ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
YVES BOT
της 6ης Δεκεμβρίου 2007 1(1)
Υπόθεση C-446/06
A. G. Winkel
κατά
Minister van Landbouw, Natuur en Voedselkwaliteit
[αίτηση του College van Beroep voor het bedrijfsleven (Κάτω Χώρες) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Βόειο κρέας – Κανονισμός (ΕΚ) 1254/1999 – Κοινή οργάνωση των αγορών – Εθνική νομοθεσία εξαρτώσα τη χορήγηση πριμοδοτήσεως για τις θηλάζουσες αγελάδες από δυο προϋποθέσεις σχετικές με τη συχνότητα των τοκετών και τη διάρκεια του θηλασμού – Έννοια του όρου “θηλάζουσα αγελάδα”»
1. Με την υπό κρίση αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί αν, στο πλαίσιο του συστήματος κοινοτικών ενισχύσεων που θεσπίζει ο κανονισμός (ΕΚ) 1254/1999 (2), ένα κράτος μέλος έχει τη δυνατότητα να επιβάλει προϋποθέσεις σχετικές με τη συχνότητα των τοκετών και τη διάρκεια του θηλασμού προκειμένου να χορηγήσει τις ενισχύσεις αυτές.
2. Με τις παρούσες προτάσεις θα εξηγήσω γιατί, κατά τη γνώμη μου, το άρθρο 3, στοιχείο στ΄, του κανονισμού 1254/1999 δεν απαγορεύει σε κράτος μέλος να εξαρτά τη χορήγηση πριμοδοτήσεως για τις θηλάζουσες αγελάδες από προϋπόθεση σχετική με τη συχνότητα των τοκετών και από την προϋπόθεση ο μόσχος να έχει παραμείνει πλησίον της μητέρας του επί τέσσερις τουλάχιστον μήνες.
I – Το νομικό πλαίσιο
Α – Το κοινοτικό δίκαιο
1. Ο κανονισμός 1254/1999
3. Στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής, καθιερώθηκε κοινή οργάνωση της αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος προς σταθεροποίηση των αγορών στον τομέα αυτών και εξασφάλιση δίκαιου βιοτικού επιπέδου για τη γεωργική κοινότητα.
4. Προς τούτο, ο κανονισμός 1254/1999 θέσπισε σύστημα στηρίξεως προς τους παραγωγούς βοείου κρέατος. Το σύστημα αυτό συνίσταται, μεταξύ άλλων, στην καταβολή προς τους παραγωγούς βοείου κρέατος, υπό τη μορφή άμεσης πληρωμής, πριμοδοτήσεως για τη διατήρηση αγέλης θηλαζουσών αγελάδων, καλούμενης επίσης «πριμοδότηση για τις θηλάζουσες αγελάδες».
5. Το άρθρο 3, στοιχείο στ΄, του κανονισμού 1254/1999 δίδει τον ορισμό της θηλάζουσας αγελάδας ως εξής:
«[…] αγελάδα που ανήκει σε κρεοπαραγωγική φυλή ή που προέρχεται από διασταύρωση με ζώο κρεοπαραγωγικής φυλής και ανήκει σε αγέλη η οποία προορίζεται για εκτροφή μόσχων κρεοπαραγωγής».
6. Το άρθρο 6 του κανονισμού 1254/1999 προβλέπει ότι ο παραγωγός που διατηρεί θηλάζουσες αγελάδες στην εκμετάλλευσή του μπορεί να τύχει, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, πριμοδοτήσεως για τις θηλάζουσες αγελάδες.
7. Έτσι, δυνάμει του άρθρου αυτού 6, η πριμοδότηση για τις θηλάζουσες αγελάδες χορηγείται στους παραγωγούς που δεν παραδίδουν γάλα ούτε γαλακτοκομικά προϊόντα προερχόμενα από την εκμετάλλευσή τους επί δώδεκα μήνες από την ημερομηνία καταθέσεως της αιτήσεως. Ωστόσο, ορισμένοι παραγωγοί που παραδίδουν γάλα ή γαλακτοκομικά προϊόντα μπορούν να τύχουν της πριμοδοτήσεως για τις θηλάζουσες αγελάδες αν η ατομική ποσότητα αναφοράς του άρθρου 4 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3950/92 (3) είναι χαμηλότερη ή ίση προς 120 000 Kg (4).
8. Προκειμένου να μπορούν να τύχουν της πριμοδοτήσεως για τις θηλάζουσες αγελάδες, οι παραγωγοί πρέπει να διατηρούν στην αγέλη τους τουλάχιστον 60 % θηλάζουσες αγελάδες και το πολύ 40 % δαμαλίδες, επί διάστημα τουλάχιστον έξι συναπτών μηνών από την ημερομηνία καταθέσεως της αιτήσεως.
9. Κατά το άρθρο 3, στοιχείο ζ΄, του κανονισμού 1254/1999, ως «δαμαλίδα» νοείται το θηλυκό βοοειδές, από την ηλικία των οκτώ μηνών, το οποίο δεν έχει γεννήσει ακόμη. Το άρθρο 6, παράγραφος 6, του κανονισμού αυτού διευκρινίζει ότι, για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής, λαμβάνονται υπόψη μόνον οι δαμαλίδες που ανήκουν σε κρεατοπαραγωγική φυλή ή προέρχονται από διασταύρωση με τέτοια φυλή και ανήκουν σε αγέλη που προορίζεται για την εκτροφή μόσχων κρεατοπαραγωγής.
