ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
PAOLO MENGOZZI
της 17ης Ιουλίου 2008 (1)
Υπόθεση C‑487/06 P
British Aggregates Association
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Αίτηση αναιρέσεως – Κρατικές ενισχύσεις – Περιβαλλοντικός φόρος επί των αδρανών υλικών στο Ηνωμένο Βασίλειο»
1. Με την παρούσα αίτηση αναιρέσεως, η British Aggregates Association (στο εξής: BAA ή αναιρεσείουσα) ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 13ης Σεπτεμβρίου 2006, T-210/02, British Aggregates Association κατά Επιτροπής (στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση) (2), με την οποία απορρίφθηκε η προσφυγή της κατά της αποφάσεως της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 24ης Απριλίου 2002 περί μη προβολής αντιρρήσεων έναντι του φόρου επί των αδρανών υλικών στο Ηνωμένο Βασίλειο (3) (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση).
2. Κατά της ίδιας αποφάσεως άσκησε ανταναίρεση η Επιτροπή, η οποία βάλλει κατά του τμήματος της αποφάσεως με το οποίο κρίθηκε παραδεκτή η προσφυγή.
I – Πραγματικά περιστατικά της αιτήσεως αναιρέσεως
3. Τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αφορά η παρούσα δίκη ιστορούνται ως εξής με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
4. Τα αδρανή είναι κοκκώδη υλικά, χημικώς ουδέτερα, χρησιμοποιούμενα στον κατασκευαστικό κλάδο καθώς και στα δημόσια έργα. Μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως έχουν, επί παραδείγματι ως λιθογόμωση ή σκύρο έρματος ή αναμεμιγμένα με συνδετικά υλικά όπως το τσιμέντο ή η άσφαλτος.
5. Ο Aggregates Levy (φόρος επί των αδρανών υλικών, στο εξής: AGL) θεσπίστηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο με ορισμένες διατάξεις του Finance Act του 2001 (φορολογικός νόμος έτους 2001) που άρχισε να ισχύει την 1η Απριλίου 2002.
6. Ο Finance Act του 2002 επέφερε ορισμένες τροποποιήσεις στο καθεστώς του φόρου, θεσπίζοντας, μεταξύ άλλων, απαλλαγή για τα απόβλητα που προέρχονται από την εξόρυξη ορισμένων ορυκτών, ιδίως του σχιστόλιθου, του σχίστη, της καολινικής αργίλου και του πυριτικού αργιλίου, καθώς και μεταβατική περίοδο για την επιβολή του φόρου στη Βόρεια Ιρλανδία.
7. Ο AGL ανέρχεται σε 1,60 λίρες στερλίνες (GBP) ανά τόνο αδρανών υλικών που αποτελούν αντικείμενο εμπορικής εκμεταλλεύσεως στο Ηνωμένο Βασίλειο. Από τον φόρο απαλλάσσονται τα αδρανή υλικά που εξάγονται ή μεταφέρονται εκτός του Ηνωμένου Βασιλείου χωρίς να υποστούν οποιαδήποτε άλλη επεξεργασία.
8. Ο νόμος προβλέπει ότι ένα αδρανές υλικό δεν φορολογείται σε τέσσερις περιπτώσεις: όταν απαλλάσσεται ρητώς, όταν έχει χρησιμοποιηθεί προηγουμένως για κατασκευαστικούς σκοπούς, όταν έχει ήδη υπαχθεί σε φόρο επί των αδρανών υλικών ή όταν, κατά την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του νόμου, δεν βρίσκεται πλέον στον τόπο προελεύσεώς του.
9. Η ΒΑΑ είναι ένωση η οποία έχει ως μέλη μικρές ανεξάρτητες επιχειρήσεις εκμεταλλευόμενες λατομεία στο Ηνωμένο Βασίλειο.
10. Με επιστολή της 24ης Σεπτεμβρίου 2001, δύο επιχειρήσεις ουδαμώς συνδεόμενες με την αναιρεσείουσα υπέβαλαν καταγγελία στην Επιτροπή σχετικά με ορισμένες πτυχές του AGL –και συγκεκριμένα τον αποκλεισμό ορισμένων υλικών από το πεδίο εφαρμογής του, την απαλλαγή των εξαγωγών και τις αφορώσες τη Βόρεια Ιρλανδία παρεκκλίσεις– οι οποίες κατά τη γνώμη τους προσέκρουαν στις διατάξεις της Συνθήκης περί κρατικών ενισχύσεων.
11. Στις 20 Δεκεμβρίου 2001, το Ηνωμένο Βασίλειο κοινοποίησε στην Επιτροπή το καθεστώς κρατικής ενισχύσεως τιτλοφορούμενο «Σταδιακή εισαγωγή του φόρου επί των αδρανών υλικών στη Βόρεια Ιρλανδία».
12. Με επιστολή της 6ης Φεβρουαρίου 2002, η Επιτροπή κάλεσε το Ηνωμένο Βασίλειο, αφενός, να υποβάλει τις παρατηρήσεις του επί της καταγγελίας και, αφετέρου, να προσκομίσει συμπληρωματικές πληροφορίες για τον AGL. Το Ηνωμένο Βασίλειο απάντησε με επιστολή της 19ης Φεβρουαρίου 2002.
13. Στις 11 Φεβρουαρίου 2002, η αναιρεσείουσα άσκησε προσφυγή κατά του AGL ενώπιον του High Court of Justice (England & Wales), Queen’s Bench Division.
14. Με επιστολή της 15ης Απριλίου 2002, η αναιρεσείουσα υπέβαλε στην Επιτροπή καταγγελία υποστηρίζοντας ότι η εξαίρεση ορισμένων υλικών από το πεδίο εφαρμογής του AGL, καθώς και η απαλλαγή των εξαγωγών, συνιστούν κρατικές ενισχύσεις, ενώ οι προβλεπόμενες για τη Βόρεια Ιρλανδία παρεκκλίσεις που κοινοποίησαν οι αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου ήταν ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά.
15. Με απόφαση της 19ης Απριλίου 2002, το High Court of Justice απέρριψε την προσφυγή της BAA.
16. Στις 24 Απριλίου 2002, η Επιτροπή εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έκρινε, αφενός, ότι ο AGL δεν εμπεριέχει κανένα στοιχείο κρατικής ενισχύσεως κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ και, αφετέρου, ότι η χορηγηθείσα στη Βόρεια Ιρλανδία απαλλαγή συμβιβάζεται με την κοινή αγορά.
17. Η αναιρεσείουσα άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως του High Court of Justice ενώπιον του Court of Appeal (England & Walles), το οποίο διέταξε την αναστολή της διαδικασίας μέχρις ότου αποφανθεί το Πρωτοδικείο επί της προσφυγής που άσκησε στο μεταξύ η ΒΑΑ κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως.
II – Η διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
18. Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 12 Ιουλίου 2002, η BAA ζήτησε την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, εκτός από το μέρος της που αφορά τη χορηγηθείσα στη Βόρεια Ιρλανδία απαλλαγή. Στο Ηνωμένο Βασίλειο επετράπη να παρέμβει υπέρ των αιτημάτων της καθής.
19. Η προσφυγή περιελάμβανε τέσσερις λόγους ακυρώσεως. Με τον πρώτο, η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε παράβαση του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ από την Επιτροπή. Με τον δεύτερο, προέβαλε έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, ενώ με τον τρίτο και τον τέταρτο λόγο προέβαλε, αντιστοίχως, αθέτηση εκ μέρους του καθού θεσμικού οργάνου της υποχρεώσεως να κινήσει επίσημη διαδικασία έρευνας και αθέτηση των υποχρεώσεων που υπείχε στο πλαίσιο της προκαταρκτικής εξετάσεως.
20. Η Επιτροπή κατ’ αρχάς αμφισβήτησε το παραδεκτό της προσφυγής προβάλλοντας έλλειψη εννόμου συμφέροντος της αναιρεσείουσας κατά την έννοια του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ. Υποστήριξε ότι η αναιρεσείουσα δεν απέδειξε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση την αφορούσε ατομικά, διότι δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό μέσο από το οποίο να προκύπτει ότι ο AGL έθιξε ουσιωδώς την ανταγωνιστική κατάσταση τουλάχιστον ενός από τα μέλη της. Επί της ουσίας, η Επιτροπή υποστήριξε ότι οι αιτιάσεις τις οποίες προέβαλε η αναιρεσείουσα ήταν αβάσιμες.
21. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Πρωτοδικείο απέρριψε ολοσχερώς την προσφυγή επί της ουσίας, αφού την έκρινε παραδεκτή, και καταδίκασε την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
III – Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και τα αιτήματα των διαδίκων
22. Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 27 Νοεμβρίου 2006, η αναιρεσείουσα άσκησε αναίρεση κατά της προαναφερθείσης αποφάσεως.
23. Η αναιρεσείουσα ζητεί την αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Ζητεί επίσης από το Δικαστήριο να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση της Επιτροπής, πλην του τμήματός της που αφορά τη χορηγηθείσα απαλλαγή για τη Βόρειο Ιρλανδία, τέλος δε, να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.
24. Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και να κρίνει απαράδεκτη την πρωτοδίκως ασκηθείσα προσφυγή. Επικουρικώς, ζητεί να κηρυχθεί απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως ή να απορριφθεί ως αβάσιμη. Τέλος, ζητεί να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
25. Το Ηνωμένο Βασίλειο, το οποίο είχε παρέμβει πρωτοδίκως, ζητεί να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
IV – Νομική ανάλυση
26. Με την αίτηση ανταναιρέσεως η Επιτροπή βάλλει κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου κατά το μέρος με το οποίο το Πρωτοδικείο τάσσεται υπέρ του παραδεκτού της προσφυγής. Απόρροια του κατ’ αυτήν απαραδέκτου της προσφυγής είναι, όπως ισχυρίζεται, το απαράδεκτο της αιτήσεως αναιρέσεως. Θα πρέπει συνεπώς να εξεταστεί η αίτηση ανταναιρέσεως πριν την αίτηση αναιρέσεως.
Επί της αιτήσεως ανταναιρέσεως
27. Η Επιτροπή υποστηρίζει, πρώτον, ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε νομική πλάνη κρίνοντας παραδεκτή την προσφυγή της BAA. Κατά την άποψή της, ο AGL αποτελεί μέτρο γενικής ισχύος που πλήττει δυνητικά απεριόριστο αριθμό επιχειρήσεων του Ηνωμένου Βασιλείου και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αφορά τα μέλη της ΒΑΑ ατομικά. Κατά συνέπεια, και η απόφαση της Επιτροπής με την οποία εγκρίθηκε το εν λόγω μέτρο έχει γενική ισχύ.
28. Δεύτερον, η Επιτροπή προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι δεν εξέτασε ορθώς την προϋπόθεση να θίγει ουσιωδώς ο AGL την ανταγωνιστική θέση των μελών της ΒΑΑ.
29. Στη συνέχεια, θα εξετάσω τους δύο λόγους απαραδέκτου της προσφυγής τους οποίους προβάλλει η Επιτροπή, αφού προβώ σε σύντομη ανασκόπηση της νομολογίας όσον αφορά τους λόγους παραδεκτού των προσφυγών κατά αποφάσεων που εκδίδονται στο πλαίσιο της διαδικασίας ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων.
1. Η νομολογία όσον αφορά τους λόγους παραδεκτού των προσφυγών κατά αποφάσεων που εκδίδονται στο πλαίσιο της διαδικασίας ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων
30. Οι αποφάσεις τις οποίες εκδίδει η Επιτροπή στο πλαίσιο της διαδικασίας ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων έχουν ως μόνους αποδέκτες τα οικεία κράτη μέλη.
31. Κατά πάγια νομολογία, η οποία εγκαινιάστηκε με την απόφαση Plaumann κατά Επιτροπής (4), τα πρόσωπα που δεν είναι αποδέκτες αποφάσεως μπορούν να υποστηρίξουν ότι η απόφαση τα αφορά κατά την έννοια του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ μόνον αν η απόφαση τα θίγει λόγω ορισμένων ιδιαίτερων χαρακτηριστικών τους ή μιας πραγματικής καταστάσεως που τα χαρακτηρίζει σε σχέση με κάθε άλλο πρόσωπο και έτσι τα εξατομικεύει κατά τρόπο ανάλογο προς αυτόν του αποδέκτη.
32. Στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων, ο κανόνας αυτός διευκρινίστηκε αρχικά με την απόφαση Cofaz κ.λπ. κατά Επιτροπής (5). Λαμβάνοντας ως σημείο εκκινήσεως τη νομολογία σχετικά με προσφυγές κατά αποφάσεων που εκδίδει η Επιτροπή βάσει του κανονισμού 17/62 (6), το Δικαστήριο αναγνώρισε με την απόφαση αυτή ότι νομιμοποιούνται να προσβάλουν απόφαση που έχει εκδοθεί μετά από επίσημη διαδικασία εξετάσεως οι ανταγωνιστές των δικαιούχων κρατικής ενισχύσεως οι οποίοι έχουν διαδραματίσει ενεργό ρόλο στο πλαίσιο της οικείας διαδικασίας, εφόσον το αποτελούν αντικείμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως μέτρο ενισχύσεως επηρεάζει ουσιωδώς τη θέση τους στην αγορά (7). Με μεταγενέστερες αποφάσεις, το στοιχείο της συμμετοχής της προσφεύγουσας επιχειρήσεως στη διαδικασία απώλεσε προοδευτικά τη σημασία του και τα κοινοτικά δικαστήρια επικέντρωσαν ουσιαστικά την προσοχή τους στην εξέταση του οικονομικού αντικτύπου του μέτρου στην αγορά, αναγνωρίζοντας ότι το βασικό κριτήριο βάσει του οποίου πρέπει να αξιολογείται το παραδεκτό της προσφυγής είναι το αν θίγεται η ανταγωνιστική θέση του προσφεύγοντος.
33. Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, με τις περίφημες αποφάσεις Matra κατά Επιτροπής (8) και Cook κατά Επιτροπής (9), το Δικαστήριο, στηριζόμενο στη διαπίστωση ότι οι στόχοι που χαρακτηρίζουν, στο πλαίσιο της διαδικασίας ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων, τον προκαταρκτικό έλεγχο του άρθρου 88, παράγραφος 3, ΕΚ, και την επίσημη διαδικασία εξετάσεως του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ, είναι διαφορετικοί, έθεσε τις βάσεις για τη διαφοροποίηση των προϋποθέσεων παραδεκτού, ανάλογα με τη διαδικαστική φάση μετά το πέρας της οποίας εκδόθηκε η απόφαση που αποτελεί το αντικείμενο της προσφυγής. Χωρίς να παραπέμψει στην απόφαση Cofaz κ.λπ. κατά Επιτροπής, αλλά ακολουθώντας κατ’ ουσίαν την ίδια συλλογιστική, το Δικαστήριο έκρινε, με τις αποφάσεις αυτές, ότι σε περίπτωση αποφάσεως της Επιτροπής να μην κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ, εκείνοι υπέρ των οποίων έχουν τεθεί οι διαδικαστικές εγγυήσεις που προβλέπει η εν λόγω διάταξη μπορούν να εξασφαλίσουν την τήρησή τους μόνον εάν τους δίδεται η δυνατότητα να προσβάλουν ενώπιον του κοινοτικού δικαστή την απόφαση αυτή της Επιτροπής. Και με τις δύο αποφάσεις, το Δικαστήριο έκρινε παραδεκτές τις προσφυγές οι οποίες είχαν ασκηθεί από πρόσωπα στα οποία έπρεπε να αναγνωριστεί η ιδιότητα του ενδιαφερομένου σύμφωνα με το άρθρο 88, παράγραφος 2, ΕΚ.
34. Ως γνωστόν, το Δικαστήριο επιβεβαίωσε και διευκρίνισε πρόσφατα την εν λόγω νομολογία στο πλαίσιο της εκδικάσεως προσφυγής με την οποία η Επιτροπή του ζητούσε να επανεξετάσει τις αρχές που τέθηκαν με τις αποφάσεις Cook κατά Επιτροπής και Matra κατά Επιτροπής και τον τρόπο με τον οποίο εφαρμόζονται από το Πρωτοδικείο. Με τις σκέψεις 34 έως 37 της αποφάσεως Επιτροπή κατά Aktionsgemeinschaft Recht und Eigentum (ARE) (10), το Δικαστήριο συνόψισε τις ισχύουσες σήμερα προϋποθέσεις παραδεκτού προσφυγής κατά αποφάσεως που εκδίδεται χωρίς να κινηθεί η διαδικασία του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ, οι οποίες διαφέρουν ανάλογα με τον σκοπό που επιδιώκει ο προσφεύγων. Όταν ο προσφεύγων επιδιώκει να διασφαλίσει τα διαδικαστικά δικαιώματα που αντλεί από το άρθρο 88, παράγραφος 2, ΕΚ, δηλαδή κατ’ ουσίαν να επιτύχει την κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας από την Επιτροπή, η προσφυγή κρίνεται παραδεκτή υπό την προϋπόθεση, μόνον, ο προσφεύγων να αποδείξει ότι έχει την ιδιότητα του ενδιαφερομένου κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως. Αν, αντιθέτως, ο προσφεύγων αμφισβητεί «το βάσιμο της ίδιας της αποφάσεως περί εκτιμήσεως της ενισχύσεως», το γεγονός και μόνον ότι μπορεί να θεωρηθεί ως ενδιαφερόμενος δεν αρκεί και ο προσφεύγων οφείλει να αποδείξει ότι πληροί τις αυστηρότερες προϋποθέσεις παραδεκτού που θέτει η νομολογία Plaumann, αποδεικνύοντας, για παράδειγμα, ότι η θέση του στην αγορά επηρεάζεται αισθητά από την εφαρμογή του μέτρου που αποτελεί το αντικείμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως.
