ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JÁN MAZÁK
της 27ης Νοεμβρίου 2007 1(1)
Υπόθεση C‑390/06
Nuova Agricast Srl
κατά
Ministero delle Attività Produttive
[αίτηση του Tribunale ordinario di Roma (Ιταλία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Κύρος αποφάσεως της Επιτροπής με την οποία κρίθηκε ότι συμβιβάζεται με τη Συνθήκη ένα καθεστώς ενισχύσεων που προβλέπει η ιταλική νομοθεσία υπό τη μορφή επενδυτικών ενισχύσεων στις μειονεκτούσες περιοχές της Ιταλίας»
1. Η υπό κρίση αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά το κύρος της αποφάσεως της Επιτροπής SG(2000)D/105754, της 12ης Ιουλίου 2000, με την οποία κρίθηκε ότι συμβιβάζεται με τη Συνθήκη ένα καθεστώς επενδυτικών ενισχύσεων στις μειονεκτούσες περιοχές της Ιταλίας (2) (στο εξής: επίδικη απόφαση).
2. Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο της εκδικάσεως αγωγής αποζημιώσεως που άσκησε η ιταλική εταιρία Nuova Agricast κατά του Ιταλικού Δημοσίου. Η Nuova Agricast ισχυρίζεται, κατ’ ουσίαν, ότι υπέστη ζημία λόγω του ότι δεν δύναται να είναι δικαιούχος ενός καθεστώτος κρατικών ενισχύσεων που ενέκρινε η Επιτροπή με την επίδικη απόφαση και ζητεί να προσδιορισθεί σε ποια έκταση οι ιταλικές αρχές μπορούν να θεωρηθούν υπεύθυνες προς τούτο.
I – Η σχετική εθνική νομοθεσία
Α – Προϊσχύσαν καθεστώς ενισχύσεων
3. Με τον νόμο 488 της 19ης Δεκεμβρίου 1992 (3) (στο εξής: νόμος 488/92), ο Ιταλός νομοθέτης έλαβε χρηματοδοτικά μέτρα που αποσκοπούσαν στο να ενθαρρύνουν τις εταιρίες για την ανάπτυξη ορισμένων παραγωγικών δραστηριοτήτων σε μειονεκτούσες περιοχές της χώρας.
4. Με απόφαση της 21ης Μαΐου 1997 (4) (στο εξής: απόφαση του 1997), η Επιτροπή αποφάσισε να μη διατυπώσει αντιρρήσεις, έως τις 31 Δεκεμβρίου 1999, έναντι του καθεστώτος κρατικών ενισχύσεων (5) το οποίο στηρίζεται στον νόμο 488/92 και σε διάφορες διατάξεις περί εφαρμογής του εν λόγω νόμου.
5. Το καθεστώς ενισχύσεων που εγκρίθηκε με την απόφαση του 1997 (στο εξής: προϊσχύσαν καθεστώς ενισχύσεων) είχε τα ακόλουθα κύρια χαρακτηριστικά γνωρίσματα:
α) Οι χρηματοοικονομικοί πόροι κάθε έτους εδιαιρούντο σε δύο ίσα μέρη και εχορηγούντο μέσω δύο προσκλήσεων υποβολής αιτήσεων. Επί τη βάσει των διαθεσίμων του έτους το οποίο αφορούσαν οι πόροι, μπορούσε να τροποποιηθεί με διάταγμα του Υπουργού ο τρόπος κατανομής των κονδυλίων, ιδίως χορηγώντας τους διαθέσιμους πόρους μέσω μίας μόνο προσκλήσεως υποβολής αιτήσεων.
β) Οι αιτήσεις που υποβλήθηκαν στο πλαίσιο προσκλήσεως υποβολής αιτήσεων εξετάζονταν από αρμόδια πιστωτικά ιδρύματα, τα οποία απένεμαν βαθμούς βάσει κανονιστικών κριτηρίων (στην ιταλική γλώσσα «indicatori», στο εξής: δείκτες).
γ) Εν συνεχεία, το αρμόδιο υπουργείο κατήρτιζε περιφερειακούς πίνακες κατατάξεως των αιτήσεων βάσει των βαθμών που ελήφθησαν κατόπιν της ως άνω εξετάσεως και θέσπιζε διάταγμα σχετικά με την κατανομή των ενισχύσεων στους αιτούντες κατά φθίνουσα σειρά βαθμολογίας, αρχίζοντας με τον πρώτο αιτούντα και μέχρις εξαντλήσεως των διαθέσιμων κονδυλίων για κάθε πίνακα.
δ) Επιλέξιμες ήσαν οι δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν από την επομένη της λήξεως της ισχύος της τελευταίας προσκλήσεως υποβολής αιτήσεων πριν από την πρόσκληση την οποία αφορά η αίτηση (6).
ε) Οι επιχειρήσεις των οποίων οι αιτήσεις εγγράφηκαν σε περιφερειακό πίνακα, πλην όμως οι οποίες δεν μπορούσαν να τύχουν ενισχύσεως λόγω του ότι οι διαθέσιμοι πόροι υπολείπονταν του συνολικού απαιτούμενου ποσού των αιτηθεισών ενισχύσεων, μπορούσαν είτε να επανυποβάλουν το ίδιο σχέδιο, μία μόνο φορά, στην αμέσως επόμενη συναφή πρόσκληση υποβολής αιτήσεων, χωρίς τροποποίηση των σχετικών δεικτών αξιολογήσεως (πρόκειται για την επονομαζόμενη «αυτόματη εγγραφή») είτε να παραιτηθούν της «αυτόματης εγγραφής» και να επανυποβάλουν το ίδιο σχέδιο τροποποιώντας όμως ορισμένους δείκτες αξιολογήσεως, προκειμένου να καταστήσουν την αίτηση πιο ανταγωνιστική και να περιληφθούν στον πίνακα κατατάξεως της επόμενης «συναφούς προσκλήσεως» (7) (πρόκειται για την επονομαζόμενη «αναδιατύπωση» της αιτήσεως). Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, οι προβλεπόμενοι για τις αρχικές αιτήσεις όροι διατηρούνταν σε ισχύ προς τον σκοπό της επιλεξιμότητας των δαπανών, πράγμα που είχε ως συνέπεια ότι η ενίσχυση μπορούσε να καλύπτει και τις δαπάνες που είχαν πραγματοποιηθεί από την ημερομηνία υποβολής της πρώτης αιτήσεως.
Β – Νέο καθεστώς ενισχύσεων
6. Στις 18 Νοεμβρίου 1999, οι ιταλικές αρχές κοινοποίησαν στην Επιτροπή (8) ένα καθεστώς κρατικών ενισχύσεων που αυτές θέσπισαν ιταλικές αρχές σύμφωνα με τον νόμο 488/92. Το καθεστώς αποτελούσε, στην πραγματικότητα, μια προέκταση, συνοδευόμενη από τροποποιήσεις, του προϊσχύσαντος καθεστώτος ενισχύσεων ώστε να παραταθεί η ισχύς του από 1ης Ιανουαρίου 2000.
7. Κατόπιν των τροποποιήσεων που εισήγαγαν στο καθεστώς οι ιταλικές αρχές, η Επιτροπή εξέδωσε, στις 12 Ιουλίου 2000, τη επίδικη απόφαση, με την οποία ανέφερε ότι δεν είχε την πρόθεση να διατυπώσει αντιρρήσεις έναντι του κοινοποιηθέντος καθεστώτος έως τις 31 Δεκεμβρίου 2006.
8. Η επίδικη απόφαση περιέχει μια μεταβατική διάταξη η οποία ορίζει:
«Αποκλειστικά και μόνο στο πλαίσιο της πρώτης εφαρμογής του εν λόγω καθεστώτος, ήτοι στο πλαίσιο της πρώτης προσκλήσεως υποβολής αιτήσεων που θα δημοσιευθεί υπό το κράτος του εν λόγω καθεστώτος και υπό την επιφύλαξη της προϋποθέσεως ότι οι αιτήσεις ενισχύσεως πρέπει σε κάθε περίπτωση να υποβάλλονται πριν την έναρξη εκτελέσεως του επενδυτικού σχεδίου, θα γίνουν κατ’ εξαίρεση δεκτές οι αιτήσεις που υποβλήθηκαν στο πλαίσιο της τελευταίας προσκλήσεως υποβολής αιτήσεων η οποία δημοσιεύθηκε υπό το κράτος του προϊσχύσαντος καθεστώτος που είχε εγκριθεί από την Επιτροπή μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1999, κρίθηκαν επιλέξιμες για ενίσχυση, αλλά δεν τελεσφόρησαν λόγω ανεπάρκειας των χρηματοπιστωτικών πόρων της εν λόγω προσκλήσεως».
9. Η επίδικη απόφαση ακολουθήθηκε, στην Ιταλία, από την έκδοση του διατάγματος της 14ης Ιουλίου 2000 (9) του Ministero dell’Industria, Commercio e d’Artigianato (ιταλικό Υπουργείο Βιομηχανίας, Εμπορίου και Βιοτεχνίας, στο εξής: ΥΒΕΒ) και της εγκυκλίου 900315 της 14ης Ιουλίου 2000 (10), που καθόρισαν τους λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής του καθεστώτος ενισχύσεων που εγκρίθηκε με τη επίδικη απόφαση (στο εξής: νέο καθεστώς ενισχύσεων).
10. Οι ως άνω κανόνες του εθνικού δικαίου ορίζουν ότι οι επιδοτήσεις μπορούσαν να χορηγηθούν επί τη βάσει «των δαπανών που θεωρούντο επιλέξιμες για τα προγράμματα τα οποία υποβλήθηκαν στο πλαίσιο της τελευταίας συναφούς προσκλήσεως υποβολής αιτήσεων, εγκρίθηκαν, αλλά δεν έλαβαν ενίσχυση λόγω ανεπάρκειας των χρηματοοικονομικών πόρων.»
II – Ιστορικό της διαφοράς
11. Στο πλαίσιο του προϊσχύσαντος καθεστώτος ενισχύσεων, η Nuova Agricast υπέβαλε αίτηση κρατικής ενισχύσεως απαντώντας στην τρίτη συναφή πρόσκληση, η οποία αφορούσε το πρώτο εξάμηνο του 1998. Η αίτησή της συμπεριελήφθη στον περιφερειακό πίνακα για την περιοχή της Απουλίας, ο οποίος εγκρίθηκε με διάταγμα του ΥΒΕΒ της 14ης Αυγούστου 1998.
