσεως σε κατάσταση μέθης, αφαιρέθηκε εκ νέου, για τον ίδιο λόγο, με την από 15 Ιουλίου 2003 διοικητική απόφαση του Δήμου του Chemnitz,. Μετά την προσκόμιση ιατρο-ψυχολογικής γνωματεύσεως, η αίτηση αναχορηγήσεως της αδείας οδηγήσεως που υπέβαλε ο P. Funk τον Δεκέμβριο του 2003 απορρίφθηκε.
27. Στις 9 Δεκεμβρίου 2004, ο P. Funk απέκτησε άδεια οδηγήσεως στην Τσεχική Δημοκρατία, χωρίς να διαμένει στο εν λόγω κράτος μέλος.
28. Οι γερμανικές αρχές, οι οποίες πληροφορήθηκαν την ύπαρξη αυτής της αδείας, διαπίστωσαν ότι ο P. Funk δεν είχε αποδείξει ότι είχε καταστεί ικανός να οδηγεί. Μετά την άρνησή του να υποβληθεί σε ιατρο-ψυχολογική εξέταση, οι γερμανικές διοικητικές αρχές απείλησαν να αφαιρέσουν την τσεχική άδειά του οδηγήσεως.
29. Μετά την απόρριψη της ενστάσεώς του, ο P. Funk άσκησε προσφυγή ενώπιον του Verwaltungsgericht Chemnitz (Γερμανία).
Υποθέσεις C‑334/06 έως C‑336/06
30. Οι γερμανικές άδειες οδηγήσεως των M. Zerche, S. Schubert και M. Seuke, Γερμανών υπηκόων, αφαιρέθηκαν με απόφαση ποινικού δικαστηρίου, με την οποία απαγορεύθηκε επίσης να τους χορηγηθούν νέες άδειες οδηγήσεως πριν την πάροδο προθεσμίας πολλών μηνών, λόγω οδηγήσεως υπό την επήρεια οινοπνεύματος.
31. Στη συνέχεια, οι αιτήσεις χορηγήσεως νέας αδείας οδηγήσεως που υπέβαλαν απορρίφθηκαν, διότι δεν προσκόμισαν ευνοϊκή ιατρο-ψυχολογική γνωμάτευση.
32. Μετά τη λήξη της περιόδου απαγορεύσεως, οι M. Zerche, S. Schubert και M. Seuke απέκτησαν άδεια οδηγήσεως στην Τσεχική Δημοκρατία. Οι διευθύνσεις που αναγράφονταν στις τρεις αυτές άδειες ήταν γερμανικές.
33. Μόλις οι γερμανικές αρχές έλαβαν γνώση της υπάρξεως των νέων αυτών αδειών, ζήτησαν από τους τρεις κατόχους τους να υποβάλουν ιατρο-ψυχολογική γνωμάτευση. Επειδή οι ενδιαφερόμενοι δεν συμμορφώθηκαν με την απαίτηση αυτή, οι γερμανικές διοικητικές αρχές τους αφαίρεσαν το δικαίωμα να χρησιμοποιούν την τσεχική άδειά τους οδηγήσεως στο γερμανικό έδαφος.
34. Μετά την απόρριψη των διοικητικών ενστάσεών τους, οι M. Zerche, S. Schubert και M. Seuke άσκησαν προσφυγή ενώπιον του Verwaltungsgericht Chemnitz.
III – Τα προδικαστικά ερωτήματα
35. Στην υπόθεση C‑329/06, το Verwaltungsgericht Sigmaringen αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Έχουν τα άρθρα 1, παράγραφος 2, και 8, παράγραφοι 2 και 4, της οδηγίας [91/439/ΕΟΚ] την έννοια ότι η διοικητική αφαίρεση της άδειας οδηγήσεως που αποφασίστηκε στο κράτος [μέλος] διαμονής λόγω ανικανότητας οδηγήσεως δεν εμποδίζει τη χορήγηση άδειας οδηγήσεως από άλλο κράτος μέλος και ότι το κράτος [μέλος] διαμονής οφείλει κατ’ αρχήν να αναγνωρίσει μια τέτοια άδεια οδηγήσεως;
2) Έχουν τα άρθρα 1, παράγραφος 2, 7, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, 8, παράγραφοι 2 και 4, σε συνδυασμό με το παράρτημα III, της οδηγίας [91/439] την έννοια ότι το κράτος [μέλος] διαμονής δεν έχει καμιά υποχρέωση να αναγνωρίσει άδεια οδηγήσεως, την οποίαν ο κάτοχος απέκτησε δολίως, μετά την αφαίρεση της άδειάς του οδηγήσεως στο εν λόγω κράτος [μέλος] διαμονής, είτε παραπλανώντας εσκεμμένως τις αρμόδιες για τις άδειες οδηγήσεως αρχές του κράτους [μέλους] εκδόσεως, χωρίς να έχει αποδείξει την ανάκτηση της ικανότητάς του οδηγήσεως, [είτε] χάρη σε συμπαιγνία με δημόσιους υπαλλήλους του κράτους [μέλους] εκδόσεως;
3) Έχουν τα άρθρα 1, παράγραφος 2, και 8, παράγραφοι 2 και 4, της οδηγίας [91/439] την έννοια ότι το κράτος [μέλος] διαμονής μπορεί, μετά την αφαίρεση της άδειας οδηγήσεως από τις διοικητικές αρχές του, να αναστέλλει προσωρινώς την ισχύ άδειας οδηγήσεως που εκδόθηκε από άλλο κράτος μέλος ή να απαγορεύει τη χρήση της ενόσω το κράτος [μέλος] εκδόσεως εξετάζει αν θα αφαιρέσει την άδεια οδηγήσεως που αποκτήθηκε καταχρηστικώς;»
36. Στην υπόθεση C‑343/06, το Verwaltungsgericht Chemnitz αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα:
«1) Επιτρέπεται σε ένα κράτος μέλος, σύμφωνα με τα άρθρα 1, παράγραφος 2, και 8, παράγραφοι 2 και 4, της οδηγίας 91/439, να αξιώνει από τον κάτοχο διπλώματος οδηγήσεως που έχει εκδοθεί σε άλλο κράτος μέλος να υποβάλει στην εθνική αρχή αίτηση αναγνωρίσεως του δικαιώματος να κάνει χρήση του διπλώματος αυτού στην ημεδαπή, εφόσον η άδεια οδηγήσεως του κατόχου του εκδοθέντος στην αλλοδαπή, εντός της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, διπλώματος οδηγήσεως είχε προγενεστέρως αφαιρεθεί ή κατ’ άλλον τρόπο ακυρωθεί στην ημεδαπή;
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως,