10. Εξάλλου, στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων εναπόκειται να θεσπίσει τις λεπτομέρειες εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού και, ιδίως, τις αφορώσες τον ορισμό της θηλάζουσας αγελάδας (5).
2. Ο κανονισμός (ΕΚ) 2342/1999
11. Θεσπίζοντας τον κανονισμό (ΕΚ) 2342/1999 (6) που καθορίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής του κανονισμού 1254/1999, η Επιτροπή διευκρίνισε την έννοια της θηλάζουσα αγελάδας. Συγκεκριμένα, το άρθρο 14 του κανονισμού εφαρμογής, σε συνδυασμό με το παράρτημα I του κανονισμού αυτού, διευκρινίζει ποιες φυλές αγελάδων δεν μπορούν να θεωρηθούν ως αγελάδες προοριζόμενες για κρεατοπαραγωγή και, συνεπώς, δεν μπορούν να θεωρηθούν θηλάζουσες αγελάδες, υπό την έννοια του άρθρου 3, στοιχείο στ΄ του κανονισμού 1254/1999.
12. Εξάλλου, δυνάμει του άρθρου 45 του κανονισμού εφαρμογής, τα κράτη μέλη πρέπει να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για την ορθή εφαρμογή του κανονισμού αυτού.
3. Ο κανονισμός (ΕΚ) 2419/2001
13. Ο κανονισμός (ΕΚ) 2419/2001 (7) έχει ως σκοπό να θέσει αποτελεσματικά σε εφαρμογή τα συστήματα αμέσων ενισχύσεων στον τομέα της κοινής γεωργικής πολιτικής, προβλέποντας τις λεπτομέρειες εφαρμογής του ολοκληρωμένου συστήματος διαχειρίσεως και ελέγχου που θέσπισε ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3508/92 (8). Δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού αυτού, το ολοκληρωμένο σύστημα διαχειρίσεως και ελέγχου έχει εφαρμογή στο σύστημα της πριμοδοτήσεως για τις θηλάζουσες αγελάδες. Το σύστημα αυτό παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να βεβαιωθούν για το υποστατό και τη νομιμότητα των πράξεων που χρηματοδοτούνται από τις κοινοτικές ενισχύσεις.
14. Το άρθρο 36 του κανονισμού 2419/2001 προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι η ενίσχυση δεν μπορεί να χορηγηθεί για αριθμό ζώων μεγαλύτερο από τον αναγραφόμενο στην αίτηση. Σε τέτοια περίπτωση, το ποσό της ενισχύσεως υπολογίζεται βάσει του αριθμού των ζώων που όντως πληρούν το σύνολο των προϋποθέσεων για τη χορήγηση της ενισχύσεως.
15. Δυνάμει του άρθρου 38 του κανονισμού αυτού, αν διαπιστωθεί διαφορά μεταξύ του αριθμού των ζώων που όντως πληρούν τις προϋποθέσεις και του αριθμού των ζώων για τα οποία ζητήθηκε πριμοδότηση, μειώνονται οι πριμοδοτήσεις ή απορρίπτονται οι αιτήσεις χορηγήσεώς τους.
Β – Το εθνικό δίκαιο
16. Ο κανονισμός 1254/1999 μεταφέρθηκε στην ολλανδική έννομη τάξη με την κανονιστική απόφαση περί κοινοτικών πριμοδοτήσεων για ζώα (Regeling dierlijke EG‑premies, στο εξής: Regeling). Το άρθρο 1 της Regeling, όπως ίσχυε μεταξύ 1ης Αυγούστου 2002 και 1ης Ιουνίου 2003, ορίζει την έννοια της θηλάζουσας αγελάδας επαναλαμβάνοντας το άρθρο 3, στοιχείο στ΄, του κανονισμού 1254/1999.
17. Όσον αφορά τις λεπτομέρειες χορηγήσεως της πριμοδοτήσεως για τις θηλάζουσες αγελάδες, η Regeling προβλέπει ότι η πριμοδότηση αυτή χορηγείται στους παραγωγούς μόνον αν η θηλάζουσα αγελάδα έχει γεννήσει τουλάχιστον μία φορά κατά τη διάρκεια του οικείου έτους και αν ο μόσχος της έχει παραμείνει στην αγέλη τέσσερις τουλάχιστον μήνες μετά τη γέννησή του.
18. Από τις 2 Ιουνίου 2003, κατόπιν τροποποιήσεως της προϋποθέσεως περί τοκετού, η πριμοδότηση χορηγείται αν η αγελάδα έχει γεννήσει τουλάχιστον μία φορά κατά τη διάρκεια του χρονικού διαστήματος που αρχίζει είκοσι μήνες πριν από την ημερομηνία ενάρξεως της οικείας περιόδου υποβολής αιτήσεων και τελειώνει τέσσερις πλήρεις μήνες μετά την ημερομηνία αυτή.
