ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
ELEANOR SHARPSTON
της 20ής Νοεμβρίου 2008 (1)
Υπόθεση C‑494/06 P
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Ιταλικής Δημοκρατίας και Wam SpA
«Αναίρεση – Κρατικές ενισχύσεις – Επιδοτούμενα δάνεια με σκοπό την υποστήριξη προγραμμάτων για τη διείσδυση σε αγορές τρίτων χωρών – Υποχρέωση αιτιολογήσεως των αποφάσεων της Επιτροπής»
1. Με την απόφασή της 2006/177/ΕΚ (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση) (2), η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δύο επιδοτήσεις που χορηγήθηκαν από την Ιταλία στην εταιρία Wam SpA (στο εξής: Wam) (3) συνιστούσαν κρατική ενίσχυση εμπίπτουσα στο πεδίο του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ. Δεδομένου ότι η ενίσχυση δεν κοινοποιήθηκε προηγουμένως στην Επιτροπή (4), η τελευταία την κήρυξε παράνομη.
2. Με την απόφασή του της 6ης Σεπτεμβρίου 2006 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-304/04 και T-316/04, Ιταλία και Wam κατά Επιτροπής (5), το Πρωτοδικείο ακύρωσε την απόφαση της Επιτροπής λόγω ελλείψεως επαρκούς αιτιολογίας. Ειδικότερα, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η παρασχεθείσα συναφώς αιτιολογία δεν αρκούσε για να δικαιολογήσει το συμπέρασμα ότι η χορηγηθείσα ενίσχυση πληρούσε όλες τις προϋποθέσεις του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ. Με την εξεταζόμενη εν προκειμένω αναίρεσή της, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο εφάρμοσε κριτήρια εκτιμήσεως της επαρκείας της αιτιολογίας της αποφάσεως τα οποία παρεκκλίνουν από την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου.
Το νομικό πλαίσιο
Το εφαρμοστέο κοινοτικό δίκαιο
3. Στο άρθρο 87, παράγραφος 1, ΕΚ ορίζεται ότι:
«Ενισχύσεις που χορηγούνται υπό οποιαδήποτε μορφή από τα κράτη ή με κρατικούς πόρους και που νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό διά της ευνοϊκής μεταχειρίσεως ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής είναι ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά, κατά το μέτρο που επηρεάζουν τις μεταξύ κρατών μελών συναλλαγές, εκτός αν η παρούσα Συνθήκη ορίζει άλλως.»
4. Στο άρθρο 253 ΕΚ ορίζεται ότι:
«Οι κανονισμοί, οι οδηγίες και οι αποφάσεις που εκδίδονται από κοινού από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, καθώς και οι κανονισμοί, οι οδηγίες και οι αποφάσεις του Συμβουλίου ή της Επιτροπής, πρέπει να αιτιολογούνται και να αναφέρονται στις προτάσεις ή γνώμες που απαιτούνται κατά την παρούσα Συνθήκη.»
Η συναφής εθνική νομοθεσία
5. Το άρθρο 2 του νόμου 394, της 29ης Ιουλίου 1981 (6), περί μέτρων υποστηρίξεως των ιταλικών εξαγωγών, αποτελεί το νομικό έρεισμα με βάση το οποίο οι ιταλικές αρχές μπορούν να παρέχουν χρηματοδότηση με ευνοϊκούς όρους σε εξαγωγικές εταιρίες οι οποίες εφαρμόζουν προγράμματα εμπορικής διεισδύσεως σε τρίτες χώρες.
Ιστορικό
6. Η Wam είναι ιταλική εταιρία η οποία σχεδιάζει, κατασκευάζει και πωλεί μηχανήματα βιομηχανικής αναμείξεως και εξαρτήματά τους, που χρησιμοποιούνται κυρίως στη βιομηχανία τροφίμων, χημικών, φαρμακευτικών και περιβαλλοντικών προϊόντων (7).
7. Στις 24 Νοεμβρίου 1995, οι ιταλικές αρχές αποφάσισαν να χορηγήσουν στη Wam δάνειο με ευνοϊκούς όρους ύψους 2 281 485 000 ιταλικών λιρών (ITL) (8), προκειμένου να διευκολύνουν τη διείσδυσή της στις αγορές της Ιαπωνίας, της Νότιας Κορέας και της Ταϊβάν. Μετά την εκδήλωση οικονομικής κρίσεως στην Κορέα και στην Ταϊβάν, τα προγράμματα που αφορούσαν τις δύο αυτές χώρες δεν υλοποιήθηκαν. Στη Wam χορηγήθηκε τελικώς ένα δάνειο 1 358 505 421 ITL (9) το οποίο θα εχρησιμοποιείτο για τη δημιουργία υποδομών μόνιμης εγκαταστάσεως και για την κάλυψη των εξόδων εμπορικής προωθήσεως στην Άπω Ανατολή.
8. Στις 9 Νοεμβρίου 2000, οι ιταλικές αρχές αποφάσισαν να χορηγήσουν στη Wam πρόσθετο δάνειο με ευνοϊκούς όρους ύψους 3 603 574 689 ITL (10). Το χρηματοδοτούμενο με το εν λόγω δάνειο πρόγραμμα επρόκειτο να υλοποιηθεί στην Κίνα από τη Wam και από τη Wam Bulk Handling Machinery (Shanghai) Co. Ltd, κινεζική εταιρία πλήρως ελεγχόμενη από τη Wam (11).
