ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
PAOLO MENGOZZI
της 22ας Νοεμβρίου 2007 1(1)
Υπόθεση C‑348/06 P
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Marie-Claude Girardot
«Αίτηση αναιρέσεως – Έκτακτος υπάλληλος – Ευθύνη της Κοινότητας – Απώλεια σοβαρής ευκαιρίας προσλήψεως – Πραγματική και βέβαιη ζημία – Αιτιώδης σύνδεσμος – Καθορισμός της εκτάσεως της ζημίας – Παραδεκτό»
1. Στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί της αιτήσεως αναιρέσεως που η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων υπέβαλε κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 6ης Ιουνίου 2006, T‑10/02, Girardot κατά Επιτροπής (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), με την οποία το τελευταίο καθόρισε το ποσό της χρηματικής αποζημιώσεως που η Επιτροπή οφείλει στην M.–C. Girardot κατόπιν της παρεμπίπτουσας αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 31ης Μαρτίου 2004, T‑10/02, Girardot κατά Επιτροπής (Συλλογή Υπ.Υπ. 2004, σ. I‑A-109 και II-483, στο εξής: παρεμπίπτουσα απόφαση)
I – Το νομικό πλαίσιο
2. Κατά το άρθρο 236 ΕΚ, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφαίνεται επί οποιασδήποτε διαφοράς μεταξύ της Κοινότητας και των υπαλλήλων της εντός των ορίων και σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που ορίζει ο κανονισμός υπηρεσιακής τους καταστάσεως ή απορρέουν από το καθεστώς που τους διέπει.
3. Ο Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΥΚ), όπως είχε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, ορίζει στο άρθρο του 29, παράγραφος 1:
«Για την πλήρωση των κενών θέσεων σε όργανο, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, αφού εξετάσει:
α) τις δυνατότητες προαγωγής και μεταθέσεως εντός του οργάνου·
β) τις δυνατότητες οργανώσεως εσωτερικών διαγωνισμών στο όργανο·
γ) τις αιτήσεις μετατάξεως υπαλλήλων άλλων οργάνων των τριών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων,
κινεί τη διαδικασία διαγωνισμών βάσει τίτλων, κατόπιν εξετάσεων ή βάσει τίτλων και εξετάσεων. Η διαδικασία διαγωνισμών καθορίζεται στο παράρτημα ΙΙΙ.
Η διαδικασία αυτή δύναται να κινηθεί επίσης με σκοπό την κατάρτιση εφεδρικού πίνακα για μελλοντικές προσλήψεις.»
4. Το Καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΛΠ), όπως είχε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, ορίζει, στο άρθρο του 2, στοιχείο δ΄, ότι έκτακτος υπάλληλος υπό την έννοια του Καθεστώτος αυτού θεωρείται «ο υπάλληλος ο οποίος προσλαμβάνεται για να καταλάβει προσωρινά μόνιμη θέση, αμείβεται από τις πιστώσεις ερευνών και επενδύσεων και περιλαμβάνεται στον πίνακα προσωπικού που προσαρτάται στον προϋπολογισμό του οικείου θεσμικού οργάνου».
5. Το άρθρο 8, τέταρτο και πέμπτο εδάφιο, του ΚΛΠ ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι η σύμβαση εργασίας τού κατά το άρθρο 2, στοιχείο δ΄, του ΚΛΠ υπαλλήλου της κατηγορίας Α ή Β, επιφορτισμένου με καθήκοντα που απαιτούν επιστημονικές και τεχνικές γνώσεις, συνάπτεται το πολύ για πέντε χρόνια και ότι η σύμβαση αυτή μπορεί να ανανεωθεί μόνο μία φορά για ορισμένο χρόνο. Κάθε περαιτέρω ανανέωση της συμβάσεως αυτής γίνεται για αόριστο χρόνο.
6. Το άρθρο 47 του ΚΛΠ ορίζει:
«Εκτός από την περίπτωση θανάτου του υπαλλήλου, η υπαλληλική σχέση του τελευταίου λύεται:
[…]
2) Όταν υφίσταται σύμβαση αορίστου χρόνου:
α) στο τέλος του μετά την προειδοποίηση χρονικού διαστήματος που αναφέρεται στη σύμβαση […]. Όσον αφορά τον υπάλληλο που αναφέρει το άρθρο 2, στοιχείο δ΄, το διάστημα αυτό δεν μπορεί να είναι μικρότερο από ένα μήνα για κάθε πλήρες έτος υπηρεσίας, με κατώτατο όριο τρεις μήνες και ανώτατο όριο δέκα μήνες […]·
β) μετά το τέλος του μήνα, κατά τον οποίο ο υπάλληλος φθάνει την ηλικία των 65 ετών.»
7. Οι περιπτώσεις λύσεως της υπαλληλικής σχέσεως χωρίς προειδοποίηση ορίζονται στα άρθρα 48 έως 50 του ΚΛΠ.
II – Το ιστορικό της δαφοράς
8. Σύμφωνα με την ανασύσταση των πραγματικών περιστατικών στην οποία προέβη το Πρωτοδικείο, η M.–C. Girardot εισήλθε στην υπηρεσία της Επιτροπής την 1η Φεβρουαρίου 1996, ως αποσπασμένος εμπειρογνώμονας κράτους μέλους. Διατήρησε το καθεστώς αυτό μέχρι τις 31 Ιανουαρίου 1999.
9. Με σύμβαση της 15ης Ιανουαρίου 1999, η οποία συνήφθη για δύο έτη και μετά ανανεώθηκε με τροποποιητική σύμβαση για ένα έτος, η M.–C. Girardot προσλήφθηκε ως έκτακτος υπάλληλος υπό την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο δ΄, του ΚΛΠ. Στο πλαίσιο αυτό, τοποθετήθηκε πρώτα στη Γενική Διεύθυνση «Βιομηχανία» και στη συνέχεια στη Γενική Διεύθυνση «Κοινωνία της πληροφορίας» της Επιτροπής.
10. Στις 26 Ιουλίου 2000, η Γενική Διεύθυνση «Προσωπικό και διοίκηση» της Επιτροπής δημοσίευσε μια ανακοίνωση κενών θέσεων με την οποία ανέφερε ότι, στο πλαίσιο της αποφάσεώς της σχετικά με τη νέα πολιτική για το προσωπικό έρευνας, η Επιτροπή οργανώνει εσωτερικούς διαγωνισμούς για την κατάρτιση εφεδρικών πινάκων για μελλοντικές προσλήψεις, ένας από τους οποίους διαγωνισμούς είναι ο εσωτερικός διαγωνισμός COM/T/R/ST/A/2000 σχετικά με τις σταδιοδρομίες A 8/A 5, A 4 και A 3 της κατηγορίας A που αμείβονται με κονδύλια του επιστημονικοτεχνικού πλαισίου του προϋπολογισμού έρευνας και επενδύσεων.
11. Η M.–C. Girardot υπέβαλε την υποψηφιότητά της στον εσωτερικό διαγωνισμό COM/T/R/ST/A/2000 για την κατάρτιση εφεδρικού πίνακα για μελλοντικές προσλήψεις, αλλά η υποψηφιότητά της απορρίφθηκε με την αιτιολογία ότι δεν πληρούσε όλες τις προϋποθέσεις επιτυχίας (2).
12. Στις 9 και 12 Φεβρουαρίου 2001, η Γενική Διεύθυνση «Προσωπικό και διοίκηση» δημοσίευσε δύο ανακοινώσεις κενών μονίμων θέσεων αμειβομένων με κονδύλια έρευνας. Με έγγραφο της 20ής Φεβρουαρίου 2001, η M.–C. Girardot εκδήλωσε το ενδιαφέρον της, αφενός, για μια θέση κατηγορίας A, που είχε προκηρυχθεί με την υπό στοιχεία COM/2001/CCR/16/R ανακοίνωση κενής θέσεως της 9ης Φεβρουαρίου 2001, και, αφετέρου, για επτά άλλες θέσεις κατηγορίας A, που είχαν προκηρυχθεί με ανακοίνωση κενών θέσεων της 12ης Φεβρουαρίου 2001.
13. Με έγγραφο της 15ης Μαρτίου 2001, η Επιτροπή πληροφόρησε την M.–C. Girardot ότι «δεν δύναται να δεχθεί την υποψηφιότητά της» για τη θέση που προκηρύχθηκε στις 9 Φεβρουαρίου 2001.
14. Όσο για τις επτά άλλες θέσεις, η Επιτροπή πληροφόρησε την M.–C. Girardot, με έγγραφο της 13ης Μαρτίου 2001, ότι η υποψηφιότητά της «δεν δύναται να ληφθεί υπόψη» λόγω του ότι οι θέσεις αυτές «είναι προσιτές μόνον από το οργανικό προσωπικό που βρίσκεται στην υπηρεσία της Επιτροπής και έχει πετύχει σε διαγωνισμό». Για κάθε θέση η Επιτροπή δέχθηκε την υποψηφιότητα επτά άλλων υποψηφίων, οι οποίοι όλοι ήσαν έκτακτοι υπάλληλοι και όλοι περιλαμβάνονταν στον πίνακα που είχε καταρτιστεί μετά τον εσωτερικό διαγωνισμό COM/T/R/ST/A/2000 για την κατάρτιση εφεδρικού πίνακα για μελλοντικές προσλήψεις, και διόρισε κάθε έναν από αυτούς στη θέση για την οποία είχε εκδηλώσει ενδιαφέρον.
15. Στις 8 Ιουνίου 2001, η M.–C. Girardot υπέβαλε διοικητική ένσταση κατά των περιεχομένων στα δύο αυτά έγγραφα αποφάσεων απορρίψεως της υποψηφιότητάς της. Η διοικητική αυτή ένσταση απορρίφθηκε με σιωπηρή απόφαση.
III – Η παρεμπίπτουσα απόφαση του Πρωτοδικείου
16. Με την παρεμπίπτουσα απόφασή του, το Πρωτοδικείο ακύρωσε τις αποφάσεις της Επιτροπής περί απορρίψεως της υποψηφιότητας της M.–C. Girardot, με το σκεπτικό ότι δεν αποδείχθηκε ότι η Επιτροπή εξέτασε δεόντως τα προσόντα της ενδιαφερόμενης πριν απορρίψει την υποψηφιότητά της και, σε συσχετισμό με αυτό, πριν δεχθεί την υποψηφιότητα των άλλων υποψηφίων (3).
17. Ωστόσο, το Πρωτοδικείο απέρριψε το αίτημα της M.–C. Girardot να ακυρώσει τις αποφάσεις με τις οποίες διορίστηκαν στις σχετικές θέσεις οι υποψήφιοι που έγιναν δεκτοί (4). Αφού στάθμισε, «όπως του επέβαλλαν οι αρχές της αναλογικότητας και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης», τα συμφέροντα της M.–C. Girardot, της υπηρεσίας και των τρίτων που διορίστηκαν στις σχετικές θέσεις, το Πρωτοδικείο εκτίμησε ότι η ακύρωση των αποφάσεων διορισμού στις θέσεις αυτές θα αποτελούσε υπερβολική κύρωση για τη διαπραχθείσα από την Επιτροπή παρανομία να μην αποδείξει ότι εξέτασε δεόντως τα προσόντα μόνο μιας υποψήφιας για τις θέσεις αυτές (5).
18. Παρά ταύτα, το Πρωτοδικείο υπενθύμισε ότι, για να εξασφαλίσει υπέρ της προσφεύγουσας το ωφέλιμο αποτέλεσμα της ακυρωτικής αποφάσεως, ο κοινοτικός δικαστής δύναται να ασκήσει την εξουσία πλήρους δικαιοδοσίας που έχει στις διαφορές με χρηματικό χαρακτήρα και να υποχρεώσει, ακόμη και αυτεπαγγέλτως, το καθού κοινοτικό όργανο να καταβάλει αποζημίωση (6) ή να καλέσει το κοινοτικό αυτό όργανο να προστατεύσει προσηκόντως τα δικαιώματα της προσφεύγουσας.
19. Εν προκειμένω, το Πρωτοδικείο κάλεσε τους διαδίκους να αναζητήσουν συμφωνία δίκαιης χρηματικής αποζημιώσεως λόγω της παράνομης απορρίψεως της υποψηφιότητας της M.–C. Girardot, συμφωνίας που να λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι η ενδιαφερόμενη δεν δύναται πλέον να μετάσχει σε προσεχή διαδικασία καθόσον πια ούτε είναι σε θέση ούτε έχει δικαίωμα να εκδηλώσει ενδιαφέρον για θέσεις προς κάλυψη μετά από ανακοίνωση κενών θέσεων «ειδικά για έρευνα». Στην περίπτωση που δεν καταρτιστεί τέτοια συμφωνία, το Πρωτοδικείο διευκρίνισε ότι οι διάδικοι πρέπει εντός προθεσμίας τριών μηνών από τη δημοσίευση της παρεμπίπτουσας αποφάσεως να του αναφέρουν το ποσό που θεωρούν ότι πρέπει να επιδικαστεί.
IV – Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
20. Μη έχοντας καταλήξει σε συμφωνία σχετικά με μια δίκαιη χρηματική αποζημίωση, οι διάδικοι στις 6 Σεπτεμβρίου 2004 ανέφεραν στο Πρωτοδικείο το ποσό της αποζημιώσεως που κάθε ένας από αυτούς θεωρεί ότι πρέπει να επιδικαστεί.
21. Η M.–C. Girardot πρότεινε το ποσό της αποζημιώσεως αυτής να καθοριστεί κυρίως σε 2 687 994 ευρώ, επικουρικώς σε 432 887 ευρώ και επικουρικότερα σε 250 248 ευρώ, πλέον τόκων.
