ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JΑΝ MAZÁK
της 13ης Δεκεμβρίου 2007 1(1)
Υπόθεση C-439/06
citiworks AG
κατά
Sächsisches Staatsministerium für Wirtschaft und Arbeit als Landesregulierungsbehörde
[αίτηση του Oberlandesgericht Dresden (Γερμανία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Κοινοί κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας — Ελεύθερη πρόσβαση των τρίτων στα δίκτυα μεταφοράς και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας — Έννοια του “δικτύου διανομής”»
1. Η παρούσα αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως είναι η πρώτη που αφορά την ερμηνεία της οδηγίας 2003/54/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2003, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και την κατάργηση της οδηγίας 96/92/ΕΚ (στο εξής: οδηγία) (2).
2. Η διάταξη που πρέπει να ερμηνευθεί από το Δικαστήριο είναι το άρθρο 20, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής, το οποίο αφορά την ελεύθερη πρόσβαση των τρίτων στα δίκτυα μεταφοράς και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας.
3. Το ερώτημα που τέθηκε ανέκυψε για τον λόγο ότι, κατά το γερμανικό δίκαιο, τα δίκτυα παροχής ενέργειας που βρίσκονται εξ ολοκλήρου στους επαγγελματικούς χώρους μιας επιχειρήσεως (που αποκαλούνται «επιχειρηματικές περιοχές» ή «Betriebsnetze») δύνανται σε ορισμένες περιστάσεις να απαλλαγούν, μεταξύ άλλων, από την τήρηση της αρχής της ελεύθερης προσβάσεως των τρίτων στο δίκτυο.
4. Το επίμαχο στην κύρια δίκη δίκτυο βρίσκεται στον αερολιμένα Λειψίας/Χάλλης και η εταιρία που εκμεταλλεύεται τον αερολιμένα αυτόν διαχειρίζεται το πιο πάνω δίκτυο για τον δικό της εφοδιασμό και για τον εφοδιασμό 93 επιχειρήσεων που βρίσκονται στον αερολιμένα.
I – Η σχετική ρύθμιση
Α — Η κοινοτική ρύθμιση
5. Το άρθρο 2 της οδηγίας δίνει τους ακόλουθους ορισμούς:
«5. “·διανομή”: η μεταφορά ηλεκτρικής ενέργειας μέσω δικτύων διανομής υψηλής, μεσαίας και χαμηλής τάσης με σκοπό την παράδοσή της σε πελάτες, μη συμπεριλαμβανομένης όμως της προμήθειας·
6. “διαχειριστής δικτύου διανομής”: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο είναι υπεύθυνο για τη λειτουργία, την εξασφάλιση της συντήρησης και, εφ’ όσον είναι ανάγκη, την ανάπτυξη του δικτύου διανομής σε μία δεδομένη περιοχή, ενδεχομένως δε και των διασυνδέσεών του με άλλα δίκτυα, καθώς και για τη διασφάλιση της μακρόπνοης ικανότητας του δικτύου να ανταποκρίνεται στην εύλογη ζήτηση διανομής ηλεκτρικής ενέργειας·
[…]
26. “μικρό απομονωμένο δίκτυο”: κάθε δίκτυο με κατανάλωση μικρότερη των 3000 GWh το 1996, στο οποίο ποσοστό κάτω του 5 % της ετήσιας κατανάλωσης προέρχεται από διασύνδεση με άλλα δίκτυα·
27. “απομονωμένο μικροδίκτυο”: κάθε δίκτυο με κατανάλωση μικρότερη των 500 GWh το 1996, το οποίο δεν είναι συνδεδεμένο με άλλα δίκτυα·
[…]».
6. Το άρθρο 3, παράγραφος 8, της οδηγίας έχει ως εξής:
«Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίζουν να μην εφαρμόσουν τις διατάξεις των άρθρων 6, 7, 20 και 22, στο μέτρο που η εφαρμογή τους θα παρεμπόδιζε, από νομική ή πραγματική άποψη, την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που επιβάλλονται στις επιχειρήσεις ηλεκτρικής ενέργειας προς το κοινό οικονομικό συμφέρον, και στο μέτρο που η ανάπτυξη των συναλλαγών δεν επηρεάζεται σε βαθμό που να αντιβαίνει προς τα συμφέροντα της Κοινότητας. Τα συμφέροντα της Κοινότητας περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τον ανταγωνισμό όσον αφορά τους επιλέξιμους πελάτες σύμφωνα με την παρούσα οδηγία και το άρθρο 86 της Συνθήκης.»
7. Το άρθρο 13 της οδηγίας ορίζει:
«Διορισμός διαχειριστών δικτύων διανομής
Τα κράτη μέλη ορίζουν, ή ζητούν από τις επιχειρήσεις που είναι ιδιοκτήτριες των δικτύων διανομής ή υπεύθυνες για αυτά να ορίζουν, για χρονική περίοδο καθοριζόμενη από τα κράτη μέλη βάσει παραμέτρων αποτελεσματικότητας και οικονομικής ισορροπίας, έναν ή περισσότερους διαχειριστές του δικτύου διανομής. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι διαχειριστές δικτύων διανομής να ενεργούν σύμφωνα με τα άρθρα 14 έως 16.»
8. Το άρθρο 20 της οδηγίας ορίζει τα εξής:
«Πρόσβαση τρίτων
1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν την εφαρμογή ενός συστήματος για την πρόσβαση τρίτων στα δίκτυα μεταφοράς και διανομής με βάση δημοσιευμένα τιμολόγια, το οποίο ισχύει για όλους τους επιλέξιμους πελάτες και εφαρμόζεται αντικειμενικά και χωρίς διακρίσεις μεταξύ των χρηστών του δικτύου. Τα κράτη μέλη φροντίζουν ώστε τα εν λόγω τιμολόγια, ή οι μεθοδολογίες που διέπουν τον υπολογισμό τους, να εγκρίνονται πριν τεθούν σε ισχύ σύμφωνα με το άρθρο 23, τα δε τιμολόγια αυτά και οι μεθοδολογίες —στην περίπτωση που μόνο μεθοδολογίες εγκρίνονται— να δημοσιεύονται πριν από την έναρξη ισχύος τους.
2. Ο διαχειριστής του δικτύου μεταφοράς ή διανομής μπορεί να αρνείται την πρόσβαση λόγω έλλειψης χωρητικότητας. Η άρνηση αυτή πρέπει να αιτιολογείται δεόντως, λαμβανομένου ιδίως υπόψη του άρθρου 3. Τα κράτη μέλη μεριμνούν, όπου ενδείκνυται και στις περιπτώσεις άρνησης της πρόσβασης, προκειμένου ο διαχειριστής του δικτύου μεταφοράς ή διανομής να παρέχει πληροφορίες για τα μέτρα που θα ήταν αναγκαία για την ενίσχυση του δικτύου. Η πλευρά που έχει ζητήσει τη χορήγηση των στοιχείων αυτών μπορεί να επιβαρύνεται με εύλογο τέλος που αντικατοπτρίζει το κόστος της παροχής των εν λόγω πληροφοριών.»
Η εθνική ρύθμιση
9. Ο Gesetz über die Elektrizitäts- und Gasversorgung (νόμος για την παροχή ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου), ο οποίος αποκαλείται και Energiewirtschaftsgesetz (νόμος για την ορθολογική διαχείριση της ενέργειας, στο εξής: EnWG), είναι το κύριο νομοθέτημα για τη μεταφορά της οδηγίας 2003/54 στη Γερμανία.
10. Το σημείο 17 του άρθρου 3 («Ορισμοί») του EnWG έχει ως εξής:
«“Δίκτυα παροχής ενέργειας γενικού εφοδιασμού” είναι δίκτυα παροχής ενέργειας που χρησιμοποιούνται για τη διανομή ενέργειας σε τρίτους και, βάσει των διαστάσεών τους, δεν προορίζονται μόνο για τον εφοδιασμό συγκεκριμένων τελικών καταναλωτών που καθορίστηκαν ή που μπορούσαν να καθοριστούν κατά τη δημιουργία του δικτύου, αλλά κατ’ αρχήν μπορούν να εφοδιάσουν οποιονδήποτε τελικό καταναλωτή.»
11. Το άρθρο 20 του EnWG διατυπώνει ως ακολούθως την αρχή της προσβάσεως των τρίτων στα «δίκτυα παροχής ενέργειας»:
«Πρόσβαση στα δίκτυα παροχής ενέργειας
1) Οι διαχειριστές δικτύου παροχής ενέργειας οφείλουν να παρέχουν στον οποιονδήποτε πρόσβαση στο δίκτυο, βάσει αντικειμενικών κριτηρίων και χωρίς διακρίσεις· οφείλουν επίσης να δημοσιοποιούν στο Διαδίκτυο τους όρους προσβάσεως στο δίκτυο, περιλαμβανομένων των συμβάσεων προσχωρήσεως και των τιμών. Στο μέτρο που είναι αναγκαίο για να εξασφαλιστεί αποτελεσματική πρόσβαση στο δίκτυο, οφείλουν να συνεργάζονται […].
2) Στο μέτρο που οι διαχειριστές δικτύων παροχής ενέργειας αποδεικνύουν ότι, λαμβανομένων δεόντως υπόψη των σκοπών του άρθρου 1 του παρόντος νόμου, για λειτουργικούς ή άλλους λόγους δεν είναι δυνατόν ούτε λογικό να παρέχουν πρόσβαση στο δίκτυο, δύνανται να αρνηθούν την πρόσβαση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 […].»
