ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
M. POIARES MADURO
της 24ης Απριλίου 2008 1(1)
Υπόθεση C‑347/06
ASM Brescia SpA
κατά
Comune di Rodengo Saiano
[αίτηση του Tribunale amministrativo regionale per la Lombardia sezione staccata di Brescia (Ιταλία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Εσωτερική αγορά φυσικού αερίου – Αυτόματη παράταση των συμβάσεων παραχωρήσεως που σχετίζονται με τη διαχείριση της δημόσιας υπηρεσίας διανομής φυσικού αερίου»
1. Η πρακτική αποτελεσματικότητα, άλλως η αρχή της νομιμότητας, του κοινοτικού δικαίου ενδέχεται να συγκρούεται με τις επιταγές της αρχής της ασφάλειας δικαίου. Στο πλαίσιο αυτό, απαιτείται συμβιβασμός ή στάθμιση των συγκρουόμενων συμφερόντων προς εξυπηρέτηση των οποίων έχουν τεθεί οι ως άνω αρχές. Πάντως, αν η αναζήτηση μιας τέτοιας ισορροπίας είναι δυσχερής όταν η σύγκρουση αφορά δύο κοινοτικούς κανόνες, είναι δυσχερέστερη όταν η σύγκρουση αφορά έναν κοινοτικό και έναν εθνικό κανόνα. Συγκεκριμένα, η αρχή της υπεροχής δεν είναι πάντοτε το προσφορότερο μέσο για την επίλυση της ενδεχόμενης συγκρούσεως, στο μέτρο που η αρχή της ασφάλειας δικαίου αποτελεί όχι μόνο γενική αρχή του δικαίου κοινή στις περισσότερες εθνικές έννομες τάξεις, αλλά και γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου. Με άλλα λόγια, τα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα απαιτούν την ανάπτυξη ενός προβληματισμού όσον αφορά την έκταση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο στο πλαίσιο της προσαρμογής του αντίθετου εθνικού δικαίου.
2. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσονται τα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Tribunale amministrativo regionale per la Lombardia sezione staccata di Brescia (Ιταλία) (στο εξής: TAR). Το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, από το Δικαστήριο να αποφανθεί σχετικά με τις επιπτώσεις των αρχών της ίσης μεταχειρίσεως της απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων και της διαφάνειας που απορρέουν από τα άρθρα 43 ΕΚ και 49 ΕΚ, καθώς και με αυτές της οδηγίας 2003/55/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2003, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά φυσικού αερίου και την κατάργηση της οδηγίας 98/30/ΕΚ (2) (στο εξής: οδηγία 2003/55), όσον αφορά τις συμβάσεις παραχωρήσεως της υπηρεσίας διανομής φυσικού αερίου, οι οποίες συνάφθηκαν αρχικά χωρίς να προηγηθεί διαδικασία διαγωνισμού. Πιο συγκεκριμένα, η υπόθεση της κύριας δίκης αφορά εθνική νομοθετική ρύθμιση προβλέπουσα μια μεταβατική περίοδο, της οποίας η διάρκεια τροποποιήθηκε δύο φορές, για την πρόωρη λήξη των εν λόγων συμβάσεων παραχωρήσεως, σε συμμόρφωση με τις υποτιθέμενες απαιτήσεις του κοινοτικού δικαίου.
I – Τα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης, το εθνικό νομικό πλαίσιο και η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως
3. Στην προσφεύγουσα της κύριας δίκης, ASM Brescia (στο εξής: ASM Brescia), παραχωρήθηκε η υπηρεσία διανομής φυσικού αερίου στον Δήμο του Rodengo Saiano (στο εξής: δήμος), δυνάμει συμβάσεως που συνάφθηκε με τον εν λόγω δήμο στις 27 Φεβρουαρίου 1984, χωρίς να προηγηθεί διαδικασία διαγωνισμού μεταξύ των επιχειρήσεων που θα μπορούσαν δυνητικά να παράσχουν την οικεία υπηρεσία. Η σύμβαση παραχωρήσεως έληγε στις 31 Δεκεμβρίου 2029. Εντούτοις, ο Ιταλός νομοθέτης, επ’ ευκαιρία της μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας 98/30/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1998, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά φυσικού αερίου (3), θέλησε να επισπεύσει την ημερομηνία λήξεως των συμβάσεων παραχωρήσεως οι οποίες συνάφθηκαν χωρίς να προηγηθεί διαδικασία διαγωνισμού.
4. Προς τούτο, εξέδωσε στις 23 Μαΐου 2000 το νομοθετικό διάταγμα 164 (4) (στο εξής: διάταγμα 164/2000), το οποίο θέτει την αρχή ότι οι δραστηριότητες εισαγωγής, εξαγωγής, μεταφοράς και κατανομής φορτίων, διανομής και πωλήσεως φυσικού αερίου είναι ελεύθερες. Στο εξής προβλέπεται ότι η δραστηριότητα της διανομής, η οποία χαρακτηρίζεται ως δημόσια υπηρεσία αρμοδιότητας των δήμων, ανατίθεται, δυνάμει του άρθρου 14 του διατάγματος 164/2000, σε παραχωρησιούχους οι οποίοι επιλέγονται αποκλειστικώς κατόπιν διαγωνισμού για περίοδο που δεν μπορεί να υπερβαίνει τα δώδεκα έτη.
5. Προκειμένου να επιταχυνθεί η μετάβαση στην ανάθεση κατόπιν διαγωνισμού των υφισταμένων συμβάσεων παραχωρήσεως, οι παράγραφοι 5 και 7 του άρθρου 15 του διατάγματος 164/2000 προβλέπουν ότι:
«5. Για τις δραστηριότητες διανομής φυσικού αερίου, οι συμβάσεις αναθέσεως και παραχωρήσεως που είναι σε ισχύ κατά τον χρόνο ενάρξεως ισχύος του παρόντος διατάγματος, καθώς και οι συμβάσεις που συνάπτονται με εταιρίες προερχόμενες από τη μετατροπή των υφισταμένων διαχειριστικών φορέων, συνεχίζουν να ισχύουν έως τη συμφωνηθείσα λύση τους, εφόσον αυτή δεν υπερβαίνει τις προθεσμίες που ορίζει η παράγραφος 7 για τη μεταβατική περίοδο. Οι υφιστάμενες συμβάσεις αναθέσεως και παραχωρήσεως για τις οποίες δεν προβλέπεται ημερομηνία λήξεως ή προβλέπεται ημερομηνία μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου συνεχίζουν να ισχύουν έως τη συμπλήρωση της μεταβατικής περιόδου. [...]
[...]
7. Η μεταβατική περίοδος της παραγράφου 5 ορίζεται σε πέντε έτη από τις 31 Δεκεμβρίου 2000. […]»
6. Το άρθρο 15, παράγραφος 7, του διατάγματος 164/2000 προβλέπει επιπλέον ότι, υπό τις προϋποθέσεις που αυτή απαριθμεί, η εν λόγω μεταβατική περίοδος μπορεί να παραταθεί κατά χρονικό διάστημα που δεν μπορεί να υπερβαίνει τα πέντε έτη, ήτοι μέχρι το 2010.
7. Η διάρκεια της μεταβατικής περιόδου τροποποιήθηκε μια πρώτη φορά το 2004, με τον νόμο 239 της 23ης Αυγούστου 2004, του οποίου το άρθρο 1, παράγραφος 69, ορίζει ότι στο εξής «[…] [η] μεταβατική περίοδος την οποία προβλέπει το άρθρο 15, παράγραφος 5, [του διατάγματος 164/2000] λήγει το αργότερο στις 31 Δεκεμβρίου 2007, επιφυλασσομένης της δυνατότητας του αναθέτοντος ή παραχωρούντος οργανισμού τοπικής αυτοδιοικήσεως να παρατείνει, εντός έξι μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου κατά ένα έτος, εφόσον αυτό δικαιολογείται από λόγους δημόσιου συμφέροντος. […]».
8. Ενόψει της πολυπλοκότητας του συστήματος που θεσπίστηκε και της αβεβαιότητας που αυτό συνεπάγεται όσον αφορά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου, εντός της οποίας οι συναφθείσες χωρίς να προηγηθεί διαδικασία διαγωνισμού συμβάσεις παραχωρήσεως πρέπει να λήξουν, ο νομοθέτης εξέδωσε το 2005 ένα νέο διάταγμα, το νομοθετικό διάταγμα 273 της 30ής Δεκεμβρίου 2005 (στο εξής: διάταγμα 273/2005).