22. Η Επιτροπή πρότεινε να καθοριστεί το ποσό αυτό σε 23 917, 43 ευρώ, θεωρώντας εύλογο να χορηγηθούν στην M.–C. Girardot, «αφενός, καθαρές αποδοχές τριών μηνών που θα καταβάλλονταν εντός του προβλεπόμενου από [το άρθρο 47, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, του ΚΛΠ] ελάχιστου χρονικού διαστήματος μετά την προειδοποίηση, δηλαδή 18 917,43 ευρώ, σε αντιστάθμισμα της χαμένης ευκαιρίας καταλήψεως οποιασδήποτε από τις οκτώ σχετικές θέσεις, και, αφετέρου, 5 000 ευρώ σε αντιστάθμισμα της χαμένης ευκαιρίας συμμετοχής σε νέα διαδικασία πληρώσεως κενών θέσεων» (7). Το ποσό αυτό θα έπρεπε να αυξηθεί με τόκους μεταξύ της ημερομηνίας δημοσιεύσεως της παρεμπίπτουσας αποφάσεως και της πραγματικής καταβολής των οφειλομένων, καθώς και, συμβολικά, με ένα ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (8).
23. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Πρωτοδικείο, αφενός, καθόρισε το ποσό της καταβλητέας από την Επιτροπή στην M.–C. Girardot χρηματικής αποζημιώσεως σε 92 785 ευρώ, πλέον τόκων από τις 6 Σεπτεμβρίου 2004 με το επιτόκιο που η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα καθορίζει για τις κύριες πράξεις αναχρηματοδοτήσεως, αυξημένο κατά δύο μονάδες, και, αφετέρου, καταδίκασε την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
24. Πριν διευκρινίσει το πώς υπολόγισε το ποσό αυτό, το Πρωτοδικείο υπενθύμισε πρώτα ότι οι αποφάσεις της Επιτροπής που ακυρώθηκαν με την παρεμπίπτουσα απόφαση στέρησαν την ενδιαφερόμενη, με βέβαιο και μη αναστρέψιμο τρόπο, λαμβανομένης υπόψη της αδυναμίας επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση πριν ληφθούν οι αποφάσεις αυτές, από τη δυνατότητα να εξεταστούν οι διάφορες υποψηφιότητές της και να γίνει μια από αυτές δεκτή (9). Στη συνέχεια, διευκρίνισε ότι η απώλεια μιας ευκαιρίας καταλήψεως κενής θέσεως σε κοινοτικό όργανο και απολαύσεως των σχετικών χρηματικών ωφελημάτων συνιστά περιουσιακή ζημία, πράγμα ως προς το οποίο ήσαν σύμφωνοι οι διάδικοι (10). Τέλος, το Πρωτοδικείο εξέθεσε, στις σκέψεις 57 και 58 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι, για να καθοριστεί η έκταση της ζημίας από την επίμαχη απώλεια ευκαιρίας, πρέπει να «καθοριστεί η διαφορά μεταξύ των αποδοχών που η M.–C. Girardot θα είχε λάβει στην περίπτωση που είχε γίνει δεκτή η υποψηφιότητά της και των αποδοχών που όντως έλαβε κατόπιν της παράνομης απορρίψεως της υποψηφιότητάς της, και μετά, αν παρίσταται ανάγκη, να εκτιμηθούν, ως ποσοστό, οι πιθανότητες που η M.–C. Girardot είχε να γίνει δεκτή η υποψηφιότητά της».
25. Ερχόμενο στην αποτίμηση της καταβλητέας χρηματικής αποζημιώσεως, το Πρωτοδικείο, πρώτον, λαμβάνοντας υπόψη καθαρές αποδοχές μετά τον φόρο υπολόγισε τη μισθολογική διαφορά που απέρρευσε από τους οικονομικούς όρους εργασίας της M.–C. Girardot αν είχε προσληφθεί από την Επιτροπή και τους οικονομικούς όρους της εργασίας που πράγματι άσκησε (11). Όσον αφορά ειδικότερα το χρονικό διάστημα για το οποίο έπρεπε να γίνει η σύγκριση αυτή, το Πρωτοδικείο εκτίμησε ότι, για να ληφθεί υπόψη το σύνολο των δυνατοτήτων λύσεως της υπαλληλικής σχέσεως τις οποίες προβλέπουν τα άρθρα 47, παράγραφος 2, και 48 έως 50 του ΚΛΠ, το χρονικό αυτό διάστημα μπορούσε να καθοριστεί κατά δίκαιη κρίση σε πέντε έτη, περιλαμβανομένης της περιόδου μετά την προειδοποίηση, από την ημερομηνία διορισμού, στις κενές θέσεις, των υποψηφίων που έγιναν δεκτοί από την Επιτροπή κατά το πέρας της διαδικασίας πληρώσεως των θέσεων αυτών από την οποία αποκλείστηκε παράνομα η M.–C. Girardot, δηλαδή είναι το χρονικό διάστημα μεταξύ της 1ης Απριλίου 2001 και της 31ης Μαρτίου 2006 (12). Με βάση τα αριθμητικά στοιχεία που προσκόμισε η M.–C. Girardot, το Πρωτοδικείο καθόρισε κατά δίκαιη κρίση στο ποσό των 185 570 ευρώ την έκταση της μισθολογικής απώλειας κατά το χρονικό αυτό διάστημα.
26. Δεύτερον, όσον αφορά την αξιολόγηση, υπό μορφή ποσοστού, των πιθανοτήτων που είχε η M.–C. Girardot να γίνει δεκτή η υποψηφιότητά της, το Πρωτοδικείο, για να βεβαιωθεί ότι μπορεί να θεωρηθεί πραγματική η ευκαιρία που στερήθηκε η ενδιαφερόμενη, εξέτασε αν οι υποψηφιότητες που η M.–C. Girardot είχε υποβάλει πληρούσαν τις προϋποθέσεις που απαιτούνταν για να ληφθούν υπόψη σύμφωνα με τις ανακοινώσεις κενών θέσεων στις οποίες έδωσε απάντηση η ενδιαφερόμενη (13). Εν προκειμένω, το Πρωτοδικείο υπενθύμισε ότι, κατά την παρεμπίπτουσα απόφαση, επρόκειτο περί αυτού (14).
27. Τρίτον, το Πρωτοδικείο εξέτασε αν η ευκαιρία την οποία στερήθηκε η M.–C. Girardot μπορούσε να θεωρηθεί βέβαιη, υπό την έννοια ότι η ενδιαφερόμενη, αν δεν είχε κάθε πιθανότητα να αποκτήσει πρόσβαση σε μια από τις σχετικές θέσεις, τουλάχιστον είχε σοβαρές πιθανότητες να αποκτήσει την πρόσβαση αυτή (15).
28. Εν προκειμένω, και λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων της δικογραφίας, το Πρωτοδικείο σημείωσε ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι, κατά το πέρας του προβλεπόμενου από το άρθρο 29, παράγραφος 1, του ΚΥΚ πρώτου σταδίου της διαδικασίας πληρώσεως κενών θέσεων, η Επιτροπή, η οποία ασφαλώς μπορούσε να προτιμήσει να διευρύνει την επιλογή της, σίγουρα θα δεχόταν μια από τις υποψηφιότητες της M.–C. Girardot και ότι, κατά συνέπεια, η τελευταία είχε κάθε πιθανότητα να συνάψει σύμβαση εκτάκτου υπαλλήλου κατά το άρθρο 2, στοιχείο δ΄, του ΚΥΚ και να αντλήσει το χρηματικό όφελος από την εκτέλεση της συμβάσεως αυτής. Παρά ταύτα, το Πρωτοδικείο εκτίμησε ότι αυτά δεν σημαίνουν ότι η M.–C. Girardot δεν είχε σοβαρές πιθανότητες που στερήθηκε λόγω της απορρίψεως, χωρίς αποδεδειγμένη εξέταση, των υποψηφιοτήτων της από την Επιτροπή (16).
29. Μετά, σταθμίζοντας τα πρόσθετα στοιχεία που μπορούσαν να μειώσουν τις πιθανότητες της M.–C. Girardot να γίνει δεκτή η υποψηφιότητά της με εκείνα που μπορούσαν να αυξήσουν τις πιθανότητες αυτές (17), το Πρωτοδικείο συνήγαγε ότι η M.–C. Girardot «είχε τελικά σοβαρές πιθανότητες να γίνει η υποψηφιότητά της δεκτή για οποιαδήποτε θέση από εκείνες για τις οποίες είχε εκδηλώσει ενδιαφέρον ή για όποια άλλη θέση θα είχε διεκδικήσει στη συνέχεια» (18) και, κατά δίκαιη κρίση, πολλαπλασίασε τη μισθολογική διαφορά των 185 570 ευρώ με συντελεστή 0,5 για να αντικατοπτριστεί η ύπαρξη σοβαρών πιθανοτήτων (50 %) για την κατάληψη μιας από τις θέσεις αυτές. Κατά συνέπεια, το ποσό της δίκαιης χρηματικής αποζημιώσεως καθορίστηκε σε 92 785 ευρώ (19).
30. Όσον αφορά την πρόσθετη περιουσιακή ζημία, την ηθική βλάβη και τη σωματική βλάβη που επικαλέστηκε η M.–C. Girardot, το Πρωτοδικείο θεώρησε, στη σκέψη 123 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι το αντικείμενο της δίκαιης χρηματικής αποζημιώσεως είναι να λειτουργήσει ως εκτέλεση της παρεμπίπτουσας αποφάσεως και να προστατεύσει προσηκόντως τα δικαιώματα της M.–C. Girardot, με το να αντισταθμιστεί κατά δίκαιη κρίση η αδυναμία επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση πριν από την παρανομία που διέπραξε η Επιτροπή. Κατά συνέπεια, το Πρωτοδικείο εκτίμησε ότι, ελλείψει προηγούμενου αιτήματος αποζημιώσεως, το αντικείμενο της αντισταθμίσεως δεν μπορεί να είναι η αποκατάσταση όποιας άλλης ζημίας η παρανομία αυτή ενδέχεται να προκάλεσε στην ενδιαφερόμενη, οπότε στερούνταν επιρροής τα επιχειρήματα της M.–C. Girardot σχετικά με τις φερόμενες άλλες ζημίες (20). Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι, ούτως ή άλλως, ουδεμία από τις φερόμενες άλλες ζημίες δύναται να ληφθεί υπόψη για να καθοριστεί το ύψος της δίκαιης χρηματικής αποζημιώσεως (21). Όσον αφορά, ειδικότερα, τα σχετικά με την αλλοίωση της ψυχικής υγείας και με την καταθλιπτική κατάσταση της M.–C. Girardot στοιχεία ηθικής βλάβης καθώς και τη σωματική βλάβη που φέρεται ότι απέρρευσαν από τη διαπιστωμένη παρανομία, το Πρωτοδικείο σημείωσε ότι η M.–C. Girardot δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο που να πιστοποιεί την ύπαρξη τέτοιων βλαβών (22).
V – Τα αιτήματα των διαδίκων
31. Με την αίτησή της αναιρέσεως, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
– να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση·
– να υποχρεώσει την Επιτροπή να καταβάλει στην M.–C. Girardot το ποσό των 23 917,40 ευρώ·
– να ορίσει ότι οι διάδικοι φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
32. Η M.–C. Girardot ζητεί από το Δικαστήριο:
– να κηρύξει απαράδεκτη και, ούτως ή άλλως, αβάσιμη την αίτηση αναιρέσεως που υπέβαλε η Επιτροπή·
– να κηρύξει παραδεκτή την ανταίτησή της αναιρέσεως και να δεχθεί το ακυρωτικό αίτημα και το αίτημα αποζημιώσεως·
– να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
VI – Επί της αιτήσεως αναιρέσεως
Α – Επιχειρήματα των διαδίκων
33. Η Επιτροπή διατυπώνει έναν και μοναδικό λόγο αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλει ότι η μέθοδος την οποία το Πρωτοδικείο χρησιμοποίησε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για να υπολογίσει την απώλεια ευκαιρίας συνιστά παράβαση του άρθρου 236 ΕΚ και των προϋποθέσεων στοιχειοθετήσεως ευθύνης της Επιτροπής και αναφέρει ότι με την αίτησή της αναιρέσεως σκοπεύει να επιλυθεί από το Δικαστήριο το ζήτημα του υπολογισμού της απώλειας μιας ευκαιρίας προσλήψεως από την Επιτροπή όταν η τελευταία έλαβε μια παράνομη απόφαση στερώντας τον ενδιαφερόμενο από τη δυνατότητα να γίνει δεκτή η υποψηφιότητά του. Προσέθεσε, τόσο με τα δικόγραφά της όσο και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι με την αίτησή της αναιρέσεως επιδιώκεται να διατυπώσει το Δικαστήριο ενιαία νομική συλλογιστική και ενιαία μέθοδο για τον υπολογισμό της απώλειας της ευκαιρίας να καταληφθεί μια θέση.
34. Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι δεν προσπαθεί να υποστηρίξει ότι η έλλειψη νομιμότητας των αποφάσεων με τις οποίες απέρριψε τις διάφορες υποψηφιότητες της M.–C. Girardot δεν προκάλεσε ζημία δυναμένη να γίνει το αντικείμενο αποζημιώσεως. Λέγει ότι δέχεται την αντίληψη ότι η απώλεια μιας ευκαιρίας να καταληφθεί μια θέση συνιστά περιουσιακή ζημία.
35. Αντιθέτως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η πραγματική και βέβαιη ζημία που η ενδιαφερόμενη υπέστη είναι εκείνη που απορρέει από τη μη εξέταση των υποψηφιοτήτων της και όχι εκείνη που απορρέει από μια υποθετική απώλεια αποδοχών κατά συγκεκριμένη περίοδο που και αυτή είναι υποθετική.
36. Κατά την Επιτροπή, η εκτίμηση, που παρατίθεται στη σκέψη 58 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι για να αξιολογηθεί η έκταση της ζημίας λόγω απωλείας μιας ευκαιρίας πρέπει να καθοριστεί η διαφορά μεταξύ των αποδοχών που η M.–C. Girardot θα είχε λάβει αν είχε γίνει δεκτή η υποψηφιότητά της και των αποδοχών που όντως έλαβε μετά την παράνομη απόρριψη της υποψηφιότητάς της καταλήγει στην αποτίμηση μιας περιουσιακής ζημίας που δεν είναι πια ζημία λόγω απωλείας μιας ευκαιρίας προσλήψεως και διαστρέφει την έννοια της απωλείας μιας ευκαιρίας κάνοντας την απώλεια μιας εξασφαλίσεως καταλήψεως μιας θέσεως. Πάντως, κατά την Επιτροπή, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι έχει ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως όταν πρόκειται για προσλήψεις.