12. Λαμβανομένης υπόψη της κατατάξεώς της στον περιφερειακό πίνακα και της ανεπάρκειας διαθέσιμων πόρων, η Nuova Agricast δεν έλαβε τα κονδύλια που είχε ζητήσει με την αίτησή της.
13. Εν συνεχεία, δημοσιεύθηκε μια τέταρτη πρόσκληση υποβολής αιτήσεων, η οποία αφορούσε το δεύτερο εξάμηνο του 1998. Η Nuova Agricast αποφάσισε να μην κάνει χρήση του δικαιώματός της για αυτόματη εγγραφή της αιτήσεώς της στο πλαίσιο της ως άνω προσκλήσεως, αλλά να αναμείνει τη δημοσίευση της επόμενης συναφούς προσκλήσεως προκειμένου να επανυποβάλει την αίτησή της με αναδιατυπωμένη μορφή.
14. Καμία τέτοια πρόσκληση δεν δημοσιεύθηκε πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 1999, ημερομηνία κατά την οποία έληξε η ισχύς της εκ μέρους της Επιτροπής εγκρίσεως του προϊσχύσαντος καθεστώτος ενισχύσεων. Η επόμενη συναφής πρόσκληση, στο πλαίσιο της οποίας η Nuova Agricast μπόρεσε εν τέλει να υποβάλει την αναδιατυπωθείσα αίτησή της, δημοσιεύθηκε μόλις στις 14 Ιουλίου 2000, όταν το νέο καθεστώς ενισχύσεων είχε αρχίσει να ισχύει.
15. Το νέο καθεστώς ενισχύσεων, το οποίο εγκρίθηκε με τη επίδικη απόφαση, δεν διατήρησε σε ισχύ, προς τον σκοπό του προσδιορισμού των επιλέξιμων δαπανών, τις προϋποθέσεις που ήσαν εφαρμοστέες επί της αρχικής αιτήσεως της Nuova Agricast. Η αναδιατυπωθείσα αίτηση της εν λόγω εταιρίας απορρίφθηκε και, ως εκ τούτου, αυτή δεν συμπεριελήφθη στον σχετικό περιφερειακό πίνακα.
III – Η διαδικασία ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου και το υποβληθέν ερώτημα
16. Η Nuova Agricast άσκησε αγωγή ενώπιον του Tribunale ordinario di Roma (Ιταλία) κατά του αρμοδίου ιταλικού υπουργείου [ήτοι του Ministero delle Attività Produttive (Υπουργείου Παραγωγικών Δραστηριοτήτων), στο οποίο περιήλθαν οι αρμοδιότητες του ΥΒΕΒ] προς αποκατάσταση των ζημιών που φέρεται ότι υπέστη λόγω μη καταβολής της αιτηθείσας κρατικής ενισχύσεως.
17. Επ’ αυτού, η Nuova Agricast ισχυρίζεται ότι οι ιταλικές αρχές, θεσπίζοντας το νέο καθεστώς ενισχύσεων, δεν προστάτευσαν προσηκόντως τα συμφέροντα εταιριών, όπως η Nuova Agricast, οι οποίες παραιτήθηκαν του δικαιώματός τους για αυτόματη εγγραφή στον σχετικό με την τέταρτη πρόσκληση υποβολής αιτήσεων πίνακα προκειμένου να επανυποβάλουν κατ’ ουσίαν το ίδιο σχέδιο, με ορισμένες τροποποιήσεις ως προς τους «δείκτες αξιολογήσεως», στο πλαίσιο της επόμενης συναφούς προσκλήσεως, πλην όμως οι οποίες δεν μπόρεσαν να το πράξουν καθόσον η τέταρτη πρόσκληση ήταν η τελευταία συναφής πρόσκληση για τον σχετικό οικονομικό κλάδο στο πλαίσιο του προϊσχύσαντος καθεστώτος ενισχύσεων.
18. Σύμφωνα με τη διάταξη περί παραπομπής, μετά τη λήξη ισχύος της εγκρίσεως του προϊσχύσαντος καθεστώτος ενισχύσεων, υφίσταντο τρεις κατηγορίες επιχειρήσεων: i) επιχειρήσεις όπως η Nuova Agricast, των οποίων η αίτηση είχε εγγραφεί σε έναν από τους περιφερειακούς πίνακες στο πλαίσιο της τρίτης προσκλήσεως υποβολής αιτήσεων και οι οποίες είχαν παραιτηθεί του δικαιώματός τους για αυτόματη εγγραφή της αιτήσεώς τους στο πλαίσιο της τέταρτης προσκλήσεως υποβολής αιτήσεων προκειμένου να υποβάλουν αναδιατυπωθείσα αίτηση στο πλαίσιο της επόμενης συναφούς προσκλήσεως (στο εξής: επιχειρήσεις υπαγόμενες στην πρώτη κατηγορία)· ii) επιχειρήσεις των οποίων η πρώτη αίτηση είχε υποβληθεί στο πλαίσιο της τέταρτης προσκλήσεως υποβολής αιτήσεων και των οποίων οι αιτήσεις είχαν συμπεριληφθεί στους περιφερειακούς πίνακες σχετικά με την εν λόγω πρόσκληση, πλην όμως οι οποίες δεν έλαβαν την αιτηθείσα ενίσχυση λόγω ανεπάρκειας κονδυλίων· οι επιχειρήσεις αυτές καλύπτονται από τη μεταβατική διάταξη την οποία προβλέπει η επίδικη απόφαση (στο εξής: επιχειρήσεις υπαγόμενες στη δεύτερη κατηγορία)· και iii) επιχειρήσεις οι οποίες δεν είχαν ακόμη υποβάλει αίτηση, μολονότι είχε αρχίσει η υλοποίηση του επενδυτικού σχεδίου τους (στο εξής: επιχειρήσεις υπαγόμενες στην τρίτη κατηγορία).
19. Κατά το εθνικό δικαστήριο, φαίνεται ότι το Ιταλικό Δημόσιο δεν επέσυρε την προσοχή της Επιτροπής στο γεγονός ότι οι υπαγόμενες στην πρώτη κατηγορία επιχειρήσεις είχαν αποκτήσει δικαιώματα δυνάμει του προϊσχύσαντος καθεστώτος ενισχύσεων. Στο πλαίσιο του νέου καθεστώτος ενισχύσεων, μόνον οι δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν μετά την υποβολή της αιτήσεως ενισχύσεως μπορούσαν να καλυφθούν από το νέο καθεστώς ενισχύσεων. Μια προσωρινή και εξαιρετική παρέκκλιση ίσχυε μόνο για τις αιτήσεις που είχαν υποβληθεί στο πλαίσιο της τέταρτης και τελευταίας προσκλήσεως υποβολής αιτήσεων δυνάμει του προϊσχύσαντος καθεστώτος ενισχύσεων. Το αιτούν δικαστήριο αναφέρει ότι η επίδικη απόφαση, υιοθετώντας ένα τόσο περιοριστικό πεδίο εφαρμογής για την ως άνω παρέκκλιση, παραβίασε την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των υπαγομένων στην πρώτη κατηγορία επιχειρήσεων.
20. Το αιτούν δικαστήριο θεωρεί ότι, για την εκτίμηση του αν οι ιταλικές αρχές υπέχουν ευθύνη, οφείλει να προσδιορίσει αν υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της φερόμενης ως πταισματικής συμπεριφοράς του Ιταλικού Δημοσίου και της ζημίας που φέρεται ότι υπέστη η Nuova Agricast.
21. Κατά το αιτούν δικαστήριο, η επίδικη απόφαση επηρεάζει την ως άνω αιτιώδη συνάφεια καθόσον παρεμβάλλεται μεταξύ της προσαπτομένης στις ιταλικές αρχές από τη Nuova Agricast συμπεριφοράς και της ζημίας που υπέστη η εν λόγω εταιρία. Έτσι, το αιτούν δικαστήριο θεωρεί ότι οφείλει να προσδιορίσει τον αντίκτυπο που είχε η συμπεριφορά των ιταλικών αρχών επί της αποφάσεως της Επιτροπής. Προς τούτο, το αιτούν δικαστήριο θεωρεί αναγκαίο να προσδιορισθεί αν η μεταβατική διάταξη που περιέχει η επίδικη απόφαση είναι ενδεχομένως ανίσχυρη ως παραβιάζουσα τους κανόνες και τις αρχές της κοινοτικής έννομης τάξεως.
22. Λαμβανομένου υπόψη ότι οι υπαγόμενες στην πρώτη και τη δεύτερη κατηγορία επιχειρήσεις ευρίσκονται σε νομικώς ανάλογες καταστάσεις, αλλά τυγχάνουν διαφορετικής μεταχειρίσεως με γνώμονα την πιθανή επιλεξιμότητά τους στο πλαίσιο του νέου καθεστώτος ενισχύσεων λόγω της μεταβατικής διατάξεως, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ αρχάς, αν η μεταβατική διάταξη παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως.
23. Δεύτερον, το αιτούν δικαστήριο διατυπώνει, επίσης, αμφιβολίες ως προς το κύρος της μεταβατικής διατάξεως στον βαθμό που αυτή δεν πληροί την υποχρέωση επαρκούς αιτιολογήσεως σε σχέση με τον αποκλεισμό των υπαγομένων στην πρώτη κατηγορία επιχειρήσεων.