12. Το άρθρο 21 επιγράφεται «Όροι και αντίτιμο της προσβάσεως» και ορίζει:
«1) Οι όροι και οι τιμές για την πρόσβαση στο δίκτυο πρέπει να είναι λογικοί, να μη δημιουργούν δυσμενείς διακρίσεις, να είναι διαφανείς και όχι δυσμενέστεροι από εκείνους που οι διαχειριστές δικτύων παροχής ενέργειας εφαρμόζουν, τιμολογούν ή επιβάλλουν σε ανάλογες περιπτώσεις για παροχές που πραγματοποιούνται εντός της επιχειρήσεώς τους ή προς συνδεδεμένες ή συνεργαζόμενες επιχειρήσεις […].»
13. Το άρθρο 110, παράγραφος 1, του EnWG είναι διάταξη η οποία αφορά ειδικά τα «ιδιωτικά δίκτυα εφοδιασμού» («Objektnetze»). Έχει ως εξής:
«Τα μέρη 2 και 3 καθώς και τα άρθρα 4, 52 και 92 του παρόντος νόμου δεν έχουν εφαρμογή για την εκμετάλλευση δικτύων παροχής ενέργειας
1. που βρίσκονται σε επιχειρηματική ζώνη με λειτουργική ενότητα χώρου και που χρησιμοποιούνται κυρίως για τη μεταφορά ενέργειας εντός της επιχειρήσεως ή προς συνδεδεμένες επιχειρήσεις υπό την έννοια του άρθρου 3, σημείο 38 [(3)]·
2. που βρίσκονται σε ιδιωτική ζώνη με λειτουργική ενότητα χώρου και που χρησιμοποιούνται από τον διαχειριστή του δικτύου ή εντολοδόχο για την παροχή ενέργειας στους τελικούς καταναλωτές που μπορούν να οριστούν από κοινό υπέρτερο εμπορικό σκοπό ο οποίος
a) υπερβαίνει μια απλώς και μόνο μισθωτική σχέση και
b) του οποίου η επίτευξη θα γινόταν υπερβολικά περίπλοκη με την εφαρμογή των διατάξεων που παρατίθενται στην αρχή του παρόντος άρθρου [(4)]
ή
3. που βρίσκονται σε ζώνη με στενή λειτουργική ενότητα χώρου και που χρησιμοποιούνται κυρίως για αυτοεφοδιασμό[(5)],
υπό την προϋπόθεση ότι το δίκτυο παροχής ενέργειας δεν χρησιμοποιείται για γενικό εφοδιασμό υπό την έννοια του άρθρου 3, σημείο 17, και ότι ο διαχειριστής του ιδιωτικού δικτύου εφοδιασμού ή ο εντολοδόχος του έχει την τεχνική, οικονομική και προσωπική ικανότητα να διασφαλίσει επί μονίμου βάσεως ότι το δίκτυο θα χρησιμοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου.»
14. Αν ένα ιδιωτικό δίκτυο εφοδιασμού πληροί τα κριτήρια του άρθρου 110, παράγραφος 1, σημείο 1 ή 2 ή 3, του EnWG δεν εφαρμόζονται διάφορες διατάξεις του EnWG, περιλαμβανομένων εκείνων που αφορούν την πρόσβαση των τρίτων στο δίκτυο.
II – Το πραγματικό πλαίσιο, η διαδικασία ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου και το προδικαστικό ερώτημα
15. H Flughafen Leipzig/Halle GmbH (στο εξής: FLH) διαχειρίζεται τον αερολιμένα Λειψίας/Χάλλης. Υπό την ιδιότητα αυτή, διαχειρίζεται ένα δίκτυο παροχής ενέργειας, μέσω του οποίου η ίδια και 93 άλλες επιχειρήσεις που βρίσκονται στον αερολιμένα εφοδιάζονται με ηλεκτρισμό. Το 2004 η ποσότητα της ενέργειας που καταναλώθηκε μέσω του δικτύου αυτού ανήλθε περίπου σε 22 200 MWh, εκ των οποίων, πέρα από το 85,4 %, που κατανάλωσε η FLH, γύρω στις 3 800 MWh, ή το 14,6 %, παρασχέθηκαν σε άλλες επιχειρήσεις που βρίσκονται στον αερολιμένα.
16. Από τις αρχές του 2004 η citiworks AG (στο εξής: citiworks), επιχείρηση παροχής ηλεκτρικής ενέργειας, εφοδιάζει με ηλεκτρισμό την DFS Deutsche Flugsicherung GmbH που έχει εγκατάσταση στον αερολιμένα Λειψίας/Χάλλης.
17. Στις 12 Ιουλίου 2006, μετά από αίτηση της FLH, το Υπουργείο Οικονομίας και Εργασίας του ομόσπονδου κράτους της Σαξονίας, ως ρυθμιστική αρχή του ομόσπονδου αυτού κράτους, εξέδωσε μια απόφαση με την οποία όρισε ότι το δίκτυο παροχής ενέργειας που η FLH διαχειρίζεται στον αερολιμένα Λειψίας/Χάλλης είναι «ιδιωτικό δίκτυο εφοδιασμού» το οποίο πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 110, παράγραφος 1, σημεία 1 και 3, του EnWG.
18. Θεωρώντας ότι η απόφαση αυτή έχει ως αποτέλεσμα να εμποδίσει τρίτους, όπως η citiworks, να αποκτήσουν πρόσβαση στο δίκτυο που η FLH διαχειρίζεται στον αερολιμένα Λειψίας/Χάλλης για να εφοδιάζει πελάτες που βρίσκονται εκεί, η citiworks προσέβαλε την εν λόγω απόφαση ενώπιον του Oberlandesgericht Dresden.
19. Το Oberlandesgericht έκρινε ότι, εφόσον η τήρηση των σχετικών διατάξεων του EnWG δεν θα είχε υπερβολικές επιπλοκές για την FLH, το επίμαχο δίκτυο δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως «υπηρεσιακό δίκτυο» κατά το άρθρο 110, παράγραφος 1, σημείο 2, του EnWG. Πάντως, το δίκτυο πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 110, παράγραφος 1, σημείο 1, του EnWG και έτσι μπορεί να χαρακτηριστεί ως «επιχειρησιακό δίκτυο» και να εξαιρεθεί, μεταξύ άλλων, από τις διατάξεις του EnWG που αφορούν την πρόσβαση των τρίτων. Επομένως, η προσφυγή της citiworks είναι, κατ’ αρχήν, αβάσιμη κατά το εθνικό δίκαιο. Ωστόσο, το Oberlandesgericht διατύπωσε αμφιβολίες ως προς το αν το άρθρο 110, παράγραφος 1, σημείο 1, του EnWG συνάδει με τις επιταγές του άρθρου 20, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/54.
20. Κατά συνέπεια, με απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 2006, η οποία πρωτοκολλήθηκε στο Δικαστήριο στις 24 Οκτωβρίου 2006, το Kartellsenat του Oberlandesgericht Dresden αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να ζητήσει από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως επί του εξής ερωτήματος:
«Είναι το άρθρο 110, παράγραφος 1, σημείο 1, του Gesetz über die Elektrizitäts- und Gasversorgung (νόμου για την παροχή ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου ή EnWG] συμβατό με το άρθρο 20, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/54/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, στο μέτρο που, όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις του εν λόγω άρθρου 110, παράγραφος 1, σημείο 1, οι γενικές διατάξεις για την πρόσβαση στο δίκτυο (άρθρα 20 έως 28a του EnWG) δεν έχουν εφαρμογή στα λεγόμενα επιχειρησιακά δίκτυα, ακόμη και όταν η ελεύθερη πρόσβαση στο δίκτυο δεν δύναται να δημιουργήσει υπερβολικές επιπλοκές;»
III – Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
21. Στο Δικαστήριο υπέβαλαν παρατηρήσεις η citiworks, το Υπουργείο Οικονομίας και Εργασίας του ομόσπονδου κράτους της Σαξονίας ως ρυθμιστική αρχή του ομόσπονδου αυτού κράτους, η Επιτροπή, η Γερμανική και η Πολωνική Κυβέρνηση και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου.
22. Επ’ ακροατηρίου συζήτηση διεξήχθη στις 20 Σεπτεμβρίου 2007.
IV – Κύρια επιχειρήματα όσων υπέβαλαν παρατηρήσεις
Α — Citiworks
23. Η citiworks ισχυρίζεται ότι το άρθρο 110, παράγραφος 1, σημείο 1, του EnWG δεν είναι συμβατό με το άρθρο 20 της οδηγίας.
24. Η citiworks παρατηρεί ότι ένας από τους κύριους σκοπούς της οδηγίας είναι να εξασφαλιστεί στους προμηθευτές ενέργειας δικαίωμα προσβάσεως σε ολόκληρο το δίκτυο παροχής ενέργειας έτσι ώστε να διασφαλιστεί να μπορούν ελεύθερα οι πελάτες να επιλέγουν τον προμηθευτή τους. Το άρθρο 110, παράγραφος 1, σημείο 1, του EnWG συνιστά παράβαση της υποχρεώσεως να εξασφαλίζεται πρόσβαση στο δίκτυο.