9. Η διαφορά μεταξύ της προσφεύγουσας εταιρίας ASM Brescia και του δήμου, με τον οποίο η πρώτη συνδέεται συμβατικά, αποδεικνύει τις ασάφειες των ως άνω διαδοχικών νομοθετικών ρυθμίσεων. Η έλλειψη συμφωνίας των συμβαλλομένων όσον αφορά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου και, κατά συνέπεια, όσον αφορά την ημερομηνία λήξεως της επίδικης συμβάσεως παραχωρήσεως, οδήγησε την προσφεύγουσα στην άσκηση προσφυγής ακυρώσεως κατά της αποφάσεως του δημοτικού συμβουλίου της 19ης Ιουλίου 2005, με την οποία ορίστηκε ως ημερομηνία λήξεως της συμβάσεως παραχωρήσεως η 31η Δεκεμβρίου 2005.
10. Το TAR, με διάταξη ασφαλιστικών μέτρων της 18ης Οκτωβρίου 2005, απέρριψε την αίτηση αναστολής εκτελέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως.
11. Το διάταγμα 273/2005, το οποίο τέθηκε σε ισχύ κατά τη διάρκεια της δίκης, είχε ως αποστολή να αποσαφηνίσει την κατάσταση. Το άρθρο 23, παράγραφος 1, του διατάγματος προβλέπει ότι η λήξη της μεταβατικής περιόδου παρατείνεται αυτομάτως έως τις 31 Δεκεμβρίου 2007 και ότι μπορεί να παραταθεί κατά δύο έτη, ήτοι έως τις 31 Δεκεμβρίου 2009, αν πληρούται τουλάχιστον μία από τις προϋποθέσεις τις οποίες τάσσει το άρθρο 15, παράγραφος 7, του διατάγματος 164/2000. Με βάση το εν λόγω διάταγμα, η επιχείρηση θεωρούσε ότι η σύμβαση παραχωρήσεως που αυτή συνήψε θα έληγε στις 31 Δεκεμβρίου 2007, άλλως, το αργότερο, στις 31 Δεκεμβρίου 2009.
12. Κρίνοντας ότι το διάταγμα 273/2005 έχει εφαρμογή στην υπό κρίση διαφορά, το Consiglio di Stato, με διάταξη ασφαλιστικών μέτρων της 21ης Φεβρουαρίου 2006, χορήγησε αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως.
13. Παρά το γεγονός ότι το ζήτημα αυτό επιλύθηκε, εντούτοις το TAR, το οποίο εκλήθη να εξετάσει την ουσία της διαφοράς, έχει αμφιβολίες κατά πόσον συνάδει προς το κοινοτικό δίκαιο η παράταση της μεταβατικής περιόδου στη διάρκεια της οποίας επέρχεται η πρόωρη λήξη των συμβάσεων παραχωρήσεως, οι οποίες, σύμφωνα με την αρχική πρόβλεψη, θα έληγαν μετά τη μεταβατική αυτή περίοδο.
14. Το Tribunale amministrativo regionale per la Lombardia sezione staccata di Brescia αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Είναι αντίθετη με τα άρθρα 43 ΕΚ, 49 ΕΚ, 86, παράγραφος 1, ΕΚ και με τις αρχές της ίσης μεταχειρίσεως, της απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων και της διαφάνειας η αυτόματη και γενικευμένη παράταση έως τις 31 Δεκεμβρίου 2007 των υφισταμένων συμβάσεων παραχωρήσεως της διανομής φυσικού αερίου, οι οποίες συνάφθηκαν αρχικά χωρίς να προηγηθεί διαδικασία διαγωνισμού;
2) Είναι αντίθετες με τα άρθρα 43 ΕΚ, 49 ΕΚ, 86, παράγραφος 1, ΕΚ και με τις αρχές της ίσης μεταχειρίσεως, της απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων και της διαφάνειας οι μεταγενέστερες αυτόματες παρατάσεις έως τις 31 Δεκεμβρίου 2009 των υφισταμένων συμβάσεων παραχωρήσεως της διανομής φυσικού αερίου, οι οποίες συνάφθηκαν αρχικά χωρίς να προηγηθεί διαδικασία διαγωνισμού, στις ακόλουθες περιπτώσεις:
α) όταν ο παραχωρησιούχος έχει προβεί σε εταιρική συγχώνευση η οποία του επιτρέπει να εξυπηρετεί διπλάσιο αριθμό χρηστών από τον αριθμό που εξυπηρετούσε προηγουμένως η συγχωνευθείσα εταιρία·
β) όταν ο παραχωρησιούχος καλύπτει αριθμό χρηστών ανώτερο των 100 000 τελικών πελατών, ή διανέμει ποσότητα αερίου ανώτερη των 100 εκατομμυρίων κυβικών μέτρων ετησίως, ή ασκεί τη δραστηριότητά του σε γεωγραφικό πλαίσιο ίσο τουλάχιστον με ολόκληρη την εδαφική περιφέρεια της οικείας επαρχίας·
γ) όταν το 40 % τουλάχιστον του εταιρικού κεφαλαίου του παραχωρησιούχου έχει μεταβιβαστεί σε ιδιώτες;
3) Είναι αντίθετη με την τέταρτη, την όγδοη, τη δέκατη και τη δέκατη όγδοη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2003/55/ΕΚ, της 26ης Ιουνίου 2003, καθώς και με το άρθρο 23, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας, το άρθρο 10 ΕΚ και τις αρχές της ορθολογικότητας και της αναλογικότητας η παράταση των υφισταμένων συμβάσεων παραχωρήσεως της διανομής του φυσικού αερίου, τόσο στην περίπτωση που εκτίθεται στο πρώτο ερώτημα όσο και στην περίπτωση που εκτίθεται στο δεύτερο ερώτημα, λαμβανομένων ιδίως υπόψη:
α) της υποχρεώσεως των κρατών να επιτύχουν τον στόχο της ελευθερώσεως της αγοράς φυσικού αερίου έως την 1η Ιουλίου 2007·
β) της απαγορεύσεως να θεσπίζουν ή να διατηρούν σε ισχύ τα κράτη εθνικές διατάξεις που αντιβαίνουν στην ελευθέρωση της αγοράς του φυσικού αερίου·
γ) της υποχρεώσεως των κρατών να συνδέουν τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου με μια εύλογη προθεσμία και με αντικειμενικές απαιτήσεις;»
15. Με τα ερωτήματα αυτά το αιτούν δικαστήριο διερωτάται, κατ’ ουσίαν, ως προς την έκταση των υποχρεώσεων που επιβάλλουν στα κράτη μέλη η Συνθήκη και οι σχετικές διατάξεις της οδηγίας 2003/55, όσον αφορά τις συμβάσεις παραχωρήσεως που συνάφθηκαν χωρίς να προηγηθεί διαδικασία διαγωνισμού.
II – Αναδιατύπωση και παραδεκτό των προδικαστικών ερωτημάτων
16. Στο μέτρο που η διατύπωση των προδικαστικών ερωτημάτων από το αιτούν δικαστήριο θα μπορούσε να προκαλέσει σύγχυση, πρέπει καταρχάς να διευκρινιστεί ότι η εθνική νομοθετική ρύθμιση την οποία αφορά η υπόθεση της κύριας δίκης δεν έχει ως αποτέλεσμα την παράταση της διάρκειας ισχύος των συμβάσεων παραχωρήσεως, αλλά την πρόωρη λήξη αυτών, στο πλαίσιο μιας μεταβατικής περιόδου. Η προβλεπόμενη από το εθνικό δίκαιο παράταση, που αποτελεί αντικείμενο της κύριας δίκης, δεν αφορά, στην πράξη, τη διάρκεια της συμβάσεως παραχωρήσεως, αλλά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου η οποία προβλέπεται για την πρόωρη λήξη της εν λόγω συμβάσεως παραχωρήσεως.
