ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
YVES BOT
της 6ης Μαΐου 20081(1)
Υπόθεση C‑455/06
Heemskerk BV,
Firma Schaap
κατά
Productschap Vee en Vlees
[αίτηση του College van Beroep voor het bedrijfsleven (Κάτω Χώρες) για την έκδοση προδικαστικής απόφασης]
«Επιστροφές κατά την εξαγωγή – Προστασία των ζώων κατά τη μεταφορά – Προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας – Αυτεπάγγελτη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου – Αρχή της απαγόρευσης της reformatio in pejus – Δικονομική αυτονομία – Όρια – Αποτελεσματική εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου»
1. Με την υπό κρίση αίτηση για την έκδοση προδικαστικής απόφασης, το College van Beroep voor het bedrijfsleven (Κάτω Χώρες) ζητεί από το Δικαστήριο να ερμηνεύσει διάφορες κοινοτικές διατάξεις που συνδέουν την καταβολή των επιστροφών κατά την εξαγωγή ζωντανών βοοειδών με την τήρηση της κοινοτικής νομοθεσίας όσον αφορά την προστασία των ζώων κατά τη μεταφορά.
2. Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ, αφενός, των Heemskerk BV και Firma Schaap (2) και, αφετέρου, του Productschap Vee en Vlees (3), σχετικά με τις αποφάσεις με τις οποίες το τελευταίο ζήτησε την απόδοση των επιστροφών κατά την εξαγωγή, τις οποίες θεωρεί ότι αχρεωστήτως κατέβαλε στις δύο αυτές επιχειρήσεις.
3. Μεταξύ των προδικαστικών ερωτημάτων που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο από το αιτούν δικαστήριο, δύο παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον από την άποψη της προβληματικής σχετικά με την αυτεπάγγελτη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου από το εθνικό δικαστήριο.
4. Συγκεκριμένα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, από το Δικαστήριο να αποφανθεί αν το κοινοτικό δίκαιο επιβάλλει στο εθνικό δικαστήριο, στο πλαίσιο διαδικασίας όπως αυτή της κύριας δίκης, η οποία αφορά όχι μόνον την προστασία των ζώων κατά τη μεταφορά, αλλά και την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, να προβαίνει αυτεπαγγέλτως στον έλεγχο της νομιμότητας των εθνικών διοικητικών πράξεων υπό το πρίσμα των λόγων ακύρωσης που αντλούνται από το κοινοτικό δίκαιο, ακόμα και όταν αποτέλεσμα του ελέγχου αυτού είναι να περιέρχεται ο προσφεύγων της κύριας δίκης σε θέση δυσμενέστερη από εκείνη στην οποία θα βρισκόταν αν δεν είχε ασκήσει την προσφυγή.
5. Στις παρούσες προτάσεις, θα εκθέσω τους λόγους που με οδηγούν να θεωρήσω ότι, υπό περιστάσεις όπως αυτές της διαφοράς της κύριας δίκης, το εθνικό δικαστήριο, ως κοινοτικός δικαστής του κοινού δικαίου, υποχρεούται να εφαρμόσει αυτεπαγγέλτως το κοινοτικό δίκαιο.
I – Το νομικό πλαίσιο
Το κοινοτικό δίκαιο
1. Ο κανονισμός (ΕΚ) 1254/1999
6. Ο κανονισμός (ΕΚ) 1254/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος (4), κατάργησε και αντικατέστησε τον κανονισμό (ΕΟΚ) 805/68 του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος (5).
7. Δυνάμει του άρθρου 33, παράγραφος 9, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1254/1999, η πληρωμή της επιστροφής κατά την εξαγωγή ζώντων ζώων εξαρτάται από την τήρηση των διατάξεων που προβλέπονται από την κοινοτική νομοθεσία σχετικά με την καλή μεταχείριση των ζώων, και ειδικότερα την προστασία των ζώων κατά τη μεταφορά.
2. Ο κανονισμός (ΕΚ) 615/98
8. Το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΚ) 615/98 της Επιτροπής, της 18ης Μαρτίου 1998, για ειδικές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των επιστροφών κατά την εξαγωγή όσον αφορά την καλή μεταχείριση των ζωντανών βοοειδών κατά τη μεταφορά (6), ορίζει ότι, για την εφαρμογή του άρθρου 13, παράγραφος 9, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 805/68, που αντικαταστάθηκε από το άρθρο 33, παράγραφος 9, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1254/1999, η πληρωμή των επιστροφών κατά την εξαγωγή ζωντανών βοοειδών εξαρτάται από την τήρηση, κατά τη μεταφορά των ζώων μέχρι την πρώτη εκφόρτωση στην τρίτη χώρα του τελικού προορισμού, των διατάξεων της οδηγίας 91/628/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Νοεμβρίου 1991, για την προστασία των ζώων κατά τη μεταφορά και για την τροποποίηση των οδηγιών 90/425/ΕΟΚ και 91/496/ΕΟΚ (7), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 95/29/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 1995 (8), καθώς και των διατάξεων του κανονισμού 615/98.
9. Προς εξακρίβωση της τήρησης αυτής της προϋπόθεσης για τη χορήγηση των επιστροφών κατά την εξαγωγή βοοειδών, το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού προβλέπει ότι όλα τα μεταφερόμενα ζώα, κατά την έξοδό τους από το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, ελέγχονται και να πιστοποιούνται από επίσημο κτηνίατρο.
10. Το εν λόγω άρθρο 2, παράγραφος 2, προβλέπει, συγκεκριμένα, ότι επίσημος κτηνίατρος στο σημείο εξόδου πρέπει να εξακριβώνει και να πιστοποιεί ότι τα ζώα μπορούν να πραγματοποιήσουν τα ταξίδι που προβλέπεται σύμφωνα με τις διατάξεις της οδηγίας 91/628, ότι το μέσο μεταφοράς με το οποίο τα ζώα θα εγκαταλείψουν το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας είναι σύμφωνο με τις διατάξεις της οδηγίας αυτής και ότι έχουν ληφθεί μέτρα για την περιποίηση των ζώων κατά τη διάρκεια του ταξιδιού σύμφωνα με τις διατάξεις της εν λόγω οδηγίας
11. Σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 615/98, αν ο κτηνίατρος του σημείου εξόδου θεωρεί ότι πληρούνται κατά τρόπο ικανοποιητικό οι όροι της παραγράφου 2 του εν λόγω άρθρου 2, επιβεβαιώνει τη διαπίστωση αυτή με την ένδειξη «Έλεγχοι βάσει του άρθρου 2 του κανονισμού (ΕΚ) 615/98 ικανοποιητικοί» και θέτει τη σφραγίδα του και την υπογραφή του στο έγγραφο που αποδεικνύει την έξοδο από το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, στη θέση J του αντιγράφου ελέγχου Τ5 ή στην καταλληλότερη θέση του εθνικού εγγράφου.
12. Δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού, η αίτηση καταβολής των επιστροφών κατά την εξαγωγή πρέπει να συμπληρώνεται από την απόδειξη ότι τηρήθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 1 του εν λόγω κανονισμού. Η απόδειξη αυτή παρέχεται με την προσκόμιση του εγγράφου που αποδεικνύει την έξοδο των ζώων από το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, και το οποίο περιέχει την πιστοποίηση στο σημείο εξόδου από τον επίσημο κτηνίατρο, και, ενδεχομένως, με την έκθεση ελέγχου που περιλαμβάνει τις διαπιστώσεις που έγιναν κατά την άφιξη των ζώων από την επιφορτισμένη με τον έλεγχο αρχή της τρίτης χώρας του τελικού προορισμού.
13. Εξάλλου, το άρθρο 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 615/98 ορίζει ότι δεν πληρώνεται η επιστροφή κατά την εξαγωγή για τα ζώα τα οποία πεθαίνουν κατά τη μεταφορά ή για τα οποία η αρμόδια αρχή θεωρεί –βάσει των εγγράφων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του εν λόγω άρθρου 5, των εκθέσεων ελέγχου που αναφέρονται στο άρθρο 4 του κανονισμού αυτού και/ή οποιουδήποτε άλλου στοιχείου το οποίο διαθέτει σχετικά με την τήρηση των διατάξεων του άρθρου 1 του ίδιου κανονισμού– ότι δεν έχει τηρηθεί η οδηγία 91/628 για την προστασία των ζώων κατά τη μεταφορά.
14. Πρέπει, επίσης, να διευκρινιστεί ότι, όπως αναφέρει η έκτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού αυτού, ο εν λόγω κανονισμός περιλαμβάνει ρητή διάταξη αποσκοπούσα στη διασφάλιση της ανάκτησης των αχρεωστήτως καταβληθεισών επιστροφών από πλευράς των επιταγών καλής μεταχείρισης των ζώων.
15. Έτσι, το άρθρο 5, παράγραφος 7, του εν λόγω κανονισμού προβλέπει ότι, εφόσον διαπιστώνεται, μετά την καταβολή της επιστροφής, ότι δεν έχει τηρηθεί η κοινοτική νομοθεσία σχετικά με την προστασία των ζώων κατά τη μεταφορά, το σχετικό μέρος της επιστροφής θεωρείται ότι δεν έπρεπε να έχει καταβληθεί και πρέπει να ανακτάται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 11, παράγραφοι 3 έως 6, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3665/87 της Επιτροπής, της 27ης Νοεμβρίου 1987, για κοινές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των επιστροφών κατά την εξαγωγή για τα γεωργικά προϊόντα (9), που αντικαταστάθηκε από το άρθρο 52 του κανονισμού (ΕΚ) 800/1999 της Επιτροπής, της 15ης Απριλίου 1999, με το ίδιο αντικείμενο (10).
3. Η οδηγία 91/628
16. Σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο αα΄, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας 91/628, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε ο χώρος (πυκνότητα φόρτωσης) που διατίθεται για τα ζώα να ανταποκρίνεται τουλάχιστον στα αριθμητικά δεδομένα του κεφαλαίου VI του παραρτήματος της ίδιας οδηγίας, όσον αφορά τα ζώα και τα μέσα μεταφοράς που αναφέρονται στο εν λόγω κεφάλαιο.
17. Το κεφάλαιο VI, σημείο 47, B, του παραρτήματος αυτού είναι αφιερωμένο στις πυκνότητες φόρτωσης που ισχύουν για τα βοοειδή. Στο σημείο αυτό αναφέρεται, για κάθε είδος μεταφοράς και αναλόγως του βάρους του ζώου, το εκφραζόμενο σε τετραγωνικά μέτρα εμβαδόν ανά ζώο.
18. Εξάλλου, κατά το άρθρο 5, Α, σημείο 1, στοιχείο α΄, ii, της οδηγίας 91/628, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε κάθε μεταφορέας να έχει λάβει κοινοτική άδεια ισχύουσα για κάθε μεταφορά σπονδυλωτών ζώων εντός της Κοινότητας, χορηγηθείσα από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εγκατάστασης ή, αν η επιχείρηση είναι εγκατεστημένη σε τρίτη χώρα, από την αρμόδια αρχή κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπό τον όρο ότι ο υπεύθυνος της επιχείρησης μεταφοράς έχει δεσμευθεί γραπτώς να τηρεί τις ισχύουσες επιταγές της κοινοτικής κτηνιατρικής νομοθεσίας.
19. Επιπλέον, το άρθρο 5, Α, σημείο 1, στοιχείο γ΄, της ίδιας αυτής οδηγίας επιβάλλει στα κράτη μέλη να μεριμνούν ώστε κάθε μεταφορέας να χρησιμοποιεί για τη μεταφορά των ζώων μεταφορικά μέσα ικανά να εξασφαλίζουν την τήρηση των κοινοτικών επιταγών σχετικά με την καλή μεταχείριση των ζώων κατά τη μεταφορά.
Το εθνικό δίκαιο
20. Το άρθρο 8:69 του γενικού νόμου περί διοικητικής δικονομίας (Algemene Wet Bestuursrecht) ορίζει τα εξής:
«1. Το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της διαφοράς αποφαίνεται βάσει του εισαγωγικού της δίκης εγγράφου, των προσκομισθέντων εγγράφων, των στοιχείων της προδικασίας και της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως.
2. Το δικαστήριο συμπληρώνει αυτεπαγγέλτως τους νομικούς ισχυρισμούς.
3. Το δικαστήριο μπορεί να συμπληρώσει αυτεπαγγέλτως τα πραγματικά στοιχεία της διαφοράς.»
21. Η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή στις δίκες ενώπιον του College van Beroep voor het bedrijfsleven δυνάμει του άρθρου 19, παράγραφος 1, του νόμου περί διοικητικής προσφυγής σε οικονομικά θέματα (Wet bestuursrechtspraak bedrijfsorganisatie).
II – Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
22. Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι καθεμία από τις προσφεύγουσες της κύριας δίκης δήλωσε, στις 25 Ιανουαρίου 2000, την εξαγωγή 300 εγκύων δαμαλίδων προς το Μαρόκο και ζήτησε την καταβολή επιστροφής κατά την εξαγωγή κατ’ εφαρμογήν του κανονισμού 800/1999.
23. Οι 600 έγκυες δαμαλίδες, μαζί με 40 έγκυες δαμαλίδες ανήκουσες σε άλλη επιχείρηση, φορτώθηκαν αυθημερόν, στο Moerdijk (Κάτω Χώρες), στο ιρλανδικό πλοίο M/S Irish Rose (στο εξής: πλοίο), προκειμένου να μεταφερθούν στην Καζαμπλάνκα (Μαρόκο).
24. Ο επίσημος κτηνίατρος που έλεγξε το πλοίο στο σημείο εξόδου πιστοποίησε το πλοίο αυτό βεβαιώνοντας επί του αντιγράφου ελέγχου Τ5 ότι πληρούνταν οι προϋποθέσεις του άρθρου 2 του κανονισμού 615/98.
25. Το εν λόγω πλοίο, που φέρει ιρλανδική σημαία, διαθέτει άδεια για τη μεταφορά ζώων σε χώρο 986 m2, χορηγηθείσα από την αρμόδια αρχή της Ιρλανδικής Δημοκρατίας.
26. Στο πλαίσιο ελέγχου που διενεργήθηκε κατ’ εφαρμογήν του κανονισμού (ΕΟΚ) 4045/89 του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1989, περί των ελέγχων, εκ μέρους των κρατών μελών, των πράξεων που αποτελούν μέρος του συστήματος χρηματοδότησης από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, τμήμα Εγγυήσεων, και για την κατάργηση της οδηγίας 77/435/ΕΟΚ (11), βρέθηκε στους διοικητικούς φακέλους των προσφευγουσών της κύριας δίκης έγγραφο από το οποίο προέκυπτε ότι είχε σημειωθεί υπέρβαση της ικανότητας του πλοίου προς μεταφορά ζώντων ζώων κατά 111 βοοειδή.
