ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
YVES BOT
της 27ης Νοεμβρίου 2007 1(1)
Υπόθεση C‑420/06
Rüdiger Jager
κατά
Amt für Landwirtschaft Bützow
[αίτηση του Verwaltungsgericht Schwerin (Γερμανία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Κοινή γεωργική πολιτική – Πριμοδότηση για θηλάζουσες αγελάδες – Ενιαία ενίσχυση – Πολλαπλή συμμόρφωση – Αρχή της αναδρομικής εφαρμογής των ηπιότερων διοικητικών κυρώσεων – Άρθρο 2, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 2988/95 – Προϋποθέσεις εφαρμογής»
1. Αντικείμενο της παρούσας αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως είναι οι περιορισμοί στους οποίους υπόκειται η αρχή της αναδρομικής εφαρμογής της ηπιότερης ποινής, αρχή την οποία έθεσε το άρθρο 2, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 2988/95 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1995, σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (2), και την οποία αναγνώρισε ακολούθως η νομολογία του Δικαστηρίου (3), μετά τη μεταρρύθμιση της κοινής γεωργικής πολιτικής του 2003.
2. Ακριβέστερα, με την παρούσα αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως ζητείται να διευκρινιστεί αν ένας γεωργός μπορεί να επικαλεστεί την αρχή αυτή προκειμένου να εφαρμοστεί στην περίπτωσή του ρύθμιση περί επιβολής κυρώσεων μεταγενέστερη των παρατυπιών που αυτός διέπραξε, όταν η ρύθμιση αυτή αποτελεί μέρος ενός τροποποιημένου νομοθετικού πλαισίου, το οποίο προήλθε, εν προκειμένω, από τη μεταρρύθμιση της κοινής γεωργικής πολιτικής του 2003. Πράγματι, αυτό το νέο νομοθετικό πλαίσιο προβλέπει στο εξής σύστημα στηρίξεως όχι πλέον της παραγωγής, αλλά του παραγωγού υπό τη μορφή μιας ενιαίας ενισχύσεως η χορήγηση της οποίας εξαρτάται από την τήρηση ορισμένων κανόνων και απαιτήσεων που προβλέπει η κοινοτική νομοθεσία σε τομείς όπως είναι το περιβάλλον, η δημόσια υγεία, καθώς και η υγεία των ζώων και των φυτών.
3. Προς τούτο, καλείται το Δικαστήριο να ερμηνεύσει σειρά άρθρων του κανονισμού (ΕΚ) 796/2004 της Eπιτροπής, της 21ης Απριλίου 2004, σχετικά με τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή της πολλαπλής συμμόρφωσης, της διαφοροποίησης και του ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης και ελέγχου που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΚ) 1782/2003 του Συμβουλίου για τη θέσπιση κοινών κανόνων για τα καθεστώτα άμεσης στήριξης στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής και για τη θέσπιση ορισμένων καθεστώτων στήριξης για τους γεωργούς (4), καθώς επίσης το άρθρο 2, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 2988/95.
4. Η παρούσα αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως υποβλήθηκε στο πλαίσιο εκδικάσεως διαφοράς μεταξύ του R. Jager, γεωργού, και του Amt für Landwirtschaft Bützow (υπηρεσίας γεωργίας του Bützow, στο εξής: Amt), κατόπιν απορρίψεως αιτήσεως για την καταβολή πριμοδοτήσεως για θηλάζουσες αγελάδες για το έτος 2001. Ως αιτιολογία της απορρίψεως αυτής προβλήθηκε η ύπαρξη παρατυπιών σε σχέση με την ταυτοποίηση και την καταγραφή βοοειδών για τα οποία δεν υποβλήθηκε αίτηση καταβολής ενισχύσεως.
5. Κατωτέρω, θα εξηγήσω για ποιον λόγο το άρθρο 2, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 2988/95 πρέπει, κατά την άποψή μου, να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι το καθεστώς των κυρώσεων που προβλέπουν τα άρθρα 66 και 67 του κανονισμού 796/2004 δεν εφαρμόζεται αναδρομικά σε αίτηση για την καταβολή ενισχύσεως η οποία εμπίπτει ratione temporis στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 3887/92 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 1992, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής του ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης και ελέγχου σχετικά με ορισμένα καθεστώτα κοινοτικών ενισχύσεων (5).
I – Το νομικό πλαίσιο
Α – Το κοινοτικό δίκαιο
1. Ταυτοποίηση και καταγραφή των βοοειδών
6. Ο κανονισμός (ΕΚ) 1760/2000 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Ιουλίου 2000, για τη θέσπιση συστήματος αναγνώρισης [ταυτοποίησης] και καταγραφής των βοοειδών και την επισήμανση του βοείου κρέατος και των προϊόντων με βάση το βόειο κρέας, καθώς και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) 820/97 του Συμβουλίου (6), περιλαμβάνει, ιδίως στα άρθρα του 4 και 7, διατάξεις σχετικά με την ταυτοποίηση και την καταγραφή των βοοειδών. Κατά το άρθρο 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 1760/2000, οι παραπομπές στον κανονισμό 820/97 νοούνται ως παραπομπές στον κανονισμό 1760/2000.
2. Εξέλιξη των συστημάτων ενισχύσεων για βοοειδή
7. Κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 1254/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος (7), στον παραγωγό που έχει στην εκμετάλλευσή του θηλάζουσες αγελάδες μπορεί να χορηγηθεί, κατόπιν αιτήσεώς του, πριμοδότηση διατηρήσεως αγέλης θηλαζουσών αγελάδων (πριμοδότηση για θηλάζουσες αγελάδες).
8. Κατά το άρθρο 21 του κανονισμού αυτού, για να υπάρχει δικαίωμα για άμεσες ενισχύσεις δυνάμει του παρόντος κεφαλαίου, το ζώο πρέπει να εξατομικεύεται και να καταγράφεται σύμφωνα με τον κανονισμό 820/97.
9. Από 1ης Ιανουαρίου 2005, οι ανωτέρω διατάξεις του κανονισμού 1254/1999 καταργήθηκαν και αντικαταστάθηκαν από τον κανονισμό (ΕΚ) 1782/2003 του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2003, για τη θέσπιση κοινών κανόνων για τα καθεστώτα άμεσης στήριξης στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής και για τη θέσπιση ορισμένων καθεστώτων στήριξης για τους γεωργούς και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΟΚ) 2019/93, (ΕΚ) 1452/2001, (ΕΚ) 1453/2001, (ΕΚ) 1454/2001, (ΕΚ) 1868/94, (ΕΚ) 1251/1999, 1254/1999, (ΕΚ) 1673/2000, (ΕΟΚ) 2358/71 και (ΕΚ) 2529/2001 (8).
10. Η εικοστή τέταρτη και η εικοστή πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1782/2003 εκθέτουν τα κύρια χαρακτηριστικά της μεταρρυθμίσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής που εισήγαγε ο κανονισμός αυτός. Οι αιτιολογικές αυτές σκέψεις έχουν ως εξής:
«Η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της κοινοτικής γεωργίας και η προώθηση προτύπων για την ποιότητα των τροφίμων και το περιβάλλον συνεπάγεται κατ' ανάγκη μείωση των θεσμικών τιμών για τα γεωργικά προϊόντα με ταυτόχρονη αύξηση του κόστους παραγωγής για τις κοινοτικές γεωργικές εκμεταλλεύσεις. Προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι αυτοί και να προωθηθεί μια αειφόρος γεωργία που θα είναι περισσότερο προσανατολισμένη προς τις αγορές, απαιτείται να ολοκληρωθεί η μετάβαση από τη στήριξη της παραγωγής στη στήριξη του παραγωγού μέσω της εισαγωγής συστήματος εισοδηματικής ενίσχυσης, αποσυνδεδεμένης από την παραγωγή για κάθε γεωργική εκμετάλλευση. Παρόλο που η αποσύνδεση δεν θα μεταβάλει τα ποσά που καταβάλλονται σήμερα στους γεωργούς, θα αυξήσει σημαντικά την αποτελεσματικότητα της ενίσχυσης του εισοδήματος. Κατά συνέπεια, κρίνεται σκόπιμο η ενιαία ενίσχυση ανά γεωργική εκμετάλλευση να εξαρτάται από την πολλαπλή συμμόρφωση προς κριτήρια περιβαλλοντικά, ασφάλειας των τροφίμων, καλής υγείας και μεταχείρισης των ζώων, καθώς και διατήρησης της γεωργικής εκμετάλλευσης σε καλή γεωργική και περιβαλλοντική κατάσταση.
Ένα τέτοιο σύστημα θα πρέπει να ενσωματώσει αρκετές υφιστάμενες άμεσες ενισχύσεις που λαμβάνει ο γεωργός από διάφορα καθεστώτα, σε μία ενιαία ενίσχυση που θα καθορίζεται με βάση τα προηγούμενα δικαιώματα κατά τη διάρκεια μιας περιόδου αναφοράς, τα οποία θα είναι προσαρμοσμένα προκειμένου να λαμβάνουν υπόψη την πλήρη εφαρμογή των μέτρων που εισήχθησαν στα πλαίσια του προγράμματος δράσης 2000 και τις περαιτέρω προσαρμογές των ποσών των ενισχύσεων που εισάγονται από τον παρόντα κανονισμό.»
11. Ο τίτλος ΙΙΙ του κανονισμού 1782/2003 θέτει ορισμένους κανόνες σε σχέση με το σύστημα της ενιαίας ενισχύσεως. Στο πλαίσιο του συστήματος αυτού, οι ενισχύσεις που καταβάλλονται απευθείας στους γεωργούς χορηγούνται κυρίως υπό μορφή μιας ενιαίας ενισχύσεως κατ’ έτος η οποία αντικαθιστά την πλειονότητα των προϋφιστάμενων άμεσων ενισχύσεων.
12. Για τον καθορισμό του εφαρμοστέου συστήματος ενιαίας ενισχύσεως, ο κανονισμός 1782/2003 παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να επιλέξουν μεταξύ πλειάδας δυνατοτήτων εκ των οποίων οι κυριότερες είναι οι ακόλουθες (9).