II – Το ιστορικό της διαφοράς της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
19. Στις 19 Αυγούστου 2002, ο A. G. Winkel υπέβαλε ενώπιον του Minister van Landbouw, Natuur en Voedselkwaliteit (Υπουργού Γεωργίας, Φύσεως και Ποιότητας της Διατροφής, στο εξής: Υπουργός) αίτηση χορηγήσεως πριμοδοτήσεως για το 2002 αφορώσα επτά θηλάζουσες αγελάδες.
20. Ο Υπουργός, αφού χορήγησε στον A. G. Winkel πριμοδότηση ύψους 1 532,65 ευρώ για το 2002 και αφού, στη συνέχεια, μείωσε το ποσό της πριμοδοτήσεως αυτής, εν τέλει, με απόφαση της 4ης Ιουνίου 2004, απέρριψε την αίτηση χορηγήσεως πριμοδοτήσεως για το 2002 και, συνεπώς, αξίωσε από τον A. G. Winkel την επιστροφή του χορηγηθέντος ποσού, με την αιτιολογία ότι, κατά το διάστημα από την 1η Ιανουαρίου 2001 μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2002, τέσσερις από τις αγελάδες για τις οποίες είχε ζητηθεί η πριμοδότηση δεν είχαν θηλάσει τον μόσχο τους επί τέσσερις τουλάχιστον μήνες.
21. Επιπλέον, με απόφαση της 18ης Ιουνίου 2004, ο Υπουργός αποφάσισε να αποκλείσει τον προσφεύγοντα από το ευεργέτημα της ενισχύσεως επί του εισοδήματος, ανερχόμενης σε 875,80 ευρώ, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 38, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 2419/2001.
22. Στις 28 Ιουνίου 2003, ο A. G. Winkel υπέβαλε αίτηση χορηγήσεως πριμοδοτήσεως για τις θηλάζουσες αγελάδες για το 2003, αφορώσα επτά θηλάζουσες αγελάδες.
23. Στις 21 Ιουνίου 2004, ο Υπουργός χορήγησε στον A. G. Winkel πριμοδότηση ύψους 1 104,46 ευρώ για έξι θηλάζουσες αγελάδες, για το 2003. Η πριμοδότηση για την έβδομη αγελάδα απορρίφθηκε με την αιτιολογία ότι η τελευταία δεν είχε θηλάσει τον μόσχο της επί τέσσερις μήνες.
24. Ο A. G. Winkel υπέβαλε διοικητική ένσταση κατά των αποφάσεων που εξέδωσε ο Υπουργός στις 4, 18 και 21 Ιουνίου 2004. Ο Υπουργός απέρριψε την ένσταση αυτή με απόφαση της 26ης Οκτωβρίου 2004.
25. Κατ’ αυτής της αποφάσεως ασκήθηκε προσφυγή ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, ο A. G. Winkel θεωρεί ότι οι προϋποθέσεις που προβλέπει η Regeling αντιβαίνουν στον κανονισμό 1254/1999. Ειδικότερα, ο A. G. Winkel φρονεί ότι όλες οι αγελάδες ως προς τις οποίες ζήτησε πριμοδότηση για τις θηλάζουσες αγελάδες για τα έτη 2002 και 2003 ανταποκρίνονται στον ορισμό της θηλάζουσας αγελάδας του άρθρου 3, στοιχείο στ΄, του κανονισμού 1254/1999.
26. Το College van Beroep voor het bedrijfsleven, διατηρώντας αμφιβολίες ως προς την ερμηνεία του άρθρου 3, στοιχείο στ΄, του κανονισμού 1254/1999, αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο ερώτημα:
«1) Συνάδει προς το άρθρο 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο στ΄, του κανονισμού (ΕΚ) 1254/1999 η κανονιστική ρύθμιση η οποία, προκειμένου να υφίσταται δικαίωμα πριμοδοτήσεως για τις θηλάζουσες αγελάδες βάσει της συνήθους πρακτικής για την εκτροφή, απαιτεί όπως η αγελάδα έχει γεννήσει τουλάχιστον μία φορά κατά το χρονικό διάστημα που αρχίζει είκοσι μήνες πριν την ημερομηνία ενάρξεως της περιόδου υποβολής αιτήσεων και τελειώνει τέσσερις πλήρεις μήνες μετά την ημερομηνία αυτή και ο μόσχος της έχει παραμείνει στην αγέλη επί τέσσερις τουλάχιστον μήνες μετά τη γέννησή του;
2) Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, ποια κριτήρια εφαρμόζονται προκειμένου να διαπιστωθεί αν η αγέλη προορίζεται για εκτροφή μόσχων κρεατοπαραγωγής και για να καθορισθεί ποιες αγελάδες ανήκουν σ’ αυτή την αγέλη;»
III – Ανάλυση
27. Κατ’ αρχάς, υπενθυμίζεται ότι ο A. G. Winkel υπέβαλε την αίτησή του χορηγήσεως πριμοδοτήσεως για τις θηλάζουσες αγελάδες για το 2002 στις 19 Αυγούστου 2002. Η τροποποίηση της Regeling, ως προς τη σχετική με τον τοκετό προϋπόθεση, επήλθε στις 2 Ιουνίου 2003. Συνεπώς, ως προς την αίτηση για το 2002, έχει εφαρμογή η Regeling όπως ίσχυε από την 1η Αυγούστου 2002 μέχρι την 1η Ιουνίου 2003.