27. Λεπτομερέστερη έρευνα, την οποία διενήργησε η γενική υπηρεσία επιθεώρησης (AID), κατέδειξε ότι ο επίσημος κτηνίατρος δεν είχε ελέγξει αν τηρούνταν οι κανόνες όσον αφορά την πυκνότητα φόρτωσης, κανόνες που περιέχονται στο κεφάλαιο VI του παραρτήματος της οδηγίας 91/628. Επιπλέον, βάσει δήλωσης του ατόμου που συνόδευσε τα ζώα κατά τη μεταφορά τους προς το Μαρόκο, η εν λόγω γενική υπηρεσία επιθεώρησης κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι όροι καλής μεταχείρισης των βοοειδών κατά τη μεταφορά τους, τους οποίους προέβλεπε η οδηγία 91/628, δεν είχαν τηρηθεί και ότι σαφώς σημειώθηκε υπερφόρτωση του πλοίου.
28. Με αποφάσεις της 26ης Μαρτίου 2004, το Productschap προέβη στην ανάκληση της επιστροφής κατά την εξαγωγή που είχε χορηγηθεί στις προσφεύγουσες της κύριας δίκης και ζήτησε να επιστραφούν τα ήδη καταβληθέντα ποσά, προσαυξημένα κατά 10 %. Επιπλέον, καθόρισε τους οφειλόμενους νόμιμους τόκους.
29. Με επιστολές της 13ης Απριλίου 2004, καθεμία από τις εν λόγω προσφεύγουσες υπέβαλε ένσταση κατά των αποφάσεων αυτών.
30. Αφού άκουσε τις προσφεύγουσες της κύριας δίκης στις 6 Μαΐου 2004, το Productschap εξέδωσε στις 2 και 25 Αυγούστου 2005 τις αποφάσεις που αποτελούν το αντικείμενο της προσφυγής στην κύρια δίκη.
31. Με τις αποφάσεις αυτές, το Productschap ενέμεινε στην ανάκληση και στην απόδοση των ποσών της επιστροφής κατά την εισαγωγή. Θεωρώντας ότι μόνον ο αριθμός βοοειδών πέραν του επιτρεπτού για τα εγκεκριμένα 986 m2 είχε μεταφερθεί κατά παράβαση των κανόνων της οδηγίας 91/628, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και κανόνες σχετικοί με την πυκνότητα φόρτωσης, το Productschap έκρινε ότι η επιστροφή έπρεπε να ανακληθεί και το ποσό της να αποδοθεί όσον αφορά το μέρος εκείνο του φορτίου που δεν τηρούσε τις προδιαγραφές καλής μεταχείρισης των ζώων.
32. Το Produktschap στηρίχθηκε στη διαπίστωση ότι, σύμφωνα με το κεφάλαιο VI, σημείο 47, B, του παραρτήματος της οδηγίας 91/628, για κάθε ζώο έπρεπε να διατεθεί εμβαδόν φόρτωσης τουλάχιστον 1,70775 m2. Για να υπολογίσει το αριθμό των ζώων που μεταφέρθηκαν καθ’ υπέρβαση αυτού του κανόνα φόρτωσης, το Productschap διαίρεσε το εγκεκριμένο εμβαδόν του πλοίου, ήτοι 986 m2, διά του εμβαδού που απαιτούνταν ανά ζώο. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο μέγιστος αριθμός των ζώων που μπορούσε να μεταφέρει το πλοίο αυτό ήταν 577, 36 ζώα και ότι, συνεπώς, το εν λόγω πλοίο είχε 62 υπεράριθμα ζώα.
33. Στη συνέχεια, το Productschap υπολόγισε το προς ανάκτηση μέρος του ποσού της επιστροφής κατά την εξαγωγή βάσει των υπεράριθμων μεταφερθέντων ζώων και κατ’ αναλογία του μεριδίου των προσφευγουσών της κύριας δίκης σε σχέση προς το σύνολο των μεταφερθέντων ζώων. Σύμφωνα με τον υπολογισμό αυτό, ζητήθηκε από καθεμία από αυτές να αποδώσουν το ποσό της επιστροφής για 29 ζώα. Επιπλέον, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 5, παράγραφος 7, του κανονισμού 615/98, σε συνδυασμό με το άρθρο 5, παράγραφος 4, του ίδιου κανονισμού, επιβλήθηκε ισόποση αύξηση του προς απόδοση ποσού.
34. Οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης άσκησαν κατά των αποφάσεων αυτών προσφυγή ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου. Προς στήριξη της προσφυγής τους επικαλέστηκαν πλείονες λόγους αντλούμενους, κατ’ ουσίαν, αφενός, από την αποδεικτική ισχύ του πιστοποιητικού που χορηγεί ο επίσημος κτηνίατρος και, αφετέρου, από το ότι ο προκύπτων από την ιρλανδική νομοθεσία όρος σύμφωνα με τον οποίο το πλοίο μπορούσε να μεταφέρει ζώα μόνο σε χώρο εμβαδού 986 m2 δεν είχε εφαρμογή σε μεταφορά πραγματοποιούμενη από τις Κάτω Χώρες προς το Μαρόκο.
35. Έχοντας αμφιβολίες ως προς την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, το αιτούν δικαστήριο αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
1) α) Έχει ένα διοικητικό όργανο εξουσία, παρεκκλίνοντας από το κατά το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού […] 615/98 πιστοποιητικό του επίσημου κτηνιάτρου, να αποφασίσει ότι η μεταφορά ζώων την οποία αφορά το εν λόγω πιστοποιητικό δεν είναι σύμφωνη με τις επιταγές της οδηγίας [91/628];
β) Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο ερώτημα 1α:
Υπόκειται η εκ μέρους του διοικητικού οργάνου άσκηση αυτής της εκ του κοινοτικού δικαίου εξουσίας σε ειδικούς περιορισμούς και, αν ναι, σε ποιους;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο ερώτημα 1:
Οφείλει ένα διοικητικό όργανο κράτους μέλους, στο πλαίσιο της εκτίμησης του αν υφίσταται δικαίωμα επιστροφής, όπως π.χ. στις περιπτώσεις που προβλέπει ο κανονισμός […] 800/1999, να κρίνει κατά πόσον η μεταφορά ζώντων ζώων τηρεί τις κοινοτικές διατάξεις σχετικά με την καλή μεταχείριση των ζώων λαμβάνοντας ως βάση τους ισχύοντες στο εν λόγω κράτος μέλος όρους ή υποχρεούται να λάβει υπόψη του τους κανόνες του κράτους της σημαίας του μεταφέροντος τα ζώντα ζώα πλοίου, κράτους το οποίο έχει εκδώσει άδεια γι’ αυτό το πλοίο;
3) Υφίσταται κατά το κοινοτικό δίκαιο υποχρέωση αυτεπάγγελτου ελέγχου των ισχυρισμών που αντλούνται από τους κανονισμούς […] 1254/1999 και […] 800/1999, δηλαδή ισχυρισμών που βαίνουν πέραν των ορίων της διαφοράς όπως αυτή έχει υποβληθεί στο εθνικό δικαστήριο;
4) Έχει η φράση του άρθρου 33, παράγραφος 9, του κανονισμού […] 1254/1999 “τήρηση των διατάξεων που προβλέπονται από την κοινοτική νομοθεσία σχετικά με την καλή μεταχείριση των ζώων” την έννοια ότι, στην περίπτωση που διαπιστώνεται ότι ένα πλοίο που μεταφέρει ζώντα ζώα είναι υπερφορτωμένο σε σχέση προς το επιτρεπόμενο σύμφωνα με τις διατάξεις περί της καλής μεταχείρισης των ζώων όριο φόρτωσης του πλοίου αυτού, υπάρχει παράβαση των κοινοτικών διατάξεων μόνον όσον αφορά τον αριθμό ζώων που υπερβαίνει το όριο φόρτωσης ή πρέπει να θεωρηθεί ότι δεν τηρούνται οι διατάξεις αυτές ως προς το σύνολο των μεταφερομένων ζώντων ζώων;
5) Συνεπάγεται η αποτελεσματική εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου παρέκκλιση, ως εκ του αυτεπαγγέλτως διενεργουμένου ελέγχου βάσει των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, από την αρχή του ολλανδικού διοικητικού δικονομικού δικαίου ότι ο προσφεύγων δεν επιτρέπεται να περιέλθει, συνεπεία της άσκησης της προσφυγής, σε χειρότερη θέση από εκείνη στην οποία θα βρισκόταν αν δεν είχε ασκήσει την προσφυγή;»
III – Ανάλυση
36. Υπογραμμίζω εκ προοιμίου ότι, κατά τη γνώμη μου, δύο σειρές διατάξεων κατέχουν κεντρική θέση στο πλαίσιο της παρούσας προδικαστικής διαδικασίας.
37. Πρόκειται, αφενός, για τα άρθρα 33, παράγραφος 9, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1254/1999 και 1 του κανονισμού 615/98, δυνάμει των οποίων η πληρωμή της επιστροφής κατά την εξαγωγή εξαρτάται από την τήρηση της κοινοτικής νομοθεσίας όσον αφορά την καλή μεταχείριση των ζώων και, ειδικότερα, την προστασία των ζώων κατά τη μεταφορά. Οι διατάξεις αυτές προβλέπουν προϋπόθεση για τη χορήγηση των επιστροφών κατά την εξαγωγή ζώντων ζώων (12).
38. Αφετέρου, το άρθρο 5, παράγραφος 7 του κανονισμού 615/98 βρίσκεται επίσης στο επίκεντρο της παρούσας διαδικασίας. Η διάταξη αυτή, όπως μαρτυρεί η έκτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού αυτού, αποσκοπεί στην εξασφάλιση της ανάκτησης των επιστροφών κατά την εξαγωγή που θεωρούνται ως αχρεωστήτως καταβληθείσες από πλευράς των επιταγών που ισχύουν όσον αφορά την καλή μεταχείριση των ζώων. Η διάταξη αυτή συνιστά, συνεπώς, τη νομική βάση των αποφάσεων που λαμβάνουν οι αρμόδιες εθνικές αρχές προκειμένου να ζητήσουν από τους δικαιούχους να αποδώσουν τις επιστροφές κατά την εξαγωγή που εισέπραξαν παρανόμως, όταν αποδεικνύεται, μετά την καταβολή των επιστροφών αυτών, ότι δεν τηρήθηκε η σχετική με την προστασία των ζώων κατά τη μεταφορά κοινοτική νομοθεσία.
39. Ακριβώς βάσει του άρθρου 5, παράγραφος 7, του κανονισμού 615/98 και λαμβάνοντας υπόψη την προϋπόθεση για τη χορήγηση επιστροφής την οποία προβλέπουν τα άρθρα 33, παράγραφος 9, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1254/1999 και 1 του κανονισμού 615/98, το Productschap εξέδωσε τις αποφάσεις που αποτελούν το αντικείμενο της προσφυγής στην κύρια δίκη. Συνεπώς, τα ερωτήματα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να εκληφθούν ως αφορώντα κυρίως την ερμηνεία των διατάξεων αυτών. Βάσει της ερμηνείας που θα δώσει το Δικαστήριο, το αιτούν δικαστήριο θα είναι σε θέση να κρίνει κατά πόσον οι προσβαλλόμενες αποφάσεις είναι σύμφωνες με το κοινοτικό δίκαιο.
Επί του πρώτου ερωτήματος
40. Με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν το άρθρο 33, παράγραφος 9, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1254/1999 καθώς και τα άρθρα 1 και 5, παράγραφος 7, του κανονισμού 615/98 έχουν την έννοια ότι η αρμόδια επί των επιστροφών κατά την εξαγωγή εθνική αρχή έχει εξουσία να κρίνει ότι μια μεταφορά ζώων δεν πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις της οδηγίας 91/628, παρά το ότι, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 615/98, ο επίσημος κτηνίατρος είχε προηγουμένως πιστοποιήσει ότι η μεταφορά αυτή ήταν σύμφωνη με τις διατάξεις της οδηγίας 91/628. Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης, το δικαστήριο αυτό ζητεί επίσης από το Δικαστήριο να διευκρινίσει τα όρια αυτής της αρμοδιότητας.
41. Όπως η Ολλανδική και η Ελληνική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, φρονώ ότι στο πρώτο σκέλος του ερωτήματος αυτού προσήκει καταφατική απάντηση, και τούτο για τους ακόλουθους λόγους.
42. Πρέπει, καταρχάς, να υπομνησθεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 33, παράγραφος 9, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1254/1999 και το άρθρο 1 του κανονισμού 615/98, η τήρηση των κοινοτικών διατάξεων όσον αφορά την καλή μεταχείριση των ζωντανών βοοειδών κατά τη μεταφορά, ειδικότερα δε των διατάξεων της οδηγίας 91/628, αποτελεί προϋπόθεση για τη χορήγηση των επιστροφών κατά την εξαγωγή ζώντων ζώων.
43. Σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 615/98, η πιστοποίηση που παρέσχε ο επίσημος κτηνίατρος στο σημείο εξόδου των ζώων από το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας συνιστά, μαζί, ενδεχομένως, με την έκθεση ελέγχου που περιέχει τις διαπιστώσεις της αρμόδιας αρχής ελέγχου της τρίτης χώρας του τελικού προορισμού κατά την άφιξη των ζώων, την απόδειξη της τήρησης αυτής της προϋπόθεσης χορήγησης της επιστροφής και πρέπει, ως τοιαύτη, να συμπληρώνει την αίτηση πληρωμής της επιστροφής κατά την εξαγωγή.
44. Η προσκόμιση της απόδειξης αυτής είναι μεν απαραίτητη για την πληρωμή της επιστροφής, δεν πρόκειται, ωστόσο, για απόλυτη εγγύηση του δικαιώματος στην πληρωμή της επιστροφής, όπως μαρτυρεί ρητώς το γράμμα του άρθρου 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 615/98. Υπενθυμίζω ότι, κατά τη διάταξη αυτή, δεν πληρώνεται η επιστροφή κατά την εξαγωγή για τα ζώα για τα οποία η αρμόδια αρχή θεωρεί, έχοντας υπόψη τα έγγραφα που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του εν λόγω άρθρου, τις εκθέσεις ελέγχου που αναφέρονται στο άρθρο 4 του κανονισμού αυτού ή/και οποιοδήποτε άλλο στοιχείο το οποίο διαθέτει σχετικά με την τήρηση των διατάξεων του άρθρου 1 του ίδιου κανονισμού, ότι η οδηγία 91/628 δεν τηρήθηκε όσον αφορά την προστασία των ζώων κατά τη μεταφορά.
45. Η εν λόγω διάταξη παρέχει στους οργανισμούς πληρωμής ευρεία δυνατότητα να στηριχθούν σε οποιοδήποτε στοιχείο που επηρεάζει την καλή μεταχείριση των ζώων (13) και αποδεικνύει ότι δεν τηρήθηκε η οδηγία 91/628, προκειμένου να αιτιολογήσουν άρνηση πληρωμής της ζητηθείσας επιστροφής κατά την εξαγωγή. Συνεπώς, η πιστοποίηση εκ μέρους του επίσημου κτηνίατρου στο σημείο εξόδου των ζώων από το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας είναι αναγκαστικά σχετική, υπό την έννοια ότι μπορεί να αντικρουσθεί, πριν από την πληρωμή, βάσει άλλων αποδεικτικών στοιχείων.