24. Επομένως, στις 14 Ιουνίου 2006, το Tribunale ordinario di Roma αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Είναι η απόφαση της Επιτροπής της 12ης Ιουλίου 2000, η οποία κοινοποιήθηκε στην Ιταλική Κυβέρνηση με την επιστολή SG(2000)D/105754 της 2ας Αυγούστου 2000, έγκυρη όσον αφορά μόνον τη μεταβατική διάταξη με την οποία προβλέπεται κατ’ εξαίρεση παρέκκλιση από την αρχή της “αναγκαιότητας της ενισχύσεως” –στο πλαίσιο της πρώτης εφαρμογής του εν λόγω καθεστώτος– μόνο για τις αιτήσεις «που υποβλήθηκαν στο πλαίσιο της τελευταίας προσκλήσεως υποβολής αιτήσεων η οποία δημοσιεύθηκε υπό το κράτος του προϊσχύσαντος καθεστώτος που είχε εγκριθεί από την Επιτροπή μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1999, κρίθηκαν επιλέξιμες για ενίσχυση, αλλά δεν τελεσφόρησαν λόγω ανεπάρκειας των χρηματοπιστωτικών πόρων της εν λόγω προσκλήσεως», με συνέπεια την αναιτιολόγητη παράλειψη –κατά παράβαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως και της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως την οποία ορίζει το άρθρο 253 ΕΚ– των αιτήσεων που είχαν υποβληθεί στο πλαίσιο των προηγουμένων προσκλήσεων, δεν έλαβαν ενίσχυση λόγω ελλείψεως πόρων και βρίσκονταν εν αναμονή της αυτόματης εγγραφής τους στην αμέσως επόμενη πρόσκληση υποβολής αιτήσεων ή της αναδιατυπώσεώς τους στο πλαίσιο της πρώτης “συναφούς” προσκλήσεως που θα δημοσιευόταν κατ’ εφαρμογήν του νέου καθεστώτος;»
IV – Συναφείς διαδικασίες ενώπιον των κοινοτικών δικαστηρίων
25. Πέραν της αγωγής στην κύρια δίκη ενώπιον του Tribunale ordinario di Roma, η Nuova Agricast άσκησε, επίσης, μια προσφυγή και μια αγωγή ενώπιον του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
26. Στις 15 Μαρτίου 2004, οι Nuova Agricast Srl κ.λπ. άσκησαν προσφυγή ακυρώσεως ενώπιον του Πρωτοδικείου. Με διάταξη της 15ης Ιουνίου 2005, η οποία δεν δημοσιεύθηκε στη Συλλογή, το Πρωτοδικείο (πέμπτο τμήμα) απέρριψε την προσφυγή ως απαράδεκτη για τον λόγο ότι αυτή ασκήθηκε εκπροθέσμως (11).
27. Επιπλέον, η Nuova Agricast άσκησε αγωγή αποζημιώσεως ενώπιον του Πρωτοδικείου (12). Η εν λόγω εταιρία ζητεί την αποκατάσταση της ζημίας που φέρεται ότι υπέστη συνεπεία της εκδόσεως της επίδικης αποφάσεως. Η αγωγή αυτή, της οποίας η εκδίκαση εκκρεμεί, αφορά, σε ορισμένο βαθμό, την ίδια ζημία που αποτελεί αντικείμενο της διαδικασίας στην κύρια δίκη ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου.
V – Διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
28. Η Nuova Agricast, η Επιτροπή και η Ιταλική Κυβέρνηση κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο. Στις 11 Σεπτεμβρίου 2007 πραγματοποιήθηκε επ’ ακροατηρίου συζήτηση.
VI – Επιχειρήματα των μετεχόντων στην κύρια δίκη
Α – Η Nuova Agricast
29. Η Nuova Agricast επισημαίνει ότι τα ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου ως προς το κύρος της επίδικης αποφάσεως υπό το πρίσμα της αρχής της ισότητας στηρίζονται στην προϋπόθεση ότι οι υπαγόμενες στην πρώτη κατηγορία επιχειρήσεις είχαν την εύλογη προσδοκία ότι η αναδιατυπωθείσα αίτησή τους επρόκειτο να εγγραφεί στον πίνακα που σχετίζεται με την επόμενη συναφή πρόσκληση, η οποία αποτελούσε την πρώτη πρόσκληση υποβολής αιτήσεων στο πλαίσιο του νέου καθεστώτος ενισχύσεων.
30. Επομένως, η Nuova Agricast θεωρεί ότι είναι αναγκαίο, προκειμένου να στοιχειοθετηθεί το κύρος της ως άνω προϋποθέσεως, το να αποφανθεί το Δικαστήριο, προκαταρκτικώς, επί του ζητήματος αν το προϊσχύσαν καθεστώς ενισχύσεων, το οποίο εγκρίθηκε με την απόφαση του 1997, δημιουργούσε, υπέρ των υπαγομένων στην πρώτη κατηγορία επιχειρήσεων, ένα προστατευόμενο από την κοινοτική έννομη τάξη δικαίωμα λήψεως ενισχύσεως ακόμη και έπειτα από τη λήξη της περιόδου κατά την οποία ίσχυε η έγκριση του προϊσχύσαντος καθεστώτος ενισχύσεων. Επ’ αυτού, η Nuova Agricast θεωρεί ότι η Επιτροπή, εγκρίνοντας το προϊσχύσαν καθεστώς ενισχύσεων, αναγνώρισε ότι οι υπαγόμενες στην πρώτη κατηγορία επιχειρήσεις είχαν ένα νομικώς κατοχυρωμένο δικαίωμα να αναδιατυπώσουν την αίτησή τους για την επόμενη συναφή πρόσκληση, διατηρώντας συγχρόνως, για τις δαπάνες που είχαν πραγματοποιηθεί, τις προϋποθέσεις επιλεξιμότητας που ίσχυαν όσον αφορά την πρόσκληση στο πλαίσιο της οποίας είχαν υποβάλει την αρχική αίτησή τους. Το δικαίωμα αυτό δεν εξέλιπε απλώς και μόνον όταν έληξε η ισχύς της εγκρίσεως του προϊσχύσαντος καθεστώτος ενισχύσεων.
31. Όσον αφορά πιθανή παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, η Nuova Agricast είναι της γνώμης ότι οι υπαγόμενες στην πρώτη και τη δεύτερη κατηγορία επιχειρήσεις βρίσκονταν σε παρόμοια κατάσταση καθόσον είχαν αποκτήσει όλες το δικαίωμα να συμμετάσχουν στην πρώτη συναφή πρόσκληση στο πλαίσιο του νέου καθεστώτος ενισχύσεων. Επομένως, η μεταβατική διάταξη, την οποία περιέχει η επίδικη απόφαση, έπρεπε να τύχει εφαρμογής, επί ίσοις όροις, ως προς τις ως άνω επιχειρήσεις.
32. Ως προς την υποχρέωση αιτιολογήσεως που υπέχει η Επιτροπή από το άρθρο 253 ΕΚ, η Nuova Agricast ισχυρίζεται ότι η επίδικη απόφαση δεν αναφέρει για ποιον λόγο ήρθη η έννομη προστασία που είχαν αποκτήσει οι υπαγόμενες στην πρώτη κατηγορία επιχειρήσεις στο πλαίσιο του προϊσχύσαντος καθεστώτος ενισχύσεων. Μια διάταξη η οποία προκαλεί ζημία τέτοιας έκτασης σε μεγάλο αριθμό επιχειρήσεων απαιτεί ειδική αιτιολογία.
Β – Η Ιταλική Κυβέρνηση
33. Πρώτον, η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η επίδικη απόφαση δεν παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως καθόσον οι υπαγόμενες στην πρώτη και τη δεύτερη κατηγορία επιχειρήσεις βρίσκονται στην ίδια κατάσταση. Τα ιταλικά διοικητικά δικαστήρια επιβεβαίωσαν ότι οι υπαγόμενες στην πρώτη κατηγορία επιχειρήσεις δεν μπορούσαν να επικαλεσθούν τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη τους όσον αφορά τη δυνατότητα υποβολής αιτήσεως ενισχύσεως στο πλαίσιο του νέου καθεστώτος ενισχύσεων σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που ισχύουν για τις προσκλήσεις υποβολής αιτήσεων, οι οποίες δημοσιεύθηκαν στο πλαίσιο του προϊσχύσαντος καθεστώτος ενισχύσεων.
34. Δεύτερον, η επίδικη απόφαση είναι επαρκώς αιτιολογημένη, λαμβανομένης υπόψη της ανταλλαγής επιστολών μεταξύ της Ιταλίας και της Επιτροπής κατά το προκαταρκτικό στάδιο εξετάσεως του κοινοποιηθέντος καθεστώτος ενισχύσεων, οι οποίες διευκρινίζουν τους λόγους θεσπίσεως της μεταβατικής διατάξεως. Περαιτέρω, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, προκειμένου περί μέτρου γενικής ισχύος το οποίο εφαρμόζεται σε μεγάλο αριθμό περιπτώσεων, η αιτιολογία μπορεί να περιορίζεται στην παράθεση της γενικής καταστάσεως που έδωσε λαβή για τη θέσπισή του, καθώς και των γενικών σκοπών των οποίων την επίτευξη επιδιώκει το εν λόγω μέτρο.
Γ – Η Επιτροπή
35. Η Επιτροπή αμφισβητεί, ευθύς εξ αρχής, το παραδεκτό του υποβληθέντος ερωτήματος. Το εν λόγω θεσμικό όργανο θεωρεί ότι το προδικαστικό ερώτημα σχετικά με το κύρος της επίδικης αποφάσεως δεν έχει προδήλως καμία σχέση με αγωγή αποζημιώσεως κατά του Ιταλικού Δημοσίου και βεβαίως δεν είναι αναγκαίο για την επίλυση της αχθείσας ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου διαφοράς.
36. Ως προς την ουσία, η Επιτροπή ισχυρίζεται, κατ’ αρχάς, ότι μια απόφαση με την οποία το εν λόγω θεσμικό όργανο εγκρίνει ένα καθεστώς ενισχύσεων για ορισμένη περίοδο δεν μπορεί να δώσει λαβή για οποιαδήποτε προσδοκία ή για οποιοδήποτε νομικώς κατοχυρωμένο δικαίωμα όσον αφορά τη δυνατότητα χορηγήσεως και λήψεως μιας ενισχύσεως μετά τη λήξη ισχύος της εγκρίσεως του καθεστώτος. Επομένως, όταν η Επιτροπή εξετάζει ένα κοινοποιηθέν καθεστώς ενισχύσεων το οποίο αποτελεί, στην πραγματικότητα, προέκταση ενός καθεστώτος ενισχύσεων το οποίο είχε εγκριθεί προγενεστέρως, το εν λόγω θεσμικό όργανο δεν υποχρεούται να προβλέπει, με την εκ μέρους του έγκριση του νέου καθεστώτος, τη σύσταση μεταβατικού καθεστώτος προκειμένου ορισμένες επιχειρήσεις που είχαν αποκτήσει, όπως υποστηρίζεται, δικαιώματα στο πλαίσιο του προγενέστερου καθεστώτος, να είναι σε θέση να εξακολουθούν να λαμβάνουν ενισχύσεις βάσει του προϊσχύσαντος καθεστώτος κατόπιν της ενάρξεως ισχύος του νέου καθεστώτος.
37. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι το εκάστοτε κράτος μέλος κοινοποιεί ένα καθεστώς ενισχύσεων και ότι αυτή δεν δύναται να τροποποιεί το εν λόγω καθεστώς. Έπειτα από την κίνηση της επίσημης διαδικασίας εξετάσεως, η Επιτροπή μπορεί να θέτει προϋποθέσεις, αλλά, ακόμη και στην περίπτωση αυτή, το κράτος μέλος έχει δικαίωμα να αποφασίσει να μην υπαχθεί στις εν λόγω προϋποθέσεις με το να παραιτηθεί από το καθεστώς ενισχύσεων. Αν η Επιτροπή καταλήξει στο συμπέρασμα ότι τα κριτήρια χορηγήσεως της ενισχύσεως παραβιάζουν άλλες διατάξεις της Συνθήκης, πράγμα το οποίο θα καθιστούσε το καθεστώς ενισχύσεων ασυμβίβαστο με την κοινή αγορά, η Επιτροπή δύναται απλώς να κηρύξει την ενίσχυση ασυμβίβαστη, αλλά δεν δύναται να άρει το εν λόγω ασυμβίβαστο με το να μεταβάλει, παραδείγματος χάρη, την ομάδα των δικαιούχων στο πλαίσιο του καθεστώτος ενισχύσεων.
38. Όσον αφορά τη φερόμενη ως παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, η Επιτροπή ισχυρίζεται, πρώτον, ότι οι ιταλικές αρχές ελεύθερα επέλεξαν να θεσπίσουν την επίμαχη μεταβατική διάταξη. Επομένως, η επίδικη απόφαση δεν παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως σε σχέση με διάφορες κατηγορίες επιχειρήσεων, καθόσον η Επιτροπή περιορίσθηκε να αναγνωρίσει την επιλογή του Ιταλικού Δημοσίου και να εγκρίνει το κοινοποιηθέν καθεστώς στο σύνολό του.
39. Δεύτερον, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι, κατά πάγια νομολογία, η νομιμότητα αποφάσεως στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων πρέπει να εκτιμάται με βάση τα πληροφοριακά στοιχεία που διέθετε η Επιτροπή κατά τον χρόνο εκδόσεως της εν λόγω αποφάσεως. Στην υπό κρίση υπόθεση, οι ιταλικές αρχές δεν μνημόνευσαν την ειδική περίπτωση των υπαγομένων στην πρώτη κατηγορία επιχειρήσεων και, ως εκ τούτου, το γεγονός ότι η μεταβατική διάταξη δεν προβλέπει ειδικώς την εγγραφή των επιχειρήσεων αυτών στον επίμαχο πίνακα δεν μπορεί να έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της επίδικης αποφάσεως.
40. Τρίτον, Επιτροπή υποστηρίζει ότι, εν πάση περιπτώσει, δεν υφίσταται παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, καθόσον οι υπαγόμενες στην πρώτη και τη δεύτερη κατηγορία επιχειρήσεις δεν βρίσκονταν στην ίδια κατάσταση.
41. Όσον αφορά τη φερόμενη ως παράβαση της υποχρεώσεως προσήκουσας αιτιολογήσεως σύμφωνα με το άρθρο 253 ΕΚ, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι μια τέτοια αιτιολογία δεν ήταν αναγκαία όσον αφορά την κατάσταση των υπαγομένων στην πρώτη κατηγορία επιχειρήσεων, δεδομένου ότι οι εθνικές αρχές δεν επικαλέσθηκαν την εν λόγω κατάσταση των επιχειρήσεων ενώπιον της Επιτροπής. Περαιτέρω, η μεταβατική διάταξη αποτελεί απόρροια ελεύθερης επιλογής του Ιταλικού Δημοσίου, που είναι αποδέκτης της επίδικης αποφάσεως.
VII – Εκτίμηση
Α – Παραδεκτό
42. Κατά πάγια νομολογία, στο πλαίσιο της συνεργασίας μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων την οποία θεσπίζει το άρθρο 234 ΕΚ, απόκειται αποκλειστικώς στο εθνικό δικαστήριο, που έχει επιληφθεί της διαφοράς και φέρει την ευθύνη της μέλλουσας να εκδοθεί δικαστικής αποφάσεως, να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιομορφίες της υποθέσεως, τόσο την αναγκαιότητα μιας προδικαστικής αποφάσεως για την έκδοση της δικής του αποφάσεως όσο και το λυσιτελές των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο. Συνεπώς, εφόσον τα υποβληθέντα ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, το Δικαστήριο υποχρεούται, κατ’ αρχήν, να εκδώσει απόφαση (13).
43. Εντούτοις, το Δικαστήριο έχει επίσης δεχθεί ότι, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, πρέπει να ερευνά τις συνθήκες υπό τις οποίες του έχουν υποβληθεί τα ερωτήματα από το εθνικό δικαστήριο, προκειμένου να ελέγξει κατά πόσον είναι αρμόδιο να απαντήσει. Δεν είναι δυνατόν να προβληθεί άρνηση απαντήσεως σε προδικαστικό ερώτημα εθνικού δικαστηρίου παρά μόνον όταν προδήλως προκύπτει ότι η ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου την οποία ζητεί το εθνικό δικαστήριο δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως ή ακόμα όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά ή νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του υποβλήθηκαν (14).
44. Στην κύρια δίκη, το αιτούν δικαστήριο επιζητεί να προσδιορισθεί αν υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ, αφενός, της εν δυνάμει πταισματικής συμπεριφοράς των ιταλικών αρχών κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής εξετάσεως του νέου καθεστώτος ενισχύσεων εκ μέρους της Επιτροπής και, αφετέρου, της ζημίας, ήτοι της μη καταβολής ενισχύσεως, την οποία φέρεται ότι υπέστη η Nuova Agricast συνεπεία του πεδίου εφαρμογής της μεταβατικής διατάξεως της επίδικης αποφάσεως.
45. Με την αίτησή του για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, το αιτούν δικαστήριο δίδει την εντύπωση ότι ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν η επίδικη απόφαση, παραλείποντας να λάβει υπόψη την κατάσταση των υπαγομένων στην πρώτη κατηγορία επιχειρήσεων, ακόμη και αν η παράλειψη αυτή οφειλόταν σε έλλειψη ακριβούς πληροφόρησης εκ μέρους των ιταλικών αρχών, εμφανίζει ελάττωμα μέχρι σημείου ώστε να καταστεί άκυρη. Η αποσαφήνιση του ζητήματος αυτού φαίνεται ότι θα συνέβαλλε στην οριοθέτηση της ευθύνης των ιταλικών αρχών σε σχέση με την έκδοση της επίδικης αποφάσεως.
46. Επομένως, το ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου σχετικά με το κύρος της επίδικης αποφάσεως της Επιτροπής δεν είναι προδήλως άσχετο προς το αντικείμενο της εκκρεμούσας ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου διαφοράς και, ως εκ τούτου, η ένσταση απαραδέκτου πρέπει να απορριφθεί επ’ αυτού.
47. Ένα δεύτερο ζήτημα σχετικά με το παραδεκτό ανακύπτει σε σχέση με το γεγονός ότι η Nuova Agricast έχει ασκήσει προσφυγή περί ακυρώσεως της επίδικης αποφάσεως ενώπιον του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Όπως προαναφέρθηκε, το Πρωτοδικείο (πέμπτο τμήμα) απέρριψε την προσφυγή ακυρώσεως, στην υπόθεση Nuova Agricast κ.λπ., ως απαράδεκτη για τον λόγο ότι ασκήθηκε εκπροθέσμως (15). Υπό το πρίσμα της νομολογίας του Δικαστηρίου στην απόφασή του TWD Textilwerke Deggendorf (16), πρέπει να προσδιορισθεί αν η ασκηθείσα από τη Nuova Agricast προσφυγή ακυρώσεως κρίθηκε απαράδεκτη μόνον επειδή ασκήθηκε μετά τη λήξη της ταχθείσας προθεσμίας, στη δε περίπτωση αυτή η υπό κρίση αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως επί του κύρους της επίδικης αποφάσεως της Επιτροπής θα ήταν απαράδεκτη ενώπιον του Δικαστηρίου.
48. Όσον αφορά τις περιστάσεις που έδωσαν λαβή για την υπόθεση TWD Textilwerke Deggendorf, ήταν αρκούντως σαφές ότι μια προσφυγή ακυρώσεως ασκουμένη κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως εντός της προθεσμίας που τάσσει το άρθρο 230 ΕΚ θα ήταν παραδεκτή (17). Αντιθέτως, στην υπό κρίση υπόθεση, η επίδικη απόφαση, η οποία απευθύνεται στην Ιταλική Δημοκρατία, αφορά ένα καθεστώς ενισχύσεων προοριζόμενο για κατηγορίες προσώπων που ορίζονται κατά γενικό τρόπο και όχι για ρητώς καθορισμένους δικαιούχους. Περαιτέρω, το Πρωτοδικείο έχει αποφανθεί ότι μια απόφαση περί εγκρίσεως καθεστώτος ενισχύσεων δεν μπορεί να αφορά ατομικά τους αιτούντες οι οποίοι είχαν απλώς την ιδιότητα του τρίτου κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής έρευνας (18). Επομένως, είναι αμφίβολο αν η Nuova Agricast θα είχε ενεργητική νομιμοποίηση προς άσκηση προσφυγής δυνάμει του άρθρου 230 ΕΚ κατά της επίδικης αποφάσεως.
49. Έτσι, αντιθέτως προς τις περιστάσεις που έδωσαν λαβή για την υπόθεση TWD Textilwerke Deggendorf, δεν ήταν σαφές αν η ασκηθείσα από τη Nuova Agricast προσφυγή ακυρώσεως θα ήταν παραδεκτή στην περίπτωση που είχε ασκηθεί εντός της προθεσμίας που τάσσει το άρθρο 230 ΕΚ.
50. Κατά συνέπεια, φρονώ ότι η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως είναι παραδεκτή.