13. Η βασική προσέγγιση έχει ιστορικό χαρακτήρα υπό την έννοια ότι η ενιαία ενίσχυση που χορηγείται κατ’ έτος σ’ έναν γεωργό υπολογίζεται βάσει ενός ποσού αναφοράς το οποίο αντιστοιχεί, κατά το άρθρο 37, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, στον μέσο όρο των συνολικών ποσών ενισχύσεων που χορηγήθηκαν σ’ έναν γεωργό σε διάστημα τριών ετών βάσει των συστήματων στηρίξεως που μνημονεύει το παράρτημα VI του εν λόγω κανονισμού (10), το οποίο υπολογίζεται και αναπροσαρμόζεται, κατά το παράρτημα VII του ιδίου κανονισμού, κατά τη διάρκεια κάθε ημερολογιακού έτους μιας περιόδου αναφοράς. Κατά το άρθρο 38 του κανονισμού 1782/2003, η περίοδος αυτή περιλαμβάνει τα ημερολογιακά έτη 2000, 2001 και 2002. Ακολούθως, ο γεωργός αποκτά ορισμένα δικαιώματα για την καταβολή ενισχύσεως. Κατά κανόνα, κάθε δικαίωμα υπολογίζεται διαιρουμένου του ποσού αναφοράς με τον αριθμό εκταρίων που αφορούν οι ενισχύσεις κατά τα έτη αναφοράς (11).
14. Τα κράτη μέλη μπορούν να επιλέξουν την περιφερειοποίηση του συστήματος, στοιχείο της οποίας αποτελούν τα κατ’ αποκοπήν ποσοστά (12). Στην περίπτωση αυτή, τα ποσά αναφοράς υπολογίζονται όχι στο επίπεδο ενός εκάστου γεωργού, αλλά σε περιφερειακό επίπεδο. Τα ποσά αυτά αντιστοιχούν στο ύψος των ενισχύσεων που εισέπραξαν οι γεωργοί στην οικεία περιφέρεια κατά την περίοδο αναφοράς. Επομένως, τα περιφερειακά ποσά αναφοράς διαιρούνται διά του αριθμού των επιλέξιμων εκταρίων που έχουν δηλώσει οι γεωργοί της οικείας περιφέρειας κατά το έτος εισαγωγής του συστήματος ενιαίας ενισχύσεως, προκειμένου να καθοριστεί η αξία ενός ενιαίου δικαιώματος στην περιφέρεια αυτή. Σε κάθε γεωργό αναγνωρίζεται ένας ορισμένος αριθμός δικαιωμάτων (κατ’ αποκοπήν ποσοστό) ο οποίος αντιστοιχεί στον αριθμό των επιλέξιμων εκταρίων που δηλώθηκαν κατά το έτος εισαγωγής του συστήματος της ενιαίας ενισχύσεως. Απαιτείται, επομένως, μία ορισμένη αναδιανομή των ενισχύσεων μεταξύ των γεωργών.
15. Τέλος, τα κράτη μέλη μπορούν, σε ορισμένες περιπτώσεις, να εφαρμόσουν ένα μικτό σύστημα το οποίο να συνδυάζει την κατανομή που στηρίζεται στην ιστορική βάση και την ανά περιφέρεια κατανομή που στηρίζεται σε κατ’ αποκοπήν ποσοστά.
16. Το σύστημα της ενιαίας ενισχύσεως χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι πρόκειται για μία ενίσχυση ανεξάρτητη από την παραγωγή. Πρόκειται για την αποκαλούμενη «αποσύνδεση των ενισχύσεων». Αυτή η αποσύνδεση μπορεί να είναι πλήρης ή μερική.
17. Στην περίπτωση της μερικής αποσυνδέσεως, τα κράτη μέλη επιλέγουν να μην εφαρμόσουν παρά μόνον εν μέρει το σύστημα της ενιαίας ενισχύσεως διατηρώντας ορισμένες άμεσες ενισχύσεις οι οποίες συνδέονται με την παραγωγή (13).
18. Όσον αφορά, π.χ., τις ενισχύσεις βοείου κρέατος, το άρθρο 68, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, πρώτη περίπτωση, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1782/2003 επιτρέπει στα κράτη μέλη να παρακρατήσουν έως και το 100 % της κατά το άρθρο 41 του εν λόγω κανονισμού συνιστώσας των εθνικών ανώτατων ορίων το οποίο αντιστοιχεί στην πριμοδότηση θηλαζουσών αγελάδων.
19. Αυτά τα συστήματα ενισχύσεων που συνδέονται με την παραγωγή αποτελούν το αντικείμενο του τίτλου IV του εν λόγω κανονισμού που επιγράφεται «Άλλα καθεστώτα ενίσχυσης». Το άρθρο 125 του κανονισμού 1782/2003, το οποίο εντάσσεται στον ως άνω τίτλο IV, προβλέπει τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση της πριμοδοτήσεως για θηλάζουσες αγελάδες. Εξάλλου, το άρθρο 138 του ως άνω κανονισμού, το οποίο επίσης εντάσσεται στον ίδιο τίτλο, ορίζει ότι, για να υπάρχει δικαίωμα για άμεσες ενισχύσεις, όπως είναι η πριμοδότηση για θηλάζουσες αγελάδες, το ζώο πρέπει να εξατομικεύεται και να καταγράφεται σύμφωνα με τον κανονισμό 1760/2000.
20. Πέραν της ενιαίας ενισχύσεως, το άλλο θεμελιώδες χαρακτηριστικό της μεταρρυθμίσεως του 2003 έγκειται σ’ αυτό που ο κοινοτικός νομοθέτης χαρακτήρισε «πολλαπλή συμμόρφωση», ως προϋπόθεση χορηγήσεως των ενισχύσεων.
21. Ειδικότερα, ο τίτλος ΙΙ του κανονισμού 1782/2003, που επιγράφεται «Γενικές διατάξεις», περιλαμβάνει το κεφάλαιο 1, το οποίο επιγράφεται «Πολλαπλή συμμόρφωση», του οποίου το άρθρο 3, παράγραφος 1, προβλέπει ότι κάθε γεωργός που λαμβάνει άμεσες ενισχύσεις οφείλει να εφαρμόζει τις κανονιστικές απαιτήσεις διαχειρίσεως που αναφέρει το παράρτημα ΙΙΙ του ιδίου ως άνω κανονισμού, καθώς και να τηρεί τις ορθές γεωργικές και περιβαλλοντικές συνθήκες που καθορίζουν τα κράτη μέλη δυνάμει του άρθρου 5 του ως άνω κανονισμού.
22. Οι κανονιστικές απαιτήσεις διαχειρίσεως περιλαμβάνουν συνολικά 18 κανονισμούς και οδηγίες που αφορούν το περιβάλλον, τη δημόσια υγεία, καθώς και την υγεία των ζώων και των φυτών.
23. Μεταξύ των κανονιστικών αυτών απαιτήσεων που πρέπει να τηρούνται, το σημείο Α, σημείο 8, του παραρτήματος ΙΙΙ του κανονισμού 1782/2003 μνημονεύει τα άρθρα 4 και 7 του κανονισμού 1760/2000.
24. Επιπλέον, κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 1782/2003, τα κράτη μέλη πρέπει να μεριμνούν ώστε κάθε γεωργική γη, και ιδιαίτερα γη η οποία δεν χρησιμοποιείται πλέον για παραγωγικούς σκοπούς, να διατηρείται σε καλή γεωργική και περιβαλλοντική κατάσταση. Έτσι, τα κράτη μέλη πρέπει να καθορίζουν, σε εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο, βάσει ενός πλαισίου το οποίο καθορίζει το παράρτημα IV του ιδίου αυτού κανονισμού, ορισμένες στοιχειώδεις απαιτήσεις για τις ορθές γεωργικές και περιβαλλοντικές απαιτήσεις. Αυτές οι στοιχειώδεις απαιτήσεις πρέπει, π.χ., να σκοπούν στην προστασία των εδαφών μέσω κατάλληλων μέτρων προκειμένου να αποφευχθεί η διάβρωσή τους ή ακόμη στη διατήρηση των επιπέδων οργανικών ουσιών του εδάφους μέσω πρόσφορων μεθόδων.
3. Εξέλιξη των κανόνων που διέπουν τις μειώσεις και τους αποκλεισμούς που εφαρμόζονται σε περίπτωση παρατυπιών.
25. Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3508/92 του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 1992, για τη θέσπιση ενός ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης και ελέγχου σχετικά με ορισμένα καθεστώτα κοινοτικών ενισχύσεων (14), εφαρμόζεται, δυνάμει του άρθρου του 1, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, σημείο i, στο σύστημα των πριμοδοτήσεων για θηλάζουσες αγελάδες.
26. Ο κανονισμός 3887/92 καθορίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής του ολοκληρωμένου συστήματος διαχειρίσεως και ελέγχου.
27. Το άρθρο 10γ του κανονισμού αυτού ορίζει τους κανόνες που ισχύουν στην περίπτωση της μειώσεως των ενισχύσεων λόγω μη τηρήσεως των κοινοτικών απαιτήσεων περί αναγνωρίσεως και καταγραφής των βοοειδών για τα οποία δεν υποβλήθηκε αίτηση ενισχύσεως. Το άρθρο αυτό έχει ως εξής:
«1. Όσον αφορά τα βοοειδή, εκτός αυτών τα οποία καλύπτονται από το άρθρο 10β, εφόσον με τους επιτόπιους ελέγχους αποκαλυφθεί ότι ο αριθμός των επιλέξιμων για κοινοτικές ενισχύσεις ζώων τα οποία ευρίσκονται στην εγκατάσταση δεν αντιστοιχεί:
α) με τον αριθμό των ζώων που κοινοποιήθηκαν στην ηλεκτρονική βάση δεδομένων, σύμφωνα με το άρθρο 7 του κανονισμού (ΕΚ) 820/97·
β) με τον αριθμό των ζώων που έχουν εγγραφεί στο μητρώο της εκμετάλλευσης, σύμφωνα με το άρθρο 7 του κανονισμού (ΕΚ) 820/97·
γ) με τον αριθμό των διαβατηρίων των ζώων που ευρίσκονται στην εκμετάλλευση, σύμφωνα με το άρθρο 6 του κανονισμού (ΕΚ) 820/97,
μειώνεται αναλογικώς, εκτός από περιπτώσεις ανωτέρας βίας, το συνολικό ποσό της ενίσχυσης που χορηγείται στον αιτούντα, στο πλαίσιο του οικείου καθεστώτος ενισχύσεων, για το δωδεκάμηνο διάστημα πριν από τον επιτόπιο έλεγχο με τον οποίο διαπιστώθηκαν οι ανωτέρω διαφορές.
Η μείωση υπολογίζεται με βάση τον αριθμό όλων των ζώων που υπάγονται στο οικείο καθεστώς ή των εγγραφών στην ηλεκτρονική βάση δεδομένων σύμφωνα με το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΚ) 820/97, ή τον αριθμό των διαβατηρίων ή των εγγραφών στο μητρώο της εκμετάλλευσης, όποια από τις ανωτέρω αριθμητικές τιμές είναι η μικρότερη.