25. Η citiworks αναφέρει ότι η απαλλαγή που προβλέπεται από το άρθρο 110, παράγραφος 1, σημείο 1, του EnWG είναι στην πράξη αυτόματη. Κατά την άποψη των περισσότερων ρυθμιστικών αρχών σε επίπεδο ομοσπονδιακού κράτους και ομόσπονδων κρατών, το άρθρο 110, παράγραφος 1, σημείο 1, του EnWG έχει άμεση εφαρμογή όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει. Ναι μεν πολλοί διαχειριστές δικτύων έχουν υποβάλει αιτήσεις να αναγνωριστεί ότι η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή στο δίκτυό τους, πλην όμως άλλοι υποθέτουν ότι πληρούν τις προϋποθέσεις της διατάξεως αυτής και ούτε καν ζητούν να αναγνωριστεί κάτι τέτοιο.
26. Επί πλέον, στην οδηγία δεν υπάρχει τίποτα που να επιτρέπει στα κράτη μέλη να καθορίσουν ελεύθερα τις καταστάσεις στις οποίες μπορούν να παρεκκλίνουν από την αρχή της ελεύθερης προσβάσεως στο δίκτυο.
27. Η εξαίρεση που το άρθρο 26 της οδηγίας προβλέπει για τα μικρά απομονωμένα δίκτυα δεν δικαιολογεί μια διάταξη όπως το άρθρο 110, παράγραφος 1, σημείο 1, του EnWG, καθόσον η Γερμανία δεν ζήτησε από την Επιτροπή να της επιτρέψει παρέκκλιση και τα δίκτυα που καλύπτονται από την εθνική διάταξη δεν είναι μικρά απομονωμένα δίκτυα ή απομονωμένα μικροδίκτυα όπως ορίζονται από το άρθρο 2, σημεία 26 και 27, της οδηγίας.
28. Από την οδηγία δεν μπορεί να συναχθεί ότι όσον αφορά τα δίκτυα προβλέπεται γενική εξαίρεση, για διαρθρωτικούς λόγους, από την υποχρέωση παροχής προσβάσεως στους τρίτους. Ναι μεν μπορεί να είναι αλήθεια ότι οι υποχρεώσεις παροχής προσβάσεως στους τρίτους επιβάλλουν ένα δυσανάλογα βαρύ φορτίο στα μικρά δίκτυα, πλην όμως τούτο δεν μπορεί να δικαιολογήσει μια γενική και αυτόματη εξαίρεση όπως εκείνη που προβλέπεται από το άρθρο 110, παράγραφος 1, σημείο 1, του EnWG.
Β — FLH
29. Πρώτα απ’ όλα, η FLH ισχυρίζεται ότι η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως είναι απαράδεκτη καθόσον το ζήτημα που τέθηκε στο Δικαστήριο είναι υποθετικό. Πράγματι, το αιτούν δικαστήριο αναφέρεται με το ερώτημά του σε διατύπωση του άρθρου 110, παράγραφος 1, σημείο 1, του EnWG η οποία όντως δεν υπάρχει. Επί πλέον, η απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν ασκεί επιρροή για τη λύση της διαφοράς ενώπιον τους αιτούντος δικαστηρίου.
30. Επί της ουσίας, η FLH ισχυρίζεται ότι το άρθρο 110, παράγραφος 1, σημείο 1, του EnWG είναι συμβατό με το κοινοτικό δίκαιο. Τα δίκτυα που εμπίπτουν στη διάταξη αυτή είναι εσωτερικά δίκτυα που δημιουργούνται από εταιρίες για δική τους κατανάλωση και δεν επηρεάζουν τον ανταγωνισμό. Κατά συνέπεια, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας.
31. Τούτο γίνεται σαφές από το γεγονός ότι η κατανάλωση του επίμαχου δικτύου είναι πολύ χαμηλότερη από εκείνη ενός «απομονωμένου μικροδικτύου» όπως αυτό ορίζεται στο άρθρο 2, σημείο 27, της οδηγίας (6). Κατά συνέπεια, ο αποκλεισμός ενός τέτοιου δικτύου είναι απίθανο να προκαλέσει σημαντική στρέβλωση του ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας.
32. Το άρθρο 110, παράγραφος 1, σημείο 1, του EnWG αποτελεί απλώς έκφραση της διακριτικής ευχέρειας που ο Γερμανός νομοθέτης είχε κατά τη μεταφορά της οδηγίας. Τα άρθρα 3, παράγραφος 8, 13, 15, παράγραφος 2, στοιχείο δ΄, και 15, παράγραφος 2, τελευταία περίοδος, καθώς και 20, παράγραφος 1, της οδηγίας όντως προβλέπουν δυνατότητες παρεκκλίσεως από τις διατάξεις για τον διαχωρισμό, τη σύνδεση και την πρόσβαση στο δίκτυο.
33. Η FLH τονίζει ότι είναι εταιρία που παρέχει υπηρεσίες προς το κοινό οικονομικό συμφέρον κατά το άρθρο 3, παράγραφος 8, της οδηγίας και όχι απλώς διανομέας ενέργειας. Έχει την υποχρέωση να διαχειρίζεται έναν αερολιμένα. Κατά συνέπεια, το ιδιωτικό δίκτυο παροχής ενέργειας που διαχειρίζεται δεν είναι δίκτυο διανομής υπό την έννοια της οδηγίας.
34. Για τους λόγους αυτούς, το άρθρο 110, παράγραφος 1, σημείο 1, του EnWG είναι συμβατό με το άρθρο 20, παράγραφος, 1, της οδηγίας.
Γ — Υπουργείο Οικονομίας και Εργασίας του ομόσπονδου κράτους της Σαξονίας
35. Ο διάδικος αυτός ισχυρίζεται ότι το επίμαχο δίκτυο, το οποίο δύναται να εξαιρεθεί βάσει του άρθρου 110, παράγραφος 1, του EnWG, δεν είναι ούτε δίκτυο μεταφοράς ούτε δίκτυο διανομής υπό την έννοια της οδηγίας, αλλά δίκτυο που χρησιμεύει κυρίως για τον εφοδιασμό της FLH με την ηλεκτρική ενέργεια που η ίδια καταναλώνει. Επομένως, το δίκτυο δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας και δεν υπάρχει υποχρέωση παροχής στους τρίτους προσβάσεως στο δίκτυο αυτό σύμφωνα με τις διατάξεις της οδηγίας.
36. Περαιτέρω, η FLH δεν μπορεί να θεωρηθεί διαχειριστής δικτύου διανομής υπό την έννοια του άρθρου 2, σημείο 6, της οδηγίας, καθόσον ο κύριος σκοπός της είναι η διαχείριση ενός αερολιμένα οπότε δεν δύναται να συμμορφωθεί πλήρως με τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται σε διαχειριστή δικτύου διανομής.
37. Κατά συνέπεια, το άρθρο 110, παράγραφος 1, σημείο 1, του EnWG αφορά μόνο δίκτυα που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας και είναι συμβατό με το άρθρο 20, παράγραφος 1, της οδηγίας.
Δ — Γερμανική Κυβέρνηση
38. Η Γερμανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι με συστηματική και τελολογική ερμηνεία της οδηγίας οι «πελατειακές εγκαταστάσεις» δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της. Πελατειακή εγκατάσταση είναι η ηλεκτρική εγκατάσταση ενός τελικού καταναλωτή η οποία περιλαμβάνει και δίκτυα που έχουν δημιουργηθεί από τέτοιους καταναλωτές και που διανέμουν ενέργεια εντός μιας κλειστής εγκαταστάσεως.
39. Όπως προκύπτει τόσο από τον ορισμό του «διαχειριστή δικτύου διανομής» ο οποίος περιέχεται στο άρθρο 2, σημείο 6, της οδηγίας όσο και από τις υποχρεώσεις τέτοιων διαχειριστών οι οποίες εκτίθενται στο άρθρο 14 της οδηγίας, η οδηγία αφορά μόνον εταιρίες που διαχειρίζονται δίκτυα διανομής έχοντα ως σκοπό την παροχή ενέργειας στο κοινό, πράγμα που αποκλείει τις πελατειακές εγκαταστάσεις.
40. Επί πλέον, οι κανόνες δικαίου για την ελευθέρωση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας σκοπό έχουν να δώσουν στους τρίτους το δικαίωμα να επιλέγουν ελεύθερα τον προμηθευτή τους. Πάντως, στην περίπτωση μιας πελατειακής εγκαταστάσεως δεν υπάρχουν τρίτοι. Κατά συνέπεια, οι κανόνες δικαίου για την ελευθέρωση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας έχουν εφαρμογή μόνον επί δικτύων με συμμετοχή τρίτων.
41. Μολονότι εφοδιάζουν διάφορα φυσικά ή νομικά πρόσωπα ως πελάτες, ορισμένα δίκτυα πρέπει να θεωρηθούν πελατειακές εγκαταστάσεις όταν τέτοιοι πελάτες δεν μπορούν να θεωρηθούν πραγματικοί τρίτοι. Αυτό συμβαίνει με εκείνους που είναι συνδεδεμένοι με τον διαχειριστή της πελατειακής εγκαταστάσεως εντός μιας «κοινότητας εφοδιασμού», πράγμα που μπορεί να είναι το αποτέλεσμα πραγματικών ή νομικών συνθηκών. Εφόσον τέτοιοι πελάτες δεν είναι πραγματικοί τρίτοι έναντι του διαχειριστή του δικτύου, δεν είναι αναγκαίο να εξασφαλιστεί το δικαίωμά τους να επιλέγουν ελεύθερα τον προμηθευτή τους ηλεκτρικής ενέργειας και οι κανόνες για την ελευθέρωση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας δεν έχουν εφαρμογή επ’ αυτών.