Η προσβαλλόμενη απόφαση
9. Με την από 26 Ιουλίου 1999 επιστολή της, η Morton Machine Company Ltd (στο εξής: Morton Machine Company) υπέβαλε καταγγελία στην Επιτροπή. Η Morton Machine Company είναι ανταγωνίστρια της Wam Engineering Ltd, εταιρίας ανήκουσας στον πολυεθνικό όμιλο στον οποίο ανήκει η Wam, εδρεύουσας στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η Morton Machine Company ισχυρίστηκε με την εν λόγω καταγγελία ότι η Wam Engineering Ltd προσέφερε τα προϊόντα της σε χαμηλότερες τιμές από την ίδια χάρη στο δάνειο της ιταλικής κυβερνήσεως προς τη Wam.
10. Αφού συνέλεξε περαιτέρω πληροφορίες, η Επιτροπή κίνησε τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 88, παράγραφος 2, ΕΚ και εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση στις 19 Μαΐου 2004.
11. Το αν η απόφαση της Επιτροπής είναι επαρκώς αιτιολογημένη στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ θα πρέπει να εκτιμηθεί με βάση το περιεχόμενο των αιτιολογικών σκέψεων 74 έως 79. Μετά την παράθεση του κειμένου του εν λόγω άρθρου, η απόφαση αναφέρει τα εξής:
«(75) Η εξεταζόμενη ενίσχυση συνίσταται στη χορήγηση κρατικής χρηματοδοτήσεως, με τη μορφή επιδοτουμένων δανείων, υπέρ συγκεκριμένης επιχειρήσεως, της WAM SpA. Τα δάνεια αυτά βελτιώνουν την οικονομική κατάσταση του αποδέκτη της ενισχύσεως. Όσον αφορά τα ενδεχόμενα αποτελέσματα επί των εμπορικών συναλλαγών μεταξύ κρατών μελών, όπως έχει επισημάνει το Δικαστήριο (12), ακόμη και αν σκοπός της ενισχύσεως είναι να προαγάγει τις εξαγωγές εκτός της ΕΕ, είναι δυνατό να επηρεάζει το ενδοκοινοτικό εμπόριο. Επιπλέον, λαμβανομένης υπόψη της αλληλεξαρτήσεως των αγορών στις οποίες δραστηριοποιούνται οι κοινοτικές επιχειρήσεις, δεν αποκλείεται μια τέτοια ενίσχυση να στρεβλώνει τον ανταγωνισμό εντός της Κοινότητας.
(76) Η WAM SpA έχει θυγατρικές εταιρίες σε ολόκληρο τον κόσμο, συμπεριλαμβανομένων όλων σχεδόν των κρατών μελών της ΕΕ, μεταξύ των οποίων η Γαλλία, οι Κάτω Χώρες, η Φινλανδία, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Δανία, το Βέλγιο και η Γερμανία. Ειδικότερα, η καταγγέλλουσα τόνισε ότι ανταγωνιζόταν άμεσα στην κοινοτική αγορά τη “WAM Engineering Ltd”, η οποία είναι θυγατρική της WAM SpA δραστηριοποιούμενη στο Ηνωμένο Βασίλειο και στην Ιρλανδία, και ότι η ιταλική εταιρία αποσπούσε πολλές παραγγελίες τις οποίες αντίστοιχα έχανε η καταγγέλλουσα. Περαιτέρω, όσον αφορά τον σε αγορές εκτός Κοινότητας ανταγωνισμό μεταξύ κοινοτικών επιχειρήσεων, προέκυψε ότι το πρόγραμμα που χρηματοδοτήθηκε με το δεύτερο δάνειο και αποσκοπούσε να υποστηρίξει την επιχειρηματική διείσδυση στην Κίνα, επρόκειτο να υλοποιηθεί από κοινού από τη WAM SpA και τη “WAM Bulk Handling Machinery Shangai [sic] Co Ltd”, μία τοπική επιχείρηση ανήκουσα εξ ολοκλήρου στη WAM SpA.
(77) Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, ακόμη και αν ο αποδέκτης της ενισχύσεως εξάγει σχεδόν το σύνολο της παραγωγής του σε χώρες εκτός της ΕΕ, του ΕΟΧ και των υπό ένταξη χωρών, οποιαδήποτε επιδότηση των εξαγωγικών δραστηριοτήτων μπορεί να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών.
(78) Επιπλέον, στην προκειμένη περίπτωση, διαπιστώθηκε ότι, κατά την περίοδο 1995-1999, οι πωλήσεις στο εξωτερικό αντιστοιχούσαν σε ποσοστό μεταξύ 52 % και 57,5 % του συνολικού ετήσιου κύκλου εργασιών της WAM SpA (σε απόλυτα μεγέθη, περίπου 5 εκατομμύρια ευρώ επί συνολικού κύκλου εργασιών 10 εκατομμυρίων), δύο τρίτα του οποίου παρήχθησαν εντός της ΕΕ.