35. Συμπερασματικά, βάσει της προπαρατεθείσας νομολογίας, οι προϋποθέσεις παραδεκτού των προσφυγών κατά αποφάσεων της Επιτροπής στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων διαφέρουν ανάλογα με το διαδικαστικό στάδιο στο οποίο εκδίδονται και με τον στόχο που επιδιώκει ο προσφεύγων. Η διαφορά έγκειται κυρίως στη σοβαρότητα του επηρεασμού των συμφερόντων του την οποία πρέπει να αποδείξει ο προσφεύγων.
36. Σε αυτό το νομολογιακό πλαίσιο πρέπει να εξεταστούν οι αιτιάσεις τις οποίες προβάλλει η Επιτροπή στο πλαίσιο της αιτήσεως ανταναιρέσεως.
2. Περί της μη συνεκτιμήσεως από το Πρωτοδικείο της φύσεως μέτρου γενικής ισχύος του AGL
37. Η Επιτροπή φρονεί ότι ορθώς το Πρωτοδικείο απέκλεισε, κατά την εξέταση του παραδεκτού της ασκηθείσας ενώπιόν του προσφυγής, την εφαρμογή της προαναφερθείσας νομολογίας Cook κατά Επιτροπής και Matra κατά Επιτροπής, αφού επισήμανε ότι η προσφεύγουσα δεν αρκείται «στο να αμφισβητήσει την άρνηση της Επιτροπής να κινήσει την επίσημη διαδικασία εξετάσεως», αλλά «αμφισβητεί και το βάσιμο της προσβαλλομένης αποφάσεως» (11). Αντιθέτως, το Πρωτοδικείο εσφαλμένως έκρινε ότι η εν λόγω απόφαση δεν αφορά ατομικά την αναιρεσείουσα. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι ο AGL είναι κανονιστική πράξη γενικής ισχύος που θεσπίζει φορολογική επιβάρυνση εισπραττόμενη σύμφωνα με προϋποθέσεις που καθορίζονται με όρους αντικειμενικούς και αφηρημένους. Υπ’ αυτή την έννοια, ο AGL είναι ικανός να έχει αρνητική επίπτωση σε δυνητικά απεριόριστο αριθμό επιχειρήσεων, και όχι μόνο στα μέλη της αναιρεσείουσας. Εντούτοις, το Πρωτοδικείο παρέλειψε να εξετάσει τη φύση του επίμαχου μέτρου, περιοριζόμενο να εκτιμήσει απλώς τις επιπτώσεις του επί τριών μελών της αναιρεσείουσας, χωρίς η επιλογή των επιχειρήσεων αυτών να δικαιολογείται από την ατομική τους κατάσταση που τις χαρακτηρίζει σε σχέση με κάθε άλλον υποκείμενο στον φόρο. Η Επιτροπή φρονεί ότι, αν η προσέγγιση που ακολούθησε το Πρωτοδικείο επικυρωθεί από το Δικαστήριο, αυτό θα σημαίνει ότι οι αποφάσεις στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων, οι οποίες αφορούν μέτρα γενικής ισχύος, θα μπορούν να προσβάλλονται από απεριόριστο αριθμό προσώπων, πράγμα που θα καταστήσει κενό γράμμα την προϋπόθεση του ατομικού συμφέροντος την οποία προβλέπει το άρθρο 230 ΕΚ.
38. Η εν λόγω αιτίαση, η οποία διακρίνεται από την αιτίαση που αφορά το σφάλμα στο οποίο υπέπεσε, κατά την άποψη της Επιτροπής, το Πρωτοδικείο κατά την εκτίμηση του αντικτύπου του AGL στην ανταγωνιστική κατάσταση των μελών της αναιρεσείουσας, φαίνεται να πρέπει λογικά να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι με αυτήν η Επιτροπή επιθυμεί να υποστηρίξει ότι, αν το επίμαχο μέτρο έχει γενική ισχύ, το κριτήριο που έχει τεθεί με την απόφαση Cofaz κ.λπ. κατά Επιτροπής να θίγει ουσιωδώς το μέτρο ενισχύσεως τη θέση του προσφεύγοντος στην αγορά δεν αρκεί, από μόνο του, για την αξιολόγηση του παραδεκτού της προσφυγής.
39. Δεν νομίζω ότι η θέση αυτή μπορεί να θεμελιωθεί στη νομολογία του Δικαστηρίου και του Πρωτοδικείου.
40. Πρώτ’ απ’ όλα, η νομολογία την οποία επικαλείται η Επιτροπή δεν φαίνεται να διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο εν προκειμένω. Οι συναφείς αποφάσεις αφορούν, αφενός, προσφυγές ασκηθείσες από πρόσωπα που θα μπορούσαν ενδεχομένως να ωφεληθούν από μέτρα τα οποία κηρύχθηκαν ασυμβίβαστα με την κοινή αγορά και, αφετέρου, προσφυγή επιχειρήσεως η οποία ενέργησε υπό την ιδιότητα ανταγωνιστή προσώπων που θα μπορούσαν ενδεχομένως να ωφεληθούν από εγκριθέν καθεστώς ενισχύσεων. Κατά συνέπεια, αφορούν νομικές και πραγματικές καταστάσεις διαφορετικές από την επίδικη.
41. Εξάλλου, δεν νομίζω ότι οι αποφάσεις αυτές μπορούν να ερμηνευθούν κατά την έννοια την οποία προτείνει η Επιτροπή.
42. Με τις αποφάσεις Kwekerij van der Kooy κ.λπ. κατά Επιτροπής (12) και Arbeitsgemeinschaft Deutscher Luftfahrt-Unternehmen και Hapag-Lloyd κατά Επιτροπής (13), το Δικαστήριο και το Πρωτοδικείο, αντιστοίχως, απέρριψαν τις ασκηθείσες ενώπιόν τους προσφυγές αφού διαπίστωσαν ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις συνιστούσαν, έναντι των προσώπων τα οποία θα μπορούσαν δυνητικά να ωφεληθούν από τους κρατικούς κανόνες που κηρύχθηκαν ασυμβίβαστοι με την κοινή αγορά, «μέτρ[α] γενικής ισχύος, τ[α] οποί[α] έχ[ουν] εφαρμογή σε αντικειμενικά καθοριζόμενες καταστάσεις και συνεπάγ[ον]ται έννομα αποτελέσματα για κατηγορία προσώπων τα οποία αναφέρονται γενικά και αφηρημένα» και κατά συνέπεια έθιγαν τους προσφεύγοντες μόνο λόγω της αντικειμενικής ιδιότητάς τους ως προσώπων που μπορούν ενδεχομένως να ωφεληθούν από τους εν λόγω κανόνες (14). Με την απόφαση Kahn Scheepvaart κατά Επιτροπής (15), το Πρωτοδικείο έκρινε απαράδεκτη την προσφυγή επιχειρήσεως που ήταν ανταγωνίστρια της επιχειρήσεως η οποία θα μπορούσε ενδεχομένως να ωφεληθεί από την έγκριση μέτρων στο πλαίσιο ενός γενικού καθεστώτος ενισχύσεων που είχε εγκριθεί από την Επιτροπή. Στο σκεπτικό της αποφάσεώς του, το Πρωτοδικείο επισήμανε μεταξύ άλλων ότι η ανταγωνιστική θέση της προσφεύγουσας «δεν μπορεί να επηρεαστεί παρά δυνητικά και έμμεσα λόγω της εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως», διότι, δεδομένου ότι η εν λόγω απόφαση αφορούσε «την έγκριση γενικού συστήματος ενισχύσεων, οι ενδεχόμενοι δικαιούχοι των οποίων ορίζονται αποκλειστικά με γενικό και αφηρημένο τρόπο, η ύπαρξη συγκεκριμένου δικαιούχου και, επομένως, η ύπαρξη πραγματικής ανταγωνίστριας επιχειρήσεως του εν λόγω δικαιούχου προϋποθέτει συγκεκριμένη εφαρμογή του συστήματος ενισχύσεων με τη χορήγηση ατομικών ενισχύσεων» (16).
43. Αντιθέτως προς ό,τι φαίνεται να υποστηρίζει η Επιτροπή, δεν φρονώ ότι από τις εν λόγω αποφάσεις μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι τα πρόσωπα που ωφελούνται από απόφαση η οποία αποφαίνεται επί της ουσίας της συμβατότητας κρατικού μέτρου γενικής ισχύος με το άρθρο 87 ΕΚ ή οι ανταγωνιστές τους δεν μπορούν, κατ’ αρχήν, να ασκήσουν προσφυγή κατ’ αυτής. Το μόνο που προκύπτει από τις αποφάσεις αυτές είναι, κατά την άποψή μου, ότι σε ανάλογες περιπτώσεις οι ιδιότητες του ωφελουμένου ή του ανταγωνιστή ενδέχεται να μην αρκούν από μόνες τους για να θεμελιώσουν την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος της προσφεύγουσας επιχειρήσεως, η οποία θα πρέπει να αποδείξει ότι βρίσκεται σε κατάσταση τέτοια που τη διακρίνει από το σύνολο των επιχειρήσεων οι οποίες θίγονται από το μέτρο και την εξατομικεύει κατά την έννοια της νομολογίας Plaumann.
44. Θα πρέπει να υπενθυμιστεί επίσης ότι το Δικαστήριο έχει επιβεβαιώσει ρητώς, από την απόφαση Codorniu (17), ότι μια κοινοτική πράξη που έχει γενική ισχύ δεν αποκλείεται να αφορά αμέσως και ατομικώς ορισμένες επιχειρήσεις. Παραπέμποντας σε αυτήν ακριβώς την απόφαση, το Δικαστήριο επικύρωσε πρόσφατα απόφαση με την οποία το Πρωτοδικείο έκρινε παραδεκτή προσφυγή ορισμένων βελγικών κέντρων συντονισμού κατά της αποφάσεως της Επιτροπής με την οποία είχε κηρυχθεί ασυμβίβαστο προς το κοινοτικό δίκαιο το φορολογικό καθεστώς που εφαρμοζόταν στα εν λόγω κέντρα (18).
45. Συνεπώς, το γεγονός ότι, όπως στην προκειμένη περίπτωση, μια απόφαση της Επιτροπής παρουσιάζεται ως μέτρο γενικής ισχύος, διότι επιτρέπει φορολογικό καθεστώς εφαρμοστέο σε μια κατηγορία επιχειρήσεων που προσδιορίζεται γενικώς και αορίστως, δεν σημαίνει ότι η απόφαση αυτή δεν μπορεί να αφορά αμέσως και ατομικώς μερικές από αυτές τις επιχειρήσεις λόγω των ίδιων χαρακτηριστικών τους.
46. Όπως προαναφέρθηκε, από την έκδοση της αποφάσεως Cofaz κ.λπ. κατά Επιτροπής, το Δικαστήριο αποφαίνεται ότι, όσον αφορά προσφυγές κατά αποφάσεων στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων, οι προϋποθέσεις τις οποίες επιβάλλει η νομολογία Plaumann πρέπει να θεωρείται ότι πληρούνται αν η ανταγωνιστική επιχείρηση αποδείξει ότι το μέτρο το οποίο αφορά η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ικανό να θίξει σημαντικά τη θέση της στην αγορά. Βάσει των προεκτεθέντων, φρονώ ότι ο εν λόγω κανόνας πρέπει να εφαρμόζεται τόσο στην περίπτωση κατά την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ως αντικείμενο ατομικές ενισχύσεις όσο και στην περίπτωση κατά την οποία αφορά γενικό καθεστώς ενισχύσεων ή άλλο μέτρο γενικής ισχύος (19). Η λύση αυτή επιβεβαιώνεται ρητώς και από τη σκέψη 70 της προπαρατεθείσας αποφάσεως ARE (20).
47. Θα πρέπει να επισημανθεί, εξάλλου, ότι η βλάβη την οποία επικαλείται η BAA δεν οφείλεται στο ότι τα μέλη της υποχρεούνται να καταβάλλουν τον AGL, αλλά στο ανταγωνιστικό μειονέκτημα το οποίο αποτελεί γι’ αυτά το γεγονός ότι ορισμένα ανταγωνιστικά προϊόντα απαλλάσσονται από τον φόρο. Η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται συνεπώς βλάβη των συμφερόντων των μελών της υπό την ιδιότητα των υποκειμένων στον AGL, αλλά υπό την ιδιότητα επιχειρήσεων που υπόκεινται στην ανταγωνιστική πίεση παραγωγών οι οποίοι απαλλάσσονται από τον φόρο. Με άλλα λόγια, αυτό το οποίο αποτελεί αντικείμενο αμφισβητήσεως εκ μέρους της αναιρεσείουσας δεν είναι η επιβολή του φόρου καθεαυτή, αλλά το στοιχείο κρατικής ενισχύσεως το οποίο ενέχει ο τρόπος με τον οποίον οριοθετήθηκε το πεδίο εφαρμογής του.
48. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, ο κίνδυνος τον οποίον επισείει η Επιτροπή, αν κριθεί παραδεκτή η προσφυγή της ΒΑΑ, να επεκταθεί σε δυνητικά απεριόριστο αριθμό προσώπων η δυνατότητα προσφυγής κατά αποφάσεων που αφορούν φορολογικά μέτρα γενικού χαρακτήρα, «έτσι ώστε να καταστεί κενό γράμμα η έννοια του “ατομικού συμφέροντος” την οποία προβλέπει το άρθρο 230 ΕΚ» (21), πρέπει νομίζω να αποκλειστεί.
49. Η Επιτροπή υποστηρίζει, τέλος, ότι η επιλογή των τριών μελών της αναιρεσείουσας, την ανταγωνιστική κατάσταση των οποίων έλαβε υπόψη το Πρωτοδικείο, φαίνεται αυθαίρετη και αναιτιολόγητη. Φρονώ ότι το επιχείρημα αυτό, αφενός, επαναλαμβάνει την επικριθείσα ανωτέρω θέση του καθού οργάνου, βάσει της οποίας, αν το επίμαχο μέτρο έχει γενική ισχύ, δεν αρκεί για τη θεμελίωση του παραδεκτού της προσφυγής να αποδείξει ο προσφεύγων ότι επηρεάζεται σημαντικά η θέση του στην αγορά, ενώ, αφετέρου, προδικάζει τη δεύτερη αιτίαση της Επιτροπής κατά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η οποία αφορά τον εσφαλμένο και αποσπασματικό χαρακτήρα της εκτιμήσεως του Πρωτοδικείου σχετικά με τον αντίκτυπο του AGL επί της ανταγωνιστικής θέσεως των μελών της αναιρεσείουσας. Εν πάση περιπτώσει, αρκεί να επισημανθεί συναφώς ότι, όπως ορθώς επισημαίνεται με τη σκέψη 47 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, σύμφωνα με τη νομολογία είναι παραδεκτή η προσφυγή εκ μέρους ενώσεως ενεργούσας αντί και εξ ονόματος ενός ή περισσότερων των μελών της τα οποία θα ηδύναντο αφ’ εαυτών να ασκήσουν παραδεκτώς προσφυγή (22). Στην προσφεύγουσα ένωση απόκειται συνεπώς να αποδείξει την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος για την άσκηση ατομικής προσφυγής από ένα ή περισσότερα μέλη της, ενώ στο Πρωτοδικείο απόκειται να εκτιμήσει αν αυτό αποδείχθηκε. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, το αιτιολογημένο ή όχι της επιλογής από την προσφεύγουσα ένωση των πληροφοριών που υπέβαλε προς αξιολόγηση στο Πρωτοδικείο εξαρτάται σε τελευταία ανάλυση αποκλειστικά και μόνον από την έκβαση της εν λόγω αξιολογήσεως.
50. Για όλους τους προεκτεθέντες λόγους φρονώ ότι η πρώτη αιτίαση την οποία προβάλλει η Επιτροπή στο πλαίσιο της αιτήσεως ανταναιρέσεως δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
51. Θα εξετάσω στη συνέχεια τη δεύτερη αιτίαση που προβάλλει η Επιτροπή κατά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
3. Επί της εσφαλμένης αξιολογήσεως από το Πρωτοδικείο της προϋποθέσεως που αφορά την ύπαρξη ουσιαστικής βλάβης της ανταγωνιστικής θέσεως των μελών της ΒΑΑ
52. Η Επιτροπή φρονεί, πρώτον, ότι κατά την εξέταση της υπάρξεως ουσιώδους επηρεασμού της θέσεως των μελών της ΒΑΑ στην αγορά, το Πρωτοδικείο, παραβιάζοντας τη νομολογία, και ιδίως την προπαρατεθείσα απόφαση Cofaz κ.λπ. κατά Επιτροπής, απλώς επιβεβαίωσε την ύπαρξη σχέσεως ανταγωνισμού μεταξύ των επιχειρήσεων στις οποίες επιβάλλεται ο AGL και των επιχειρήσεων οι οποίες απαλλάσσονται από αυτόν.
53. Όπως προανέφερα, στην παρούσα φάση εξελίξεως της νομολογίας, η προσφυγή κατά αποφάσεως εκδοθείσας βάσει του άρθρου 88, παράγραφος 3, ΕΚ, η οποία ασκείται από ανταγωνιστική επιχείρηση η οποία δεν συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις εφαρμογής της νομολογίας Cook κατά Επιτροπής και Matra κατά Επιτροπής, κρίνεται παραδεκτή αν η προσφεύγουσα αποδεικνύει ότι το μέτρο το οποίο αφορά η προσβαλλόμενη απόφαση επηρεάζει σημαντικά τη θέση της στην αγορά. Στην περίπτωση αυτή, μια επιχείρηση δεν μπορεί να επικαλεστεί αποκλειστικά και μόνον την ιδιότητά της ως ανταγωνίστριας της επιχειρήσεως που ωφελείται από το μέτρο, αλλά οφείλει περαιτέρω να αποδείξει ότι τελεί σε μια πραγματική κατάσταση η οποία την εξατομικεύει κατά τρόπο ανάλογο προς εκείνο του αποδέκτη της αποφάσεως (23).