28. Δεν νομίζω ότι η τροποποίηση αυτή ως προς τη συχνότητα των τοκετών ασκεί επιρροή στην απάντηση που πρέπει να δοθεί στο υποβληθέν ερώτημα. Η μόνη διαφοροποίηση έγκειται στο ότι, όσο ίσχυε η μη τροποποιηθείσα Regeling, η αγελάδα έπρεπε να έχει γεννήσει τουλάχιστον μία φορά κατά τη διάρκεια του οικείου έτους και, κατόπιν της τροποποιήσεως της Regeling, η αγελάδα πρέπει να έχει γεννήσει τουλάχιστον μία φορά κατά το διάστημα που αρχίζει είκοσι μήνες πριν από την έναρξη της περιόδου υποβολής αιτήσεως και λήγει τέσσερις μήνες μετά την ημερομηνία αυτή.
29. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, το ζήτημα που τίθεται είναι αν το άρθρο 3, στοιχείο στ΄, του κανονισμού 1254/1999 απαγορεύει την επιβολή προϋποθέσεως σχετικής με τη συχνότητα των τοκετών προς λήψη της πριμοδοτήσεως για τις θηλάζουσες αγελάδες.
30. Συνεπώς, με το πρώτο του ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν αν το άρθρο 3, στοιχείο στ΄, του κανονισμού 1254/1999 έχει την έννοια ότι απαγορεύει στα κράτη μέλη να εξαρτούν τη χορήγηση πριμοδοτήσεως για τις θηλάζουσες αγελάδες από προϋπόθεση σχετική με τη συχνότητα των τοκετών και από την προϋπόθεση η αγελάδα να έχει θηλάσει τον μόσχο της επί τέσσερις τουλάχιστον μήνες.
31. Η Επιτροπή εκτιμά ότι, προκειμένου μια αγελάδα να θεωρηθεί θηλάζουσα και να δικαιολογεί έτσι δικαίωμα λήψεως πριμοδοτήσεως για τις θηλάζουσες αγελάδες, πρέπει να πληρούνται μόνον τα δύο κριτήρια του άρθρου 3, στοιχείο στ΄, του κανονισμού 1254/1999. Έτσι, προκειμένου να θεωρηθεί θηλάζουσα αγελάδα, το ζώο πρέπει να ανήκει σε κρεατοπαραγωγική φυλή και να ανήκει σε αγέλη με προορισμό την εκτροφή μόσχων κρεατοπαραγωγής.
32. Εξάλλου, η Επιτροπή προσθέτει ότι ο χαρακτηρισμός της αγελάδας ως θηλάζουσας πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την αγέλη στο σύνολό της και όχι σε σχέση με κάθε αγελάδα. Κατά τον τρόπο αυτόν, η Επιτροπή θεωρεί ότι, αν υπάρχουν ενδείξεις που δημιουργούν την εντύπωση ότι μια αγελάδα δεν θήλασε τον μόσχο της, αρκεί να εξετασθεί αν ο χαρακτήρας της αγέλης ως θηλάζουσας διατηρήθηκε παρά ταύτα, προκειμένου να χορηγηθεί πριμοδότηση για την αγελάδα αυτή. Επιπλέον, κατά την Επιτροπή, στις προϋποθέσεις εθνικών ρυθμίσεων, όπως αυτές που επιβάλλει η Regeling, δεν λαμβάνονται υπόψη οι δικαιολογημένες εξαιρετικές περιπτώσεις, όπως αυτή του θανάτου του μόσχου λίγο μετά τη γέννησή του.
33. Συνεπώς, τα κράτη μέλη δεν έχουν τη δυνατότητα να επιβάλλουν προϋποθέσεις σχετικές με τη συχνότητα των τοκετών και τη διάρκεια του θηλασμού προκειμένου να χορηγηθεί πριμοδότηση για τις θηλάζουσες αγελάδες.
34. Δεν συμμερίζομαι τη γνώμη αυτή. Όπως και η Γαλλική Κυβέρνηση και η Ολλανδική Κυβέρνηση, νομίζω ότι το άρθρο 3, στοιχείο στ΄, του κανονισμού 1254/1999 έχει την έννοια ότι δεν απαγορεύει στα κράτη μέλη να θεσπίζουν κανονιστική ρύθμιση επιβάλλουσα προϋποθέσεις σχετικές με τη συχνότητα των τοκετών και τη διάρκεια του θηλασμού στους εκτροφείς που επιθυμούν να τύχουν της πριμοδοτήσεως για τις θηλάζουσες αγελάδες.
35. Υπενθυμίζω κατ’ αρχάς την παγία νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία, προς ερμηνεία διατάξεως του κοινοτικού δικαίου, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όχι μόνον το γράμμα της, αλλά και το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται και οι σκοποί που επιδιώκονται με τη ρύθμιση της οποίας αποτελεί μέρος (9).