17. Υπό την επιφύλαξη αυτή, την οποία οι μετέχοντες στη δίκη συμμερίζονται, ζητείται, κατ’ ουσίαν, από το Δικαστήριο να διευκρινίσει, αφενός, αν το κοινοτικό δίκαιο απαγορεύει την πρόβλεψη μεταβατικής περιόδου χορηγούμενης στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις για την πρόωρη λήξη των συμβάσεων παραχωρήσεως οι οποίες συνάφθηκαν χωρίς να προηγηθεί διαδικασία διαγωνισμού και, αφετέρου, με ποιο τρόπο οι αρμόδιες εθνικές αρχές δύνανται να παρατείνουν ή να τροποποιούν τη διάρκεια μιας τέτοιας μεταβατικής περιόδου.
18. Αν όντως έχουν αυτό το περιεχόμενο, τότε τα προδικαστικά ερωτήματα πρέπει να θεωρηθούν παραδεκτά, δεδομένου ότι απαιτούν ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου η οποία είναι χρήσιμη για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης (5).
III – Εξέταση των προδικαστικών ερωτημάτων
Α – Εισαγωγικές παρατηρήσεις επί των εφαρμοστέων διατάξεων
19. Το αιτούν δικαστήριο, με τα δύο πρώτα ερωτήματα, ζητεί την ερμηνεία διατάξεων του πρωτογενούς δικαίου και, ειδικότερα, των άρθρων 43 ΕΚ, 49 ΕΚ και 86 ΕΚ, ενώ με το τρίτο ερώτημα επικαλείται τις διατάξεις της οδηγίας 2003/55 σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά φυσικού αερίου. Κρίνω, εντούτοις, σκόπιμο να ξεκινήσω την ανάλυση από την εξέταση της δυνατότητας εφαρμογής στην υπό κρίση διαφορά των διατάξεων του παραγώγου δικαίου. Συγκεκριμένα, αν τα πραγματικά περιστατικά και το νομικό πλαίσιο που ενδιαφέρουν εν προκειμένω εξαιρούνται του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας 2003/55, οι σχετικές με τις θεμελιώδεις ελευθερίες υποχρεώσεις, οι οποίες απορρέουν από τα άρθρα 43 ΕΚ, 49 ΕΚ και 86, παράγραφος 1, ΕΚ, θα έχουν καθοριστική σημασία για την επίλυση της υπό κρίση διαφοράς.
20. Εξάλλου, μολονότι το αιτούν δικαστήριο κάνει λόγο για «παραχώρηση» της υπηρεσίας διανομής του φυσικού αερίου, υπενθυμίζεται ότι η έννοια αυτή έχει αυτόνομο ορισμό στο πλαίσιο του κοινοτικού δικαίου. Επομένως, στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να εξακριβώσει αν η σύμβαση που συνάφθηκε μεταξύ του οικείου δήμου και της εταιρίας ASM Brescia ανταποκρίνεται στον ορισμό της «συμβάσεως παραχωρήσεως υπηρεσίας», όπως αυτός προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου (6), η οποία επαναλαμβάνει τον ορισμό που περιλαμβάνεται στην ερμηνευτική ανακοίνωση της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και κατά τον οποίο «σύμβαση παραχώρησης υπάρχει όταν ο ανάδοχος αναλαμβάνει τους κινδύνους που συνδέονται με τη σχετική υπηρεσία (δημιουργία της υπηρεσίας και εκμετάλλευσή της), αμειβόμενος από τον χρήστη, κυρίως μέσω της είσπραξης τελών, υπό οποιαδήποτε μορφή. Ο τρόπος αμοιβής του αναδόχου είναι, όπως συμβαίνει και με τις συμβάσεις παραχώρησης έργων, στοιχείο που επιτρέπει να καθοριστεί η ανάληψη του κινδύνου εκμετάλλευσης.» (7).
21. Εφόσον η επίμαχη σύμβαση ανταποκρίνεται στον ορισμό αυτό, δεν μπορεί να γίνει επίκληση της οδηγίας 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών (8). Η οδηγία αυτή ρητά εξαιρεί από το πεδίο εφαρμογής της τις συμβάσεις παραχωρήσεως υπηρεσιών. Αντίθετα, στο μέτρο που η οδηγία 2003/55 αφορά συγκεκριμένα τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά φυσικού αερίου, το αιτούν δικαστήριο θεμιτά διερωτάται ως προς τη δυνατότητα επικλήσεως και την ερμηνεία των διατάξεων της οδηγίας αυτής στο πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης.
Β – Επί του τρίτου ερωτήματος: η δυνατότητα εφαρμογής της οδηγίας 2003/55 στη διαφορά της κύριας δίκης
22. Η έκδοση των πρώτων οδηγιών στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας, το 1996, και του φυσικού αερίου, το 1998, αποσκοπούσε στην ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς, δια της εγκαταλείψεως των δημοσίων μονοπωλίων, εκτός αυτών που αφορούν τις υποδομές, υπέρ ενός ελεύθερου και ανόθευτου ανταγωνισμού στους εν λόγω τομείς. Πάντως, οι οδηγίες αυτές άφηναν διάφορες επιλογές στα κράτη μέλη όσον αφορά το άνοιγμα της αγοράς, την οργάνωση της πρόσβασης στο δίκτυο και τη ρύθμιση της αγοράς. Η Επιτροπή επισήμανε ότι «από την πρακτική εφαρμογή διαπιστώνεται ότι η κατάσταση αυτή οδηγεί στη στρέβλωση του ανταγωνισμού, δεδομένου ότι οι αγορές ορισμένων κρατών μελών είναι περισσότερο ανοικτές στον ανταγωνισμό απ’ ότι άλλων» (9). Η οδηγία 2003/55 εκδόθηκε στο πλαίσιο αυτό, με σκοπό να διασφαλίσει σταδιακά το πλήρες άνοιγμα της αγοράς φυσικού αερίου, ήτοι παρέχοντας τη δυνατότητα στους μεν καταναλωτές να επιλέγουν ελεύθερα τους προμηθευτές τους, στους δε προμηθευτές να προμηθεύουν ελεύθερα τους πελάτες τους (10). Ο σκοπός της νέας αυτής οδηγίας είναι να «ληφθούν συγκεκριμένες διατάξεις για τη διασφάλιση ισότιμων όρων παραγωγής και τη μείωση των κινδύνων δημιουργίας δεσπόζουσας θέσης στην αγορά και επιθετικής συμπεριφοράς, διασφαλίζοντας τιμολόγια μεταφοράς και διανομής χωρίς την επιβολή διακρίσεων, μέσω της παροχής πρόσβασης στο δίκτυο με βάση τιμολόγια τα οποία δημοσιεύονται πριν τεθούν σε ισχύ, καθώς επίσης διασφαλίζοντας την προστασία των δικαιωμάτων των μικρών και ευάλωτων καταναλωτών» (11). Προς τούτο, η οδηγία 2003/55 καταργεί τη δυνατότητα των κρατών μελών να επιλέξουν την πρόσβαση στα δίκτυα φυσικού αερίου κατόπιν διαπραγματεύσεων και επιβάλλει σε αυτά την υποχρέωση να αποσυνδέσουν νομικά την εκμετάλλευση των δικτύων μεταφοράς και διανομής από τις άλλες πτυχές της δραστηριότητας.
23. Πάντως, πριν εξεταστεί αν η εν λόγω οδηγία απαγορεύει την πρόβλεψη μεταβατικής περιόδου στη διάρκεια της οποίας πρέπει να καταγγελθούν πρόωρα οι επίδικες συμβάσεις παραχωρήσεως δημόσιας υπηρεσίας, πρέπει να εξεταστεί, καταρχάς, η έκταση των υποχρεώσεων που η οδηγία αυτή επιβάλλει στα κράτη μέλη. Πιο συγκεκριμένα, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το εν λόγω κείμενο επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση πρόωρης καταγγελίας αυτών των συμβάσεων παραχωρήσεως και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως και μόνον, από πότε υφίσταται η υποχρέωση αυτή και ποιες είναι οι σχετικές με την εφαρμογή της λεπτομέρειες;
24. Ως προς το πρώτο αυτό ζήτημα, όλοι οι μετέχοντες στη δίκη συμφωνούν ότι από την οδηγία 2003/55 απουσιάζει οποιαδήποτε ένδειξη περί του ότι αυτή επιβάλλει υποχρέωση πρόωρης καταγγελίας των επίδικων συμβάσεων παραχωρήσεως. Εντούτοις, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν είναι λυσιτελής η διάταξη, ειδικότερα, του άρθρου 23, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας 2003/55, η οποία θα μπορούσε, κατά το αιτούν δικαστήριο, να επιβάλλει μια τέτοια υποχρέωση στα κράτη μέλη από 1ης Ιουλίου 2007. Το άρθρο αυτό προβλέπει: «τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι επιλέξιμοι πελάτες να είναι: […] από την 1η Ιουλίου 2007, όλοι οι πελάτες». Από το εν λόγω άρθρο προκύπτει ότι, κατά την ανωτέρω ημερομηνία, όλοι οι πελάτες θεωρείται ότι, σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο, έχουν πρόσβαση στον προμηθευτή τον οποίο αυτοί επιλέγουν για την αγορά φυσικού αερίου.