42. Το άρθρο 110, παράγραφος 1, σημείο 1, του EnWG σκοπό έχει ακριβώς να αποκλείσει τέτοια δίκτυα, σε σχέση με τα οποία δεν υπάρχουν πραγματικοί τρίτοι, από τις υποχρεώσεις που αφορούν την πρόσβαση των τρίτων. Κατά συνέπεια, είναι συμβατό με το άρθρο 20, παράγραφος 1, της οδηγίας.
Ε — Πολωνική Κυβέρνηση
43. Η Πολωνική Κυβέρνηση θεωρεί ότι το άρθρο 110, παράγραφος 1, σημείο 1, του EnWG δεν είναι συμβατό με την οδηγία.
44. Η Πολωνική Κυβέρνηση υπενθυμίζει ότι από την ενδέκατη αιτιολογική σκέψη και από το άρθρο 3, παράγραφος 8, της οδηγίας προκύπτει ειδικά ότι τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν εξαιρέσεις από την αρχή της προσβάσεως των τρίτων στο δίκτυο, αλλά δεν υπάρχει πεδίο για γενικές εξαιρέσεις.
45. Η ενδέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας συνεπάγεται σαφώς ότι η απαλλαγή των διαχειριστών μικρών δικτύων από τις υποχρεώσεις παροχής προσβάσεως στους τρίτους απαιτεί την ύπαρξη δυσανάλογου οικονομικού και διοικητικού βάρους. Είναι πιθανό ότι για τους διαχειριστές μικρών δικτύων η συμμόρφωση προς τις διοικητικές απαιτήσεις της οδηγίας είναι επαχθέστατη και το συναφές κόστος θα είναι πιο δύσκολο να αντισταθμιστεί, λαμβανομένης υπόψη της σχετικά περιορισμένης ποσότητας ηλεκτρικής ενέργειας που πωλούν. Επί πλέον, στην παρούσα υπόθεση, ο διαχειριστής του δικτύου μεταφοράς οφείλει και να συμβάλλει στην ασφάλεια της παροχής ηλεκτρικής ενέργειας.
46. Πάντως, πριν ο διαχειριστής ενός μικρού δικτύου μπορέσει να απαλλαγεί από τις υποχρεώσεις σχετικά με την πρόσβαση των τρίτων, είναι αναγκαίο να εξεταστεί αν η τήρηση των υποχρεώσεων αυτών θα είχε δυσανάλογο κόστος. Προς τούτο, οι αρμόδιες εθνικές αρχές πρέπει να προβούν σε συνολική οικονομική εκτίμηση της καταστάσεως του διαχειριστή του δικτύου, έχοντας κατά νου την ανάγκη να κατοχυρωθεί η ασφάλεια του εφοδιασμού των τελικών πελατών του διαχειριστή του δικτύου.
47. Κατά συνέπεια μια διάταξη εθνικής νομοθεσίας, όπως το άρθρο 110, παράγραφος 1, σημείο 1, του EnWG, η οποία επιτρέπει την απαλλαγή των διαχειριστών μικρών δικτύων διανομής από τις υποχρεώσεις παροχής προσβάσεως στους τρίτους, ακόμη και όταν τούτο δεν συνεπάγεται υπερβολικές δυσκολίες για τον εν λόγω διαχειριστή, είναι ασύμβατη με το άρθρο 20, παράγραφος 1, της οδηγίας.
ΣΤ — Ηνωμένο Βασίλειο
48. Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου θεωρεί ότι η επίμαχη εθνική διάταξη είναι συμβατή με το άρθρο 20, παράγραφος 1, της οδηγίας.
49. Υπενθυμίζει ότι ένας από τους κύριους σκοπούς της οδηγίας ήταν η εξασφάλιση ελεύθερου ανταγωνισμού και ότι η οδηγία επικεντρωνόταν σε εταιρίες σε μονοπωλιακή ή οιονεί μονοπωλιακή κατάσταση, που εμποδίζουν την αποτελεσματική λειτουργία του ανταγωνισμού. Πάντως, μικρές εταιρίες ή επιχειρήσεις ηλεκτρικής ενέργειας που δεν παρέχουν ηλεκτρισμό σε εγχώριους πελάτες δεν αποτέλεσαν σημείο εστιάσεως της κοινοτικής νομοθεσίας. Επί πλέον, οι υποχρεώσεως που τα άρθρα 14 έως 20 της οδηγίας επιβάλλουν στους διαχειριστές δικτύων διανομής είναι δαπανηρές. Κατά συνέπεια, το άρθρο 20 της οδηγίας πρέπει να ερμηνεύεται κατά τέτοιον τρόπο ώστε να επιτρέπει στα κράτη μέλη να αποκλείουν από τις υποχρεώσεις παροχής προσβάσεως στο δίκτυο κατηγορίες φορέων τις οποίες έχουν ορίσει προσεκτικά και στενά.
50. Η εφαρμογή των διατάξεων της οδηγίας ακόμη και στα μικρότερα δίκτυα θα ήταν παράλογη και άδικη. Η τήρηση των υποχρεώσεων παροχής προσβάσεως στους τρίτους θα καθιστούσε υπερβολικά επαχθή τη διαχείριση μικρών και νέων δικτύων και έτσι δυσκολότερο γι’ αυτά να ανταγωνιστούν αποτελεσματικά τις μεγαλύτερης κλίμακας επιχειρήσεις ηλεκτρικής ενέργειας. Αντιθέτως, ο αποκλεισμός τους από τις επιταγές παροχής προσβάσεως στους τρίτους θα έχει αμελητέο αντίκτυπο στην ελευθέρωση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, λαμβανομένης υπόψη της πολύ περιορισμένης ακτίνας δράσεώς τους.
51. Τέλος, κατά τον ορισμό της «διανομής» ο οποίος περιέχεται στο άρθρο 2, σημείο 5, της οδηγίας, η διανομή ηλεκτρικής ενέργειας γίνεται «με σκοπό την παράδοσή της σε πελάτες». Κατά συνέπεια, η παράδοση σε πελάτες πρέπει να είναι ο κύριος σκοπός ενός δικτύου διανομής, αλλά αυτό σαφώς δεν συμβαίνει στην περίπτωση της FLH, που η ίδια καταναλώνει το 85,4 % της ηλεκτρικής ενέργειας που μεταφέρεται μέσω του δικτύου της. Ο κύριος σκοπός της FLH είναι η διαχείριση ενός αερολιμένα.
Ζ — Επιτροπή
52. Η Επιτροπή θεωρεί ότι το άρθρο 110, παράγραφος 1, σημείο 1, του EnWG είναι ασύμβατο με το άρθρο 20, παράγραφος 1 της οδηγίας.
53. Ισχυρίζεται ότι το άρθρο 20 της οδηγίας, το οποίο απαιτεί να παρέχεται στους τρίτους πρόσβαση στα δίκτυα μεταφοράς και διανομής, έχει εφαρμογή επί της πραγματικής καταστάσεως στην οποία ανεφύη η διαφορά ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου. Το επίμαχο δίκτυο είναι δίκτυο διανομής υπό την έννοια του άρθρου 2, σημείο 6, της οδηγίας καθόσον χρησιμεύει για τη διανομή ηλεκτρικής ενέργειας στην FLH και περαιτέρω σε 93 επιχειρήσεις που βρίσκονται στον αερολιμένα. Κατά συνέπεια, η ελευθερία προσβάσεως σε ένα τέτοιο δίκτυο πρέπει να εξασφαλίζεται σύμφωνα με το άρθρο 20, παράγραφος 1, της οδηγίας.
54. Όπως προκύπτει από την έκτη και την έβδομη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας, η αρχή της προσβάσεως των τρίτων είναι ουσιώδης για να εξασφαλιστεί η ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας. Κατά συνέπεια, περιορισμοί στην αρχή αυτή μπορούν να γίνουν δεκτοί μόνο σε περιπτώσεις που ορίζονται με σαφήνεια. Έτσι, η οδηγία προβλέπει μόνο μια γενική εξαίρεση από τις υποχρεώσεις παροχής προσβάσεως στους τρίτους. Η εξαίρεση αυτή παρατίθεται στο άρθρο 20, παράγραφος 2, και συνδέεται με την έλλειψη της αναγκαίας χωρητικότητας από την πλευρά του διαχειριστή του δικτύου. Πάντως, η εν λόγω διάταξη της οδηγίας δεν μπορεί να δικαιολογήσει μια ορισθείσα με νόμο γενική εξαίρεση, καθόσον τα επιχειρησιακά δίκτυα υπό την έννοια του άρθρου 110, παράγραφος 1, σημείο 1, του EnWG ούτε κατ’ ανάγκην ούτε επί μονίμου βάσεως έχουν τέτοια έλλειψη χωρητικότητας.
55. Το μικρό μέγεθος μερικών δικτύων και η περιορισμένη οικονομική σημασία τους δεν δικαιολογούν τον αποκλεισμό τους, ως ζήτημα αρχής, από την αρχή της ελεύθερης προσβάσεως. Το μέγεθος ενός δικτύου διαδραματίζει ρόλο μόνο σε ζητήματα σχετικά με τον νομικό διαχωρισμό των διαχειριστών δικτύων διανομής, όπως προκύπτει από το άρθρο 15, παράγραφος 2, της οδηγίας.
56. Το άρθρο 13 της οδηγίας δεν δικαιολογεί την εξαίρεση ορισμένων δικτύων από τις υποχρεώσεις παροχής προσβάσεως στους τρίτους.