54. Με τις σκέψεις 55 έως 63 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο, αποφαινόμενο επί της ενστάσεως απαραδέκτου που προέβαλε η Επιτροπή, εξέτασε αν η προσφεύγουσα «ανέφερε λυσιτελώς τους λόγους για τους οποίους ο AGL είναι ικανός να θίξει ουσιωδώς τη θέση ενός τουλάχιστον εκ των μελών της στην αγορά των αδρανών υλικών» (24). Κατ’ αρχάς, το Πρωτοδικείο επισήμανε ότι ο οικείος φόρος σκοπεί στη μετατόπιση ενός μέρους της ζητήσεως πρωτογενών αδρανών υλικών προς άλλα προϊόντα, τα οποία απαλλάσσονται του φόρου και ότι οι βρετανικές αρχές ανέμεναν μείωση της ζητήσεως πρωτογενών αδρανών υλικών κατά 8 έως 9 % ετησίως κατά μέσον όρο. Δεύτερον, αποφάνθηκε ότι ορισμένα μέλη της προσφεύγουσας, ιδίως οι Torrington Stone, Sherburn Stone Co. Ltd και Cloburn Quarry, τελούσαν ευθέως σε ανταγωνισμό έναντι απαλλασσομένων του φόρου παραγωγών υλικών οι οποίοι κατέστησαν ανταγωνιστικοί χάρη στη θέσπιση του AGL. Τρίτον, με τις σκέψεις 59 έως 61 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, καθώς και με τη σκέψη 65 όσον αφορά την απαλλαγή των εξαγωγών, το Πρωτοδικείο εξέτασε την ατομική κατάσταση των τριών αυτών επιχειρήσεων. Βάσει των στοιχείων που εξέτασε, το Πρωτοδικείο απέρριψε την ένσταση της Επιτροπής.
55. Από την ανάγνωση του σκεπτικού της αποφάσεως σχετικά με το υπό εξέταση σημείο προκύπτει ότι το Πρωτοδικείο δεν περιορίστηκε να επισημάνει γενικά την ύπαρξη σχέσεως ανταγωνισμού μεταξύ των προϊόντων που υπόκεινται στον AGL και των προϊόντων που απαλλάσσονται, αλλά στήριξε το συμπέρασμά του, σχετικά με τη βλάβη της θέσεως των μελών της προσφεύγουσας στην αγορά, σε μια σειρά στοιχείων, τα οποία εν μέρει στηρίχθηκαν στη φύση και τον σκοπό του AGL και εν μέρει προσκομίστηκαν από την αναιρεσείουσα. Από τα στοιχεία που προσκόμισε η αναιρεσείουσα προέκυψε, αφενός μεν, η αυξημένη ανταγωνιστική πίεση την οποία αντιμετώπισαν οι μικρού μεγέθους επιχειρήσεις, μέλη της προσφεύγουσας, λόγω της επιβολής του φόρου, αλλά και οι επακόλουθες δυσχέρειες διαχειρίσεως των αποθεμάτων, αφετέρου δε, ο αντίκτυπος της απαλλαγής των εισαγωγών στις τιμές τις οποίες εφάρμοζαν στην εσωτερική αγορά επιχειρήσεις δραστηριοποιούμενες και στον τομέα των εξαγωγών.
56. Συνεπώς, αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζει η Επιτροπή, το Πρωτοδικείο δεν επισήμανε απλώς την ύπαρξη σχέσεως ανταγωνισμού μεταξύ φορολογουμένων και απαλλασσομένων προϊόντων. Όσον αφορά τα νομολογιακά προηγούμενα τα οποία επικαλέστηκε η Επιτροπή, δεν φαίνεται να παρουσιάζουν ομοιότητες με την κρινόμενη υπόθεση τέτοιες που να επιτρέπουν τη σύγκρισή τους με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (25).
57. Η Επιτροπή αμφισβητεί επίσης την επάρκεια της αναλύσεως του Πρωτοδικείου σχετικά με την κατάσταση της Torrington Stone, διότι κατά την άποψή της δεν διευκρινίστηκαν οι συνέπειες «από άποψη τιμών, μεριδίων της αγοράς ή αποδοτικότητας της επιχειρήσεως» της αυξημένης πληθωριστικής πιέσεως που ασκήθηκε στην επιχείρηση λόγω της επιβολής του AGL. Ανάλογη επίκριση έγινε και κατά της αξιολογήσεως στην οποία προέβη το Πρωτοδικείο σχετικά με την κατάσταση της Sherburn Stone.
58. Συναφώς αρκεί ίσως να υπενθυμιστεί ότι, όπως διευκρίνισε πρόσφατα το Δικαστήριο, η ανταγωνιστική ζημία που είναι ικανή να χαρακτηρίσει την προσφεύγουσα επιχείρηση κατά την έννοια της νομολογίας Plaumann και Cofaz κ.λπ. κατά Επιτροπής δεν πρέπει «να συνάγεται κατ’ ανάγκη από στοιχεία όπως είναι η σημαντική μείωση του κύκλου εργασιών, μη αμελητέες οικονομικές απώλειες ή ακόμη σημαντική μείωση των μεριδίων αγοράς κατόπιν της χορηγήσεως της εν λόγω ενισχύσεως» (26), αλλά μπορεί κάλλιστα να έγκειται και σε «διαφυγόν κέρδος ή λιγότερο ευνοϊκή εξέλιξη από εκείνη που θα μπορούσε να σημειωθεί ελλείψει μιας τέτοιας ενισχύσεως» (27).
59. Τέλος, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι τόσο οι επιχειρήσεις δικαιούχοι της φερόμενης ως ενισχύσεως όσο και οι ανταγωνιστικές τους επιχειρήσεις είναι δυνητικά απεριόριστες σε αριθμό και ότι οι επιπτώσεις του AGL έχουν κλαδικό χαρακτήρα. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε το Πρωτοδικείο με την αναιρεσιβαλλόμενη υπόθεση συνεπάγονται ότι μια επιχείρηση μπορεί να αποδείξει ότι ζημιώνεται ουσιαστικά από μέτρο ενισχύσεως και συνεπώς να αναγνωριστεί ως ατομικά ενδιαφερόμενη κατά την έννοια του άρθρου 230 ΕΚ σε σχέση με την απόφαση που εγκρίνει την ενίσχυση, ακόμα και αν η κατάστασή της δεν τη διακρίνει κατ’ ουδένα τρόπο από πολυάριθμες άλλες επιχειρήσεις.
60. Πρόκειται για τα ίδια επιχειρήματα τα οποία προβλήθηκαν στο πλαίσιο της πρώτης αιτιάσεως και τα οποία, στο πλαίσιο της δεύτερης αιτιάσεως, πρέπει κατά τη γνώμη μου να ερμηνευθούν ως πρόσκληση προς το Δικαστήριο να εφαρμόσει αυστηρότερες παραμέτρους κρίσεως για την αξιολόγηση του επηρεασμού της καταστάσεως της προσφεύγουσας επιχειρήσεως στην αγορά, όταν πρόκειται για μέτρο γενικού χαρακτήρα.
61. Η κατεύθυνση αυτή φαίνεται να επιβεβαιώνεται σε κάποιο βαθμό από τη νομολογία. Όπως έχει επισημάνει ο γενικός εισαγγελέας F. Jacobs με τις προτάσεις του στην προπαρατεθείσα υπόθεση ARE, «η νομολογία –έστω και κατά τρόπο όχι συνεπή– φαίνεται να εφαρμόζει και αυτή ένα αυστηρότερο κριτήριο, προς απόδειξη του επηρεασμού της ανταγωνιστικής θέσεως του προσφεύγοντος, όταν το καθεστώς ενισχύσεων είναι γενικής φύσεως» (28). Ο γενικός εισαγγελέας F. Jacobs ανέφερε το παράδειγμα της προπαρατεθείσας αποφάσεως Khan Schepvaart κατά Επιτροπής. Με το ίδιο πνεύμα μπορεί να ερμηνευθεί και η σκέψη 72 της αποφάσεως ARE (29).
62. Παρά τα όσα προαναφέρθηκαν, φρονώ, εντούτοις, ότι η κατεύθυνση την οποία υποστηρίζει η Επιτροπή δεν πρέπει να γίνει δεκτή, τουλάχιστον στην κρινόμενη υπόθεση.
63. Γενικά, θα πρέπει να υπογραμμιστεί ιδίως ότι η απόφαση Cofaz κ.λπ. κατά Επιτροπής καθόρισε τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληροί μια επιχείρηση για να νομιμοποιείται να προσφύγει κατά της αποφάσεως με την οποία εγκρίνεται η χορήγηση ενισχύσεως σε ανταγωνιστικές επιχειρήσεις καθιστώντας λιγότερο επαχθές το βάρος αποδείξεως που έφερε σύμφωνα με την απόφαση Plaumann ο προσφεύγων, ο οποίος δεν είναι αποδέκτης της προσβαλλομένης πράξεως. Μετά την απόφαση Cofaz κ.λπ. κατά Επιτροπής, η απόδειξη ότι το μέτρο ενισχύσεως θίγει ουσιωδώς την ανταγωνιστική θέση της προσφεύγουσας επιχειρήσεως θεωρείται ότι αρκεί για να νομιμοποιήσει την εν λόγω επιχείρηση να προσφύγει κατά της αποφάσεως με την οποία εγκρίθηκε το μέτρο, ανεξαρτήτως του αν ανάλογο επηρεασμό μπορεί ενδεχομένως να επικαλεστεί απεριόριστος αριθμός άλλων ανταγωνιστών (30).
64. Η κρινόμενη περίπτωση πρέπει να διακριθεί από την περίπτωση που αφορούσαν οι υποθέσεις Khan Scheepvart κατά Επιτροπής και ARE. Στην πρώτη υπόθεση, με την προσβαλλόμενη απόφαση είχε εγκριθεί καθεστώς ενισχύσεων το οποίο η Ολλανδική Κυβέρνηση έπρεπε να εφαρμόσει μέσω της χορηγήσεως ατομικών ενισχύσεων. Στην περίπτωση εκείνη, όπως επισήμανε το Δικαστήριο, δεν ήταν δυνατό να εξατομικευθούν ούτε όσοι ωφελούνται πραγματικά από τα μέτρα που ενέκρινε η Επιτροπή ούτε κατά συνέπεια και οι ανταγωνιστές τους. Το Δικαστήριο κατέληξε ότι η βλάβη που επικαλούνταν οι προσφεύγουσες επιχειρήσεις ήταν απλώς δυνητική. Κατ’ αναλογία, στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση ARE, το επίδικο πρόγραμμα παραχωρήσεως γαιών απλώς προσδιόριζε τις κατηγορίες δυνητικών δικαιούχων. Για τον λόγο αυτό ήταν αδύνατο να προσδιοριστεί η ταυτότητα ή ο αριθμός των μελλοντικών παραχωρησιούχων, και κατά συνέπεια η ταυτότητα και ο αριθμός των ανταγωνιστών τους. Στην προκειμένη περίπτωση, αντιθέτως, το επίμαχο εθνικό μέτρο έχει μεν γενική ισχύ, πλην όμως το πεδίο εφαρμογής του καθορίζεται κατά τρόπο που επιτρέπει να προσδιοριστούν τόσον οι επιχειρήσεις που υπόκεινται στον φόρο όσο και οι επιχειρήσεις που απαλλάσσονται και για τον λόγο αυτό τίθενται, σύμφωνα με την αναιρεσείουσα, σε πλεονεκτικότερη θέση.
65. Εξάλλου, κατά την άποψή μου, δεν πρέπει να αγνοηθεί το γεγονός ότι το επίμαχο εθνικό μέτρο επιδιώκει τον συγκεκριμένο σκοπό της μετακυλίσεως μέρους της ζητήσεως αδρανών υλικών από τα πρωτογενή αδρανή υλικά σε υποκατάστατά τους. Πρόκειται συνεπώς για μέτρο σκοπός του οποίου είναι να έχει άμεση επίπτωση στη δομή της αγοράς του οικείου προϊόντος και, κατά συνέπεια, και στην ανταγωνιστική θέση των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στην εν λόγω αγορά (31). Με την προπαρατεθείσα απόφαση Lenzing, το Δικαστήριο επιβεβαίωσε, μεταξύ άλλων, ότι ο επηρεασμός της θέσεως της προσφεύγουσας στην αγορά «δύναται να ποικίλλει ανάλογα με μεγάλο αριθμό παραγόντων όπως, ιδίως, τη δομή της επίδικης αγοράς ή τη φύση της εν λόγω ενισχύσεως». Φρονώ ότι, μεταξύ των εγγενών παραγόντων της φύσεως της ενισχύσεως πρέπει να περιληφθούν και τα αποτελέσματα στα οποία αποβλέπουν οι εθνικές αρχές μέσω της παρεμβάσεώς τους, και μάλιστα ανεξαρτήτως της κλαδικής φύσεως των αποτελεσμάτων αυτών.
66. Για όλους τους προεκτεθέντες λόγους, φρονώ ότι και η δεύτερη αιτίαση που προβάλλει η Επιτροπή κατά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως πρέπει να απορριφθεί.
67. Προτείνω, συνεπώς, στο Δικαστήριο να απορρίψει καθ’ ολοκληρία την αίτηση ανταναιρέσεως.
4. Τελικές παρατηρήσεις σχετικά με την αίτηση ανταναιρέσεως
68. Μένει να εξεταστεί το επιχείρημα που προέβαλε η αναιρεσείουσα σε αντίκρουση της ενστάσεως απαραδέκτου, σύμφωνα με το οποίο το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα είχε επικαλεστεί, προς θεμελίωση της προσφυγής της ενώπιον του Πρωτοδικείου, αθέτηση της υποχρεώσεως της Επιτροπής να κινήσει επίσημη διαδικασία εξετάσεως σύμφωνα με το άρθρο 88, παράγραφος 2, ΕΚ αρκεί από μόνο του ώστε να κριθεί, βάσει της νομολογίας Cook κατά Επιτροπής και Matra κατά Επιτροπής, καθ’ ολοκληρία παραδεκτή η προσφυγή, συμπεριλαμβανομένων των λόγων με τους οποίους αμφισβητείται η ουσία της προσβαλλομένης αποφάσεως (32). Το επιχείρημα αυτό αποκτά σημασία μόνον αν το Δικαστήριο καταλήξει, αντιθέτως προς ό,τι προτείνω, στο συμπέρασμα ότι η αναιρεσείουσα δεν πληροί τις προϋποθέσεις παραδεκτού τις οποίες τάσσει η νομολογία Plaumann και Cofaz κ.λπ. κατά Επιτροπής. Στην περίπτωση αυτή, πράγματι, το Δικαστήριο θα πρέπει να αξιολογήσει αν και σε ποιο βαθμό η προσφυγή θα μπορούσε να κριθεί παραδεκτή βάσει των κριτηρίων που προβλέπει η νομολογία Cook κατά Επιτροπής και Matra κατά Επιτροπής.
69. Η εξέταση του επιχειρήματος αυτού μου δίνει το έναυσμα για μερικές συνοπτικές σκέψεις γενικότερης σημασίας. Πρόθεσή μου δεν είναι να συμβάλω στη συζήτηση σχετικά με τη σκοπιμότητα αναθεωρήσεως της ισχύουσας νομολογίας για τις προϋποθέσεις παραδεκτού προσφυγών κατά των αποφάσεων που εκδίδει η Επιτροπή στο πλαίσιο της διαδικασίας ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων (33). Συνεπώς, θα περιοριστώ σε μερικές σύντομες παρατηρήσεις.
70. Όπως προανέφερα, σύμφωνα με τη νομολογία, οι προϋποθέσεις παραδεκτού οι οποίες πρέπει να πληρούνται για την άσκηση προσφυγής κατά αποφάσεως που έχει εκδοθεί δυνάμει του άρθρου 88, παράγραφος 3, ΕΚ, χωρίς να κινηθεί η διαδικασία του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ, διαφέρουν ανάλογα με το αν η προσφυγή αποσκοπεί στη διασφάλιση των διαδικαστικών προνομίων που αντλεί ο προσφεύγων από την εν λόγω διάταξη ή στην αμφισβήτηση «του βάσιμου της ίδιας της αποφάσεως περί εκτιμήσεως της ενισχύσεως». Στην πρώτη περίπτωση αρκεί να αποδειχθεί η ιδιότητα του ενδιαφερομένου κατά την έννοια του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ, ενώ στη δεύτερη είναι απαραίτητο να αποδειχθεί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αφορά τον προσφεύγοντα ατομικώς κατά την έννοια της νομολογίας Plaumann. Επίσης, όταν ενεργεί απλώς με την ιδιότητα του ενδιαφερομένου κατά την έννοια του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ, ο προσφεύγων υποχρεούται να προβάλει ρητώς με την προσφυγή ένα λόγο με τον οποίο να προσάπτεται παραβίαση των διαδικαστικών εγγυήσεων που προβλέπει η εν λόγω διάταξη υπέρ του προσφεύγοντος ή αθέτηση της υποχρεώσεως της Επιτροπής να κινήσει επίσημη διαδικασία εξετάσεως. Το Δικαστήριο πρακτικά αποκλείει κάθε δυνατότητα να θεραπευθεί η μη επίκληση αυτών των λόγων μέσω νέου χαρακτηρισμού των λόγων που προβλήθηκαν ρητώς.