25. Εντούτοις, έχω τη γνώμη ότι η προβαλλόμενη από το αιτούν δικαστήριο ερμηνεία της διατάξεως αυτής είναι εσφαλμένη όσον αφορά τις συμβάσεις διανομής φυσικού αερίου. Το άρθρο αυτό αφορά, ουσιαστικά, μόνον την προμήθεια και όχι τη διανομή του φυσικού αερίου. Επομένως, από τη διάταξη αυτή δεν δύναται να συναχθεί υποχρέωση των κρατών μελών περί καταγγελίας των συμβάσεων διανομής που συνάφθηκαν χωρίς να προηγηθεί διαδικασία διαγωνισμού. Συγκεκριμένα, όπως ορθά επισημαίνει η Επιτροπή, η εφαρμοστέα στη σύμβαση προμήθειας ημερομηνία της 1ης Ιουλίου 2007 δεν μπορεί να μεταφερθεί και στις συμβάσεις διανομής, διότι αυτό θα ισοδυναμούσε με υποκατάσταση του κοινοτικού νομοθέτη στο ρυθμιστικό έργο του.
26. Εξάλλου, καμία άλλη διάταξη της οδηγίας 2003/55 δεν συνηγορεί ρητά υπέρ μιας υποχρεώσεως πρόωρης καταγγελίας των υφισταμένων συμβάσεων παραχωρήσεως. Τα άρθρα της οδηγίας 2003/55 που αναφέρονται στη διανομή του φυσικού αερίου και, ιδίως, το άρθρο 4, παράγραφος 2, και τα άρθρα 11 και 18, προβλέπουν πρωτίστως μόνον ότι ο διορισμός των διαχειριστών των δικτύων διανομής γίνεται βάσει παραμέτρων αποτελεσματικότητας και οικονομικής ισορροπίας (άρθρο 11), σύμφωνα με κριτήρια αντικειμενικά και μη εισάγοντα διακρίσεις (άρθρο 4, παράγραφος 2). Επιπλέον, οι διαχειριστές οφείλουν να διασφαλίζουν πρόσβαση των τρίτων στο δίκτυο χωρίς διακρίσεις και με διαφάνεια όσον αφορά, ειδικότερα, τα τιμολόγια και τις μεθόδους που εφαρμόζονται για τον υπολογισμό τους (άρθρο 18).
27. Συνεπώς, με βάση τις ανωτέρω παρατηρήσεις, δεν είναι δυνατόν, από μόνον το γράμμα της οδηγίας αυτής, να συναχθεί μια οποιαδήποτε υποχρέωση σε βάρος των κρατών μελών περί πρόωρης καταγγελίας των επίδικων συμβάσεων παραχωρήσεως της υπηρεσίας διανομής, οι οποίες συνάφθηκαν πριν από την έκδοση της οδηγίας. Παρά τη διαπίστωση αυτή, πρέπει να προστεθεί ότι η οδηγία 2003/55 δεν απαγορεύει μια τέτοια καταγγελία. Γεγονός παραμένει, πάντως, ότι οι προαναφερθείσες διατάξεις της οδηγίας 2003/55 δεν επιτρέπουν να διευκρινιστεί αν το κοινοτικό δίκαιο απαγορεύει εθνική νομοθεσία, όπως αυτή περί της οποίας πρόκειται στην υπόθεση της κύριας δίκης.
28. Κατά συνέπεια, στο υποβληθέν τρίτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η οδηγία 2003/55 δεν επιβάλλει την πρόωρη καταγγελία των συμβάσεων διανομής του φυσικού αερίου οι οποίες συνάφθηκαν αρχικά χωρίς να προηγηθεί διαδικασία διαγωνισμού, χωρίς, πάντως, να μπορεί να γίνει δεκτό ότι αυτή απαγορεύει ρητά μια τέτοια δυνατότητα.
29. Πάντως, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το γεγονός ότι δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του παραγώγου δικαίου, δεν εμποδίζει την εφαρμογή «των θεμελιωδών κανόνων της Συνθήκης, εν γένει, και της αρχής της απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων λόγω ιθαγενείας, ειδικότερα» (12). Το Δικαστήριο προσθέτει ότι «οι διατάξεις της Συνθήκης που εφαρμόζονται στις παραχωρήσεις δημοσίων υπηρεσιών και ιδίως τα άρθρα 43 ΕΚ και 49 ΕΚ, καθώς και η απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας, αποτελούν ιδιαίτερη έκφραση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως» (13). Με άλλα λόγια, η επιλογή του παραχωρησιούχου πρέπει να γίνεται τηρουμένων των αρχών της Συνθήκης. Κατά συνέπεια, η απάντηση στα ερωτήματα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο πρέπει να αναζητηθεί βάσει των ως άνω αρχών, οι οποίες αποσκοπούν, καταρχήν, στη διασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας.
Γ – Επί των δύο πρώτων ερωτημάτων
30. Καθόσον το αιτούν δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο αν το κοινοτικό δίκαιο απαγορεύει την πρόβλεψη μεταβατικής περιόδου καθώς και την παράταση της περιόδου αυτής για τη λήξη των συμβάσεων παραχωρήσεως οι οποίες συνάφθηκαν αρχικά κατά παράβαση των αρχών της διαφάνειας και της ίσης μεταχειρίσεως που απορρέουν από τα άρθρα 43 ΕΚ και 49 ΕΚ (14), θέτει, στην πραγματικότητα, δύο ζητήματα όσον αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία.
31. Μολονότι, στο πλαίσιο προδικαστικής παραπομπής, το Δικαστήριο οφείλει να περιορίζεται σε αφηρημένη ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, εντούτοις οφείλει να παράσχει στο αιτούν δικαστήριο τα αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς στοιχεία. Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο έχει κρίνει επανειλημμένα ότι είναι αρμόδιο να παράσχει στο εθνικό δικαστήριο όλα τα σχετικά με το κοινοτικό δίκαιο ερμηνευτικά στοιχεία στα οποία αυτό μπορεί να στηριχθεί προκειμένου να εκτιμήσει κατά πόσον οι διατάξεις του εθνικού δικαίου του συμβιβάζονται προς το κοινοτικό δίκαιο (15). Εν προκειμένω, θεωρώ αναγκαίο να προσδιορίσω τα διάφορα στάδια του νομικού συλλογισμού τα οποία θα πρέπει να ακολουθήσει ο εθνικός δικαστής προκειμένου να εκδώσει απόφαση επί της διαφοράς της κύριας δίκης.
32. Στο πλαίσιο αυτό, η απάντηση στα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα απαιτεί να προσδιοριστεί, πρώτον, αν εθνική νομοθετική ρύθμιση η οποία προβλέπει τη διατήρηση των υφισταμένων συμβάσεων παραχωρήσεως μέχρι τη συμπλήρωση μιας μεταβατικής περιόδου θεσπισθείσας για την πρόωρη λήξη των εν λόγω συμβάσεων παραχωρήσεως συνιστά εμπόδιο στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών και στην ελευθερία εγκαταστάσεως και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, να εξεταστεί, δεύτερον, αν ο περιορισμός αυτός μπορεί, πάντως, να επιτραπεί ως μέτρο εισάγον παρέκκλιση, ρητώς προβλεπόμενο από τα άρθρα 45 ΕΚ και 46 ΕΚ, ή αν δικαιολογείται, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος.