2) Πρέπει το άρθρο 1, παράγραφος 2, σε συνδυασμό με το άρθρο 8, παράγραφοι 2 και 4, της οδηγίας 91/439 να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι επιτρέπεται σε ένα κράτος μέλος να μην αναγνωρίζει στην επικράτειά του δικαίωμα οδηγήσεως βάσει διπλώματος οδηγήσεως που έχει εκδοθεί σε άλλο κράτος μέλος, στην περίπτωση κατά την οποία η άδεια οδηγήσεως του κατόχου του εκδοθέντος στην αλλοδαπή, εντός της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, διπλώματος οδηγήσεως είχε προγενεστέρως αφαιρεθεί στην ημεδαπή από την [αρμόδια] διοικητική αρχή, εφόσον, βάσει του δικαίου του πρώτου από τα κράτη μέλη αυτά, όταν η άδεια οδηγήσεως αφαιρείται ή ακυρώνεται με διοικητικά μέτρα δεν επιβάλλεται χρόνος αναμονής για την επαναχορήγησή της και εφόσον αξίωση επαναχορηγήσεως της άδειας οδηγήσεως γεννάται μόνον αφού ο ενδιαφερόμενος αποδείξει, κατόπιν σχετικής εντολής της διοικητικής αρχής, ότι διαθέτει ικανότητα οδηγήσεως, ως ουσιαστική προϋπόθεση της επαναχορηγήσεως της άδειας οδηγήσεως, μέσω μιας λεπτομερέστερα ρυθμιζόμενης από το εσωτερικό δίκαιο ιατρικής-ψυχολογικής γνωματεύσεως;
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως,
3) Πρέπει το άρθρο 1, παράγραφος 2, σε συνδυασμό με το άρθρο 8, παράγραφοι 2 και 4, της οδηγίας 91/439 να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι επιτρέπεται σε ένα κράτος μέλος να μην αναγνωρίζει στην επικράτειά του δικαίωμα οδηγήσεως βάσει διπλώματος οδηγήσεως που έχει εκδοθεί σε άλλο κράτος μέλος στην περίπτωση κατά την οποία η άδεια οδηγήσεως του κατόχου του εκδοθέντος στην αλλοδαπή, εντός της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, διπλώματος οδηγήσεως είχε προγενεστέρως αφαιρεθεί ή κατ’ άλλον τρόπο ακυρωθεί στην ημεδαπή από τη διοικητική αρχή, εφόσον προκύπτει βάσει αντικειμενικών δεδομένων (απουσία κατοικίας στο κράτος μέλος εκδόσεως του διπλώματος και απόρριψη της αιτήσεως επαναχορηγήσεως της άδειας οδηγήσεως στην ημεδαπή) ότι η κτήση της άδειας οδηγήσεως στην αλλοδαπή, εντός της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, είχε ως αποκλειστικό σκοπό την περιγραφή των αυστηρών ουσιαστικών προϋποθέσεων της εθνικής διαδικασίας επαναχορηγήσεως διπλωμάτων οδηγήσεως, και ιδίως της ιατρικής-ψυχολογικής γνωματεύσεως;»
37. Στις υποθέσεις C‑335/06 και C‑336/06, το Verwaltungsgericht Chemnitz αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα:
«1) Επιτρέπεται σε ένα κράτος μέλος, σύμφωνα με τα άρθρα 1, παράγραφος 2, και […] 8, παράγραφοι 2 και 4, της οδηγίας 91/439, να αξιώνει από τον κάτοχο διπλώματος οδηγήσεως που έχει εκδοθεί σε άλλο κράτος μέλος να υποβάλει στην εθνική αρχή αίτηση αναγνωρίσεως του δικαιώματός του να κάνει χρήση του διπλώματος αυτού στην ημεδαπή, εφόσον η άδεια οδηγήσεως του κατόχου του εκδοθέντος στην αλλοδαπή, εντός της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, διπλώματος οδηγήσεως είχε προγενεστέρως αφαιρεθεί ή κατ’ άλλον τρόπο ακυρωθεί στην ημεδαπή;
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως,
2) Πρέπει το άρθρο 1, παράγραφος 2, σε συνδυασμό με το άρθρο 8, παράγραφοι 2 και 4, της οδηγίας 91/439 να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι επιτρέπεται σε ένα κράτος μέλος να μην αναγνωρίζει στην επικράτειά του δικαίωμα οδηγήσεως βάσει διπλώματος οδηγήσεως που έχει εκδοθεί σε άλλο κράτος μέλος στην περίπτωση κατά την οποία η άδεια οδηγήσεως του κατόχου του εκδοθέντος στην αλλοδαπή, εντός της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, διπλώματος οδηγήσεως είχε προγενεστέρως αφαιρεθεί ή κατ’ άλλον τρόπο ακυρωθεί στην ημεδαπή, εφόσον ο χρόνος αναμονής προ της χορηγήσεως νέας άδειας οδηγήσεως στην ημεδαπή ο οποίος είχε επιβληθεί στο πλαίσιο της εν λόγω αφαιρέσεως ή ακυρώσεως είχε συμπληρωθεί πριν από την έκδοση του διπλώματος οδηγήσεως σε άλλο κράτος μέλος και εφόσον προκύπτει βάσει αντικειμενικών δεδομένων (απουσία κατοικίας στο κράτος μέλος εκδόσεως του διπλώματος και απόρριψη της αιτήσεως επαναχορηγήσεως της άδειας οδηγήσεως στην ημεδαπή) ότι η κτήση της άδειας οδηγήσεως στην αλλοδαπή, εντός της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, είχε ως αποκλειστικό σκοπό την περιγραφή των αυστηρών ουσιαστικών προϋποθέσεων της εθνικής διαδικασίας επαναχορηγήσεως διπλωμάτων οδηγήσεως, και ιδίως της ιατρικής-ψυχολογικής γνωματεύσεως;»
38. Το ερώτημα που υπέβαλε το Verwaltungsgericht Chemnitz στην υπόθεση C‑334/06 είναι πανομοιότυπο με το δεύτερο ερώτημα που υπέβαλε το ίδιο δικαστήριο στις υποθέσεις C‑335/06 και C‑336/06.
IV – Ανάλυση
39. Το ερώτημα που τίθεται στις υπό κρίση υποθέσεις είναι αν τα άρθρα 1, παράγραφος 2, και 8, παράγραφοι 2 και 4, της οδηγίας 91/439 πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι απαγορεύουν σε κράτος μέλος να αρνηθεί να αναγνωρίσει την ισχύ αδείας οδηγήσεως που έχει χορηγηθεί από άλλο κράτος μέλος με την αιτιολογία ότι έχει επιβάλει στον κάτοχο της αδείας αυτής το μέτρο της αφαιρέσεως προηγούμενης αδείας επειδή οδηγούσε υπό την επήρεια ναρκωτικών ή οινοπνεύματος, ανεξαρτήτως του αν το μέτρο συνοδευόταν από περίοδο απαγορεύσεως της οδηγήσεως και ότι η χορήγηση νέας αδείας εξαρτάται, στο πρώτο κράτος μέλος, από την επιτυχή ολοκλήρωση ιατρο-ψυχολογικής εξετάσεως.
40. Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων είναι της γνώμης ότι το κράτος μέλος διαμονής δεν υποχρεούται, κατ’ αρχήν, να εξακριβώσει αν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις εκδόσεως για άδεια χορηγηθείσα από άλλο κράτος μέλος, εφόσον η άδεια εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής. Εντούτοις, προσθέτει ότι, αν το κράτος που εκδίδει την άδεια θεωρεί ότι η άδεια εκδόθηκε κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου, ο κάτοχος δεν μπορεί να επικαλεστεί την αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως.
41. Εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή φρονεί ότι το κράτος μέλος διαμονής διαθέτει άλλα μέσα προκειμένου να εναντιωθεί στην αναγνώριση τέτοιας αδείας. Θα μπορούσε να αφαιρέσει την εν λόγω άδεια δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας λόγω υπαίτιας συμπεριφοράς του κατόχου, μεταγενέστερης της εκδόσεως της δεύτερης αδείας. Επίσης, το κράτος μέλος διαμονής θα μπορούσε να ενημερώσει το κράτος μέλος εκδόσεως για τις υφιστάμενες παρατυπίες βάσει του άρθρου 12, παράγραφος 3, της οδηγίας 91/439 ή να ασκήσει προσφυγή κατά του εν λόγω κράτους μέλους δυνάμει του άρθρου 227 ΕΚ.
42. Δεν συμφωνώ με τη γνώμη της Επιτροπής για τους ακόλουθους λόγους.
43. Ο σκοπός της οδηγίας 91/439 είναι διττός: εγγύηση της ασφάλειας και διευκόλυνση της κυκλοφορίας των προσώπων, χωρίς το ένα σκέλος να είναι σημαντικότερο από το άλλο, πράγμα που ουδείς αμφισβητεί, διότι θα ήταν αδιανόητο να γίνει δεκτό ότι η κυκλοφορία των προσώπων μπορεί να διευκολυνθεί εις βάρος της ασφάλειάς τους.
44. Για τις υπό κρίση υποθέσεις, σημαντικότερες είναι οι διατάξεις της οδηγίας που αφορούν την πρόληψη του κινδύνου τον οποίο συνεπάγεται για τους υπόλοιπους χρήστες του οδικού δικτύου η κατάχρηση από ορισμένα πρόσωπα οινοπνεύματος ή ναρκωτικών ή η εξάρτησή τους από αυτές τις ουσίες.
45. Αυτό καθίσταται απολύτως σαφές, στις διατάξεις της οδηγίας και των παραρτημάτων της, από τον τρόπο με τον οποίο προβλέπονται και περιγράφονται τα μέτρα για την καταπολέμηση του κινδύνου που αντιπροσωπεύουν οι οδηγοί αυτοί, με τα οποία στερούνται του δικαιώματος να οδηγούν εφόσον διαρκεί η επικίνδυνη αυτή κατάσταση ή εφόσον δεν έχουν ληφθεί ή δεν τηρούνται μέτρα για την πρόληψη ή την επανάληψή της.
46. Πράγματι, το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 91/439 παραπέμπει στο παράρτημα III της οδηγίας, του οποίου τα σημεία 14 και 15 απαγορεύουν τη χορήγηση ή την ανανέωση της ισχύος αδείας οδηγήσεως σε πρόσωπο που τελεί σε κατάσταση εξαρτήσεως από το οινόπνευμα ή τα ναρκωτικά ή σε πρόσωπο που, χωρίς να τελεί σε κατάσταση εξαρτήσεως, καταναλώνει ή κάνει τακτικά κατάχρηση των ουσιών αυτών (8).
47. Στην Τσεχική Δημοκρατία, η από ιατρική άποψη ικανότητα οδηγήσεως διέπεται από τον νόμο 361/2000 περί της οδικής κυκλοφορίας. Σύμφωνα με τις διατάξεις του εν λόγω νόμου, ικανός από ιατρική άποψη να οδηγεί αυτοκίνητο όχημα είναι όποιος πληροί τις προδιαγραφές σωματικής και διανοητικής ικανότητας. Η ικανότητα αυτή αξιολογείται, μετά από αίτηση του υποψηφίου οδηγού, από ιατρό ο οποίος εκδίδει ιατρική γνωμάτευση όσον αφορά την ικανότητα του αιτούντος να οδηγεί αυτοκίνητο όχημα.
48. Κατά την έκδοση της γνωματεύσεώς του, ο ιατρός πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις δηλώσεις στις οποίες προβαίνει ο αιτών και την κατάσταση της υγείας του.
49. Σύμφωνα με τον προαναφερθέντα νόμο 361/2000, δεν επιτρέπεται να οδηγούν αυτοκίνητα οχήματα τα πρόσωπα που πάσχουν από διαταραχές της συμπεριφοράς οφειλόμενες στην εξάρτηση από το οινόπνευμα ή από ψυχότροπες ουσίες.
50. Στις υποθέσεις που αποτελούν το αντικείμενο των κύριων δικών, φαίνεται ότι οι πέντε κάτοχοι τσεχικών αδειών υπέβαλαν στις αρμόδιες αρχές απλή ιατρική βεβαίωση που πιστοποιούσε την ικανότητά τους να οδηγούν αυτοκίνητο.
51. Κατά την άποψή μου, η οδηγία 91/439, η οποία ορίζει τις ελάχιστες προδιαγραφές για την απόκτηση αδείας οδηγήσεως, δεν επιτάσσει στα κράτη μέλη να απαιτούν από τον υποψήφιο κάτι περισσότερο από ένα απλό ιατρικό πιστοποιητικό ικανότητας οδηγήσεως εκδιδόμενο από ιατρό.
52. Πράγματι, θα ήταν παράλογο να απαιτείται από κάθε κράτος μέλος, εφόσον δεν προκύπτουν ιδιαίτερες ενδείξεις από απλό κλινικό έλεγχο, να ελέγχουν συστηματικά οι αρμόδιες αρχές τον κάθε υποψήφιο επιβάλλοντάς του, μεταξύ άλλων, να υποβληθεί σε εξετάσεις αίματος προκειμένου να εξακριβωθεί ότι δεν βρίσκεται υπό την επήρεια ναρκωτικών ή οινοπνεύματος.