46. Πρόσφατα το Δικαστήριο επιβεβαίωσε και διευκρίνισε την ανάλυση αυτή με την προμνησθείσα απόφαση Viamex Agrar Handel. Έκρινε, μεταξύ άλλων, ότι η προσκόμιση των εγγράφων που προβλέπονται, αντιστοίχως, από τα άρθρα 2, παράγραφος 3, και 3, παράγραφος 2, του κανονισμού 615/98, «δεν αποτελεί αμάχητο τεκμήριο της τηρήσεως του άρθρου 1 του κανονισμού αυτού ούτε της οδηγίας 91/628. Συγκεκριμένα, τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία είναι προφανώς επαρκή μόνον καθόσον η αρμόδια αρχή δεν διαθέτει στοιχεία βάσει των οποίων μπορεί να κρίνει ότι δεν τηρήθηκε η οδηγία» (14). Από τις ανωτέρω σκέψεις, το Δικαστήριο συνήγαγε ότι «παρά τα προσκομισθέντα από τον εξαγωγέα έγγραφα σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 615/98, η αρμόδια αρχή μπορεί να κρίνει ότι δεν τηρήθηκε η οδηγία 91/628, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 5, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού» (15).
47. Με την ίδια απόφαση, το Δικαστήριο διευκρίνισε επίσης ότι «το άρθρο 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 615/98 δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η αρμόδια αρχή δύναται να αμφισβητεί αυθαιρέτως τα αποδεικτικά στοιχεία που επισυνάπτει ο εξαγωγέας στην αίτησή του περί επιστροφής κατά την εξαγωγή» (16). Για τον λόγο αυτό, προέβη στην οριοθέτηση του περιθωρίου εκτίμησης το οποίο διαθέτει η αρμόδια αρχή όσον αφορά τη φύση και την αποδεικτική ισχύ των στοιχείων που μπορούν να ληφθούν υπόψη.
48. Έτσι, κατά το Δικαστήριο, όσον αφορά τη φύση των στοιχείων αυτών, «η αρμόδια αρχή μπορεί να θεωρήσει ότι η οδηγία 91/628 δεν έχει τηρηθεί λαμβάνοντας υπόψη μόνον τα έγγραφα περί της υγείας των ζώων του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 615/98, τις εκθέσεις των ελέγχων του άρθρου 4 του κανονισμού αυτού ή/και οποιοδήποτε άλλο στοιχείο, που θίγει τη διαβίωση των ζώων, το οποίο διαθέτει σχετικά με την τήρηση των διατάξεων του άρθρου 1 του εν λόγω κανονισμού» (17).
49. Εξάλλου, όσον αφορά την αποδεικτική ισχύ των στοιχείων που μπορούν να ληφθούν υπόψη, το Δικαστήριο θεωρεί ότι «απόκειται στην αρμόδια αρχή, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 615/98, να στηριχθεί σε αντικειμενικά και συγκεκριμένα στοιχεία σχετικά με την καλή διαβίωση των ζώων, δυνάμενα να αποδείξουν ότι βάσει των εγγράφων που επισυνάπτει ο εξαγωγέας στην αίτησή του περί επιστροφής κατά την εξαγωγή δεν αποδεικνύεται η τήρηση των διατάξεων της οδηγίας 91/628 κατά τη μεταφορά, επιβάλλοντας, ενδεχομένως, στον εξαγωγέα να αποδείξει για ποιoν λόγο δεν είναι λυσιτελή τα αποδεικτικά στοιχεία βάσει των οποίων η αρμόδια αρχή έκρινε ότι δεν τηρήθηκε ο κανονισμός 615/98 και η οδηγία 91/628» (18). Η αρμόδια αρχή υποχρεούται επίσης «να αιτιολογήσει την απόφασή της παραθέτοντας τους λόγους για τους οποίους έκρινε ότι βάσει των προσκομισθέντων από τον εξαγωγέα αποδεικτικών στοιχείων δεν δύναται να συναχθεί ότι τηρήθηκαν οι διατάξεις της οδηγίας 91/628» (19).
50. Τελικά, το περιθώριο εκτίμησης της αρμόδιας αρχής όσον αφορά την ύπαρξη και το βάσιμο του δικαιώματος στην πληρωμή της επιστροφής κατά την εξαγωγή παραμένει ευρύ, υπό τον όρο ότι η αρχή αυτή στηρίζεται σε αντικειμενικά στοιχεία επηρεάζοντα την καλή μεταχείριση των ζώων και αιτιολογεί επαρκώς την απόφασή της να μην καταβάλει αυτή την επιστροφή.
51. Η ίδια συλλογιστική ισχύει, κατά τη γνώμη μου, και όταν η αρμόδια αρχή διαθέτει, όχι μόνον πριν από την πληρωμή της επιστροφής κατά την εξαγωγή, αλλά και μετά την πληρωμή της, στοιχεία αποδεικνύοντα ότι δεν τηρήθηκε η οδηγία 91/628.
52. Το αντίθετο θα αναιρούσε την πρακτική αποτελεσματικότητα του άρθρου 5, παράγραφος 7, του κανονισμού 615/98. Όπως ανέφερα προηγουμένως, το άρθρο αυτό συνιστά όντως τη νομική βάση των αιτήσεων απόδοσης των επιστροφών κατά την εξαγωγή οι οποίες καταβλήθηκαν αχρεωστήτως, όταν αποδεικνύεται, μετά την καταβολή των επιστροφών αυτών, ότι δεν τηρήθηκε η σχετική με την προστασία των ζώων κατά τη μεταφορά κοινοτική νομοθεσία. Όλα τα αντικειμενικά στοιχεία που αφορούν την καλή μεταχείριση των ζώων και τα οποία συλλέγονται επ’ ευκαιρία εκ των υστέρων ελέγχων μπορούν, κατά τη γνώμη μου, να συμβάλουν στην αιτιολόγηση της εκτίμησης του οργανισμού πληρωμής ότι μια αρχικώς χορηγηθείσα επιστροφή κατά την εξαγωγή καταβλήθηκε αχρεωστήτως.
53. Προσθέτω ότι μια ερμηνεία που θα προσέδιδε αποδεικτική αξία μη δυνάμενη να αμφισβητηθεί στην πιστοποίηση που χορηγεί ο επίσημος κτηνίατρος θα ήταν ασυμβίβαστη με την ίδια την ύπαρξη των εκ των υστέρων ελέγχων, όπως αυτοί οργανώνονται από τον κανονισμό 4045/89, και θα έθιγε την αποτελεσματικότητα των ελέγχων αυτών.
54. Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, σκοπός του κανονισμού είναι η οργάνωση του ελέγχου της πραγματικότητας και της κανονικότητας των πράξεων που αποτελούν αμέσως ή εμμέσως μέρος του συστήματος χρηματοδότησης από το ΕΓΤΠΕ (Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων), τμήμα Εγγυήσεων, βάσει των εμπορικών εγγράφων των δικαιούχων των ενισχύσεων. Αυτά τα έγγραφα, τα οποία ορίζονται εκτενώς στο άρθρο 1, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού (20), μπορούν, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της υπόθεσης της κύριας δίκης, να αντιφάσκουν προς την πιστοποίηση του επίσημου κτηνίατρου και να συνεπάγονται την απόδοση της επιστροφής κατά την εξαγωγή η οποία εκ των υστέρων διαπιστώνεται ότι καταβλήθηκε αχρεωστήτως.
55. Γι’ αυτό θεωρώ ότι στο αιτούν δικαστήριο πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 33, παράγραφος 9, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1254/1999 καθώς και τα άρθρα 1 και 5, παράγραφος 7, του κανονισμού 615/98 έχουν την έννοια ότι η αρμόδια για την πληρωμή των επιστροφών κατά την εξαγωγή εθνική αρχή έχει την εξουσία να κρίνει ότι μια μεταφορά ζώων δεν πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις της οδηγίας 91/628, έστω και αν ο επίσημος κτηνίατρος είχε προηγουμένως πιστοποιήσει, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 615/98, ότι η μεταφορά αυτή ήταν σύμφωνη με τις διατάξεις της οδηγίας 91/628. Για να καταλήξει στο συμπέρασμα αυτό, η αρμόδια εθνική αρχή πρέπει να στηριχθεί σε αντικειμενικά στοιχεία επηρεάζοντα την καλή μεταχείριση των ζώων, ικανά να θέσουν υπό αμφισβήτηση τα έγγραφα που προσκομίζει ο εξαγωγέας, και οφείλει να αιτιολογήσει επαρκώς την απόφασή της να ζητήσει την απόδοση της επιστροφής κατά την εξαγωγή.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
56. Με το δεύτερο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, από το Δικαστήριο να αποφανθεί αν το άρθρο 33, παράγραφος 9, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1254/1999 καθώς και τα άρθρα 1 και 5, παράγραφος 7, του κανονισμού 615/98 έχουν την έννοια ότι η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εξαγωγής οφείλει, προκειμένου να αποδείξει ότι δεν τηρήθηκαν οι σχετικές με την καλή μεταχείριση των ζώων κατά τη μεταφορά κοινοτικές διατάξεις, να λάβει υπόψη τους κανόνες που ισχύουν στο κράτος μέλος αυτό ή αν πρέπει να λάβει υπόψη της τους κανόνες που ισχύουν στο κράτος μέλος της σημαίας του πλοίου με το οποίο μεταφέρθηκαν τα ζώα.
57. Για την κατανόηση του λόγου υποβολής και του περιεχομένου αυτού του ερωτήματος, υπενθυμίζω ότι, προς στήριξη της προσφυγής τους ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης υποστηρίζουν ότι ο όρος που προκύπτει από την ιρλανδική νομοθεσία, και σύμφωνα με τον οποίο το πλοίο μπορούσε να μεταφέρει ζώα μόνο σε χώρο εμβαδού 986 m2, δεν είχε εφαρμογή σε μεταφορά πραγματοποιούμενη από τις Κάτω Χώρες προς το Μαρόκο. Οι διάδικοι αυτοί φαίνεται, συνεπώς, να θεωρούν ότι, υπό περιστάσεις όπως αυτές της διαφοράς της κύριας δίκης, μόνον οι λιγότερο αυστηροί κανόνες που ισχύουν στις Κάτω Χώρες μπορούσαν να ληφθούν υπόψη προς καθορισμό της επιφάνειας του πλοίου που ήταν διαθέσιμη για τη μεταφορά ζώων.
58. Στο μέτρο που αυτή ακριβώς η επιφάνεια χρησιμεύει ως στοιχείο αναφοράς για την εξακρίβωση της τήρησης των κοινοτικών επιταγών όσον αφορά την πυκνότητα φόρτωσης, τις οποίες προβλέπει το κεφάλαιο VI, σημείο 47, B, του παραρτήματος της οδηγίας 91/628, είναι σημαντικό να κριθεί αν, στην περίπτωση μεταφοράς ζώων με αφετηρία τις Κάτω Χώρες, με υπό ιρλανδική σημαία πλοίο, η λήψη υπόψη, εκ μέρους της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους εξαγωγής, άδειας χορηγηθείσας βάσει των ιρλανδικών κανόνων για τον καθορισμό της διαθέσιμης για τη μεταφορά ζώων επιφάνειας ενός πλοίου, είναι σύμφωνη προς το κοινοτικό δίκαιο.
59. Είμαι της γνώμης ότι αυτό ακριβώς ισχύει.
60. Υπενθυμίζω, καταρχάς, ότι, δυνάμει του άρθρου 5, A, σημείο 1, στοιχείο α΄, ii, της οδηγίας 91/628, τα κράτη μέλη οφείλουν να μεριμνούν ώστε κάθε εξαγωγέας να έχει λάβει άδεια ισχύουσα για κάθε μεταφορά σπονδυλωτών ζώων εντός της Κοινότητας, χορηγηθείσα από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εγκατάστασης.
61. Όσον αφορά, ειδικά, τα μέσα μεταφοράς, το άρθρο 5, A, σημείο 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας αυτής επιβάλλει γενικά στα κράτη μέλη να μεριμνούν ώστε κάθε μεταφορέας να χρησιμοποιεί για τη μεταφορά των ζώων μεταφορικά μέσα ικανά να εξασφαλίζουν την τήρηση των κοινοτικών επιταγών σχετικά με την καλή μεταχείριση των ζώων κατά τη μεταφορά.
62. Για τον έλεγχο της τήρησης της υποχρέωσης αυτής στο πλαίσιο του καθεστώτος των επιστροφών κατά την εξαγωγή, το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 615/98 προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι επίσημος κτηνίατρος του σημείου εξόδου των ζώων οφείλει να εξακριβώσει και να πιστοποιήσει ότι το μέσο μεταφοράς με το οποίο τα ζώα θα εγκαταλείψουν το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας είναι σύμφωνο με τις διατάξεις της οδηγίας 91/628.
63. Πρέπει, περαιτέρω, να αναφερθεί ότι, προς εξασφάλιση της ομοιόμορφης εφαρμογής των προϋποθέσεων χορήγησης των επιστροφών κατά την εξαγωγή, ο κοινοτικός νομοθέτης εξάρτησε την πληρωμή των επιστροφών αυτών από την τήρηση των κοινοτικών διατάξεων όσον αφορά την καλή μεταχείριση των ζώων κατά τη μεταφορά και όχι από την τήρηση εθνικών κανόνων που ενδέχεται να ποικίλλουν αναλόγως του κράτους μέλους.
64. Ειδικότερα, όσον αφορά τη διαφορά της κύριας δίκης, το δικαίωμα σε επιστροφή κατά την εξαγωγή εξαρτάται από την τήρηση των σχετικών με την πυκνότητα φόρτωσης κοινοτικών επιταγών που προβλέπονται στο κεφάλαιο VI, σημείο 47, B, του παραρτήματος της οδηγίας 91/628. Υπενθυμίζω ότι οι επιταγές αυτές εκφράζονται, για κάθε είδος μεταφοράς και αναλόγως του βάρους του ζώου, σε τετραγωνικά μέτρα ανά ζώο.
65. Για να εξακριβωθεί σε μια συγκεκριμένη περίπτωση η τήρηση των εν λόγω επιταγών, είναι αναγκαίο να ληφθεί ως βάση η επιφάνεια του πλοίου που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη μεταφορά ζώων. Όμως, η οδηγία 91/628 δεν περιέχει κανόνες που να καθιστούν δυνατό να υπολογιστεί με ακρίβεια η επιφάνεια αυτή. Εναπόκειται, κατά συνέπεια, στα κράτη μέλη να θεσπίσουν τους κανόνες που θα επιτρέπουν να καθοριστεί, για ένα συγκεκριμένο πλοίο, η διαθέσιμη επιφάνεια για τη μεταφορά των ζώων. Κατ’ εφαρμογή τέτοιων κανόνων χορήγησε η αρμόδια αρχή της Ιρλανδίας άδεια στο επίμαχο στη διαφορά της κύριας δίκης πλοίο, για χώρο εμβαδού 986 m2.