Β – Επί της ουσίας
51. Υπό το πρίσμα των πληροφοριακών στοιχείων που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο, το εν λόγω δικαστήριο δίδει την εντύπωση ότι ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν η απόφαση της Επιτροπής, παραλείποντας να λάβει υπόψη την κατάσταση των υπαγομένων στην πρώτη κατηγορία επιχειρήσεων, είναι ενδεχομένως άκυρη καθόσον παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως και παραβαίνει την υποχρέωση επαρκούς αιτιολογήσεως, την οποία υπέχει η Επιτροπή από το άρθρο 253 ΕΚ.
52. Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ως άνω ερώτημα, επιβάλλεται να εξετασθεί συνοπτικά το είδος της ενισχύσεως και της αποφάσεως που είναι επίμαχες στην υπό κρίση υπόθεση, καθώς και η έκταση του δικαστικού ελέγχου που μπορεί να ασκήσει το Δικαστήριο στο πλαίσιο αυτό.
1. Προσδιορισμός του είδους της επίμαχης ενισχύσεως και αποφάσεως
53. Σύμφωνα με το άρθρο 87, παράγραφος 1, ΕΚ, οι κρατικές ενισχύσεις απαγορεύονται, κατά γενικό κανόνα, εντός της Κοινότητας. Εξαιρέσεις από την αρχή αυτή προβλέπονται στο άρθρο 87, παράγραφος 2, ΕΚ, σύμφωνα με το οποίο ορισμένα είδη ενισχύσεων θεωρούνται ότι συμβιβάζονται με την κοινή αγορά, και στο άρθρο 87, παράγραφος 3, ΕΚ, σύμφωνα με το οποίο ένας άλλος περιορισμένος αριθμός κρατικών ενισχύσεων δύναται να θεωρηθεί ότι συμβιβάζεται με την κοινή αγορά.
54. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η εκτίμηση της συμβατότητας μέτρων ενισχύσεως ή ενός καθεστώτος ενισχύσεων προς την κοινή αγορά εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Επιτροπής, η οποία ενεργεί υπό τον έλεγχο του Δικαστηρίου (19).
55. Προς τον σκοπό του ελέγχου της συμβατότητας κρατικής ενισχύσεως προς την κοινή αγορά, η Επιτροπή πρέπει να λαμβάνει, σύμφωνα με την πρώτη περίοδο του άρθρου 88, παράγραφος 3, ΕΚ, κοινοποίηση των «νέων ενισχύσεων» προτού εφαρμοσθούν τα σχέδια ενισχύσεων. Ως «νέα ενίσχυση» νοείται κάθε μέτρο που αποβλέπει στο να θεσπίσει ή να τροποποιήσει ενίσχυση, λαμβανομένου υπόψη ότι οι τροποποιήσεις δύνανται να αφορούν υφιστάμενες ενισχύσεις, ή αρχικά σχέδια που κοινοποιήθηκαν στην Επιτροπή (20). Η υπό κρίση υπόθεση αφορά νέες ενισχύσεις, καθόσον η επίμαχη ενίσχυση αποτελεί τροποποίηση προγενέστερου καθεστώτος, του οποίου η έγκριση έληξε στις 31 Δεκεμβρίου 1999.
56. Πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι το επίμαχο μέτρο που περιέχει η επίδικη απόφαση συνιστά καθεστώς ενισχύσεων, σε αντίθεση με ατομική ενίσχυση. Η χρήση καθεστώτων ενισχύσεων παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να επιτυγχάνουν ενιαία έγκριση εκ μέρους της Επιτροπής. βάσει των γενικών χαρακτηριστικών γνωρισμάτων του καθεστώτος (21).
57. Η επίδικη απόφαση αποτελεί «απόφαση για μη διατύπωση αντιρρήσεων» (22), η οποία εκδόθηκε, ως εκ τούτου, από την Επιτροπή χωρίς να κινηθεί η επίσημη διαδικασία εξετάσεως (23).
2. Ο εκ μέρους του Δικαστηρίου ασκούμενος δικαστικός έλεγχος των αποφάσεων περί κρατικών ενισχύσεων
58. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 88, παράγραφος 3, ΕΚ, η Επιτροπή διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια, της οποίας η άσκηση περιλαμβάνει εκτιμήσεις οικονομικής και κοινωνικής φύσεως που πρέπει να διεξάγονται εντός κοινοτικού πλαισίου (24).
59. Επομένως, στο πλαίσιο του ελέγχου νομιμότητας μιας αποφάσεως της Επιτροπής στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων, το Δικαστήριο οφείλει να περιορίζεται στο να εξετάζει μήπως η Επιτροπή υπερέβη τα σύμφυτα προς την εξουσία της εκτιμήσεως όρια αλλοιώνοντας ή εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένως τα πραγματικά περιστατικά ή ενεργώντας κατά κατάχρηση εξουσίας ή διαδικασίας (25). Τούτο σημαίνει, επίσης, ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να υποκαταστήσει την Επιτροπή στην κρίση της σχετικά με το αν η ενίσχυση συμβιβάζεται με την κοινή αγορά (26).
3. Η φερόμενη ως παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως
60. Ο πρώτος λόγος ακυρότητας του οποίου έγινε επίκληση εγείρει, κατ’ ουσίαν, το ζήτημα αν η απόφαση της Επιτροπής είναι ενδεχομένως άκυρη για τον λόγο ότι παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ των υπαγομένων στην πρώτη και τη δεύτερη κατηγορία επιχειρήσεων όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής της μεταβατικής διατάξεως που περιέχει η εν λόγω απόφαση.
61. Η αρμοδιότητα της Επιτροπής στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων περιορίζεται στην εξέταση του αν η κρατική ενίσχυση συμβιβάζεται με την κοινή αγορά. Όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω εξετάσεως, το Δικαστήριο κατ’ επανάληψη έκρινε ότι το άρθρο 87 ΕΚ δεν μπορεί να χρησιμοποιείται για τον εξοβελισμό άλλων κανόνων της Συνθήκης (27). Η Επιτροπή δικαιούται, επομένως, να λαμβάνει υπόψη ενδεχόμενες παραβιάσεις άλλων κανόνων της Συνθήκης και θεμελιωδών αρχών όταν εκτιμά τη συμβατότητα καθεστώτος κρατικών ενισχύσεων προς την κοινή αγορά (28). Στις αρχές αυτές συμπεριλαμβάνεται η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως (29).
62. Ναι μεν η Επιτροπή έχει την εξουσία να ελέγχει τη συμβατότητα κρατικής ενισχύσεως προς την κοινή αγορά, πλην όμως το εν λόγω θεσμικό όργανο δεν σχεδιάζει ούτε καταρτίζει τα καθεστώτα ενισχύσεων και δεν χορηγεί τις ενισχύσεις. Περαιτέρω, η Επιτροπή δεν δύναται να υποχρεώσει ένα κράτος μέλος να καταβάλει κρατική ενίσχυση. Το εν λόγω θεσμικό όργανο έχει μόνον την εξουσία να διατάσσει κράτος μέλος να μην καταβάλλει ενίσχυση την οποία αυτή θεωρεί ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά. Το κράτος μέλος παρέχει τα κονδύλια για την ενίσχυση, καταρτίζει το καθεστώς ενισχύσεων και το κοινοποιεί στην Επιτροπή. Το εν λόγω κράτος μέλος διατηρεί το δικαίωμα να ανακαλέσει την κοινοποίηση του καθεστώτος ενισχύσεων και να μην υλοποιήσει το ως άνω καθεστώς.
63. Επομένως, μια ενδεχόμενη μεταβατική διάταξη, η οποία περιλαμβάνεται σε κοινοποιηθέν καθεστώς ενισχύσεων, αποτελεί αντικείμενο προτάσεως του κράτους μέλους ως στοιχείο του καθεστώτος ενισχύσεων που το εν λόγω κράτος μέλος κοινοποιεί στην Επιτροπή προς έγκριση. Κατά συνέπεια, μια τέτοια μεταβατική διάταξη θα αξιολογηθεί από την Επιτροπή ως αποτελούσα μέρος του καθεστώτος ενισχύσεων προς τον σκοπό της εκτιμήσεως της συμβατότητας του ως άνω καθεστώτος στο σύνολό του προς την κοινή αγορά.
64. Από τις διαπιστώσεις του Πρωτοδικείου (πέμπτο τμήμα) σε υπόθεση συναφή με την υπό κρίση υπόθεση προκύπτει ότι η διατύπωση της μεταβατικής διατάξεως της επίδικης αποφάσεως αποτελεί απόρροια ελεύθερης επιλογής εκ μέρους των ιταλικών αρχών (30). Μέχρις ότου κινηθεί η επίσημη διαδικασία εξετάσεως, η Επιτροπή δεν έχει εξουσία να υποχρεώσει κράτος μέλος να προβεί σε τροποποίηση ενός καθεστώτος ενισχύσεων. Κατά τη διάρκεια της άτυπης διαδικασίας, η Επιτροπή δύναται μόνον είτε να εκδώσει απόφαση περί μη διατυπώσεως αντιρρήσεων είτε να αποφασίσει να κινήσει την επίσημη διαδικασία εξετάσεως (31).
65. Επομένως, πρέπει να προσδιορισθεί αν, στην υπό κρίση υπόθεση, η Επιτροπή υπερέβη τα όρια της διακριτικής της ευχέρειας για τον λόγο ότι θεώρησε το νέο καθεστώς ενισχύσεων συμβατό προς την κοινή αγορά μετά την προκαταρκτική έρευνα, παρά τον αποκλεισμό των υπαγομένων στην πρώτη κατηγορία επιχειρήσεων από το πεδίο εφαρμογής της μεταβατικής διατάξεως της επίδικης αποφάσεως και, ως εκ τούτου, δεν κίνησε την επίσημη διαδικασία εξετάσεως.
66. Πρώτον, κατά τη γνώμη μου, συντρέχει τυπικός λόγος που κατατείνει στο να αποκλεισθεί ένα τέτοιο συμπέρασμα. Πράγματι, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει ότι η Επιτροπή ήταν καθ’ οιονδήποτε τρόπο εν γνώσει της υπάρξεως ή, τουλάχιστον, της ειδικής καταστάσεως των υπαγομένων στην πρώτη κατηγορία επιχειρήσεων, στην οποία εμπίπτει και η Nuova Agricast.