36. Από την εξέταση του γράμματος του άρθρου 3, στοιχείο στ΄, του κανονισμού 1254/1999 προκύπτει ότι το άρθρο αυτό δεν περιέχει διάταξη η οποία να απαγορεύει ρητώς την εφαρμογή προϋποθέσεων όπως αυτές που θέτει η Regeling. Αντιθέτως, δυνάμει του άρθρου 45 του κανονισμού εφαρμογής, τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για την ορθή εφαρμογή του κανονισμού αυτού.
37. Το άρθρο 3, στοιχείο στ΄, του κανονισμού 1254/1999 ορίζει τη θηλάζουσα αγελάδα ως αγελάδα που ανήκει σε κρεατοπαραγωγική φυλή και σε αγέλη η οποία προορίζεται για εκτροφή μόσχων κρεατοπαραγωγής. Αυτή η έννοια του όρου «θηλάζουσα αγελάδα» διευκρινίστηκε με το άρθρο 14 του κανονισμού εφαρμογής. Η διάταξη αυτή προβλέπει ποιες αγελάδες δεν μπορούν να θεωρηθούν θηλάζουσες.
38. Ωστόσο καμία από τις διατάξεις του κανονισμού 1254/1999 και του κανονισμού εφαρμογής δεν εξηγεί πώς πρέπει να ερμηνεύεται η φράση «θηλάζουσα αγελάδα που ανήκει σε αγέλη η οποία προορίζεται για εκτροφή μόσχων κρεατοπαραγωγής».
39. Ωστόσο, η έννοια της εκτροφής, η οποία μπορεί να ορισθεί ως σύνολο τεχνικών με τις οποίες εκτρέφονται τα ζώα, χάρη στις οποίες αυτά γεννώνται και αναπτύσσονται υπό καλές συνθήκες (10), μπορεί να νοηθεί κατά πολύ διαφορετικό τρόπο στα διάφορα κράτη μέλη.
40. Επί παραδείγματι, η Γαλλική Κυβέρνηση εξηγεί με τις παρατηρήσεις της ότι, στη Γαλλία, το ελάχιστο διάστημα για τον θηλασμό ενός μόσχου κρεατοπαραγωγής ανέρχεται σε τέσσερις εβδομάδες ή σε μεγαλύτερο διάστημα αν το κρέας πρέπει να διατεθεί στο εμπόριο υπό την ονομασία «μόσχος γάλακτος». Ο μόσχος μπορεί μάλιστα να έχει απογαλακτισθεί ταχέως και να έχει παχυνθεί προκειμένου να διατεθεί στο εμπόριο ως ταυρίδιο, δαμαλίδα ή βόδι (11).
41. Εξάλλου, η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι οι μέθοδοι εκτροφής μπορούν να διαφέρουν αναλόγως του τύπου εκτροφής και της εκτρεφόμενης φυλής (12). Ωστόσο, ουδόλως διευκρίνισε τις λεπτομέρειες εκτροφής που προσδίδουν στην αγέλη τον χαρακτήρα της θηλάζουσας.
42. Συνεπώς, η Ολλανδική Κυβέρνηση φρονεί ότι, προκειμένου να τεθεί σε εφαρμογή ο κανονισμός 1254/1999, είναι αναγκαίο να διευκρινισθεί η έννοια της θηλάζουσας αγελάδας ως προς την προϋπόθεση να ανήκει η αγελάδα σε αγέλη με προορισμό την εκτροφή μόσχων κρεατοπαραγωγής.
43. Ως εκ τούτου, προϋποθέσεις όπως αυτές που επιβάλλει η Regeling, οι οποίες αντικατοπτρίζουν τρέχουσες τεχνικές εκτροφής στις Κάτω Χώρες, επιτρέπουν να εξακριβωθεί αν η αγελάδα ανήκει σε τέτοια αγέλη και να χαρακτηρισθεί ως θηλάζουσα. Κατά συνέπεια, αν δεν έχει τηρηθεί η προϋπόθεση που αφορά τη συχνότητα των τοκετών ή αν ο μόσχος δεν έχει παραμείνει τουλάχιστον τέσσερις εβδομάδες πλησίον της αγελάδας, δεν είναι δυνατόν να γίνεται λόγος περί εκτροφής και η αγελάδα δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως θηλάζουσα. Συνεπώς, η πριμοδότηση δεν μπορεί να χορηγηθεί, όπως συνέβη στην υπόθεση της κύριας δίκης με τον A. G. Winkel.
44. Η Επιτροπή, με τις παρατηρήσεις της, υποστηρίζει ότι ο χαρακτηρισμός της θηλάζουσας, ο οποίος είναι αναγκαίος για τη χορήγηση της πριμοδοτήσεως για τη διατήρηση αγέλης θηλαζουσών αγελάδων, πρέπει να εξετάζεται όχι ως προς κάθε αγελάδα, αλλά ως προς την αγέλη στο σύνολό της. Κατά τον τρόπο αυτόν, αν υπάρχουν ενδείξεις που δημιουργούν την εντύπωση ότι ζητήθηκε πριμοδότηση για τις θηλάζουσες αγελάδες ως προς αγελάδες που δεν θήλασαν τον μόσχο τους, η χορήγηση της πριμοδοτήσεως θα εξαρτάται από τη διατήρηση του χαρακτηρισμού της θηλάζουσας ως προς την αγέλη.