66. Στο μέτρο που ένα πλοίο που έχει λάβει άδεια στο κράτος μέλος του οποίου φέρει τη σημαία καλείται, όπως στη διαφορά της κύριας δίκης, να μεταφέρει ζώα με αφετηρία άλλο κράτος μέλος, πρέπει το τελευταίο αυτό κράτος να αναγνωρίζει την άδεια αυτή. Πράγματι, σε μια τέτοια κατάσταση, μόνο με την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης μπορεί, για το ίδιο πλοίο, η διαθέσιμη επιφάνεια για τη μεταφορά ζώων, η οποία πρέπει να λαμβάνεται υπόψη προς εξακρίβωση της τήρησης των κοινοτικών επιταγών όσον αφορά την πυκνότητα φόρτωσης, να μη διαφέρει αναλόγως του κράτους μέλους αναχώρησης. Μια τέτοια εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης μπορεί, συνεπώς, να εξασφαλίσει ότι, για τη μεταφορά ζώων με το ίδιο πλοίο, το δικαίωμα σε επιστροφή κατά την εξαγωγή θα καθορίζεται ομοιόμορφα ανεξαρτήτως του κράτους μέλους από το οποίο αναχωρεί το πλοίο.
67. Προτείνω, συνεπώς, στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι το άρθρο 33, παράγραφος 9, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1254/1999 καθώς και τα άρθρα 1 και 5, παράγραφος 7, του κανονισμού 615/98 έχουν την έννοια ότι η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εξαγωγής οφείλει, προκειμένου να αποδείξει ότι δεν τηρήθηκαν οι κοινοτικοί κανόνες όσον αφορά την πυκνότητα φόρτωσης, τους οποίους προβλέπει το κεφάλαιο VI, σημείο 47, B, της οδηγίας 91/628, να λάβει υπόψη του τους κανόνες που ισχύουν στο κράτος μέλος της σημαίας του πλοίου που μετέφερε τα ζώα, οι οποίοι επιτρέπουν να καθοριστεί η επιφάνεια του πλοίου αυτού που διατίθεται για τη μεταφορά ζώων, αναγνωρίζοντας την άδεια που χορήγησε στο πλοίο αυτό η αρμόδια αρχή του τελευταίου αυτού κράτους μέλους.
68. Προτού εξεταστεί το τρίτο ερώτημα, το οποίο, όπως και το πέμπτο ερώτημα, παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον όσον αφορά τη ζήτημα της αυτεπάγγελτης εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, θεωρώ απαραίτητο να δοθεί απάντηση στο τέταρτο ερώτημα.
Επί του τετάρτου ερωτήματος
69. Από τις απαντήσεις που πρότεινα στο Δικαστήριο για τα δύο πρώτα ερωτήματα προκύπτει ότι καλώς, κατά τη γνώμη μου, το Productschap έλαβε υπόψη του, στις αποφάσεις που αποτελούν το αντικείμενο της προσφυγής της κύριας δίκης, αντικειμενικά στοιχεία προκύπτοντα από εκ των υστέρων ελέγχους και τα οποία αντιφάσκουν προς την πιστοποίηση του επίσημου κτηνιάτρου και καταδεικνύουν πρόδηλη υπερφόρτωση του πλοίου λαμβανομένων υπόψη των σχετικών με την πυκνότητα φόρτωσης κοινοτικών επιταγών. Ορθώς, επίσης, έλαβε ως στοιχείο αναφοράς την εγκριθείσα επιφάνεια των 986 m2 για να εξακριβώσει συγκεκριμένα την τήρηση των επιταγών αυτών.
70. Υπενθυμίζω ότι το Productschap, αντίθετα προς τις πρώτες αποφάσεις του της 26ης Μαρτίου 2004 με τις οποίες ζητούσε από τις προσφεύγουσες της κύριας δίκης να αποδώσουν το συνολικό ποσό της επιστροφής κατά την εξαγωγή που τους είχε χορηγηθεί, αποφάσισε, μετά από ένσταση των τελευταίων, να μειώσει το ύψος του προς απόδοση ποσού. Πράγματι, το Productshap έκρινε ότι μόνο τα υπεράριθμα βοοειδή σε σχέση με τον επιτρεπόμενο αριθμό για τα εγκεκριμένα 986 m2 είχαν μεταφερθεί κατά παράβαση των κανόνων της οδηγίας 91/628 και, κατά συνέπεια, ζήτησε από καθεμία από τις προσφεύγουσες της κύριας δίκης να αποδώσει την επιστροφή κατά την εξαγωγή για 29 μόνο ζώα.
71. Στην απόφασή του περί παραπομπής, το College van Beroep voor het bedrijfsleven εκφράζει τις αμφιβολίες του ως προς τον τρόπο που καθορίστηκαν τα δικαιώματα των προσφευγουσών επί επιστροφών κατά την εξαγωγή. Κατά το αιτούν δικαστήριο, θα έπρεπε μάλλον να θεωρηθεί ότι η διαπιστωθείσα υπερφόρτωση συνεπαγόταν παράβαση των κανόνων καλής μεταχείρισης για το σύνολο των μεταφερθέντων ζώων, καθόσον η υπερφόρτωση αυτή επηρέασε και τις 640 έγκυες δαμαλίδες και όχι μόνον τις 62 στις οποίες το Productschap αναφέρεται με τις προσβαλλόμενες αποφάσεις. Θεωρεί, κατά συνέπεια, ότι έπρεπε να ζητηθεί η απόδοση ολόκληρης της καταβληθείσας επιστροφής.
72. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο το College van Beroep voor het bedrijfsleven ζητεί, κατ’ ουσίαν, από το Δικαστήριο να αποφανθεί αν το άρθρο 33, παράγραφος 9, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1254/1999 καθώς και τα άρθρα 1 και 5, παράγραφος 7, του κανονισμού 615/98 έχουν την έννοια ότι, όταν αποδεικνύεται ότι οι σχετικοί με την πυκνότητα φόρτωσης κοινοτικοί κανόνες, τους οποίους προβλέπει το κεφάλαιο VI, σημείο 47, B, της οδηγίας 91/628, δεν έχουν τηρηθεί, η επιστροφή κατά την εξαγωγή πρέπει να θεωρείται ως αχρεωστήτως καταβληθείσα για το σύνολο των μεταφερθέντων ζώων ή αν οι εν λόγω διατάξεις έχουν την έννοια ότι η επιστροφή κατά την εξαγωγή πρέπει να θεωρείται ως αχρεωστήτως καταβληθείσα μόνο για τα υπεράριθμα ζώα.
73. Φρονώ ότι, σε περίπτωση παράβασης αυτών των κανόνων, η επιστροφή κατά την εξαγωγή πρέπει, καταρχήν, να θεωρείται ως αχρεωστήτως καταβληθείσα για το σύνολο των μεταφερθέντων ζώων.
74. Όπως ορθώς παρατηρούν η Ελληνική και η Ουγγρική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή, αν το σύνολο της επιφάνειας ενός πλοίου η οποία διατίθεται για τη μεταφορά ζώων, διαιρούμενο διά του αριθμού των όντως μεταφερθέντων ζώων, δεν είναι σύμφωνη προς την επιφάνεια ανά ζώο την οποία προβλέπει το κεφάλαιο VI, σημείο 47, B, του παραρτήματος της οδηγίας 91/628, φαίνεται εύλογο να συναχθεί ότι οι σχετικοί με την πυκνότητα φόρτωσης κοινοτικοί κανόνες δεν τηρήθηκαν για κανένα από τα μεταφερθέντα ζώα. Πράγματι, σε μια τέτοια κατάσταση, ο διαθέσιμος χώρος για κάθε ζώο μειώνεται λόγω του ότι ο αριθμός των ζώων επί του πλοίου υπερβαίνει τον επιτρεπόμενο βάσει των κανόνων αυτών αριθμό. Ειδικότερα, όπως αναφέρει η Ελληνική Κυβέρνηση, η υπερφόρτωση ενός πλοίου συνεπάγεται περιορισμό των φυσικών κινήσεων των ζώων, τη μείωση του απαιτουμένου χώρου για την ανάπαυσή τους, αύξηση του κινδύνου τραυματισμού τους και ταλαιπωρία κατά τη μεταφορά για το σύνολο των μεταφερομένων ζώων και όχι μόνο για τα υπεράριθμα ζώα.
75. Στην περίπτωση αυτή, όπως εξάλλου σε περίπτωση που διαπιστωθεί, π.χ., παράβαση των κοινοτικών επιταγών όσον αφορά τη διάρκεια του ταξιδιού και τον χρόνο ανάπαυσης, θεωρώ ότι το «σχετικό μέρος της επιστροφής» το οποίο, κατά το άρθρο 5, παράγραφος 7, του κανονισμού 615/98, θεωρείται ότι καταβλήθηκε αχρεωστήτως και πρέπει να ανακτηθεί, συνίσταται, καταρχήν, στο συνολικό ποσό της αρχικώς καταβληθείσας επιστροφής κατά την εξαγωγή.
76. Ωστόσο, όπως προσφυώς παρατηρούν η Ολλανδική και η Ουγγρική Κυβέρνηση, η λύση αυτή δεν πρέπει να εφαρμόζεται με απόλυτο τρόπο οσάκις αποδεικνύεται ότι, λόγω της διαμόρφωσης του πλοίου, ορισμένα ζώα είχαν στη διάθεσή τους κατά τη διάρκεια της μεταφοράς χώρο ανταποκρινόμενο στις επιταγές του κεφαλαίου VI, σημείο 47, B, του παραρτήματος της οδηγίας 91/628. Αυτό θα συνέβαινε, π.χ., αν ορισμένα ζώα είχαν φορτωθεί σε διαμερίσματα του πλοίου ανταποκρινόμενα στις προδιαγραφές αυτές.
77. Βάσει των στοιχείων αυτών, προτείνω, συνεπώς, στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι το άρθρο 33, παράγραφος 9, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1254/1999 καθώς και τα άρθρα 1 και 5, παράγραφος 7, του κανονισμού 615/98 έχουν την έννοια ότι, όταν αποδεικνύεται ότι οι σχετικοί με την πυκνότητα φόρτωσης κοινοτικοί κανόνες, τους οποίους προβλέπει το κεφάλαιο VI, σημείο 47, B, της οδηγίας 91/628, δεν έχουν τηρηθεί, η επιστροφή κατά την εξαγωγή πρέπει, καταρχήν, να θεωρείται ως αχρεωστήτως καταβληθείσα ως προς το σύνολο των μεταφερθέντων ζώων, εκτός αν ο δικαιούχος αποδείξει ότι, λόγω της διαμόρφωσης του πλοίου, ορισμένα ζώα είχαν στη διάθεσή τους κατά τη διάρκεια της μεταφοράς χώρο ανταποκρινόμενο στις επιταγές αυτές.
78. Όπως ανέφερα προηγουμένως, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι το College van Beroep voor het bedrijfsleven φαίνεται να θεωρεί, βάσει των στοιχείων της δικογραφίας, ότι, στην υπόθεση της κύριας δίκης, σημειώθηκε παράβαση των σχετικών με την πυκνότητα φόρτωσης κοινοτικών κανόνων ως προς όλα τα μεταφερθέντα ζώα. Επομένως, η αρμόδια εθνική αρχή όφειλε, κατά το αιτούν δικαστήριο, να ζητήσει από τις προσφεύγουσες της κύριας δίκης να αποδώσουν το σύνολο του ποσού της αρχικώς καταβληθείσας επιστροφής κατά την εξαγωγή. Αυτή ήταν, εξάλλου, η θέση την οποία υιοθέτησε αρχικά η αρχή αυτή με τις πρώτες αποφάσεις της της 26ης Μαρτίου 2004.
79. Το αιτούν δικαστήριο αναφέρει, ωστόσο, ότι αμφιβάλλει ως προς το αν έχει αρμοδιότητα να ακυρώσει με την αιτιολογία αυτή τις αποφάσεις που αποτελούν το αντικείμενο της προσφυγής στην κύρια δίκη.
80. Συγκεκριμένα, το αιτούν δικαστήριο τονίζει ότι το άρθρο 8:69 του γενικού νόμου περί διοικητικής δικονομίας συνεπάγεται την εκ μέρους του εθνικού δικαστηρίου εκτίμηση των επιμάχων ζητημάτων που του έχουν υποβληθεί, πράγμα που του απαγορεύει, καταρχήν, να λαμβάνει υπόψη επιχειρήματα που βαίνουν πέραν των ορίων της διαφοράς όπως αυτή έχει οριοθετηθεί από τους διαδίκους. Για τον λόγο αυτόν, υποβάλλει στο Δικαστήριο το τρίτο ερώτημα που αφορά την αυτεπάγγελτη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου.
81. Το αιτούν δικαστήριο εξηγεί, εξάλλου, ότι αντιμετωπίζει και ένα άλλο εμπόδιο που ανακύπτει βάσει του ολλανδικού διοικητικού δικονομικού δικαίου. Πρόκειται για την αρχή της απαγόρευσης της reformatio in pejus. Δυνάμει της αρχής αυτής, ο ασκών προσφυγή δεν επιτρέπεται να περιέλθει, με την άσκηση της προσφυγής του, σε δυσμενέστερη θέση από εκείνη στην οποία θα βρισκόταν αν δεν είχε ασκήσει την προσφυγή (21).
82. Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο παρατηρεί ότι οι συνέπειες που θα μπορούσε να αντλήσει από τη διαπίστωση ότι το Productschap κακώς περιόρισε το ποσό της επιστροφής το οποίο ζητήθηκε από τις προσφεύγουσες της κύριας δίκης θα τις περιήγαν σε θέση δυσμενέστερη από εκείνη στην οποία βρίσκονταν όταν άσκησαν την προσφυγή τους κατά των αποφάσεων της 2ας και της 25ης Αυγούστου 2005. Συγκεκριμένα, οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης θα έχαναν και το μέρος της επιστροφής το οποίο το Productschap δεν τους ζήτησε να αποδώσουν με τις αποφάσεις αυτές.
83. Το αιτούν δικαστήριο επιθυμεί, κατά συνέπεια, να πληροφορηθεί αν, υπό περιστάσεις όπως αυτές της διαφοράς της κύριας δίκης, η αποτελεσματική εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου τού επιβάλλει να αποκλίνει από έναν τέτοιο εθνικό δικονομικό κανόνα. Αυτό είναι το αντικείμενο του πέμπτου ερωτήματος.
84. Στη συνέχεια της ανάλυσής μου, θα εξετάσω μαζί το τρίτο και το πέμπτο ερώτημα.