67. Ωστόσο, κατά πάγια νομολογία, το κύρος αποφάσεως της Επιτροπής στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων πρέπει να εκτιμάται με βάση τα πληροφοριακά στοιχεία που διέθετε η Επιτροπή κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως (32). Στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως, τούτο θα σήμαινε ότι δεν θα ήταν δυνατό να απαιτηθεί από την Επιτροπή να λάβει υπόψη την κατάσταση της Nuova Agricast και των άλλων επιχειρήσεων που υπάγονται στην πρώτη κατηγορία.
68. Εντούτοις, προτού συναχθεί το ως άνω συμπέρασμα, πρέπει να επισημανθεί ότι η νομολογία αυτή διατυπώθηκε και εφαρμόσθηκε σε υποθέσεις στο πλαίσιο των οποίων η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε από την Επιτροπή κατόπιν επίσημης διαδικασίας εξετάσεως. Όσον αφορά τέτοιες αποφάσεις, η προσέγγιση αυτή δίδει την εντύπωση ότι είναι δικαιολογημένη καθόσον οι «ενδιαφερόμενοι» κατά την έννοια του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ έχουν τη δυνατότητα να παράσχουν όλα τα σχετικά πληροφοριακά στοιχεία στην Επιτροπή, ακόμη και αν ορισμένοι δεν έκαναν χρήση της δυνατότητας αυτής (33). Επομένως, οι ως άνω ενδιαφερόμενοι είναι σε μεγάλη έκταση υπεύθυνοι όσον αφορά τα πληροφοριακά στοιχεία που διέθετε η Επιτροπή κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεώς της. Αν οι ως άνω «ενδιαφερόμενοι» υποστηρίξουν σε μεταγενέστερο στάδιο ότι η απόφαση της Επιτροπής είναι άκυρη, είναι εύλογο το να μπορούν τότε να αμφισβητήσουν το κύρος της αποφάσεως της Επιτροπής μόνο με βάση τα πληροφοριακά στοιχεία που διέθετε η Επιτροπή για την έκδοση της αποφάσεώς της.
69. Η συλλογιστική αυτή δεν μπορεί να εφαρμοσθεί επί αποφάσεως περί μη διατυπώσεως αντιρρήσεων έναντι καθεστώτος ενισχύσεων και περί περατώσεως του προκαταρκτικού σταδίου εξετάσεως μιας ενισχύσεως, στην περίπτωση που ουδέποτε κινήθηκε επίσημη διαδικασία εξετάσεως. Μια τέτοια απόφαση λαμβάνεται, κατ’ αρχήν (34), με βάση τα πληροφοριακά στοιχεία που παρέσχε το κοινοποιούν κράτος μέλος. Η διαδικασία δεν προβλέπει επισήμως τη δυνατότητα τρίτων να παρέμβουν και να υποβάλουν πληροφοριακά στοιχεία στην Επιτροπή τα οποία αυτή μπορεί να λάβει υπόψη προκειμένου να εκτιμήσει αν η κοινοποιηθείσα ενίσχυση συμβιβάζεται με την κοινή αγορά. Επιχειρήσεις όπως οι δυνητικοί δικαιούχοι ενισχύσεως ή οι ανταγωνιστές τους δεν είναι καν κατ’ ανάγκην εν γνώσει της κοινοποιήσεως καθεστώτος ενισχύσεων που μπορεί να τις ενδιαφέρει, καθόσον η Επιτροπή υποχρεούται να δημοσιεύει ανακοίνωση σχετικά με την κοινοποίηση ενισχύσεως μόνον όταν κινηθεί η επίσημη διαδικασία εξετάσεως (35). Επομένως, όταν η Επιτροπή λαμβάνει απόφαση περί μη διατυπώσεως αντιρρήσεων, η σχετική με την εν λόγω απόφαση ανακοίνωση θα είναι η πρώτη πράξη η οποία θα δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
70. Ωστόσο, φρονώ ότι η Επιτροπή θα έπρεπε να δικαιούται να στηριχθεί στα πληροφοριακά στοιχεία που διέθετε κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως, ακόμη και όταν ένα μέρος το οποίο δεν μετέσχε στην προκαταρκτική έρευνα, όπως η Nuova Agricast στην υπό κρίση υπόθεση, θέτει υπό αμφισβήτηση την απόφαση περί μη διατυπώσεως αντιρρήσεων.
71. Από τις διατάξεις του πρωτογενούς και του παραγώγου κοινοτικού δικαίου, και ιδίως από τον κανονισμό 659/1999, προκύπτει σαφώς ότι η προκαταρκτική έρευνα λαμβάνει χώρα προπάντων μεταξύ της Επιτροπής και του οικείου κράτους μέλους (36). Κατά συνέπεια, η Επιτροπή δεν διαθέτει εξουσίες έρευνας προκειμένου να αναζητεί πληροφοριακά στοιχεία πέραν αυτών που της παρασχέθηκαν, κυρίως από το οικείο κράτος μέλος, κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής έρευνας. Τα όρια αυτά των εξουσιών της Επιτροπής έχουν ως συνέπεια, κατ’ ανάγκην, ότι η νομιμότητα των αποφάσεών της δεν μπορεί να αμφισβητηθεί με βάση πληροφοριακά στοιχεία άλλα από αυτά που διέθετε κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως. Περαιτέρω, αν τρίτοι μπορούσαν να θέσουν υπό αμφισβήτηση το κύρος αποφάσεων της Επιτροπής με βάση πληροφοριακά στοιχεία άλλα από αυτά που διέθετε το εν λόγω θεσμικό όργανο κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως, η Επιτροπή θα απέφευγε, κατά πάσα πιθανότητα, έναν τέτοιο κίνδυνο με το να κινεί κατά σύστημα την επίσημη διαδικασία εξετάσεως, παρέχοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο σε όλους τους ενδιαφερομένους κατά την έννοια του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ τη δυνατότητα να προσκομίσουν σχετικά πληροφοριακά στοιχεία. Ωστόσο, μια τέτοια λύση δύσκολα μπορεί να συμβιβασθεί με την ισχύουσα διαδικασία ελέγχου κρατικών ενισχύσεων η οποία περιλαμβάνει δύο στάδια, όπως προβλέπει η Συνθήκη ΕΚ και ο κανονισμός 659/1999.
72. Επομένως, το κύρος αποφάσεως της Επιτροπής περί μη διατυπώσεως αντιρρήσεων πρέπει να εκτιμάται με βάση τα πληροφοριακά στοιχεία που διέθετε η Επιτροπή κατά τον χρόνο εκδόσεως της εν λόγω αποφάσεως.
73. Εφόσον δεν υφίστανται, στην υπό κρίση υπόθεση, αποδεικτικά στοιχεία περί του ότι η Επιτροπή ήταν ενήμερη σχετικά με την ειδική κατάσταση των υπαγομένων στην πρώτη κατηγορία επιχειρήσεων, η επίδικη απόφαση δεν μπορεί να θεωρηθεί άκυρη για τον λόγο ότι παραβιάζει, όπως υποστηρίζεται, την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως ως προς τα δικαιώματα που φέρεται ότι απέκτησαν οι εν λόγω επιχειρήσεις.
74. Εν πάση περιπτώσει, πρέπει να υπομνηστεί ότι, κατά πάγια νομολογία, όταν η Επιτροπή εξετάζει τη συμβατότητα ενός καθεστώτος ενισχύσεων προς την κοινή αγορά, το εν λόγω θεσμικό όργανο μπορεί να περιορισθεί στην εξέταση των γενικών χαρακτηριστικών του ως άνω καθεστώτος, χωρίς να υποχρεούται να εξετάσει κάθε συγκεκριμένη περίπτωση επί της οποίας εφαρμόζεται το καθεστώς αυτό (37).
75. Περαιτέρω, πρέπει να επισημανθεί ότι η υπό κρίση υπόθεση δεν εμπίπτει στις εξαιρετικές περιπτώσεις στο πλαίσιο των οποίων η Επιτροπή μπορεί να υποχρεωθεί να διασφαλίσει, αφενός, ότι η απόφασή της σχετικά με κρατική ενίσχυση περιλαμβάνει μεταβατική διάταξη και, αφετέρου, ότι η εν λόγω διάταξη τηρεί την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως. Μια τέτοια υποχρέωση υφίσταται μόνο σε πολύ ειδικές περιστάσεις, στο πλαίσιο των οποίων, μεταξύ άλλων, η προγενέστερη συμπεριφορά του κοινοτικού οργάνου δημιουργεί δικαιολογημένη εμπιστοσύνη που χρήζει προστασίας (38).
76. Ωστόσο, στην υπό κρίση υπόθεση, η Επιτροπή ουδέποτε συμπεριφέρθηκε κατά τρόπον ώστε να δημιουργήσει δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ως προς τη διατήρηση των αποτελεσμάτων του προϊσχύσαντος καθεστώτος ενισχύσεων, του οποίου η ισχύς έληξε στις 31 Δεκεμβρίου 1999, και πέραν της ημερομηνίας αυτής.
77. Η έγκριση του προϊσχύσαντος καθεστώτος ενισχύσεων, η οποία ήταν περιορισμένη από χρονικής απόψεως και της οποίας η ισχύς έληξε στις 31 Δεκεμβρίου 1999, δεν αποτελεί, ως εκ της φύσεώς της, πράξη δυναμένη να δημιουργήσει μια τέτοια δικαιολογημένη εμπιστοσύνη. Ο κανόνας της στενής ερμηνείας των παρεκκλίσεων από τη γενική αρχή της απαγορεύσεως των κρατικών ενισχύσεων έρχεται σε αντίθεση με μια τέτοια παράταση του διαχρονικού πεδίου εφαρμογής ενός εγκεκριμένου καθεστώτος ενισχύσεων (39). Περαιτέρω, αν ήταν δυνατό να γίνει επίκληση δικαιωμάτων που αποκτήθηκαν, όπως υποστηρίζεται, στο πλαίσιο προγενεστέρου καθεστώτος ενισχύσεων μετά τη λήξη ισχύος της εγκρίσεως του εν λόγω καθεστώτος, τούτο θα έθετε υπό αμφισβήτηση τον σκοπό, αυτόν καθ’ εαυτόν, των χρονικών περιορισμών τέτοιων εγκρίσεων, που παρέχουν τη δυνατότητα να προσαρμοσθεί η αξιολόγηση κρατικής ενισχύσεως υπό το πρίσμα των μεταβαλλόμενων οικονομικών συνθηκών.