57. Ούτε η εξαίρεση που το άρθρο 26, παράγραφος 1, της οδηγίας προβλέπει για τα «απομονωμένα μικροδίκτυα» μπορεί να χρησιμεύσει ως βάση του άρθρου 110, παράγραφος 1, σημείο 1, του EnWG καθόσον, μεταξύ άλλων, δεν υποβλήθηκε στην Επιτροπή σχετική αίτηση.
V – Παραδεκτό
58. Η FLH αμφισβήτησε το παραδεκτό του προδικαστικού ερωτήματος ουσιαστικά για τον λόγο ότι αφορά μια υποθετική περίπτωση που δεν αναφέρεται από το επίμαχο εθνικό νομοθέτημα και κατά συνέπεια είναι υποθετικό.
59. Κατά πάγια νομολογία, μόνο του εθνικού δικαστηρίου έργο είναι να καθορίσει, υπό το φως των ιδιαίτερων περιστάσεων της υποθέσεως, τόσο την ανάγκη εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως για να μπορέσει να εκδώσει την απόφασή του όσο και τη λυσιτέλεια των ερωτημάτων που θέτει στο Δικαστήριο. Το Δικαστήριο δύναται να αρνηθεί να δώσει απάντηση σε προδικαστικό ερώτημα μόνον όταν είναι πρόδηλο ότι η απόφαση που το εθνικό δικαστήριο ζητεί σχετικά με την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου δεν έχει σχέση με υπαρκτή διαφορά ή με το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης ή όταν το πρόβλημα είναι γενικόλογο ή υποθετικό (7).
60. Πάντως, εδώ δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Από την απόφαση περί παραπομπής είναι σαφές ότι το αιτούν δικαστήριο έχει αμφιβολίες ως προς το αν το άρθρο 110, παράγραφος 1, σημείο 1, του EnWG, όπως έχει, είναι συμβατό με το άρθρο 20, παράγραφος 1 της οδηγίας.
61. Είναι αλήθεια ότι το ερώτημα που τέθηκε στο Δικαστήριο δεν αφορά μόνον την πραγματική διατύπωση του άρθρου 110, παράγραφος 1, σημείο 1, του EnWG, αλλά προσθέτει τη φράση «ακόμη και όταν η ελεύθερη πρόσβαση στο δίκτυο δεν δύναται να δημιουργήσει υπερβολικές επιπλοκές». Με την έκφραση αυτή, το αιτούν δικαστήριο απλώς δείχνει πού κατά την άποψή του έγκειται το πρόβλημα του συμβατού του εθνικού νομοθετήματος μεταφοράς με την οδηγία, δηλαδή στο γεγονός ότι η παρέκκλιση από τις υποχρεώσεις παροχής προσβάσεως στους τρίτους επιτρέπεται χωρίς περαιτέρω εξέταση του πραγματικού βάρους που η τήρηση των υποχρεώσεων αυτών δύναται να επιβάλει στον διαχειριστή του δικτύου, ενώ, κατά την άποψη του αιτούντος δικαστηρίου, η απαίτηση να ληφθεί υπόψη το βάρος αυτό απορρέει από την οδηγία. Πάντως, τούτο δεν καθιστά υποθετικό το ερώτημα.
62. Έτσι, η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως είναι παραδεκτή και το ερώτημα στο οποίο πρέπει να δοθεί απάντηση από το Δικαστήριο είναι στην ουσία αν το άρθρο 20, παράγραφος 1, της οδηγίας αποκλείει την εφαρμογή μιας εθνικής διατάξεως, όπως το άρθρο 110, παράγραφος 1, σημείο 1, του EnWG, η οποία, ως ζήτημα αρχής, εξαιρεί από την εφαρμογή των διατάξεων για την παροχή προσβάσεως στους τρίτους τα λεγόμενα «επιχειρησιακά δίκτυα» που βρίσκονται σε επιχειρηματική ζώνη με λειτουργική ενότητα χώρου και που χρησιμοποιούνται κυρίως για τη μεταφορά ενέργειας εντός της επιχειρήσεως ή προς συνδεδεμένες επιχειρήσεις.
VI – Επί της ουσίας
63. Η οδηγία 2003/54 συνιστά το δεύτερο στάδιο της ελευθερώσεως της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Σκοπός της είναι να συμπληρωθεί η εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας την οποία δημιούργησε η οδηγία 96/92/ΕΚ (8) (στο εξής: πρώτη οδηγία για την ηλεκτρική ενέργεια) (9).
64. Ένα από τα στοιχεία-κλειδιά της ελευθερώσεως της εσωτερικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας είναι η πρόσβαση των τρίτων στο δίκτυο. Στην οδηγία, η αρχή της προσβάσεως των τρίτων αντικατοπτρίζεται στο άρθρο 20, παράγραφος 1, το οποίο απαιτεί από τα κράτη μέλη να εξασφαλίζουν την πρόσβαση των τρίτων στα δίκτυα μεταφοράς και διανομής. Από το άρθρο 20, παράγραφος 1, της οδηγίας προκύπτει ότι μόνο για τα λεγόμενα «δίκτυα μεταφοράς» ή «δίκτυα διανομής» υπό την έννοια της οδηγίας ισχύουν οι κατά την οδηγία υποχρεώσεις παροχής προσβάσεως στους τρίτους.
65. Δεν αμφισβητείται ότι ένα δίκτυο όπως αυτό που διαχειρίζεται η FLH δεν είναι δίκτυο μεταφοράς (10). Για να εξακριβωθεί αν παρά ταύτα απαιτείται να παρέχεται πρόσβαση στους τρίτους σύμφωνα με το άρθρο 20, παράγραφος 1, της οδηγίας, μένει να καθοριστεί αν το επίμαχο δίκτυο θα μπορούσε να είναι δίκτυο διανομής.
66. Εν προκειμένω, θα μπορούσε να λεχθεί με λίγα λόγια ότι δεν αποκλείεται π.χ. να μπορεί η FLH να θεωρηθεί επίσης «προμηθευτής» ηλεκτρικής ενέργειας και/ή «πελάτης χονδρικής» υπό την έννοια της οδηγίας. Ωστόσο, οι πιθανοί αυτοί πρόσθετοι χαρακτηρισμοί δεν έχουν σημασία στην παρούσα υπόθεση, καθόσον από την οδηγία δεν μπορεί να συναχθεί ότι θα εμπόδιζαν να είναι η FLH συγχρόνως διαχειριστής δικτύου διανομής και, υπό την ιδιότητα αυτή, να έχει κατ’ αρχήν την υποχρέωση να παρέχει στους τρίτους πρόσβαση στο δίκτυο διανομής που διαχειρίζεται.
67. Κατά συνέπεια, το ζήτημα που έχει σημασία στην παρούσα υπόθεση είναι αν ένα δίκτυο, όπως αυτό που διαχειρίζεται η FLH και που δύναται να εξαιρεθεί από την εφαρμογή της βαλλόμενης γερμανικής νομοθεσίας, είναι όντως «δίκτυο διανομής» υπό την έννοια της οδηγίας.
68. Η οδηγία δεν ορίζει τον όρο «δίκτυο διανομής», αλλά ορίζει τη «διανομή» ως «μεταφορά ηλεκτρικής ενέργειας μέσω δικτύων διανομής υψηλής, μεσαίας και χαμηλής τάσης με σκοπό την παράδοσή της σε πελάτες, μη συμπεριλαμβανομένης όμως της προμήθειας» (11).
69. Υπό τις συνθήκες αυτές είναι αναγκαίο, για να καθοριστεί το περιεχόμενο της έννοιας «δίκτυο διανομής» όπως χρησιμοποιείται στην οδηγία, να εξεταστούν όχι μόνον η διατύπωση της σχετικής διατάξεως της οδηγίας, αλλά και το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται καθώς και οι σκοποί των κανόνων των οποίων αποτελεί μέρος (12).
70. Η οδηγία σκοπό έχει να συμπληρώσει την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, ελευθερώνοντας και εναρμονίζοντας τις συνθήκες υπό τις οποίες λειτουργεί η αγορά ηλεκτρικής ενέργειας έτσι ώστε οι εθνικές αγορές να ενσωματωθούν σε μια πραγματική και πλήρως λειτουργική ενιαία αγορά ηλεκτρικής ενέργειας (13).
71. Ο σκοπός να επιτευχθούν ισότιμοι όροι μεταξύ των κρατών μελών όσον αφορά το άνοιγμα της αγοράς (14) απαιτεί ομοιόμορφη ερμηνεία του καθ’ ύλην πεδίου εφαρμογής της οδηγίας. Τούτο απαιτεί να ερμηνεύονται στενά οι περιορισμοί της γενικής αρχής της προσβάσεως των τρίτων και να συρρικνώνονται σε εκείνους που προβλέπει η οδηγία. Τούτο αποκλείει και τη δυνατότητα μια διάταξη όπως το άρθρο 13 της οδηγίας, το οποίο αναφέρει ότι τα κράτη μέλη πρέπει να ορίσουν, ή να απαιτήσουν από τις επιχειρήσεις που κατέχουν δίκτυα διανομής ή που είναι υπεύθυνες για τέτοια δίκτυα να ορίσουν, έναν ή περισσότερους διαχειριστές του δικτύου, να δώσει στα κράτη μέλη πλήρη ελευθερία για τον ορισμό του «δικτύου διανομής».