(79) Κατά συνέπεια, ανεξαρτήτως του αν η εξεταζόμενη κρατική ενίσχυση υποστηρίζει εξαγωγές προς άλλα κράτη μέλη ή εκτός της ΕΕ, μπορεί να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και, επομένως, εμπίπτει στο πεδίο της διατάξεως του άρθρου 87, παράγραφος 1, της Συνθήκης.»
Η ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασία
12. Η Ιταλία και η Wam άσκησαν χωριστές προσφυγές ενώπιον του Πρωτοδικείου ζητώντας την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής. Στη συνέχεια, αποφασίστηκε η συνεκδίκαση των προσφυγών. Η Ιταλία στην προσφυγή της προέβαλε επτά λόγους ακυρώσεως, ενώ η Wam προέβαλε δέκα (13). Μεταξύ των προβληθέντων λόγων ακυρώσεως ήταν και το ότι η Επιτροπή δεν τήρησε την υποχρέωσή της για επαρκή αιτιολόγηση της προσβαλλομένης αποφάσεως.
13. Χωρίς να υπεισέλθει στην εξέταση των άλλων λόγων ακυρώσεως, το Πρωτοδικείο ακύρωσε την προσβαλλόμενη απόφαση δεχόμενο ότι η Επιτροπή δεν αιτιολόγησε επαρκώς το συμπέρασμά της ότι τα επίμαχα δάνεια ήταν πιθανό να επηρεάσουν τις εμπορικές συναλλαγές ή ότι προκάλεσαν ή απειλούσαν να προκαλέσουν στρέβλωση του ανταγωνισμού. Κατά συνέπεια, η αναίρεση περιορίζεται στο ζήτημα αυτό.
14. Αν η αίτηση αναιρέσεως γίνει δεκτή, η υπόθεση θα αναπεμφθεί ενώπιον του Πρωτοδικείου, ώστε αυτό να μπορέσει να εξετάσει τους λοιπούς λόγους ακυρώσεως. Αν, ωστόσο, η αίτηση αναιρέσεως απορριφθεί, η διαφορά θα θεωρηθεί λήξασα.
15. Στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας, όλοι οι διάδικοι διατύπωσαν δια μακρών τις απόψεις τους σχετικά με τα (αμφισβητούμενα) πραγματικά περιστατικά που κατέληξαν στην έκδοση της αποφάσεως της Επιτροπής. Δεδομένου ότι η λεπτομερής εξέταση των πραγματικών περιστατικών ευρίσκεται εκτός του αντικειμένου μιας αναιρέσεως ως προς τα νομικά ζητήματα ενώπιον του Δικαστηρίου κατ’ αποφάσεως του Πρωτοδικείου, οι απόψεις αυτές πρέπει να αγνοηθούν (14).
Η αίτηση αναιρέσεως
16. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο, δεχόμενο ότι η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν ήταν επαρκής για να στηρίξει το συμπέρασμα ότι τα δάνεια της Ιταλίας προς τη Wam ήταν πιθανό να επηρεάσουν το εμπόριο και να στρεβλώσουν ή να απειλήσουν να στρεβλώσουν τον ανταγωνισμό, εφάρμοσε εσφαλμένα τα άρθρα 87, παράγραφος 1, και 253 ΕΚ και παρεξέκλινε από την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου. Κατά την εν λόγω νομολογία, η υποχρέωση αποδείξεως που βαρύνει την Επιτροπή προκειμένου να αποδείξει ότι ορισμένη ενίσχυση μπορεί να επηρεάσει το ενδοκοινοτικό εμπόριο ή να στρεβλώσει ή να απειλήσει να στρεβλώσει τον ανταγωνισμό είναι σχετικά εύκολο να εκπληρωθεί. Στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, το Πρωτοδικείο επέβαλε πολύ αυστηρότερες προδιαγραφές αποδείξεως.
17. Προς υποστήριξη του κυρίου ισχυρισμού της, η Επιτροπή προβάλλει σειρά επικουρικών επιχειρημάτων. Ειδικότερα, η Επιτροπή επικρίνει τις διαπιστώσεις του Πρωτοδικείου όσον αφορά την αιτιολογία σχετικά με i) τα αποτελέσματα για τη Wam της οικονομικής υποστηρίξεως που της παρεσχέθη, ii) την παρουσία της Wam στις κοινοτικές αγορές. Η Επιτροπή αμφισβητεί, επίσης, iii) το ότι ήταν αναγκαίο να εξετάσει τη σχέση μεταξύ της κοινοτικής αγοράς και των αγορών της Άπω Ανατολής.
18. Η Ιταλία και η Wam υποστηρίζουν αμφότερες ότι το Πρωτοδικείο δεν έσφαλε κατά νόμον και δεν απέστη από την πάγια κοινοτική νομολογία.
Παραδεκτό
19. Τόσο η Ιταλική Δημοκρατία όσο και η Wam αμφισβητούν το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως. Η Ιταλική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι ο ισχυρισμός της Επιτροπής κατά τον οποίο η απόφαση του Πρωτοδικείου δεν συμβιβάζεται με τη νομολογία του Δικαστηρίου δεν συνιστά νομικό ζήτημα.