Επί του τρίτου και του πέμπτου ερωτήματος
85. Με το τρίτο και το πέμπτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, το Δικαστήριο αν το κοινοτικό δίκαιο επιβάλλει στο εθνικό δικαστήριο, υπό περιστάσεις όπως αυτές της διαφοράς της κύριας δίκης, να προβαίνει αυτεπαγγέλτως στον έλεγχο της νομιμότητας μιας εθνικής διοικητικής πράξης βάσει ισχυρισμών αντλουμένων από το άρθρο 33, παράγραφος 9, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1254/1999 καθώς και τα άρθρα 1 και 5, παράγραφος 7, του κανονισμού 615/98, ακόμα και όταν ο έλεγχος αυτός καταλήγει να περιάγει τον προσφεύγοντα της κύριας δίκης σε δυσμενέστερη θέση από εκείνη στην οποία θα βρισκόταν αν δεν είχε ασκήσει την προσφυγή.
86. Η Ολλανδική και η Ελληνική Κυβέρνηση, όπως και η Επιτροπή, φρονούν ότι στο ερώτημα αυτό προσήκει αρνητική απάντηση. Η Ουγγρική Κυβέρνηση διατυπώνει μια λιγότερο απόλυτη θέση, στο μέτρο που δηλώνει μεν, καταρχάς, ότι αντιμετωπίζει ευνοϊκά την αυτεπάγγελτη εξέταση των κρισίμων κοινοτικών διατάξεων από το εθνικό δικαστήριο, θεωρεί όμως, δεύτερον, ότι η αποτελεσματική εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου δεν συνεπάγεται την παρέκκλιση, μέσω της εξέτασης αυτής, από την αρχή που ισχύει στο ολλανδικό διοικητικό δικονομικό δίκαιο, σύμφωνα με την οποία ο ασκών προσφυγή δεν μπορεί να περιέλθει σε χειρότερη θέση από εκείνη στην οποία θα βρισκόταν αν δεν είχε ασκήσει την προσφυγή.
87. Δηλώνω ευθύς εξαρχής ότι, κατά τη γνώμη μου, το Δικαστήριο πρέπει να δώσει καταφατική απάντηση στο ερώτημα αυτό.
88. Ελέχθη ήδη ότι η εθνική δικονομική διάταξη που περιορίζει την έκταση του ελέγχου της νομιμότητας στον οποίο μπορεί να προβεί το αιτούν δικαστήριο είναι το άρθρο 8:69 του γενικού νόμου περί διοικητικής δικονομίας.
89. Στο μέτρο που την ίδια αυτή διάταξη αφορούσε και η υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 7ης Ιουνίου 2007, van der Weerd κ.λπ. (22), και εφόσον η απόφαση αυτή περιέχει ανακεφαλαίωση της νομολογίας σχετικά με την αυτεπάγγελτη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου από το εθνικό δικαστήριο, η απόφαση αυτή θα αποτελέσει την αφετηρία της συλλογιστικής μου. Θα αρχίσω, συνεπώς, με την περιγραφή του πλαισίου εντός του οποίου εκδόθηκε η απόφαση αυτή, κατόπιν θα αναφέρω τι αποφάνθηκε το Δικαστήριο και, τέλος, θα εξηγήσω τους λόγους για τους οποίους θεωρώ ότι η απόφαση αυτή δεν προσφέρει ικανοποιητική λύση για την υπό κρίση υπόθεση.
90. Στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προμνησθείσα απόφαση van der Weerd κ.λπ., εκτροφείς ζώων είχαν προσφύγει, στο πλαίσιο των κυρίων δικών, κατά αποφάσεων του διευθυντή της εθνικής υπηρεσίας ελέγχου ζωικού κεφαλαίου και κρεάτων. Σύμφωνα με τις αποφάσεις αυτές, όλα τα δίχηλα ζώα που βρίσκονταν στις εκμεταλλεύσεις τους έπρεπε να θεωρηθούν ύποπτα ως έχοντα μολυνθεί από τον αφθώδη πυρετό, με την αιτιολογία ότι, δεδομένου ότι εντοπίσθηκε κρούσμα αφθώδους πυρετού κοντά στις εκμεταλλεύσεις αυτές, δεν μπορούσε να αποκλεισθεί ότι τα ζώα που βρίσκονταν στις εν λόγω εκμεταλλεύσεις είχαν προσβληθεί από την ασθένεια αυτή. Τα ζώα αυτά έπρεπε, κατά συνέπεια, να εμβολιαστούν και, στη συνέχεια, να σφαγούν.
91. Στο πλαίσιο της προσφυγής που άσκησαν ενώπιον του College van Beroep voor het bedrijfsleven, οι προσφεύγοντες των κυρίων δικών αμφισβήτησαν τη νομιμότητα των αποφάσεων αυτών. Μεταξύ των λόγων που προέβαλαν προς στήριξη της προσφυγής τους δεν περιλαμβάνονταν ορισμένοι λόγοι οι οποίοι, αντιθέτως, είχαν προβληθεί σε συγγενείς υποθέσεις που εκκρεμούσαν ενώπιον του ίδιου αυτού δικαστηρίου (23). Με τους λόγους αυτούς υποστηριζόταν ότι ο διευθυντής της εθνικής υπηρεσίας ελέγχου ζωικού κεφαλαίου και κρεάτων δεν μπορούσε να λάβει μέτρα καταπολέμησης του αφθώδους πυρετού βάσει του αποτελέσματος των εξετάσεων που είχε πραγματοποιήσει το εργαστήριο ID-Lelystad BV, διότι το εργαστήριο αυτό δεν είχε εξουσιοδοτηθεί από την οδηγία 85/511/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Νοεμβρίου 1985, για τη θέσπιση κοινοτικών μέτρων για την καταπολέμηση του αφθώδους πυρετού (24), να πραγματοποιεί τις εξετάσεις αυτές και διότι ο εν λόγω διευθυντής δεν μπορούσε να στηρίξει τα επίδικα μέτρα αποκλειστικά στο περιεχόμενο τηλεομοιοτυπίας που είχε αποσταλεί από το εργαστήριο αυτό.
92. Στην απόφασή του περί παραπομπής, το College van Beroep voor het bedrijfsleven διαπίστωνε ότι οι ισχυρισμοί αυτοί θα μπορούσαν να επηρεάσουν την έκβαση των διαφορών που του είχαν υποβληθεί. Διευκρίνιζε, ωστόσο, ότι, εφόσον οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είχαν προβληθεί ενώπιόν του, οι εθνικοί δικονομικοί κανόνες δεν επέτρεπαν να ληφθούν υπόψη. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι, από το άρθρο 8:69 του γενικού νόμου περί διοικητικής δικονομίας προκύπτει ότι το δικαστήριο αποφαίνεται μόνον επί των κεφαλαίων της ένδικης διαφοράς που υποβάλλονται στην κρίση του. Μολονότι η παράγραφος 2 του άρθρου αυτού ορίζει ότι το δικαστήριο συμπληρώνει αυτεπαγγέλτως τους νομικούς ισχυρισμούς, από τη διάταξη αυτή πρέπει, ωστόσο, να συνάγεται ότι το δικαστήριο προβαίνει στη νομική διατύπωση των αιτιάσεων τις οποίες ο προσφεύγων διατυπώνει κατά της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης. Συνεπώς, η εκτίμηση στην οποία ο δικαστής υποχρεούται να προβεί με δική του πρωτοβουλία επιβάλλεται μόνο σε περίπτωση εφαρμογής των κανόνων δημόσιας τάξης, νοουμένων στο ολλανδικό δίκαιο ως αυτών που αφορούν τις εξουσίες των διοικητικών οργάνων και του δικαστηρίου καθαυτό, καθώς και τις διατάξεις περί παραδεκτού.
93. Βάσει των στοιχείων αυτών, το College van Beroep voor het bedrijfsleven ζήτησε να πληροφορηθεί αν, υπό το πρίσμα του κοινοτικού δικαίου, ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη επιχειρήματα αντλούμενα από το δίκαιο αυτό τα οποία δεν είχαν προβάλει οι προσφεύγοντες των κυρίων δικών. Συγκεκριμένα, ετίθετο το ζήτημα μήπως μια εθνική δικονομική διάταξη, η οποία συνεπάγεται ότι το δικαστήριο δεν μπορεί να εκτιμά τους ισχυρισμούς που βρίσκονται εκτός των ορίων της διαφοράς, καθιστούσε στην πράξη αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που απονέμει η κοινοτική έννομη τάξη.
94. Για να του απαντήσει, το Δικαστήριο ξεκίνησε, κατά τον κλασικό τρόπο, από τη διαπίστωση ότι, «ελλείψει σχετικής κοινοτικής ρυθμίσεως, απόκειται στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους να ορίσει τα αρμόδια δικαστήρια και να θεσπίσει τους δικονομικούς κανόνες ασκήσεως των ενδίκων βοηθημάτων που αποσκοπούν στην κατοχύρωση της προστασίας των δικαιωμάτων τα οποία οι ιδιώτες αντλούν από το κοινοτικό δίκαιο, υπό την προϋπόθεση, αφενός, ότι οι κανόνες αυτοί δεν είναι λιγότερο ευνοϊκοί από εκείνους που αφορούν παρόμοια ένδικα βοηθήματα της εσωτερικής έννομης τάξεως (αρχή της ισοδυναμίας) και, αφετέρου, ότι δεν καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που χορηγεί η κοινοτική έννομη τάξη (αρχή της αποτελεσματικότητας)» (25).
95. Όσον αφορά, πρώτον, την αρχή της ισοδυναμίας, το Δικαστήριο ανέφερε ότι οι επίδικες διατάξεις της οδηγίας 85/511 δεν μπορούσαν να θεωρηθούν ισοδύναμες προς τους εθνικούς κανόνες δημόσιας τάξης κατά το ολλανδικό δίκαιο. Από αυτό συνήγαγε ότι η εφαρμογή της αρχής της ισοδυναμίας δεν συνεπαγόταν υποχρέωση του αιτούντος δικαστηρίου να προβεί αυτεπαγγέλτως σε έλεγχο της νομιμότητας των επιδίκων διοικητικών πράξεων με βάση κριτήρια αντλούμενα από την οδηγία αυτή (26).
96. Το Δικαστήριο υπογράμμισε επίσης ότι, «μολονότι οι διατάξεις αυτές εμπίπτουν στην πολιτική της δημόσιας υγείας, έγινε επίκλησή τους, στις κύριες δίκες, κυρίως για να ληφθούν υπόψη τα ιδιωτικά συμφέροντα των διοικουμένων εις βάρος των οποίων ελήφθησαν μέτρα για την καταπολέμηση του αφθώδους πυρετού» (27).
97. Όσον αφορά, δεύτερον, την αρχή της αποτελεσματικότητας, το Δικαστήριο υπενθύμισε καταρχάς ότι από τη νομολογία του προκύπτει ότι «κάθε περίπτωση στο πλαίσιο της οποίας τίθεται το ζήτημα αν ο εθνικός δικονομικός κανόνας καθιστά αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου πρέπει να αναλύεται λαμβάνοντας υπόψη τη θέση της διατάξεως αυτής στο σύνολο της διαδικασίας, την εξέλιξη και τις ιδιαιτερότητες της διαδικασίας ενώπιον των διαφόρων εθνικών αρχών. Υπό το πρίσμα αυτό, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, ενδεχομένως, οι αρχές που αποτελούν τη βάση του εθνικού δικαιοδοτικού συστήματος, όπως η προστασία των δικαιωμάτων άμυνας, η αρχή της ασφάλειας δικαίου και η εύρυθμη διεξαγωγή της διαδικασίας» (28).
98. Το Δικαστήριο υπενθύμισε, στη συνέχεια, τι είχε αποφανθεί με την απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1995 στην υπόθεση van Schijndel και van Veen (29).
99. Στην απόφαση αυτή, το Δικαστήριο εξέτασε αν συμβιβάζεται με την αρχή της αποτελεσματικότητας μια αρχή του ολλανδικού δικαίου σύμφωνα με την οποία η εξουσία του δικαστηρίου να εξετάζει αυτεπαγγέλτως ισχυρισμούς στο πλαίσιο εθνικής πολιτικής δίκης περιορίζεται από την υποχρέωση του δικαστηρίου αυτού να παραμένει εντός των ορίων του αντικειμένου τις διαφοράς, όπως αυτό έχει οριοθετηθεί από τους διαδίκους, και να στηρίζει την απόφασή του στα πραγματικά περιστατικά που του έχουν εκτεθεί.
100. Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι αυτός ο περιορισμός της εξουσίας του εθνικού δικαστηρίου δικαιολογείται από «την αρχή ότι οι διάδικοι έχουν την πρωτοβουλία της δίκης και ότι ο δικαστής δεν μπορεί να ενεργήσει αυτεπαγγέλτως παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις όπου η παρέμβασή του επιβάλλεται από το δημόσιο συμφέρον» (30). Το Δικαστήριο πρόσθεσε ότι «[η] εν λόγω αρχή αποτελεί έκφραση αντιλήψεων που συμμερίζεται η πλειονότητα των κρατών μελών όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ κράτους και πολίτη, προστατεύει τα δικαιώματα άμυνας και εξασφαλίζει την ομαλή διεξαγωγή της δίκης, ιδίως προλαμβάνοντας καθυστερήσεις συμφυείς με την εκτίμηση των νέων ισχυρισμών» (31).
101. Από τα ανωτέρω το Δικαστήριο συνήγαγε ότι «το κοινοτικό δίκαιο δεν επιβάλλει στα εθνικά δικαστήρια την υποχρέωση να εξετάζουν αυτεπαγγέλτως ισχυρισμό αντλούμενο από την παράβαση κοινοτικών διατάξεων, εφόσον η εξέταση του ισχυρισμού αυτού θα τα υποχρέωνε να εγκαταλείψουν την επιβαλλόμενη ουδετερότητά τους, εξερχόμενα των ορίων της ένδικης διαφοράς, όπως προσδιορίστηκε από τους διαδίκους, και στηριζόμενα σε άλλα γεγονότα και περιστάσεις πέραν εκείνων επί των οποίων στηρίζει το αίτημά του ο διάδικος ο οποίος έχει συμφέρον για την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων» (32).
102. Στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προμνησθείσα απόφαση van der Weerd κ.λπ., το College van Beroep voor het bedrijfsleven τόνισε την ομοιότητα, ως προς το σημείο αυτό, της ακολουθηθείσας διαδικασίας με εκείνη την οποία αφορούσε η προμνησθείσα απόφαση van Schijndel και van Veen. Το Δικαστήριο εφάρμοσε, συνεπώς, τη συλλογιστική που είχε ακολουθήσει στην τελευταία αυτή απόφαση.