[…]
3. Αν η διαφορά που διαπιστώνεται κατά τον επιτόπιο έλεγχο είναι μεγαλύτερη από το 20 % του αριθμού των επι.λέξιμων ζώων δεν χορηγείται καμία πριμοδότηση για τους 12 μήνες που προηγούνται του επιτόπιου ελέγχου.»
28. Ο κανονισμός 3887/92 καταργήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 2419/2001 της Επιτροπής, της 11ης Δεκεμβρίου 2001, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης και ελέγχου για ορισμένα καθεστώτα κοινοτικών ενισχύσεων που θεσπίστηκαν με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3508/92 του Συμβουλίου (15). Εντούτοις, κατά το άρθρο 53, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 2419/2001, ο κανονισμός 3887/92 εξακολουθεί να ισχύει για τις αιτήσεις χορηγήσεως ενισχύσεως που αφορούν τις περιόδους εμπορίας ή τις περιόδους πριμοδοτήσεως που λήγουν πριν από την 1η Ιανουαρίου 2002.
29. Τα άρθρα 36 έως 43 του κανονισμού 2419/2001, που εντάσσονται στον τίτλο IV του κανονισμού αυτού ο οποίος επιγράφεται «Βάση για τον υπολογισμό της ενίσχυσης, των μειώσεων και των αποκλεισμών», προβλέπουν τους κανόνες που ισχύουν στην περίπτωση διαπιστώσεων σε σχέση με αιτήσεις για κτηνοτροφικές ενισχύσεις. Το άρθρο 38 του κανονισμού αυτού περιλαμβάνει, συναφώς, τις διατάξεις που αφορούν τις μειώσεις και τους αποκλεισμούς που ισχύουν επί των βοοειδών για τα οποία υποβλήθηκε αίτηση για τη χορήγηση ενισχύσεως. Το δε άρθρο 39, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του εν λόγω κανονισμού, που επιγράφεται «Μη συμμόρφωση με τις διατάξεις που αφορούν την αναγνώριση και καταγραφή βοοειδών για τα οποία δεν έχει υποβληθεί αίτηση ενίσχυσης», προβλέπει τα εξής:
«Εάν, κατόπιν επιτόπιων ελέγχων που αφορούν βοοειδή για τα οποία δεν έχει υποβληθεί αίτηση ενίσχυσης, διαπιστωθούν περιπτώσεις μη συμμόρφωσης με τις διατάξεις του συστήματος αναγνώρισης και καταγραφής βοοειδών, το συνολικό ποσό της ενίσχυσης το οποίο δικαιούται ο γεωργός σύμφωνα με το άρθρο 36, παράγραφος 3, στο πλαίσιο των καθεστώτων ενίσχυσης για τα βοοειδή για τη σχετική περίοδο πριμοδότησης, ενδεχομένως μετά την εφαρμογή των μειώσεων σύμφωνα με το άρθρο 38, μειώνεται, πλην περιπτώσεων ανωτέρας βίας ή έκτακτων περιστάσεων κατά την έννοια του άρθρου 48, κατά ένα ποσό που υπολογίζεται βάσει του τύπου που παρατίθεται στην παράγραφο 2.»
30. Ο κανονισμός (ΕΚ) 118/2004 της Επιτροπής, της 23ης Ιανουαρίου 2004 (16), τροποποίησε τον κανονισμό 2419/2001, προσθέτοντας μεταξύ άλλων την ακόλουθη περίοδο στο τέλος του άρθρου 39, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, αυτού του τελευταίου κανονισμού:
«Ωστόσο, η μείωση του ποσού της ενίσχυσης δεν πρέπει να υπερβαίνει το 20 % του εν λόγω συνολικού ποσού το οποίο δικαιούται να λάβει ο γεωργός.»
31. Ο κανονισμός 2419/2001 καταργήθηκε με τον κανονισμό 796/2004 ο οποίος, πρέπει να υπενθυμίσω, περιέχει τους λεπτομερείς κανόνες για την εφαρμογή της πολλαπλής συμμορφώσεως, της διαφοροποιήσεως και του ολοκληρωμένου συστήματος διαχειρίσεως και ελέγχου που προβλέπει ο κανονισμός 1782/2003.
32. Το άρθρο 81, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 796/2004 ορίζει ότι ο κανονισμός αυτός εφαρμόζεται στις αιτήσεις για τη χορήγηση ενισχύσεως, οι οποίες αφορούν περιόδους εμπορίας ή πριμοδοτήσεως που αρχίζουν την 1η Ιανουαρίου 2005, ο δε κανονισμός 2419/2001 εξακολουθεί να ισχύει για τις αιτήσεις για τη χορήγηση ενισχύσεως που αφορούν περιόδους εμπορίας ή πριμοδοτήσεως που αρχίζουν πριν από την ημερομηνία αυτή, δυνάμει του άρθρου 80, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίοδος, αυτού του πρώτου κανονισμού.
33. Ο τίτιλος IV του εν λόγω κανονισμού περιέχει τους κανόνες που διέπουν τη βάση υπολογισμού, τις μειώσεις και τους αποκλεισμούς.
34. Τα άρθρα 57 έως 63 του κανονισμού αυτού, που περιλαμβάνονται στον τίτλο IV, κεφάλαιο I, το οποίο επιγράφεται «Διαπιστώσεις σχετικές με τα κριτήρια επιλεξιμότητας», περιέχουν τους κανόνες που ισχύουν στις πριμοδοτήσεις για ζώα. Στο πλαίσιο αυτό, το άρθρο 59 του εν λόγω κανονισμού καθορίζει τις μειώσεις και τους αποκλεισμούς που ισχύουν επί των βοοειδών για τα οποία υποβλήθηκαν αιτήσεις για τη χορήγηση ενισχύσεως.
35. Τα δε άρθρα 66 και 67 του κανονισμού 796/2004, που περιλαμβάνονται στον τίτλο IV, κεφάλαιο ΙΙ, που επιγράφεται «Διαπιστώσεις σχετικές με την πολλαπλή συμμόρφωση», ορίζουν τους κανόνες που ισχύουν σε περίπτωση μη τηρήσεως των απαιτήσεων και των κανόνων που αποτελούν μέρος της πολλαπλής συμμορφώσεως.
36. Τα δύο αυτά άρθρα συνιστούν εφαρμογή του άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 1782/2003, που προβλέπει ότι, στις περιπτώσεις που δεν εφαρμόστηκαν οι κανονιστικές απαιτήσεις διαχείρισης ή δεν τηρήθηκαν οι ορθές γεωργικές και περιβαλλοντικές συνθήκες, ως αποτέλεσμα πράξης ή παράλειψης άμεσα αποδιδόμενης στον συγκεκριμένο γεωργό, το συνολικό ποσό των άμεσων ενισχύσεων που προβλέπεται να καταβληθούν κατά το ημερολογιακό έτος κατά το οποίο σημειώθηκε η μη εφαρμογή, και αφού εφαρμοστούν τα άρθρα 10 και 11 του ιδίου αυτού κανονισμού, μειώνεται ή ακυρώνεται, ήτοι κατόπιν εφαρμογής, αφενός, της διαφοροποιήσεως των άμεσων ενισχύσεων, και, αφετέρου, τυχόν αναπροσαρμογής των άμεσων ενισχύσεων για λόγους δημοσιονομικής πειθαρχίας.
37. Τα άρθρα 66 και 67 του κανονισμού 796/2004 προβλέπουν τα εξής:
«Άρθρο 66
Επιβολή μειώσεων σε περίπτωση αμέλειας
1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 71, εάν η προσδιορισθείσα μη συμμόρφωση οφείλεται σε αμέλεια του κατόχου της εκμετάλλευσης, επιβάλλεται μείωση στο συνολικό ποσό άμεσης ενίσχυσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 2, στοιχείο δ΄, του κανονισμού (ΕΚ) 1782/2003 [(17)], που έχει χορηγηθεί ή πρόκειται να χορηγηθεί στον συγκεκριμένο κάτοχο εκμετάλλευσης κατόπιν των αιτήσεων ενίσχυσης που υπέβαλε ή θα υποβάλει ακόμα κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους της διαπίστωσης. Η μείωση αυτή ανέρχεται, κατά κανόνα, σε 3 % του εν λόγω συνολικού ποσού.
Εντούτοις, ο οργανισμός πληρωμών δύναται, βασιζόμενος στην εκτίμηση που παρέχεται από την αρμόδια ελεγκτική αρχή στην έκθεση ελέγχου σύμφωνα με το άρθρο 48 παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, να αποφασίσει είτε να μειώσει το ανωτέρω ποσοστό σε 1 % ή να το αυξήσει σε 5 % του εν λόγω συνολικού ποσού ή, στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 48 παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, να μην επιβάλει καμία μείωση.
2. Όταν διαπιστώνονται περισσότερες της μιας καταστάσεις μη συμμόρφωσης προς διάφορες πράξεις ή πρότυπα για τον ίδιο τομέα πολλαπλής συμμόρφωσης, οι καταστάσεις αυτές θεωρούνται ως μία κατάσταση μη συμμόρφωσης για τον καθορισμό της μείωσης σύμφωνα με την παράγραφο 1.
3. Όταν διαπιστώνονται περισσότερες της μίας καταστάσεις μη συμμόρφωσης σε διαφορετικούς τομείς πολλαπλής συμμόρφωσης, η διαδικασία καθορισμού της μείωσης που περιγράφεται στην παράγραφο 1 εφαρμόζεται χωριστά για κάθε κατάσταση μη συμμόρφωσης και τα προκύπτοντα ποσοστά μείωσης αθροίζονται.
Ωστόσο, η μη συμμόρφωση με πρότυπο, το οποίο επίσης συνιστά απαίτηση, θεωρείται ότι αποτελεί μία κατάσταση μη συμμόρφωσης.
Τα προκύπτοντα ποσοστά μείωσης αθροίζονται. Η μέγιστη μείωση, ωστόσο, δεν υπερβαίνει το 5 % του συνολικού ποσού που αναφέρεται στην παράγραφο 1.
4. Με την επιφύλαξη των περιπτώσεων μη συμμόρφωσης εκ προθέσεως σύμφωνα με το άρθρο 67, όταν διαπιστώνεται επανειλημμένη μη συμμόρφωση, το ποσοστό που καθορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 για την πρώτη κατάσταση μη συμμόρφωσης, τριπλασιάζεται για την πρώτη επανάληψη. Προς τούτο, εάν το εν λόγω ποσοστό έχει καθοριστεί σύμφωνα με την παράγραφο 2, ο οργανισμός πληρωμών προσδιορίζει το ποσοστό που θα είχε εφαρμοστεί για την πρώτη κατάσταση μη συμμόρφωσης προς τη συγκεκριμένη απαίτηση ή πρότυπο.