71. Φρονώ ότι οι λόγοι γι’ αυτήν την ιδιαίτερα πολύπλοκη και μάλλον τυπολατρική νομολογία είναι η ανάγκη να εξασφαλιστεί ότι, αν η προσφυγή ασκείται από πρόσωπο που προβάλλει μόνον την ιδιότητα του ενδιαφερομένου κατά την έννοια του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ, ο έλεγχος τον οποίον ασκεί ο κοινοτικός δικαστής επί της προσβαλλομένης αποφάσεως θα περιορίζεται στο μέτρο που είναι αναγκαίο για να εξασφαλιστεί η τήρηση των διαδικαστικών προνομίων τα οποία αναγνωρίζει η εν λόγω διάταξη. Αυτό θα συνέβαινε αν ο κοινοτικός δικαστής δεν περιοριζόταν να εξακριβώσει την πλήρωση των προϋποθέσεων που καθιστούν σύννομη τη μη κίνηση της επίσημης διαδικασίας εξετάσεως –με άλλα λόγια την ανυπαρξία σημαντικών δυσκολιών για τον χαρακτηρισμό του μέτρου ως ενισχύσεως (34) ή/και για την αξιολόγηση της συμβατότητάς του με την κοινή αγορά– αλλά διαπίστωνε την ύπαρξη ενισχύσεως (ή μεμονωμένων στοιχείων συνιστώντων ενίσχυση τα οποία η Επιτροπή έκρινε ότι δεν υφίσταντο) ή την απουσία των προϋποθέσεων τις οποίες επικαλέστηκε η Επιτροπή προκειμένου να κηρύξει το μέτρο συμβατό με τη Συνθήκη. Στην περίπτωση αυτή, πράγματι, ο προσφεύγων θα επιτύγχανε, εκτός από την κίνηση της επίσημης διαδικασίας εξετάσεως, και τη δέσμευση της Επιτροπής όσον αφορά τις διαπιστώσεις αυτές του κοινοτικού δικαστή (35), προδικάζοντας έτσι, τουλάχιστον εν μέρει, το περιεχόμενο της αποφάσεως που θα εκδοθεί μετά το πέρας της εν λόγω διαδικασίας, δηλαδή μιας πράξεως την οποία ο προσφεύγων δεν νομιμοποιείται να προσβάλει απλώς και μόνο με την ιδιότητα του ενδιαφερομένου κατά την έννοια του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ.
72. Εντούτοις, δεν νομίζω ότι απαιτείται, προκειμένου να πληρωθεί η απαίτηση να προσαρμόζεται η έκταση του δικαιοδοτικού ελέγχου επί της προσβαλλομένης πράξεως στην ιδιότητα που προβάλλει ο προσφεύγων για τη νομιμοποίησή του, δέσμευση του προσφεύγοντος να ακολουθήσει, κατά την προβολή των λόγων προσφυγής του, συγκεκριμένη διατύπωση που επιβάλλεται επί ποινή απαραδέκτου της προσφυγής, αλλά αρκεί να θεωρηθεί ότι λόγοι με τους οποίους σκοπείται τυπικώς να διαπιστωθεί η ύπαρξη ενισχύσεως ή ότι η ενίσχυση δεν συμβιβάζεται με τη Συνθήκη, κατ’ ουσίαν απλώς προβάλλουν την ύπαρξη σοβαρών δυσχερειών σχετικά με τον χαρακτηρισμό του μέτρου ή την αξιολόγηση της συμβατότητάς του, ή τουλάχιστον αμφισβητούν την προσφορότητα των λόγων για τους οποίους αποκλείστηκε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, η ύπαρξη των εν λόγω δυσχερειών.
73. Πεποίθησή μου είναι ότι η πολυπλοκότητα της νομολογίας που εξετάστηκε προηγουμένως και οι δυσχέρειες που συνδέονται με τη συγκεκριμένη εφαρμογή της απορρέουν σε τελευταία ανάλυση από την ιδιομορφία των αποφάσεων που εκδίδονται βάσει του άρθρου 88, παράγραφος 3, ΕΚ.
74. Οι αποφάσεις αυτές, οι οποίες δεν προϋποθέτουν την κίνηση επίσημης διαδικασίας εξετάσεως, είναι πράξεις που εκδίδονται μετά την ολοκλήρωση ενός συνοπτικού ελέγχου, ο οποίος διεξάγεται εντός περιορισμένου χρονικού διαστήματος, ως επί το πλείστον στο πλαίσιο διαλόγου αποκλειστικώς μεταξύ της Επιτροπής και του οικείου κράτους μέλους. Πρόθεση του νομοθέτη ήταν με τις πράξεις αυτές να παρέχεται η δυνατότητα στην Επιτροπή να αποφεύγει τις χρονοβόρες διαδικασίες μιας πλήρους έρευνας στην περίπτωση κατά την οποία παρουσιάζεται prima facie πρόδηλη ανυπαρξία ενισχύσεως ή συμβατότητα της ενισχύσεως με την κοινή αγορά.
75. Δεδομένης της φύσεως των πράξεων αυτών, διερωτώμαι μήπως είναι σκοπιμότερο ο επ’ αυτών έλεγχος του κοινοτικού δικαστή να περιορίζεται σε κάθε περίπτωση, και συνεπώς ανεξαρτήτως του ερείσματος της νομιμοποιήσεως του προσφεύγοντος, στην εξακρίβωση της υπάρξεως των προϋποθέσεων που καθιστούν σύννομη τη μη κίνηση της επίσημης διαδικασίας εξετάσεως, ή καλύτερα στην εξακρίβωση ότι δεν υπάρχουν αμφιβολίες όσον αφορά το γεγονός ότι το μέτρο δεν αποτελεί ενίσχυση ή το γεγονός ότι η ενίσχυση είναι συμβατή με την κοινή αγορά. Η κρίση επί των «ζητημάτων της ουσίας», με άλλα λόγια η διαπίστωση της υπάρξεως ή της ανυπαρξίας ενισχύσεως ή της συμβατότητάς της παραπέμπεται κατ’ αυτόν τον τρόπο, σε περίπτωση ακυρώσεως, στην εξέταση της προσφυγής που θα ασκηθεί ενδεχομένως κατά της τελικής αποφάσεως που θα εκδώσει η Επιτροπή μετά το πέρας της προαναφερθείσας διαδικασίας. Αυτό θα καθιστούσε δυνατό να αποφευχθεί το ενδεχόμενο ο κοινοτικός δικαστής, κρίνοντας οριστικώς ζητήματα για τα οποία η Επιτροπή στην πραγματικότητα αποφάνθηκε απλώς prima facie, μετά από αρχική έρευνα, να υπερβεί τα όρια του κανονικού ελέγχου νομιμότητας για τον οποίο είναι αρμόδιος στο πλαίσιο της διαδικασίας ακυρώσεως.
76. Όσον αφορά τέλος το επιχείρημα της BAA το οποίο προανέφερα στο σημείο 68, από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι, μολονότι η ΒΑΑ μπορεί να επικαλεστεί αποκλειστικά την ιδιότητά της ως ενδιαφερομένης κατά την έννοια του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ, το γεγονός και μόνον ότι μεταξύ των λόγων της πρωτόδικης προσφυγής είχε προβάλει και λόγο σχετικό με την αθέτηση της υποχρεώσεως της Επιτροπής να κινήσει την επίσημη διαδικασία εξετάσεως δεν της επιτρέπει, αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζει η ίδια, να αναγκάσει το Πρωτοδικείο να αποφανθεί επί του χαρακτηρισμού του AGL σύμφωνα με το άρθρο 87, παράγραφος 1, ΕΚ.
Επί της αιτήσεως αναιρέσεως
77. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε ότι ο AGL δεν μπορεί να χαρακτηριστεί κρατική ενίσχυση διότι, δεν εμπεριέχει κανένα επιλεκτικό προνόμιο. Ο πρώτος, ο τρίτος και ο τέταρτος λόγος της κύριας αναιρέσεως βάλλουν κατά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως διότι επικύρωσε τη σχετική αξιολόγηση της Επιτροπής. Οι λόγοι αυτοί θα εξεταστούν διαδοχικά στη συνέχεια (υπό 2, 3 και 4). Προηγουμένως θα εξεταστεί συνοπτικά η νομολογία σχετικά με τον επιλεκτικό χαρακτήρα (υπό 1).
78. Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως αφορά την έκταση του ελέγχου του Πρωτοδικείου επί της προσβαλλομένης αποφάσεως και θα εξεταστεί στη συνέχεια υπό 5.
79. Τέλος θα εξετάσω υπό 6 τον πέμπτο και τον έκτο λόγο με τους οποίους προσάπτεται στο Πρωτοδικείο ότι υπέπεσε σε νομική πλάνη κατά την αξιολόγηση, αντιστοίχως, της υποχρεώσεως της Επιτροπής να κινήσει επίσημη διαδικασία εξετάσεως και της επαρκούς αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως.
1. Συνοπτική παρουσίαση της νομολογίας περί επιλεκτικού χαρακτήρα των κρατικών ενισχύσεων
80. Σύμφωνα με το άρθρο 87, παράγραφος 1, ΕΚ, για να χαρακτηριστεί ένα μέτρο ως ενίσχυση, πρέπει να ευνοεί ορισμένες επιχειρήσεις ή ορισμένους κλάδους παραγωγής, δηλαδή πρέπει να έχει επιλεκτικό χαρακτήρα.
81. Βάσει της προϋποθέσεως του επιλεκτικού χαρακτήρα αποκλείονται της εφαρμογής των διατάξεων περί κρατικών εγγυήσεων τα λεγόμενα γενικά μέτρα, σκοπός των οποίων δεν είναι η στήριξη συγκεκριμένων δραστηριοτήτων ή επιχειρήσεων, αλλά του συνόλου των οικονομικών παραγόντων που δραστηριοποιούνται στο έδαφος του οικείου κράτους. Συναφώς η νομολογία, αφενός, έχει διευκρινίσει ότι δημόσια παρέμβαση υπέρ απεριόριστου αριθμού δικαιούχων που εξατομικεύονται με την εφαρμογή μιας σειράς αντικειμενικών κριτηρίων πρέπει να αναλύεται ως καθεστώς ενισχύσεων που συνιστά επιλεκτικό μέτρο αν, λόγω των κριτηρίων εφαρμογής του, ευνοεί ορισμένες επιχειρήσεις ή ορισμένους κλάδους παραγωγής, αποκλείοντας άλλους (36). Αφετέρου, η νομολογία έχει διευκρινίσει ότι και μέτρα που κατά τα φαινόμενα είναι γενικά, καθόσον δεν περιορίζονται σε συγκεκριμένο κλάδο ούτε σε συγκεκριμένη περιοχή, και δεν απευθύνονται σε περιορισμένη κατηγορία επιχειρήσεων ενδέχεται να εμπίπτουν στην απαγόρευση του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ, αν η εφαρμογή τους, όσον αφορά ιδίως την επιλογή των αποδεκτών, το ύψος και τις προϋποθέσεις της χρηματοοικονομικής παρεμβάσεως, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια των εθνικών αρχών. Το Δικαστήριο έχει επίσης διευκρινίσει ότι μια ενίσχυση μπορεί να είναι επιλεκτική ακόμη και όταν αφορά έναν ολόκληρο οικονομικό κλάδο (37).
82. Γενικότερα, από τη νομολογία προκύπτει ότι η πλήρωση της προϋποθέσεως του επιλεκτικού χαρακτήρα πρέπει να αποτελεί αντικείμενο αξιολογήσεως κατά περίπτωση, αποβλέπουσας στο να εξακριβωθεί αν το οικείο μέτρο, λαμβανομένης υπόψη της φύσεως, του πεδίου και του τρόπου εφαρμογής και των επιπτώσεών του, συνιστά ή όχι πλεονέκτημα το οποίο ευνοεί αποκλειστικά ορισμένες επιχειρήσεις ή ορισμένους κλάδους παραγωγής (38). Εφόσον διαπιστωθεί η ύπαρξη ενός τέτοιου πλεονεκτήματος, ακόμα και η μη επιβολή νέου φόρου σε συγκεκριμένες επιχειρήσεις μπορεί να συνιστά ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ (39).
83. Όσον αφορά ειδικότερα τις κρατικές παρεμβάσεις φορολογικού χαρακτήρα, έχει διευκρινιστεί νομολογιακώς ότι ακόμα και μέτρα που έχουν επιλεκτικό χαρακτήρα, καθόσον εισάγουν διαφοροποίηση μεταξύ επιχειρήσεων, είναι πιθανό να μη χαρακτηριστούν ενίσχυση εφόσον η διαφοροποίηση αυτή προκύπτει από τη φύση ή την οικονομία του συστήματος επιβαρύνσεων στο οποίο εντάσσονται (40). Κατά συνέπεια, σύμφωνα με το Δικαστήριο, για να αξιολογηθεί ο επιλεκτικός χαρακτήρας μέτρου προς τον σκοπό της εφαρμογής του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ, «πρέπει να εξεταστεί αν, στο πλαίσιο ενός δεδομένου νομικού πλαισίου, το εν λόγω μέτρο συνιστά πλεονέκτημα για ορισμένες επιχειρήσεις σε σχέση προς άλλες οι οποίες τελούν σε συγκρίσιμη πραγματική και νομική κατάσταση» (41).
84. Υπό το πρίσμα της προπαρατεθείσας νομολογίας πρέπει να αξιολογηθεί αν το Πρωτοδικείο υπέπεσε στις διάφορες νομικές πλάνες τις οποίες προβάλλει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο, τον τρίτο και τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως.
2. Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως που αφορά παράβαση του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ
85. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως η BAA βάλλει κατά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως υποστηρίζοντας ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε διάφορες νομικές πλάνες κατά την εφαρμογή του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ. Η αναιρεσείουσα προβάλλει τρεις ιδίως αιτιάσεις.
86. Πρώτον, υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο εφάρμοσε μια μη αντικειμενική έννοια της ενισχύσεως. Παρατηρεί ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, το γεγονός ότι ένα φορολογικό μέτρο επιδιώκει σκοπούς γενικής πολιτικής δεν εμποδίζει τον χαρακτηρισμό του ως κρατικής ενισχύσεως, αλλά επηρεάζει αποκλειστικά και μόνον το αποτέλεσμα της αξιολογήσεως αν οι διακρίσεις τις οποίες θεσπίζει ο νομοθέτης όσον αφορά την οριοθέτηση του πεδίου εφαρμογής του δικαιολογούνται λόγω της φύσεως και της οικονομίας του ίδιου του μέτρου. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αντιθέτως, το Πρωτοδικείο υιοθέτησε διαφορετική προσέγγιση αναγνωρίζοντας στα κράτη μέλη ευρύ περιθώριο διακριτικής ευχέρειας όσον αφορά τον καθορισμό της σφαίρας επιβολής φορολογικών μέτρων που αποβλέπουν στην επίτευξη σκοπών προστασίας του περιβάλλοντος και αποκλείοντας τη δυνατότητα τα μέτρα αυτά να έχουν επιλεκτικό χαρακτήρα, ακόμα και αν θεσπίζουν διάκριση μεταξύ επιχειρήσεων ευρισκομένων σε συγκρίσιμη κατάσταση, η οποία δεν δικαιολογείται από περιβαλλοντικούς λόγους.
87. Δεύτερον, το Πρωτοδικείο εκτίμησε τον επιλεκτικό χαρακτήρα της ενισχύσεως κατά τρόπο αποκλίνοντα από την εκτίμηση που πραγματοποιήθηκε με την απόφαση ADRIA-WIEN PIPELINE και WIETERSDORFER & PEGGAUER ZEMENTWERKE (42).
88. Τέλος, το Πρωτοδικείο απέκλεισε τον επιλεκτικό χαρακτήρα του AGL χωρίς να προσδιορίσει επακριβώς τον κλάδο στον οποίο επιβάλλεται. Η τρίτη αυτή αιτίαση πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να κηρυχθεί απαράδεκτη, διότι αμφισβητεί κατ’ ουσίαν την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών από το Πρωτοδικείο.
89. Συνεπώς, θα εξετάσω στη συνέχεια μόνον την πρώτη και τη δεύτερη αιτίαση, οι οποίες πρέπει, κατά την άποψή μου, να σχολιαστούν από κοινού.
90. Για την εξέταση αυτή θα πρέπει να ληφθούν υπόψη, ιδίως, οι σκέψεις 114 έως 118 και 120 έως 121 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Τα διάφορα στάδια της συλλογιστικής που ακολούθησε το Πρωτοδικείο μπορούν να συνοψιστούν ως εξής.
91. Πρώτον, το Πρωτοδικείο χαρακτηρίζει τον οικολογικό φόρο ως «αυτοτελές φορολογικό μέτρο» (43), που δεν εντάσσεται σε ένα γενικό σύστημα φορολογήσεως και «διακρίνεται από τον περιβαλλοντικό σκοπό του και την ειδική φορολογική βάση του» (44). Από τον ορισμό αυτόν προκύπτει ότι η μη επιβολή του οικολογικού φόρου σε δραστηριότητες παρεμφερείς με τις φορολογούμενες που έχουν παρόμοιο αντίκτυπο στο περιβάλλον δεν μπορεί να εξομοιωθεί με φοροαπαλλαγή που εισάγει παρέκκλιση από σύστημα επιβαρύνσεων επιβαλλόμενο γενικώς στις επιχειρήσεις (45).
92. Στη συνέχεια, το Πρωτοδικείο παρατηρεί ότι τα κράτη μέλη, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους σε θέματα περιβαλλοντικής πολιτικής, «είναι θεμιτό [...] να θεσπίζουν τομεακούς οικολογικούς φόρους, προκειμένου να επιτυγχάνουν ορισμένους περιβαλλοντικούς στόχους». Ειδικότερα, τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα, «σε επίπεδο εξισορροπήσεως των διαφόρων διακυβευομένων συμφερόντων, [να προβαίνουν σε] ορισμ[ό] των προτεραιοτήτων τους σε θέματα προστασίας του περιβάλλοντος και επακόλουθ[ο] καθορισμ[ό] των αγαθών ή υπηρεσιών που αποφασίζουν να επιβαρύνουν με οικολογικό φόρο» (46).