72. Περαιτέρω, από την οδηγία προκύπτει ότι ένα από τα ουσιώδη στοιχεία της ελευθερώσεως των αγορών ηλεκτρικής ενέργειας είναι να εξασφαλιστεί ότι οι καταναλωτές ηλεκτρικής ενέργειας έχουν το δικαίωμα να επιλέγουν ελεύθερα τους προμηθευτές τους και ότι όλοι οι προμηθευτές έχουν το δικαίωμα να εφοδιάζουν ελεύθερα τους πελάτες τους (15). Τα δύο αυτά δικαιώματα συνδέονται αναγκαστικά μεταξύ τους καθόσον, αν οι πελάτες πρέπει να επιλέγουν ελεύθερα τον προμηθευτή τους, είναι αναγκαίο οι προμηθευτές να έχουν το δικαίωμα προσβάσεως, αντί λογικής αμοιβής και χωρίς δυσμενείς διακρίσεις, στα διάφορα δίκτυα μεταφοράς και διανομής που φέρνουν ηλεκτρισμό στον πελάτη.
73. Η σημασία της αρχής της προσβάσεως των τρίτων προκύπτει και από τις προπαρασκευαστικές εργασίες σχετικά με την οδηγία. Η διάταξη που απαιτεί να εξασφαλίζουν τα κράτη μέλη την πρόσβαση των τρίτων αποτελούσε ουσιώδες στοιχείο της προτάσεως της Επιτροπής να τροποποιηθεί η πρώτη οδηγία για την ηλεκτρική ενέργεια (16) και ενσωματώθηκε, στην ουσία χωρίς μεταβολές, στο άρθρο 20 της οδηγίας.
74. Επί πλέον, στη νομολογία του σχετικά με την πρώτη οδηγία για την ηλεκτρική ενέργεια, το Δικαστήριο έχει τονίσει τη σημασία της χωρίς δυσμενείς διακρίσεις προσβάσεως των τρίτων στο δίκτυο (17).
75. Ακριβώς υπό το φως των σκέψεων αυτών πρέπει να ερμηνευθεί η έννοια «δίκτυο διανομής», που είναι ουσιώδης για να είναι αποτελεσματική η πρόσβαση των τρίτων όπως προβλέπεται από το άρθρο 20, παράγραφος 1, της οδηγίας. Ως πρώτο βήμα, θα εξετάσω την έκταση στην οποία ορισμένα κριτήρια, όπως το μέγεθος ή ο σκοπός του δικτύου, είναι ουσιώδη για τον χαρακτηρισμό ενός «δικτύου διανομής».
76. Πρέπει πρώτα να σημειωθεί ότι η οδηγία δεν διευκρινίζει ένα κατώτατο όριο προκειμένου ένα ηλεκτρικό δίκτυο να θεωρηθεί «δίκτυο διανομής». Ωστόσο, στο πλαίσιο της οδηγίας το μέγεθος ενός δικτύου έχει σημασία για την τήρηση ορισμένων ουσιωδών υποχρεώσεων, και κυρίως για τον διαχωρισμό των διαχειριστών δικτύων διανομής (18).
77. Σχετικά με την υποχρέωση παροχής προσβάσεως στους τρίτους, έχει σημασία μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις (19), δηλαδή όσον αφορά τον ορισμό των μικρών απομονωμένων δικτύων και των απομονωμένων μικροδικτύων, για τα οποία τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν απαλλαγές μεταξύ άλλων από τις υποχρεώσεις παροχής προσβάσεως στους τρίτους. Πάντως, η δυνατότητα εξαιρέσεως των απομονωμένων δικτύων δεν δικαιολογείται κυρίως από το μικρό μέγεθός τους αλλά από το γεγονός ότι τέτοια δίκτυα είτε δεν είναι συνδεδεμένα με μεγαλύτερο δίκτυο είτε λαμβάνουν πολύ μικρές ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας από μεγαλύτερο δίκτυο, πράγμα που τα υποβάλλει σε πολύ ειδικούς τεχνικούς περιορισμούς, ειδικά όσον αφορά την ασφάλεια της παροχής ηλεκτρικής ενέργειας στους τελικούς χρήστες (20). Έτσι, το κατώτατο όριο σχετικά με τα μικρά απομονωμένα δίκτυα καθορίστηκε με πολύ συγκεκριμένο σκοπό και δεν μπορεί να θεωρηθεί γενικός δείκτης του μεγέθους των δικτύων που ο κοινοτικός νομοθέτης θέλησε να ρυθμίσει ή να μη ρυθμίσει.
78. Κατά την άποψή μου, τούτο δείχνει ότι, ως ζήτημα αρχής, η οδηγία σκοπό έχει να εφαρμόζεται σε ευρύ φάσμα δικτύων ανεξαρτήτως του μεγέθους τους. Τούτο δεν αποκλείει τη δυνατότητα η τήρηση ορισμένων ουσιωδών υποχρεώσεων που προβλέπει η οδηγία, όπως συμβαίνει με τον διαχωρισμό, να είναι συνάρτηση του μεγέθους του σχετικού δικτύου.
79. Επί πλέον, ναι μεν ο αποκλεισμός ενός «μικρού» δικτύου από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας μπορεί να μην έχει οπωσδήποτε σημαντικό αντίκτυπο στον ανταγωνισμό και έτσι στην ελευθέρωση του τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας, πλην όμως τούτο δεν έχει σχέση με το πώς ο αποκλεισμός μιας ολόκληρης κατηγορίας μικρών δικτύων μπορεί να επηρεάσει τον ανταγωνισμό.
80. Εν πάση περιπτώσει, πέρα από την προφανή δυσκολία να καθοριστεί πότε ένα δίκτυο πρέπει να θεωρείται «μικρό», δεν αποδείχθηκε ότι μόνον τα σχετικώς «μικρά» δίκτυα θα εξαιρούνται κατά το άρθρο 110, παράγραφος 1, σημείο 1, του EnWG. Όσο πληρούν τις προϋποθέσεις που θέτει η διάταξη αυτή, δίκτυα θα εξαιρούνται ανεξαρτήτως της ποσότητας ηλεκτρικής ενέργειας που παραδίδουν. Τούτο σημαίνει, π.χ., ότι πολύ μεγαλύτεροι αερολιμένες από τον αερολιμένα Λειψίας/Χάλλης θα μπορούν να εξαιρεθούν από τις υποχρεώσεις παροχής προσβάσεως στους τρίτους κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 110, παράγραφος 1, σημείο 1, του EnWG.
81. Κατά συνέπεια, είμαι της γνώμης ότι το μικρό μέγεθος ενός δικτύου δεν είναι ουσιώδες κριτήριο προκειμένου ένα δίκτυο όπως αυτό που διαχειρίζεται η FLH να μη χαρακτηριστεί ως «δίκτυο διανομής» και, ως ζήτημα αρχής, να αποκλειστεί από την εφαρμογή της αρχής της προσβάσεως των τρίτων.
82. Δεύτερον, πρέπει να καθοριστεί σε ποια έκταση ο σκοπός για τον οποίο λειτουργεί ένα δίκτυο είναι ουσιώδης για τον χαρακτηρισμό του δικτύου ως «δικτύου διανομής». Το ζήτημα αυτό απορρέει από τη χρήση της εκφράσεως «με σκοπό την παράδοσή της σε πελάτες» στον ορισμό της «διανομής» ο οποίος περιέχεται στο άρθρο 2, σημείο 5, της οδηγίας.
83. Η εξαίρεση ορισμένων δικτύων από τις υποχρεώσεις παροχής προσβάσεως στους τρίτους μόνο και μόνο λόγω του σκοπού για τον οποίο λειτουργούν τα δίκτυα αυτά συνεπάγεται τον κίνδυνο το ίδιο δίκτυο να είναι ή να μην είναι επιλέξιμο για εξαίρεση από τις υποχρεώσεις παροχής προσβάσεως στους τρίτους αναλόγως του αν λειτουργεί ως μέρος άλλης επιχειρήσεις ή ως αυτοτελής επιχείρηση. Παραδείγματος χάριν, αν η FLH είχε εκχωρήσει τη διαχείριση του ηλεκτρικού της δικτύου σε άλλη εταιρία που είχε ως μοναδικό σκοπό τη διαχείριση του δικτύου για την παράδοση ηλεκτρικής ενέργειας στον αερολιμένα και σε άλλους τελικούς χρήστες που βρίσκονται στον αερολιμένα, η διανομή ηλεκτρικής ενέργειας ασφαλώς θα γινόταν «με σκοπό την παράδοσή της σε πελάτες», όπως εκτίθεται στο άρθρο 2, σημείο 5, της οδηγίας. Έτσι, ο αποκλεισμός των λεγόμενων «επιχειρησιακών δικτύων» από τις υποχρεώσεις παροχής προσβάσεως στους τρίτους θα οδηγούσε σε διαφορετική μεταχείριση του ίδιου δικτύου μόνο και μόνο λόγω του επιχειρηματικού σκοπού του διαχειριστή του δικτύου.
84. Αν γινόταν δεκτή η προσέγγιση αυτή, τούτο θα σήμαινε και ότι ο ίδιος πελάτης, π.χ. ένα μαγαζί ή ένα εστιατόριο, θα είχε ή δεν θα είχε το δικαίωμα να επιλέξει ελεύθερα μεταξύ προμηθευτών ηλεκτρικής ενέργειας, αναλόγως του επιχειρηματικού σκοπού του διαχειριστή του δικτύου με το οποίο είναι συνδεδεμένος για να λαμβάνει ηλεκτρική ενέργεια. Έτσι, ο λόγω του σκοπού για τον οποίο ορισμένα δίκτυα λειτουργούν αποκλεισμός των δικτύων αυτών από τις υποχρεώσεις παροχής προσβάσεως στους τρίτους θα οδηγούσε σε διαφορετική μεταχείριση των τελικών πελατών.