78. Δεν είναι δυνατή η επίκληση, εις βάρος της Επιτροπής, δικαιολογημένης εμπιστοσύνης για τον λόγο ότι αυτή εφάρμοσε την αρχή της «αναγκαιότητας της ενισχύσεως», η οποία έχει ως συνέπεια, μεταξύ άλλων, ότι η αίτηση ενισχύσεως πρέπει κατά κανόνα να υποβάλλεται προτού αρχίσει η δραστηριότητα που αποτελεί αντικείμενο της ενισχύσεως. Η αρχή αυτή χρησιμοποιήθηκε ως γενικός κανόνας στο πλαίσιο της εκ μέρους της Επιτροπής εκτιμήσεως της συμβατότητας των ενισχύσεων προς την κοινή αγορά (40). Αντιθέτως προς ό,τι δίδει την εντύπωση ότι υποστηρίζει το αιτούν δικαστήριο με την αίτησή του για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, η ως άνω αρχή δεν εφαρμόζεται μόνον από τις εμφανίσεώς της στις κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής σχετικά με τις περιφερειακές ενισχύσεις το 1998 (41). Τούτο αρκεί για να απορριφθεί κάθε ισχυρισμός ότι μια φερόμενη ως «αιφνίδια» εφαρμογή της ως άνω αρχής προσέβαλε ενδεχομένως τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη που δημιούργησε η Επιτροπή ως προς τη δυνατότητα υποβολής αιτήσεως ενισχύσεως στο πλαίσιο του νέου καθεστώτος ενισχύσεων υπό τους όρους που τυγχάνουν εφαρμογής επί των δημοσιευθεισών στο πλαίσιο του προϊσχύσαντος καθεστώτος προσκλήσεων υποβολής αιτήσεων.
79. Ούτε η ενδεχόμενη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη, την οποία δημιούργησαν οι εθνικές αρχές ως προς τη δυνατότητα παρατάσεως ορισμένων αποτελεσμάτων ενός καθεστώτος ενισχύσεων του οποίου η ισχύς έληξε, μπορεί να αποτελέσει τη βάση για μια υποχρέωση της Επιτροπής να θεσπίσει μεταβατική διάταξη. Τα άρθρα 87 και 88 ΕΚ θα έχαναν μεγάλο τμήμα της πρακτικής αποτελεσματικότητάς τους, αν ένα μέρος μπορούσε να στηριχθεί στη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη που δημιούργησαν τα κράτη μέλη προκειμένου να θέσει υπό αμφισβήτηση το κύρος κοινοτικής πράξεως (42).
80. Επομένως, υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, η Επιτροπή δεν υπείχε υποχρέωση να διασφαλίσει ότι η επίδικη απόφαση θα περιείχε ένα μέτρο μεταβατικής ισχύος το οποίο θα αφορούσε τις υπαγόμενες στην πρώτη κατηγορία επιχειρήσεις. Επομένως, η Επιτροπή δεν υπερέβη τα όρια της διακριτικής της ευχέρειας ως εκ του ότι δεν διατύπωσε αντιρρήσεις έναντι του κοινοποιηθέντος μέτρου για τον λόγο ότι το πεδίο εφαρμογής του περιλαμβανόμενου στην εν λόγω απόφαση μέτρου μεταβατικής ισχύος ήταν αντίθετο, όπως υποστηρίχθηκε, προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως. Κατά συνέπεια, η επίδικη απόφαση δεν μπορεί να θεωρηθεί άκυρη ως εκ του λόγου αυτού.
4. Η φερόμενη ως παράλειψη επαρκούς αιτιολογήσεως
81. Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται, επίσης, αν η Επιτροπή παρείχε επαρκή αιτιολογία, σύμφωνα με το άρθρο 253 ΕΚ, εντός της επίδικης αποφάσεως όσον αφορά τον αποκλεισμό των υπαγομένων στην πρώτη κατηγορία επιχειρήσεων από το πεδίο εφαρμογής της μεταβατικής διατάξεως της εν λόγω αποφάσεως.
82. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η έκταση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως εξαρτάται από τη φύση της οικείας πράξεως και, προκειμένου για πράξεις που προορίζονται να τύχουν γενικής εφαρμογής, πράγμα το οποίο ισχύει όσον αφορά ένα καθεστώς ενισχύσεων, η αιτιολογία μπορεί να περιορίζεται στο να αναφέρει, αφενός, την όλη κατάσταση που οδήγησε στην έκδοσή της και, αφετέρου, τους γενικούς στόχους που επιδιώκει (43). Επομένως, δεν θα ήταν εύλογο να απαιτείται από την Επιτροπή να παραθέτει ειδική αιτιολογία ως προς το ακριβές πεδίο εφαρμογής ενός μέτρου μεταβατικής ισχύος που περιλαμβάνεται σε απόφαση περί μη διατυπώσεως αντιρρήσεων έναντι καθεστώτος ενισχύσεων. Τούτο ισχύει ιδίως όταν, όπως στην υπό κρίση υπόθεση, η Επιτροπή περιορίζεται, με την απόφασή της, στο να αναγνωρίσει μια απόφαση που εξέδωσαν οι ιταλικές αρχές ως προς το ενδεδειγμένο πεδίο εφαρμογής της μεταβατικής διατάξεως.
83. Συνεπώς, η Επιτροπή δεν παρέβη, κατά τη γνώμη μου, την υποχρέωσή της επαρκούς αιτιολογήσεως ως εκ του ότι δεν δικαιολόγησε τον αποκλεισμό των υπαγομένων στην πρώτη κατηγορία επιχειρήσεων από το πεδίο εφαρμογής της μεταβατικής διατάξεως της επίδικης αποφάσεως.
VIII – Πρόταση
84. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω σκέψεων, είμαι της γνώμης ότι στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η ακόλουθη απάντηση:
Από την εξέταση του υποβληθέντος ερωτήματος δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να θίξει το κύρος της αποφάσεως της Επιτροπής SG(2000) D/105754, της 12ης Ιουλίου 2000, με την οποία κρίθηκε ότι συμβιβάζεται με τη Συνθήκη ένα καθεστώς ενισχύσεων που προβλέπει η ιταλική νομοθεσία υπό τη μορφή επενδυτικών ενισχύσεων στις μειονεκτούσες περιοχές της Ιταλίας.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
2 – EE C 278, σ. 26.
3 – GURI αριθ. 299, της 21ης Δεκεμβρίου 1992, σ. 3.
4 – EE C 242, σ. 4.
5 – Τούτο σημαίνει ότι, κατόπιν προκαταρκτικής εξετάσεως του καθεστώτος, η Επιτροπή θεώρησε ότι δεν υπήρχε λόγος να διατυπώσει αντιρρήσεις έναντι του καθεστώτος ενισχύσεων που κοινοποίησε το κράτος μέλος.
6 – Εκτός από τις δαπάνες για μηχανολογικό σχεδιασμό και μελέτες καθώς και για την αγορά και χωροταξική διευθέτηση του γαιοτεμαχίου της επιχειρήσεως, οι οποίες ήσαν επιλέξιμες εφόσον είχαν πραγματοποιηθεί εντός των δώδεκα μηνών που προηγήθηκαν της ημερομηνίας υποβολής της αιτήσεως.
7 – Ως «συναφής» πρόσκληση νοείται η πρόσκληση που αφορά τα μέτρα ενισχύσεως του ίδιου οικονομικού κλάδου.
8 – Το καθεστώς καταχωρίσθηκε από την Επιτροπή με τον αριθμό N 715/99.
9 – GURI αριθ. 166, της 18ης Ιουλίου 2000.
10 – GURI αριθ. 175, της 28ης Ιουλίου 2000.
11 – Διάταξη του Πρωτοδικείου (πέμπτο τμήμα) της 15ης Ιουνίου 2005, T-98/04, Nuova Agricast κ.λπ., που δεν δημοσιεύθηκε στη Συλλογή· η σχετική ανακοίνωση δημοσιεύθηκε στην EE 2005, C 229, σ. 22.
12 – Υπόθεση T-362/05, η οποία εκκρεμεί ενώπιον του Πρωτοδικείου.
13 – Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1995, C-415/93, Bosman (Συλλογή 1995, σ. I-4921, σκέψη 59), απόφαση της 13ης Μαρτίου 2001, C-379/98, PreussenElektra (Συλλογή 2001, σ. I-2099, σκέψη 38), και απόφαση της 17ης Μαΐου 2001, C-340/99, TNT Traco κ.λπ. (Συλλογή 2001, σ. I-4109, σκέψη 30).
14 – Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις Bosman, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 13, σκέψη 61, και PreussenElektra, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 13, σκέψη 39.
15 – Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 11.
16 – Απόφαση της 9ης Μαρτίου 1994, C-188/92 (Συλλογή 1994, σ. I-833, σκέψεις 17 και 18). Από την εν λόγω απόφαση προκύπτει ότι, εντός του κοινοτικού συστήματος ενδίκων μέσων, το παραδεκτό μια έμμεσης προσβολής πράξεως κοινοτικού οργάνου, εκ μέρους φυσικού ή νομικού προσώπου μέσω αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, εξαρτάται από το αν υφίσταται ή θα υφίστατο δυνατότητα προσβολής της πράξεως αυτής ευθέως βάσει του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ενώπιον του Πρωτοδικείου.
17 – Η απευθυνόμενη στο οικείο κράτος μέλος απόφαση της Επιτροπής μνημόνευε ρητώς τον δικαιούχο της επίμαχης ατομικής ενισχύσεως και το εν λόγω κράτος μέλος είχε κοινοποιήσει την απόφαση στον δικαιούχο, διευκρινίζοντας ότι αυτός μπορούσε να ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως κατά της ως άνω αποφάσεως.