20. Το άρθρο 58 του Οργανισμού του Δικαστηρίου ορίζει ότι «η αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου περιορίζεται σε νομικά ζητήματα. Ως λόγοι αναιρέσεως επιτρέπεται να προβάλλονται [μεταξύ άλλων] [...] παραβίαση του κοινοτικού δικαίου από το Πρωτοδικείο». Η αίτηση αναιρέσεως της Επιτροπής βασίζεται, ακριβώς, στον ισχυρισμό ότι το Πρωτοδικείο παραβίασε το κοινοτικό δίκαιο, καθόσον δεν ακολούθησε ούτε εφάρμοσε την ερμηνεία των άρθρων 87 ΕΚ και 253 ΕΚ την οποία υιοθέτησε με τη νομολογία του το Δικαστήριο.
21. Η αίτηση αναιρέσεως αφορά νομικό ζήτημα και βασίζεται σε λόγο αναιρέσεως που προβλέπεται στο άρθρο 58 του Οργανισμού του Δικαστηρίου. Κατά συνέπεια, η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε παραδεκτώς.
22. Η Wam υποστηρίζει, περαιτέρω, ότι με την εξεταζόμενη αίτηση αναιρέσεως η Επιτροπή καλεί το Δικαστήριο να ελέγξει την ουσία μάλλον της αποφάσεως του Πρωτοδικείου παρά το αν απλώς τηρήθηκε «ουσιώδης τύπος» κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 230 ΕΚ.
23. Το άρθρο 230 ΕΚ παρέχει στο Δικαστήριο αρμοδιότητα να ελέγχει πράξεις των κοινοτικών οργάνων εκτός του Πρωτοδικείου. Οι αιτήσεις αναιρέσεως κατά των αποφάσεων του Πρωτοδικείου διέπονται από το άρθρο 225, παράγραφος 1, ΕΚ (15) και από τον Οργανισμό του Δικαστηρίου. Ο ισχυρισμός της Wam περί απαραδέκτου, καθόσον θεμελιώνεται στο άρθρο 230 ΕΚ, είναι προφανώς εσφαλμένος και πρέπει επίσης να απορριφθεί.
Η υποχρέωση αιτιολογήσεως
24. Είναι σκόπιμο να προσδιοριστεί καταρχάς η έκταση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως στην περίπτωση αποφάσεως εκδιδόμενης κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ, προτού εξεταστεί το πώς εφάρμοσε το Πρωτοδικείο τη σχετική νομολογία στην παρούσα διαφορά.
25. Η υποχρέωση αιτιολογήσεως που επιβάλλει το άρθρο 253 ΕΚ συνιστά διαδικαστική υποχρέωση η οποία διαφέρει από την υποχρέωση επικλήσεως λόγων οι οποίοι είναι βάσιμοι (16). Εξασφαλίζει ότι τα μέρη τα οποία αφορά και επηρεάζει η απόφαση κατανοούν τους λόγους που οδήγησαν στην έκδοσή της (και μπορούν, συνεπώς, να υπερασπιστούν τα δικαιώματά τους). Επιτρέπει, επίσης, στο Δικαστήριο να ασκεί αποτελεσματικά τον έλεγχό του (17). Επομένως, λόγοι τους οποίους η εκδίδουσα την απόφαση αρχή επιθυμεί να επικαλεστεί μετέπειτα κατά την ένδικη διαδικασία πρέπει να προκύπτουν σαφώς από το κείμενο της αποφάσεως.
26. Προκειμένου για αποφάσεις αφορώσες κρατικές ενισχύσεις, η Επιτροπή πρέπει οπωσδήποτε να εκθέτει τους λόγους που την οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι η παροχή της οικείας οικονομικής υποστηρίξεως συνιστά κρατική ενίσχυση κατά το άρθρο 87, παράγραφος 1, ΕΚ. Για τον σκοπό αυτόν, η Επιτροπή πρέπει να αποδείξει ότι το επικρινόμενο μέτρο διαθέτει τέσσερα χαρακτηριστικά.
27. Πρώτον, πρέπει να έχει χωρήσει παρέμβαση του κράτους ή με κρατικούς πόρους. Δεύτερον, η παρέμβαση αυτή πρέπει να μπορεί να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών. Τρίτον, πρέπει να παρέχει πλεονέκτημα υπέρ του δικαιούχου. Τέταρτον, πρέπει να νοθεύει ή να απειλεί να νοθεύσει τον ανταγωνισμό (18).
28. Η νομολογία περιόρισε την έκταση της υποχρεώσεως της Επιτροπής να αποδείξει ότι συντρέχει το δεύτερο και το τέταρτο από τα ως άνω χαρακτηριστικά. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή «υποχρεούται [...] να αποδείξει μόνον αν οι εν λόγω ενισχύσεις δύνανται να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών και να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό και όχι αν οι ενισχύσεις αυτές έχουν πραγματικές επιπτώσεις στο ενδοκοινοτικό εμπόριο και στρεβλώνουν όντως τον ανταγωνισμό» (19). Η έννοια του «επηρεασμού» του εμπορίου μεταξύ κρατών μελών καλύπτει και το απλό ενδεχόμενο προκλήσεως ενός τέτοιου αποτελέσματος (20).