85. Οι σκέψεις αυτές δείχνουν ότι μια κατάσταση όπου ο χαρακτηρισμός ενός δικτύου ως «δικτύου διανομής» θα εξηρτάτο από την προϋπόθεση να έχει ως κύριο σκοπό την παράδοση ηλεκτρικής ενέργειας στο κοινό θα δημιουργούσε σημαντικές διακρίσεις μεταξύ των διαχειριστών των δικτύων αλλά και μεταξύ των πελατών. Ένα τέτοιο αποτέλεσμα δύσκολα συμβιβάζεται με τον σκοπό της χωρίς διακρίσεις παροχής προσβάσεως στους τρίτος και με το δικαίωμα του τελικού χρήστη να επιλέγει ελεύθερα τον προμηθευτή ηλεκτρικής ενέργειας, σκοπό και δικαίωμα που η οδηγία επιδιώκει να επιτύχει και κατοχυρώσει.
86. Επί πλέον, δεν νομίζω ότι, ως ζήτημα αρχής, ορισμένα μικρά ή κλειστά δίκτυα δεν πρέπει για διαρθρωτικούς λόγους να χαρακτηριστούν ως «δίκτυα διανομής». Είναι αλήθεια ότι προβλήθηκε ότι οι υποχρεώσεως που η οδηγία επιβάλλει στους διαχειριστές δικτύων διανομής, και ειδικότερα οι υποχρεώσεις παροχής προσβάσεως στους τρίτους, είναι από μόνες τους εμφανώς επαχθείς για ορισμένους διαχειριστές δικτύων, και ειδικότερα όταν είναι μικροί, είναι νεοεισελθόντες και/ή έχουν κύριο σκοπό διαφορετικό από αυτόν της παροχής ηλεκτρικής ενέργειας σε πελάτες. Για τον λόγο αυτόν, δεν μπορεί να υπήρξε σκοπός οι διαχειριστές αυτοί να υπόκεινται στις υποχρεώσεως που η οδηγία επιβάλλει τους διαχειριστές δικτύων διανομής.
87. Η προσέγγιση αυτή δεν πρέπει να γίνει δεκτή. Τα κράτη μέλη έχουν ευρεία διακριτική ευχέρεια σχετικά με το πώς θα υλοποιηθούν οι προβλεπόμενες από την οδηγία υποχρεώσεις παροχής προσβάσεως στους τρίτους. Τα κράτη μέλη μπορούν ενδεχομένως να δημιουργήσουν ένα ελαφρύτερο διοικητικό καθεστώς για μικρότερα ή νεότευκτα δίκτυα ή για δίκτυα με κύριο σκοπό διαφορετικό από αυτόν της παροχής ηλεκτρικής ενέργειας σε πελάτες. Έτσι, το πραγματικό βάρος που η τήρηση τέτοιων υποχρεώσεων συνεπάγεται για έναν επί μέρους διαχειριστή είναι σε ορισμένο μέτρο το αποτέλεσμα νομοθετικών επιλογών κάθε κράτους μέλους (21). Κατά συνέπεια, αυτός καθ’ εαυτόν ένας τέτοιος λόγος δεν θα επέτρεπε την πλήρη εξαίρεση τέτοιων δικτύων από τις υποχρεώσεις που η οδηγία επιβάλλει στους διαχειριστές δικτύων διανομής, και ειδικά από τις υποχρεώσεις παροχής προσβάσεως στους τρίτους.
88. Επομένως, κανένας από τους πιο πάνω λόγους δεν δικαιολογεί αυτός καθ’ εαυτόν τον αποκλεισμό ενός δικτύου όπως αυτό του αερολιμένα Λειψίας/Χάλλης από την έννοια του «δικτύου διανομής» κατά την οδηγία.
89. Όλως αντιθέτως, ορισμένα στοιχεία δείχνουν ότι ένα δίκτυο όπως αυτό που διαχειρίζεται η FLH πρέπει όντως να θεωρηθεί δίκτυο διανομής υπό την έννοια της οδηγίας.
90. Ναι μεν προκύπτει ότι το σχετικό δίκτυο χρησιμοποιείται κυρίως για εφοδιασμό της ίδιας της FLH (22), πλην όμως δεν πρέπει να λησμονηθεί ότι περί το 15 % της συνολικής ηλεκτρικής ενέργειας που κατανάλωσε το 2004 διανεμήθηκε σε τρίτους, ποσοστό που, κατά την απόφαση περί παραπομπής, είναι ισοδύναμο με την κατανάλωση περίπου 1 000 τριμελών νοικοκυριών, ο δε αριθμός αυτός αυξάνει συνεχώς (23). Έτσι, η παροχή σε τρίτους, μολονότι μπορεί να μην είναι η κύρια παροχή, πόρρω απέχει από το να είναι ασήμαντη.
91. Ούτε βλέπω γιατί οι 93 επιχειρήσεις που βρίσκονται στον αερολιμένα Λειψίας/Χάλλης δεν πρέπει να θεωρηθούν «πραγματικοί» τρίτοι. Τυχαίνει να βρίσκονται στον αερολιμένα αλλά έχουν δικούς τους εμπορικούς σκοπούς. Η συμβατική σχέση που έχουν με την FLH είναι, όπως επιβεβαιώθηκε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, κυρίως μισθωτική σχέση. Κατά συνέπεια, η κατάσταση των 93 σχετικών επιχειρήσεων δεν διαφέρει ουσιωδώς από τη μίσθωση επαγγελματικών χώρων στο κέντρο της πόλεως ή σε εμπορικό κέντρο. Επομένως, οι επιχειρήσεις αυτές πρέπει, κατ’ αρχήν, να μπορούν να επιλέγουν ελεύθερα τον προμηθευτή τους ηλεκτρικής ενέργειας. Προς τούτο, το δίκτυο που παραδίδει ηλεκτρική ενέργεια στο σημείο συνδέσεως των ιδιωτικών εγκαταστάσεων των πελατών αυτών θα πρέπει, κατ’ αρχήν, να είναι προσιτό στους τρίτους.
92. Για τους λόγους αυτούς, νομίζω ότι ένα δίκτυο, όπως αυτό που διαχειρίζεται η FLH, πρέπει να θεωρηθεί «δίκτυο διανομής» υπό την έννοια της οδηγίας.
93. Πάντως, τούτο δεν σημαίνει ότι ένα τέτοιο δίκτυο δεν μπορεί να εξαιρεθεί, σύμφωνα με την οδηγία, από τις υποχρεώσεις παροχής προσβάσεως στους τρίτους. Η οδηγία όντως έχει διατάξεις που εξαιρούν δίκτυα από ορισμένες υποχρεώσεις, σε μια προσπάθεια να εξισορροπήσει την ανάγκη παροχής στους τρίτους προσβάσεως στο δίκτυο με επιτακτικές ανάγκες γενικού συμφέροντος, όπως η ασφάλεια του εφοδιασμού και η παροχή υπηρεσιών προς το κοινό οικονομικό συμφέρον.
94. Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 8, της οδηγίας, τα κράτη μέλη δύνανται να αποφασίσουν να μην εφαρμόσουν τις διατάξεις του άρθρου 20 «στο μέτρο που η εφαρμογή τους θα παρεμπόδιζε, από πραγματική ή νομική άποψη, την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που επιβάλλονται στις επιχειρήσεις ηλεκτρικής ενέργειας προς το κοινό οικονομικό συμφέρον, και στο μέτρο που η ανάπτυξη των συναλλαγών δεν επηρεάζεται σε βαθμό που να αντιβαίνει προς τα συμφέροντα της Κοινότητας». Μολονότι δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι ορισμένα «επιχειρησιακά δίκτυα» που είναι επιλέξιμα για την απαλλαγή του άρθρου 110, παράγραφος 1, σημείο 1, του EnWG πληρούν τις προϋποθέσεις αυτές, δεν δύναται να συναχθεί ότι οπωσδήποτε θα συμβαίνει αυτό, χωρίς περαιτέρω αξιολόγηση των συνθηκών υπό τις οποίες λειτουργεί ένα συγκεκριμένο δίκτυο.
95. Ένα δίκτυο διανομής δύναται να εξαιρεθεί από τις υποχρεώσεις παροχής προσβάσεως στους τρίτους και κατά το άρθρο 20, παράγραφος 2, της οδηγίας «λόγω έλλειψης χωρητικότητας». Πάλι δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι η διάταξη αυτή επιτρέπει την εξαίρεση ορισμένων «επιχειρησιακών δικτύων», αλλά τούτο ασφαλώς δεν συμβαίνει όταν δεν υπάρχουν εμπεριστατωμένα στοιχεία όσον αφορά την έλλειψη χωρητικότητας για την παροχή προσβάσεως. Επί πλέον, είναι δύσκολο να γίνει δεκτό ότι μια εξαίρεση που βασίζεται στην έλλειψη χωρητικότητας θα μπορούσε να είναι χρονικά απεριόριστη.