93. Με τη σκέψη 117 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, εντός αυτού του νομικού πλαισίου, «εναπόκειται στην Επιτροπή, κατά την εκτίμηση ενός οικολογικού φόρου υπό το φως των αφορώντων τις κρατικές ενισχύσεις κοινοτικών κανόνων, να λάβει υπόψη τις συνδεόμενες με την προστασία του περιβάλλοντος κατά το άρθρο 6 ΕΚ απαιτήσεις». Το συμπέρασμα αυτό δικαιολογείται, σύμφωνα με το Πρωτοδικείο, λόγω της διατυπώσεως του οικείου άρθρου το οποίο «προβλέπει ότι οι σχετικές απαιτήσεις πρέπει να ενταχθούν στον καθορισμό και στην εφαρμογή ιδίως ενός καθεστώτος διασφαλίζοντος ότι δεν νοθεύεται εντός της εσωτερικής αγοράς ο ανταγωνισμός».
94. Με τις σκέψεις 120 και 121 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο απορρίπτει τον ισχυρισμό της προσφεύγουσας που βασίζεται στην απόφαση ADRIA-WIEN PIPELINE και WIETERSDORFER & PEGGAUER ZEMENTWERKE. Παρατηρεί ότι, στην απόφαση εκείνη, «το Δικαστήριο είχε κληθεί να εξετάσει όχι την οριοθέτηση του καθ’ ύλη πεδίου εφαρμογής ενός οικολογικού φόρου, όπως εν προκειμένω, αλλά τη μερική απαλλαγή από την καταβολή ενός παρόμοιου φόρου [...] η οποία είχε προβλεφθεί μόνον υπέρ των επιχειρήσεων παραγωγής ενσωμάτων αγαθών (47)» και συνεχίζει υπογραμμίζοντας ότι «η αμφισβητούμενη διαφοροποίηση δεν αναγόταν στον τύπο προϊόντος υποκειμένου στο συγκεκριμένο οικολογικό φόρο, αλλά στους επαγγελματικούς χρήστες ανάλογα με το αν ασκούσαν τις δραστηριότητές τους ή όχι στον πρωτογενή και δευτερογενή τομέα της εθνικής οικονομίας».
95. Η προσέγγιση την οποία ακολούθησε το Πρωτοδικείο, όπως προκύπτει από την εξέταση των προαναφερθεισών σκέψεων της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, μπορεί να χαρακτηριστεί βαθύτατα καινοτόμος σε σχέση με την κοινοτική νομολογία για την εφαρμογή της προϋποθέσεως του επιλεκτικού χαρακτήρα, και γενικότερα της έννοιας της ενισχύσεως σύμφωνα με το άρθρο 87, παράγραφος 1, ΕΚ.
96. Πράγματι, κατά πάγια νομολογία, ούτε ο φορολογικός χαρακτήρας ούτε ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του οικείου κρατικού μέτρου ή οι στόχοι προστασίας του περιβάλλοντος τους οποίους επιδιώκει (48) αρκούν για να αποκλείσουν την εφαρμογή της απαγορεύσεως την οποία τάσσει το άρθρο 87 ΕΚ. Όπως έχουν διακηρύξει κατ’ επανάληψη τα κοινοτικά δικαστήρια, η διάταξη αυτή δεν προβαίνει σε διάκριση των κρατικών παρεμβάσεων ανάλογα με τις αιτίες ή τους σκοπούς τους, αλλά τις ορίζει σε συνάρτηση με τα αποτελέσματά τους (49).
97. Συνεπώς, οι σκοποί τους οποίους διώκει το μέτρο συνεκτιμώνται μόνον κατά το στάδιο που ακολουθεί τον χαρακτηρισμό του μέτρου ως ενισχύσεως, δηλαδή κατά την αξιολόγηση της συμβατότητας του μέτρου με την κοινή αγορά. Αν σε ορισμένες περιπτώσεις οι προθέσεις του εθνικού νομοθέτη κατά τη θέσπιση του μέτρου και οι σκοποί τους οποίους επιδίωκε συνεκτιμήθηκαν από τον κοινοτικό δικαστή κατά το στάδιο του χαρακτηρισμού του μέτρου, αυτό έγινε αποκλειστικά και μόνον προκειμένου να αξιολογηθεί αν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την ύπαρξη ενισχύσεως (50) και όχι για να αποκλειστεί a priori το μέτρο από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ.
98. Αιτιολογώντας βάσει των περιβαλλοντικών σκοπών του οικολογικού φόρου ενδεχόμενες διαφοροποιήσεις μεταξύ επιχειρήσεων (ή κλάδων παραγωγής) που βρίσκονται σε συγκρίσιμη κατάσταση σε σχέση με τους σκοπούς αυτούς, το Πρωτοδικείο σαφώς τοποθετείται σε μια οπτική υπερβάσεως της προπαρατεθείσας νομολογίας. Πράγματι, η προσέγγιση που ακολουθεί αποκλείει εκ προοιμίου το ενδεχόμενο η μη επιβολή του οικολογικού φόρου σε ορισμένες επιχειρήσεις να θεωρηθεί επιλεκτικό πλεονέκτημα σύμφωνα με το άρθρο 87 ΕΚ, χωρίς να χρειάζεται να αναλυθεί η σχέση ανταγωνισμού που υφίσταται ενδεχομένως μεταξύ των εν λόγω επιχειρήσεων και των επιχειρήσεων στις οποίες επιβάλλεται ο φόρος, και μάλιστα ανεξαρτήτως της εκτιμήσεως των επιπτώσεων του οικείου μέτρου (51).
99. Επιπλέον, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που εξετάζει τους ισχυρισμούς της BAA σχετικά με την ύπαρξη ανακολουθιών κατά την οριοθέτηση του πεδίου εφαρμογής του AGL (52), καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι ισχυρισμοί αυτοί δεν θα γίνονταν δεκτοί αν είχαν εξεταστεί με παράμετρο τη φύση και τη γενική οικονομία του επίδικου φορολογικού συστήματος, σύμφωνα με τη νομολογία που παρατέθηκε στο ανωτέρω σημείο 83 (53). Πράγματι, βασιζόμενο στην παραδοχή ότι τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να σταθμίζουν, για την οριοθέτηση του πεδίου εφαρμογής οικολογικού φόρου, τα διάφορα συμφέροντα που διακυβεύονται (54), το Πρωτοδικείο δέχεται ότι η ύπαρξη ενδεχόμενων ανακολουθιών ή διαφορετικής μεταχειρίσεως μπορεί να δικαιολογείται, ακόμα και αν αιτιολογείται από σκοπούς διαφορετικούς από την προστασία του περιβάλλοντος, ή ακόμα και από την εσωτερική λογική του μέτρου (55).
100. Όσον αφορά, τέλος, το τμήμα του σκεπτικού της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως με το οποίο απορρίπτεται το επιχείρημα της BAA που βασίζεται στην απόφαση ADRIA-WIEN PIPELINE και WIETERSDORFER & PEGGAUER ZEMENTWERKE, η ανάλυση του Πρωτοδικείου εστιάζει την προσοχή στις τυπικές πτυχές του επίδικου μέτρου, για παράδειγμα στη νομοθετική τεχνική που χρησιμοποίησαν οι εθνικές αρχές. Από την άποψη του αντικτύπου στον ανταγωνισμό, εντούτοις, δεν υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ, αφενός, της επιβολής γενικού φόρου από τον οποίον απαλλάσσονται συγκεκριμένοι δικαιούχοι και, αφετέρου, της επιβολής επιβαρύνσεως σε συγκεκριμένους φορολογουμένους και της απαλλαγής άλλων που βρίσκονται σε συγκρίσιμη κατάσταση. Και στην περίπτωση αυτή, φρονώ ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αποστασιοποιείται από την προσέγγιση που ευνοεί την ανάλυση με βάση τις επιπτώσεις του μέτρου.
101. Η λύση την οποία προτείνει το Πρωτοδικείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, μολονότι περιορίζεται στις κρατικές παρεμβάσεις οι οποίες ενέχουν επιβολή επιβαρύνσεων σε συγκεκριμένο κλάδο για περιβαλλοντικούς λόγους, δεν πρέπει κατά τη γνώμη μου να επικυρωθεί από το Δικαστήριο.
102. Πράγματι, ούτε το γεγονός ότι τα φορολογικά και τα περιβαλλοντικά θέματα εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των κρατών μελών ούτε η αρχή της εντάξεως των απαιτήσεων της περιβαλλοντικής προστασίας στον καθορισμό και την εφαρμογή των κοινοτικών πολιτικών, την οποία προβλέπει το άρθρο 6 ΕΚ, δικαιολογούν την πλήρη ανυπαρξία ελέγχου εκ μέρους της Επιτροπής σύμφωνα με τους κανόνες της Συνθήκης περί κρατικών ενισχύσεων για δημόσιες παρεμβάσεις που μπορούν ενδεχομένως να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό. Για την τήρηση του άρθρου 6 ΕΚ δεν απαιτείται, κατά τη γνώμη μου, να λαμβάνονται υπόψη οι περιβαλλοντικοί στόχοι μέτρου στο στάδιο του χαρακτηρισμού του βάσει του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ, δεδομένου ότι η απαίτηση της εντάξεως των στόχων αυτών στο πλαίσιο του κοινοτικού ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων μπορεί κάλλιστα να ικανοποιηθεί αφού ληφθούν καταλλήλως υπόψη οι στόχοι αυτοί στο πλαίσιο της εκτιμήσεως της συμβατότητας του οικείου μέτρου με τη Συνθήκη βάσει του άρθρου 87, παράγραφος 3, ΕΚ.
103. Για τους προεκτεθέντες λόγους φρονώ ότι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, ο οποίος αντλείται από παράβαση του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ, είναι βάσιμος και ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί καθόσον έκρινε ότι το πεδίο εφαρμογής του AGL μπορεί να δικαιολογηθεί αποκλειστικά και μόνο λόγω των περιβαλλοντικών στόχων τους οποίους επιδιώκει.
3. Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως που αντλείται από νομική πλάνη κατά την εκτίμηση της φύσεως και της γενικής οικονομίας του AGL
104. Στο πλαίσιο του τρίτου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει τρεις αιτιάσεις.
105. Πρώτον, η BAA προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι έκρινε δικαιολογημένη, βάσει της αρχής «ο ρυπαίνων πληρώνει», την επιβολή του AGL σε ορισμένα πρωτογενή υλικά για τα οποία δεν υπάρχουν υποκατάστατα, μολονότι η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε την αδυναμία υποκαταστάσεως ως γεγονός το οποίο μπορεί να εμποδίσει την επιβολή του φόρου σε ορισμένες χρήσεις πρωτογενών υλικών οι οποίες, σε διαφορετική περίπτωση, θα φορολογούνταν. Η BAA υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο υποκατέστησε την Επιτροπή με την αιτιολογία του στις σκέψεις 135 και 136 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και ότι «εφάρμοσε επιλεκτικά» την αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει» παραλείποντας να αιτιολογήσει επαρκώς τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε. Φρονώ ότι η αιτίαση αυτή πρέπει να κριθεί καθ’ ολοκληρία παραδεκτή καθόσον, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Επιτροπή και το Ηνωμένο Βασίλειο, αφορά νομικά ζητήματα.
106. Φρονώ ότι η αναιρεσείουσα δεν σφάλλει υποστηρίζοντας ότι η αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει» δεν περιλαμβάνεται στην περιγραφή των στόχων του AGL, όπως αυτοί προκύπτουν από την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία αναφέρει ρητώς μόνον τη γενίκευση της προσφυγής στη χρησιμοποίηση ανακυκλωμένων αδρανών υλικών ή άλλων υποκαταστάτων και στην προώθηση της ορθολογικής χρήσεως των πρωτογενών αδρανών υλικών.
107. Με την απόφαση DIR International Film κ.λπ. κατά Επιτροπής, την οποία επικαλείται η αναιρεσείουσα, το Δικαστήριο, αφού υπενθύμισε ότι στο πλαίσιο του ελέγχου νομιμότητας, όπως προβλέπεται στο άρθρο 230 ΕΚ, ο κοινοτικός δικαστής δεν μπορεί να υποκαταστήσει τον εκδόντα την προσβαλλόμενη πράξη με τη δική του αιτιολογία, διευκρίνισε ότι «[μ]ολονότι, στο πλαίσιο μιας προσφυγής ακυρώσεως, το Πρωτοδικείο είναι δυνατό να ωθηθεί στο να ερμηνεύσει την αιτιολογία της προσβαλλομένης πράξεως κατά τρόπο διαφορετικό από αυτόν του εκδότη της, και δη, σε ορισμένες περιπτώσεις, να απορρίψει την παρατεθείσα απ’ αυτόν ρητή αιτιολογία, δεν μπορεί να ενεργήσει κατ’ αυτόν τον τρόπο όταν κάτι τέτοιο δεν δικαιολογείται από κανένα ουσιαστικό στοιχείο» (56). Εν προκειμένω, αντιθέτως προς ό,τι έκρινε το Πρωτοδικείο με τη σκέψη 124 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεν νομίζω ότι η τριακοστή πρώτη αιτιολογική σκέψη της προσβαλλομένης αποφάσεως, με την οποία η Επιτροπή επιβεβαιώνει ότι «the environmental costs of aggregate extraction that the United Kingdom seeks to address through the AGL include noise, dust, damage to biodiversity and visual amenity», μπορεί να ερμηνευθεί ως παραπομπή, έστω και σιωπηρή, στην αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει».
108. Μολονότι τα προεκτεθέντα οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε νομική πλάνη υποκαθιστώντας την αιτιολογία του στην αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως, φρονώ εντούτοις ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν πρέπει να αναιρεθεί ως προς το σημείο αυτό, δεδομένου ότι το Δικαστήριο μπορεί να αντικαταστήσει ορισμένα σημεία του σκεπτικού της. Πράγματι, όπως ορθώς, κατά τη γνώμη μου, επισήμανε η Επιτροπή, οι ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας οι οποίοι προβλήθηκαν πρωτοδίκως και απορρίφθηκαν από το Πρωτοδικείο με τις σκέψεις 135 και 136 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως είχαν θεμελιωθεί σε εσφαλμένη παραδοχή, και συγκεκριμένα στο ότι, με την προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή είχε θεωρήσει ότι η εξαίρεση από το πεδίο εφαρμογής του AGL των πρωτογενών υλικών που δεν χρησιμοποιούνται ως αδρανή υλικά δικαιολογείται λόγω της ελλείψεως υποκαταστάτων. Στην πραγματικότητα, από το σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως (57) προκύπτει ότι η απαλλαγή των εν λόγω υλικών θεωρήθηκε συνεπής με την κλαδική φύση του AGL και με τη βούληση του Βρετανού νομοθέτη να επιβαρύνει αποκλειστικά και μόνον τα αδρανή υλικά.
109. Φρονώ ότι οι υπόλοιποι ισχυρισμοί που προέβαλε η αναιρεσείουσα στο πλαίσιο της πρώτης αυτής αιτιάσεως είναι απορριπτέοι. Αφενός, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση φαίνεται επαρκώς αιτιολογημένη όσον αφορά το ζήτημα το οποίο εγείρει η αναιρεσείουσα. Αφετέρου, για τους εκτεθέντες στο προηγούμενο σημείο λόγους, δεν μπορεί κατά τη γνώμη μου να προσαφθεί στο Πρωτοδικείο, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, «επιλεκτική εφαρμογή» της αρχής «ο ρυπαίνων πληρώνει».
110. Δεύτερον, η αναιρεσείουσα βάλλει κατά ορισμένων χωρίων της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως στα οποία το Πρωτοδικείο εξετάζει τους ισχυρισμούς της περί ασυνέπειας της φορολογήσεως ορισμένων προϊόντων προερχομένων από την εξόρυξη απαλλασσομένων προϊόντων με τους σκοπούς του AGL. Η αιτίαση αυτή αφορά ειδικότερα τις σκέψεις 112 και 137 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
111. Με τη σκέψη 112, το Πρωτοδικείο ερμηνεύει ορισμένες έννοιες που περιέχονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, και ειδικότερα στην αιτιολογική σκέψη 29, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι στην εν λόγω αιτιολογική σκέψη, καθώς και σε ολόκληρη την προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή «χρησιμοποίησε την έκφραση “πρωτογενή αδρανή υλικά” για να προσδιορίσει κατ’ ουσίαν τα υποκείμενα στον AGL αδρανή υλικά, τη δε έκφραση «δευτερογενή αδρανή υλικά» για να αναφερθεί κατ’ ουσίαν στα επακριβώς απαριθμούμενα με τον νόμο απαλλασσόμενα αδρανή υλικά». Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι η ερμηνεία αυτή είναι εσφαλμένη.
112. Με την αιτιολογική σκέψη 29 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή επισήμανε, μεταξύ άλλων, ότι «the AGL will be levied only on virgin aggregate. It will not be levied on aggregates extracted as a by-product or waste from other processes (secondary aggregates), nor will it be levied on recycled aggregates».
113. Ομολογώ ότι δυσκολεύομαι να αποδώσω στην έκφραση «secondary aggregates», που χρησιμοποιείται στην εν λόγω αιτιολογική σκέψη, έννοια διαφορετική από εκείνη που προκύπτει από τον ορισμό ο οποίος προηγείται: «αδρανή υλικά που εξορύσσονται ως υποπροϊόντα ή απόβλητα προερχόμενα από άλλες διεργασίες». Κατά συνέπεια, δεν μπορώ να συμφωνήσω με την κρίση του Πρωτοδικείου ότι, με την αιτιολογική σκέψη 29 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή απλώς επιβεβαίωσε ότι ο AGL «δεν πρόκειται να εισπραχθεί επί των παραγώγων προϊόντων ή των αποβλήτων πρώτης εξορύξεως, δεδομένου ότι ο νόμος, όπως τροποποιήθηκε, τα απαλλάσσει».