29. Η ακριβής έκταση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως δεν μπορεί να προσδιοριστεί αφηρημένα. Όπως επισήμανε το Δικαστήριο στην απόφαση Κάτω Χώρες και Leeuwarder Papierwarenfabriek κατά Επιτροπής:
«H υποχρέωση αιτιολογήσεως πρέπει να εκτιμάται αναλόγως των περιστάσεων της συγκεκριμένης περιπτώσεως , ιδίως του περιεχομένου της πράξεως, της φύσεως των προβαλλομένων λόγων και του συμφέροντος για παροχή διευκρινίσεων που έχουν ενδεχομένως οι αποδέκτες.
[…]
Σε ορισμένες περιπτώσεις είναι μεν δυνατό να προκύπτει, από τις ίδιες τις συνθήκες υπό τις οποίες χορηγήθηκε η ενίσχυση, ότι είναι ικανή να επηρεάσει τις συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών και να νοθεύσει ή να απειλήσει να νοθεύσει τον ανταγωνισμό, πλην όμως η Επιτροπή οφείλει τουλάχιστον να αναφέρει τις συνθήκες αυτές στις αιτιολογικές σκέψεις της αποφάσεώς της.» (21)
30. Στην απόφαση Επιτροπή κατά Sytraval και Brink’s France (22), το Δικαστήριο ανέφερε ότι, κατά πάγια νομολογία, η αιτιολογία πρέπει να είναι προσαρμοσμένη στη φύση της οικείας πράξεως και πρέπει να διαφαίνεται από αυτήν κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο η συλλογιστική της κοινοτικής αρχής που εκδίδει την προσβαλλόμενη πράξη, κατά τρόπο που να καθιστά δυνατό στους ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους που δικαιολογούν τη λήψη του μέτρου και στο αρμόδιο κοινοτικό δικαιοδοτικό όργανο να ασκεί τον έλεγχό του. H υποχρέωση αιτιολογήσεως πρέπει να εκτιμάται αναλόγως των περιστάσεων της συγκεκριμένης περιπτώσεως. Η αιτιολογία δεν απαιτείται να διασαφηνίζει όλα τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία, καθόσον το ζήτημα αν η αιτιολογία είναι επαρκής πρέπει να εκτιμάται όχι μόνο βάσει της διατυπώσεώς της αλλά και του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται καθώς και του συνόλου των κανόνων δικαίου που διέπουν το σχετικό θέμα (23).
Το κύριο επιχείρημα της Επιτροπής
31. Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι το Πρωτοδικείο συνόψισε ορθά το εφαρμοστέο νομολογιακό δίκαιο (24). Ωστόσο, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, στη συνέχεια, το Πρωτοδικείο εφήρμοσε αυστηρότερους κανόνες αποδείξεως. Ενώ δέχθηκε, κατ’ αρχήν, ότι η Επιτροπή έπρεπε απλώς να καταδείξει τα προβλέψιμα αποτελέσματα (25) της χορηγηθείσης κατά τη γνώμη της ενισχύσεως (26) και ότι δεν ήταν αναγκαίο να αποδείξει τις πραγματικές επιπτώσεις της εν λόγω ενισχύσεως (27), το Πρωτοδικείο στη συνέχεια κάλεσε την Επιτροπή να αποδείξει ότι είχαν πράγματι επηρεαστεί το εμπόριο και ο ανταγωνισμός (28). Συνεπώς, το Πρωτοδικείο έσφαλε κατά την εφαρμογή της εν λόγω νομολογίας και η απόφασή του στερείται εσωτερικής συνοχής.
32. Είναι η επιχειρηματολογία της Επιτροπής πειστικότερη στο πλαίσιο της εξεταζομένης αιτήσεως αναιρέσεως;
33. Το Πρωτοδικείο δέχθηκε (29) ότι η επίμαχη οικονομική ενίσχυση χορηγήθηκε για να υποστηριχθεί πρόγραμμα εξαγωγών αποσκοπούν στη διείσδυση σε αγορά τρίτης χώρας και ότι αφορούσε (σχετικώς) χαμηλό ποσό. Για τους λόγους αυτούς, πιθανολογούνται ότι οι επιπτώσεις της στο ενδοκοινοτικό εμπόριο θα ήσαν λιγότερο εμφανείς. Δεν βρίσκω τίποτα το ανορθόδοξο στην τοποθέτηση αυτή.
34. Εξετάζοντας τις επιπτώσεις της εν λόγω υποστηρίξεως παρά τον λόγο ή τον σκοπό χορηγήσεώς της (30), το Πρωτοδικείο αναγνώρισε ότι δεν μπορούσε να αποκλειστεί το ενδεχόμενο επηρεασμού του ενδοκοινοτικού εμπορίου ή στρεβλώσεως του ανταγωνισμού (31). Ωστόσο, συνέχισε το Πρωτοδικείο, η Επιτροπή είχε ιδιαίτερο καθήκον υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις να εξετάσει αν η προσαπτόμενη στην Ιταλία ενίσχυση μπορούσε να στρεβλώσει τον ανταγωνισμό και να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και να εκθέσει στην απόφασή της τους συγκεκριμένους λόγους που την οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι ήταν πιθανό να προκληθούν τέτοια αποτελέσματα (32).