45. Δεν συμμερίζομαι την άποψη αυτή για τους ακόλουθους λόγους.
46. Δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 1254/1999, προκειμένου να τύχει πριμοδοτήσεως για τις θηλάζουσες αγελάδες, η αγέλη του εκτροφέα πρέπει να αποτελείται κατά 60 % τουλάχιστον από θηλάζουσες αγελάδες και κατά 40 % το πολύ από δαμαλίδες. Κατά τη γνώμη μου, η τήρηση των ποσοστών αυτών σκοπεί πράγματι στη διασφάλιση του ότι η αγέλη αποτελεί θηλάζουσα αγέλη, προοριζόμενη για την εκτροφή μόσχων παραγωγής βοείου κρέατος.
47. Ωστόσο, μολονότι ο χαρακτηρισμός της θηλάζουσας πρέπει να διατηρηθεί ως προς την αγέλη μέσω των ποσοστών αυτών, είναι αναγκαίο, προκειμένου να υπολογισθεί το ποσοστό 60 % θηλαζουσών αγελάδων, να ορισθεί ακριβώς τι σημαίνει θηλάζουσα αγελάδα. Πρόκειται εν προκειμένω για τη δυνατότητα διακρίσεως μεταξύ των θηλαζουσών αγελάδων και των άλλων αγελάδων, όπως είναι οι γαλακτοφόρες αγελάδες ή ακόμη και οι δαμαλίδες. Αν τούτο δεν συμβαίνει, υπάρχει κίνδυνος να θεωρηθεί μια αγελάδα ως θηλάζουσα, ενώ δεν προορίζεται καν για την εκτροφή μόσχων.
48. Συνεπώς, οι προϋποθέσεις που επιβάλλει η Regeling είναι αναγκαίες, κατά την άποψή μου, για την αναγνώριση μιας θηλάζουσας αγελάδας και τη διάκρισή της από τις αγελάδες άλλης κατευθύνσεως.
49. Συναφώς, θα ήθελα να επισημάνω ότι η ίδια η Επιτροπή, με έγγραφο της 11ης Απριλίου 2002, γνωστοποίησε στο Βασίλειο των Κάτω Χωρών ότι εφάρμοζε εσφαλμένως το σύστημα πριμοδοτήσεων στον τομέα του βοείου κρέατος και για τον λόγο αυτόν επέφερε ορισμένες δημοσιονομικές διορθώσεις στις δαπάνες που δήλωσε το κράτος αυτό. Κατά την Επιτροπή, από έλεγχο στο σύνολο της ολλανδικής επικράτειας προέκυψε ότι το 24,6 % των μόσχων που έτυχαν πριμοδοτήσεως για τις θηλάζουσες αγελάδες εγκατέλειψαν την εκμετάλλευση κατά τους τέσσερις μήνες μετά τη γέννησή τους.
50. Η Επιτροπή διευκρίνισε με το έγγραφο αυτό ότι ο γενικός κανόνας επιβάλλει να παραμένει ο μόσχος κατά μέσον όρο τέσσερις μήνες πλησίον της μητέρας του και ότι το ολλανδικό σύστημα ελέγχου παρουσίαζε κενά, δεδομένου ότι δεν ελάμβανε υπόψη την εν λόγω μέση διάρκεια. Κατά την Επιτροπή, το κενό αυτό ενείχε κινδύνους, δεδομένου ότι ορισμένος αριθμός παραγωγών μπορούσε να λάβει την πριμοδότηση για ζώα που ουδόλως αποτελούν θηλάζουσες αγελάδες.
51. Για τον λόγο αυτόν οι ολλανδικές αρχές τροποποίησαν το σύστημα πριμοδοτήσεων για τις θηλάζουσες αγελάδες και έκριναν σκόπιμο να διευκρινίσουν τον ορισμό της θηλάζουσας αγελάδας (13), δεδομένου ότι τίποτε στον κανονισμό 1254/1999 ούτε στον κανονισμό εφαρμογής του δεν εμφαίνει ποια είναι η έννοια της φράσεως θηλάζουσα αγελάδα που ανήκει σε αγέλη με προορισμό την εκτροφή μόσχων κρεατοπαραγωγής.
52. Η Επιτροπή διευκρίνισε βεβαίως, στη συνέχεια, με έγγραφο που απηύθυνε στις ολλανδικές αρχές στις 7 Νοεμβρίου 2002 ότι, μολονότι το κριτήριο της παραμονής τεσσάρων μηνών πλησίον της μητέρας δεν δημιουργεί αντιρρήσεις, γεγονός παραμένει ότι πρέπει να εξετάζεται μήπως η παρέκκλιση από το κριτήριο αυτό οφείλεται σε δικαιολογημένη εξαιρετική περίπτωση η οποία δεν στερεί από την αγέλη τον χαρακτηρισμό της ως θηλάζουσας. Με τις παρατηρήσεις της, θεωρεί ότι οι προϋποθέσεις που αφορούν τη συχνότητα των τοκετών και τη διάρκεια του θηλασμού είναι υπερβολικά αυστηρές και δεν επιτρέπουν να λαμβάνονται υπόψη δικαιολογημένες εξαιρετικές περιπτώσεις, όπως ο θάνατος μόσχου.