53. Αντιθέτως, φρονώ ότι πρέπει να διενεργείται περισσότερο ενδελεχής έλεγχος της ικανότητας οδηγήσεως, πέραν της προηγουμένης περιπτώσεως, όταν, για παράδειγμα, ο κάτοχος της αδείας οδηγήσεως έχει προκαλέσει ατύχημα μετά από κατανάλωση ναρκωτικών ή οινοπνεύματος και η άδεια οδηγήσεως του αφαιρέθηκε για τον λόγο αυτό ή όταν είναι γνωστό τοις πάσι, ή αποδεικνύεται από ορισμένη συμπεριφορά, ότι ο κάτοχος της αδείας τελεί κατά πάσα πιθανότητα σε κατάσταση εξαρτήσεως από αυτές τις ουσίες.
54. Ενόψει του στόχου βελτιώσεως της οδικής ασφάλειας, αυτή είναι, κατά τη γνώμη μου, η έννοια που θέλησε να δώσει ο κοινοτικός νομοθέτης στα σημεία 14 και 15 του παραρτήματος ΙΙΙ της οδηγίας 91/439: να αποφευχθεί η απόκτηση του δικαιώματος οδηγήσεως από πρόσωπα που δεν είναι κατάλληλα προς τούτο, διότι καταναλώνουν επικίνδυνες ουσίες.
55. Για την επίτευξη των στόχων της, η εν λόγω οδηγία θεσπίζει κοινή διαδικασία εκδόσεως αδειών οδηγήσεως σε όλα τα κράτη μέλη και αναγνωρίζει στις άδειες που εκδίδονται με αυτόν τον τρόπο το πλεονέκτημα της εφαρμογής της αρχής της αμοιβαίας αναγνωρίσεως (9).
56. Εντούτοις, αυτή η αμοιβαία αναγνώριση δεν είναι απόλυτη.
57. Πράγματι, το άρθρο 8, παράγραφοι 2 και 4, της οδηγίας 91/439 προβλέπει ότι ένα κράτος μέλος μπορεί να αρνηθεί να αναγνωρίσει, σε πρόσωπο στο οποίο εφαρμόζεται, στο έδαφός του, μέτρο περιορισμού, αναστολής, αφαιρέσεως ή ακυρώσεως, την ισχύ αδείας οδηγήσεως που έχει εκδώσει άλλο κράτος μέλος.
58. Η διάταξη αυτή σκοπεί την επίτευξη του στόχου της βελτιώσεως της οδικής ασφάλειας τον οποίο επιδιώκει η οδηγία. Επιτρέπει σε κάθε κράτος μέλος να εξασφαλίζει ότι τα πρόσωπα τα οποία κρίνει ακατάλληλα να οδηγούν αυτοκίνητα, διότι είναι επικίνδυνα, δεν θα κάνουν χρήση αδείας οδηγήσεως εκδοθείσας από άλλο κράτος μέλος.
59. Εξάλλου, στην προέκταση της αρχής της αμοιβαίας αναγνωρίσεως την οποία θεσπίζει, η οδηγία επιβάλλει επίσης στα κράτη μέλη υποχρέωση αγαστής συνεργασίας, η οποία εκδηλώνεται ιδίως στις δύο σαφέστατες διατάξεις του άρθρου 2, παράγραφος 2, αφενός, και του άρθρου 12, παράγραφος 3, αφετέρου.
60. Το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/439 ορίζει ότι τα κράτη μέλη θεσπίζουν κάθε ενδεικνυόμενη διάταξη για να αποφεύγεται ο κίνδυνος πλαστογραφήσεως των αδειών οδηγήσεως.
61. Το άρθρο 12, παράγραφος 3, της ίδιας οδηγίας επιβάλλει στα κράτη μέλη να αλληλοβοηθούνται στην εφαρμογή της οδηγίας και να ανταλλάσσουν, εάν χρειαστεί, πληροφορίες για τις άδειες που καταγράφουν.
62. Με παλαιότερες αποφάσεις του που αφορούσαν διάφορα θέματα, ιδίως σε σχέση με την αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως, το Δικαστήριο ανέπτυξε νομολογία που διευκρινίζει, μεταξύ άλλων, τον υποχρεωτικό χαρακτήρα της αμοιβαίας αναγνωρίσεως ο οποίος απαγορεύει στα κράτη μέλη διαμονής να ελέγχουν τη διαδικασία που εφαρμόζεται στο κράτος εκδόσεως.
63. Πράγματι, με την απόφαση Σκαναβή και Χρυσανθακόπουλος (10), το Δικαστήριο έκρινε ότι η αμοιβαία αναγνώριση των αδειών οδηγήσεως δεν υπόκειται σε καμία διατύπωση, θέση την οποία επανέλαβε με τις αποφάσεις Awoyemi (11) και Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (12).
64. Με τις δύο αυτές αποφάσεις, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι η υποχρέωση αμοιβαίας αναγνωρίσεως των αδειών οδηγήσεως την οποία προβλέπει η οδηγία 91/439 συνιστά σαφή και απαλλαγμένη αιρέσεως υποχρέωση και ότι τα κράτη μέλη δεν διαθέτουν κανένα περιθώριο εκτιμήσεως ως προς τον τρόπο συμμορφώσεώς τους προς αυτή (13).
65. Η αντίθετη λύση θα είχε ως συνέπεια να καταργηθεί η αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των κρατών μελών, την οποία επιτάσσει η αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως (14).
66. Εντούτοις, οι υποθέσεις που φέρονται σήμερα στην κρίση του Δικαστηρίου είναι εντελώς διαφορετικές από τις υποθέσεις τις οποίες έχει κρίνει μέχρι τώρα.
67. Στην προπαρατεθείσα υπόθεση Kapper, το Δικαστήριο έκρινε, ασφαλώς, ότι το κράτος μέλος διαμονής δεν είναι αρμόδιο να ελέγχει ότι πληρούνται όλες οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την απόκτηση αδείας, και ιδίως η προϋπόθεση της κανονικής διαμονής του κατόχου της αδείας. Ο έλεγχος της προϋποθέσεως αυτής εναπόκειται στο κράτος μέλος χορηγήσεως της αδείας το οποίο είναι αποκλειστικά αρμόδιο να εξασφαλίζει ότι οι άδειες οδηγήσεως χορηγούνται με τήρηση των απαιτούμενων προϋποθέσεων (15).
68. Όσον αφορά το άρθρο 8, παράγραφοι 2 και 4, της οδηγίας 91/439, το Δικαστήριο έκρινε, με την προπαρατεθείσα απόφαση Kapper, ότι ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να αρνείται να αναγνωρίσει επ’ αόριστον, σε πρόσωπο στο οποίο εφαρμόζεται, στο έδαφός του, το μέτρο της αφαιρέσεως ή της ακυρώσεως της προγενέστερης αδείας οδηγήσεως που εξέδωσε αυτό το κράτος, την ισχύ κάθε αδείας που θα του χορηγήσει άλλο κράτος μέλος μετά την περίοδο προσωρινής απαγορεύσεως της χορηγήσεως νέας αδείας (16).