18 – Βλ., επ’ αυτού, απόφαση της 5ης Ιουνίου 1996, T-398/94, Kahn Scheppvaart (Συλλογή 1996, σ. II-477, σκέψη 39). Στην υπόθεση αυτή, η οποία αφορούσε απόφαση περί μη διατυπώσεως αντιρρήσεων έναντι καθεστώτος ενισχύσεων το οποίο συνίστατο σε τομεακά φορολογικά μέτρα, το Πρωτοδικείο αποφάνθηκε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έδιδε την εντύπωση, σε σχέση με τους δυνητικούς δικαιούχους των μέτρων αυτών, ότι αποτελούσε μέτρο γενικής ισχύος που κάλυπτε αντικειμενικώς προσδιορισμένες καταστάσεις και είχε έννομα αποτελέσματα για μια κατηγορία προσώπων περιγραφείσα κατά γενικό και αφηρημένο τρόπο. Επομένως, οι ως άνω δυνητικοί δικαιούχοι δεν είχαν ενεργητική νομιμοποίηση προς άσκηση προσφυγής δυνάμει του άρθρου 230 ΕΚ. Η νομολογία αυτή πρέπει να διακρίνεται από εκείνη που αφορά αποφάσεις περί μη διατυπώσεως αντιρρήσεων έναντι ατομικής ενισχύσεως χορηγηθείσας χωρίς να κινηθεί η επίσημη διαδικασία εξετάσεως, για τις οποίες οι προϋποθέσεις ενεργητικής νομιμοποιήσεως τρίτων απαμβλύνθηκαν από το Δικαστήριο (βλ. αποφάσεις της 15ης Ιουνίου 1993, C-225/91, Matra κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. I‑3203, και της 9ης Σεπτεμβρίου 2003, C‑198/01, Cook κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. I‑2487).
19 – Απόφαση της 21ης Νοεμβρίου 1991, C-354/90, Fédération Nationale du Commerce Extérieur des Produits Alimentaires et Syndicat National des Négociants et Transformateurs de Saumon, η οποία είναι γνωστή ως «FNCE», (Συλλογή 1991, σ. I-5505, σκέψη 14), απόφαση της 11ης Ιουλίου 1996, C-39/94, SFEI κ.λπ. (Συλλογή 1996, σ. I-3547, σκέψη 42), και απόφαση της 17ης Ιουνίου 1999, C‑295/97, Piaggio (Συλλογή 1999, σ. I-3735, σκέψη 31).
20 – Βλ., π.χ., απόφαση Piaggio, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 19, σκέψη 48. Το άρθρο 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού (ΕΚ) 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 93 της Συνθήκης ΕΚ (EE L 83, σ. 1) (στο εξής: κανονισμός αφορών τη διαδικασία) ορίζει ότι ως «“νέα ενίσχυση” νοείται κάθε ενίσχυση, δηλαδή τα καθεστώτα ενισχύσεων και ατομικές ενισχύσεις, οι οποίες δεν αποτελούν υφιστάμενη ενίσχυση, καθώς και οι μεταβολές υφιστάμενων ενισχύσεων.»
21 – Τα ατομικά μέτρα χορηγήσεως ενισχύσεως υλοποιούν απλώς το γενικό καθεστώς ενισχύσεων. Δεδομένου ότι οι παράγοντες που οφείλει να λαμβάνει υπόψη η Επιτροπή κατά την αξιολόγηση της εν λόγω ενισχύσεως είναι ίδιοι με αυτούς που χρησιμοποίησε κατά την εξέταση του γενικού καθεστώτος, παρέλκει η υποβολή των ατομικών ενισχύσεων στην κρίση της Επιτροπής.
22 – Βλ. άρθρο 4, παράγραφος 3, του αφορώντος τη διαδικασία κανονισμού.
23 – Η επίσημη διαδικασία εξετάσεως κινείται οσάκις η Επιτροπή έχει αμφιβολίες ως προς το αν η κοινοποιηθείσα ενίσχυση συμβιβάζεται με την κοινή αγορά (βλ. άρθρο 4, παράγραφος 4, του αφορώντος τη διαδικασία κανονισμού).
24 – Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 21ης Μαρτίου 1991, C-303/88, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1991, σ. I-1433, σκέψη 34).
25 – Βλ. απόφαση Matra κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 18, σκέψη 25.
26 – Βλ., π.χ., διάταξη του Δικαστηρίου (πέμπτο τμήμα) της 24ης Ιουλίου 2003, C‑297/01, Sicilcassa (Συλλογή 2003, σ. I-7849, σκέψη 47).
27 – Βλ., επ’ αυτού, απόφαση της 21ης Μαΐου 1980, 73/79, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή τόμος 1980/ΙΙ, σ. 137, σκέψη 11), απόφαση Matra κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 18, σκέψη 41 και απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2000, C-156/98, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. I‑6857, σκέψη 78).
28 – Βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Fennelly στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-15/98 και C-105/99, Ιταλία και Sardegna Lines κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. I-8855, σημείο 78).
29 – Επ’ αυτού, πρέπει να υπομνηστεί ότι το Δικαστήριο, κατά το παρελθόν, έχει κρίνει άκυρη μια απόφαση της Επιτροπής εκδοθείσα δυνάμει του άρθρου 88 ΕΚ για τον λόγο ότι η μεταβατική διάταξη που περιείχε η εν λόγω απόφαση παραβίαζε την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως (βλ. απόφαση της 22ας Ιουνίου 2006, C‑182/03 και C-217003, Βέλγιο και Forum 187 ASBL κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. I‑5479, σκέψεις 168 έως 174).
30 – Διάταξη της 21ης Νοεμβρίου 2005, T-426/04, Tramarin (Συλλογή 2005, σ. II‑4765).
31 – Πέραν, βεβαίως, της δυνατότητας της Επιτροπής να αποφασίσει ότι το κοινοποιηθέν μέτρο δεν συνιστά ενίσχυση.
32 – Βλ. απόφαση της 24ης Σεπτεμβρίου 2002, C-74/00P και C-75/00P, Falck και Acciaierie di Bolzano (Συλλογή 2002, σ. I-7869, σκέψεις 168 έως 171), απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 1996, C-241/94, Γαλλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. I‑4551, σκέψη 33), και απόφαση της 10ης Ιουλίου 1986, 234/84, Βέλγιο κατά Επιτροπής η οποία είναι γνωστή ως «Meura») (Συλλογή 1986, σ. 2263, σκέψη 16).
33 – Βλ. επ’ αυτού, π.χ., απόφαση Falck και Acciaierie di Bolzano, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 32, σκέψη 169.
34 – Συγκεκριμένα, τίποτε δεν εμποδίζει τους εν δυνάμει θιγομένους να υποβάλουν πληροφοριακά στοιχεία στην Επιτροπή κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής έρευνας και, στην περίπτωση αυτή, η Επιτροπή οφείλει να λάβει τα εν λόγω στοιχεία υπόψη [βλ., επ’ αυτού, απόφαση της 3ης Μαΐου 2001, C-204/97, Πορτογαλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2001, σ. I-3175, σκέψη 35)].
35 – Βλ., επ’ αυτού, απόφαση της 20ής Μαρτίου 1984, 84/82, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1984, σ. 1451, σκέψη 13), και απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 1984, 91/83 και 127/83, Heineken (Συλλογή 1984, σ. 3435, σκέψη 15).
36 – Βλ., επ’ αυτού, απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2005, C-276/03 P, Scott κατά Επιτροπής (Συλλογή 2005, σ. I-8437, σκέψη 33).
37 – Βλ., επ’ αυτού, απόφαση Ιταλία και Sardegna Lines κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 28, απόφαση της 14ης Οκτωβρίου 1987, 248/84, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1987, σ. 4013, σκέψη 18), και απόφαση της 17ης Ιουνίου 1999, C-75/97, Βέλγιο κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. I-3671, σκέψη 48).
38 – Αυτό ίσχυε στην υπόθεση Βέλγιο και Forum 187 ASBL κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 29, σκέψεις 168 έως 174. Στην εν λόγω υπόθεση, η Επιτροπή έλαβε αρνητική απόφαση σχετικά με καθεστώς υφιστάμενων ενισχύσεων που αφορούσαν συντονιστικά κέντρα τα οποία ιδρύθηκαν δυνάμει της βελγικής νομοθεσίας. Για μια πιο πρόσφατη εφαρμογή της ίδιας συλλογιστικής, βλ. απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2007, T-348/03, Koninklijke Frieslands Food κατά Επιτροπής (που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή).
39 – Βλ., επ’ αυτού, απόφαση της 14ης Ιανουαρίου 2004, T-109/01, Fleuren Compost κατά Επιτροπής (Συλλογή 2004, σ. II-127, σκέψη 75).
40 – Το Δικαστήριο έκρινε κατ’ επανάληψη ότι, προκειμένου μια ενίσχυση να εμπίπτει σε μία από τις παρεκκλίσεις που προβλέπει το άρθρο 87, παράγραφος 3, ΕΚ, η εν λόγω ενίσχυση όχι μόνον πρέπει να συμμορφώνεται προς έναν από τους σκοπούς που εκτίθενται στο άρθρο 87, παράγραφος 3, στοιχεία α΄, β΄, γ΄ ή δ΄, ΕΚ, αλλά πρέπει, επίσης, να είναι αναγκαία για την επίτευξη των σκοπών αυτών [βλ. απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 1980, 730/79, Philip Morris κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1980/III, σ. 13, σκέψη 17)].
41 – EE 1998, C 74, σ. 9. Στο τρίτο εδάφιο του σημείου 4.2 των κατευθυντηρίων γραμμών διευκρινίζεται ότι «τα καθεστώτα ενισχύσεων πρέπει να προβλέπουν ότι η αίτηση ενίσχυσης πρέπει να υποβάλλεται προτού αρχίσει η εκτέλεση των σχεδίων».
42 – Βλ., κατ’ αναλογία, τη νομολογία σύμφωνα με την οποία τα άρθρα 87 ΕΚ και 88 ΕΚ θα έχαναν μεγάλο μέρος της πρακτικής αποτελεσματικότητάς τους, αν τα κράτη μέλη μπορούσαν να επικαλεσθούν την πταισματική συμπεριφορά τους, η οποία ενδεχομένως δημιούργησε δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των δυνητικών δικαιούχων ενισχύσεως, προκειμένου να στερηθούν κάθε αποτελεσματικότητας οι αποφάσεις της Επιτροπής που εκδόθηκαν δυνάμει των εν λόγω διατάξεων της Συνθήκης (βλ., π.χ., απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 1990, C-5/89, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 1990, σ. I-3437, σκέψη 17).
43 – Από της εκδόσεως της αποφάσεως της 13ης Μαρτίου 1968, 5/67, Beus κατά Hauptzollamt München (Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 705). Βλ., π.χ., απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 1998, C‑284/94, Ισπανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. I‑7309, σκέψη 28).
Full & Egal Universal Law Academy