114. Εξάλλου, όπως ορθώς, κατά τη γνώμη μου, παρατηρεί η αναιρεσείουσα, η ερμηνεία της εκφράσεως «secondary aggregates», την οποία δέχεται το Πρωτοδικείο, φαίνεται να προσκρούει στην αιτιολογική σκέψη 32 της προσβαλλομένης αποφάσεως –η οποία διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στην οικονομία της πράξεως δεδομένου ότι ορίζει τη δομή και το πεδίο εφαρμογής του AGL– με την οποία η Επιτροπή επισημαίνει ότι «the structure and the scope of the tax reflect the clear distinction between the extraction of virgin aggregates, bearing with it undesirable environmental consequences, and the production of secondary or recycled aggregates, which makes an important contribution to the treatement of rock, gravel and sand incidentally arising from excavations or from other works or treatments lawfully carried out for different purposes».
115. Κατά συνέπεια, φρονώ ότι με τη σκέψη 112 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη κατά την ερμηνεία της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία πρέπει να θεωρηθεί νομική πλάνη.
116. Η αναιρεσείουσα βάλλει επίσης κατά της σκέψεως 137 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως με την οποία το Πρωτοδικείο έκρινε δικαιολογημένη την επιβολή του AGL σε ορισμένα προϊόντα που προκύπτουν από την εξόρυξη απαλλασσομένων προϊόντων. Κατά την αναιρεσείουσα, το Πρωτοδικείο προέβη στο σημείο αυτό σε αντικατάσταση των αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως, ακολούθησε αιτιολογία εμπεριέχουσα εσφαλμένη αξιολόγηση και παραμόρφωσε το περιεχόμενο ορισμένων αποδεικτικών μέσων.
117. Συναφώς, θα πρέπει να επισημανθεί ότι το Πρωτοδικείο, προκειμένου να αιτιολογήσει τη φορολόγηση των εν λόγω υποπροϊόντων, δεν περιορίστηκε να επικαλεστεί την αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει», αλλά αναφέρθηκε και στον στόχο του εξορθολογισμού της εξορύξεως και της επεξεργασίας των αδρανών υλικών, ο οποίος περιλαμβάνεται μεταξύ των σκοπών του AGL τους οποίους αναφέρει η προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά συνέπεια, δεν πιστεύω ότι μπορεί να προσαφθεί στο Πρωτοδικείο αντικατάσταση των αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς το σημείο αυτό. Κατά τα λοιπά, αρκεί να επισημανθεί ότι, στο μέτρο κατά το οποίο η αναιρεσείουσα αμφισβητεί τα στοιχεία που αναφέρει ειδικά το Πρωτοδικείο στη σκέψη 137 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως (αδυναμία περιορισμού της ποσότητας των εν λόγω υποπροϊόντων, διαφορά τιμής και επιστολή του Ηνωμένου Βασιλείου της 19ης Φεβρουαρίου 2002), σκοπός της είναι κατ’ ουσίαν να επιτύχει την επανεξέταση από το Δικαστήριο της αξιολογήσεως των πραγματικών περιστατικών που περιέχεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Τέλος, η αναιρεσείουσα δεν απέδειξε ότι το Πρωτοδικείο παραμόρφωσε τα αποδεικτικά στοιχεία που του προσκομίστηκαν.
118. Βάσει των προεκτεθέντων, φρονώ ότι η δεύτερη αιτίαση την οποία προβάλλει η αναιρεσείουσα στο πλαίσιο του τρίτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή κατά το μέρος που προσάπτει στο Πρωτοδικείο πλάνη κατά την ερμηνεία της προσβαλλομένης αποφάσεως. Κατά τα λοιπά, φρονώ ότι η αιτίαση αυτή πρέπει να απορριφθεί ως εν μέρει αβάσιμη και εν μέρει απαράδεκτη.
119. Τρίτον, η αναιρεσείουσα φρονεί ότι το Πρωτοδικείο έσφαλε κρίνοντας αιτιολογημένη τη μη φορολόγηση ορισμένων πρωτογενών αδρανών υλικών, όπως ο σχιστόλιθος, ο σχίστης και η άργιλος. Κατά την άποψη της BAA, το Πρωτοδικείο αντικατέστησε στο σημείο αυτό με τη δική του αιτιολογία την αιτιολογία που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, αποφαινόμενο με τις σκέψεις 130, 131, 133 και 134 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι σκοπός της φοροαπαλλαγής ήταν να ενθαρρύνει τη χρησιμοποίηση των απαλλασσομένων πρωτογενών αδρανών υλικών ως υποκατάστατων των πρωτογενών αδρανών υλικών που υπάγονται στον AGL. Η αιτιολογία του Πρωτοδικείου, πέραν του ότι είναι εσφαλμένη, προκύπτει από παραμόρφωση των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίστηκαν στο πλαίσιο της δίκης (και ιδίως της επιστολής του Ηνωμένου Βασιλείου της 19ης Φεβρουαρίου 2002), δεν είναι επαρκής και προσβάλλει τα δικαιώματα άμυνας της αναιρεσείουσας η οποία δεν είχε τη δυνατότητα, στο πλαίσιο της πρωτόδικης διαδικασίας, να υποβάλει τις σχετικές με το θέμα παρατηρήσεις της.
120. Συναφώς, θα πρέπει κατ’ αρχήν να επισημανθεί ότι, με τη σκέψη 130 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο επισήμανε ότι η απαλλαγή από τον AGL ορισμένων υλικών, όπως ιδίως ο σχίστης και ο σχιστόλιθος κακής ποιότητας, η άργιλος και τα απόβλητα πυριτικού αργιλίου και καολινικής αργίλου, «επιτρέπει τη χρήση τους ως υποκατάστατων των πρωτογενών αδρανών υλικών που αποτελούν αντικείμενο του οικολογικού φόρου και δύναται με τον τρόπο αυτό να συμβάλει στον εξορθολογισμό της εξορύξεως και της χρήσεώς τους». Όπως ορθώς επισήμανε η Επιτροπή, το Πρωτοδικείο καταλήγει σε αυτό το συμπέρασμα βασιζόμενο στη διαπίστωση, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, ότι τα υλικά αυτά «χρησιμοποιούνται έως σήμερα ελάχιστα ως αδρανή υλικά λόγω του υψηλού κόστους μεταφοράς τους».
121. Θα πρέπει επίσης να υπενθυμιστεί ότι ο εξορθολογισμός της εξορύξεως και της χρησιμοποιήσεως των πρωτογενών αδρανών υλικών αποτελεί έναν από τους σκοπούς του AGL που αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση (58). Προκύπτει συνεπώς ότι, αντιθέτως προς ό,τι ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, το Πρωτοδικείο δεν προέβη σε υποκατάσταση αιτιολογιών ως προς το σημείο αυτό.
122. Εξίσου αβάσιμο θεωρώ και τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι ο ορισμός της φύσεως και της γενικής οικονομίας του AGL που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν συνάδει με μια φοροαπαλλαγή σκοπός της οποίας είναι να αποτελέσει κίνητρο για τη χρησιμοποίηση πρωτογενών υλικών που ελάχιστα χρησιμοποιούνται μέχρι σήμερα ως αδρανή υλικά σε αντικατάσταση άλλων που χρησιμοποιούνται παραδοσιακά ως αδρανή υλικά. Πράγματι, η απαλλαγή αυτή μπορεί, όπως ορθώς, κατά την άποψή μου, έκρινε το Πρωτοδικείο, να αποτελέσει μέσο για την επίτευξη του αναφερόμενου στην προσβαλλόμενη απόφαση στόχου περί εξορθολογισμού της χρησιμοποιήσεως των αδρανών υλικών.
123. Φρονώ, τέλος, ότι η σκέψη 131 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κατά το μέρος της το οποίο αναφέρεται στην επιστολή του Ηνωμένου Βασιλείου της 19ης Φεβρουαρίου 2002, δεν μπορεί να ερμηνευθεί κατά τον τρόπο που υποστηρίζει η αναιρεσείουσα και συνεπώς ότι δεν προκύπτει από αυτήν παραμόρφωση του περιεχομένου του εν λόγω εγγράφου.
124. Φρονώ, συνεπώς, ότι η τρίτη αιτίαση την οποία προβάλλει η αναιρεσείουσα στο πλαίσιο του τρίτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.
125. Βάσει των προεκτεθέντων φρονώ ότι ο τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος κατά τα σημεία του που προαναφέρθηκαν στα σημεία 108 και 118, ενώ κατά τα λοιπά είναι απαράδεκτος και αβάσιμος.
4. Επί του τέταρτου λόγου αναιρέσεως ο οποίος αφορά νομική πλάνη κατά την εκτίμηση της απαλλαγής των εξαγωγών
126. Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι, κατά την εκτίμηση του κατά πόσον η απαλλαγή των εξαγωγών από την επιβολή του AGL αποτελεί ενίσχυση, το Πρωτοδικείο επέτρεψε στην Επιτροπή και στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος να βελτιώσουν αναδρομικά τις αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως, παραβίασε τα άρθρα 91 και 92 ΕΚ χαρακτηρίζοντας τον AGL έμμεσο φόρο και παρέλειψε να αιτιολογήσει επαρκώς τον χαρακτηρισμό αυτό.
127. Με τη σκέψη 148 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο επισημαίνει ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση (αιτιολογική σκέψη 33), η Επιτροπή δικαιολόγησε την απαλλαγή των εξαγωγών «εκ του γεγονότος ότι οι αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου δεν μπορούν να ασκούν έλεγχο επί της χρήσεως των υλικών ως αδρανών υλικών εκτός της επικρατείας τους». Με την επόμενη σκέψη 149, το Πρωτοδικείο παρατηρεί ότι, κατά τη διάρκεια της δίκης, «η Επιτροπή και το παρεμβαίνον αποσαφήνισαν την αιτιολόγηση αυτή». Η Επιτροπή υπογράμμισε ότι ο AGL συνιστά έμμεσο φόρο καταναλώσεως, ο οποίος υπόκειται στην αρχή της φορολογήσεως στο κράτος προορισμού, ενώ το παρεμβαίνον υπογράμμισε ότι η απαλλαγή επιτρέπεται δυνάμει του άρθρου 91 ΕΚ. Σύμφωνα με το Πρωτοδικείο, η σχετική αιτιολογία, η οποία θεμελιώνεται στη φύση του AGL ως έμμεσου φόρου, πρέπει να ληφθεί υπόψη στον βαθμό κατά τον οποίον «ανάγεται στους λόγους που εξέθεσε η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση και ως εκ τούτου δεν μπορεί να εκληφθεί ως συμπληρωματική αιτιολόγηση που προβλήθηκε μετά την έκδοση της εν λόγω αποφάσεως».
128. Στη συνέχεια, με τη σκέψη 151, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι ο AGL «εφαρμόζεται [...] στην εμπορία των αδρανών υλικών και πλήττει με τον τρόπο αυτόν τα προϊόντα και όχι τα εισοδήματα των παραγωγών» και συνεπώς συνιστά έμμεσο φόρο, ενώ με τη σκέψη 153, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι «η απαλλαγή των εξαγωγών δεν μπορεί να θεωρηθεί εν προκειμένω ως παρέχουσα επιλεκτικό πλεονέκτημα υπέρ των εξαγωγών στο μέτρο που δικαιολογείται από τη φύση του AGL ως έμμεσου φόρου». Πράγματι, σύμφωνα με το Πρωτοδικείο, «ήταν θεμιτό το οικείο κράτος μέλος να διάκειται ευμενώς έναντι των συνδεομένων με τη δομή του οικείου φορολογικού συστήματος παραμέτρων σε σχέση με τους επιδιωκόμενους περιβαλλοντικούς στόχους».
129. Κατ’ αρχάς, φρονώ ότι είναι απορριπτέος ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι ο AGL πρέπει να θεωρηθεί άμεσος φόρος ο οποίος αποκλείεται του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 91 ΕΚ, διότι βαρύνει τη διαδικασία εξορύξεως και όχι το ίδιο το προϊόν. Πράγματι, όπως διευκρινίζεται σε άλλο σημείο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως (βλ. σκέψη 136), ο AGL ορίζεται σε συγκεκριμένο ποσό ανά τόνο φορολογουμένου προϊόντος που αποτελεί αντικείμενο εμπορίας στο έδαφος του οικείου κράτους.
130. Η αρχή την οποία θέτει το άρθρο 92 ΕΚ και δυνάμει της οποίας απαγορεύεται η χορήγηση απαλλαγών και επιστροφών κατά την εξαγωγή ως προς τους άμεσους φόρους δικαιολογείται λόγω του ότι οι άμεσοι φόροι δεν μετακυλίονται στο κόστος παραγωγής και συνεπώς δεν έχουν άμεση επίπτωση στην τιμή του προϊόντος, οπότε είναι δύσκολο να αξιολογηθεί αν η απαλλαγή ή επιστροφή που χορηγείται ενδεχομένως σε περίπτωση εξαγωγής τελεί σε αναλογία προς την εσωτερική φορολογία που βαρύνει το εν λόγω προϊόν ή συνιστά φορολογική επιδότηση της εξαγωγής. Το πρόβλημα αυτό δεν τίθεται στην περίπτωση φόρου όπως ο AGL, ο οποίος εισπράττεται κατά τον χρόνο εμπορίας του προϊόντος. Το γεγονός ότι, όπως επισημαίνει το Πρωτοδικείο με τη σκέψη 136 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το ύψος του φόρου τελεί σε αναλογία με το περιβαλλοντικό κόστος της εξορύξεως των φορολογουμένων προϊόντων, δεν νομίζω ότι είναι λυσιτελές και δεν μεταβάλλει το γεγονός ότι το ύψος του φόρου, ο οποίος επιβάλλεται σε μοναδιαία ποσότητα του προϊόντος κατά τον χρόνο εμπορίας του, μπορεί να επηρεάσει αμέσως την τιμή του προϊόντος.
131. Φρονώ συνεπώς ότι η αιτίαση που προβάλλει η αναιρεσείουσα στο πλαίσιο του εξεταζόμενου λόγου αναιρέσεως, σχετικά με παράβαση των άρθρων 91 και 92 ΕΚ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.
132. Εξίσου αβάσιμη είναι, νομίζω, και η αιτίαση που αφορά την έλλειψη αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Πράγματι, το Πρωτοδικείο εξηγεί κατά τρόπο συνοπτικό ασφαλώς, αλλά σαφή, με τη σκέψη 153, τους λόγους για τους οποίους κρίνει ότι ο AGL πρέπει να χαρακτηριστεί έμμεσος φόρος, διότι δηλαδή «εφαρμόζεται στην εμπορία των αδρανών υλικών και πλήττει με τον τρόπο αυτόν τα προϊόντα και όχι τα εισοδήματα των παραγωγών».
133. Μένει να εξεταστεί η αιτίαση που αφορά την αναδρομική βελτίωση των αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως, για την οποία φρονώ ότι είναι βάσιμη.
134. Με την αιτιολογική σκέψη 33 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή παρατηρεί ότι η απαλλαγή των εξαγωγών «is justified by the fact that aggregate in the United Kingdom may be exempted if it is used for exempt processes. Since the United Kingdom authorities have no control over the use of aggregate outside their jurisdiction, the exemption for exports is necessary in order to provide legal certainty to aggregate exporters and to avoid imposing an unequal treatment on exports of aggregate that would otherwise qualify for an exemption within the United Kingdom».
135. Η αιτιολογία αυτή αναφέρεται στη διαφορετική μεταχείριση που θα προέκυπτε, αν δεν απαλλάσσονταν οι εξαγωγές, μεταξύ αδρανών υλικών που διατίθενται στην εγχώρια αγορά, τα οποία δεν θα φορολογούνταν αν χρησιμοποιούνταν για συγκεκριμένες χρήσεις, και εξαγομένων αδρανών υλικών, τα οποία θα φορολογούνταν ακόμα και αν επρόκειτο να χρησιμοποιηθούν για απαλλασσόμενες παραγωγικές διαδικασίες. Αντιθέτως, δεν αναφέρεται καν η απαίτηση να μην τίθενται σε δυσμενέστερη θέση τα εξαγόμενα εγχώρια αδρανή υλικά σε σχέση με τα αδρανή υλικά που διατίθενται στην αγορά του κράτους προορισμού, ούτε ο σκοπός αποφυγής της διπλής φορολογίας. Συναφώς, πιστεύω ειλικρινά ότι είναι δύσκολο να θεωρηθεί, όπως έπραξε το Πρωτοδικείο με τη σκέψη 150 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι με την αιτιολογική σκέψη 33 γίνεται, έστω και σιωπηρή, αναφορά στη διάταξη του άρθρου 91 ΕΚ. Κατά τη γνώμη μου, το Πρωτοδικείο δεν επέτρεψε απλώς την αναδρομική ενοποίηση ή βελτίωση των αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως, αλλά στην πραγματικότητα επέτρεψε στην Επιτροπή να προβάλει συναφώς αιτιολογίες ουσιωδώς διαφορετικές από εκείνες που περιλάμβανε η προσβαλλόμενη απόφαση.
136. Για τους προεκτεθέντες λόγους, φρονώ ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε νομική πλάνη κρίνοντας ότι η δικαιολογία σχετικά με την απαλλαγή των εξαγωγών, την οποία προέβαλε η Επιτροπή στο πλαίσιο της πρωτόδικης διαδικασίας, συνδεόταν με τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης και δεν συνιστούσε συμπληρωματική αιτιολογία μεταγενέστερη της εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως.
5. Επί του δεύτερου λόγου αναιρέσεως που αφορά την έκταση του δικαιοδοτικού ελέγχου του Πρωτοδικείου
137. Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε νομική πλάνη ελέγχοντας τις αξιολογήσεις της προσβαλλομένης αποφάσεως κατά τρόπο απλώς οριακό και όχι πλήρη, όπως επιτάσσει η νομολογία προκειμένου να εξακριβωθεί η ορθή εφαρμογή εκ μέρους της Επιτροπής της έννοιας της κρατικής εγγυήσεως σύμφωνα με το άρθρο 87, παράγραφος 1, ΕΚ.