37. Η Επιτροπή θεωρεί ότι το νομικό αυτό σφάλμα ενισχύεται, πρώτον, από το γεγονός ότι, για να υπολογίσει τη μισθολογική απώλεια, το Πρωτοδικείο έλαβε υπόψη τις αποδοχές που η ενδιαφερόμενη έλαβε κατά το μεσοδιάστημα. Πάντως, στην περίπτωση που κατά το μεσοδιάστημα αυτό η ενδιαφερόμενη είχε εργασία καλύτερα αμειβόμενη από εκείνη που θα είχε στην Επιτροπή κατά την ίδια περίοδο, δεν θα είχε υπάρχει μισθολογική απώλεια μολονότι η ενδιαφερόμενη όντως έχασε μια ευκαιρία. Κατά συνέπεια, η μέθοδος υπολογισμού την οποία δέχθηκε το Πρωτοδικείο είναι παράλογη και ικανή να δημιουργήσει δυσμενείς διακρίσεις. Δεύτερον, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το νομικό σφάλμα που εντοπίζει ενισχύεται επίσης από την εκτίμηση, που και αυτή παρατίθεται στη σκέψη 58 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι το ύψος της περιουσιακής ζημίας, αποτιμημένο με τον υπολογισμό της μισθολογικής διαφοράς, δύναται «αν παρίσταται ανάγκη» να αξιολογηθεί υπό μορφή ποσοστού αντικατοπτρίζοντος τις πιθανότητες που η ενδιαφερόμενη είχε να προσληφθεί. Η προκείμενη αυτή σκέψη στη συλλογιστική της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως αποδεικνύει, κατά την Επιτροπή, ότι το Πρωτοδικείο προσπάθησε να αποτιμήσει τη ζημία που προκλήθηκε από μια υποθετική απώλεια αποδοχών καθόσον δεν είναι αυτόματο («αν παρίσταται ανάγκη») το γεγονός ότι η ενδιαφερόμενη έχασε μόνο μια ευκαιρία προσλήψεως. Τρίτον, το Πρωτοδικείο επιδόθηκε σε εικασίες για να αποτιμήσει την πιθανότητα προσλήψεως της ενδιαφερόμενης. Πάντως, όπως εκθέτει η σκέψη 57 της παρεμπίπτουσας αποφάσεως, η ενδιαφερόμενη δεν είχε δικαίωμα να προσληφθεί. Ωστόσο, υπολογίζοντας πρώτα την περιουσιακή ζημία ως εάν η ενδιαφερόμενη είχε τέτοιο δικαίωμα, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αντιφάσκει με την παρεμπίπτουσα απόφαση.
38. Κατά την Επιτροπή, από όλα τα πιο πάνω πρέπει να συναχθεί ότι ο υπολογισμός της ζημίας που προκλήθηκε από την απώλεια μιας ευκαιρίας προσλήψεως έπρεπε αναγκαστικά να στηριχθεί σε άλλη βάση από εκείνην που δέχθηκε το Πρωτοδικείο και εν πάση περιπτώσει δεν μπορούσε να γίνει με γνώμονα μια μισθολογική απώλεια, η οποία προϋποθέτει την (υποθετική και όχι βέβαιη) εξασφάλιση ότι το σχετικό πρόσωπο θα προσληφθεί. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή προσέθεσε ότι δεν μπορεί να συνιστά μισθολογική απώλεια η ζημία που απορρέει από την παράνομη συμπεριφορά να μην εξετάσει μια υποψηφιότητα.
39. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 61, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίοδος, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, να ορίσει ότι η ζημία την οποία η M.–C. Girardot υπέστη από το πταίσμα της Επιτροπής να μην εξετάσει την υποψηφιότητά της για μια από τις σχετικές θέσεις και η οποία οδήγησε στην απώλεια μιας ευκαιρίας προσλήψεως δύναται να αντισταθμιστεί δίκαια με την επιδίκαση ενός κατ’ αποκοπήν ποσού ίσου με καθαρές αποδοχές τριών μηνών και αντίστοιχου με το ποσό που η Επιτροπή θα όφειλε να καταβάλει εντός του χρονικού διαστήματος μετά την προειδοποίηση για την καταγγελία συμβάσεως εκτάκτου υπαλλήλου, δηλαδή εν προκειμένω 18 917,43 ευρώ, πλέον ενός πάλι κατ’ αποκοπήν ποσού 5 000 ευρώ για την αντιστάθμιση του ότι η ενδιαφερόμενη δεν μπορεί πια να μετάσχει σε προσεχή διαδικασία προσλήψεως.
40. Η M.–C. Girardot προτείνει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη ή, ούτως ή άλλως, ως αβάσιμη.
41. Επί του παραδεκτού, ισχυρίζεται, πρώτον, ότι, κατά τη νομολογία, μόνον το Πρωτοδικείο είναι αρμόδιο να αξιολογήσει τη ζημία που απορρέει από την απώλεια μιας ευκαιρίας. Διατείνεται ότι, εκτός αν η Επιτροπή προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι δεν προσδιόρισε τα κριτήρια που δέχθηκε για να αξιολογήσει τη ζημία που αυτή υπέστη, πράγμα που δεν θεωρεί ότι συνέβη εν προκειμένω, η Επιτροπή αβάσιμα επικρίνει την εκτίμηση του Πρωτοδικείου και, κατά μείζονα λόγο, αβάσιμα αναμένει από το Δικαστήριο να εκδώσει απόφαση αρχής σχετικά με την ακολουθητέα μέθοδο για τον υπολογισμό της αποζημιώσεως για την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας που απορρέει από την απώλεια μιας ευκαιρίας. Άλλωστε, σχετικά με το ζήτημα αυτό, θα υπάρχει πληθώρα διαφορετικών καταστάσεων που θα μπορούν να αξιολογηθούν μόνο κατά περίπτωση. Δεύτερον, η M.–C. Girardot διατείνεται ότι ο ισχυρισμός ότι το Πρωτοδικείο επιδίκασε αποζημίωση για την απώλεια μιας εξασφαλίσεως και όχι για την απώλεια μιας ευκαιρίας είναι απαράδεκτος, καθόσον ο ισχυρισμός αυτός δεν προβλήθηκε πρωτοδίκως.
42. Επί της ουσίας, και κατ’ αρχάς, η M.–C. Girardot υπογραμμίζει ότι, αν ο τρόπος που το Πρωτοδικείο αξιολόγησε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την έκταση της ζημίας δεν αντιστοιχεί με τον τρόπο που την αξιολόγησε σε άλλες υποθέσεις, τούτο οφείλεται στο ότι οι καταστάσεις δεν ήσαν όμοιες.
43. Όσον αφορά, πρώτον, το υποστατό και βέβαιο της ζημίας, η M.–C. Girardot υπενθυμίζει ότι, όταν επρόκειτο για ζημία που είχε απορρεύσει από την απώλεια μιας ευκαιρίας, το Πρωτοδικείο διευκρίνισε ότι η προϋπόθεση του υποστατού της ζημίας πληρούται όταν ο ενάγων αποδεικνύει ότι η παράνομη συμπεριφορά που προσάπτει στο κοινοτικό όργανο είναι εκείνη που τον στέρησε από την ευκαιρία αυτή (απόφαση του Πρωτοδικείου της 21ης Μαρτίου 1996, T‑230/94, Farrugia κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. II‑195, σκέψη 43). Πάντως, εν προκειμένω, δεν συζητείται πια ότι η παράνομη άρνηση της Επιτροπής να εξετάσει τις υποψηφιότητες της M.–C. Girardot την στέρησε από την ευκαιρία, αφενός, να γίνουν μία ή περισσότερες από αυτές δεκτές και, αφετέρου, να εκδηλώσει αργότερα και με αποτελεσματικό τρόπο το ενδιαφέρον της για οποιαδήποτε άλλη θέση αν εξακολουθούσε να έχει δικαίωμα να το κάνει.
44. Δεύτερον, όσον αφορά τη φερόμενη μεταμόρφωση της έννοιας της απώλειας μιας ευκαιρίας σε απώλεια μιας εξασφαλίσεως, η M.–C. Girardot παρατηρεί ότι το διάβημα να καταγραφούν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση τα οφέλη που θα μπορούσε να έχει λάβει αν είχε προσληφθεί και μετά να καθοριστεί το ποσοστό των πιθανοτήτων της να προσληφθεί είναι ένα κλασικό διάβημα που έχει γίνει δεκτό από το Πρωτοδικείο στην απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 2004 στην υπόθεση Eagle κ.λπ. κατά Επιτροπής (23) και που έχει καθιερωθεί στη βελγική θεωρία. Η μέθοδος αυτή δεν διαστρέφει την έννοια της απώλειας μιας ευκαιρίας, αλλά είναι προσαρμοσμένη στην αποκατάσταση της ζημίας που απορρέει από την απώλεια μιας ευκαιρίας η οποία εξ ορισμού δεν είναι βέβαιο ότι θα αξιοποιηθεί.
45. Τρίτον, όσον αφορά τις δυσμενείς διακρίσεις που φέρεται ότι δημιουργούνται από τη μέθοδο την οποία δέχθηκε το Πρωτοδικείο, η M.–C. Girardot θεωρεί ότι οι αιτιάσεις της Επιτροπής αγνοούν παντελώς το δεύτερο μέρος της συλλογιστικής του Πρωτοδικείου, το οποίο χρησιμεύει ακριβώς για να καθοριστεί ο συντελεστής με τον οποίο πρέπει να πολλαπλασιαστεί η απώλεια των εισοδημάτων που θα προέκυπταν αν είχε αξιοποιηθεί η ευκαιρία αυτή και ο οποίος αντιστοιχεί στις πιθανότητες αξιοποιήσεως της εν λόγω ευκαιρίας. Επί πλέον, φαίνεται δίκαιο, όταν υπάρχουν ίσες πιθανότητες προσλήψεως, ο υποψήφιος που έχασε μεγαλύτερο εισόδημα να αποζημιωθεί περισσότερο απ’ ό,τι ο υποψήφιος που είχε μικρότερη μισθολογική απώλεια. Εφόσον οι υποψήφιοι αυτοί δεν βρίσκονται σε συγκρίσιμη κατάσταση, ουδεμία παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως δύναται να διαπιστωθεί.
Β – Ανάλυση
1. Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
46. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η διαφορά που έχει αναφυεί μεταξύ ενός μονίμου, δοκίμου ή εκτάκτου υπαλλήλου και του κοινοτικού οργάνου από το οποίο αυτός εξαρτάται ή εξαρτόταν και που αφορά την επιδίκαση αποζημιώσεως εντάσσεται, όταν ανάγεται στην εργασιακή σχέση που συνδέει τον ενδιαφερόμενο με το κοινοτικό όργανο, στο πλαίσιο του άρθρου 236 ΕΚ και του ΚΥΚ και βρίσκεται έξω από το πεδίο εφαρμογής των άρθρων 235 ΕΚ και 288 ΕΚ (24).
47. Από τη νομολογία σχετικά με τις κοινοτικές υπαλληλικές υποθέσεις που έχουν ως αντικείμενο την επιδίκαση αποζημιώσεως προκύπτει και ότι η στοιχειοθέτηση εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας προϋποθέτει τη συνδρομή τριών σωρευτικών προϋποθέσεων, δηλαδή της ελλείψεως νομιμότητας της συμπεριφοράς που προσάπτεται στο κοινοτικό όργανο, του υποστατού της ζημίας και της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς και της προβαλλόμενης ζημίας (25). Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι το Πρωτοδικείο δεν απέστη από τη νομολογία αυτή όταν έκρινε ότι, για να ζητήσουν την επιδίκαση αποζημιώσεως, υπάλληλοι έπρεπε να αποδείξουν πταίσμα του κοινοτικού οργάνου, το υποστατό βέβαιης και αποτιμητικής ζημίας καθώς και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ του πταίσματος και της προβαλλόμενης ζημίας (26).
48. Κατά συνέπεια, οι προϋποθέσεις αυτές, των οποίων η συνδρομή διαπιστώθηκε στην παρεμπίπτουσα απόφαση καθώς και στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και, εν μέρει, αμφισβητήθηκε από την Επιτροπή στην παρούσα υπόθεση, είναι στην ουσία ανάλογες με εκείνες που διέπουν την εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 288 ΕΚ.
49. Εν προκειμένω, πρέπει να παρατηρηθεί ότι, αντιθέτως προς το άρθρο 288, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, ούτε το άρθρο 236 ΕΚ ούτε ο ΚΥΚ παραπέμπουν στον κανόνα ότι η Κοινότητα οφείλει να αποκαθιστά τις προκαλούμενες από τα θεσμικά της όργανα ζημίες «σύμφωνα με τις γενικές αρχές του δικαίου που είναι κοινές στα δίκαια των κρατών μελών».
50. Ωστόσο, εφόσον η εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας διέπεται τόσο στην περίπτωση του άρθρου 288 ΕΚ όσο και σε αυτές του άρθρου 236 ΕΚ και του ΚΥΚ από όμοιες άγραφες αρχές, κατ’ εμέ τίποτα δεν εμποδίζει να εξεταστούν οι έννομες τάξεις των κρατών μελών για να εξακριβωθεί, αν όχι η ύπαρξη κοινών γενικών αρχών στα δίκαια των κρατών μελών, τουλάχιστον η αναγνώριση από ορισμένα από αυτά νομικών κατασκευών δυναμένων να επηρεάσουν τον κοινοτικό δικαστή. Άλλωστε, σύντομη μελέτη των εθνικών δικαίων μπορεί να αποδειχθεί εδώ ενδιαφέρουσα, αφενός, όσον αφορά τον ορισμό που δίνουν στην απώλεια μιας ευκαιρίας και τη δυνατότητα που της αναγνωρίζουν να γίνει το αντικείμενο αποζημιώσεως και, αφετέρου, όσον αφορά τη μέθοδο που ορισμένα από τα δίκαια αυτά δέχονται για να αξιολογείται η έκταση της ζημίας που απορρέει από μια τέτοια απώλεια. Επίσης, η μελέτη αυτή θα επιτρέψει να γίνει καλύτερα κατανοητό το διάβημα του Πρωτοδικείου στην παρούσα υπόθεση, το οποίο σίγουρα έλαβε υπόψη ορισμένες εθνικές έννομες τάξεις, διάβημα που, υπό το φως των τελευταίων, δεν είναι τόσο «παράλογο» όσο ισχυρίζεται η Επιτροπή στην αίτηση αναιρέσεως.