Σε περίπτωση περαιτέρω επαναλήψεων, ο τριπλασιασμός εφαρμόζεται κάθε φορά στο ποσοστό μείωσης που έχει προκύψει για την προηγούμενη επανειλημμένη μη συμμόρφωση. Η μέγιστη μείωση δεν πρέπει, ωστόσο, να υπερβαίνει το 15 % του συνολικού ποσού που αναφέρεται στην παράγραφο 1.
Μόλις συμπληρωθεί το ανώτατο ποσοστό του 15 %, η αρμόδια αρχή ενημερώνει τον ενδιαφερόμενο κάτοχο εκμετάλλευσης ότι εάν διαπιστωθεί ακόμη μία φορά η ίδια κατάσταση μη συμμόρφωσης, θα θεωρηθεί ότι αυτός έχει ενεργήσει εκ προθέσεως κατά την έννοια του άρθρου 67. Εάν διαπιστωθεί μετέπειτα μη συμμόρφωση, το εφαρμοστέο ποσοστό μείωσης καθορίζεται με τριπλασιασμό του γινομένου του προηγούμενου πολλαπλασιασμού, όπου ισχύει, πριν από την εφαρμογή του περιορισμού σε 15 % που προβλέπεται στην τελευταία πρόταση του δεύτερου εδαφίου.
5. Σε περίπτωση που διαπιστώνεται επανειλημμένη μη συμμόρφωση από κοινού με άλλη κατάσταση μη συμμόρφωσης ή άλλη επανειλημμένη μη συμμόρφωση, τα προκύπτοντα ποσοστά μείωσης αθροίζονται. Με την επιφύλαξη του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 4, ωστόσο, η μέγιστη μείωση δεν υπερβαίνει το 15 % του συνολικού ποσού που αναφέρεται στην παράγραφο 1.
Άρθρο 67
Επιβολή μειώσεων και αποκλεισμών στις περιπτώσεις μη συμμόρφωσης εκ προθέσεως
1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 71, εφόσον η διαπιστωθείσα μη συμμόρφωση έχει διαπραχθεί εκ προθέσεως, η εφαρμοστέα μείωση στο συνολικό ποσό που αναφέρεται στο άρθρο 66, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, ανέρχεται, κατά κανόνα, σε 20 % του εν λόγω συνολικού ποσού.
Εντούτοις, ο οργανισμός πληρωμών δύναται, βασιζόμενος στην εκτίμηση που παρέχεται από την αρμόδια ελεγκτική αρχή στην έκθεση ελέγχου σύμφωνα με το άρθρο 48, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, να αποφασίσει να μειώσει το ανωτέρω ποσοστό σε 15 % τουλάχιστον ή, κατά περίπτωση, να το αυξήσει έως και στο 100 % του εν λόγω συνολικού ποσού.
2. Εάν η μη συμμόρφωση εκ προθέσεως αφορά ένα συγκεκριμένο καθεστώς ενισχύσεων, ο κάτοχος της εκμετάλλευσης αποκλείεται από το καθεστώς αυτό για το συγκεκριμένο ημερολογιακό έτος.
Σε ακραίες περιπτώσεις από πλευράς έκτασης, σοβαρότητας ή διαρκούς χαρακτήρα της μη συμμόρφωσης ή όταν διαπιστώνεται επανειλημμένη μη συμμόρφωση εκ προθέσεως, ο κάτοχος της εκμετάλλευσης αποκλείεται από το σχετικό καθεστώς ενισχύσεων και το επόμενο ημερολογιακό έτος.»
4. Χρονικό πεδίο εφαρμογής των διοικητικών κυρώσεων που προβλέπουν οι κοινοτικές πράξεις
38. Το άρθρο 1 του κανονισμού 2988/95 προβλέπει τα εξής:
«1. Για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων θεσπίζονται γενικοί κανόνες σχετικά με ομοιογενείς ελέγχους, καθώς και με διοικητικά μέτρα και κυρώσεις για τις παρατυπίες βάσει του κοινοτικού δικαίου.
2. Παρατυπία συνιστά κάθε παράβαση διάταξης του κοινοτικού δικαίου που προκύπτει από πράξη ή παράλειψη ενός οικονομικού φορέα, με πραγματικό ή ενδεχόμενο αποτέλεσμα να ζημειωθεί ο γενικός προϋπολογισμός των Κοινοτήτων ή προϋπολογισμός διαχειριζόμενος από τις Κοινότητες, είτε με τη μείωση ή ματαίωση εσόδων που προέρχονται από ίδιους πόρους που εισπράττονται απευθείας για λογαριασμό της Κοινότητας, είτε με αδικαιολόγητη δαπάνη.»
39. Το άρθρο 2, παράγραφος 2, του ιδίου κανονισμού προβλέπει τα εξής:
«Καμία διοικητική κύρωση δεν απαγγέλλεται εάν δεν προβλέπεται από κοινοτική πράξη προγενέστερη της παρατυπίας. Σε περίπτωση μεταγενέστερης τροποποίησης των διατάξεων περί επιβολής διοικητικών κυρώσεων που περιέχονται σε κοινοτικούς κανόνες, ισχύουν αναδρομικώς οι λιγότερο αυστηρές διατάξεις.»
Β – Η εθνική νομοθεσία
40. Στη Γερμανία, ο νόμος περί μεταφοράς στην εσωτερική έννομη τάξη των διατάξεων περί μεταρρυθμίσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής (Gesetz zur Umsetzung der Reform der Gemeinsamen Agrarpolitik), της 21ης Ιουλίου 2004 (18), προβλέπει ότι η πριμοδότηση για θηλάζουσες αγελάδες πρέπει να καταβάλλεται, από 1ης Ιανουαρίου 2005, ως μέρος της αποσυνδεδεμένης ενιαίας ενισχύσεως του τίτλου ΙΙΙ του κανονισμού 1782/2003. Επιπλέον, ο ανωτέρω νόμος θεσπίζει ένα μικτό σύστημα που συνδυάζει την ιστορική με την περιφερειακή προσέγγιση.
II – Το αντικείμενο της διαφοράς στην κύρια δίκη και το προδικαστικό ερώτημα
41. Τον Μάιο του 2001, ο R. Jager, γεωργός, ζήτησε από το Amt την καταβολή πριμοδοτήσεως για θηλάζουσες αγελάδες για 71 βοοειδή για το 2001.
42. Με απόφασή του της 24ης Ιανουαρίου 2002, το Amt απέρριψε καθ’ ολοκληρίαν την εν λόγω αίτηση με το σκεπτικό ότι, κατόπιν επιτόπιου ελέγχου, διαπίστωσε ορισμένες παρατυπίες, κατά την έννοια του άρθρου 10γ, παράγραφος 1, του κανονισμού 3887/92, η δε διαπιστωθείσα διαφορά υπερέβαινε το 20 % του αριθμού των επιλέξιμων ζώων.
43. Κατόπιν ασκήσεως διοικητικής ενστάσεως κατά της ανωτέρω αποφάσεως η οποία όμως δεν τελεσφόρησε, ο R. Jager άσκησε στις 25 Ιουλίου 2002 προσφυγή ενώπιον του Verwaltungsgericht Schwerin (διοικητικού πρωτοδικείου του Schwerin) (Γερμανία).
44. Με τη διάταξή του περί παραπομπής, το ανωτέρω δικαστήριο παρατηρεί ότι, λαμβανόμενης υπόψη της προπαρατεθείσας αποφάσεως Gerken, και του άρθρου 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 2988/95, που καθιερώνει την αρχή της αναδρομικής εφαρμογής των ηπιότερων κυρώσεων, ο κανονισμός 118/2004 ασκεί, εν πάση περιπτώσει, επιρροή στο πλαίσιο της διαφοράς που αποτελεί αντικείμενο της κύριας δίκης, δεδομένου ότι εισήγαγε, στο άρθρο 39 του κανονισμού 2419/2001, διάταξη προβλέπουσα ότι η κύρωση δεν μπορεί να υπερβαίνει ένα ανώτατο όριο, ήτοι ότι η μείωση της ενισχύσεως δεν μπορεί να υπερβεί το 20 % του συνολικού ποσού το οποίο δικαιούται να ζητήσει ο γεωργός.
45. Εντούτοις, το ως άνω δικαστήριο φρονεί ότι ο κανονισμός 796/2004, που εφαρμόζεται στις αιτήσεις για τη χορήγηση ενισχύσεων που υποβλήθηκαν σε σχέση με τις περιόδους εμπορίας ή πριμοδοτήσεως που αρχίζουν την 1η Ιανουαρίου 2005, είναι ακόμη πιο ευνοϊκός για τον R. Jager. Πράγματι, οι διατάξεις των άρθρων 57 έως 63 του κανονισμού αυτού, που επαναλαμβάνει σε μεγάλο βαθμό τις διατάξεις των άρθρων 36 έως 43 του κανονισμού 2419/2001, δεν περιλαμβάνουν πλέον διάταξη παρεμφερή προς το άρθρο 39 του τελευταίου αυτού κανονισμού. Κατά το αιτούν δικαστήριο, η μη πρόβλεψη κυρώσεως αποτελεί την ηπιότερη δυνατή κύρωση που μπορεί να νοηθεί στην περίπτωση του R. Jager.
46. Εντούτοις, το Verwaltungsgericht Schwerin διερωτάται αν αυτή η ηπιότερη κύρωση μπορεί να εφαρμοστεί εν προκειμένω, δεδομένου ότι, στη Γερμανία, από την 1η Ιανουαρίου 2005, η πριμοδότηση για τις θηλάζουσες αγελάδες χορηγείται υπό μορφή ενιαίας ενισχύσεως και, ως εκ τούτου, οι διατάξεις που αφορούν τις κτηνοτροφικές χρηματοδοτήσεις, τις οποίες προβλέπουν τα άρθρα 57 έως 63 του κανονισμού 796/2004, δεν ισχύουν πλέον στο εν λόγω κράτος μέλος.
47. Ως εκ τούτου, το ανωτέρω δικαστήριο αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα προκειμένου να διευκρινιστεί το ζήτημα «αν ρύθμιση προβλέπουσα ηπιότερες κυρώσεις (όσον αφορά κτηνοτροφικές πριμοδοτήσεις) μπορεί να εφαρμοστεί αναδρομικώς ακόμη και όταν η ρύθμιση αυτή ισχύει, κατ’ αρχήν, για περίοδο κατά την οποία, στο οικείο κράτος μέλος, δεν προβλεπόταν η χορήγηση κτηνοτροφικών πριμοδοτήσεων, αλλά εφαρμοζόταν το σύστημα των άμεσων ενισχύσεων».