53. Στην υπόθεση της κύριας δίκης, δεν βλέπω πώς οι προϋποθέσεις αυτές εμποδίζουν να λαμβάνονται υπόψη δικαιολογημένες εξαιρετικές περιπτώσεις. Η Ολλανδική Κυβέρνηση επισημαίνει με τις παρατηρήσεις της ότι ένας εκτροφέας μπορεί πάντοτε να επικαλεσθεί εξαιρετικές περιστάσεις και περιπτώσεις ανωτέρας βίας, όπως οι προβλεπόμενες στο άρθρο 48 του κανονισμού 2419/2001, και φυσικά γεγονότα, όπως τα προβλεπόμενα στο άρθρο 41 του κανονισμού αυτού.
54. Κατά τη γνώμη μου, τίποτε στην εφαρμογή των εν λόγω προϋποθέσεων δεν εμποδίζει τον εκτροφέα να προβάλει τέτοιες περιστάσεις ή γεγονότα, εφόσον αποδεικνύει ότι ο μόσχος απομακρύνθηκε από τη μητέρα του λόγω ανωτέρας βίας ή διότι η απομάκρυνση αυτή οφειλόταν σε εξαιρετικές συνθήκες.
55. Η θέση την οποία έλαβε η Επιτροπή με τα διάφορα έγγραφά της αποδεικνύει πράγματι, κατά τη γνώμη μου, ότι η συγκεκριμένη εφαρμογή των προϋποθέσεων του άρθρου 3, στοιχείο στ΄, του κανονισμού 1254/1999 επιβάλλει στα κράτη μέλη να προσδιορίσουν το περιεχόμενο εννοιών όπως αυτές που αφορούν το αν η αγελάδα ανήκει σε αγέλη με προορισμό την εκτροφή μόσχων κρεατοπαραγωγής, τούτο δε, ιδίως, για λόγους ελέγχου.
56. Κατά την άποψή μου, η ανάλυση αυτή επιβεβαιώνεται από τον σκοπό και την οικονομία των επιμάχων κοινοτικών διατάξεων.
57. Υπενθυμίζω ότι το γενικό σύστημα ενισχύσεων για τη διατήρηση αγέλης θηλαζουσών αγελάδων αποτελεί μηχανισμό που αποσκοπεί στη σταθεροποίηση των αγορών και στη διασφάλιση δίκαιου βιοτικού επιπέδου για τη γεωργική κοινότητα. Για τον λόγο αυτόν καθιερώθηκε το 1999 ένα συνεκτικό σύστημα άμεσων ενισχύσεων προς τους παραγωγούς. Το σύστημα αυτό συνίσταται στην πληρωμή κατευθείαν στον εκτροφέα, υπό τη μορφή πριμοδοτήσεων για τις θηλάζουσες αγελάδες, των οποίων η καταβολή εξαρτάται από τη διατήρηση ενός κατώτατου αριθμού θηλαζουσών αγελάδων στην αγέλη, ήτοι του 60 % τουλάχιστον των θηλαζουσών αγελάδων.
58. Προς διασφάλιση της πλήρους αποτελεσματικότητας του συστήματος αυτού, τα κράτη μέλη οφείλουν να βεβαιώνονται για το υποστατό και τη νομιμότητα των πράξεων που χρηματοδοτεί το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), λαμβάνοντας όλα τα αναγκαία προς τούτο μέτρα, και να προλαμβάνουν και να κολάζουν τις πλημμέλειες (14).
59. Με άλλα λόγια, το ολοκληρωμένο σύστημα διαχειρίσεως και ελέγχου έχει ως σκοπό να διασφαλίζει, μεταξύ άλλων, ότι η πριμοδότηση για τις θηλάζουσες αγελάδες καταβάλλεται όντως ως προς αγελάδα που προορίζεται για την εκτροφή μόσχου κρεατοπαραγωγής.
60. Εξάλλου, όπως προεκτέθηκε, αν, δυνάμει των άρθρων 36 και 38 του κανονισμού 2419/2001, αν διαπιστωθεί ότι ο αριθμός των δηλωθεισών στην αίτηση θηλαζουσών αγελάδων υπερβαίνει τον όντως εξακριβωθέντα στην εκμετάλλευση του εκτροφέα, διότι ορισμένες αγελάδες δεν πληρούν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις, μπορεί να μειωθεί η πριμοδότηση ή να απορριφθεί η αίτηση χορηγήσεώς της.
61. Συνεπώς, οι σκοποί του κανονισμού 1254/1999 θα διακυβεύονταν αν καταβαλλόταν πριμοδότηση, επί παραδείγματι, ως προς αγελάδα που προορίζεται αποκλειστικώς για τη γαλακτοπαραγωγή, πράγμα το οποίο, όπως έχω εκθέσει, μπορεί να συμβαίνει οσάκις ο μόσχος απομακρύνεται μερικές μόνον εβδομάδες μετά τη γέννησή του. Η Επιτροπή το δέχεται με το έγγραφο εργασίας της 16ης Δεκεμβρίου 1999 (15). Δέχεται ότι η απουσία μόσχων από την εκμετάλλευση θα μπορούσε να δημιουργήσει την εντύπωση ότι δεν υπάρχει εκτροφή μόσχων κρεατοπαραγωγής και ότι όλες οι αγελάδες ανήκουν στη γαλακτοφόρο αγέλη.