51. Η εξέταση των δικαίων των κρατών μελών στο χρονικό σημείο που ασκήθηκε η προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου, δηλαδή το 2003, δεν καθιστά δυνατό να συναχθεί μια κοινή στα δίκαια αυτά γενική αρχή βάσει της οποίας η απώλεια μιας ευκαιρίας προσλήψεως συνιστά ζημία η οποία δύναται να γίνει αντικείμενο αποζημιώσεως, και η οποία, επί πλέον, αποκαθίσταται με τον ίδιο ή όμοιο τρόπο.
52. Συγκεκριμένα, διάφορα εθνικά δίκαια (δηλαδή το δανικό, το γερμανικό, το αυστριακό, το πορτογαλικό, το φινλανδικό και το σουηδικό δίκαιο) κατ’ αρχήν δεν δέχονται ότι δύναται να επιδικαστεί αποζημίωση για απώλεια ευκαιρίας προσλήψεως, μολονότι ορισμένα από αυτά (ιδίως το δανικό, το πορτογαλικό και το φινλανδικό δίκαιο) προβλέπουν διάφορες μορφές αντισταθμίσεως οι οποίες ενδέχεται να είναι πιο ευνοϊκές για τον υποψήφιο που αποκλείστηκε παράνομα (27).
53. Αντιθέτως, η έννοια της απώλειας μιας ευκαιρίας και η δυνατότητα να γίνει αυτή καθ’ εαυτή η εν λόγω απώλεια αντικείμενο αποζημιώσεως, ιδίως δε στις εργατικές διαφορές και/ή στις εθνικές δημοσιοϋπαλληλικές διαφορές, αναγνωρίζονται στο βελγικό, στο ελληνικό, στο ισπανικό, στο γαλλικό, στο ιρλανδικό, στο ιταλικό, στο λουξεμβουργιανό και στο ολλανδικό δίκαιο και στο δίκαιο του Ηνωμένου Βασιλείου.
54. Στην ουσία, στα δίκαια αυτά η έννοια της απώλειας μιας ευκαιρίας ορίζεται ως διάψευση μιας ελπίδας να ληφθεί ένα όφελος και/ή να αποφευχθεί ένας κίνδυνος. Όταν πρόκειται τουλάχιστον για απώλεια της ευκαιρίας να ληφθεί ένα προεξοφλούμενο όφελος, η οποία είναι η περίπτωση την οποία αφορά η παρούσα υπόθεση (απώλεια ευκαιρίας προσλήψεως), ένα κοινό σημείο των εθνικών δικαίων που την αναγνωρίζουν είναι ότι η απώλεια αυτή λαμβάνει χώρα υπό συνθήκες εντός των οποίων κάτι που είναι απρόβλεπτο καθιστά εντελώς άγνωστο το αν θα επέλθει το αποτέλεσμα που ελπίζει ο ενδιαφερόμενος. Επί πλέον, γενικά, τα δίκαια αυτά απαιτούν η χαμένη ευκαιρία να ήταν σοβαρή, υπό την έννοια ότι ήταν ισχυρή η πιθανότητα να αξιοποιηθεί η ευκαιρία αυτή. Έτσι, ο σοβαρός χαρακτήρας της ευκαιρίας που χάθηκε είναι γνώμονας για το βέβαιο της ζημίας που προκλήθηκε.
55. Όσο για την αξιολόγηση της ζημίας που προκλήθηκε από την απώλεια μιας ευκαιρίας, ανεξάρτητα από το αν πρόκειται για περιουσιακή ζημία ή ηθική βλάβη (28), τα εθνικά δικαστήρια προβαίνουν σε μια εκτίμηση κατά δίκαια κρίση. Στο Βέλγιο, η οικονομική αξία της ευκαιρίας που χάθηκε γίνεται το αντικείμενο εκτιμήσεως κατά δίκαιη κρίση υπό την έννοια ότι ο δικαστής, αφού διαπιστώσει ότι δεν υπάρχουν συγκεκριμένα στοιχεία αξιολογήσεως της ζημίας, λαμβάνει υπόψη κατά τη συνείδησή του όλα τα στοιχεία που μπορούν να επηρεάσουν τον υπολογισμό της (29). Ορισμένες αποφάσεις αξιολογούν τη ζημία πολλαπλασιάζοντας την αξία των διαφυγόντων κερδών με ένα κλάσμα το οποίο αντιστοιχεί στην ευκαιρία που χάθηκε. Παραδείγματος χάριν, σε μια δημοσιοϋπαλληλική διαφορά η ζημία την οποία υπέστη εκείνος που έχασε μια σοβαρή ευκαιρία προαγωγής αξιολογήθηκε στο 50 % της διαφοράς μεταξύ των αποδοχών που θα είχε λάβει κατόπιν της προαγωγής αυτής και των αποδοχών που συνέχισε να λαμβάνει ελλείψει της προαγωγής αυτής (30). Στη Γαλλία, όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις της αποζημιώσεως, και μεταξύ άλλων αυτή της απώλειας μιας σοβαρής ευκαιρίας η οποία είναι η μόνη που μπορεί να δημιουργήσει βέβαιη ζημία, ο διοικητικός δικαστής καθορίζει το ποσό της αποζημιώσεως με γνώμονα το ότι η αποκατάσταση της ζημίας πρέπει να είναι ανάλογη με την αξία της ευκαιρίας που χάθηκε και δεν μπορεί να είναι ίση με το όφελος που η ευκαιρία αυτή θα είχε παράσχει αν είχε αξιοποιηθεί (31). Όταν πρόκειται να καθοριστεί το ποσό της αποζημιώσεως που επιδικάζεται στον παθόντα, ο διοικητικός δικαστής δύναται, στο πλαίσιο αιτήματος αποζημιώσεως, να αξιολογήσει συνολικά το ποσό των ζημιών, φροντίζοντας να τηρηθεί η αρχή της πλήρους αποκαταστάσεως της ζημίας (32), ή, στην ειδική περίπτωση που αποκαθίσταται ένα δικαίωμα του παθόντος (π.χ. επανένταξη ή ανακατάταξη), να αξιολογήσει τη ζημία βάσει της διαφοράς μεταξύ των αποδοχών που ο υπάλληλος θα είχε λάβει αν είχε παραμείνει εν ενεργεία και των αποδοχών που όντως έλαβε (33). Στην Ιταλία, το Corte suprema di cassazione έχει δεχθεί τη μέθοδο που λαμβάνει υπόψη τη διαφορά μεταξύ των αποδοχών που ο εργαζόμενος θα είχε λάβει στην περίπτωση που είχε αξιοποιηθεί η ευκαιρία προαγωγής του και των αποδοχών που όντως έλαβε και έχει επιδικάσει στον εργαζόμενο κλάσμα του ποσού αυτού αντίστοιχο με τις πιθανότητες προαγωγής του (34). Στο Ηνωμένο Βασίλειο, στο πλαίσιο του εργατικού δικαίου, η αποτίμηση της απώλειας της ευκαιρίας να αποκτηθεί μια θέση εργασίας έγινε με αξιολόγηση των πιθανοτήτων να αποκτηθεί η θέση αυτή και με πολλαπλασιασμό του υποθετικά απολεσθέντος μισθού με το κλάσμα αυτό (35).
56. Οι μέθοδοι αυτές φαίνεται να επηρέασαν το Πρωτοδικείο στην παρούσα υπόθεση. Η Επιτροπή ισχυρίζεται στην αίτηση αναιρέσεως ότι η νομολογία του Πρωτοδικείου δείχνει κάποια ασυνέπεια, αφενός, όσον αφορά την αναγνώριση της απώλειας μιας ευκαιρίας ως ζημίας δυναμένης να γίνει αντικείμενο πλήρους αποζημιώσεως και, αφετέρου, όσον αφορά τον τρόπο υπολογισμού της ζημίας που απέρρευσε σε διάφορες υποθέσεις από την απώλεια μιας ευκαιρίας.
57. Είναι αλήθεια ότι σε υποθέσεις που δεν είναι κοινοτικές υπαλληλικές διαφορές το Πρωτοδικείο έχει κρίνει ότι, εφόσον δεν είναι ούτε πραγματική ούτε βέβαιη, η ζημία που απορρέει από την απώλεια μιας ευκαιρίας δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο αποζημιώσεως. Έτσι, σε υποθέσεις δημοσίων συμβάσεων, το Πρωτοδικείο έχει την τάση να θεωρεί ότι η ζημία που απορρέει από διαφυγόντα κέρδη λόγω παραβάσεως του κοινοτικού δικαίου από την Επιτροπή στο πλαίσιο διαδικασίας προσκλήσεως για την υποβολή προσφορών προϋποθέτει δικαίωμα του ενάγοντος να του ανατεθεί η σύμβαση (36). Σε μια τέτοια κατάσταση το Πρωτοδικείο έχει κρίνει ότι η ζημία λόγω διαφυγόντων κερδών την οποία επικαλείται ένα πρόσωπο του οποίου δεν έγινε δεκτή η προσφορά δεν είναι ούτε πραγματική ούτε βέβαιη, καθόσον δεν μπορεί να συναχθεί ότι η σύμβαση θα του είχε σίγουρα ανατεθεί (37). Όμοια προσέγγιση αν και λιγότερο κατηγορηματική, ακολουθήθηκε στην προαναφερθείσα απόφαση Farrugia κατά Επιτροπής (38), όπου με ανάλογο σκεπτικό απορρίφθηκε ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι ο τελευταίος υπέστη σημαντική ζημία επειδή έχασε μια μοναδική ευκαιρία να συνεχίσει τις σπουδές και έρευνές του λόγω της παράνομης απορρίψεως της υποψηφιότητάς του για μια υποτροφία, η οποία κατά την εφαρμοστέα κοινοτική ρύθμιση έπρεπε να του χορηγηθεί από την Επιτροπή.
58. Ωστόσο, στις υπαλληλικές διαφορές προκύπτει ότι το Πρωτοδικείο δεν επιδεικνύει την ίδια αυστηρότητα αναγνωρίζοντας, με ένα οπωσδήποτε πλειοψηφικό νομολογιακό ρεύμα, ότι δύναται να γίνει αντικείμενο αποζημιώσεως η απώλεια μιας ευκαιρίας προσλήψεως ή προαγωγής (39). Στις υποθέσεις αυτές, το Πρωτοδικείο έχει κρίνει, μερικές φορές με διφορούμενο τρόπο, ότι η ζημία που προκλήθηκε αποτελεί ηθική βλάβη (40) και/ή περιουσιακή ζημία (41), δεχόμενο, προκειμένου περί του τρόπου υπολογισμού της ζημίας, είτε μια μέθοδο που στηρίζεται στη μισθολογική διαφορά (42) είτε την επιδίκαση αποζημιώσεως κατά δίκαιη κρίση (43).
59. Η περιουσιακή φύση της ζημίας που απορρέει από την απώλεια μιας ευκαιρίας εξελίξεως της σταδιοδρομίας φαίνεται να επιβεβαιώθηκε, κατόπιν αιτήσεως αναιρέσεως, από την προαναφερθείσα απόφαση Συμβούλιο κατά de Nil και Impens.
60. Το Πρωτοδικείο είχε κρίνει, στη σκέψη 47 της αποφάσεως της 26ης Ιουνίου 1996 στην υπόθεση de Nil και Impens κατά Συμβουλίου (44), ότι οι ενάγουσες απέδειξαν την ύπαρξη δικαιώματος να αποκατασταθεί η ζημία που απέρρευσε από το ότι δεν ανακατετάγησαν στην κατηγορία Β συγχρόνως με τους άλλους επιτυχόντες ενός εσωτερικού διαγωνισμού που είχε οργανωθεί από το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, καθόσον, μολονότι δεν είχαν δικαίωμα προαγωγής μετά την ανακατάταξή τους, είχαν ούτως ή άλλως χάσει μια ευκαιρία να εξελιχθεί η σταδιοδρομία τους κατά τρόπον ανάλογο με εκείνον των επιτυχόντων του εν λόγω διαγωνισμού. Πέρα από αυτή την περιουσιακή ζημία, το Πρωτοδικείο δέχθηκε το αίτημα χρηματικής ικανοποιήσεως των εναγουσών λόγω της ηθικής βλάβης που συνδεόταν με την παρατεταμένη κατάσταση αβεβαιότητας στην οποία είχαν περιέλθει όσον αφορά την εξέλιξη της σταδιοδρομίας τους. Κατόπιν αυτών, αξιολόγησε κατά δίκαιη κρίση στο ποσό των 500 000 βελγικών φράγκων συλλήβδην την περιουσιακή ζημία και την ηθική βλάβη.