III – Ανάλυση
48. Το Δικαστήριο τόνισε προσφάτως ότι η αρχή της αναδρομικής εφαρμογής της ηπιότερης ποινής αποτελεί μέρος των κοινών συνταγματικών παραδόσεων των κρατών μελών και, ως εκ τούτου, πρέπει να θεωρείται ως γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου της οποίας την τήρηση διασφαλίζει το Δικαστήριο και την οποία υποχρεούται να εφαρμόζει ο εθνικός δικαστής (19).
49. Η αρχή αυτή αποτυπώνεται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 2, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 2988/95 (20).
50. Με την προπαρατεθείσα απόφασή του Gerken, το Δικαστήριο εξάρτησε την εφαρμογή της τελευταίας αυτής διατάξεως από τη συνδρομή των ακόλουθων τεσσάρων προϋποθέσεων (21):
– ύπαρξη παρατυπίας κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 2988/95,
– η παρατυπία αυτή πρέπει να επισύρει την επιβολή διοικητικής κυρώσεως κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 2988/95,
– οι κοινοτικές διατάξεις που προβλέπουν την επιβολή της κυρώσεως αυτής πρέπει να έχουν αποτελέσει αντικείμενο μεταγενέστερης τροποποιήσεως,
– η κύρωση που προβλέπουν αυτές οι νέες διατάξεις πρέπει να είναι ηπιότερη σε σχέση με την αρχικώς προβλεπόμενη.
51. Εισαγωγικώς και υπό το πρίσμα αυτών των τεσσάρων προϋποθέσεων, θα πρέπει να επισημάνω, όπως πράττουν ο R. Jager, το Amt, η Ελληνική Κυβέρνηση, η Επιτροπή καθώς και το αιτούν δικαστήριο, ότι το σύστημα των κυρώσεων που προβλέπει το άρθρο 39 του κανονισμού 2419/2001, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 118/2004, εφαρμόζεται, σε κάθε περίπτωση, στο πλαίσιο της διαφοράς που αποτελεί αντικείμενο της κύριας δίκης.
52. Πράγματι, το Amt διαπίστωσε ορισμένες παρατυπίες σε σχέση με όσα προβλέπει το άρθρο 10γ, παράγραφος 1, του κανονισμού 3887/92 σχετικά με την ταυτοποίηση και την καταγραφή βοοειδών που δεν αποτέλεσαν αντικείμενο αιτήσεως ενισχύσεως. Πρόκειται πράγματι για «παρατυπίες» κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 2988/95.
53. Η ύπαρξη αυτών των παρατυπιών είχε ως συνέπεια την εφαρμογή του άρθρου 10γ, παράγραφος 3, του κανονισμού 38887/92 το οποίο, πρέπει να υπενθυμίσω, προβλέπει ότι, αν η διαφορά που διαπιστώνεται κατά τον επιτόπιο έλεγχο είναι μεγαλύτερη από το 20 % του αριθμού των επιλέξιμων ζώων, δεν χορηγείται καμία πριμοδότηση για τους 12 μήνες που προηγούνται του επιτόπιου ελέγχου. Πάντως, η μείωση του ποσού των κτηνοτροφικών ενισχύσεων, ακόμη και η μη χορήγηση της ενισχύσεως, αποτελεί «διοικητική κύρωση» κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 2988/95 (22).
54. Το άρθρο 39 του κανονισμού 2419/2001 τροποποίησε στη συνέχεια τις κοινοτικές διατάξεις που αφορούν τις διοικητικές κυρώσεις, και εισήγαγε, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1, σημείο 11, στοιχείο α΄, του κανονισμού 118/2004, ένα ανώτατο όριο στη μείωση που μπορεί να επιβληθεί σε περίπτωση μη συμμορφώσεως προς τις κοινοτικές διατάξεις που ισχύουν σε σχέση με την ταυτοποίηση και την καταγραφή των βοοειδών που δεν αποτελέσαν αντικείμενο αιτήσεως ενισχύσεως, ήτοι 20 % του συνολικού ποσού της ενισχύσεως το οποίο μπορεί να αξιώσει ο κύριος της εκμεταλλεύσεως, για την κρίσιμη περίοδο αναφοράς, βάσει των συστημάτων ενισχύσεων για βοοειδή.
55. Αντικείμενο της διατάξεως αυτής είναι σαφώς η τροποποίηση των διατάξεων που αφορούν τις διοικητικές κυρώσεις, προκειμένου να μετριαστεί η αυστηρότητα της κυρώσεως που επιβάλλεται σε περίπτωση μη συμμορφώσεως προς τις κοινοτικές διατάξεις που διέπουν την ταυτοποίηση και την καταγραφή των βοοειδών που δεν αποτελέσαν αντικείμενο αιτήσεως ενισχύσεως (23).
56. Επομένως, δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 2988/95, το ανώτατο όριο του 20 % πρέπει σε κάθε περίπτωση να εφαρμοστεί στην κύρωση που επιβλήθηκε στον R. Jager σε σχέση με την αίτησή του για την καταβολή κτηνοτροφικών ενισχύσεων μολονότι αυτή εμπίπτει στο χρονικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 3887/92.
57. Αντιθέτως, οι μετέχοντες στη διαδικασία που κατέθεσαν παρατηρήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου ερίζουν ως προς το αν ο κανονισμός 796/2004, εφαρμογή του οποίου θα συνεπαγόταν την επιβολή ακόμη ηπιότερης κυρώσεως εις βάρος του R. Jager, μπορεί επίσης να ληφθεί υπόψη για τον καθορισμό των μειώσεων και των αποκλεισμών που πρέπει να εφαρμοστούν στην περίπτωσή του.
58. Πρέπει κατ’ αρχάς να τονιστεί ότι, με τις παρατηρήσεις τους, η Ελληνική Κυβέρνηση και η Επιτροπή επεσήμαναν ένα σφάλμα του αιτούντος δικαστηρίου κατά το οποίο τα άρθρα 57 έως 63 του κανονισμού 796/2004 δεν περιλαμβάνουν διάταξη αντίστοιχη προς το άρθρο 39 του κανονισμού 2419/2001 οπόταν ο κανονισμός 796/2004 δεν προβλέπει πλέον καμία κύρωση στην περίπτωση που δεν τηρηθούν οι απαιτήσεις αναγνωρίσεως και καταγραφής των βοοειδών για τα οποία δεν υποβλήθηκε αίτηση ενισχύσεως, είναι δηλαδή ευνοϊκότερος για τον γεωργό.
59. Φρονώ επίσης ότι είναι εσφαλμένο να θεωρηθεί ότι η μη τήρηση των απαιτήσεων που αφορούν την ταυτοποίηση και την καταγραφή των βοοειδών για τα οποία δεν υποβλήθηκε αίτηση ενισχύσεως δεν επισύρει πλέον κυρώσεις βάσει του κανονισμού 796/2004.
60. Πράγματι, οι απαιτήσεις αυτές εντάσσονται πλέον στην πολλαπλή συμμόρφωση κάθε γεωργού ο οποίος εισπράττει άμεση ενίσχυση σύμφωνα με όσα προβλέπει το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1782/2003. Συναφώς, υπενθυμίζω ότι το σημείο Α, στοιχείο 8, του παραρτήματος ΙΙΙ του κανονισμού αυτού μνημονεύει τα άρθρα 4 και 7 του κανονισμού 1760/2000 ως αποτελούντα μέρος των «κανονιστικών απαιτήσεων διαχειρίσεως», δηλαδή μέρος των κανόνων που πρέπει να τηρούνται στο πλαίσιο της πολλαπλής συμμορφώσεως.
61. Ως εκ τούτου, το καθεστώς των κυρώσεων που εφαρμόζεται σε περίπτωση μη συμμορφώσεως προς τους κανόνες αυτούς που διέπουν την ταυτοποίηση και την καταγραφή των βοοειδών, σε μία συνάφεια όπως είναι αυτή που αποτελεί αντικείμενο της διαφοράς στην κύρια δίκη όπου η μη συμμόρφωση προς τους εν λόγω κανόνες διαπιστώνεται σε σχέση με ζώα που δεν αποτέλεσαν αντικείμενο αιτήσεως ενισχύσεως, είναι αυτό που προβλέπουν τα άρθρα 66 και 67 του κανονισμού 796/2004 (24).
62. Συνεπώς, προκειμένου να παρασχεθεί μία χρήσιμη απάντηση στο αιτούν δικαστήριο η οποία θα του δώσει τη δυνατότητα να επιλύσει τη διαφορά που εκκρεμεί ενώπιόν του (25), το προδικαστικό ερώτημα πρέπει, όπως επεσήμανε η Επιτροπή, να αναδιατυπωθεί προκειμένου το Δικαστήριο να επιλύσει το ζήτημα αν το άρθρο 2, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 2988/95 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι το σύστημα των κυρώσεων που προβλέπουν τα άρθρα 66 και 67 του κανονισμού 796/2004 εφαρμόζεται αναδρομικά σε αίτηση ενισχύσεως που εμπίπτει στο χρονικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 3887/92 (26).
63. Υπό το πρίσμα του αναδιατυπωθέντος με τον τρόπο αυτόν ερωτήματος, ο εκπρόσωπος του R. Jager υποστήριξε, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι ο κανονισμός 796/2004 πρέπει να ληφθεί υπόψη, στον μέγιστο δυνατό βαθμό, προκειμένου να καθοριστεί ποια είναι η ηπιότερη κύρωση γι’ αυτόν, μέσω ενός συγκριτικού υπολογισμού σε σχέση με τη μείωση η οποία θα απέρρεε από το άρθρο 39 του κανονισμού 2419/2001, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 118/2004.
64. Αντιθέτως, το Amt φρονεί ότι η εφαρμογή των κυρώσεων που προβλέπει ο κανονισμός 796/2004 είναι αντικειμενικά αδύνατη, δεδομένου ότι η ενιαία ενίσχυση δεν είχε χορηγηθεί κατά το έτος υποβολής της αιτήσεως, ήτοι το 2001.
65. Η Επιτροπή φρονεί επίσης ότι είναι αδύνατη εν προκειμένω η αναδρομική εφαρμογή των κυρώσεων που προβλέπει ο εν λόγω κανονισμός.