33. Ως εκ περισσού, επισημαίνω, επίσης, ότι η επίμαχη στην υπό κρίση υπόθεση εθνική νομοθετική ρύθμιση έχει σχέση με το ενδοκοινοτικό εμπόριο, στο μέτρο που επιχειρήσεις εγκατεστημένες σε άλλα κράτη μέλη θα μπορούσαν να ενδιαφέρονται να ασκήσουν τη δραστηριότητα της διανομής του φυσικού αερίου στο ιταλικό έδαφος. Επομένως, τα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, παρά το γεγονός ότι όλα τα στοιχεία της διαφοράς της κύριας δίκης περιορίζονται στο εσωτερικό ενός μόνον κράτους μέλους (16).
1. Επί της υπάρξεως εμποδίου
34. Το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως προσδιορίσει τις επιταγές που απορρέουν από τα άρθρα 43 ΕΚ και 49 ΕΚ καθώς και από τις αρχές της ίσης μεταχειρίσεως, της απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων και της διαφάνειας, όσον αφορά τις συμβάσεις παραχωρήσεως, ιδίως, με τις προαναφερθείσες αποφάσεις Telaustria και Telefonadress, Coname καθώς και Parking Brixen.
35. Καταρχάς, η προαναφερθείσα απόφαση Telaustria και Telefonadress θέτει την αρχή ότι η παραχωρούσα αρχή οφείλει να συμμορφώνεται προς τις απαιτήσεις μιας κατ’ ελάχιστον όριο διαφάνειας, αποβλέπουσας «στη διασφάλιση, υπέρ όλων των πιθανών αναδόχων, προσήκοντος βαθμού δημοσιότητας που να καθιστά δυνατό το άνοιγμα της αγοράς υπηρεσιών στον ανταγωνισμό, καθώς και τον έλεγχο του αμερόληπτου χαρακτήρα των διαδικασιών διαγωνισμού» (17). Η επιταγή αυτή, η οποία απορρέει από τις θεμελιώδεις αρχές της Συνθήκης, εν γένει, και την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, ειδικότερα, δεν προϋποθέτει τη συστηματική προσφυγή σε διαδικασία προκηρύξεως διαγωνισμού, αλλά περιορίζεται στην απαίτηση προσήκοντος βαθμού δημοσιότητας.
36. Η θέση αυτή επιβεβαιώθηκε και διευκρινίστηκε μεταγενέστερα, με την προαναφερθείσα απόφαση Coname, η οποία αφορά, συγκεκριμένα, τη σύναψη συμβάσεως παραχωρήσεως αφορώσας τη διαχείριση της δημόσιας υπηρεσίας διανομής φυσικού αερίου. Το Δικαστήριο έκρινε, στην υπόθεση αυτή, ότι δεν ήταν δυνατή η σύναψη συμβάσεως παραχωρήσεως χωρίς να πληρούνται οι απαιτήσεις διαφάνειας. Συνεπώς, οι αρχές που απορρέουν από τα άρθρα 43 ΕΚ και 49 ΕΚ απαγορεύουν τη σύναψη συμβάσεως παραχωρήσεως με απ’ ευθείας ανάθεση, χωρίς να παρασχεθεί η δυνατότητα σε μια επιχείρηση, η οποία είναι ενδεχομένως εγκατεστημένη στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, να έχει πρόσβαση στα προσήκοντα στοιχεία που αφορούν την εν λόγω παραχώρηση, προκειμένου να εκδηλώσει το ενδιαφέρον της.
37. Οι αποφάσεις αυτές θέτουν την αρχή κατά την οποία, στο εξής, η ανάθεση οποιασδήποτε συμβάσεως παραχωρήσεως πρέπει να υπόκειται σε έναν ελάχιστο ανταγωνισμό, τηρουμένης της υποχρεώσεως διασφαλίσεως μιας κατ’ ελάχιστον όριο διαφάνειας και ίσης μεταχειρίσεως, προκειμένου να επιτευχθεί ο σκοπός της εξάλειψης των εμποδίων στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών.
38. Επιπλέον, το Δικαστήριο έχει προσδιορίσει τις υποχρεώσεις των κρατών μελών όσον αφορά τη σύναψη οποιασδήποτε νέας συμβάσεως παραχωρήσεως δημόσιας υπηρεσίας. Με την προαναφερθείσα απόφαση Parking Brixen, ο κοινοτικός δικαστής έκρινε «ότι τα κράτη μέλη δεν δύνανται να διατηρούν σε ισχύ εθνική κανονιστική ρύθμιση επιτρέπουσα την ανάθεση της παροχής δημόσιας υπηρεσίας χωρίς προηγούμενο διαγωνισμό, καθόσον μια τέτοια ανάθεση συνιστά παράβαση των άρθρων 43 ΕΚ ή 49 ΕΚ ή παραβίαση των αρχών της ίσης μεταχειρίσεως, της απαγορεύσεως των διακρίσεων και της διαφάνειας» (18). Με άλλα λόγια, η παντελής έλλειψη διαγωνισμού προς σύναψη των συμβάσεων παραχωρήσεως, οι οποίες ανατίθενται για πρώτη φορά, συνιστά εμπόδιο στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών και/ή στην ελευθερία εγκαταστάσεως. Επίσης, το Δικαστήριο έκρινε ότι η ανανέωση συμβάσεως παραχωρήσεως δημόσιας υπηρεσίας, χωρίς να προηγηθεί διαδικασία διαγωνισμού μεταξύ των επιχειρήσεων που θα μπορούσαν δυνητικά να παράσχουν την οικεία υπηρεσία, συνιστά ομοίως παράβαση των άρθρων 43 ΕΚ και 49 ΕΚ (19). Κατά συνέπεια, οποιαδήποτε ανάθεση νέας συμβάσεως παραχωρήσεως και οποιαδήποτε ανανέωση υφισταμένης συμβάσεως παραχωρήσεως, οι οποίες πραγματοποιούνται χωρίς την προσήκουσα δημοσιότητα, συνιστούν παραβίαση των αρχών της ελεύθερης κυκλοφορίας.
39. Εντούτοις, η ερμηνεία αυτή αφορά μόνον την απόφαση περί αναθέσεως και/ή ανανεώσεως μιας συμβάσεως παραχωρήσεως. Επομένως, η ερμηνεία αυτή του Δικαστηρίου δεν αφορά τις συμβάσεις παραχωρήσεως δημοσίων υπηρεσιών αυτές καθαυτές, αλλά τις αποφάσεις περί αναθέσεως ή ανανεώσεως των εν λόγω συμβάσεων παραχωρήσεως, οπότε θα μπορούσε να αντιταχθεί ότι θα ήταν εσφαλμένο να επεκταθεί η προηγούμενη ερμηνεία, την οποία διατύπωσε το Δικαστήριο ιδίως με την προαναφερθείσα απόφαση Coname, σε συμβάσεις παραχωρήσεως οι οποίες συνάφθηκαν αρχικά χωρίς να προηγηθεί διαδικασία διαγωνισμού και ενώ δεν έχει ακόμη λήξει η διάρκεια ισχύος τους, με συνέπεια να μην έχει εκδοθεί από την αρμόδια αρχή ούτε απόφαση περί αναθέσεως ούτε απόφαση περί ανανεώσεως.
40. Πάντως, φρονώ ότι η διαφορά της κύριας δίκης διαφέρει από την ανωτέρω υπόθεση, στο μέτρο που ο ιταλός νομοθέτης παρενέβη και η παρέμβασή του έχει το ίδιο αποτέλεσμα με μια απόφαση περί ανανεώσεως συμβάσεως παραχωρήσεως. Συγκεκριμένα, μολονότι ο Ιταλός νομοθέτης επεδίωξε την πρόωρη καταγγελία των συμβάσεων παραχωρήσεως δημόσιας υπηρεσίας οι οποίες συνάφθηκαν αρχικά χωρίς να προηγηθεί διαδικασία διαγωνισμού, εντούτοις, με την επίμαχη νομοθεσία, προβλέπει τη διατήρησή τους μέχρι τη λήξη μιας μεταβατικής περιόδου την οποία αυτός καθορίζει. Συνεπώς, μια τέτοια κανονιστική παρέμβαση περιορίζει, καθ’ όλη τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου την οποία προβλέπει, την πρόσβαση στη δραστηριότητα της διανομής του φυσικού αερίου των επιχειρήσεων άλλων κρατών μελών, οι οποίες θα μπορούσαν δυνητικά να παράσχουν την οικεία υπηρεσία. Μια τέτοια νομοθετική ρύθμιση συνιστά, επομένως, περιορισμό της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών και/ή της ελευθερίας εγκαταστάσεως, καθόσον δεν επιτρέπει την πρόσβαση στις εν λόγω συμβάσεις παραχωρήσεως των εγκατεστημένων σε άλλα κράτη μέλη επιχειρήσεων που θα μπορούσαν δυνητικά να παράσχουν την οικεία υπηρεσία.