61. Εκδικάζοντας αίτηση αναιρέσεως που είχε υποβληθεί από το Συμβούλιο, το Δικαστήριο αναίρεσε την απόφαση του Πρωτοδικείου κατά το μέρος που είχε αναγνωρίσει στις ενάγουσες δικαίωμα χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω της ηθικής βλάβης που φερόταν ότι είχαν υποστεί. Διαπιστώνοντας ότι στο σημείο αυτό η διαφορά ήταν ώριμη να κριθεί, το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα των εναγουσών σχετικά με τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αντιθέτως, το Δικαστήριο απέρριψε τις αιτιάσεις που το Συμβούλιο είχε διατυπώσει κατά του ότι το Πρωτοδικείο δέχθηκε την ύπαρξη περιουσιακής ζημίας. Έτσι, διευκρίνισε, στη σκέψη 28 της προαναφερθείσας αποφάσεως Συμβούλιο κατά de Nil και Impens και παραπέμποντας ρητώς στην προαναφερθείσα σκέψη 47 της αποφάσεως του Πρωτοδικείου, ότι «δεν μπορεί να αποκλειστεί εν των προτέρων ότι οι υπάλληλοι που απέτυχαν στον [σχετικό] διαγωνισμό […] και που, όπως οι ενάγουσες, πέτυχαν στον δεύτερο διαγωνισμό […] υπέστησαν υλική ζημία συνισταμένη στο γεγονός ότι η σταδιοδρομία τους δεν εξελίχθηκε κατά τρόπο ανάλογο με τη σταδιοδρομία των επιτυχόντων του [σχετικού] διαγωνισμού […] λόγω της αδυναμίας ανακατατάξεώς τους από την 1η Ιανουαρίου 1991».
62. Δεν βλέπω τον λόγο να μη γίνει ανάλογη εκτίμηση όσον αφορά την απώλεια μιας ευκαιρίας προσλήψεως, όπως η επίμαχη στην παρούσα υπόθεση (45). Άλλωστε, πρέπει να σημειωθεί ότι στην αίτηση αναιρέσεως η Επιτροπή δεν αμφισβητεί ότι η απώλεια μιας ευκαιρίας προσλήψεως δύναται να αντισταθμιστεί και «δέχεται την αντίληψη», παρά κάποιες επικριτικές παρατηρήσεις σχετικά με τη νομολογία του Πρωτοδικείου, ότι η ζημία που απορρέει από την απώλεια αυτή είναι περιουσιακής φύσεως, όπως διαπιστώθηκε στη σκέψη 56 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
63. Αντιθέτως, στην αίτησή της αναιρέσεως, η Επιτροπή λέγει ότι δεν μπορεί να δεχθεί τη μέθοδο που το Πρωτοδικείο χρησιμοποίησε για να αποτιμήσει τη ζημία αυτή. Υπογραμμίζει ότι, αποτιμώντας την απώλεια ευκαιρίας με τη διαφορά μεταξύ των αποδοχών που η ενδιαφερόμενη θα είχε λάβει αν είχε προσληφθεί και των αποδοχών που όντως έλαβε, το Πρωτοδικείο διέστρεψε την έννοια της απώλειας ευκαιρίας. Κατά την Επιτροπή, η μέθοδος που έγινε δεκτή από το Πρωτοδικείο, η οποία στηρίζεται στη μισθολογική διαφορά, καταλήγει στο να καθοριστεί μια υποθετική ζημία και στο να επιδικαστεί αποζημίωση για την απώλεια μιας εξασφαλίσεως και όχι για την απώλεια μιας ευκαιρίας καταλήψεως μιας θέσεως. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή διευκρίνισε και ότι ο αναγκαίος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παρανομίας και της ζημίας που προκλήθηκε δεν αντιστοιχεί σε μια από τις προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία, δηλαδή στην προϋπόθεση να υπάρχει άμεσος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παρανομίας που διαπράχθηκε και της ζημίας.
64. Πριν εκτιμηθεί το βάσιμο του ισχυρισμού αυτού, η επιχειρηματολογία της Επιτροπής θέτει, όπως έδειξε η M.–C. Girardot (βλ. το σημείο 41 των προτάσεών μου), το προκαταρκτικό πρόβλημα του παραδεκτού της, ζήτημα που πρέπει τώρα να εξετάσω.
2. Επί του παραδεκτού
65. Κατ’ αρχάς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά τη νομολογία, όταν το Πρωτοδικείο έχει διαπιστώσει την ύπαρξη μιας ζημίας, μόνον αυτό είναι αρμόδιο να εκτιμήσει, εντός των ορίων του αιτήματος αποζημιώσεως, τον τρόπο και την έκταση της αποκαταστάσεως της εν λόγω ζημίας (46). Ωστόσο, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι, για να μπορεί να ασκεί δικαστικό έλεγχο επί των αποφάσεων του Πρωτοδικείου, οι αποφάσεις αυτές πρέπει να έχουν επαρκή αιτιολογία και, ειδικότερα, να αναφέρουν τα κριτήρια που ελήφθησαν υπόψη για τον καθορισμό του ποσού της αποζημιώσεως (47).
66. Εν προκειμένω, η αίτηση αναιρέσεως έχει ασφαλώς κάποια διφορούμενα σημεία σχετικά με τις αιτιάσεις που διατυπώνει κατά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
67. Συγκεκριμένα, από τη μια πλευρά, η Επιτροπή εξηγεί με την αίτησή της αναιρέσεως ότι σκοπό έχει να αποφανθεί το Δικαστήριο επί του τρόπου υπολογισμού που έγινε δεκτός στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για να αποκατασταθεί η ζημία που προκλήθηκε από την απώλεια μιας ευκαιρίας. Πάντως, με γνώμονα την προπαρατεθείσα νομολογία, οι αιτιάσεις αυτές της αιτήσεως αναιρέσεως θα πρέπει είτε να κηρυχθούν απαράδεκτες είτε, όπως το Δικαστήριο έχει ήδη πράξει (48), να επαναχαρακτηριστούν ως αιτιάσεις με τις οποίες προβάλλεται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στερείται αιτιολογίας ή έχει ανεπαρκή αιτιολογία όσον αφορά τα κριτήρια που ελήφθησαν υπόψη για τον καθορισμό της αποζημιώσεως.
68. Από την άλλη όμως πλευρά, η Επιτροπή δεν περιορίζεται να αμφισβητήσει την έκταση της αποζημιώσεως, αλλά, όπως το καταλαβαίνω, με τον μοναδικό λόγο αναιρέσεως εντοπίζει ένα αληθινό νομικό σφάλμα που φέρεται ότι υπάρχει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
69. Συγκεκριμένα, χωρίς να θέτει – και χωρίς να μπορεί να θέσει – υπό αμφισβήτηση τη γενομένη στην παρεμπίπτουσα απόφαση διαπίστωση ότι υπάρχει ζημία που προκλήθηκε από τη διαπραχθείσα παρανομία, η Επιτροπή εκθέτει στην ουσία ότι η αποζημίωση που επιδικάστηκε από το Πρωτοδικείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν αφορά τη ζημία που διαπιστώθηκε στην παρεμπίπτουσα απόφαση αλλά, αντιθέτως, μιαν άλλη ζημία, δηλαδή την απώλεια μιας εξασφαλίσεως καταλήψεως μιας θέσεως και την απώλεια των σχετικών αποδοχών. Υπό την έννοια αυτή, η Επιτροπή υποστηρίζει κατά συνέπεια ότι το Πρωτοδικείο, ακολουθώντας την επικρινόμενη μέθοδο, διέστρεψε τις προϋποθέσεις στοιχειοθετήσεως εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας είτε διότι αποκατέστησε μια ζημία που δεν είναι πραγματική ούτε βέβαιη είτε διότι παρέβλεψε τον βαθμό του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παρανομίας που διαπράχθηκε και της ζημίας που προκλήθηκε. Με άλλα λόγια, ενώ το Πρωτοδικείο διαπίστωσε την ύπαρξη μιας ζημίας, δεν αποκατέστησε αυτή τη ζημία αλλά άλλη ζημία, η οποία δεν πληροί τις προϋποθέσεις που προβλέπονται από τη νομολογία για να μπορέσει να αποκατασταθεί. Κατ’ εμέ, ένα τέτοιο ζήτημα, ασφαλώς νομικής φύσεως, δεν μπορεί να διαφύγει τον έλεγχο του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της αιτήσεως αναιρέσεως.
70. Αντιθέτως με αυτό που η M.–C. Girardot υποστήριξε με την ένστασή της απαραδέκτου, δεν μπορεί να προβληθεί ούτε ότι, κατά το μέρος που η Επιτροπή επικρίνει τον πραγματικό και βέβαιο χαρακτήρα της ζημίας, η επιχειρηματολογία της Επιτροπής είναι απαράδεκτη καθόσον δεν προβλήθηκε πρωτοδίκως. Συγκεκριμένα, είναι προφανές ότι οι διαπιστώσεις που επικρίνονται από την Επιτροπή εμφανίστηκαν για πρώτη φορά στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, πράγμα που πρέπει να οδηγήσει στην απόρριψη του ισχυρισμού της M.–C. Girardot ότι πρόκειται για νέο επιχείρημα (49).
71. Κατά συνέπεια, προτείνω να κηρυχθεί παραδεκτή η αίτηση αναιρέσεως, υπό την επιφύλαξη οι περιεχόμενες στην αίτηση αυτή αιτιάσεις με τις οποίες επικρίνεται η έκταση της αποζημιώσεως να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι αποτελούν αιτιάσεις με τις οποίες προβάλλεται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στερείται αιτιολογίας ή έχει ανεπαρκή αιτιολογία.
3. Επί της ουσίας
72. Στην ουσία, η Επιτροπή, παραπέμποντας στη σκέψη 58 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, επικρίνει το γεγονός ότι η περιουσιακή ζημία υπολογίστηκε βάσει του κριτηρίου της μισθολογικής διαφοράς, με αποτέλεσμα να μεταμορφωθεί η απώλεια μιας ευκαιρίας σε απώλεια μιας εξασφαλίσεως καταλήψεως μιας θέσεως. Κατά την Επιτροπή, το νομικό σφάλμα στο οποίο υπέπεσε το Πρωτοδικείο ενισχύεται από άλλα στοιχεία, όπως εκτέθηκε στο σημείο 37 των προτάσεών μου.
73. Κατ’ εμέ, οι αιτιάσεις αυτές απορρέουν από εν μέρει εσφαλμένη ανάγνωση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
74. Ασφαλώς, πρέπει να γίνει δεκτό ότι στην εκτίμηση που παρατίθεται στη σκέψη 58 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως υπάρχει νομικό σφάλμα.
75. Πρέπει να υπομνησθεί ότι, στη σκέψη αυτή της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο εξέθεσε τη μέθοδο που θα ακολουθήσει για να αξιολογήσει την έκταση της ζημίας της M.–C. Girardot. Προς τούτο, σημείωσε ότι πρέπει «να καθοριστεί η διαφορά μεταξύ των αποδοχών που η M.–C. Girardot θα είχε λάβει στην περίπτωση που είχε γίνει δεκτή η υποψηφιότητά της και των αποδοχών που όντως έλαβε κατόπιν της παράνομης απορρίψεως της υποψηφιότητάς της, και μετά, αν παρίσταται ανάγκη, να εκτιμηθούν, ως ποσοστό, οι πιθανότητες που η M.–C. Girardot είχε να γίνει δεκτή η υποψηφιότητά της» (50).
76. Πάντως, με το να εισαγάγει με την έκφραση «αν παρίσταται ανάγκη» το δεύτερο στάδιο της συλλογιστικής που επρόκειτο να ακολουθήσει, το Πρωτοδικείο φαίνεται να θεώρησε ότι το στάδιο αυτό είναι μόνον προαιρετικό, ενώ, από νομικής απόψεως, στην περίπτωση που έχει χαθεί μια ευκαιρία προσλήψεως το στάδιο αυτό αποδεικνύεται υποχρεωτικό.
77. Συγκεκριμένα, πρέπει να έχουμε κατά νου ότι αυτή καθ’ εαυτή η απώλεια μιας ευκαιρίας αποτελεί ζημία, όπως άλλωστε δέχεται η Επιτροπή. Όταν πρόκειται για απώλεια μιας ευκαιρίας προσλήψεως, η ελπίδα αποκτήσεως των προεξοφλούμενων ποσών, και όχι τα ποσά αυτά, είναι εκείνη που αποτελεί τη ζημία. Κατά την επιδίκαση αποζημιώσεως, ο δικαστής πρέπει να λάβει υπόψη το μέγεθος της ελπίδας αυτής, η οποία, όπως απαιτεί η νομολογία, πρέπει να είναι σοβαρή. Η ευκαιρία πρέπει να ήταν αληθινή. Υπό την έννοια αυτή, πρόκειται για εφαρμογή της αρχής της αποκαταστάσεως μιας βέβαιης ζημίας, καθόσον αυτό που είναι βέβαιο δεν είναι το μελλοντικό περιστατικό ή η μελλοντική εξέλιξη που προεξοφλούνται, αλλά η απώλεια της ευκαιρίας να γίνουν αυτά πραγματικότητα. Έτσι, η αξιολόγηση της ευκαιρίας της M.–C. Girardot να γίνει δεκτή η υποψηφιότητά της δεν μπορεί να είναι προαιρετική, καθόσον αποτελεί μέρος του ίδιου του ορισμού της έννοιας της απώλειας μιας ευκαιρίας.
78. Ωστόσο, κατ’ εμέ το νομικό σφάλμα στο οποίο υπέπεσε το Πρωτοδικείο δεν μπορεί να οδηγήσει στην αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Συγκεκριμένα, δεν αμφισβητείται ότι, στις σκέψεις 96 έως 122 της αποφάσεως αυτής, το Πρωτοδικείο αξιολόγησε in concreto την ευκαιρία, που άλλωστε χαρακτήρισε ως σοβαρή, της M.–C. Girardot να καταλάβει τις θέσεις για τις οποίες είχε υποβάλει υποψηφιότητα, οπότε δεν μπορεί να θεωρηθεί, όπως κακώς ισχυρίζεται η Επιτροπή, ότι η διαπιστωμένη στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιουσιακή ζημία αντιστοιχεί μόνο στη διαφορά μεταξύ των αποδοχών που η M.–C. Girardot θα είχε λάβει αν μια από τις υποψηφιότητές της είχε γίνει δεκτή από την Επιτροπή και των αποδοχών που όντως έλαβε.
79. Εν προκειμένω, δεν μπορούν να ευδοκιμήσουν ούτε οι αιτιάσεις της Επιτροπής που στρέφονται κατά του ότι στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η απώλεια αποδοχών ελήφθη υπόψη ως κριτήριο για την αξιολόγηση της απώλειας μιας ευκαιρίας προσλήψεως.