96. Όπως ελέχθη πιο πάνω, το άρθρο 26 της οδηγίας προβλέπει μια εξαίρεση των μικρών απομονωμένων δικτύων και των απομονωμένων μικροδικτύων, μεταξύ άλλων, από τις υποχρεώσεις παροχής προσβάσεως στους τρίτους. Πάντως, δεν αποδείχθηκε ότι το δίκτυο που διαχειρίζεται η FLH ή όλα τα «επιχειρησιακά δίκτυα» που είναι επιλέξιμα για την εξαίρεση του άρθρου 110, παράγραφος 1, σημείο 1, του EnWG είναι απομονωμένα υπό την έννοια της οδηγίας. Επί πλέον, η εφαρμογή της εξαιρέσεως αυτής απαιτεί να υποβάλει ένα κράτος μέλος αίτηση στην Επιτροπή, ενώ η Γερμανία ουδέποτε υπέβαλε τέτοια αίτηση. Κάθε ένας από αυτούς τους δύο λόγους αποκλείει τη δυνατότητα η εξαίρεση των «επιχειρησιακών δικτύων» κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 110, παράγραφος 1, σημείο 1, του EnWG να στηρίζεται ως ζήτημα αρχής στο άρθρο 26 της οδηγίας.
97. Κατόπιν των ανωτέρω, από τη διατύπωση, από το πλαίσιο και από τον σκοπό της οδηγίας δεν μπορεί να δικαιολογηθεί το ενδεχόμενο οι διατάξεις για παροχή στους τρίτους προσβάσεως στο δίκτυο να μην έχουν εφαρμογή στα «επιχειρησιακά δίκτυα« υπό την έννοια του EnWG.
VII – Συμπέρασμα
98. Υπό το φως των ανωτέρω, θεωρώ ότι στο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η εξής απάντηση:
«Το άρθρο 20, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/54/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2003, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και την κατάργηση της οδηγίας 96/92/ΕΚ, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αποκλείει την εφαρμογή εθνικής διατάξεως η οποία κατά γενικό κανόνα εξαιρεί από την εφαρμογή των διατάξεων για την παροχή προσβάσεως στους τρίτους τα δίκτυα διανομής που βρίσκονται σε επιχειρηματική ζώνη με λειτουργική ενότητα χώρου και που χρησιμοποιούνται κυρίως για τη μεταφορά ενέργειας εντός της επιχειρήσεως ή προς συνδεδεμένες επιχειρήσεις.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
2 – ΕΕ L 176, σ. 37.
3 – Αποκαλούνται «επιχειρησιακά δίκτυα» («Betriebsnetze»).
4 – Αποκαλούνται «υπηρεσιακά δίκτυα» («Dienstleistungsnetze»).
5 – Αποκαλούνται «δίκτυα αυτοεφοδιασμού» («Eigenversorgungsnetze»).
6 – «Απομονωμένο μικροδίκτυο» είναι ένα δίκτυο που το 1996 είχε κατανάλωση μικρότερη των 500 GWh. Δεν είναι γνωστή η κατανάλωση που το επίμαχο δίκτυο είχε το 1996, αλλά από τη δικογραφία προκύπτει ότι η κατανάλωση αυτή κυμάνθηκε μεταξύ 19 και 23 GWh από το 2000 μέχρι το 2007.
7 – Βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 15ης Δεκεμβρίου 1995, C-415/93, Bosman (Συλλογή 1995, σ. I-4921, σκέψεις 59 έως 61)· της 27ης Νοεμβρίου 1997, C‑369/95, Somalfruit και Camar (Συλλογή 1997, σ. I-6619, σκέψεις 40 και 41), και της 13ης Ιουλίου 2000, C-36/99, Idéal tourisme ( Συλλογή 2000, σ. I-6049, σκέψη 20).
8 – Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 19ης Δεκεμβρίου 1996 σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας (ΕΕ 1997, L 27, σ. 20).
9 – Μια τρίτη νομοθετική δέσμη προτάθηκε από την Επιτροπή στις 19 Σεπτεμβρίου 2007 (βλ. το ανακοινωθέν τύπου IP/07/1361 της Επιτροπής και την αιτιολογική έκθεση της τρίτης νομοθετικής δέσμης, έκθεση που είναι διαθέσιμη στο ). Προκύπτει ότι οι αλλαγές που προτάθηκαν δεν αφορούν τη διάταξη που είναι επίμαχη εν προκειμένω.
10 – Κατά το άρθρο 2, σημείο 3, της οδηγίας, «μεταφορά» σημαίνει μεταφορά ηλεκτρικής ενέργειας μέσω διασυνδεδεμένου δικτύου υπερυψηλής και υψηλής τάσεως με σκοπό την παράδοσή της σε τελικούς πελάτες ή σε διανομείς, μη συμπεριλαμβανομένης όμως της προμήθειας.
11 – Βλ. το άρθρο 2, σημείο 5, της οδηγίας.
12 – Βλ. στο ίδιο πνεύμα, μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 17ης Νοεμβρίου 1983, 292/82, Merck (Συλλογή 1983, σ. 3781, σκέψη 12)· της 21ης Φεβρουαρίου 1984, 337/82, St. Nikolaus Brennerei und Likörfabrik (Συλλογή 1984, σ. 1051, σκέψη 10), και της 14ης Οκτωβρίου 1999, C‑223/98, Adidas (Συλλογή 1999, σ. I‑7081, σκέψη 23).
13 – Βλ. την αιτιολογική έκθεση που η Επιτροπή κατέθεσε με την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τροποποίηση των οδηγιών 96/92/ΕΚ και 98/30/ΕΚ όσον αφορά τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου (COM/2001/0125 τελικό).
14 – Βλ. την αιτιολογική έκθεση που προαναφέρθηκε στην υποσημείωση 13.
15 – Βλ. την τέταρτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας. Η εν λόγω ελευθερία επιλογής ισχύει πλήρως για τους μη οικιακούς πελάτες από την 1η Ιανουαρίου 2003 και για όλες τις κατηγορίες πελατών το αργότερο από την 1η Ιανουαρίου 2005.
16 – COM/2001/125 τελικό (ΕΕ 2001, C 240E, σ. 60).
17 – Βλ. την απόφαση της 7ης Ιουνίου 2005, C‑17/03, VEMW κ.λπ. (Συλλογή 2005, σ. I‑4983, σκέψεις 42 έως 46).
18 – Το άρθρο 15 της οδηγίας, το οποίο αφορά τον «διαχωρισμό των διαχειριστών δικτύων διανομής», ορίζει στην τελευταία περίοδο της παραγράφου 3 ότι «[τ]α κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν ότι οι παράγραφοι 1 και 2 δεν εφαρμόζονται στις ολοκληρωμένες επιχειρήσεις ηλεκτρικής ενέργειας οι οποίες εξυπηρετούν λιγότερους από 100 000 συνδεδεμένους πελάτες ή εξυπηρετούν μικρά απομονωμένα δίκτυα». Βλ. επίσης την ενδέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας, η οποία εκθέτει ότι, «προκειμένου να μην επιβληθεί δυσανάλογο οικονομικό και διοικητικό βάρος στις μικρές εταιρείες διανομής, κρίνεται σκόπιμο να δοθεί η δυνατότητα στα κράτη μέλη, όποτε αυτό είναι αναγκαίο, να τις απαλλάσσουν από τις απαιτήσεις νομικού διαχωρισμού της διανομής».
19 – Βλ. το άρθρο 26, το οποίο επιτρέπει σε ορισμένες περιπτώσεις τον αποκλεισμό των μικρών απομονωμένων δικτύων ή των απομονωμένων μικροδικτύων από τις υποχρεώσεις παροχής προσβάσεως στους τρίτους.
20 – Τα «επιχειρησιακά δίκτυα» υπό την έννοια του EnWG είναι κατά κανόνα κλειστά, αλλά τούτο δεν τα καθιστά απομονωμένα, καθόσον κάλλιστα μπορούν να λάβουν ηλεκτρική ενέργεια από μεγαλύτερο δίκτυο με το οποίο είναι συνδεδεμένα.
21 – Παραδείγματος χάριν, ο Γερμανός νομοθέτης έχει επιλέξει έναν ex ante έλεγχο του αντιτίμου της προσβάσεως στο δίκτυο , «ένα ενοχλητικό και άβολο μέτρο που δεν απαιτείται από το κοινοτικό δίκαιο, αντί να περιοριστεί σε μεθόδους ελέγχου του τρόπου υπολογισμού του αντιτίμου αυτού». Βλ. Thomas von Danwitz, «Regulation and Liberalisation of the European Electricity Market — A German View», Energy Law Journal, τόμος 27:423, 2006, σ. 448.
22 – Όπως είπα στο σημείο 15 των προτάσεών μου, το 2004 η ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας που καταναλώθηκε μέσω του δικτύου αυτού ανήλθε περίπου σε 22 200 MWh, εκ των οποίων γύρω στις 3 800 MWh, ή το 14,6 %, παρασχέθηκαν σε άλλες επιχειρήσεις που βρίσκονται στον αερολιμένα.
23 – Κατά την απόφαση περί παραπομπής, προβλεπόταν ότι, το 2007, η ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας που θα παρεχόταν σε άλλες επιχειρήσεις στον χώρο του αερολιμένα θα ήταν περίπου 8 000 MWh, που ελέχθη ότι είναι ισοδύναμη με την κατανάλωση 2 000 τριμελών νοικοκυριών και ίση με το διπλάσιο της ποσότητας ηλεκτρικής ενέργειας που το σχετικό δίκτυο έδωσε σε τρίτους μόνον εντός τριών ετών.
Full & Egal Universal Law Academy