103. Προς συμπλήρωση της συλλογιστικής του, το Δικαστήριο εξήγησε επίσης ως προς τι η νομολογία του που προέκυπτε από πλείονες αποφάσεις και απένεμε στο εθνικό δικαστήριο την εξουσία να εφαρμόσει αυτεπαγγέλτως το κοινοτικό δίκαιο δεν είχε εφαρμογή στην συγκεκριμένη περίπτωση. Οι συμπληρωματικές αυτές διευκρινίσεις είναι ενδιαφέρουσες, καθόσον μαρτυρούν ότι η θέση του Δικαστηρίου ως προς το ζήτημα αυτό επιδέχεται προσαρμογές αναλόγως του πλαισίου εντός του οποίου πρόκειται να εφαρμοστεί μια εθνική δικονομική διάταξη.
104. Έτσι, το Δικαστήριο αναφέρθηκε καταρχάς στη νομολογία που συνάγεται από την απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1995 στην υπόθεση Peterbroeck (33), για την οποία σημειώνει ότι «χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερα σε κάθε υπόθεση περιστατικά τα οποία έχουν ως αποτέλεσμα να στερείται ο προσφεύγων της κύριας δίκης τη δυνατότητα να προβάλει λυσιτελώς το ασυμβίβαστο μιας εθνικής διατάξεως προς το κοινοτικό δίκαιο» (34).
105. Περαιτέρω, το Δικαστήριο αναφέρθηκε σε ένα άλλο σκέλος της νομολογίας του που δικαιολογείται, κατ’ αυτό, «από την ανάγκη διασφαλίσεως στον καταναλωτή της αποτελεσματικής προστασίας στην οποία σκοπεί η οδηγία 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές [(35)]» (36).
106. Το Δικαστήριο αναφέρθηκε, τέλος, στη νομολογία που απορρέει από την απόφαση της 1ης Ιουνίου 1999, Eco Swiss (37), με την οποία, κατ’ αυτό, «εκτιμάται η ισότιμη μεταχείριση των ισχυρισμών που αντλούνται από το εθνικό και αυτών που αντλούνται από το κοινοτικό δίκαιο»(38).
107. Από το σύνολο αυτών των στοιχείων της ανάλυσης, το Δικαστήριο, στην προμνησθείσα απόφαση van der Weerd κ.λπ., συνήγαγε το συμπέρασμα ότι «η αρχή της αποτελεσματικότητας δεν επιβάλλει, σε υποθέσεις όπως αυτές των κυρίων δικών, την υποχρέωση στα εθνικά δικαστήρια να εξετάζουν αυτεπαγγέλτως ισχυρισμό αντλούμενο από διάταξη του κοινοτικού δικαίου, ανεξαρτήτως της σπουδαιότητας της διατάξεως αυτής για την κοινοτική έννομη τάξη, εφόσον οι διάδικοι έχουν πράγματι τη δυνατότητα να προβάλουν ισχυρισμό βασιζόμενο στο κοινοτικό δίκαιο ενώπιον εθνικού δικαστηρίου» (39). Περαιτέρω, το Δικαστήριο θεώρησε ότι «[δ]εδομένου ότι οι προσφεύγοντες των κυρίων δικών είχαν πράγματι τη δυνατότητα να προβάλουν ισχυρισμούς αντλούμενους από την οδηγία 85/511, η αρχή της αποτελεσματικότητας δεν επιβάλλει στο αιτούν δικαστήριο να εξετάσει αυτεπαγγέλτως τον λόγο ακυρώσεως που αντλείται από τα άρθρα 11 και 13 της οδηγίας αυτής» (40).
108. Από τα ανωτέρω εκτεθέντα μπορούν να αντληθούν, για την υπό κρίση υπόθεση, τα ακόλουθα διδάγματα.
109. Όσον αφορά την αρχή της ισοδυναμίας, φρονώ ότι η συλλογιστική την οποία εξέθεσε το Δικαστήριο με τις σκέψεις 29 έως 31 της προμνησθείσας απόφασης van der Weerd κ.λπ., μπορεί να εφαρμοστεί κατ’ αναλογία στο πλαίσιο της υπό κρίση υπόθεσης. Πράγματι, οι επίμαχες διατάξεις των κανονισμών 1254/1999 και 615/98, οι οποίοι αποσκοπούν, όπως θα εκθέσω κατωτέρω, στην εξασφάλιση της καλής μεταχείρισης των ζώων και στην προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας, δεν μπορούν να θεωρηθούν ισοδύναμοι προς τους εθνικούς κανόνες δημόσιας τάξης κατά το ολλανδικό δίκαιο, που αφορούν ουσιαστικά την αρμοδιότητα του δικαστηρίου, το παραδεκτό της προσφυγής και την αρμοδιότητα της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
110. Συνεπώς, το ζήτημα που αποτελεί το επίκεντρο της υπό κρίση διαφοράς άπτεται του περιεχομένου της αρχής της αποτελεσματικότητας.
111. Κατά τη γνώμη μου, η συλλογιστική που ακολούθησε το Δικαστήριο με την προμνησθείσα απόφασή του van der Weerd κ.λπ., όσον αφορά το περιεχόμενο της αρχής αυτής, δεν ισχύει σε περιπτώσεις όπως αυτή της διαφοράς της κύριας δίκης, και τούτο έστω και αν η συγκεκριμένη εθνική δικονομική διάταξη, όπως στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση αυτή, είναι το άρθρο 8:69 του γενικού νόμου περί διοικητικής δικονομίας.
112. Πράγματι, τόσον ο σκοπός των κοινοτικών διατάξεων τις οποίες το αιτούν δικαστήριο θα επιθυμούσε να εφαρμόσει στο πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης όσο και το πλαίσιο εντός του οποίου η επίμαχη εθνική δικονομική διάταξη καλείται να εφαρμοστεί απαιτούν, κατά τη γνώμη μου, από το Δικαστήριο να αντιμετωπίσει την υπό κρίση υπόθεση από διαφορετική οπτική γωνία.
113. Η υπό κρίση υπόθεση εμφανίζει ορισμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που εμποδίζουν, κατά τη γνώμη μου, την άνευ άλλου τινός εφαρμογή της συλλογιστικής την οποία ακολούθησε το Δικαστήριο με τις προμνησθείσες αποφάσεις του van Schijndel και van Veen, καθώς και van der Weerd κ.λπ.
114. Συναφώς, υπενθυμίζω, καταρχάς, ότι τα άρθρα 33, παράγραφος 9, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1254/1999 και 1 του κανονισμού 615/98 εξαρτούν την πληρωμή των επιστροφών κατά την εξαγωγή ζωντανών βοοειδών από την τήρηση της κοινοτικής νομοθεσίας όσον αφορά την καλή μεταχείριση των ζώων και, ειδικότερα, την τήρηση των διατάξεων της οδηγίας 91/628. Συνεπώς, τα άρθρα αυτά καθιερώνουν προϋπόθεση για τη χορήγηση των επιστροφών αυτών.
115. Με την προμνησθείσα απόφασή του Viamex Agrar Handel και ZVK, το Δικαστήριο κατέδειξε ότι σκοπός του κοινοτικού νομοθέτη είναι η διασφάλιση των επιταγών γενικού συμφέροντος, όπως η προστασία της υγείας και της ζωής των ζώων. Κατά το Δικαστήριο, «σκοπός της γενικής παραπομπής του κανονισμού 615/98 στην οδηγία 91/628 είναι να διασφαλισθεί, χάριν της εφαρμογής του άρθρου 13, παράγραφος 9, του κανονισμού 805/68 [νυν άρθρου 33, παράγραφος 9, του κανονισμού 1254/1999], η τήρηση των διατάξεων της εν λόγω οδηγίας που είναι σχετικές με την καλή μεταχείριση των ζωντανών ζώων και ειδικότερα με την προστασία των ζώων κατά τη μεταφορά.» (41).
116. Στην ίδια απόφαση, το Δικαστήριο αναγνωρίζει ότι «[η] κατ’ αυτόν τον τρόπο γενόμενη παραπομπή εμφανίζει ακόμη το πλεονέκτημα ότι διασφαλίζει τη μη χρηματοδότηση από τον προϋπολογισμό της Κοινότητας εξαγωγών που πραγματοποιούνται κατά παράβαση των σχετικών με την καλή μεταχείριση των ζώων κοινοτικών διατάξεων» (42).
117. Οι κρίσιμες στην παρούσα διαδικασία κοινοτικές διατάξεις έχουν, συνεπώς, διττό σκοπό, ήτοι, αφενός, την προστασία της υγείας και της ζωής των ζώων και, αφετέρου, την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας.
118. Ακριβώς προκειμένου να εξασφαλίσει την πλήρη επίτευξη των δύο αυτών σκοπών, το άρθρο 5, παράγραφος 7, του κανονισμού 615/98 συμπληρώνει τη σχετική ρύθμιση προβλέποντας ότι, εφόσον διαπιστώνεται, μετά την καταβολή της επιστροφής, ότι δεν έχει τηρηθεί η κοινοτική νομοθεσία σχετικά με την προστασία των ζώων κατά τη μεταφορά, το σχετικό μέρος της επιστροφής θεωρείται ότι δεν έπρεπε να έχει καταβληθεί και πρέπει να ανακτάται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 11, παράγραφοι 3 έως 6, του κανονισμού 3665/87, που αντικαταστάθηκε από το άρθρο 52 του κανονισμού 800/1999 (43).
119. Διευκρινίζω επίσης ότι οι δύο αυτοί σκοποί αποτελούν, σε κοινοτικό επίπεδο, επιταγές γενικού συμφέροντος των οποίων η σημασία δεν μπορεί να αμφισβητηθεί (44).
120. Πρέπει, περαιτέρω, να τονιστεί ότι, λαμβανόμενες υπόψη μαζί, οι κοινοτικές διατάξεις τις οποίες το αιτούν δικαστήριο θα επιθυμούσε να εφαρμόσει αυτεπαγγέλτως στο πλαίσιο της κύριας δίκης δεν γεννούν δικαιώματα για τις προσφεύγουσες της κύριας δίκης, αλλά, αντιθέτως, καταλήγουν να τους επιβάλλουν μια υποχρέωση, ήτοι την υποχρέωση απόδοσης της αχρεωστήτως καταβληθείσας επιστροφής κατά την εξαγωγή.
121. Συνεπώς, το ζήτημα που τίθεται εν προκειμένω δεν είναι το αν το άρθρο 8:69 του γενικού νόμου περί διοικητικής δικονομίας είναι ικανό, σύμφωνα με την τρέχουσα σημασία της αρχής της αποτελεσματικότητας, να καταστήσει στην πράξη αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που απονέμει η κοινοτική έννομη τάξη.
122. Επομένως, η αρχή της αποτελεσματικότητας, στην προστατευτική για τα απευθείας από το κοινοτικό δίκαιο απονεμόμενα δικαιώματα στους ιδιώτες διάστασή της, δεν συνιστά, στο πλαίσιο της υπό κρίση υπόθεσης, την ιδανική αναφορά προκειμένου να κριθεί κατά πόσον το αιτούν δικαστήριο υποχρεούται να μη εφαρμόσει έναν εθνικό δικονομικό κανόνα που εμποδίζει την αυτεπάγγελτη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου.
123. Δεν θεωρώ, επίσης κρίσιμο, υπό περιστάσεις όπως αυτές της διαφοράς της κύριας δίκης, να εξεταστεί κατά πόσον οι διάδικοι είχαν πραγματική δυνατότητα να προβάλουν ισχυρισμό στηριζόμενο στο κοινοτικό δίκαιο ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.
124. Πράγματι, λαμβανομένων υπόψη των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης, είναι προφανές ότι οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης δεν είχαν κανένα συμφέρον να θίξουν ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου το ζήτημα αν, δυνάμει του άρθρου 33, παράγραφος 9, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1254/1999 καθώς και των άρθρων 1 και 5, παράγραφος 7, του κανονισμού 615/98, η επιστροφή κατά την εξαγωγή έπρεπε να θεωρηθεί ως αχρεωστήτως καταβληθείσα ως προς το σύνολο των μεταφερθέντων ζώων ή αν έπρεπε να θεωρηθεί ως αχρεωστήτως καταβληθείσα μόνον ως προς ένα μέρος των ζώων. Υπενθυμίζω, συναφώς, ότι το Productschap είχε, σε πρώτη φάση, ζητήσει την απόδοση του συνολικού ποσού της επιστροφής, στη συνέχεια δε, μετά την ένσταση των προσφευγουσών της κύριας δίκης, περιόρισε την απόδοση της επιστροφής σε μέρος μόνον των μεταφερθέντων ζώων. Συνεπώς, η στρατηγική που ακολούθησαν οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης συνίστατο στο να ζητήσουν από το College van Beroep voor het bedrijfsleven πρόσθετη μείωση του προς απόδοση ποσού, αν όχι την ακύρωση της υποχρέωσης απόδοσης, και τούτο προβάλλοντας άλλους νομικούς ισχυρισμούς.
125. Προσθέτω ότι δεν ήταν ούτε προς το συμφέρον του Productschap να προβάλει επιχειρήματα που θα μπορούσαν πιθανώς να οδηγήσουν σε αμφισβήτηση της μεθόδου υπολογισμού την οποία ακολούθησε με τις αποφάσεις του της 2ας και της 25ης Αυγούστου 2005 με τις οποίες διέταξε την απόδοση της επιστροφής κατά την εξαγωγή.
126. Συνεπώς, η διαπίστωση ότι οι διάδικοι είχαν πραγματική δυνατότητα να προβάλουν ισχυρισμό στηριζόμενο στο κοινοτικό δίκαιο ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου δεν μπορεί να είναι καθοριστικής σημασίας στο πλαίσιο της υπό κρίση υπόθεσης.
127. Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να ακολουθήσει μια άλλη προσέγγιση, περισσότερο προσαρμοσμένη σε ένα πλαίσιο στο οποίο το ζήτημα της αυτεπάγγελτης εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου δεν περιορίζεται, για να επαναλάβω τους όρους που χρησιμοποίησε το Δικαστήριο στην προμνησθείσα απόφαση van der Weerd κ.λπ.(45), στη λήψη υπόψη των «ιδιωτικών συμφερόντων των διοικουμένων», αλλά συνίσταται κυρίως στη διασφάλιση των επιταγών γενικού συμφέροντος σε κοινοτικό επίπεδο.
128. Στην πραγματικότητα, υπό περιστάσεις όπως αυτές της διαφοράς της κύριας δίκης, μόνον το εθνικό δικαστήριο, ως κοινοτικός δικαστής του κοινού δικαίου, μπορεί να οδηγηθεί στην επίκληση του κοινοτικού δικαίου για να διασφαλίσει την τήρησή του. Αποτελεί, στην περίπτωση αυτή, το τελευταίο οχυρό που μπορεί να διορθώσει μια κακή εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου εκ μέρους της αρμόδιας εθνικής αρχής. Με άλλες λέξεις, το εθνικό δικαστήριο είναι το μόνο που μπορεί να αποκαταστήσει την κοινοτική νομιμότητα.