35. Το Πρωτοδικείο διευκρίνισε ότι μια απλή δήλωση αρχής δεν αρκεί αφεαυτής για να εκπληρωθεί η υποχρέωση της Επιτροπής να αποδείξει ότι η επικρινόμενη ενίσχυση είναι πιθανό να επηρεάσει το ενδοκοινοτικό εμπόριο και ότι στρεβλώνει ή απειλεί να στρεβλώσει το ανταγωνισμό (33). Στη συνέχεια, εξέτασε τα κατ’ ιδίαν στοιχεία τα οποία επικαλέστηκε η Επιτροπή στην προσβαλλόμενη απόφαση (ήτοι, τη βελτίωση της οικονομικής θέσεως της Wam, τη δραστηριότητα της εταιρίας στην κοινοτική αγορά και την τεκμαιρόμενη αλληλεξάρτηση μεταξύ των αγορών της ΕΕ και της Άπω Ανατολής). Απεφάνθη ότι από το προσκομισθέν υλικό δεν προέκυψε ότι θα παρήγετο «δυνάμει» τέτοιο αποτέλεσμα (34). Το Πρωτοδικείο κατέληξε στο συμπέρασμα (35) ότι η Επιτροπή δεν κατάφερε να καταδείξει για ποιο λόγο, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, τα επίμαχα δάνεια ήταν πιθανό ότι θα επηρέαζαν το εμπόριο ή ότι θα στρέβλωναν ή θα απειλούσαν να στρεβλώσουν τον ανταγωνισμό.
36. Κατά συνέπεια, το Πρωτοδικείο δέχθηκε ότι η προσβαλλόμενη ενώπιόν του απόφαση της Επιτροπής δεν περιελάμβανε επαρκή στοιχεία ικανά να ανταποκριθούν στο (περιορισμένο) βάρος αποδείξεως του πιθανού οικονομικού αποτελέσματος. Επειδή η Επιτροπή δεν εκπλήρωσε την υποχρέωση αιτιολογήσεως, το Πρωτοδικείο αποφάσισε ότι η απόφασή της έπρεπε να ακυρωθεί.
37. Στο δικόγραφο της αναιρέσεως η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι το Πρωτοδικείο παρέβλεψε ένα κρίσιμο στοιχείο της προσβαλλομένης αποφάσεως ούτε ότι δεν έλαβε υπόψη το ότι η Επιτροπή εξήγησε πράγματι για ποιο λόγο ήταν πιθανό να επηρεαστεί το ενδοκοινοτικό εμπόριο και να στρεβλωθεί ο ανταγωνισμός. Ουσιαστικά, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να προσυπογράψει την καινοφανή θεωρία ότι, επειδή δεν μπορεί εκ πρώτης όψεως να αποκλειστεί ότι η παροχή οικονομικής ενισχύσεως είναι πιθανό να έχει επιπτώσεις στο ενδοκοινοτικό εμπόριο και στον ανταγωνισμό, αποδεικνύεται επαγωγικώς ότι η παροχή της εν λόγω ενισχύσεως προκάλεσε όντως τις εν λόγω επιπτώσεις.
38. Δεν μπορώ να συμφωνήσω με τη θεωρία αυτή. Το γεγονός ότι το συμπέρασμα Ψ δεν μπορεί να αποκλειστεί υπό τις περιστάσεις Χ σημαίνει ότι, αν η Επιτροπή αποδείξει ότι συντρέχουν οι περιστάσεις Χ, δεν αποκλείεται να συναγάγει το συμπέρασμα Ψ. Συνεπώς, το να υποστηρίζεται ότι, αν η Επιτροπή αποδείξει ότι συντρέχουν οι περιστάσεις Χ, συνάγεται αυτομάτως ότι αληθεύει το συμπέρασμα Ψ συνεπάγεται ένα τεράστιο λογικό άλμα. Συνεπάγεται επίσης μείωση της εκτάσεως της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως την οποία θεωρώ απαράδεκτη.
39. Συμφωνώ με το Πρωτοδικείο ότι απλές δηλώσεις αρχής δεν αρκούν για να εκπληρωθεί η υποχρέωση αιτιολογήσεως. Χρειάζεται κάτι περισσότερο.
40. Τονίζω ότι δεν εννοώ ότι η Επιτροπή όφειλε να χρησιμοποιήσει κάποιον ειδικό συνδυασμό οικονομικής αναλύσεως και αποδείξεων για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι υπήρχε «πιθανότητα» επηρεασμού του εμπορίου και του ανταγωνισμού. Θα ήταν σοβαρό λάθος να περιοριστεί η διακριτική της ευχέρεια κατά τέτοιο τρόπο. Οι περιστάσεις διαφέρουν από τη μία περίπτωση στην άλλη, ορισμένοι δε τρόποι αποδείξεως ενδέχεται να παρουσιάζουν μεγάλη δυσκολία και τα μέσα της Επιτροπής για την πραγματοποίηση έρευνας δεν είναι σε καμία περίπτωση απεριόριστα. Συνεπώς, δεν απαιτείται από την Επιτροπή να προβαίνει σε λεπτομερή οικονομική ανάλυση και να καταδεικνύει δια μακρών με ποιόν ακριβώς τρόπο η καταγγελλόμενη ενίσχυση ενδέχεται να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και να στρεβλώσει ή να απειλήσει να στρεβλώσει τον ανταγωνισμό. Ωστόσο, υποχρεούται να παρουσιάσει συνοπτικά στοιχεία τα οποία ευλόγως οδηγούν στο συμπέρασμα αυτό –με άλλα λόγια, να καταδείξει ότι το εν λόγω αποτέλεσμα είναι «πιθανό».