62. Εξάλλου, η προϋπόθεση περί της συχνότητας των τοκετών επιτρέπει να διασφαλισθεί ότι η αγελάδα δεν είναι δαμαλίδα. Δυνάμει των άρθρων 3, στοιχείο ζ΄, και 6, παράγραφος 6, του κανονισμού 1254/1999, το μόνο πράγμα το οποίο διακρίνει τη δαμαλίδα από τη θηλάζουσα αγελάδα είναι ο τοκετός, δεδομένου ότι δαμαλίδα είναι θηλυκό βοοειδές που ανήκει σε κρεατοπαραγωγική φυλή και δεν έχει ακόμη γεννήσει.
63. Συνεπώς, νομίζω ότι είναι αναγκαίο να εξαρτάται η χορήγηση της πριμοδοτήσεως για τις θηλάζουσες αγελάδες από προϋποθέσεις σχετικές με τη συχνότητα των τοκετών και τη διάρκεια του θηλασμού, προκειμένου να είναι σε θέση το κράτος μέλος να βεβαιωθεί ότι η πριμοδότηση για τις θηλάζουσες αγελάδες έχει όντως καταβληθεί ως προς αγελάδα προοριζόμενη να εκθρέψει τον μόσχο της για την παραγωγή κρέατος.
64. Έτσι, νομίζω ότι οι προϋποθέσεις που επιβάλλει η Regeling είναι σύμφωνες προς τον σκοπό και την οικονομία των επιμάχων κανονιστικών διατάξεων.
65. Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των στοιχείων αυτών, φρονώ ότι το άρθρο 3, στοιχείο στ΄, του κανονισμού 1254/1999 δεν απαγορεύει στα κράτη μέλη να εξαρτούν τη χορήγηση πριμοδοτήσεως για τις θηλάζουσες αγελάδες από προϋπόθεση σχετική με τη συχνότητα των τοκετών και από την προϋπόθεση να έχει η αγελάδα θηλάσει τον μόσχο της επί τέσσερις τουλάχιστον μήνες.
66. Επομένως, παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα.
IV – Πρόταση
67. Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στο υποβληθέν από το College van Beroep voor het bedrijfsleven ερώτημα την ακόλουθη απάντηση:
«Το άρθρο 3, στοιχείο στ΄, του κανονισμού 1254/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1512/2002 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 2001, δεν απαγορεύει στα κράτη μέλη να εξαρτούν τη χορήγηση πριμοδοτήσεως για τις θηλάζουσες αγελάδες από προϋπόθεση σχετική με τη συχνότητα των τοκετών και από την προϋπόθεση να έχει η αγελάδα θηλάσει τον μόσχο της επί τέσσερις τουλάχιστον μήνες.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 – Κανονισμός του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος (ΕΕ L 160, σ. 21), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1512/2001 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 2001 (ΕΕ L 201, σ. 1, στο εξής: κανονισμός 1254/1999).
3 – Κανονισμός του Συμβουλίου, της 28ης Δεκεμβρίου 1992, για τη θέσπιση συμπληρωματικής εισφοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ L 405, σ. 1).
4 – Άρθρο 6, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1254/1999.
5 – Άρθρο 6, παράγραφος 7, του κανονισμού 1254/1999.
6 – Κανονισμός της Επιτροπής, της 28ης Οκτωβρίου 1999, για καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού 1254/1999, όσον αφορά τα καθεστώτα πριμοδοτήσεων (ΕΕ L 281, σ. 30, στο εξής: κανονισμός εφαρμογής).
7 – Κανονισμός της Επιτροπής, της 11ης Δεκεμβρίου 2001, [για] τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης και ελέγχου για ορισμένα καθεστώτα κοινοτικών ενισχύσεων που θεσπίστηκαν με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3508/92 του Συμβουλίου (ΕΕ L 327, σ. 11).
8 – Κανονισμός του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 1992, για τη θέσπιση ενός ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης και ελέγχου σχετικά με ορισμένα καθεστώτα κοινοτικών ενισχύσεων (ΕΕ L 355, σ. 1).
9 – Βλ. απόφαση της 1ης Μαρτίου 2007, C-34/05, Schouten (Συλλογή 2007, σ. Ι-1687, σκέψη 25 και παρατιθέμενη νομολογία).
10 – Βλ. Le Petit Robert, Dictionnaire de la langue française, Λεξικά Le Robert, Παρίσι 2008.
11 – Βλ. σημεία 33 και 34 των παρατηρήσεων της Γαλλικής Κυβερνήσεως.
12 – Βλ. σημείο 41 των παρατηρήσεων της Επιτροπής.
13 – Βλ. σημείο 18 των παρατηρήσεων της Ολλανδική Κυβέρνησης.
14 – Βλ. τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού εφαρμογής, που παραπέμπει ρητώς στην πρώτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 3508/92.
15 – Βλ. παράρτημα I των παρατηρήσεων της Επιτροπής.
Full & Egal Universal Law Academy