69. Εντούτοις, θα πρέπει να επισημανθεί ότι στην προπαρατεθείσα απόφαση Kapper, το κράτος μέλος υποδοχής αρνούνταν να αναγνωρίσει την άδεια οδηγήσεως που είχε εκδώσει άλλο κράτος μέλος αποκλειστικά και μόνο διότι δεν είχε τηρηθεί η προϋπόθεση της διαμονής την οποία προβλέπει το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας 91/439.
70. Φρονώ ότι η προϋπόθεση αυτή δεν μπορεί να τεθεί στο ίδιο επίπεδο με μια προϋπόθεση σχετική με την ικανότητα από ιατρική άποψη, την οποία αφορούν οι παρούσες υποθέσεις. Η διαμονή, στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής ή στο έδαφος του κράτους μέλους χορηγήσεως, ουδόλως επηρεάζει την ασφάλεια των χρηστών του οδικού δικτύου, αντιθέτως προς την επικίνδυνη συμπεριφορά, όπως η συμπεριφορά των πέντε προσώπων τα οποία αφορούν οι παρούσες υποθέσεις.
71. Πράγματι, το Δικαστήριο καλείται σήμερα να κρίνει υποθέσεις στις οποίες ο κάτοχος αδείας οδηγήσεως, αγνοώντας τα μέτρα περιορισμού του δικαιώματος οδηγήσεως τα οποία λήφθηκαν εις βάρος του λόγω της εξαρτήσεώς του από το οινόπνευμα ή από τα ναρκωτικά, πέτυχε να του χορηγηθεί άδεια οδηγήσεως από κράτος μέλος χωρίς να τηρηθούν οι κανόνες τους οποίους θεσπίζει η οδηγία.
72. Από την εξέταση των πραγματικών περιστατικών που αποτελούν το αντικείμενο των κυρίων δικών αποδεικνύεται αναντίρρητα η πρόθεση απάτης των κατόχων των επίδικων αδειών οδηγήσεως.
73. Πράγματι, κατ’ αρχάς, φαίνεται ότι, όπως διευκρινίζει ο A. Wiedemann με τις παρατηρήσεις του, οι ενδιαφερόμενοι μετέβησαν στην Τσεχική Δημοκρατία διότι γνώριζαν ότι εκεί δεν απαιτείται η ιατρο-ψυχολογική εξέταση που απαιτείται στη Γερμανία για τη χορήγηση νέας αδείας και ότι δεν θα χρειαζόταν να διευκρινίσουν τους λόγους που οδήγησαν στην αφαίρεση της γερμανικής αδείας οδηγήσεως.
74. Συναφώς επισημαίνεται ότι η πληροφορία αυτή είναι γνωστή τοις πάσι, δεδομένου ότι υπάρχουν ειδικοί δικτυακοί τόποι στη γερμανική γλώσσα που αναφέρουν ότι η εξέταση αυτή, η οποία αποκαλούνταν τότε «το τεστ των ηλιθίων» («Idiotentest»), δεν είναι απαραίτητη για την έκδοση αδείας οδηγήσεως στην Τσεχική Δημοκρατία (17).
75. Στη συνέχεια, ο A. Wiedemann εξηγεί ότι είχε αρχίσει να συμμετέχει στις συνεδρίες θεραπευτικών ομάδων για την επίλυση των προβλημάτων του σχετικά με τα ναρκωτικά, αλλά σταμάτησε μόλις έμαθε ότι η Τσεχική Δημοκρατία δεν απαιτούσε ιατρο-ψυχολογική εξέταση.
76. Από το σύνολο των στοιχείων αυτών προκύπτει ότι ορισμένες διατάξεις της οδηγίας 91/439, οι οποίες θα μπορούσαν να θεωρηθούν δευτερεύουσας σημασίας εφόσον τηρούνται οι ουσιαστικές διατυπώσεις τις οποίες προβλέπει η οδηγία για την έκδοση της αδείας οδηγήσεως, αποκτούν πρωταρχική σημασία σε περίπτωση απάτης, καθώς και ότι η καταστρατήγησή τους αποτέλεσε την απαραίτητη προϋπόθεση για την πραγματοποίηση της απάτης.
77. Αυτό ισχύει για τη διάταξη περί αρμοδιότητας του κράτους μέλους χορηγήσεως η οποία περιέχεται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας 91/439.
78. Αυτή η προϋπόθεση διαμονής επί διάστημα τουλάχιστον έξι μηνών στην επικράτεια του κράτους μέλους πριν τη χορήγηση της αδείας αποδεικνύεται απαραίτητη προκειμένου να μπορέσουν να πραγματοποιηθούν οι ιατρικές εξετάσεις τις οποίες προβλέπει η οδηγία, καθώς και οι απαραίτητες αιτήσεις και ανταλλαγές πληροφοριών, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 12, παράγραφος 3, της οδηγίας αυτής.
79. Για τους λόγους αυτούς, η προπαρατεθείσα νομολογία Kapper δεν μπορεί να μεταφερθεί λυσιτελώς στις υπό κρίση υποθέσεις, οι οποίες είναι εντελώς διαφορετικές.
80. Για τους ίδιους λόγους, η αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως δεν μπορεί να εφαρμοστεί στις περιπτώσεις αυτές με τον κανονικό και παραδοσιακό τρόπο.
81. Κάτι τέτοιο θα είχε ως συνέπεια, στις συγκεκριμένες περιπτώσεις, τη διευκόλυνση ή την καθιέρωση της απάτης, πράγμα που θα οδηγούσε στην ενίσχυση της κατάστασης δυνητικού κινδύνου και θα ήταν κατάφωρα αντίθετο προς τον σκοπό ενισχύσεως της οδικής ασφάλειας που εκφράζεται ρητώς στην οδηγία 91/439.
82. Όχι μόνον το δίκαιο αλλά και ο κοινός νους επιτάσσουν, σε μια τέτοια περίπτωση, να θεωρηθεί ότι η απάτη διαλύει την αμοιβαία εμπιστοσύνη και να αναγνωριστεί στα κράτη μέλη η δυνατότητα να ελέγχουν τις συνθήκες υπό τις οποίες κατέστη δυνατή η χορήγηση της αδείας οδηγήσεως.