41. Γενικότερα, η Επιτροπή πρέπει να καταδείξει ότι η επίμαχη ενίσχυση είναι πιθανό να επηρεάσει το ενδοκοινοτικό εμπόριο και να στρεβλώσει ή να απειλήσει να στρεβλώσει τον ανταγωνισμό. Για να επιτύχει το αποτέλεσμα αυτό, πρέπει να προσκομίσει επαρκείς αποδείξεις. Το τί συνιστά επαρκείς αποδείξεις εξαρτάται από τις περιστάσεις. Αφενός, οσάκις οι ίδιες οι περιστάσεις υπό τις οποίες παρέχεται η ενίσχυση δείχνουν ότι είναι πιθανός ο επηρεασμός του εμπορίου και η στρέβλωση του ανταγωνισμού, η Επιτροπή θα χρειαστεί απλώς να εκθέσει τις περιστάσεις αυτές στην απόφασή της, για να αποδείξει ότι η ενίσχυση πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ. Αφετέρου, οσάκις οι περιστάσεις υπό τις οποίες χωρεί η καταβολή της ενισχύσεως δεν δείχνουν κατ’ ανάγκην ότι είναι πιθανά τέτοια αποτελέσματα, η Επιτροπή θα χρειαστεί να προσκομίσει αρκετά περισσότερα στοιχεία για να εκπληρώσει την υποχρέωση αποδείξεως που τη βαρύνει.
42. Συνεπώς, θεωρώ ότι το Πρωτοδικείο δεν έσφαλε όσον αφορά τα εφαρμοσθέντα κριτήρια ούτε ότι η απόφασή του στερείται εσωτερικής συνοχής.
43. Στη συνέχεια θα εξετάσω τα επιπλέον ειδικά επιχειρήματα που προέβαλε η Επιτροπή.
Τα ειδικά επιχειρήματα της Επιτροπής
Οι συνέπειες της οικονομικής υποστηρίξεως για τη Wam
44. Αρκεί η διαπίστωση ότι «ισχυροποιήθηκε η οικονομική θέση» μιας επιχειρήσεως για να θεμελιωθεί ότι η ενίσχυση που παρεσχέθη στην εταιρία αυτή πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ; Η απάντηση του Πρωτοδικείου στο ερώτημα αυτό ήταν αρνητική (36). Η Επιτροπή αμφισβητεί την ορθότητα της τοποθετήσεως αυτής, υποστηρίζοντας ότι, επειδή τα χρήματα είναι πράγματα αντικαταστατά και αναλώσιμα, τα χορηγηθέντα στη Wam δάνεια προς υποστήριξη της εξαγωγικής της δραστηριότητας απήλλαξε την εταιρία από έξοδα τα οποία άλλως θα έπρεπε να επωμιστεί. Συνεπώς, τα δάνεια ανταποκρίνονται στα κριτήρια που τίθενται στην απόφαση Γερμανία κατά Επιτροπής (37) και, επομένως, είναι επαρκής η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως (38).
45. Στην απόφαση Γερμανία κατά Επιτροπής, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι «[κ]ατ’ αρχήν, οι λειτουργικές ενισχύσεις, ήτοι οι ενισχύσεις οι οποίες, όπως αυτή που χορηγήθηκε [με το επίμαχο μέτρο], αποσκοπούν στο να απαλλάξουν μια επιχείρηση από έξοδα που θα έπρεπε κανονικά να επωμιστεί στο πλαίσιο της τρέχουσας διαχειρίσεώς της ή των συνήθων δραστηριοτήτων της, νοθεύουν κατά κανόνα τις συνθήκες του ανταγωνισμού» (39).
46. Πολύ νωρίτερα, στην απόφαση Philip Morris κατά Επιτροπής, το Δικαστήριο εξήγησε ότι υπάρχουν επιπτώσεις στο ενδοκοινοτικό εμπόριο όταν η χορηγούμενη κρατική οικονομική ενίσχυση «ενισχύει τη θέση μιας επιχειρήσεως σε σχέση προς άλλες ανταγωνίστριες επιχειρήσεις κατά τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές» (40).
47. Η προσβαλλόμενη απόφαση καταδεικνύει πράγματι ότι η Wam έλαβε χρήματα από τις ιταλικές αρχές. Ωστόσο, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η αναφορά της Επιτροπής στο δάνειο δεν ήταν παρά μια γενική επισήμανση που σκοπό είχε να καταδείξει ότι υπήρξε μεταφορά κρατικών πόρων προς την εμπλεκόμενη εταιρία η οποία μεταφορά συνιστούσε «πλεονέκτημα» υπέρ της Wam. Εντούτοις, δεν επρόκειτο για συγκεκριμένη διαπίστωση συνδεόμενη άμεσα με τις πιθανές επιπτώσεις για τις εμπορικές συναλλαγές και τον ανταγωνισμό. Το Πρωτοδικείο παρατήρησε (αδέξια, ίσως, αλλά εύστοχα) ότι κάποια βελτίωση της οικονομικής καταστάσεως του αποδέκτη αποτελεί εγγενές στοιχείο κάθε κρατικής ενισχύσεως, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που δεν πληρούν τα λοιπά κριτήρια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ. Κατόπιν αυτού, το Πρωτοδικείο απεφάνθη (41) ότι η δοθείσα αιτιολογία δεν αρκούσε για να θεμελιώσει ότι επληρούντο οι προϋποθέσεις του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ.