41. Επιπλέον, ακόμη κι αν το Δικαστήριο δεν υιοθετήσει την άποψή μου ως προς το ζήτημα αυτό, πάντως, ο χαρακτηρισμός του εμποδίου θα πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να γίνει δεκτός. Συγκεκριμένα, εν πάση περιπτώσει, ο σκοπός της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών και της ελευθερίας εγκαταστάσεως προϋποθέτει το άνοιγμα στον ανταγωνισμό των υφισταμένων συμβάσεων οι οποίες συνάφθηκαν αρχικά κατά παράβαση των κανόνων της Συνθήκης. Τέτοιες συμβάσεις παραχωρήσεως, οι οποίες κατά κανόνα συνάπτονται για εξαιρετικά μακρά περίοδο, παρέχουν στις ήδη δραστηριοποιούμενες στον οικείο τομέα επιχειρήσεις προνομιακή θέση. Προπάντων, αποτελούν εμπόδιο για κάθε νεοεισερχόμενο στην αγορά. Επομένως, οι επιχειρήσεις άλλων κρατών μελών οι οποίες θα μπορούσαν δυνητικά να παράσχουν την οικεία υπηρεσία εμποδίζονται να εισέλθουν στην οικεία αγορά καθ’ όλη τη διάρκεια ισχύος της συμβάσεως παραχωρήσεως η οποία συνάφθηκε κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου. Οι εν λόγω συμβάσεις αποτελούν, έτσι, τόσο εκ φύσεως όσο και λόγω των εγγενών ποιοτικών χαρακτηριστικών τους, τροχοπέδη για την πρόσβαση στην οικεία αγορά, καθόσον προστατεύουν τις θέσεις που κατέχουν οι εγχώριες επιχειρήσεις.
42. Πάντως, ακόμη κι αν δεν υφίσταται απόφαση περί αναθέσεως ή ανανεώσεως συμβάσεως παραχωρήσεως, ένας τέτοιος περιορισμός, ο οποίος παραβιάζει την απαίτηση περί ελαχίστου ανταγωνισμού, πρέπει να θεωρηθεί καταλογιστέος στο οικείο κράτος μέλος. Συγκεκριμένα, στα κράτη μέλη εναπόκειται να θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα για τη συμμόρφωση του εθνικού δικαίου τους προς το κοινοτικό δίκαιο. Τόσο από το άρθρο 86, παράγραφος 1, ΕΚ, εφόσον πρόκειται περί δημόσιας επιχειρήσεως στην οποία έχουν χορηγηθεί αποκλειστικά δικαιώματα, όσο και από το άρθρο 10, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 43 ΕΚ και 49 ΕΚ, εφόσον ο παραχωρησιούχος δεν εμπίπτει στην περίπτωση του άρθρου 86 ΕΚ, προκύπτει ότι τα κράτη έχουν την υποχρέωση εξαλείψεως κάθε αντίθετου προς τη Συνθήκη μέτρου προκειμένου να διασφαλίσουν την πρακτική αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι τα κράτη μέλη, κατά την ανάθεση ή την ανανέωση των συμβάσεων παραχωρήσεως υπηρεσίας διανομής, οφείλουν όχι μόνο να διασφαλίζουν τη διενέργεια διαγωνισμού μεταξύ των επιχειρήσεων που θα μπορούσαν δυνητικά να παράσχουν την οικεία υπηρεσία, αλλά επίσης να καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε οι συμβάσεις παραχωρήσεως οι οποίες συνάφθηκαν αρχικά χωρίς να προηγηθεί διαδικασία διαγωνισμού να καταστούν σύμφωνες προς το κοινοτικό δίκαιο.
43. Η ερμηνεία αυτή συνάγεται από τις προαναφερθείσες αποφάσεις Telaustria και Telefonadress, Parking Brixen καθώς και Coname, γεγονός που σημαίνει ότι δέσμευε εξαρχής τα κράτη μέλη. Η ερμηνεία που έδωσε ο κοινοτικός δικαστής με τις εν λόγω αποφάσεις έχει καταστεί πλέον αναπόσπαστο μέρος των άρθρων 43 ΕΚ και 49 ΕΚ και «διαφωτίζει και διευκρινίζει την έννοια και το περιεχόμενο του κανόνα αυτού, όπως πρέπει ή θα έπρεπε να νοείται και να εφαρμόζεται αφότου τέθηκε σε ισχύ» (20). Αν το Δικαστήριο ήθελε, λόγω εξαιρετικών περιστάσεων συνδεομένων με τις απαιτήσεις της ασφάλειας δικαίου, να περιορίσει τα διαχρονικά αποτελέσματα της ερμηνείας αυτής, ο περιορισμός αυτός θα έπρεπε να γίνει με την ίδια την απόφαση με την οποία το Δικαστήριο αποφάνθηκε επί της αιτηθείσας ερμηνείας (21). Ελλείψει σχετικού περιορισμού, η ερμηνεία που έδωσε ο κοινοτικός δικαστής ισχύει αναδρομικά.
44. Εν κατακλείδι, είναι προφανές ότι το Δικαστήριο, με τις προαναφερθείσες αποφάσεις, έθεσε την αρχή κατά την οποία οποιαδήποτε ανάθεση ή οποιαδήποτε ανανέωση συμβάσεως παραχωρήσεως δημόσιας υπηρεσίας πρέπει να ανταποκρίνεται στην υποχρέωση διασφαλίσεως μιας κατ’ ελάχιστον όρο διαφάνειας και ίσης μεταχειρίσεως, καθώς επίσης ότι το Δικαστήριο αντιτίθεται στη διατήρηση σε ισχύ μιας συμβάσεως παραχωρήσεως η οποία συνάφθηκε κατά παραβίαση των αρχών της απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων και της διαφάνειας (22), στο μέτρο που οι αποφάσεις αυτές περί αναθέσεως ή ανανεώσεως συνιστούν περιορισμούς της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών και της ελευθερίας εγκαταστάσεως.
45. Πάντως, αν γίνει δεκτό ότι πρόκειται για εμπόδιο, πρέπει επίσης να εξεταστεί αν ο επίδικος στην κύρια δίκη περιορισμός δικαιολογείται από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος.
2. Επί της ενδεχόμενης δικαιολογήσεως του περιορισμού της ελεύθερης κυκλοφορίας.
46. Τα εθνικά μέτρα που περιορίζουν την άσκηση των θεμελιωδών ελευθεριών τις οποίες εγγυάται η Συνθήκη δεν μπορούν να δικαιολογηθούν παρά μόνον αν πληρούν τέσσερις προϋποθέσεις, ήτοι: να εφαρμόζονται κατά τρόπο μη συνεπαγόμενο διακρίσεις, να ανταποκρίνονται σε επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος, να είναι ικανά να εγγυηθούν την υλοποίηση του σκοπού που επιδιώκουν και να μη βαίνουν πέραν αυτού που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού αυτού (23).
47. Όσον αφορά την ύπαρξη επιτακτικών λόγων γενικού συμφέροντος, στο μέτρο που οι προβλεπόμενες από τη Συνθήκη εξαιρέσεις δεν έχουν εφαρμογή εν προκειμένω, τα μετέχοντα μέρη στηρίζουν, ουσιαστικά, τα επιχειρήματά τους στις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, προκειμένου να δικαιολογήσουν την πρόβλεψη μεταβατικής περιόδου.