83. Πράγματι, η ίδια η φύση του μηχανισμού που θεσπίστηκε με την οδηγία 91/439 επιβάλλει, για να επιτευχθεί ο στόχος της ασφάλειας, η αμοιβαία αναγνώριση των αδειών οδηγήσεως να αντιστοιχεί, τουλάχιστον στους ουσιώδεις τομείς που μνημονεύονται ρητώς στην οδηγία, στην αμοιβαία αναγνώριση των λόγων αφαιρέσεως ή ακυρώσεως των αδειών ή άλλων περιορισμών του δικαιώματος οδηγήσεως οι οποίοι επιβάλλονται για τους λόγους για τους οποίους η οδηγία επιτάσσει στα κράτη μέλη να λάβουν ομοιόμορφα μέτρα ελέγχου της ικανότητας οδηγήσεως.
84. Αυτή η συμπληρωματική μορφή αμοιβαίας αναγνωρίσεως συνιστά, κατά την άποψή μου, υποχρέωση που βαρύνει τα κράτη μέλη δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/439, το οποίο τους επιβάλλει να θεσπίζουν κάθε ενδεικνυόμενη διάταξη για να αποφευχθεί ο κίνδυνος πλαστογραφήσεως των αδειών οδηγήσεως. Πράγματι, δεν κατανοώ γιατί ο όρος πλαστογράφηση πρέπει να θεωρηθεί ότι καλύπτει αποκλειστικά την υλική αλλοίωση διοικητικού τίτλου.
85. Προκειμένου να μην καταστεί κενός περιεχομένου, ο όρος αυτός πρέπει να θεωρηθεί ότι καλύπτει και τις περιπτώσεις στις οποίες ένα άτομο χωρίς ηθικούς ενδοιασμούς αποκτά κατόπιν απάτης ένα διοικητικό τίτλο ο οποίος, υπό το προκάλυμμα της γνησιότητας, του αναγνωρίζει φαινομενικά ένα δικαίωμα που στην πραγματικότητα του έχει αφαιρεθεί.
86. Η υποχρέωση αυτή που βαρύνει τα κράτη μέλη έχει ως συνέπεια την υποχρέωση ανταλλαγής πληροφοριών, σύμφωνα με το άρθρο 12, παράγραφος 3, της οδηγίας 91/439, τους όρους υλοποιήσεως της οποίας θα πρέπει να καθορίσουν τα κράτη μέλη.
87. Αν δεν το πράξουν, οι εν λόγω όροι υλοποιήσεως θα πρέπει, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, να θεσπιστούν από τον κοινοτικό νομοθέτη, χωρίς όμως να είναι περισσότερο πολύπλοκοι από την ισχύουσα μεταξύ ορισμένων κρατών μελών ανταλλαγή πληροφοριών από το ποινικό μητρώο το οποίο κανονικά θα πρέπει να περιέχει τις απαραίτητες πληροφορίες σχετικά με τις δικαστικές αποφάσεις που αφορούν περιορισμό, αφαίρεση ή ακύρωση του δικαιώματος οδηγήσεως.
88. Εντούτοις, μέχρις ότου καταστούν αποτελεσματικοί αυτοί οι εναρμονισμένοι όροι, φρονώ ότι, έστω και μόνο για λόγους προφυλάξεως, ένα κράτος μέλος που θεωρεί αντικειμενικά ότι δεν εφαρμόστηκαν οι κανόνες προστασίας των τρίτων τους οποίους προβλέπει η οδηγία 91/439 νομιμοποιείται να ελέγξει τους όρους εφαρμογής της αρχής της αμοιβαίας αναγνωρίσεως.
89. Αυτό συμβαίνει, μεταξύ άλλων, όταν από την απλή ανάγνωση της αδείας προκύπτει ότι δεν πληρούται η προϋπόθεση της ελάχιστης κανονικής διαμονής την οποία προβλέπει το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας αυτής και ότι στον ενδιαφερόμενο είχε επιβληθεί, στο έδαφος του κράτους μέλους ελέγχου, μέτρο αφαιρέσεως της αδείας συνοδευόμενο από την υποχρέωση να ολοκληρώσει επιτυχώς ιατρο-ψυχολογική εξέταση προκειμένου να του χορηγηθεί νέα άδεια.
90. Φρονώ ότι, σε μια τέτοια περίπτωση, το κράτος μέλος ελέγχου νομιμοποιείται να ζητήσει τη συνδρομή, σε περίπτωση αμφιβολίας, του κράτους μέλους εκδόσεως, προκειμένου το δεύτερο να αποφανθεί, διότι μόνον αυτό μπορεί να το πράξει, αν ο τίτλος που έχει χορηγήσει είναι έγκυρος.
91. Στις υπό κρίση υποθέσεις αυτό θα σήμαινε ότι το κράτος μέλος εκδόσεως θα πρέπει να εξακριβώσει αν ο κάτοχος της αδείας, ενόψει των περιστάσεων που οδήγησαν στην αφαίρεση της πρώτης αδείας, αλλά και της επικινδυνότητάς του για τους υπόλοιπους χρήστες του οδικού δικτύου, έχει υποβληθεί σε ιατρική εξέταση επιπέδου ανάλογου με την ιατρο-ψυχολογική δοκιμασία.
92. Αν στο κράτος μέλος εκδόσεως έχει πραγματοποιηθεί δοκιμασία επιπέδου ανάλογου με αυτό που απαιτείται στο κράτος μέλος ελέγχου, με την οποία εξακριβώθηκε η ικανότητα του κατόχου της αδείας από ιατρική άποψη, και συγκεκριμένα η εξάρτησή του από ναρκωτικά και οινόπνευμα, θεωρώ ότι το πρώτο κράτος μέλος οφείλει να αναγνωρίσει την εκδοθείσα άδεια κυκλοφορίας δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/439.
93. Αν, αντιθέτως, το κράτος μέλος εκδόσεως ενημερώσει το κράτος μέλος ελέγχου ότι δεν γνώριζε το ιστορικό του κατόχου της αδείας και ότι, συνεπώς, δεν πραγματοποιήθηκε σε βάθος ιατρική εξέταση που να αποδεικνύει ότι ο κάτοχος της αδείας έχει καταστεί ικανός να οδηγεί, θεωρώ ότι, κατ’ εξαίρεση, το κράτος μέλος ελέγχου έχει το δικαίωμα, δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφοι 2 και 4, της οδηγίας, να αρνηθεί να αναγνωρίσει την ισχύ της εν λόγω αδείας, λόγω της αποδεδειγμένης επικινδυνότητας του συγκεκριμένου προσώπου.
94. Κατά την άποψή μου, η δυνατότητα των αρμοδίων αρχών να ελέγχουν τον κάτοχο αδείας που εκδόθηκε σε άλλο κράτος μέλος και να εξακριβώνουν, αν συντρέχει λόγος, από τις αρχές του κράτους μέλους εκδόσεως ότι η άδεια είναι έγκυρη, δεν είναι αντίθετη προς την αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως.