80. Είναι αλήθεια, όπως εκθέτει η Επιτροπή, ότι η M.–C. Girardot δεν είχε δικαίωμα να προσληφθεί. Ο ισχυρισμός αυτός δεν διαψεύδεται από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Μάλιστα, το Πρωτοδικείο ρητώς τον επιβεβαίωσε στη σκέψη 72 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, πράγμα που επομένως αποκλείει, αντιθέτως με αυτό που ισχυρίστηκε η Επιτροπή, την ύπαρξη αντιφάσεως μεταξύ της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και της σκέψεως 57 της παρεμπίπτουσας αποφάσεως.
81. Ωστόσο, η έλλειψη δικαιώματος προσλήψεως δεν σημαίνει ότι το κριτήριο των αποδοχών δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για την αξιολόγηση της περιουσιακής ζημίας που απέρρευσε από την απώλεια μιας ευκαιρίας προσλήψεως, αρκεί η αξιολόγηση αυτή να λάβει υπόψη και τις πιθανότητες της προσλήψεως αυτής και να γίνει στο πλαίσιο των αιτημάτων των διαδίκων, όπως έπραξε το Πρωτοδικείο στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
82. Συγκεκριμένα, η διαπιστωμένη παρανομία, δηλαδή η μη απόδειξη συγκριτικής εξετάσεως των προσόντων, στέρησε με βεβαιότητα την M.–C. Girardot από την ευκαιρία να καταλάβει τις επιδιωκόμενες θέσεις και, επομένως, από την ευκαιρία να λάβει τις σχετικές αποδοχές. Πάντως, χρησιμοποιώντας μια μέθοδο που λαμβάνει ως βάση τις προεξοφλούμενες αποδοχές σε συνδυασμό με τη σοβαρή ευκαιρία της M.–C. Girardot να λάβει τις αποδοχές αυτές, το Πρωτοδικείο απλώς εφάρμοσε τα κριτήρια στοιχειοθετήσεως εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας στο συγκεκριμενο πλαίσιο της αξιολογήσεως της απώλειας μιας ευκαιρίας προσλήψεως.
83. Επί πλέον, νομίζω ότι έχει ενδιαφέρον να παρατηρήσω ότι η εναλλακτική μέθοδος που προτάθηκε από την Επιτροπή στηρίζεται και αυτή στο κριτήριο των αποδοχών, υπό την έννοια ότι προτείνεται να αποζημιωθεί η M.–C. Girardot με την επιδίκαση χρηματικής αποζημιώσεως της οποίας το ποσό πρέπει να καθοριστεί στις καθαρές αποδοχές τριών μηνών που θα καταβάλλονταν εντός του προβλεπόμενου από το άρθρο 47, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, του ΚΛΠ ελάχιστου χρονικού διαστήματος μετά την προειδοποίηση για την καταγγελία.
84. Πάντως, ακόμη και αν υποτεθεί ότι μια τέτοια αποζημίωση –η οποία απορρέει από τη σκέψη ότι η Επιτροπή θα είχε δικαίωμα να λύσει μονομερώς την εργασιακή σχέση της M.–C. Girardot χωρίς εξηγήσεις και μόλις μετά την έναρξη της σχέσεως αυτής– (51) είναι δυνατή, η αποζημίωση αυτή στηρίζεται στο ίδιο κριτήριο με εκείνο που έγινε δεκτό από το Πρωτοδικείο. Τελικά, η Επιτροπή διαφωνεί μόνον όσον αφορά τον καθορισμό της εκτάσεως της ζημίας ο οποίος, όπως εκτέθηκε στις προτάσεις μου, ανήκει στην αρμοδιότητα μόνο του δικαστηρίου της ουσίας. Με άλλα λόγια, εφόσον η Επιτροπή δέχεται την καταλληλότητα του κριτηρίου των αποδοχών για να αντισταθμιστεί η απώλεια μιας ευκαιρίας προσλήψεως, και μάλιστα δέχεται το κριτήριο αυτό ως σημείο αφετηρίας της δικής της μεθόδου υπολογισμού, δεν δύναται πλέον, στο πλαίσιο της αιτήσεως αναιρέσεως, να επικρίνει τον τρόπο και την έκταση της αποκαταστάσεως της ζημίας που προκλήθηκε.
85. Επί πλέον, όπως υπογράμμισε η Επιτροπή, η μέθοδος την οποία προτείνει σκοπό έχει να αποκαθίσταται με ενιαίο τρόπο η ζημία από την απώλεια μιας ευκαιρίας προσλήψεως. Πάντως, αφενός, η προσέγγιση αυτή παραβλέπει τον αναγκαστικά ατομικό χαρακτήρα της ζημίας που προκλήθηκε από την παρανομία του κοινοτικού οργάνου και, αφετέρου, συνεπάγεται τον κίνδυνο να αλλοιωθεί ο στο κάτω-κάτω αποτρεπτικός χαρακτήρας της χρηματικής αποζημιώσεως με το να παροτρύνεται το διοικητικό όργανο να σταθμίζει τον σεβασμό των κανόνων στους οποίους υπόκειται με την τήρηση μιας παράνομης συμπεριφοράς της οποίας γνωρίζει εκ των προτέρων το τίμημα.
86. Το να επιβληθεί, όπως προτείνει η Επιτροπή, στο δικαστήριο της ουσίας μια ενιαία μέθοδος ασφαλώς θα του στερήσει μεγάλο μέρος της εξουσίας του πλήρους δικαιοδοσίας η οποία του δίνει τη δυνατότητα να αποφαίνεται κατά δίκαιη κρίση αναζητώντας την πιο κατάλληλη αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε. Αν γίνει δεκτή η ερμηνεία που προτείνεται από την Επιτροπή, η ερμηνεία αυτή θα καταλήξει στο να παραβλέψει το δικαστήριο της ουσίας την τήρηση της αρχής της πλήρους αποκαταστάσεως της ζημίας (52).
87. Οι σκέψεις αυτές με κάνουν να απορρίψω και τον ισχυρισμό της Επιτροπής ότι η μέθοδος που ακολουθήθηκε από το Πρωτοδικείο δημιουργεί ρήγμα στην αρχή της ίσης μεταχειρίσεως. Συγκεκριμένα, πέρα από το ότι αφορούν την έκταση της ζημίας, οι αιτιάσεις αυτές αγνοούν το αναγκαίο περιθώριο εκτιμήσεως που το δικαστήριο της ουσίας πρέπει να έχει κατά την αξιολόγηση της πιο κατάλληλης αποκαταστάσεως της ζημίας που προκλήθηκε.
88. Τέλος, απορριπτέες είναι και οι αιτιάσεις της Επιτροπής σχετικά με την έκταση της αποζημιώσεως που έγινε δεκτή στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αιτιάσεις οι οποίες, όπως διευκρινίστηκε στα σημεία 67 και 71 των προτάσεών μου, πρέπει να ερμηνευθούν ως ισχυρισμοί με τους οποίους προβάλλεται έλλειψη και/ή ανεπάρκεια αιτιολογίας και οι οποίες αφορούν στην ουσία το πενταετές χρονικό διάστημα που ελήφθη υπόψη στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για να υπολογιστεί η διαφορά μεταξύ των αποδοχών που η M.–C. Girardot θα προεξοφλούσε αν είχαν γίνει δεκτές οι υποψηφιότητές της και των αποδοχών που όντως έλαβε. Συγκεκριμένα, αρκεί η διαπίστωση ότι, αφενός, διευκρινίζοντας, στη σκέψη 62 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η περίοδος συγκρίσεως αρχίζει από τότε που διορίστηκαν οι υποψήφιοι που έγιναν δεκτοί και, αφετέρου, καθορίζοντας, στις σκέψεις 63 έως 78 της εν λόγω αποφάσεως, το τέλος της πιο πάνω περιόδου λαμβανομένων υπόψη όλων των πραγματικών και νομικών στοιχείων από τα οποία θα διεπόταν η σχέση μεταξύ της Επιτροπής και της ενδιαφερόμενης αν η τελευταία είχε προσληφθεί, το Πρωτοδικείο εξήγησε επαρκώς τους λόγους για τους οποίους δέχθηκε την περίοδο αυτή.
89. Κατόπιν όλων των ανωτέρω, προτείνω να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
VII – Επί της ανταιτήσεως αναιρέσεως
Α – Επιχειρηματολογία των διαδίκων
90. Με την ανταίτησή της αναιρέσεως, η M.–C. Girardot ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο παρέβη το κοινοτικό δίκαιο υποπίπτοντας σε διάφορα πρόδηλα σφάλματα εκτιμήσεως. Το πρώτο από αυτά έγκειται στον καθορισμό της περιόδου που πρέπει να ληφθεί υπόψη για τον υπολογισμό της μισθολογικής διαφοράς καθόσον, στη σκέψη 80 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο αρνήθηκε να λάβει υπόψη την απώλεια της ευκαιρίας σταδιοδρομίας στην Επιτροπή. Πάντως, κατά την M.–C. Girardot, η προοπτική μονιμοποιήσεως μετά την πρόσληψη δεν ήταν αβέβαιη. Κατά συνέπεια, η περίοδος που έπρεπε να ληφθεί υπόψη έπρεπε να είναι οπωσδήποτε μεγαλύτερη από την πενταετή περίοδο που δέχθηκε το Πρωτοδικείο. Το δεύτερο πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως του Πρωτοδικείου έγκειται στον καθορισμό της μισθολογικής διαφοράς. Δεχόμενο καθαρές μηνιαίες αποδοχές που κατά μέσο όρο αντιστοιχούσαν στις τελευταίες αποδοχές που θα είχε καταβάλει η Επιτροπή, το Πρωτοδικείο παρέβλεψε, στη σκέψη 85 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το γεγονός ότι η M.–C. Girardot δεν είχε πλέον την ευκαιρία να προσληφθεί σε θέση βαθμού A4 παρά μόνο σε θέση βαθμού Α5 καθόσον πέντε από τις οκτώ θέσεις για τις οποίες η M.–C. Girardot είχε θέσει υποψηφιότητα ήσαν θέσεις βαθμού Α4. Το τρίτο από τα σφάλματα αυτά έγκειται στην πιθανότητα προσλήψεως, καθόσον το Πρωτοδικείο, καθορίζοντας στο 50 % τις πιθανότητες που η M.–C. Girardot είχε να καταλάβει μια θέση στην Επιτροπή, παρέβλεψε το γεγονός, αφενός, ότι η υποβολή υποψηφιότητας για οκτώ θέσεις είναι αντιθέτως στοιχείο ικανό να αυξήσει τις πιθανότητες προσλήψεως και, αφετέρου, ότι σοβαρή πιθανότητα δεν σημαίνει πιθανότητα ένα προς δύο. Τέλος, το τέταρτο πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως έγκειται στο ότι, στις σκέψεις 133 έως 138 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεν ελήφθησαν υπόψη όλα τα στοιχεία που συνιστούν ηθική και σωματική βλάβη, ενώ τα ιατρικά πιστοποιητικά που επισυνάπτονται στην ανταίτηση αναιρέσεως αναφέρουν καταθλιπτικό σύνδρομο από το οποίο η M.–C. Girardot πάσχει από τότε που η Επιτροπή απέρριψε παράνομα τις υποψηφιότητές της.
91. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή ισχυρίστηκε ότι η ανταίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη.
Ανάλυση
92. Από τα άρθρα 225 ΕΚ και 58, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου προκύπτει ότι μόνον το Πρωτοδικείο είναι αρμόδιο, αφενός, να διαπιστώσει τα πραγματικά περιστατικά, εκτός από την περίπτωση που η ανακρίβεια των διαπιστώσεών του προκύπτει από έγγραφα της δικογραφίας που του είχαν υποβληθεί, και, αφετέρου, να αξιολογήσει τα περιστατικά αυτά. Όταν το Πρωτοδικείο έχει διαπιστώσει ή αξιολογήσει τα πραγματικά περιστατικά, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να ασκήσει, βάσει του άρθρου 225 ΕΚ, έλεγχο επί του νομικού χαρακτηρισμού των περιστατικών αυτών και επί των εννόμων συνεπειών που συνήγαγε εντεύθεν το Πρωτοδικείο (53).
93. Εν προκειμένω, και όπως η M.–C. Girardot επανέλαβε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η ανταίτηση αναιρέσεως περιορίζεται, όσον αφορά τους τρεις πρώτους ισχυρισμούς, στο να αμφισβητήσει την εκτίμηση ορισμένων πραγματικών περιστατικών στην οποία το Πρωτοδικείο προέβη στο πλαίσιο της εφαρμογής της μεθόδου υπολογισμού που το τελευταίο χρησιμοποίησε για να καθορίσει τη ζημία την οποία η M.–C. Girardot υπέστη λόγω απωλείας της ευκαιρίας να προσληφθεί σε θέση εκτάκτου υπαλλήλου της Επιτροπής, χωρίς να προβληθεί και να μπορέσει να διαπιστωθεί παραμόρφωση των περιστατικών αυτών. Επί πλέον, όπως προελέχθη, μόνον το Πρωτοδικείο είναι αρμόδιο να εκτιμήσει τον τρόπο και την έκταση της αποκαταστάσεως της ζημίας που προκλήθηκε (54). Για τους δύο αυτούς λόγους, οι ισχυρισμοί αυτοί θα πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.
94. Όσον αφορά τον τέταρτο ισχυρισμό με τον οποίο η M.–C. Girardot προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι δεν έλαβε υπόψη τα ιατρικά πιστοποιητικά που προσκόμισε, ο ισχυρισμός αυτός νομίζω ότι είναι παραδεκτός καθόσον φαίνεται να στρέφεται όχι κατά της εσφαλμένης αξιολογήσεως αποδεικτικών στοιχείων αλλά κατά της φερομένης παραβάσεως της υποχρεώσεως να εξεταστούν αποδεικτικά στοιχεία που προβάλλεται ότι προσκομίστηκαν και ότι αποδεικνύουν την ύπαρξη άλλης ζημίας εκτός από την περιουσιακή ζημία που προκάλεσε η παρανομία της Επιτροπής. Πάντως, ακριβώς όπως το Δικαστήριο έχει αξιολογήσει, στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως, το βάσιμο ενός ισχυρισμού περί ελλιπούς εξετάσεως των πραγματικών περιστατικών (55), κατ’ εμέ ένας ισχυρισμός περί μη εξετάσεως αποδεικτικών στοιχείων από το Πρωτοδικείο πρέπει και αυτός να γίνει το αντικείμενο ελέγχου από το Δικαστήριο.