66. Συναφώς, η Επιτροπή στηρίζεται στις προτάσεις της γενικής εισαγγελέα Kokott επί της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η προπαρατεθείσα απόφαση Berlusconi κ.λπ. (27), προκειμένου να υποστηρίξει ότι δεν τίθεται ζήτημα αναδρομικής εφαρμογής μιας ηπιότερης ποινής παρά μόνον οσάκις η ποινή αυτή απηχεί την τροποποιημένη εκτίμηση του νομοθέτη σε σχέση με τη συγκεκριμένη παρατυπία.
67. Πάντως, η Επιτροπή παρατηρεί ότι, με τον κανονισμό 796/2004, οι διατάξεις που προβλέπουν την επιβολή κυρώσεων αναδιαμορφωθήκαν πλήρως και προσαρμόστηκαν στις τροποποιηθείσες απαιτήσεις του καθεστώτος της ενιαίας ενισχύσεως και της πολλαπλής συμμορφώσεως, βάσει των όσων ορίζει ο κανονισμός 1782/2003. Ούτε η αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 796/2004 ούτε η εν γένει συνάφεια του κανονισμού αυτού θα μπορούσαν να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι οι κυρώσεις των άρθρων 66 και 67 του εν λόγω κανονισμού προβλέφθηκαν προκειμένου να τιμωρούνται στο μέλλον με μεγαλύτερη επιείκεια ορισμένες παρατυπίες, όπως είναι αυτές που αποτελούν αντικείμενο της κύριας δίκης.
68. Εξάλλου, η Επιτροπή επισήμανε, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι, κατά την άποψή της, μία νέα εκτίμηση στηριζόμενη στον κανονισμό 796/2004 δεν θα ήταν πλέον δυνατή σήμερα, μεταξύ άλλων διότι θα ήταν αδύνατον να εξακριβωθεί, προκειμένου να εκτιμηθεί ο βαθμός της βαρύτητας της παραβάσεως που διέπραξε ο γεωργός, αν αυτός τήρησε όλους τους λοιπούς κανόνες της πολλαπλής συμμορφώσεως, ιδίως τις περιβαλλοντικές απαιτήσεις και τις απαιτήσεις που αφορούν την προστασία των ζώων.
69. Η Ελληνική Κυβέρνηση συντάσσεται με την άποψη της Επιτροπής, δεδομένου ότι φρονεί ότι, κατά το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 2988/95, η αρχή της αναδρομικότητας που καθιερώνει η εν λόγω διάταξη δεν μπορεί να εφαρμοστεί οσάκις οι κοινοτικές διατάξεις που ορίζουν τις κυρώσεις έχουν πλήρως αναδιαμορφωθεί με έναν νέο κανονισμό, όπως τούτο συμβαίνει εν προκειμένω με τον κανονισμό 796/2004. Συγκεκριμένα, στην περίπτωση αυτή δεν θα επρόκειτο για τροποποίηση ή για αντικατάσταση παλαιών παρεμφερών διατάξεων, αλλά, κατ’ ουσίαν, για ένα νέο καθεστώς με διαφορετική φιλοσοφία και διαφορετικούς στόχους.
70. Συντάσσομαι με την άποψη του Amt, της Ελληνικής Κυβερνήσεως και της Επιτροπής ότι το άρθρο 2, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 2988/95 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι το σύστημα κυρώσεων που προβλέπουν τα άρθρα 66 και 67 του κανονισμού 796/2004 δεν εφαρμόζονται αναδρομικά σε αίτηση ενισχύσεως η οποία εμπίπτει στο ratione temporis πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 3887/92.
71. Κατά την άποψή μου, σκοπός της προϋποθέσεως που τάσσει το άρθρο 2, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 2988/95 σχετικά με τη «μεταγενέστερη τροποποίηση των διατάξεων περί επιβολής διοικητικών κυρώσεων» είναι η θέσπιση μιας νέας διατάξεως που έχει ως αντικείμενο την τροποποίηση της φύσεως και/ή της αυστηρότητας της κυρώσεως, στο πλαίσιο ενός ρυθμιστικού συστήματος του οποίου τα κύρια χαρακτηριστικά διατηρούνται.
72. Ως εκ τούτου, δεδομένου ότι το σύστημα στο οποίο εντάσσεται η νέα κύρωση έχει ριζικώς τροποποιηθεί και δεδομένου ότι, για τον λόγο αυτόν, εφαρμόζεται νέο σύστημα κυρώσεων, το άρθρο αυτό δεν μπορεί, κατά την άποψή μου, να εφαρμοστεί.
73. Πράγματι, σε μία τέτοια περίπτωση, οι τροποποιήσεις που επήλθαν στο σύστημα κυρώσεων δικαιολογούνται αποκλειστικά από την ανάγκη προσαρμογής του στο νέο ρυθμιστικό σύστημα, του οποίου εγγυάται την ορθή εφαρμογή, και δεν απηχούν κάποια μεταβολή της εκτιμήσεως του κοινοτικού νομοθέτη ως προς τον πρόσφορο χαρακτήρα της κυρώσεως σε σχέση με τη σοβαρότητα της παρατυπίας.
74. Ως εκ τούτου, η σχέση που υφίσταται μεταξύ του νέου συστήματος κυρώσεων και του μεταρρυθμισμένου κανονιστικού συστήματος στο οποίο το καθεστώς αυτό εντάσσεται καθιστά ανέφικτη, κατά την άποψή μου, την αναδρομική εφαρμογή αυτού του νέου συστήματος κυρώσεων σε πραγματικά περιστατικά που εμπίπτουν σε προγενέστερο κανονιστικό σύστημα.
75. Συναφώς, φρονώ ότι τα άρθρα 66 και 67 του κανονισμού 796/2004 βαίνουν πέραν μιας απλής «μεταγενέστερης τροποποίησης των διατάξεων περί επιβολής διοικητικών κυρώσεων», κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 2988/95, γεγονός που εμποδίζει, κατά την άποψή μου, την αναδρομική εφαρμογή τους σε αιτήσεις ενισχύσεως που εμπίπτουν στο ratione temopris πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 3887/92 (28).
76. Πράγματι, τα άρθρα 66 και 67 του κανονισμού 796/2004 θεσπίζουν ένα νέο σύστημα κυρώσεων το οποίο συνδέεται αναπόσπαστα με το νέο σύστημα άμεσων ενισχύσεων που δημιουργήθηκε με τη μεταρρύθμιση της κοινής γεωργικής πολιτικής του 2003.
77. Αυτή η στενή σχέση που υφίσταται μεταξύ του νέου συστήματος κυρώσεων και του μεταρρυθμισμένου κανονιστικού συστήματος στο οποίο αυτό εντάσσεται εκφράζεται με ορισμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που διέπουν αυτό το νέο σύστημα και καθιστούν ανέφικτη την άνευ ετέρου εφαρμογή του επί αιτήσεως ενισχύσεως που εμπίπτει στο ratione temporis πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 3887/92, δεδομένου ότι υπάρχει ο κίνδυνος να αλλάξει η φύση και να διαταραχθεί η συνοχή του μεταρρυθμισθέντος συστήματος όπως αυτό σχεδιάστηκε από τον κοινοτικό νομοθέτη.
78. Αυτά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του νέου συστήματος κυρώσεων αφορούν κατ’ ουσίαν, αφενός, τον επιδιωκόμενο σκοπό και, αφετέρου, τις λεπτομέρειες καθορισμού της κυρώσεως.
79. Εξέθεσα ανωτέρω ότι ακρογωνιαίος λίθος της μεταρρυθμίσεως του 2003 είναι η χορήγηση των ενισχύσεων υπό τον όρο της πολλαπλής συμμορφώσεως, καθώς και ότι τούτο ισχύει, δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1782/2003, για κάθε γεωργό που εισπράττει άμεσες ενισχύσεις, είτε υπό τη μορφή της ενιαίας ενισχύσεως είτε υπό τη μορφή των άλλων συστημάτων στηρίξεως που απαριθμεί το παράρτημα Ι του κανονισμού αυτού (29).
80. Αν ένας γεωργός δεν τηρεί τους κανόνες που αποτελούν μέρος της πολλαπλής συμμορφώσεως, το συνολικό ποσό των άμεσων ενισχύσεων τις οποίες μπορεί να ζητήσει είναι δυνατό να μειωθεί ή να καταργηθεί βάσει των κανόνων που προβλέπουν τα άρθρα 66 και 67 του κανονισμού 796/2004.
81. Από την πεντηκοστή έκτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 796/2004 συνάγεται σαφώς ότι το σύστημα των μειώσεων και των αποκλεισμών που αφορά τις υποχρεώσεις στο πλαίσιο της πολλαπλής συμμορφώσεως επιδιώκει έναν ιδιαίτερο σκοπό ο οποίος εντάσσεται πλήρως στη λογική του νέου συστήματος, ήτοι στην παροχή κινήτρων προς τους γεωργούς προκειμένου να τηρούν την κείμενη σε διάφορους τομείς της πολλαπλής συμμορφώσεως νομοθεσία.
82. Αυτοί οι διάφοροι τομείς που υπάγονται στην πολλαπλή συμμόρφωση είναι ποικίλης φύσεως. Αποτελούνται από τις κανονιστικές απαιτήσεις της διαχειρίσεως του παραρτήματος ΙΙΙ του κανονισμού 1782/2003, ήτοι από 18 κανονισμούς και οδηγίες που αφορούν το περιβάλλον, τη δημόσια υγεία, την υγεία των ζώων και των φυτών, καθώς και από τις ορθές γεωργικές και περιβαλλοντικές συνθήκες που πρέπει να ορίσουν τα κράτη μέλη.
83. Κατά συνέπεια, το σύστημα των μειώσεων και των αποκλεισμών που προβλέπουν τα άρθρα 66 και 67 του κανονισμού 796/2004 διαφέρει από αυτό που προέβλεπε το άρθρο 10γ του κανονισμού 3887/92, ακολούθως δε το άρθρο 39 του κανονισμού 2419/2001, σε σχέση με τον σκοπό του, ο οποίος είναι πολύ ευρύτερος από την απλή επιβολή κυρώσεων λόγω παραβάσεως των κοινοτικών κανόνων που διέπουν την ταυτοποίηση και την καταγραφή των βοοειδών.
84. Η φύση των κανόνων που αποτελούν μέρος της πολλαπλής συμμορφώσεως έχει επιπτώσεις τόσο επί του συστήματος ελέγχου της όσο και επί των επιμέρους κανόνων καθορισμού της κυρώσεως.