138. Κατά πάγια νομολογία, στο πλαίσιο προσφυγής περί ακυρώσεως αποφάσεως της Επιτροπής εκδοθείσας στο πλαίσιο της διαδικασίας ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων, ο κοινοτικός δικαστής οφείλει κατ’ αρχήν να ασκεί πλήρη έλεγχο όσον αφορά τον χαρακτηρισμό κρατικού μέτρου, προκειμένου να αποφανθεί αν εμπίπτει στην απαγόρευση που προβλέπει το άρθρο 87, παράγραφος 1, ΕΚ (59). Αντιθέτως, ασκεί οριακό απλώς έλεγχο περί του αν τηρήθηκαν οι κανόνες διαδικασίας και αιτιολογήσεως, αν τα πραγματικά περιστατικά που ελήφθησαν υπόψη για την αμφισβητουμένη επιλογή ήσαν ακριβή, περί του αν υφίσταται πρόδηλη πλάνη κατά την εκτίμηση των περιστατικών αυτών ή κατάχρηση εξουσίας, όταν εκτιμά τη συμβατότητα του εν λόγω μέτρου με τη Συνθήκη βάσει του άρθρου 87, παράγραφος 3, ΕΚ, το οποίο παρέχει στην Επιτροπή ευρύ περιθώριο διακριτικής ευχέρειας (60).
139. Εντούτοις, όπως ορθώς επισημαίνει το αναιρεσίβλητο θεσμικό όργανο, ακόμα και όταν ο κοινοτικός δικαστής καλείται να διαπιστώσει την ορθή εφαρμογή της έννοιας της ενισχύσεως, η έκταση του ελέγχου που ασκεί μπορεί να περιορίζεται λόγω του τεχνικού ή περίπλοκου χαρακτήρα των εκτιμήσεων των πραγματικών περιστατικών τις οποίες περιέχει η προσβαλλόμενη απόφαση (61). Έτσι, για παράδειγμα, η νομολογία δέχεται ότι ο κοινοτικός δικαστής ασκεί οριακό απλώς έλεγχο των περίπλοκων οικονομικών εκτιμήσεων στις οποίες προβαίνει η Επιτροπή στο πλαίσιο της εφαρμογής της αρχής του ιδιώτη επενδυτή (62).
140. Με τη σκέψη 118 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Πρωτοδικείο, αποφαινόμενο σχετικά με τα όρια του ελέγχου που θα ασκηθεί επί της προσβαλλομένης αποφάσεως, επιβεβαιώνει ότι, ενόψει της ευρείας «εξουσίας εκτιμήσεως της οποίας απολαύει η Επιτροπή κατά την εφαρμογή του άρθρου 88, παράγραφος 3, ΕΚ», ο έλεγχος αυτός οφείλει να είναι απλώς οριακός. Η εφαρμογή ενός τέτοιου προτύπου φαίνεται να επιβεβαιώνεται από ορισμένες επόμενες σκέψεις της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως (ιδίως σκέψεις 134, 139, 171).
141. Η Επιτροπή και το Ηνωμένο Βασίλειο υποστηρίζουν ότι με την εν λόγω σκέψη 118 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Πρωτοδικείο αναφέρεται στην πραγματικότητα στην έκταση του ελέγχου που ασκεί ο κοινοτικός δικαστής επί των αποφάσεων που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 88, παράγραφος 3, ΕΚ και όχι στον έλεγχο που ασκεί όταν αξιολογεί αν η Επιτροπή εφάρμοσε ορθώς την έννοια της εγγυήσεως σύμφωνα με το άρθρο 87, παράγραφος 1, ΕΚ.
142. Φρονώ ότι η θέση την οποία υποστηρίζει η καθής και το παρεμβαίνον δεν είναι πειστική.
143. Πρώτον, όπως προκύπτει σαφώς από τη νομολογία, αν, μετά το πέρας του προκαταρκτικού ελέγχου, η Επιτροπή συνεχίζει να έχει αμφιβολίες για το κατά πόσον το μέτρο συνιστά ενίσχυση ή για το αν η ενίσχυση συμβιβάζεται προς τη Συνθήκη, δεν διαθέτει διακριτική ευχέρεια όσον αφορά την κίνηση της επίσημης διαδικασίας εξετάσεως (63).
144. Δεύτερον, οι αποφάσεις που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 88, παράγραφος 3, ΕΚ περιέχουν, εκτός από τη διαδικαστική πτυχή, αξιολόγηση επί της ουσίας του εξεταζόμενου μέτρου βάσει του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ ή ενδεχομένως, αν το μέτρο χαρακτηρίζεται ενίσχυση, βάσει της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου. Κατά συνέπεια, δεν αντιλαμβάνομαι για ποιο λόγο ο έλεγχος των αξιολογήσεων αυτών από τον κοινοτικό δικαστή δεν πρέπει να ακολουθεί τον προεκτεθέντα κανόνα, βάσει του οποίου, όταν η χρειάζεται να εξακριβωθεί η ορθή εφαρμογή εκ μέρους της Επιτροπής της έννοιας της ενισχύσεως, ο έλεγχος είναι κατά κανόνα πλήρης, ενώ όταν πρόκειται για αξιολογήσεις σχετικές με τη συμβατότητα του μέτρου με την κοινή αγορά, ο έλεγχος είναι απλώς οριακός, λόγω της ευρείας διακριτικής ευχέρειας την οποίας διαθέτει η Επιτροπή όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 87, παράγραφος 3, ΕΚ (64). Αντιθέτως προς την αναιρεσείουσα, δεν φρονώ ότι υπάρχει σύγκρουση μεταξύ της φύσεως των αποφάσεων που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 88, παράγραφος 3, ΕΚ και του περιορισμένου δικαστικού ελέγχου, ο οποίος δικαιολογείται λόγω του περιθωρίου διακριτικής ευχέρειας που αναγνωρίζεται στην Επιτροπή σχετικά με τις αξιολογήσεις στις οποίες καλείται να προβεί, ανεξαρτήτως του διαδικαστικού πλαισίου στο οποίο εντάσσονται.
145. Στην προκειμένη υπόθεση δεν νομίζω ότι οι αξιολογήσεις στις οποίες προέβη η Επιτροπή παρουσιάζουν ακραιφνώς τεχνικό χαρακτήρα ή είναι τόσο πολύπλοκες (65) ώστε να δικαιολογούν την αναγνώριση διακριτικής ευχέρειας του καθού θεσμικού οργάνου, και κατά συνέπεια περιορισμό της εκτάσεως του δικαστικού ελέγχου ο οποίος, εφόσον πρόκειται να επαληθευτεί η ορθή εφαρμογή της έννοιας της εγγυήσεως, πρέπει «κατ’ αρχήν και στο μέτρο του δυνατού» (66) να είναι πλήρης. Συνεπώς, με τη σκέψη 118 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο προσδιόρισε, κατά τη γνώμη μου, εσφαλμένα την έκταση του δικαιοδοτικού ελέγχου που έπρεπε να γίνει για την προσβαλλόμενη απόφαση και υπέπεσε στο σημείο αυτό σε νομική πλάνη.
146. Το Ηνωμένο Βασίλειο και η Επιτροπή παρατηρούν, εξάλλου, ότι οι λόγοι τους οποίους επικαλέστηκε πρωτοδίκως η ΒΑΑ απέβλεπαν στο να αποδειχθεί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιείχε μια σειρά προδήλως εσφαλμένων αξιολογήσεων. Αφού διαπίστωσε την ανυπαρξία των σφαλμάτων αυτών, το Πρωτοδικείο ακολούθησε συλλογιστική ανάλογη με εκείνη της αναιρεσείουσας. Συναφώς επισημαίνεται ότι το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα χαρακτήρισε πρόδηλα τα σφάλματα τα οποία, κατά τη γνώμη της, περιέχει η προσβαλλόμενη απόφαση δεν σημαίνει ότι παραιτήθηκε του δικαιώματός της να στραφεί κατά άλλων σφαλμάτων που δεν μπορούσαν να χαρακτηριστούν πρόδηλα, ούτε ότι σκοπός της ήταν να ζητήσει από το Πρωτοδικείο να ασκήσει επί της προσβαλλομένης αποφάσεως έλεγχο λιγότερο ενδελεχή από αυτόν που θα μπορούσε κανονικά να ασκήσει. Εξάλλου, αν ο έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως περιοριζόταν απλώς στην εξέταση των προδήλων σφαλμάτων αξιολογήσεως λόγω της απαιτήσεως να μην υπερβεί το Πρωτοδικείο τα αιτήματα της αναιρεσείουσας, το Πρωτοδικείο δεν θα χρειαζόταν να προβεί σε διαβεβαιώσεις γενικού χαρακτήρα, όπως αυτές που περιέχονται στη σκέψη 118 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
147. Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι, με την προαναφερθείσα σκέψη 118, το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε νομική πλάνη χαρακτηρίζοντας εσφαλμένα τη φύση του ελέγχου που έπρεπε να ασκήσει στην προσβαλλόμενη απόφαση.
148. Η διαπίστωση μιας τέτοιας πλάνης, ικανής να καταστήσει εσφαλμένη ολόκληρη την εκτίμηση επί της ουσίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, θα πρέπει να οδηγήσει στην αναίρεση ολόκληρης της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ανεξαρτήτως του ότι, όπως επισήμανε το Ηνωμένο Βασίλειο, με ορισμένες σκέψεις της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο φαίνεται πράγματι να υπερέβη τα όρια ενός οριακού απλώς ελέγχου.
149. Για τους προεκτεθέντες λόγους, φρονώ ότι ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, ο οποίος αφορά την έκταση του δικαστικού ελέγχου εκ μέρους του Πρωτοδικείου, πρέπει να γίνει δεκτός.
6. Επί του πέμπτου και του έκτου λόγου αναιρέσεως, οι οποίοι αφορούν νομική πλάνη κατά την εκτίμηση, αντιστοίχως, της υποχρεώσεως της Επιτροπής να κινήσει την επίσημη διαδικασία έρευνας και τις ανεπαρκείς αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως
150. Τα επιχειρήματα τα οποία προβάλλει η αναιρεσείουσα στο πλαίσιο του πέμπτου και του έκτου λόγου αναιρέσεως είναι, κατά την άποψή μου, προδήλως απρόσφορα για να αποδείξουν την ύπαρξη των προσαπτομένων ελαττωμάτων. Συγκεκριμένα, αφενός, το γεγονός ότι το σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως είναι καλύτερα διαρθρωμένο από το σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως και ότι το Πρωτοδικείο προέβη σε εκτιμήσεις διαφορετικές από τις εκτιμήσεις της Επιτροπής, καταλήγοντας, ωστόσο, στα ίδια συμπεράσματα, και αν ακόμα υποτεθεί ότι είναι λυσιτελές, δεν αρκεί να αποδείξει ότι το Πρωτοδικείο έσφαλε κρίνοντας ότι η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη να κινήσει την επίσημη διαδικασία εξετάσεως. Αφετέρου, το γεγονός ότι το Πρωτοδικείο ανέπτυξε, για διάφορες πτυχές των οποίων άπτεται η προσβαλλόμενη απόφαση, αιτιολογία λεπτομερέστερη και, σε ορισμένα σημεία, ριζικά αντίθετη από την αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης είναι προδήλως αλυσιτελές προκειμένου να αποδειχθεί ότι το Πρωτοδικείο έσφαλε κρίνοντας, υπό το πρίσμα των αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι η απόφαση αυτή ήταν επαρκώς αιτιολογημένη.
151. Κατά συνέπεια, ο πέμπτος και ο έκτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέοι.
V – Πρόταση
152. Για τους προεκτεθέντες λόγους, προτείνω στο Δικαστήριο να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
153. Επίσης, λόγω της εκτάσεως της προτεινομένης αναιρέσεως, κρίνω σκόπιμο το Δικαστήριο, αφενός μεν, να αναπέμψει την υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 61, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, στο Πρωτοδικείο προκειμένου να επανακρίνει την προσφυγή, αφετέρου δε, να επιφυλαχθεί ως προς τα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής διαδικασίας.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
2 – Συλλογή 2006, σ. II‑2789.
3 – C (2002) 1478 τελικό, για την υπόθεση κρατικών εγγυήσεων N 863/01 – Ηνωμένο Βασίλειο/Φόρος επί των αδρανών υλικών.
4 – Απόφαση της 15ης Ιουλίου 1963, 25/62, Plaumann κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 939)
5 – Απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 1986, 169/84, Cofaz κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1986, σ. 391).
6 – Κανονισμός (ΕΟΚ) 17 του Συμβουλίου, πρώτος κανονισμός εφαρμογής των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης (ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 25). Με τη νομολογία αυτή το Δικαστήριο είχε επικυρώσει την αρχή σύμφωνα με την οποία, αν κανονισμός θεσπίζει δικονομικές εγγυήσεις υπέρ των καταγγελλουσών επιχειρήσεων, οι οποίες τους επιτρέπουν να ζητήσουν από την Επιτροπή να διαπιστώσει παράβαση των κοινοτικών κανόνων, οι εν λόγω επιχειρήσεις πρέπει να μπορούν να ασκήσουν προσφυγή για την προστασία των εννόμων συμφερόντων τους. Μολονότι αναγνώρισε σιωπηρά ότι οι διατάξεις της Συνθήκης περί κρατικών ενισχύσεων δεν θεσπίζουν δικονομικές εγγυήσεις ανάλογες με εκείνες του κανονισμού 17/62, το Δικαστήριο παρατήρησε ότι «το άρθρο [88, παράγραφος 2], επιτρέπει […] γενικά την υποβολή παρατηρήσεων στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις από την Επιτροπή».
7 – Σκέψη 25.
8 – Απόφαση της 15ης Ιουνίου 1993, C‑225/91(Συλλογή 1993, σ. I‑3203).
9 – Απόφαση της 19ης Μαΐου 1993, C‑198/91 (Συλλογή 1993, σ. I‑2487).
10 – Απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2005, C‑78/03 P (Συλλογή 2005, σ. I‑10737).
11 – Σκέψη 54 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
12 – Απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1988, 67/85, 68/85 και 70/85 (Συλλογή 1988, σ. 219).
13 – Απόφαση της 11ης Φεβρουαρίου 1999, T‑86/96 (Συλλογή 1999, σ. II‑179).
14 – Βλ. σκέψη 15 της αποφάσεως Kwekerij van der Kooy κ.λπ. κατά Επιτροπής και σκέψεις 45 και 46 της αποφάσεως Arbeitsgemeinschaft Deutscher Luftfahrt-Unternehmen και Hapag-Lloyd κατά Επιτροπής. Με την πρώτη από τις εν λόγω αποφάσεις το Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή ορισμένων Ολλανδών καλλιεργητών οπωροκηπευτικών κατά της αποφάσεως με την οποία η Επιτροπή είχε κρίνει ασυμβίβαστο με την κοινή αγορά το προτιμησιακό τιμολόγιο που εφάρμοζαν οι Κάτω Χώρες για την παροχή φυσικού αερίου για την καλλιέργεια οπωροκηπευτικών σε θερμοκήπια. Με τη δεύτερη το Πρωτοδικείο έκρινε απαράδεκτη λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος της προσφεύγουσας επιχειρήσεως προσφυγή κατά της αποφάσεως της Επιτροπής να μην εγκρίνει την παράταση της ισχύος φορολογικών διατάξεων που θέσπιζαν σύστημα έκτακτης αποσβέσεως του κόστους αποκτήσεως ορισμένων κατηγοριών εμπορικών πλοίων, αλιευτικών σκαφών και αεροσκαφών.
15 – Απόφαση της 5ης Ιουνίου 1996, T‑398/94 (Συλλογή 1994, σ. II‑477).
16 – Σκέψη 41.
17 – Απόφαση της 18ης Μαΐου 1994, C‑309/89 (Συλλογή 1994, σ. I‑1853, σκέψη 19).
18 – Απόφαση της 22ας Ιουνίου 2006, C‑182/03 και C-217/03, Βέλγιο και Forum 187 κατά Επιτροπής (Συλλογή 2006, σ. I‑5479, σκέψεις 58 επ.).
19 – Η απόφαση κατά της οποίας είχε ασκηθεί προσφυγή στην υπόθεση Cofaz κ.λπ. κατά Επιτροπής και η οποία αφορούσε το σύστημα τιμολογήσεως του φυσικού αερίου στις Κάτω Χώρες είχε ως αντικείμενο μέτρο γενικής φύσεως, μολονότι, λόγω των χαρακτηριστικών της σχετικής αγοράς, το πλεονέκτημα που συνδεόταν με την εφαρμογή του αφορούσε τέσσερις μόνον επιχειρήσεις.
20 – Με τη σκέψη αυτή το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι «η ARE, η οποία είναι ένωση συσταθείσα για την προώθηση των συλλογικών συμφερόντων μιας κατηγορίας διοικουμένων, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ατομικά θιγόμενη κατά την έννοια της προμνησθείσας νομολογίας Plaumann κατά Επιτροπής παρά μόνο στο μέτρο που η θέση των μελών της στην αγορά επηρεάζεται ουσιωδώς από το καθεστώς ενισχύσεων που αποτελεί το αντικείμενο της επίδικης αποφάσεως».
21 – Το Πρωτοδικείο αναφέρθηκε στον κίνδυνο αυτό με την απόφαση Waterleiding Maatschappij κατά Επιτροπής, για να απορρίψει το επιχείρημα της προσφεύγουσας με το οποίο γινόταν προσπάθεια να συνδεθεί ο επηρεασμός των συμφερόντων της αποκλειστικά και μόνο με την ιδιότητα του υποκειμένου σε φόρο που επιβλήθηκε στο πλαίσιο φορολογικού καθεστώτος εγκριθέντος από την Επιτροπή (απόφαση της 16ης Σεπτεμβρίου 1998, T‑188/95, Συλλογή 1998 σ. II‑3713).