95. Ωστόσο, για τους λόγους που εκτέθηκαν πιο πάνω, θεωρώ ότι ο ισχυρισμός αυτός θα πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής ή, ούτως ή άλλως, ως αβάσιμος.
96. Όσο για το αλυσιτελές του εν λόγω ισχυρισμού, από συνδυασμένη ανάγνωση των σκέψεων 123 έως 125, 133 και 138 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι η απόρριψη της σωματικής βλάβης και των περί αλλοιώσεως της ψυχικής υγείας και περί καταθλιπτικής καταστάσεως της M.–C. Girardot λόγω του ότι η τελευταία δεν προσκόμισε στοιχεία που να πιστοποιούν το υποστατό των βλαβών αυτών στηρίζεται σε αιτιολογία που παρατίθεται ως εκ περισσού, όπως επιβεβαιώνει η δεύτερη περίοδος της σκέψεως 125 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η οποία εισάγεται με την έκφραση «[Ο]ύτως ή άλλως» (56). Η κύρια αιτιολογία, η οποία παρατίθεται στις σκέψεις 123 έως 125 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και σχετικά με την οποία η M.–C. Girardot δεν προβάλλει κανένα νομικό σφάλμα, στηρίζεται στην αντίληψη ότι το αντικείμενο της χρηματικής αποζημιώσεως συνίσταται μόνο στο να αποκατασταθεί η περιουσιακή ζημία που προκλήθηκε από την απώλεια μιας ευκαιρίας προσλήψεως λόγω της παρανομίας της Επιτροπής και όχι, ελλείψει προηγούμενου αιτήματος αποζημιώσεως, στο να αποκατασταθεί οποιαδήποτε άλλη ζημία που η παρανομία αυτή ενδέχεται να προκάλεσε στην M.–C. Girardot, οπότε το Πρωτοδικείο σωστά έκρινε, στη σκέψη 125, πρώτη περίοδος, της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι δεν ασκούν επιρροή τα επιχειρήματα σχετικά με αυτές τις άλλες φερόμενες ζημίες.
97. Ούτως ή άλλως, όσον αφορά το αβάσιμο του ισχυρισμού αυτού, διαπιστώνεται ότι τα ιατρικά πιστοποιητικά, τα οποία επισυνάπτονται στην ανταίτηση αναιρέσεως και επί των οποίων η M.–C. Girardot στηρίζει τον ισχυρισμό της, είναι όλα μεταγενέστερα της ημερομηνίας δημοσιεύσεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, οπότε η M.–C. Girardot δεν αποδεικνύει ότι το Πρωτοδικείο, παρατηρώντας στις σκέψεις 133 και 138 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι δεν απέδειξε με τη βοήθεια, μεταξύ άλλων, ιατρικών πιστοποιητικών την ύπαρξη των προβαλλομένων ζημιών, υπέπεσε σε νομικό σφάλμα κατά την εφαρμογή των κανόνων περί του βάρους αποδείξεως και περί προσκομίσεως των αποδεικτικών στοιχείων ή παρέβη το κοινοτικό δίκαιο μη λαμβάνοντας υπόψη αποδεικτικά στοιχεία μολονότι αυτά είχαν υποβληθεί ενώπιόν του (57).
98. Κατόπιν όλων των ανωτέρω, θεωρώ ότι η ανταίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί εν μέρει ως απαράδεκτη και εν μέρει ως αλυσιτελής ή αβάσιμη.
99. Υπό τις συνθήκες αυτές, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει τόσο την αίτηση όσο και την ανταίτηση αναιρέσεως.
VIII – Επί των δικαστικών εξόδων
100. Κατά το άρθρο 122, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας, όταν η αίτηση αναιρέσεως είναι αβάσιμη, το Δικαστήριο αποφαίνεται επί των δικαστικών εξόδων. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού, το οποίο έχει εφαρμογή στην αναιρετική διαδικασία βάσει του άρθρου 118 του κανονισμού αυτού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Εφόσον η M.–C. Girardot ζήτησε την καταδίκη της Επιτροπής στα δικαστικά έξοδα και εφόσον, κατ’ εμέ, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, η Επιτροπή πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα όσον αφορά την αίτηση αναιρέσεως. Εφόσον η Επιτροπή ζήτησε να φέρουν οι διάδικοι τα δικαστικά τους έξοδα όσον αφορά τη δίκη ενώπιον του Δικαστηρίου και εφόσον, κατ’ εμέ, η ανταίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, πρέπει να κριθεί ότι οι διάδικοι θα φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα όσον αφορά την ανταίτηση αναιρέσεως, σύμφωνα με το αίτημα της Επιτροπής και με το άρθρο 69, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο έχει εφαρμογή στην αναιρετική διαδικασία βάσει του άρθρου 118 του κανονισμού αυτού.
IX – Συμπέρασμα
101. Κατόπιν των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί:
«1) Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως και την ανταίτηση αναιρέσεως.
2) Καταδικάζει την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στα δικαστικά έξοδα όσον αφορά την αίτηση αναιρέσεως.
3) Η M.–C. Girardot και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα όσον αφορά την ανταίτηση αναιρέσεως.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 – Πρέπει να σημειωθεί ότι, με την απάντησή της στην αίτηση αναιρέσεως, η M.–C. Girardot αμφισβητεί ότι εμφανίστηκε στον διαγωνισμό αυτόν. Ωστόσο, το σημείο αυτό δεν έχει καμία σημασία στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως, καθόσον δεν αμφισβητείται ότι η διαπιστωθείσα στην παρεμπίπτουσα απόφαση του Πρωτοδικείου έλλειψη συγκριτικής εξετάσεως των προσόντων (ή εν πάση περιπτώσει έλλειψη αποδείξεως ότι έγινε τέτοια εξέταση) στηρίχθηκε εν μέρει στο γεγονός ότι η M.–C. Girardot δεν πέτυχε στον διαγωνισμό αυτόν, πραγματικό στοιχείο σχετικά με το οποίο δεν χωρεί αμφιβολία.
3 – Σκέψεις 65 έως 71 και 78 έως 80 της εν λόγω αποφάσεως.
4 – Παρεμπίπτουσα απόφαση, σκέψη 88.
5 – Αυτόθι, σκέψεις 85 έως 87.
6 – Αυτόθι, σκέψη 89. Το Πρωτοδικείο παραπέμπει εν προκειμένω στην απόφαση του Δικαστηρίου της 5ης Ιουνίου 1980, 24/79, Oberthür κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1980/ΙΙ, σ. 229, σκέψη 14). Βλ. επίσης τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 16ης Δεκεμβρίου 1960, 44/59, Fiddelaar κατά Επιτροπής [Συλλογή (ξενόγλωσσες εκδόσεις) 1960, σ. 1077 και συγκεκριμένα σ. 1093], και της 27ης Οκτωβρίου 1987, 176/86 και 177/86, Houyoux και Guery κατά Επιτροπής (Συλλογή 1987, σ. 4333, σκέψη 16). Σημειωτέον ότι εν προκειμένω η M.–C. Girardot όντως δεν είχε ζητήσει την αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε με τη φερόμενη παρανομία της Επιτροπής. Θα διευκρινίσω και ότι η παρεμπίπτουσα απόφαση εντάσσεται σε ένα μειοψηφικό νομολογιακό ρεύμα σχετικά με τις διαδικασίες διορισμού ή προσλήψεως, καθόσον επέλεξε τη λύση της χορηγήσεως στον προσφεύγοντα αποζημιώσεως και δεν ακύρωσε ούτε την απόφαση απορρίψεως της υποψηφιότητάς του ούτε και την απόφαση διορισμού ή προσλήψεως τρίτων. Βλ., ως παραδείγματα περιπτώσεων όπου έγινε δεκτό ότι οι δύο πιο πάνω αποφάσεις είναι αδιαίρετες μεταξύ τους και όπου ακυρώθηκαν οι αποφάσεις αυτές, τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 30ής Ιουνίου 1983, 85/82, Schloh κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1983, σ. 2105, σκέψη 40) και της 23ης Σεπτεμβρίου 2004, C‑150/03 P, Hectors κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 2004, σ. I‑8691, σκέψη 54), καθώς και το διατακτικό των αποφάσεων του Πρωτοδικείου της 9ης Μαρτίου 1999, T‑273/97, Richard κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή Υπ.Υπ. 1999, σ. I‑A‑45 και II‑235) και της 18ης Σεπτεμβρίου 2003, T‑73/01, Παππάς κατά Επιτροπής Περιφερειών (Συλλογή Υπ.Υπ. 2003, σ. I‑A‑207 και II‑1011).
7 – Αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, σκέψη 45.
8 – Αυτόθι, σκέψεις 46 και 4.
9 – Αυτόθι, σκέψη 54.
10 – Αυτόθι, σκέψη 56.
11 – Αυτόθι, σκέψεις 60 και 83 έως 95.
12 – Αυτόθι, σκέψεις 78 και 82.
13 – Αυτόθι, σκέψη 96.
14 – Αυτόθι, σκέψη 97.
15 – Αυτόθι, σκέψη 98.
16 – Αυτόθι σκέψη 115.
17 – Βλ., αντιστοίχως, τις σκέψεις 116 και 117 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Σχετικά με τα πρώτα στοιχεία, το Πρωτοδικείο σημείωσε ότι οι σοβαρές πιθανότητες που προσδιορίζονται στη σκέψη 115 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως είχαν μειωθεί λόγω του ότι ένας άλλος υποψήφιος είχε εκδηλώσει ενδιαφέρον για κάθε μία από τις οκτώ θέσεις σύμφωνα με το άρθρο 29, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του ΚΥΚ, οπότε η Επιτροπή θα μπορούσε να δεχθεί τον έναν ή τον άλλον από τους υποψηφίους αυτούς, ή ακόμη και να μη δεχθεί καμία υποψηφιότητα και να μη δώσει συνέχεια στη διαδικασία. Σχετικά με τα δεύτερα στοιχεία, το Πρωτοδικείο εκτίμησε ότι, αν η Μ.–C. Girardot είχε δικαίωμα να μετάσχει σε νέα διαδικασία πληρώσεως κενών θέσεων κινηθείσα μετά την ακύρωση των αποφάσεων απορρίψεως της υποψηφιότητάς της, θα είχε μπορέσει να εκδηλώσει το ενδιαφέρον της για τέτοιες θέσεις και ενδεχομένως θα είχε γίνει δεκτή.
18 – Αυτόθι, σκέψη 118.
19 – Αυτόθι, σκέψεις 119 και 121.
20 – Αυτόθι, σκέψεις 124 και 125, πρώτη περίοδος.
21 – Αυτόθι, σκέψη 125, δεύτερη περίοδος.
22 – Αντιστοίχως, σκέψεις 133 και 137 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
23 – T‑144/02 (Συλλογή 2004, σ. II‑3381, καθώς και Συλλογή Υπ.Υπ. 2004, σ. I‑A 275 και II‑1231, σκέψεις 149 και 163).
24 – Βλ. τις αποφάσεις της 22ας Οκτωβρίου 1975, 9/75, Meyer-Burckhardt κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1975, σ. 363, σκέψη 7)· της 17ης Φεβρουαρίου 1977, 48/76, Reinarz κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1977, σ. 113, σκέψη 10)· της 4ης Ιουλίου 1985, 176/83, Allo κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1985, σ. 2155, σκέψη 18), και της 7ης Οκτωβρίου 1987, 401/85, Schina κατά Επιτροπής (Συλλογή 1987, σ. 3911, σκέψη 9).
25 – Αποφάσεις της 16ης Δεκεμβρίου 1987, 111/86, Delauche κατά Επιτροπής (Συλλογή 1987, σ. 5345, σκέψη 30)· της 1ης Ιουνίου 1994, C-136/92 P, Brazelli Lualdi κ.λπ. (Συλλογή 1994, σ. I‑1981, σκέψη 42), και της 14ης Μαΐου 1998, C‑259/96 P, Συμβούλιο κατά de Nil και Impens (Συλλογή 1998, σ. I‑2915, σκέψη 23).
26 – Προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Brazelli Lualdi κ.λπ., σκέψη 42. Βλ. και την απόφαση του Πρωτοδικείου της 12ης Δεκεμβρίου 1996, T‑99/95, Stott κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. II‑2227, σκέψη 72).
27 – Έτσι, στο πορτογαλικό δίκαιο, κατά τη διοικητική νομολογία και τον νέο κώδικα διοικητικής δικονομίας, η αποκατάσταση της βλάβης σχετικά με τη σταδιοδρομία ενός υπαλλήλου λαμβάνει τη μορφή αναδρομικής ανασυστάσεως της σταδιοδρομίας του όπως αυτή θα είχε χωρίς την ακυρωθείσα πράξη. Στο δανικό δίκαιο, το οποίο δεν αναγνωρίζει την έννοια της απώλειας ευκαιρίας, οι αποφάσεις των δημοσίων αρχών που έχουν διαδικαστικό ή ουσιαστικό ελάττωμα μπορούν να στηρίξουν αίτημα αποζημιώσεως όταν υπήρχε κάποια πιθανότητα να είχε προσληφθεί το σχετικό πρόσωπο αν η απόφαση δεν είχε το ελάττωμα αυτό.
28 – Στην Ισπανία, στον τομέα της αστικής ευθύνης, η απώλεια ευκαιρίας θεωρείται ηθική βλάβη δυναμένη να γίνει αντικείμενο χρηματικής ικανοποιήσεως, ενώ στα άλλα εθνικά δίκαια δύναται και να θεωρηθεί ηθική βλάβη.