129. Προτείνω, συνεπώς, στο Δικαστήριο να θεωρήσει ότι η αποτελεσματική εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου επιβάλλει στο εθνικό δικαστήριο, υπό περιστάσεις όπως αυτές της διαφοράς της κύριας δίκης, να προβαίνει αυτεπαγγέλτως στον έλεγχο της νομιμότητας μιας εθνικής διοικητικής πράξης βάσει ισχυρισμών αντλουμένων από το άρθρο 33, παράγραφος 9, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1254/1999 καθώς και τα άρθρα 1 και 5, παράγραφος 7, του κανονισμού 615/98, ακόμα και όταν ο έλεγχος αυτός καταλήγει να περιάγει τον προσφεύγοντα της κύριας δίκης σε δυσμενέστερη θέση από εκείνη στην οποία θα βρισκόταν αν δεν είχε ασκήσει την προσφυγή.
130. Η θέση αυτή είναι σύμφωνη με την επανειλημμένως υπομνησθείσα από το Δικαστήριο επιταγή σύμφωνα με την οποία ένας κανόνας του εθνικού δικαίου δεν πρέπει να θίγει την εφαρμογή και την αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου (46). Η επιταγή αυτή διατυπώθηκε επανειλημμένως στη νομολογία του Δικαστήριο, ιδίως σε υποθέσεις του γεωργικού τομέα.
131. Προτού εξεταστεί η νομολογία αυτή, πρέπει να λεχθεί ότι, δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχεία β΄ και γ΄, του κανονισμού (ΕΚ) 1258/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής (47), τα κράτη μέλη λαμβάνουν, σύμφωνα με τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές τους διατάξεις, τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να προλαμβάνουν και να διώκουν τις παρατυπίες που σημειώνονται στις πράξεις του ΕΓΤΠΕ και να ανακτούν τα απολεσθέντα λόγω παρατυπιών ή αμελειών ποσά.
132. Με την απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 1983 στην υπόθεση Deutsche Milchkontor κ.λπ. (48), το Δικαστήριο ερμήνευσε, μεταξύ άλλων, την αντίστοιχη διάταξη του κανονισμού (ΕΟΚ) 729/70 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής (49).
133. Το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι «οι ένδικες διαφορές σχετικά με την αναζήτηση αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών βάσει του κοινοτικού δικαίου πρέπει, ελλείψει κοινοτικών διατάξεων, να επιλύονται από τα εθνικά δικαστήρια, κατ’ εφαρμογή του εθνικού τους δικαίου, με την επιφύλαξη των ορίων που επιβάλλει το κοινοτικό δίκαιο […]» (50). Τα όρια αυτά είναι τα ακόλουθα:
134. Πέραν του ότι «η εθνική νομοθεσία πρέπει να εφαρμόζεται κατά τρόπο που να μη συνεπάγεται διακρίσεις σε σχέση με τις διαδικασίες που αποβλέπουν στην επίλυση εθνικών διαφορών του ιδίου τύπου» (51), η εφαρμογή αυτή «δεν πρέπει να θίγει ούτο το πεδίο ενεργείας ούτε την αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου» (52).
135. Κατά το Δικαστήριο, «[α]υτό θα συνέβαινε, ιδίως, αν η εφαρμογή αυτή καθιστούσε πρακτικά αδύνατη την ανάκτηση ποσών που χορηγήθηκαν αντικανονικά. Εξάλλου, κάθε άσκηση εξουσίας εκτιμήσεως ως προς τη σκοπιμότητα της αναζήτησης ή όχι των κοινοτικών κονδυλίων που έχουν χορηγηθεί χωρίς νόμιμη αιτία ή αντικανονικά είναι ασυμβίβαστη με την υποχρέωση που το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 729/70 επιβάλλει στις εθνικές διοικήσεις να ανακτούν τα ποσά που καταβάλλονται χωρίς νόμιμη αιτία ή αντικανονικά» (53).
136. Το Δικαστήριο πρόσφατα υπενθύμισε τις επιταγές αυτές με την απόφαση της 13ης Μαρτίου 2008 στην υπόθεση Vereniging Nationaal Overlegorgaan Sociale Werkvoorziening κ.λπ. (54). Από τις επιταγές αυτές συνήγαγε, κατ’ ουσίαν, ότι το εθνικό δικαστήριο οφείλει να τηρεί την απορρέουσα από διάταξη του κοινοτικού δικαίου υποχρέωση αναζήτησης μιας κοινοτικής χρηματοδοτικής συνδρομής (55), όταν επιλαμβάνεται διαφοράς σχετικής με την ανάκτηση πόρων που χάθηκαν λόγω κατάχρησης ή αμέλειας και, εν ανάγκη, να αφήνει ανεφάρμοστο ή να ερμηνεύει έναν κανόνα του εθνικού δικαίου που εμποδίζει την ανάκτηση αυτή (56).
137. Το Δικαστήριο διευκρίνισε επίσης ότι το εθνικό δικαστήριο μπορεί μεν, κατ’ εφαρμογήν του εθνικού δικαίου, να λάβει υπόψη του, παράλληλα με την αρχή της νομιμότητας, αρχές όπως η αρχή της ασφάλειας δικαίου ή η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, τούτο όμως υπό την προϋπόθεση να λαμβάνεται πλήρως υπόψη το συμφέρον της Κοινότητας (57).
138. Βάσει της νομολογίας αυτής, θεωρώ ότι, υπό περιστάσεις όπως αυτές της διαφοράς της κύριας δίκης, η αποτελεσματική εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου επιβάλλει στο εθνικό δικαστήριο να λαμβάνει πλήρως υπόψη το συμφέρον της Κοινότητας προς αναζήτηση των ενισχύσεων που έχουν καταβληθεί κατά παράβαση των προϋποθέσεων χορήγησής τους και, κατά συνέπεια, να μην εφαρμόζει τις δικονομικές αρχές που περιέχονται στο άρθρο 8:69 του γενικού νόμου περί διοικητικής δικονομίας.
139. Κατά τη γνώμη μου, η διασφάλιση των επιταγών γενικού συμφέροντος που συνιστούν η προστασία της ζωής και της υγείας των ζώων καθώς και η προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας επιβάλλει, συνεπώς, στο εθνικό δικαστήριο να ελέγχει ότι η αρμόδια αρχή δεν άσκησε καμία εξουσία εκτίμησης ως προς τη σκοπιμότητα της αναζήτησης ή όχι των κοινοτικών κονδυλίων που χορηγήθηκαν αντικανονικά.
140. Ασφαλώς, εναπόκειται στην αρμόδια εθνική αρχή, όταν αυτή εκδίδει, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 5, παράγραφος 7, του κανονισμού 615/98, απόφαση προβλέπουσα την απόδοση της αχρεωστήτως καταβληθείσας επιστροφής κατά την εξαγωγή, να εκτιμήσει, βάσει των αντικειμενικών στοιχείων τα οποία διαθέτει, αν το αποδοτέο «σχετικό μέρος της επιστροφής» είναι το συνολικό ποσό της αρχικώς καταβληθείσας επιστροφής ή αν συνίσταται σε μέρος μόνον του συνολικού ποσού.
141. Το περιθώριο εκτίμησης που διαθέτει η αρμόδια εθνική αρχή συνίσταται, ειδικότερα, στον καθορισμό του αν σημειώθηκε ή όχι παράβαση της κοινοτικής νομοθεσίας όσον αφορά την προστασία των ζώων κατά τη μεταφορά, αν η παράβαση αυτή είχε επίπτωση στην καλή μεταχείριση των ζώων και αν αφορά όλα τα ζώα ή ορισμένα μόνον από αυτά (58).
142. Ωστόσο, αυτό το περιθώριο εκτίμησης δεν είναι απεριόριστο, εναπόκειται δε στο εθνικό δικαστήριο να ελέγξει αν, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 5, παράγραφος 7, του κανονισμού 615/98, ως νομικής βάσης της απόφασης για την αναζήτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων, η απόφαση αυτή αφορά όντως την απόδοση του «σχετικού μέρους της επιστροφής».
143. Με άλλες λέξεις, στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να εξακριβώσει ότι η αρμόδια αρχή δεν μετέτρεψε το περιθώριο εκτίμησης που διαθέτει σε εξουσία εκτίμησης της σκοπιμότητας της αναζήτησης ή μη των αντικανονικώς χορηγηθέντων κοινοτικών κεφαλαίων.
144. Ο έλεγχος αυτός, τον οποίο ασκεί το εθνικό δικαστήριο ως έσχατος εγγυητής της ορθής εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, είναι καθοριστικής σημασίας για τη διαφύλαξη των επιταγών γενικού συμφέροντος όπως η προστασία της ζωής και της υγείας των ζώων και η προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας, στο μέτρο που ενθαρρύνει την αρμόδια εθνική αρχή να επιδεικνύει περισσότερη αυστηρότητα κατά την έκδοση των σχετικών με την απόδοση των επιστροφών αποφάσεών της και που εξασφαλίζει ότι τα κοινοτικά κεφάλαια που χορηγήθηκαν αντικανονικά δεν θα παραμείνουν στους δικαιούχους. Η αυτεπάγγελτη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου συνιστά, στην περίπτωση αυτή, αποτελεσματικό μέσο καταπολέμησης της απάτης σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας.
145. Αναφέρω, συναφώς, ότι δεν μου φαίνεται λυσιτελές το επιχείρημα που προέβαλε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση και σύμφωνα με το οποίο υπάρχουν άλλοι τρόποι που καθιστούν δυνατή την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας, όπως η διαδικασία εκκαθάρισης των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ. Συγκεκριμένα, θεωρώ ότι, στο μέτρο που το άρθρο 5, παράγραφος 7, του κανονισμού 615/98 επιβάλλει στον δικαιούχο να επιστρέψει τα ποσά που εισέπραξε αχρεωστήτως, το γεγονός ότι ένα κράτος μέλος επιστρέφει τα ποσά αυτά στην Κοινότητα δεν το απαλλάσσει, αφεαυτού, από την υποχρέωση αναζήτησης των ποσών αυτών από τον εν λόγω δικαιούχο. Αυτή είναι, κατ’ ουσίαν, η θέση την οποία υιοθέτησε το Δικαστήριο με την προμνησθείσα απόφασή του Vereniging Nationaal Overlegorgaan Sociale Werkvoorziening κ.λπ. (59).
146. Βάσει όλων αυτών των λόγων, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι η αποτελεσματική εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου επιβάλλει στο εθνικό δικαστήριο, υπό περιστάσεις όπως αυτές της διαφοράς της κύριας δίκης, να προβαίνει αυτεπαγγέλτως στον έλεγχο της νομιμότητας μιας εθνικής διοικητικής πράξης βάσει ισχυρισμών αντλουμένων από το άρθρο 33, παράγραφος 9, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1254/1999 καθώς και τα άρθρα 1 και 5, παράγραφος 7, του κανονισμού 615/98, ακόμα και όταν ο έλεγχος αυτός καταλήγει να περιάγει τον προσφεύγοντα της κύριας δίκης σε δυσμενέστερη θέση από εκείνη στην οποία θα βρισκόταν αν δεν είχε ασκήσει την προσφυγή.
IV – Πρόταση
147. Κατόπιν όλων των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα ερωτήματα του College van Beroep voor het bedrijfsleven ως εξής:
«1) Το άρθρο 33, παράγραφος 9, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΚ) 1254/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος, καθώς και τα άρθρα 1 και 5, παράγραφος 7, του κανονισμού (ΕΚ) 615/98 της Επιτροπής, της 18ης Μαρτίου 1998, για ειδικές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των επιστροφών κατά την εξαγωγή όσον αφορά την καλή μεταχείριση των ζωντανών βοοειδών κατά τη μεταφορά, έχουν την έννοια ότι η αρμόδια για την πληρωμή των επιστροφών κατά την εξαγωγή εθνική αρχή έχει την εξουσία να κρίνει ότι μια μεταφορά ζώων δεν πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις της οδηγίας 91/628/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Νοεμβρίου 1991, για την προστασία των ζώων κατά τη μεταφορά και για την τροποποίηση των οδηγιών 90/425/ΕΟΚ και 91/496/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 95/29/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 1995, έστω και αν ο επίσημος κτηνίατρος είχε προηγουμένως πιστοποιήσει, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 615/98, ότι η μεταφορά αυτή ήταν σύμφωνη με τις διατάξεις της οδηγίας 91/628, όπως αυτή έχει τροποποιηθεί. Για να καταλήξει στο συμπέρασμα αυτό, η αρμόδια εθνική αρχή πρέπει να στηριχθεί σε αντικειμενικά στοιχεία επηρεάζοντα την καλή μεταχείριση των ζώων, ικανά να θέσουν υπό αμφισβήτηση τα έγγραφα που προσκομίζει ο εξαγωγέας, και οφείλει να αιτιολογήσει επαρκώς την απόφασή της να ζητήσει την απόδοση της επιστροφής κατά την εξαγωγή.
2) Το άρθρο 33, παράγραφος 9, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1254/1999 καθώς και τα άρθρα 1 και 5, παράγραφος 7, του κανονισμού 615/98 έχουν την έννοια ότι η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εξαγωγής οφείλει, προκειμένου να αποδείξει ότι δεν τηρήθηκαν οι κοινοτικοί κανόνες όσον αφορά την πυκνότητα φόρτωσης, τους οποίους προβλέπει το κεφάλαιο VI, σημείο 47, B, της οδηγίας 91/628, όπως αυτή έχει τροποποιηθεί, να λάβει υπόψη του τους κανόνες που ισχύουν στο κράτος μέλος της σημαίας του πλοίου που μετέφερε τα ζώα, οι οποίοι επιτρέπουν να καθοριστεί η επιφάνεια του πλοίου αυτού που διατίθεται για τη μεταφορά ζώων, αναγνωρίζοντας την άδεια που χορήγησε στο πλοίο αυτό η αρμόδια αρχή του τελευταίου αυτού κράτους
3) Το άρθρο 33, παράγραφος 9, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1254/1999 καθώς και τα άρθρα 1 και 5, παράγραφος 7, του κανονισμού 615/98 έχουν την έννοια ότι, όταν αποδεικνύεται ότι οι σχετικοί με την πυκνότητα φόρτωσης κοινοτικοί κανόνες, τους οποίους προβλέπει το κεφάλαιο VI, σημείο 47, B, της οδηγίας 91/628, όπως αυτή έχει τροποποιηθεί, δεν έχουν τηρηθεί, η επιστροφή κατά την εξαγωγή πρέπει, καταρχήν, να θεωρείται ως αχρεωστήτως καταβληθείσα ως προς το σύνολο των μεταφερθέντων ζώων, εκτός αν ο δικαιούχος αποδείξει ότι, λόγω της διαμόρφωσης του πλοίου, ορισμένα ζώα είχαν στη διάθεσή τους κατά τη διάρκεια της μεταφοράς χώρο ανταποκρινόμενο στις επιταγές αυτές.