85. Ειδικότερα, το άρθρο 9, του κανονισμού 796/2004, το οποίο επιβάλλει στα κράτη μέλη την εφαρμογή ενός συστήματος που να διασφαλίζει τον αποτελεσματικό έλεγχο της τηρήσεως της πολλαπλής συμμορφώσεως, ορίζει μεταξύ άλλων, με το πρώτο εδάφιό του, στοιχείο δ΄, ότι το σύστημα αυτό πρέπει να περιλαμβάνει τη σύνταξη εκθέσεων ελέγχου που να περιέχουν, μεταξύ άλλων, κάθε αποκαλυφθείσα περίπτωση μη συμμορφώσεως καθώς και αξιολόγηση της σοβαρότητάς της, της εκτάσεώς της, του διαρκούς χαρακτήρα και της επαναλήψεώς της.
86. Το άρθρο 48, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του ιδίου κανονισμού διευκρινίζει ότι η έκθεση ελέγχου πρέπει να περιέχει ένα μέρος στο οποίο να αναφέρονται χωριστά οι έλεγχοι που πραγματοποιήθηκαν όσον αφορά κάθε πράξη ή πρότυπο της πολλαπλής συμμορφώσεως. Εξάλλου, το άρθρο 48, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, πρώτο εδάφιο, του εν λόγω κανονισμού ορίζει ότι η έκθεση ελέγχου περιλαμβάνει «ένα μέρος αξιολόγησης, το οποίο παρέχει εκτίμηση της σημασίας της μη συμμόρφωσης σε σχέση με κάθε πράξη ή/και πρότυπο, βάσει των κριτηρίων “σοβαρότητα”, “έκταση”, “διαρκής χαρακτήρας” και “επανάληψη” σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 1782/2003, με ένδειξη των παραγόντων που ενδεχομένως δικαιολογούν αύξηση ή ελάττωση της μείωσης που πρέπει να επιβληθεί».
87. Αυτό το σύστημα ελέγχου συνδέεται άρρηκτα με το νέο σύστημα κυρώσεων το οποίο λαμβάνει υπόψη, όπως προβλέπει το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 1782/2003, τη βαρύτητα, την έκταση, τον διαρκή χαρακτήρα και την επανάληψη της εντοπισθείσας μη συμμορφώσεως.
88. Βάσει αυτών των εκθέσεων ελέγχου που είναι προσαρμοσμένες στις απαιτήσεις της πολλαπλής συμμορφώσεως εφαρμόζεται το σύστημα των κυρώσεων που προβλέπουν τα άρθρα 66 και 67 του κανονισμού 796/2004. Έτσι, ο οργανισμός πληρωμών θα μπορεί να αποφασίσει, βάσει της αξιολογήσεως που περιλαμβάνουν αυτές οι εκθέσεις, αν θα περιορίσει ή αν θα αυξήσει το ποσοστό της μειώσεως, ή ακόμη αν θα ακυρώσει το συνολικό ποσό της ενισχύσεως.
89. Λαμβανομένης υπόψη αυτής της στενής σχέσεως μεταξύ του συστήματος ελέγχου και του συστήματος κυρώσεων της πολλαπλής συμμορφώσεως, φρονώ ότι είναι δύσκολο, αν όχι ανέφικτο, να εφαρμοστούν κατά γράμμα τα άρθρα 66 και 67 του κανονισμού 796/2004 στην περίπτωση αιτήσεως ενισχύσεως που έχει αποτελέσει αντικείμενο επιτόπιου ελέγχου ο οποίος διενεργήθηκε με λιγότερο αυστηρά κριτήρια από αυτά που απαιτεί ο έλεγχος της πολλαπλής συμμορφώσεως (30), και βάσει διαφορετικών κανόνων, ήτοι, όσον αφορά την υπό κρίση υπόθεση, των κανόνων που ρύθμιζαν προηγουμένως την άσκηση των επιτόπιων ελέγχων σε σχέση με αίτηση καταβολής κτηνοτροφικών ενισχύσεων που ενέπιπταν στο ratione temporis πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 3887/92 (31).
90. Εξάλλου, πρέπει να τονιστεί ότι, λαμβανομένου υπόψη του γενικού περιεχομένου της πολλαπλής συμμορφώσεως στο πλαίσιο του νέου ρυθμιστικού συστήματος, το σύστημα των κυρώσεων που προβλέπουν τα άρθρα 66 και 67 του κανονισμού 796/2004 δεν εφαρμόζεται σε μία και μόνον κατηγορία άμεσων ενισχύσεων, πράγμα που το διακρίνει από το προϊσχύσαν σύστημα το οποίο αφορούσε ειδικά τα ποσά που είχαν εισπραχθεί στο πλαίσιο των συστημάτων ενισχύσεων για βοοειδή.
91. Συγκεκριμένα, οι μειώσεις και οι αποκλεισμοί που προβλέπουν τα άρθρα αυτά εφαρμόζονται στο συνολικό ποσό των άμεσων ενισχύσεων, όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 2, στοιχείο δ΄, του κανονισμού 1782/2003, ήτοι των ενισχύσεων που χορηγούνται απευθείας στους γεωργούς στο πλαίσιο των καθεστώτων στηρίξεως του εισοδήματος τα οποία απαριθμεί το παράρτημα Ι αυτού του τελευταίου κανονισμού.
92. Συνεπώς, η βάση επί της οποίας εφαρμόζονται οι μειώσεις και οι αποκλεισμοί είναι διαφορετική και πολύ περισσότερο εκτεταμένη. Τα ποσοστά των μειώσεων που προβλέπουν τα άρθρα 66 και 67 του κανονισμού 796/2004 λαμβάνουν υπόψη το χαρακτηριστικό αυτό.
93. Επιπλέον, το συνολικό ποσό των άμεσων ενισχύσεων, που αποτελεί πλέον τη βάση επί της οποίας εφαρμόζονται οι μειώσεις και οι αποκλεισμοί που προβλέπουν τα άρθρα αυτά δεν προκύπτει από την απλή πρόσθεση των προϋφιστάμενων άμεσων ενισχύσεων.
94. Πράγματι, στην πρώτη θέση του καταλόγου αυτών των συστημάτων στηρίξεως βρίσκεται το καθεστώς της ενιαίας ενισχύσεως, το οποίο τα κράτη μέλη είχαν την υποχρέωση να εφαρμόσουν, μετά την πάροδο μίας προαιρετικής μεταβατικής περιόδου, το αργότερο από 1ης Ιανουαρίου 2007 (32).
95. Εξέθεσα ανωτέρω ότι, στο πλαίσιο του συστήματος αυτού, οι άμεσες ενισχύσεις στους γεωργούς καταβάλλονται κατ’ αρχήν μέσω μιας ενιαίας ενισχύσεως κατ’ έτος η οποία αντικαθιστά την πλειονότητα των προϋφιστάμενων άμεσων ενισχύσεων και ότι, προκειμένου να καθοριστεί το εφαρμοστέο σύστημα ενιαίας ενισχύσεως, ο κανονισμός 1782/2003 παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να επιλέξουν μεταξύ περισσοτέρων δυνατοτήτων, ήτοι μεταξύ της ιστορικής, της περιφερειακής και της μικτής προσεγγίσεως.
96. Η αναδρομική εφαρμογή των μειώσεων και των αποκλεισμών που προβλέπουν τα άρθρα 66 και 67 του κανονισμού 796/2004 επί αιτήσεως ενισχύσεως η οποία εμπίπτει στο χρονικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 3887/92 θα συνεπαγόταν τον καθορισμό a posteriori των δικαιωμάτων ενισχύσεως τα οποία θα είχε τότε ένας γεωργός, όπως ο R. Jager, πράγμα το οποίο, πέραν των πρακτικών δυσχερειών που παρουσιάζει και του τεχνητού χαρακτήρα του, βαίνει, κατά την άποψή μου, πέραν των όσων προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 2988/95.
97. Τέλος, ένα τελευταίο στοιχείο καθιστά, κατά την άποψή μου, αδύνατη, διότι άλλως θα μεταβαλλόταν το σύστημα που είχε την πρόθεση να δημιουργήσει ο κοινοτικός νομοθέτης, την αναδρομική εφαρμογή του συστήματος κυρώσεων το οποίο εισήχθη με τα άρθρα 66 και 67 του κανονισμού 796/2004 επί των αιτήσεων ενισχύσεως που δεν εμπίπτουν στο ratione temporis πεδίο εφαρμογής αυτού του κανονισμού, ήτοι επί των αιτήσεων ενισχύσεων που υποβλήθηκαν για τις περιόδους εμπορίας ή τις περιόδους πριμοδοτήσεων οι οποίες άρχισαν πριν από την 1η Ιανουαρίου 2005.
98. Πράγματι, δύο άλλα χαρακτηριστικά του νέου ρυθμιστικού συστήματος συνίστανται στην υποχρεωτική διαφοροποίηση των άμεσων ενισχύσεων καθώς και στη δημοσιονομική πειθαρχία.
99. Δυνάμει του άρθρου 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 1782/2003, όλες οι άμεσες ενισχύσεις που πρέπει να καταβληθούν για ένα δεδομένο ημερολογιακό έτος σε γεωργό ενός δεδομένου κράτους μέλους μειώνονται κάθε χρόνο, για την περίοδο από 2005 έως 2012, κατά ένα συγκεκριμένο ποσοστό (33). Επιπλέον, δυνάμει του άρθρου 11 του ιδίου κανονισμού, οι άμεσες ενισχύσεις μπορούν να αποτελούν, ετησίως, αντικείμενο αναπροσαρμογής την οποία θα αποφασίζει το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, για λόγους δημοσιονομικής πειθαρχίας.
100. Πάντως, το ποσό επί του οποίου εφαρμόζονται οι μειώσεις και οι αποκλεισμοί των άρθρων 66 και 67 του κανονισμού 796/2004 περιλαμβάνει τις μειώσεις που απορρέουν από τη διαφοροποίηση και τη δημοσιονομική πειθαρχία. Πράγματι, το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 1782/2003 ορίζει ότι, στις περιπτώσεις παραβάσεως των κανόνων της πολλαπλής συμμορφώσεως, το συνολικό ποσό των άμεσων ενισχύσεων που προβλέπεται να καταβληθούν μειώνεται ή ακυρώνεται αφού εφαρμοστούν τα άρθρα 10 και 11 αυτού του τελευταίου κανονισμού.