29 – Βλ. Durand, I., «À propos de ce lien qui doit unir la faute au dommage» στο Droit de la responsabilité – Morceaux choisis, Formation permanente C.U.P., τόμος 68, Larcier, Λιέγη 2004, σ. 43.
30 – Απόφαση του Cour d’Appel de Bruxelles της 28ης Νοεμβρίου 1994 η οποία δημοσιεύεται στην επιθεώρηση Jurisprudence de Liège, Mons et Bruxelles, 1995, σ. 1108.
31 – Βλ. την απόφαση του Conseil d’État της 6ης Νοεμβρίου 2000, Grégory, αριθ. 189398, η οποία παρατίθεται στον διαδικτυακό τόπο . Στην υπόθεση εκείνη, το Conseil d’État διευκρίνισε ότι ο αιτών δεν μπορούσε να επικαλεστεί τις παροχές που θα είχε λάβει ως φοιτητής της École normale supérieure, λόγω απωλείας της ευκαιρίας να πετύχει στις εξετάσεις για την εισαγωγή στη σχολή αυτή.
32 – Βλ. συναφώς τις αποφάσεις του Conseil d’État της 8ης Φεβρουαρίου 1984, Gueninchault, αριθ. 44690/044777, και της 8ης Νοεμβρίου 2002, Guisset, αριθ. 227147, οι οποίες παρατίθενται στον διαδικτυακό τόπο . Στην απόφαση Liuzzi (απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1996, αριθ. 146769, η οποία παρατίθεται στον διαδικτυακό τόπο ), το Conseil d’État έκρινε ότι «ουδεμία διάταξη και ουδεμία γενική αρχή του δικαίου εμποδίζουν τον διοικητικό δικαστή, αφού εκτιμήσει το βάσιμο του αιτήματος αποκαταστάσεως χωριστών ζημιών, να αξιολογήσει συνολικά το ποσό των ζημιών αυτών».
33 – Βλ. την απόφαση του Conseil d’État της 27ης Μαΐου 1987, Legoff, αριθ. 59158, η οποία παρατίθεται στον διαδικτυακό τόπο , και την απόφαση του Conseil d’État της 24ης Ιανουαρίου 1996, Collins, Rec. Lebon, αριθ. 103987.
34 – Απόφαση του Corte suprema di cassazione, τμήμα εργατικών διαφορών, της 14ης Δεκεμβρίου 2001, αριθ. 15810.
35 – Απόφαση του Court of Appeal της 22ας Ιουλίου 1998, Doyle κατά Wallace [1998] PersonalInjuriesandQuantumReports (PIQR) Q146.
36 – Αποφάσεις της 29ης Οκτωβρίου 1998, T‑13/96, TEAM κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. II‑4073, σκέψη 76), και της 9ης Ιουλίου 1999, T‑231/97, New Europe Consulting και Brown κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. II‑2403, σκέψη 51).
37 – Αποφάσεις της 11ης Ιουνίου 2002, T‑365/00, AICS κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 2002, σ. II‑2719, σκέψη 79), και της 17ης Μαρτίου 2005, T‑160/03, AFCon Management Consultants κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2005, σ. II‑981, σκέψεις 112 έως 114). Η προσέγγιση αυτή δικαιολογήθηκε από τον γενικό εισαγγελέα Poiares Maduro στις προτάσεις του της 7ης Σεπτεμβρίου 2006 στην υπόθεση Agraz (απόφαση του Δικαστηρίου της 9ης Νοεμβρίου 2006, C‑243/05 P, Συλλογή 2006, σ. I-10833), όπου υπογράμμισε, στο σημείο 20 και παραπέμποντας στις προαναφερθείσες αποφάσεις, ότι η αναγνώριση διακριτικής εξουσίας της Επιτροπής δύναται να αποτελέσει στοιχείο ικανό να δικαιολογήσει τον υποθετικό χαρακτήρα μιας ζημίας, σε σαφώς οριοθετημένες περιπτώσεις απωλείας μιας ευκαιρίας. Έτσι, κατ’ αυτόν, όταν ένας υποψήφιος για μια θέση ή ένα πρόσωπο που υπέβαλε προσφορά για τη σύναψη συμβάσεως αποκλείστηκε από το δικαίωμα συμμετοχής στον διαγωνισμό λόγω σφάλματος της Κοινότητας, ο δικαστής αρνείται να αποκαταστήσει τη ζημία από την απώλεια μιας ευκαιρίας του ενδιαφερομένου επειδή ο τελευταίος δεν μπορεί να υπολογίζει σε δικαίωμα, ή να έχει δικαιολογημένη προσδοκία, να λάβει τη σχετική θέση ή σύμβαση. Η περιουσιακή ζημία που απορρέει από την απώλεια των κερδών που θα προέκυπταν από τη λήψη της θέσεως ή της συμβάσεως παραείναι αβέβαιη για να μπορέσει να θεωρηθεί ικανή να γίνει αντικείμενο αποζημιώσεως. Το Δικαστήριο ναι μεν αναίρεσε την απόφαση του Πρωτοδικείου στην υπόθεση εκείνη, πλην όμως δεν αποφάνθηκε επί της προβληματικής της απώλειας μιας ευκαιρίας.
38 – Σκέψεις 44 και 46.
39 – Αποφάσεις της 17ης Μαρτίου 1993, T‑13/92, Moat κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. II‑287, σκέψη 44)· της 27ης Οκτωβρίου 1994, T‑47/93, C κατά Επιτροπής (Συλλογή Υπ.Υπ. 1994, σ. I‑A‑233 και II‑743, σκέψη 54)· της 12ης Νοεμβρίου 1998, T‑91/96 REV, Συμβούλιο κατά Hankart (Συλλογή Υπ.Υπ. 1998, σ. I‑A‑597 και II‑1809, σκέψη 27)· της 27ης Νοεμβρίου 2003, T‑331/00 και T‑115/01, Bories κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή Υπ.Υπ. 2003, σ. I‑A‑309 και II‑1479, σκέψεις 194 έως 204)· προαναφερθείσα απόφαση Eagle κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 150, και αποφάσεις της 5ης Οκτωβρίου 2004, T‑45/01, Sanders κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2004, σ. II‑3315, καθώς και Συλλογή Υπ.Υπ. 2004, σ. I‑A‑267 και II‑1183, σκέψεις 151 και 152), και της 31ης Ιανουαρίου 2007, T‑166/04, C κατά Επιτροπής (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 70).
40 – Προαναφερθείσες αποφάσεις Moat κατά Επιτροπής, σκέψεις 44 έως 48, και της 31ης Ιανουαρίου 2007, C κατά Επιτροπής, σκέψη 70. Η προαναφερθείσα απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1994, C κατά Επιτροπής, η οποία ανήκει σε αυτή την κατηγορία καθόσον το Πρωτοδικείο δέχθηκε το αίτημα χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω της ηθικής βλάβης του ενάγοντος, είναι παρά ταύτα κάπως διφορούμενη καθόσον, αφενός, το Πρωτοδικείο δεν ανέφερε ρητώς τη φύση της ζημίας που έγινε αντικείμενο αποζημιώσεως και, αφετέρου, επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ανώτερη εκείνης που είχε ζητηθεί από τον ενάγοντα, απορρίπτοντας το στηριγμένο στη διαφορά μεταξύ προσδοκωμένων και ληφθεισών αποδοχών αίτημα αποκαταστάσεως της περιουσιακής ζημίας από την απώλεια μιας ευκαιρίας προσλήψεως, οπότε δύναται να συναχθεί ότι το Πρωτοδικείο αξιολόγησε συνολικά τις δύο βλάβες.
41 – Προαναφερθείσες αποφάσεις Bories κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψεις 195, 197, 200 και 202· Eagle κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 150, και Sanders κ.λπ.. κατά Επιτροπής, σκέψη 150. Βλ. και την προαναφερθείσα απόφαση Allo κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 73, την οποία η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (σκέψη 56) κατατάσσει στις υποθέσεις όπου έγινε δεκτός ο περιουσιακός χαρακτήρας της ζημίας η οποία απέρρευσε από την απώλεια μιας ευκαιρίας, ενώ, στην υπόθεση εκείνη και αντιθέτως προς τις άλλες προαναφερθείσες αποφάσεις, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι δεν αποδείχθηκε η προβληθείσα ζημία.
42 – Βλ. τις προαναφερθείσες αποφάσεις Eagle κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 163, και Sanders κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 166.
43 – Βλ. τις προαναφερθείσες αποφάσεις Moat κατά Επιτροπής, σκέψη 49· της 27ης Οκτωβρίου 1994, C κατά Επιτροπής, σκέψη 55· Bories κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψεις 194 έως 204, και της 31ης Ιανουαρίου 2007, C κατά Επιτροπής, σκέψη 79.
44 – T‑91/95 (Συλλογή Υπ.Υπ. 1996, σ. I‑A‑327 και II‑959).
45 – Εν προκειμένω δύναται να σημειωθεί ότι στην απόφαση της 5ης Απριλίου 1973, 11/72, Giordano κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 511, σκέψεις 8 και 9), το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα αποζημιώσεως του ενάγοντος λόγω της περιουσιακής ζημίας που φερόταν ότι προκλήθηκε από την απώλεια σοβαρής ευκαιρίας προσλήψεως, όχι επειδή η ζημία αυτή δεν είχε σχέση με διαφορά σχετικά με εξωσυμβατική ευθύνη, αλλά απλώς επειδή ο ενάγων δεν απέδειξε το υποστατό της ευκαιρίας να προσληφθεί.
46 – Προαναφερθείσες αποφάσεις Επιτροπή κατά Brazzelli Lualdi κ.λπ., σκέψη 81, και Συμβούλιο κατά De Nil και Impens, σκέψη 32· αποφάσεις της 9ης Σεπτεμβρίου 1999, C‑257/98 P, Lucaccioni κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. I‑5251, σκέψη 34), και της 23ης Απριλίου 2002, C‑62/01 P, Campogrande κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. I‑3793, σκέψη 44), και διάταξη της 14ης Δεκεμβρίου 2006, C‑12/05 P, Meister κατά ΓΕΕΑ (δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 82).
47 – Βλ., μεταξύ άλλων, την προαναφερθείσα απόφαση Συμβούλιο κατά De Nil και Impens, σκέψεις 32 και 33, και την προαναφερθείσα διάταξη Meister κατά ΓΕΕΑ, σκέψη 82.
48 – Προαναφερθείσα απόφαση Luccacioni κατά Επιτροπής, σκέψη 36.
49 – Βλ., στο ίδιο πνεύμα, την απόφαση της 18ης Ιανουαρίου 2007, C‑229/05 P, PKK και KNK κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2007, σ. Ι-439, σκέψη 33).
50 – Η έμφαση δική μου.
51 – Στις αποφάσεις της 18ης Οκτωβρίου 1977, 25/68, Schertzer κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή τόμος 1977, σ. 529, σκέψεις 38 έως 40), και της 19ης Ιουνίου 1992 C‑18/91 P, V κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1992, σ. I‑3997, σκέψη 39), το Δικαστήριο, όσον αφορά τη μονομερή λύση της συμβάσεως ενός εκτάκτου υπαλλήλου, έκρινε ότι η λύση αυτή, η οποία προβλέπεται ρητώς από το άρθρο 47, παράγραφος 2, του ΚΛΠ και εμπίπτει στην ευρεία διακριτική εξουσία της αρμόδιας αρχής, δικαιολογείται από τη σύμβαση εργασίας και κατά συνέπεια δεν χρειάζεται να αιτιολογηθεί. Κατά τη γνώμη μου, λαμβανομένης υπόψη ιδίως της σημασίας, που τακτικά υπενθυμίζεται από τη νομολογία, της κατά το κοινοτικό δίκαιο αρχής της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως (παρέκκλιση από την οποία επιτρέπεται μόνον όταν συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι) και της προστασίας του εργαζομένου από τις απολύσεις και την καταχρηστική χρησιμοποίηση συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η προσέγγιση αυτή πρέπει να αναθεωρηθεί. Βλ., στο ίδιο πνεύμα, την απόφαση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της 26ης Οκτωβρίου 2006, F-1/05, Landgren κατά Ευρωπαϊκού Ιδρύματος Επαγγελματικής Εκπαιδεύσεως (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψεις 63 έως 76), κατά της οποίας εκκρεμεί αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Πρωτοδικείου (υπόθεση T‑404/06 P).
52 – Βλ., επί της αρχής αυτής, την απόφαση της 8ης Οκτωβρίου 1986, 169/83 και 136/84, Leussink κατά Επιτροπής (Συλλογή 1986, σ. 2801, σκέψη 13)· την προαναφερθείσα απόφαση Lucaccioni κατά Επιτροπής, σκέψη 22, και το σημείο 4 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Darmon στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1985, 131/81, Berti κατά Επιτροπής (Συλλογή 1985, σ. 645).
53 – Βλ. την απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 2006, C‑167/04 P, JCB Service κατά Επιτροπής (Συλλογή 2006, σ. I‑8935, σκέψη 106 και παρατιθέμενη νομολογία).
54 – Βλ. τη νομολογία που παρατίθεται στην υποσημείωση 47.
55 – Απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 2002, C‑238/99 P, C‑244/99 P, C‑245/99 P, C‑247/99 P, C‑250/99 P έως C‑252/99 P και C‑254/99 P, Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. I‑8375, σκέψεις 329 έως 406).
56 – Κατά πάγια νομολογία, οι αιτιάσεις κατά αιτιολογίας η οποία ως εκ περισσού παρατίθεται στο σκεπτικό μιας αποφάσεως του Πρωτοδικείου δεν μπορούν να επιφέρουν την αναίρεση της αποφάσεως αυτής και κατά συνέπεια είναι αλυσιτελείς. Βλ. τη διάταξη της 9ης Μαρτίου 2007, C‑188/06 P, Schneider Electric κατά Επιτροπής (δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 64 και παρατιθέμενη νομολογία).
57 – Βλ., στο ίδιο πνεύμα, τη διάταξη της 4ης Οκτωβρίου 2007, C‑100/07 P, É. R κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 29).
Full & Egal Universal Law Academy