48. Η αρχή της ασφάλειας δικαίου μπορεί να θεωρηθεί επιτακτικός λόγος γενικού συμφέροντος, του οποίου την εφαρμογή δύνανται να επικαλεστούν τα κράτη μέλη. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να υπενθυμίσει την ως άνω αρχή, η οποία περιλαμβάνεται στην κοινοτική έννομη τάξη και πρέπει να γίνεται σεβαστή όχι μόνον από τα κοινοτικά όργανα, αλλά και από τα κράτη μέλη κατά την άσκηση των εξουσιών που τους απονέμει το κοινοτικό δίκαιο (24).
49. Ως εκ τούτου, η αρχή της ασφάλειας δικαίου και, ειδικότερα, η αρχή της σταθερότητας των εννόμων σχέσεων συνιστά έναν προφανή δικαιολογητικό λόγο υπέρ της λήψεως μεταβατικών μέτρων.
50. Συγκεκριμένα, έχω τη γνώμη ότι η προστασία της σταθερότητας των εννόμων σχέσεων έχει εφαρμογή στο πλαίσιο των συμβάσεων παραχωρήσεως δημόσιας υπηρεσίας οι οποίες συνάφθηκαν πριν από την έκδοση της προαναφερθείσας αποφάσεως Telaustria και Telefonadress, σε βαθμό που να δικαιολογεί τη λήψη μεταβατικών μέτρων προκειμένου να διασφαλιστεί εύλογη προθεσμία για τη συμμόρφωση προς το κοινοτικό δίκαιο.
51. Εν προκειμένω, η επίδικη σύμβαση παραχωρήσεως συνάφθηκε το 1984. Δεδομένου ότι η προαναφερθείσα απόφαση Telaustria και Telefonadress εκδόθηκε το 2000, κατά το χρόνο συνάψεως της συμβάσεως παραχωρήσεως, το 1984, και μέχρι την έκδοση της ως άνω αποφάσεως, τα μετέχοντα μέρη καλοπίστως θεωρούσαν ότι δεν παρέβησαν το κοινοτικό δίκαιο.
52. Υπό τις περιστάσεις αυτές και ενόψει των επιπτώσεων της ως άνω αναδρομικής ισχύος αποφάσεως, ιδιαίτερα, για τον παραχωρησιούχο που έχει πραγματοποιήσει σημαντικές επενδύσεις, οι οποίες να δικαιολογούν τη σύναψη μακροχρόνιας συμβάσεως, η λήψη μεταβατικών μέτρων, με σκοπό να περιορισθούν οι προσβολές των υφισταμένων συμβατικών σχέσεων και, συνεπώς, να εξασφαλιστεί η τήρηση της αρχής της ασφάλειας δικαίου, μπορεί να συνιστά επιτακτικό λόγο γενικού συμφέροντος.
53. Προς στήριξη της ως άνω θέσεως, [παρατηρείται ότι] το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι «οι υπό κρίση κοινοτικές διατάξεις αφήνουν στις αρμόδιες εθνικές αρχές ένα αρκετά ευρύ πεδίο διακριτικής ευχέρειας, ώστε να μπορούν να εφαρμόζουν τις διατάξεις αυτές σε συμφωνία με τις επιταγές που απορρέουν από την αρχή της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων» (25), ενώ «τα κράτη μέλη οφείλουν να εφαρμόζουν τις ρυθμίσεις αυτές, κατά το μέτρο του δυνατού, κατά τρόπο που να μην αντιβαίνει στις προαναφερθείσες επιταγές» (26). Πάντως, όσον αφορά τις συμβάσεις παραχωρήσεως υπηρεσίας και εν αναμονή παρεμβάσεως του κοινοτικού νομοθέτη, μπορούμε να θεωρήσουμε ότι τα κράτη μέλη διαθέτουν επαρκές περιθώριο διακριτικής ευχέρειας ώστε, κατά την εφαρμογή της αρχής του ελάχιστου ανοίγματος στον ανταγωνισμό των εν λόγω συμβάσεων, να μπορούν να λαμβάνουν υπόψη τις επιταγές που απορρέουν από την αρχή της ασφάλειας δικαίου.
54. Πάντως, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εκτιμήσει αν οι προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτάται η χορήγηση μεταβατικής περιόδου ανταποκρίνονται σε αντικειμενικά και διαφανή κριτήρια, τα οποία δεν εισάγουν διακρίσεις και ότι τα εν λόγω μέτρα είναι ανάλογα προς τον επιδιωκόμενο σκοπό (27).
55. Επομένως, στα δύο πρώτα προδικαστικά ερωτήματα πρέπει να δοθεί η ακόλουθη απάντηση:
Τα άρθρα 43 ΕΚ και 49 ΕΚ και οι αρχές της ίσης μεταχειρίσεως, της απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων και της διαφάνειας έχουν την έννοια ότι απαγορεύουν σε δημόσια αρχή να προβλέπει τη διατήρηση σε ισχύ, κατά τη διάρκεια μεταβατικής περιόδου την οποία αυτή καθορίζει, συμβάσεις παραχωρήσεως οι οποίες συνάφθηκαν αρχικά χωρίς να προηγηθεί διαδικασία διαγωνισμού, έστω και αν η μεταβατική αυτή περίοδος ορίστηκε με σκοπό την πρόωρη καταγγελία των εν λόγω συμβάσεων, καθόσον ένα τέτοιο μέτρο συνιστά περιορισμό της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών και της ελευθερίας εγκαταστάσεως. Εντούτοις, ένας τέτοιος περιορισμός ενδέχεται να δικαιολογείται από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος αναγόμενους στην ασφάλεια δικαίου και, ειδικότερα, στη σταθερότητα των εννόμων σχέσεων. Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εξακριβώσει ότι η λήψη αυτών των μεταβατικών μέτρων ανταποκρίνεται στις ανωτέρω προϋποθέσεις, ότι πραγματοποιείται με αντικειμενικά και διαφανή κριτήρια, τα οποία δεν εισάγουν διακρίσεις και ότι τα εν λόγω μέτρα είναι ανάλογα προς τον επιδιωκόμενο σκοπό.
IV – Πρόταση
56. Από τις ανωτέρω παρατηρήσεις συνάγεται ότι:
«1) Στο υποβληθέν τρίτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η οδηγία 2003/55/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2003, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά φυσικού αερίου, δεν επιβάλλει την πρόωρη καταγγελία των συμβάσεων διανομής του φυσικού αερίου οι οποίες συνάφθηκαν αρχικά χωρίς να προηγηθεί διαδικασία διαγωνισμού, χωρίς, πάντως, να μπορεί να γίνει δεκτό ότι αυτή απαγορεύει ρητά μια τέτοια δυνατότητα.
2) Όσον αφορά τα υποβληθέντα δύο πρώτα προδικαστικά ερωτήματα, θεωρώ ότι τα άρθρα 43 ΕΚ και 49 ΕΚ και οι αρχές της ίσης μεταχειρίσεως, της απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων και της διαφάνειας έχουν την έννοια ότι απαγορεύουν σε δημόσια αρχή να προβλέπει τη διατήρηση σε ισχύ, κατά τη διάρκεια μεταβατικής περιόδου την οποία αυτή καθορίζει, συμβάσεις παραχωρήσεως οι οποίες συνάφθηκαν αρχικά χωρίς να προηγηθεί διαδικασία διαγωνισμού, έστω και αν η μεταβατική αυτή περίοδος ορίστηκε με σκοπό την πρόωρη καταγγελία των εν λόγω συμβάσεων, καθόσον ένα τέτοιο μέτρο συνιστά περιορισμό της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών και της ελευθερίας εγκαταστάσεως. Εντούτοις, ένας τέτοιος περιορισμός ενδέχεται να δικαιολογείται από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος αναγόμενους στην ασφάλεια δικαίου και, ειδικότερα, στη σταθερότητα των εννόμων σχέσεων. Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εξακριβώσει ότι η λήψη αυτών των μεταβατικών μέτρων ανταποκρίνεται στις ανωτέρω προϋποθέσεις, ότι πραγματοποιείται με αντικειμενικά και διαφανή κριτήρια, τα οποία δεν εισάγουν διακρίσεις και ότι τα εν λόγω μέτρα είναι ανάλογα προς τον επιδιωκόμενο σκοπό.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 – ΕΕ L 176, σ. 57.
3 – ΕΕ L 204, σ. 1.
4 – GURI αριθ. 142, της 20ής Ιουνίου 2000.