95. Το αντίθετο θα ίσχυε μόνον αν το κράτος μέλος ελέγχου αρνούνταν να αναγνωρίσει αυτεπαγγέλτως την άδεια ή αν η ισχύς της αδείας δεν αναγνωριζόταν ακόμα και αν από τον έλεγχο δεν προέκυπτε κάποια παρατυπία.
96. Με σύστασή της, η Επιτροπή υπογράμμισε το γεγονός ότι ο έλεγχος, και μάλιστα ο διασυνοριακός έλεγχος, είναι ένας σημαντικός και αποτελεσματικός τρόπος προλήψεως και μειώσεως του αριθμού των ατυχημάτων (18).
97. Η μη αναγνώριση της δυνατότητας αυτής σε κράτος μέλος θα ήταν, κατά την άποψή μου, αντίθετη προς τον στόχο της βελτιώσεως της οδικής ασφάλειας τον οποίο επιδιώκει η οδηγία 91/439 και τον οποίο υποστηρίζει η Επιτροπή (19).
98. Εξάλλου, όπως έχει υπενθυμίσει η Επιτροπή, η οδική ανασφάλεια αποτελεί τη μεγαλύτερη ανησυχία των χρηστών του οδικού δικτύου και ότι, από όλους τους τρόπους μεταφορών, οι οδικές μεταφορές παρουσιάζουν τους μεγαλύτερους κινδύνους και κοστίζουν περισσότερο σε ανθρώπινες ζωές (20).
99. Η Επιτροπή έχει υπενθυμίσει επίσης ότι τα κράτη μέλη είναι αρμόδια να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος που έχει θέσει η Λευκή Βίβλος να μειωθεί ο αριθμός των νεκρών σε οδικά ατυχήματα στο ήμισυ (21).
100. Συναφώς, η περίπτωση του A. Wiedemann αποδεικνύει ότι η επικινδυνότητα δεν φαίνεται να έχει εκλείψει, εφόσον ένα μήνα μετά την έκδοση της τσεχικής αδείας του, ο A. Wiedemann προκάλεσε και πάλι ατύχημα στο γερμανικό έδαφος.
101. Φρονώ ότι η προεκτεθείσα λύση δεν είναι αντίθετη προς τη νομολογία του Δικαστηρίου.
102. Πράγματι, όπως προκύπτει από την προπαρατεθείσα απόφαση Kapper, η απόφαση αφορούσε αποκλειστικά την προϋπόθεση της διαμονής.
103. Θα μπορούσε να αντιταχθεί ότι, με την προπαρατεθείσα διάταξη Halbritter, το Δικαστήριο δέχθηκε και πάλι ότι τα κράτη μέλη έχουν το δικαίωμα να εξετάζουν εκ νέου την τήρηση των προϋποθέσεων χορηγήσεως. Η διάταξη αυτή αφορούσε την προϋπόθεση της από ιατρική άποψη ικανότητας (22).
104. Εντούτοις, αντιθέτως προς τις παρούσες υποθέσεις, στην προπαρατεθείσα υπόθεση Halbritter, οι αρχές του κράτους μέλους εκδόσεως είχαν εξακριβώσει ότι ο κάτοχος της αδείας οδηγήσεως ήταν ικανός από ιατρική άποψη, εξετάζοντας ακριβώς αν βρισκόταν ακόμα υπό την επήρεια ναρκωτικών (23).
105. Εφόσον είχε πραγματοποιηθεί η εξακρίβωση και οι αυστριακές αρχές είχαν κρίνει ότι ο αιτών ήταν ικανός από ιατρική άποψη να οδηγεί, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν μπορούσε πλέον να απαιτήσει ιατρο-ψυχολογική εξέταση του κατόχου της αδείας και συνεπώς να αρνηθεί να την αναγνωρίσει.
106. Τέλος, οι παρούσες υποθέσεις διαφέρουν και από την υπόθεση Kremer (24), στην οποία η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας είχε αρνηθεί να αναγνωρίσει άδεια οδηγήσεως χορηγηθείσα από το Βασίλειο του Βελγίου, χωρίς να εξακριβώσει προηγουμένως αν το Βασίλειο του Βελγίου είχε προβεί στην αναγκαία εξέταση της από ιατρική άποψη ικανότητας του κατόχου.
107. Το Verwaltungsgericht Sigmaringen ερωτά επίσης το Δικαστήριο αν το κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου έχει επιβληθεί στον κάτοχο της αδείας οδηγήσεως το μέτρο της αφαιρέσεως προηγούμενης αδείας, μπορεί να αναστείλει προσωρινώς την αναγνώριση της δεύτερης αδείας ενόσω το κράτος εκδόσεως εξετάζει τις συνθήκες υπό τις οποίες εκδόθηκε η δεύτερη άδεια.
108. Φρονώ ότι, μέχρις ότου εκδοθεί η απόφαση του κράτους μέλους εκδόσεως, το κράτος μέλος ελέγχου μπορεί εγκύρως να αφαιρέσει την επίμαχη άδεια λαμβάνοντας ένα μέτρο που έχει τον χαρακτήρα της αναγκαίας προστασίας των τρίτων.
109. Πράγματι, θα ήταν κατά τη γνώμη μου αδιανόητο να χρειάζεται να συμβεί ένα νέο ατύχημα ή μια νέα παράβαση για να μπορέσει να ενεργήσει το κράτος ελέγχου.
110. Αν γινόταν δεκτό το αντίθετο, θα καθίστατο ουσιαστικά κενή περιεχομένου η πολιτική προλήψεως, η οποία εντούτοις είναι γνωστό ότι πρέπει να καταλαμβάνει προεξάρχουσα θέση στον τομέα της οδικής ασφάλειας. Ευλόγως επίσης θα προξενούνταν δυσμενέστατη εντύπωση στην κοινή γνώμη και θα γεννιόνταν αμφιβολίες όσον αφορά την αποτελεσματικότητα και τη χρησιμότητα των κοινοτικών μέτρων.
111. Για όλους αυτούς τους λόγους φρονώ ότι στα τιθέμενα ερωτήματα πρέπει να δοθούν οι ακόλουθες απαντήσεις.
112. Το κράτος μέλος το οποίο έχει αφαιρέσει άδεια οδηγήσεως λόγω του ότι ο κάτοχός της οδηγούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος ή ναρκωτικών και, λόγω της επικινδυνότητας του κατόχου, έχει θέσει ως προϋπόθεση για τη χορήγηση νέας αδείας την επιτυχή ολοκλήρωση ιατρο-ψυχολογικής εξετάσεως, δικαιούται, δυνάμει των άρθρων 1, παράγραφος 2, και 8, παράγραφοι 2 και 4, της οδηγίας 91/439, να αρνηθεί να αναγνωρίσει την ισχύ αδείας που έχει εκδοθεί από άλλο κράτος μέλος, στο οποίο δεν έχει διενεργηθεί εξέταση επιπέδου αναλόγου με εκείνο που απαιτείται στο πρώτο κράτος μέλος.