101. Φρονώ ότι θα ήταν αντίθετο προς το σύστημα που προέβλεψε ο κοινοτικός νομοθέτης να εφαρμόζονταν αναδρομικά οι μειώσεις που απορρέουν από τη διαφοροποίηση και τη δημοσιονομική πειθαρχία σε αιτήσεις ενισχύσεων που δεν εμπίπτουν στο χρονικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 796/2004. Αφετέρου, η εφαρμογή του καθεστώτος των κυρώσεων που προβλέπουν τα άρθρα 66 και 67 του κανονισμού 796/2004 επί του συνολικού ποσού των άμεσων ενισχύσεων που πρέπει να καταβληθούν σ’ ένα γεωργό, χωρίς να ληφθούν υπόψη η διαφοροποίηση και οι τυχόν αναπροσαρμογές για λόγους δημοσιονομικής πειθαρχίας, θα είχε ως αποτέλεσμα την τροποποίηση του ρυθμιστικού συστήματος που είχε την πρόθεση να εισαγάγει ο εν λόγω νομοθέτης, πράγμα το οποίο, κατά την άποψή μου, θέτει ένα όριο στην εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 2988/95.
102. Λαμβανομένων υπόψη όλων των ανωτέρω στοιχείων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο αιτούν δικαστήριο ότι το άρθρο 2, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 2988/95 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι το σύστημα των κυρώσεων που προβλέπουν τα άρθρα 66 και 67 του κανονισμού 796/2004 δεν εφαρμόζονται αναδρομικά επί αιτήσεως ενισχύσεως που εμπίπτει στο ratione temporis πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 3887/92.
IV – Πρόταση
103. Βάσει όλων των ανωτέρω εκτιμήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε το Verwaltungsgericht Schwerin ως εξής:
«Το άρθρο 2, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 2988/95 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1995, σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, έχει την έννοια ότι το σύστημα των κυρώσεων που προβλέπουν τα άρθρα 66 και 67 του κανονισμού (ΕΚ) 796/2004 της Eπιτροπής, της 21ης Απριλίου 2004, σχετικά με τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή της πολλαπλής συμμόρφωσης, της διαφοροποίησης και του ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης και ελέγχου που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΚ) 1782/2003 του Συμβουλίου για τη θέσπιση κοινών κανόνων για τα καθεστώτα άμεσης στήριξης στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής και για τη θέσπιση ορισμένων καθεστώτων στήριξης για τους γεωργούς, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 239/2005 της Επιτροπής, της 11ης Φεβρουαρίου 2005, δεν εφαρμόζεται αναδρομικά σε αίτηση ενισχύσεως η οποία εμπίπτει στο ratione temporis πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 3887/92 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 1992, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής του ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης και ελέγχου σχετικά με ορισμένα καθεστώτα κοινοτικών ενισχύσεων, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 2801/1999 της Επιτροπής, της 21ης Δεκεμβρίου 1999.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου:η γαλλική.
2 – ΕΕ L 312, σ. 1.
3 – Αποφάσεις της 17ης Ιουλίου 1997, C‑354/95, National Farmers’ Union κ.λπ. (Συλλογή 1997, σ. I‑4559, σκέψη 41), της 1ης Ιουλίου 2004, C‑295/02, Gerken (Συλλογή 2004, σ. I‑6369, σκέψη 61), της 3ης Μαΐου 2005, C‑387/02, C‑391/02 και C‑403/02, Berlusconi κ.λπ. (Συλλογή 2005, σ. I‑3565, σκέψεις 67 έως 69), της 4ης Μαΐου 2006, C‑286/05, Haug (Συλλογή 2006, σ. I‑4121, σκέψη 23), της 8ης Μαρτίου 2007, C‑45/06, Campina (δεν έχει ακόμη δημοσιευτεί στη Συλλογή, σκέψεις 32 και 33), καθώς και της 24ης Μαΐου 2007, C‑45/05, Maatschap Schonewille‑Prins (δεν έχει ακόμη δημοσιευτεί στη Συλλογή, σκέψη 55).
4 – ΕΕ L 141, σ. 18. Κανονισμός τον οποίον τροποποίησε ο κανονισμός (ΕΚ) 239/2005 της Επιτροπής, της 11ης Φεβρουαρίου 2005 (ΕΕ L 42, σ. 3, στο εξής: κανονισμός 796/2004).
5 – ΕΕ L 391, σ. 36. Κανονισμός τον οποίο τροποποίησε ο κανονισμός (ΕΚ) 2801/1999 της Επιτροπής, της 21ης Δεκεμβρίου 1999 (ΕΕ L 340, σ. 29, στο εξής: κανονισμός 3887/92).
6 – ΕΕ L 204, σ. 1.
7 – ΕΕ L 160,σ. 21.
8 – ΕΕ L 270, σ. 1.
9 – Βλ. το έγγραφο που συνέταξε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και επιγράφεται «Καθεστώς ενιαίας ενισχύσεως – Η έννοια», στον Διαδικτυακό τόπο .
10 – Μεταξύ των συστημάτων ενισχύσεων που μνημονεύει το παράρτημα VI του κανονισμού αυτού περιλαμβάνεται η πριμοδότηση για θηλάζουσες αγελάδες.
11 – Βλ. τίτλο III, κεφάλαιο 3, του κανονισμού 1782/2003 που επιγράφεται «Δικαιώματα ενίσχυσης».
12 – Βλ. και τίτλο III, κεφάλαιο 5, τμήμα 1, του κανονισμού 1782/2003 που επιγράφεται «Περιφερειακή εφαρμογή».
13 – Βλ. τίτλο III, κεφάλαιο 5, τμήμα 2, του κανονισμού 1782/2003 το οποίο επιγράφεται «Μερική εφαρμογή». Γίνεται επίσης λόγος, στην περίπτωση αυτή, για «ανασύνδεση των ενισχύσεων».
14 – ΕΕ L 355, σ. 1. Κανονισμός τον οποίον τροποποίησε ο κανονισμός (ΕΚ) 1593/2000 του Συμβουλίου, της 17ης Ιουλίου 2000 (ΕΕ L 182, σ. 4).
15 – ΕΕ L 327, σ. 11.
16 – ΕΕ L 17, σ. 7.
17 – Κατά το άρθρο 2, στοιχείο δ΄, του κανονισμού 1782/2003, ως άμεση ενίσχυση νοείται η πληρωμή που καταβάλλεται απευθείας στον γεωργό στα πλαίσια ενός καθεστώτος στηρίξεως του εισοδήματος από αυτά που απαριθμεί το παράρτημα Ι. Μεταξύ των καθεστώτων αυτών συγκαταλέγεται το καθεστώς της ενιαίας ενισχύσεως καθώς και το καθεστώς της πριμοδοτήσεως για θηλάζουσες αγελάδες.
18 – BGBl. 2004 I, σ. 1763.
19 – Βλ., στο ίδιο πνεύμα, τις προπαρατεθείσες αποφάσεις Berlusconi κ.λπ. (σκέψεις 67 έως 69) και Campina (σκέψη 32).
20 – Απόφαση Campina, προπαρατεθείσα (σκέψη 33).
21 – Σκέψεις 47 έως 52. Βλ., επίσης, το σημείο 27 των προτάσεων της 11ης Δεκεμβρίου 2003 του γενικού εισαγγελέα Léger επί της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η ανωτέρω απόφαση.
22 – Απόφαση Gerken, προπαρατεθείσα (σκέψη 50).
23 – Αυτή η πρόθεση του κοινοτικού νομοθέτη προκύπτει επίσης από την έκτη αιτιολογική σκέψη, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 118/2004, κατά την οποία «[ο]ρισμένες από τις διατάξεις αυτές [του κανονισμού 2419/2001] πρέπει να τροποποιηθούν για να εξασφαλιστεί ότι οι μειώσεις και οι αποκλεισμοί σε όλες τις περιπτώσεις καθορίζονται αυστηρά, ανάλογα με τη σοβαρότητα της παρατυπίας».
24 – Η ανάλυση αυτή επιρρωννύεται από την εξηκοστή όγδοη αιτιολογική σκέψη, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 796/2004.
25 – Προπαρατεθείσες αποφάσεις Haug (σκέψη 17), και Campina (σκέψη 30).
26 – Φρονώ ότι, στην περίπτωση κατά την οποία το εφαρμοστέο, από χρονικής απόψεως, σύστημα κυρώσεων, ήταν αυτό του άρθρου 59 του κανονισμού 796/2004, θα έπρεπε να διαπιστωθεί ότι, εν πάση περιπτώσει, το σύστημα αυτό δεν εφαρμόζεται επί του παρόντος στη Γερμανία, δεδομένου ότι το εν λόγω κράτος μέλος επέλεξε να αποσυνδέσει τις κτηνοτροφικές πριμοδοτήσεις και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να εφαρμοστεί, κατά μείζονα λόγο, αναδρομικά. Όπως επεσήμανε η Ελληνική Κυβέρνηση, το συμπέρασμα αυτό προκύπτει σαφώς από τη δωδέκατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 796/2004 από την οποία μπορεί να συναχθεί ότι το άρθρο 59 του κανονισμού αυτού δεν θα μπορούσε να εφαρμοστεί παρά μόνο στον βαθμό που η Γερμανία είχε επιλέξει να διατηρήσει σε ισχύ ορισμένες κτηνοτροφικές πριμοδοτήσεις, όπως είναι η πριμοδότηση για τις θηλάζουσες αγελάδες, συνδέοντάς τες με την παραγωγή.
27 – Ειδικότερα, η Επιτροπή παραπέμπει στα σημεία 159 έως 161 των προτάσεων αυτών.
28 – Από τυπικής απόψεως, είναι εξάλλου ενδιαφέρον να παρατηρηθεί ότι, από την ανάγνωση του πίνακα αντιστοιχήσεως του παραρτήματος ΙΙΙ του κανονισμού 796/2004, δεν απαντά στον κανονισμό αυτόν κάποιο άρθρο που να αντιστοιχεί στο άρθρο 39 του κανονισμού 2419/2001.
29 – Βλ. επίσης, στο ίδιο πνεύμα, την τεσσαρακοστή ένατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 796/2004.
30 – Πράγματι, πέραν του γεγονότος ότι ο έλεγχος της πολλαπλής συμμορφώσεως αφορά εν δυνάμει 18 κανονισμούς και οδηγίες, αφορά επίσης τις ορθές γεωργικές και περιβαλλοντικές συνθήκες οι οποίες δεν υφίσταντο αυτές καθεαυτές το 2001.
31 – Βλ., συναφώς, άρθρα 6 επ. του κανονισμού 3887/92.
32 – Βλ. άρθρο 71, παράγραφος 1, του κανονισμού 1782/2003.
33 – Ήτοι κατά 3 % το 2005, 4 % το 2006, και κατά 5 % για κάθε επόμενο έτος για την περίοδο από 2007 έως 2012.
Full & Egal Universal Law Academy