5 – Βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 2000, C-324/98, Telaustria και Telefonadress (Συλλογή 2000, σ. I‑10745).
6 – Βλ., ως προς το ζήτημα αυτό, αποφάσεις Telaustria και Telefonadress, προαναφερθείσα (σκέψη 57), της 21ης Ιουλίου 2005, C-231/03, Coname (Συλλογή 2005, σ. I‑7287, σκέψη 16), της 13ης Οκτωβρίου 2005, C-458/03, Parking Brixen (Συλλογή 2005, σ. I 8585, σκέψη 42), της 6ης Απριλίου 2006, C‑410/04, ANAV (Συλλογή 2006, σ. I‑3303, σκέψη 17), και της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, C‑260/04, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2007, σ. Ι-7083, σκέψη 21).
7 – Ερμηνευτική ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τις συμβάσεις παραχώρησης στο κοινοτικό δίκαιο (ΕΕ 2000, C 121, σ. 2, σημείο 2.2).
8 – ΕΕ L 134, σ. 114. Η οδηγία αυτή αντικαθιστά την οδηγία 92/50/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για τον συντονισμό των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων υπηρεσιών (ΕΕ L 209, σ. 1).
9 – Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 251, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ σχετικά με την κοινή θέση που καθόρισε το Συμβούλιο σχετικά με την έκδοση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και την κατάργηση της οδηγίας 96/92/ΕΚ και σχετικά με την κοινή θέση που καθόρισε το Συμβούλιο σχετικά με την έκδοση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά φυσικού αερίου και την κατάργηση της οδηγίας 98/30/ΕΚ, SEC/2003/0161 τελικό.
10 – Τέταρτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2003/55. Βλ., επίσης, απόφαση του Πρωτοδικείου της 21ης Σεπτεμβρίου 2005, T‑87/05, EDP κατά Επιτροπής (Συλλογή 2005, σ. II‑3745, σκέψη 110).
11 – Δεύτερη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2003/55.
12 – Βλ., μεταξύ άλλων, προαναφερθείσες αποφάσεις Telaustria και Telefonadress (σκέψη 60), Parking Brixen (σκέψη 49), Coname (σκέψη 16), και Επιτροπή κατά Ιταλίας (σκέψη 22).
13 – Προαναφερθείσες αποφάσεις Parking Brixen (σκέψη 48), και Επιτροπή κατά Ιταλίας (σκέψη 23).
14 – Η εφαρμογή των άρθρων 43 ΕΚ και 49 ΕΚ δικαιολογείται πλήρως, στο μέτρο που η σύμβαση παραχωρήσεως συνάφθηκε από ένα δήμο ο οποίος ενεργεί υπό την ιδιότητα της δημόσιας αρχής. Επομένως, οι αρχές της ελεύθερης κυκλοφορίας, οι οποίες απορρέουν από τα άρθρα αυτά, έχουν εφαρμογή. Βλ. επιβεβαίωση της ανάλυσης αυτής, η οποία αποκλείει αντίστοιχα την εφαρμογή του άρθρου 81 ΕΚ στις συμβάσεις παραχωρήσεως, όπως οι επίδικες, στην απόφαση της 4ης Μαΐου 1988, 30/87, Bodson (Συλλογή 1988, σ. 2479, σκέψη 18).
15 – Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 15ης Δεκεμβρίου 1993, C‑292/92, Hünermund κ.λπ. (Συλλογή 1993, σ. I‑6787, σκέψη 8), και της 31ης Ιανουαρίου 2008, C‑380/05, Centro Europa 7 (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 50).
16 – Βλ., συμβιβαστική ερμηνεία του Δικαστηρίου ως προς το ζήτημα αυτό, αποφάσεις της 25ης Απριλίου 1996, C‑87/94, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1996, σ. I‑2043, σκέψη 33), Parking Brixen, προαναφερθείσα (σκέψη 55), και Centro Europa 7, προαναφερθείσα (σκέψη 66).
17 – Σκέψη 62.
18 – Σκέψη 52. Απόφαση η οποία επιβεβαιώθηκε με την απόφαση ANAV, προαναφερθείσα (σκέψη 22).
19 – Βλ. μεταξύ άλλων: απόφαση Επιτροπή κατά Ιταλίας, προαναφερθείσα (σκέψη 25). Επρόκειτο στην περίπτωση αυτή για ανανέωση συμβάσεων παραχωρήσεως για τη διαχείριση στοιχημάτων ιπποδρομιών η οποία πραγματοποιήθηκε χωρίς διαγωνισμό. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η ανανέωση αυτή «εμποδίζει το άνοιγμα των εν λόγω συμβάσεων παραχωρήσεως στον ανταγωνισμό και τον έλεγχο της διαφάνειας των διαδικασιών αναθέσεως» (σκέψη 25).
20 – Αποφάσεις της 27ης Μαρτίου 1980, 61/79, Denkavit italiana (Συλλογή τόμος 1980/Ι, σ. 608, σκέψη 16), της 13ης Ιανουαρίου 2004, C‑453/00, Kühne και Heitz (Συλλογή 2004, σ. I‑837, σκέψη 21), της 17ης Φεβρουαρίου 2005, C‑453/02 και C‑462/02, Linneweber και Ακριτίδης (Συλλογή 2005, σ. I‑1131, σκέψη 41), και της 6ης Μαρτίου 2007, C‑292/04, Meilicke κ.λπ. (Συλλογή 2007, σ. I‑1835, σκέψη 34).
21 – Αποφάσεις της 2ας Φεβρουαρίου 1988, 309/85, Barra κ.λπ. (Συλλογή 1988, σ. 355, σκέψη 13), και 24/86, Blaizot κ.λπ. (Συλλογή 1988, σ. 379, σκέψη 28), της 16ης Ιουλίου 1992, C‑163/90, Legros κ.λπ. (Συλλογή 1992, σ. I‑4625, σκέψη 30), της 15ης Δεκεμβρίου 1995, C‑415/93, Bosman (Συλλογή 1995, σ. I‑4921, σκέψη 142), της 9ης Μαρτίου 2000, C‑437/97, EKW και Wein & Co. (Συλλογή 2000, σ. I‑1157, σκέψη 57), και Meilicke κ.λπ., προαναφερθείσα (σκέψη 36).
22 – Η Επιτροπή συμμερίζεται την άποψη αυτή. Στην ίδια κατεύθυνση, μολονότι οι συγγραφείς συνάγουν την υποχρέωση αυτή από το γράμμα της οδηγίας 2003/55: Bouquet, G. και Buttery, E., «Vers la fin du droit de préférence accordé aux concessionnaires de transport et de distribution d’électricité et de gaz », A.J.D.A., 15 Μαΐου 2006, σ. 964, και ιδίως σ. 968.
23 – Αποφάσεις της 30ής Νοεμβρίου 1995, C‑55/94, Gebhard (Συλλογή 1995, σ. I‑4165, σκέψη 37), της 9ης Μαρτίου 1999, C‑212/97, Centros (Συλλογή 1999, σ. I‑1459, σκέψη 34), της 4ης Ιουλίου 2000, C‑424/97, Haim (Συλλογή 2000, σ. I‑5123, σκέψη 57), και της 13ης Μαρτίου 2008, C‑248/06, Επιτροπή κατά Ισπανίας (δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 32).
24 – Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 3ης Δεκεμβρίου 1998, C‑381/97, Belgocodex (Συλλογή 1998, σ. I‑8153, σκέψη 26), της 29ης Απριλίου 2004, C‑487/01 και C‑7/02, Gemeente Leusden και Holin Groep (Συλλογή 2004, σ. I‑5337, σκέψη 57), καθώς και της 26ης Απριλίου 2005, C‑376/02, «Goed Wonen» (Συλλογή 2005, σ. I‑3445, σκέψη 32).
25 – Απόφαση της 13ης Ιουλίου 1989, 5/88, Wachauf (Συλλογή 1989, σ. I‑2609, σκέψη 22).
26 – Όπ.π. (σκέψη 19).
27 – Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 6ης Μαρτίου 2007, C‑338/04, C‑359/04 και C‑360/04, Placanica κ.λπ. (Συλλογή 2007, σ. I‑1891, σκέψη 49), και Centro Europa 7, προαναφερθείσα (σκέψη 103).
Full & Egal Universal Law Academy