113. Τα άρθρα 1, παράγραφος 2, και 8, παράγραφοι 2 και 4, της οδηγίας 91/439 πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι δεν απαγορεύουν τη λήψη από κράτος μέλος προσωρινών μέτρων, όπως η αφαίρεση της αδείας οδηγήσεως, ενόσω το κράτος μέλος εκδόσεως εξετάζει τις συνθήκες υπό τις οποίες χορηγήθηκε η άδεια, εφόσον ο κάτοχός της παρουσιάζει δυνητικά επικίνδυνη συμπεριφορά.
V – Πρόταση
114. Κατόπιν των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την ακόλουθη απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα που υποβάλλει το Verwaltungsgericht Sigmaringen και το Verwaltungsgericht Chemnitz:
«Τα άρθρα 1, παράγραφος 2, και 8, παράγραφοι 2 και 4, της οδηγίας 91/439/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουλίου 1991, για την άδεια οδηγήσεως πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι δεν απαγορεύουν σε κράτος μέλος να αρνηθεί να αναγνωρίσει την ισχύ αδείας οδηγήσεως που έχει χορηγηθεί από άλλο κράτος μέλος σε πρόσωπο από το οποίο έχει αφαιρεθεί η άδεια οδηγήσεως στο πρώτο κράτος μέλος λόγω του ότι οδηγούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος ή ναρκωτικών και στο οποίο έχει επιβληθεί, λόγω της επικινδυνότητάς του, ως προϋπόθεση για τη χορήγηση νέας αδείας οδηγήσεως η επιτυχής ολοκλήρωση ιατρο-ψυχολογικής εξετάσεως, ενώ στο κράτος εκδόσεως της αδείας δεν διενεργήθηκε εξέταση επιπέδου ανάλογου με εκείνο που απαιτείται στο πρώτο κράτος μέλος.
Τα άρθρα 1, παράγραφος 2, και 8, παράγραφοι 2 και 4, της οδηγίας 91/439 πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι δεν απαγορεύουν τη λήψη από κράτος μέλος προσωρινών μέτρων, όπως η αφαίρεση της αδείας οδηγήσεως, ενόσω το κράτος μέλος εκδόσεως εξετάζει τις συνθήκες υπό τις οποίες χορηγήθηκε η άδεια, εφόσον ο κάτοχος της εν λόγω αδείας παρουσιάζει δυνητικά επικίνδυνη συμπεριφορά.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 – Οδηγία της 29ης Ιουλίου 1991, για την άδεια οδήγησης (ΕΕ L 237, σ. 1).
3 – Βλ. άρθρο 1 της οδηγίας.
4 – Βλ. αιτιολογική σκέψη 4.
5 – Σύμφωνα με το άρθρο 9, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 91/439, ως κανονική διαμονή νοείται ο τόπος όπου ένα πρόσωπο διαμένει συνήθως, δηλαδή επί 185 τουλάχιστον ημέρες κατά ημερολογιακό έτος. Αν ο κάτοχος της αδείας σπουδάζει στο εν λόγω κράτος μέλος, θα πρέπει να αποδείξει ότι είναι εγκατεστημένος σε αυτό επί διάστημα τουλάχιστον έξι μηνών.
6 – Άρθρο 11, παράγραφοι 2 και 3, του FeV.
7 – Άρθρα 69 και 69 bis του γερμανικού ποινικού κώδικα.
8 – Βλ. σημεία 14, 14.1, πρώτο εδάφιο, 15 και 15.1 του εν λόγω παραρτήματος III.
9 – Βλ. άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/439.
10 – Απόφαση της 29ης Φεβρουαρίου 1996, C‑193/94 (Συλλογή 1996, σ. I‑929, σκέψη 26).
11 – Απόφαση της 29ης Οκτωβρίου 1998, C‑230/97 (Συλλογή 1998, σ. I‑6781, σκέψη 41).
12 – Απόφαση της 10ης Ιουλίου 2003, C‑246/00 (Συλλογή 2003, σ. I‑7485, σκέψη 60).
13 – Βλ. προπαρατεθείσες αποφάσεις Awoyemi (σκέψη 42), και Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (σκέψη 61).
14 – Βλ. σημεία 35 έως 40 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Léger στην υπόθεση Kapper, επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 29ης Απριλίου 2004, C‑476/01 (Συλλογή 2004, σ. I‑5205).
15 – Σκέψεις 46 έως 48 και παρατιθέμενη εκεί νομολογία.
16 – Βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Kapper (σκέψη 76), και διάταξη της 6ης Απριλίου 2006, Halbritter, C‑227/05, μη δημοσιευθείσα στη Συλλογή, σκέψη 37.
17 – Βλ., μεταξύ άλλων, δικτυακό τόπο .
18 – Βλ. σύσταση της Επιτροπής, της 6ης Απριλίου 2004, για την επιβολή του νόμου στον τομέα της οδικής ασφάλειας (ΕΕ L 111, σ. 75).
19 – Βλ. Λευκή Βίβλο της Επιτροπής, της 12ης Σεπτεμβρίου 2001, με τίτλο «Η ευρωπαϊκή πολιτική μεταφορών με ορίζοντα το έτος 2010: η ώρα των επιλογών» [COM(2001) 370 τελικό]. Υπενθυμίζω και το δημοσίευμα της Επιτροπής «Ας γλιτώσουμε 20 000 ζωές στους δρόμους μας – Ένα ζήτημα που μας αφορά όλους», στο δικτυακό τόπο , στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού προγράμματος δράσης για την οδική ασφάλεια «Μείωση στην Ευρωπαϊκή Ένωση του αριθμού των θυμάτων σε τροχαία ατυχήματα κατά το ήμισυ από σήμερα έως το 2010: ένα ζήτημα που μας αφορά όλους», στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού προγράμματος δράσης για την οδική ασφάλεια [COM(2003) 311 τελικό].
20 – Βλ. προπαρατεθείσα Λευκή Βίβλο (σ. 70).
21 – Όπ.π. (σ. 73).
22 – Βλ. σκέψη 34 της εν λόγω διατάξεως.
23 – Βλ. σκέψη 31 της ίδιας διατάξεως.
24 – Διάταξη της 28ης Σεπτεμβρίου 2006, C‑340/05 (δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή).
Full & Egal Universal Law Academy