4) Η αποτελεσματική εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου επιβάλλει στο εθνικό δικαστήριο, υπό περιστάσεις όπως αυτές της διαφοράς της κύριας δίκης, να προβαίνει αυτεπαγγέλτως στον έλεγχο της νομιμότητας μιας εθνικής διοικητικής πράξης βάσει ισχυρισμών αντλουμένων από το άρθρο 33, παράγραφος 9, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1254/1999 καθώς και τα άρθρα 1 και 5, παράγραφος 7, του κανονισμού 615/98, ακόμα και όταν ο έλεγχος αυτός καταλήγει να περιάγει τον προσφεύγοντα της κύριας δίκης σε δυσμενέστερη θέση από εκείνη στην οποία θα βρισκόταν αν δεν είχε ασκήσει την προσφυγή.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 – Στο εξής: προσφεύγουσες της κύριας δίκης.
3 – Στο εξής: Productschap.
4 – ΕΕ L 160, σ. 21.
5 – ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 72. Κανονισμός τροποποιηθείς από τον κανονισμό (ΕΚ) 2634/97 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1997 (ΕΕ L 356, σ. 13, στο εξής: κανονισμός 805/68). Σύμφωνα με το άρθρο 49, παράγραφος 2, του κανονισμού 1254/1999, οι παραπομπές στον κανονισμό 805/68 πρέπει να θεωρούνται ως παραπομπές στον παρόντα κανονισμό και να διαβάζονται σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας του παραρτήματος V του εν λόγω κανονισμού.
6 – ΕΕ L 82, σ. 19. Ο κανονισμός αυτός καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) 639/2003 της Επιτροπής, της 9ης Απριλίου 2003, για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής με βάση τον κανονισμό (ΕΚ) 1254/1999 του Συμβουλίου, όσον αφορά τις απαιτήσεις για τη χορήγηση επιστροφών κατά την εξαγωγή σε σχέση με την καλή μεταχείριση των ζωντανών βοοειδών κατά τη μεταφορά (ΕΕ L 93, σ. 10). Το άρθρο 9, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 639/2003 διευκρινίζει ότι ο κανονισμός 615/98 συνεχίζει να ισχύει για διασαφήσεις εξαγωγής που έγιναν δεκτές πριν από την έναρξη ισχύος του πρώτου αυτού κανονισμού.
7 – ΕΕ L 340, σ. 17.
8 – ΕΕ L 148, σ. 52, στο εξής: οδηγία 91/628.
9 – ΕΕ L 351, σ. 1.
10 – ΕΕ L 102, σ. 11.
11 – ΕΕ L 388, σ. 18, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) 2154/2002 του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 2002 (ΕΕ L 328, σ. 4, στο εξής: κανονισμός 4045/89).
12 – Βλ., υπό το πνεύμα αυτό, αποφάσεις της 17ης Ιανουαρίου 2008, C‑37/06 και C‑58/06, Viamex Agrar Handel και ZVK (η οποία δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 37), και της 13ης Μαρτίου 2008, C‑96/06, Viamex Agrar Handel (η οποία δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 46).
13 – Βλ., συναφώς, προμνησθείσα απόφαση Viamex Agrar Handel και ZVK, σκέψη 41.
14 – Σκέψη 34.
15 – Σκέψη 44.
16 – Σκέψη 38.
17 – Βλ. σκέψη 39 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία.
18 – Βλ. σκέψη 41 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία.
19 – Σκέψη 42.
20 – Κατά τη διάταξη αυτή, τα εμπορικά έγγραφα ορίζονται ως «το σύνολο των βιβλίων, καταλόγων, σημειώσεων και αιτιολογικών εγγράφων, η λογιστική, τα αρχεία παραγωγής και ποιότητας και η αλληλογραφία, που αφορούν την επαγγελματική δραστηριότητα της επιχείρησης, καθώς και τα εμπορικά στοιχεία, υπό οποιανδήποτε μορφή, συμπεριλαμβανομένων των ηλεκτρονικά αποθηκευμένων στοιχείων, εφόσον τα έγγραφα ή στοιχεία αυτά έχουν άμεση ή έμμεση σχέση με τις πράξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1.»
21 – Αυτή η αρχή της απαγόρευσης της reformatio in pejus διατυπώνεται, έστω και εμμέσως, στο άρθρο 8:69 του γενικού νόμου περί διοικητικής δικονομίας. Από την εξέταση των δικαίων των κρατών μελών προκύπτει ότι, όπως στο ολλανδικό διοικητικό δίκαιο, η αρχή της απαγόρευσης της reformatio in pejus συνδέεται στενά με την αρχή της του ελεύθερου καθορισμού του αντικειμένου της προσφυγής από τους διαδίκους. Έτσι, είτε έχει θεσπιστεί με νόμο είτε αναγνωρίζεται από τη νομολογία, η αρχή της reformatio in pejus απορρέι από την ιδέα σύμφωνα με την οποία ο ασκών μέσο ένδικης προστασίας το πράττει προς εξυπηρέτηση και προστασία των συμφερόντων του όπως τα διατυπώνει και τα οριοθετεί με την αίτηση που υποβάλλει στον δικαστή. Γενικότερες σκέψεις διατυπώνονται επίσης σε ορισμένα δίκαια. Οι σκέψεις αυτές άπτονται κυρίως της ασφάλειας δικαίου και, ιδιαιτέρως, της εμπιστοσύνης των διοικουμένων στους όρους υπό τους οποίους αποδίδεται η δικαιοσύνη, εμπιστοσύνης η οποία δεν επιτρέπει τη χειροτέρευση μιας κατάστασης της οποίας, αντιθέτως επιδιώκεται η βελτίωση με την άσκηση του μέσου ένδικης προστασίας.
22 – C‑222/05 έως C‑225/05, Συλλογή 2007, σ. I‑4233.
23 – Επί των υποθέσεων αυτών εκδόθηκε η απόφαση της 15ης Ιουνίου 2006, C‑28/05, Dokter κ.λπ. (Συλλογή 2006, σ. I‑5431).
24 – ΕΕ L 315, σ. 11. Οδηγία που τροποποιήθηκε από την οδηγία 90/423/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 1990 (ΕΕ L 224, σ. 13, στο εξής: οδηγία 85/511).
25 – Βλ. σκέψη 28 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία.
26 – Σκέψεις 29 έως 31.
27 – Σκέψη 32.
28 – Βλ. σκέψη 33 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία.
29 – C‑430/93 και C‑431/93, Συλλογή 1995, σ. I‑4705.
30 – Προμνησθείσα απόφαση van Schijndel και van Veen, σκέψη 21.
31 – Όπ.π.
32 – Όπ.π. (σκέψη 22).
33– C-312/93, Συλλογή 1995, σ. Ι-4599. Στην απόφαση αυτή, το Δικαστήριο απάντησε στο cour d’appel de Bruxelles (Βέλγιο) ότι «[τ]ο κοινοτικό δίκαιο δεν επιτρέπει την εφαρμογή εθνικού δικονομικού κανόνα ο οποίος, υπό συνθήκες όπως αυτές της εν λόγω διαδικασίας στην κύρια δίκη, απαγορεύει στο εθνικό δικαστήριο, το οποίο εκδικάζει διαφορά στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς του, να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν πράξη του εσωτερικού δικαίου συμβιβάζεται προς κοινοτική διάταξη, αν δεν έχει γίνει επίκληση της διατάξεως αυτής από τον διάδικο εντός ορισμένης προθεσμίας».
34 – Προμνησθείσα απόφαση van der Weerd κ.λπ., σκέψη 40.
35 – ΕΕ L 95, σ. 29.
36 – Προμνησθείσα απόφαση van der Weerd κ.λπ., σκέψη 40. Το Δικαστήριο έκρινε έτσι ότι η προστασία την οποία η οδηγία 93/13 εξασφαλίζει στους καταναλωτές προϋποθέτει ότι το εθνικό δικαστήριο μπορεί να εκτιμήσει αυτεπαγγέλτως τον καταχρηστικό χαρακτήρα ενός όρους της σύμβασης που έχει υποβληθεί στην κρίση του [βλ αποφάσεις της 27ης Ιουνίου 2000, C‑240/98 έως C‑244/98, Océano Grupo Editorial και Salvat Editores (Συλλογή 2000, σ. I‑4941)· της 21ης Νοεμβρίου 2002, C‑473/00, Cofidis (Συλλογή 2002, σ. I‑10875), και της 26ης Οκτωβρίου 2006, C‑168/05, Mostaza Claro (Συλλογή 2006, σ. I‑10421)]. Βλ., επίσης, απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2007, C‑429/05, Rampion και Godard (η οποία δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στη Συλλογή), η οποία εφάρμοσε κατ’ αναλογία τη νομολογία αυτή στο πλαίσιο της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1986, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που διέπουν την καταναλωτική πίστη (ΕΕ 1987, L 42, σ. 48), όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 98/7/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 1998 (ΕΕ L 101, σ. 17).
37– C-126/97, Συλλογή 1999, σ. Ι-3055. Στην απόφαση αυτή, το Δικαστήριο έκρινε, μεταξύ άλλων, ότι, «στο μέτρο που ένα εθνικό δικαστήριο οφείλει, σύμφωνα με τους εσωτερικούς δικονομικούς κανόνες του, να δεχθεί αίτηση ακυρώσεως διαιτητικής αποφάσεως στηριζομένη στη μη λήψη υπόψη των εθνικών κανόνων δημοσίας τάξεως, οφείλει επίσης να δεχθεί μια τέτοια αίτηση που στηρίζεται στη μη λήψη υπόψη της απαγορεύσεως του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ [νυν άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ]» (σκέψη 37).
38 – Προμνησθείσα απόφαση van der Weerd κ.λπ., σκέψη 40.
39 – Όπ.π. (σκέψη 41).
40 – Όπ.π.
41 – Προμνησθείσα απόφαση Viamex Agrar Handel και ZVK, σκέψη 29.
42 – Όπ.π., σκέψη 24.
43 – Το Δικαστήριο αποφάνθηκε με την απόφαση της 21ης Ιουνίου 2007 στην υπόθεση C-428/05, Laub (Συλλογή 2007, σ. Ι-5069), σχετικά με τον σκοπό της διαδικασίας ανάκτησης την οποία προβλέπει το άρθρο 11, παράγραφος 3, του κανονισμού 3665/87. Κατά το Δικαστήριο, «[η] διάταξη αυτή έχει ως αντικείμενο τη διασφάλιση της προστασίας και της προσήκουσας εφαρμογής του κοινοτικού προϋπολογισμού στον τομέα των επιστροφών λόγω εξαγωγής και, ειδικότερα, τη διασφάλιση του ότι μόνον οι εξαγωγείς που δικαιούνται επιστροφών τυγχάνουν των επιστροφών αυτών, σύμφωνα με τις αντικειμενικές προϋποθέσεις που έχει θεσπίσει ο κοινοτικός νομοθέτης» (σκέψη 22).
44 – Βλ., συναφώς, όσον αφορά τον σκοπό της προστασίας της υγείας και της ζωής των ζώων, προμνησθείσα απόφαση Viamex Agrar Handel και ZVK (σκέψεις 22 και 23). Όσον αφορά τον σκοπό της προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας, παραπέμπω, ειδικότερα, στο άρθρο 280 ΕΚ καθώς και στον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) 2988/95 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1995, σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 312, σ. 1). Ο κανονισμός αυτός θεσπίζει ένα νομικό πλαίσιο κοινό για όλους τους τομείς που καλύπτουν οι κοινοτικές πολιτικές, με στόχο την καταπολέμηση της απάτης σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων των Κοινοτήτων.
45 – Σκέψη 32.
46 – Βλ., μεταξύ άλλων, υπό το πνεύμα αυτό, αποφάσεις της 9ης Μαρτίου 1978, 106/77, Simmenthal (Συλλογή τόμος 1978, σ. 239, σκέψη 22), καθώς και της 19ης Ιουνίου 1990, C‑213/89, Factortame κ.λπ. (Συλλογή 1990, σ. I‑2433, σκέψη 20).
47 – ΕΕ L 160, σ. 103. Ο κανονισμός αυτός καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) 1290/2005 του Συμβουλίου, της 21ης Ιουνίου 2005, για τη χρηματοδότηση της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ L 209, σ. 1).
48 – 205/82 έως 215/82, Συλλογή 1983, σ. 2633.
49 – ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 93.
50 – Προμνησθείσα απόφαση Deutsche Milchkontor κ.λπ., σκέψη 19.
51 – Όπ.π., σκέψη 23.
52 – Όπ.π., σκέψη 22.
53 – Όπ.π. Με την απόφασή του της 6ης Μαΐου 1982, 146/81, 192/81 και 193/81, BayWa κ.λπ. (Συλλογή 1982, σ. 1503), το Δικαστήριο διευκρίνισε επίσης ότι μια ερμηνεία που θα επέτρεπε στις εθνικές διοικήσεις να ασκούν εξουσία εκτίμησης ως προς τη σκοπιμότητα ή μη της απαίτησης απόδοσης των αχρεωστήτως καταβληθέντων κοινοτικών κεφαλαίων «θα είχε ως αποτέλεσμα να θέσει σε κίνδυνο την ίση μεταχείριση των επιχειρηματιών στα διάφορα κράτη μέλη και την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου, η οποία, κατά το μέτρο του δυνατού, πρέπει να είναι ομοιόμορφη σε όλη την Κοινότητα» (σκέψη 30).
54 – C‑383/06 έως C‑385/06, η οποία δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στη Συλλογή.
55 – Πρόκειται για το άρθρο 23, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 4253/88 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1988, για τις διατάξεις εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2052/88 όσον αφορά τον συντονισμό των παρεμβάσεων των διαφόρων διαρθρωτικών ταμείων μεταξύ τους καθώς και με τις παρεμβάσεις της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και των λοιπών υφιστάμενων χρηματοδοτικών οργάνων (ΕΕ L 374, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2082/93 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1993 (ΕΕ L 193, σ. 20) Στην προμνησθείσα απόφασή του Vereniging Nationaal Overlegorgaan Sociale Werkvoorziening κ.λπ., το Δικαστήριο ανέφερε ότι το άρθρο αυτό «δημιουργεί υποχρέωση για τα κράτη μέλη, χωρίς να είναι αναγκαίο να προβλέπεται σχετική εξουσία από το εθνικό δίκαιο, να ανακτούν τους πόρους που χάνονται κατόπιν καταχρήσεως ή παραλείψεως» (σκέψη 40).
56 – Προμνησθείσα απόφαση Vereniging Nationaal Overlegorgaan Sociale Werkvoorziening κ.λπ. (σκέψεις 51 και 59).
57 – Όπ.π. (βλ. σκέψη 52 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και σκέψεις 55 και 59).
58 – Βλ, ως προς το θέμα αυτό, προμνησθείσα απόφαση Viamex Agrar Handel και ZVK, σκέψη 44.
59 – Σκέψη 58.
Full & Egal Universal Law Academy