22 – Βλ. αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 6ης Ιουλίου 1995, T-447/93 έως T-449/93, AITEC κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. II-1971, σκέψη 60), και της 22ας Οκτωβρίου 1996, T-266/94, Skibsværftsforeningen κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. II-1399, σκέψη 50).
23 – Βλ., μεταξύ άλλων, διάταξη της 21ης Φεβρουαρίου 2006, C‑367/04 P, Deutsche Post και DHL Express κατά Επιτροπής (σκέψη 41), και αποφάσεις της 23ης Μαΐου 2000, C‑106/98 P, Comité d’entreprise de la Société française de production κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. I‑3659, σκέψη 41), και της 22ας Νοεμβρίου 2007, C-525/04, Ισπανία κατά Lenzig (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 33).
24 – Σκέψη 54.
25 – Με την προπαρατεθείσα απόφαση Comité d'entreprise de la Société française de production κ.λπ. κατά Επιτροπής επικυρώθηκε διάταξη του Πρωτοδικείου που είχε κρίνει απαράδεκτη προσφυγή ασκηθείσα από ορισμένες συνδικαλιστικές οργανώσεις και όχι από ανταγωνιστές της επιχειρήσεως δικαιούχου της ενισχύσεως. Στη διάταξη του Πρωτοδικείου της 27ης Μαΐου 2004, T‑358/02, Deutsche Post και DHL κατά Επιτροπής (Συλλογή 2004, σ. II‑1565), με την οποία το Πρωτοδικείο απέρριψε προσφυγή υποβληθείσα από επιχειρήσεις ανταγωνιστικές της δικαιούχου της ενισχύσεως, οι προσφεύγουσες δεν είχαν προσκομίσει στοιχεία σχετικά με τη σημασία του αντικτύπου της ενισχύσεως στη θέση τους στην αγορά, αλλά είχαν απλώς προβάλει την ιδιότητά τους ως ανταγωνιστικών επιχειρήσεων. Τέλος, στην απόφαση του Πρωτοδικείου της 27ης Σεπτεμβρίου 2006, T‑117/04, Werkgroep Commerciële Jachthavens Zuidelijke Randmeren κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2006, σ. II‑3861), με την οποία το Πρωτοδικείο απέρριψε την κρινόμενη προσφυγή, οι προσφεύγοντες είχαν προβάλει ορισμένες γενικές παρατηρήσεις σχετικά με τον αντίκτυπο του μέτρου ενισχύσεως στην αποδοτικότητά τους, οι οποίες διαψεύσθηκαν από στοιχεία που προσκόμισε η Επιτροπή και το οικείο κράτος μέλος.
26 – Βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Ισπανία κατά Lenzing, σκέψη 34.
27 – Όπ.π., σκέψη 35.
28 – Σημείο 110 των προτάσεων.
29 – Με την σκέψη αυτή το Δικαστήριο, αξιολογώντας αν μπορούσε να θεωρηθεί ότι η θέση των μελών της προσφεύγουσας στην αγορά έπρεπε να θεωρηθεί ότι επηρεάζεται ουσιωδώς από τα καθεστώτα ενισχύσεων τα οποία αφορούσε η προσβαλλόμενη απόφαση, παρατήρησε με τη σκέψη 72 ότι «ακόμα και αν υποτεθεί ότι [...] ορισμένα από τα μέλη της ARE είναι επιχειρηματίες οι οποίοι μπορούν να θεωρηθούν ως άμεσοι ανταγωνιστές των ωφελουμένων από τις ενισχύσεις που καθιερώνει ο νόμος περί αντισταθμίσεων και ότι, ως εκ τούτου, η ανταγωνιστική θέση τους θίγεται αναγκαστικά από την επίδικη απόφαση, δεν έπεται ότι η θέση τους στην αγορά επηρεάζεται ουσιωδώς από τη χορήγηση των εν λόγω ενισχύσεων, εφόσον γίνεται δεκτό [...] ότι ως ανταγωνιστές των ωφελουμένων από το πρόγραμμα αποκτήσεως γαιών μπορούν να θεωρηθούν όλοι οι γεωργοί της Ευρωπαϊκής Ενώσεως».
30 – Με αυτό το πνεύμα βλ. την πλέον πρόσφατη προπαρατεθείσα απόφαση Lenzing, με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι, προκειμένου να αποδειχθεί ότι η θέση της προσφεύγουσας στην αγορά θίγεται ουσιωδώς, αρκούν στοιχεία σχετικά με τη δομή της αγοράς και την πολιτική τιμών της επιχειρήσεως δικαιούχου της ενισχύσεως, τα οποία δεν αφορούσαν την ατομική κατάσταση της προσφεύγουσας.
31 – Με αυτό το πνεύμα βλ., για παράδειγμα, απόφαση Waterleiding Maatschappij κατά Επιτροπής, σκέψη 80. Βλ., επίσης, πλέον πρόσφατη απόφαση του Πρωτοδικείου της 12ης Δεκεμβρίου 2006, T‑146/03, Asociación de Estaciones de Servicio de Madrid και Federación Catalana de Estaciones de Servicio κατά Επιτροπής (Συλλογή 2006, σ. II‑98, σκέψη 52).
32 – Ειρήσθω εν παρόδω ότι, αντικρούοντας πάντα την ένσταση απαραδέκτου, η BAA προσάπτει στην Επιτροπή εσφαλμένη ερμηνεία της σκέψεως 54 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως η οποία έχει ως εξής: «Στο πλαίσιο της υπό κρίση προσφυγής, η προσφεύγουσα δεν αρκείται στο να αμφισβητήσει την άρνηση της Επιτροπής να κινήσει την επίσημη διαδικασία εξετάσεως, αλλά αμφισβητεί και το βάσιμο της προσβαλλομένης αποφάσεως. Επομένως, επιβάλλεται να εξεταστεί αν ανέφερε λυσιτελώς τους λόγους για τους οποίους ο AGL είναι ικανός να θίξει ουσιωδώς τη θέση ενός τουλάχιστον εκ των μελών της στην αγορά των αδρανών υλικών». Αντιθέτως προς την Επιτροπή, η προσφεύγουσα φρονεί ότι το Πρωτοδικείο δεν σκοπούσε με τη σκέψη αυτή να αποκλείσει τη δυνατότητα εφαρμογής εν προκειμένω της νομολογίας Cook και Matra. Αντιθέτως προς την προσφεύγουσα, φρονώ ότι η ερμηνεία της σκέψεως 54 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, την οποία προτείνει η Επιτροπή, είναι ορθή και ότι το Πρωτοδικείο πράγματι απέκλεισε τη δυνατότητα της BAA να επικαλεστεί τις προϋποθέσεις παραδεκτού που προβλέπουν οι αποφάσεις Cook κατά Επιτροπής και Matra κατά Επιτροπής, τουλάχιστον σε σχέση με τους λόγους της προσφυγής με τους οποίους η αναιρεσείουσα βάλλει κατά της ουσίας της προσβαλλομένης αποφάσεως.»
33 – Βλ, συναφώς, αν και με διαφορετικές προσεγγίσεις, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα F. Jacobs στην προπαρατεθείσα υπόθεση ARE και προτάσεις που ανέπτυξε στις 6 Μαρτίου 2008 ο γενικός εισαγγελέας Y. Bot στην υπόθεση C‑75/05 P, Γερμανία κατά Kronofrance.
34 – Το παραδεκτό, βάσει των προϋποθέσεων που προβλέπει η νομολογία Cook κατά Επιτροπής και Matra κατά Επιτροπής, προσφυγής κατά αποφάσεως εκδοθείσας σύμφωνα με το άρθρο 88, παράγραφος 3, ΕΚ, και αποκλείουσας την ύπαρξη ενισχύσεως, το οποίο έχει αναγνωριστεί ρητώς από το Πρωτοδικείο (βλ. αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 15ης Σεπτεμβρίου 1998, T‑11/95, BP Chemicals κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. II‑3235, σκέψεις 165 και 166, και της 23ης Οκτωβρίου 2002, T‑346/99 έως T‑348/99, Diputación Foral de Álava κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. II‑4259, σκέψεις 41 και 75 έως 79), δεν μπορεί, νομίζω, να αμφισβητηθεί αν γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή υποχρεούται να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ ακόμα και στην περίπτωση κατά την οποία αντιμετωπίζει, κατά τον προκαταρκτικό έλεγχο, σοβαρές δυσχέρειες σχετικά με τον χαρακτηρισμό του εξεταζομένου μέτρου ως ενισχύσεως.
35 – Βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση της 1ης Ιουνίου 2006, C‑442/03 P και C‑471/03 P, P & O European Ferries (Vizcaya) κατά Επιτροπής (Συλλογή 2006, σ. I‑4845, σκέψεις 41 επ.).
36 – Βλ. απόφαση του Πρωτοδικείου της 29ης Σεπτεμβρίου 2000, T‑55/99, CETM κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. II‑3207, σκέψη 40).
37 – Βλ., ιδίως, αποφάσεις της 17ης Ιουνίου 1999, C-75/97, Βέλγιο κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. I-3671, σκέψη 33), και της 15ης Δεκεμβρίου 2005, C‑148/04, Unicredito Italiano (Συλλογή 2004, σ. I‑11137, σκέψη 45).
38 – Βλ. αποφάσεις της 26ης Σεπτεμβρίου 1996, C-241/94, Γαλλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. I-4551, σκέψη 24), της 1ης Δεκεμβρίου 1998, C-200/97, Ecotrade (Συλλογή 1998, σ. I-7907, σκέψεις 40 και 41), και Βέλγιο κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα, σκέψη 38.
39 – Βλ. απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2001, C‑53/00, Ferring (Συλλογή 2001, σ. I‑9067, σκέψεις 18 έως 20 και 22).
40 – Βλ., συναφώς, αποφάσεις της 2ας Ιουλίου 1974, 173/73, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1974, σ. 351, σκέψη 33), Unicredito Italiano (προπαρατεθείσα, σκέψη 51), και της 6ης Δεκεμβρίου 2006, C‑88/03, Πορτογαλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2006, σ. I‑7115, σκέψη 52). Συναφώς, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι η ίδια προσέγγιση ακολουθήθηκε και με την απόφαση της 29ης Απριλίου 2004, C‑308/01, GIL Insurance κ.λπ. (Συλλογή 2004, σ. I‑4777, σκέψεις 65 έως 78), με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι η θέσπιση στο Ηνωμένο Βασίλειο υψηλότερου συντελεστή φόρου προστιθέμενης αξίας για συγκεκριμένες κατηγορίες συμβάσεων ασφαλίσεως δικαιολογείται από τη φύση και την οικονομία του εθνικού συστήματος φορολογήσεως των ασφαλίστρων, ανεξαρτήτως της υπάρξεως ή όχι ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος υπέρ των επιχειρήσεων που φορολογούνταν με τον κανονικό συντελεστή.
41 – Βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Πορτογαλία κατά Επιτροπής, σκέψη 56.
42 – Απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 2001, C‑143/99, ADRIA-WIEN PIPELINE και WIETERSDORFER & PEGGAUER ZEMENTWERKE (Συλλογή 2001, σ. I‑8365).
43 – Σκέψη 114 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Η υπογράμμιση δική μου.
44 – Σκέψη 114.
45 – Σκέψη 116.
46 – Σκέψη 115.
47 – Η απαλλαγή είχε χορηγηθεί στο πλαίσιο του Strukturanpassungsgesetz (αυστριακού νόμου περί της προσαρμογής των δομών) του 1996, επί της καταναλώσεως φυσικού αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας από επιχειρήσεις. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η χορήγηση πλεονεκτημάτων στις επιχειρήσεις, η κύρια δραστηριότητα των οποίων έγκειται στην παραγωγή ενσωμάτων αγαθών, δεν δικαιολογούνταν από τη φύση ή τη γενική οικονομία του εγκαθιδρυθέντος δυνάμει του Strukturanpassungsgesetz φορολογικού συστήματος.
48 – Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 2003, C‑409/00, Ισπανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2003, σ. I‑1487, σκέψεις 53 και 54).
49 – Βλ. αποφάσεις Ιταλία κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα, της 29ης Φεβρουαρίου 1996, C-56/93, Βέλγιο κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. I-723, σκέψη 79), και της 26ης Σεπτεμβρίου 1996, C‑241/94, Γαλλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. I‑4551, σκέψη 20).
50 – Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 1993, C‑189/91, Kirsammer-Hack (Συλλογή 1993, σ. I‑6185, σκέψεις 17 και 18), σχετικά με την απαίτηση χρησιμοποιήσεως κρατικών πόρων, ή προπαρατεθείσα απόφαση Ferring, η οποία αφορούσε αποζημίωση για την παροχή υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος, σχετικά με την ύπαρξη πλεονεκτήματος, ή ακόμα προπαρατεθείσα απόφαση ADRIA-WIEN PIPELINE και WIETERSDORFER & PEGGAUER ZEMENTWERKE, ιδίως σκέψη 52, και γενικά τη νομολογία που παρατίθεται ανωτέρω στο σημείο 83 σχετικά με την προϋπόθεση του επιλεκτικού χαρακτήρα.
51 – Βλ., για παράδειγμα, σκέψεις 128 και 130 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
52 – Σκέψεις 123 επ. της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
53 – Αντιθέτως, φρονώ ότι η συνέπεια που απορρέει από το ότι ο οικολογικός φόρος χαρακτηρίζεται αυτόνομο φορολογικό μέτρο, δηλαδή η δυνατότητα αιτιολογήσεως της ενδεχόμενης διαφορετικής μεταχειρίσεως επιχειρήσεων ή κλάδων παραγωγής ανάλογα με τη φύση ή την οικονομία του εν λόγω μέτρου, νοουμένου ως σύστημα, είναι σύμφωνη με αυτή τη νομολογία.
54 – Βλ. σκέψη 114 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
55 – Το συμπέρασμα αυτό εκτίθεται στη σκέψη 128 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με την οποία το Πρωτοδικείο αποφαίνεται ότι «η απόφαση επιβολής ενός οικολογικού φόρου αποκλειστικά και μόνον στον τομέα των αδρανών υλικών [...] ακόμη και αν αιτιολογείται από τη μέριμνα κατοχυρώσεως της διεθνούς ανταγωνιστικότητας ορισμένων τομέων, δεν παρέχει [...] την ευχέρεια αμφισβητήσεως της ακολουθίας του AGL σε σχέση με τους επιδιωκόμενους περιβαλλοντικούς στόχους».
56 – Απόφαση της 27ης Ιανουαρίου 2000, C‑164/98 P (Συλλογή 2000, σ. I‑447, σκέψεις 38 και 42).
57 – Στην προσφυγή η αναιρεσείουσα αναφέρει τις αιτιολογικές σκέψεις 10 και 16 της προσβαλλόμενης αποφάσεως οι οποίες περιλαμβάνονται στην περιγραφή των πραγματικών περιστατικών.
58 – Σκέψη 31 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
59 – Βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 16ης Μαΐου 2000, C‑83/98 P, Γαλλία κατά Ladbroke Racing και Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. I‑3271, σκέψη 25).
60 – Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1990, C‑301/87, Γαλλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. I‑307, σκέψη 49).
61 – Βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Γαλλία κατά Ladbroke Racing και Επιτροπής, σκέψη 25. Κατά της αναγνωρίσεως περιθωρίου διακριτικής ευχέρειας στην Επιτροπή στο πλαίσιο των περίπλοκων οικονομικών εκτιμήσεων που είναι απαραίτητες προκειμένου να χαρακτηριστεί το επίμαχο εθνικό μέτρο σύμφωνα με το άρθρο 87, παράγραφος 1, ΕΚ τάχθηκε ο γενικός εισαγγελέας F. Jacobs με τις προτάσεις του στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 10ης Ιανουαρίου 2006, C-222/04, Cassa di Risparmio di Firenze κ.λπ. (Συλλογή 2006, σ. I‑289, σημεία 109 έως 112).
62 – Βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 29ης Φεβρουαρίου 1996, Βέλγιο κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα, σκέψη 11), και απόφαση του Πρωτοδικείου της 15ης Σεπτεμβρίου 1998, T‑126/96 και T‑127/96, BFM και EFIM κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. II‑3437, σκέψη 81).
63 – Βλ., μεταξύ άλλων, προπαρατεθείσα απόφαση Matra κατά Επιτροπής, σκέψη 33.
64 – Όσον αφορά την παραπομπή στην προπαρατεθείσα απόφαση Matra κατά Επιτροπής με τη σκέψη 118 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, επισημαίνω απλώς ότι η επικαλούμενη σκέψη της εν λόγω αποφάσεως, με την οποία διακηρύσσεται ότι «για την εφαρμογή του άρθρου [88], παράγραφος 3, της Συνθήκης, η Επιτροπή έχει διακριτική εξουσία» (σκέψη 24) βασίζεται, όπως δηλώνεται ρητώς, σε ένα προηγούμενο, την απόφαση της 21ης Μαρτίου 1991, C‑303/88, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1991, σ. I-1433, σκέψη 34), με την οποία αναγνωρίστηκε ανάλογο περιθώριο διακριτικής ευχέρειας σε σχέση με το άρθρο 87, παράγραφος 3, και όχι με το άρθρο 88, παράγραφος 3, ΕΚ. Το ίδιο νομολογιακό προηγούμενο αναφέρεται, σε ανάλογο πλαίσιο, στο σημείο 12 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα W. Van Gerven, αυτή τη φορά ορθώς, σε σχέση με το άρθρο 87, παράγραφος 3. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, δεν πρέπει νομίζω να αποκλειστεί το ενδεχόμενο η σκέψη 24 της αποφάσεως Matra κατά Επιτροπής να περιέχει ουσιαστικό σφάλμα.
65 – Βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Γ. Κοσμά στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προπαρατεθείσα απόφαση Γαλλία κατά Ladbroke Racing και Επιτροπής, σημείο 15.
66 – Βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Γαλλία κατά Ladbroke Racing και Επιτροπής, σκέψη 25.
Full & Egal Universal Law Academy