48. Συμφωνώ με την εκτίμηση αυτή του Πρωτοδικείου.
49. Στην απόφαση Επιτροπή κατά Γερμανίας (42), το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι ενίσχυση «η οποία αποσκοπεί στο να απαλλάξει μια επιχείρηση από έξοδα που θα έπρεπε κανονικά να επωμιστεί στο πλαίσιο της τρέχουσας διαχειρίσεώς της ή των συνήθων δραστηριοτήτων της», νοθεύει τις συνθήκες του ανταγωνισμού. Για να αποδείξει ότι πληρούται ο όρος αυτός, η Επιτροπή πρέπει να εξηγήσει πώς προκύπτει ότι η επίμαχη ενίσχυση αποσκοπεί στο να απαλλάξει τον αποδέκτη από τέτοιου είδους έξοδα. Αυτό σημαίνει ότι κατονομάζονται έξοδα τα οποία «κανονικά» θα επωμιζόταν η επιχείρηση και ότι αποδεικνύεται εύλογος σύνδεσμος μεταξύ της χορηγήσεως της ενισχύσεως και της ελαφρύνσεως της οικείας εταιρίας από τα εν λόγω έξοδα. Άλλως, δεν μπορεί να συναχθεί ότι η επικρινόμενη ενίσχυση «ενισχύει τη θέση» του αποδέκτη της, παρέχοντάς του ανταγωνιστικό πλεονέκτημα σε σχέση προς άλλες ανταγωνίστριες επιχειρήσεις κατά τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές (43), όπως απαιτεί η απόφαση Philip Morris κατά Επιτροπής.
50. Εν προκειμένω, η ενίσχυση την οποία έλαβε η Wam αντιστοιχούσε στο ποσό το οποίο η εταιρία δαπάνησε για την υλοποίηση του προγράμματός της διεισδύσεως σε αγορές εκτός της Κοινότητας (44). Η συλλογιστική της Επιτροπής περιορίζεται στη διαπίστωση ότι τα με προνομιακούς όρους δάνεια προήλθαν από δημόσιους πόρους και ότι χάρη στη χορήγησή τους βελτιώθηκε η οικονομική θέση του αποδέκτη τους. Η Επιτροπή δεν προσπαθεί να συνδέσει με περισσότερο συγκεκριμένο τρόπο τα δάνεια και τις δραστηριότητες της Wam ώστε να καταστήσει σαφές για ποιο λόγο, υπό τις περιστάσεις που επικρατούσαν, τα δάνεια είχαν ως αποτέλεσμα να απαλλάξουν τη Wam από έξοδα τα οποία κανονικά θα έπρεπε να επωμιστεί (45). Σε αντίθεση προς την απόφαση την οποία αφορούσε η υπόθεση Tubemeuse (46), δεν υπάρχει καμία πραγματική ένδειξη σχετικά με τις προ της ενισχύσεως εξαγωγικές δραστηριότητες της Wam ούτε σχετικά με τα μελλοντικά της σχέδια (47). Το ότι η Επιτροπή περιγράφει τη Wam ως «πολυεθνική εταιρία» δεν προσθέτει τίποτε στην ανάλυση.
51. Επομένως, συμμερίζομαι τη γνώμη του Πρωτοδικείου ότι η Επιτροπή δεν κατέδειξε στην απόφασή της ότι η χορήγηση των δανείων ήταν πιθανό να επηρεάσει το ενδοκοινοτικό εμπόριο ή ότι στρέβλωσε ή απείλησε να στρεβλώσει τον ανταγωνισμό.
Η απόδειξη της επελεύσεως συνεπειών για το εμπόριο με αναφορά στην εντός της Κοινότητας δραστηριότητα
52. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η αναφορά στο ότι μια εταιρία μετέχει της εσωτερικής αγοράς της ΕΕ αρκεί και ότι οι αιτιολογικές σκέψεις της προσβαλλομένης αποφάσεως υπερκαλύπτουν τις απαιτήσεις του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ. Συνεπώς, το Πρωτοδικείο έσφαλε κατά το ότι έκρινε (48) ότι η δήλωση της Επιτροπής ότι η Wam συμμετείχε στο ενδοκοινοτικό εμπόριο δεν αρκούσε για να αποδειχθεί η ύπαρξη πιθανότητας επηρεασμού του εμπορίου ή στρεβλώσεως ή απειλής στρεβλώσεως του ανταγωνισμού. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή επικαλείται ειδικώς την αναφορά της, στο κείμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, στην καταγγελία που υποβλήθηκε από τη Morton Machines Company.
53. Το τελευταίο επιχείρημα μπορεί να συζητηθεί συνοπτικά. Το γεγονός ότι υποβλήθηκε καταγγελία στην Επιτροπή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποδεικνύει επαρκώς την ύπαρξη πιθανότητας στρεβλώσεως του ανταγωνισμού. Η αποδοχή του αντιθέτου θα ισχυροποιούσε σημαντικά τη θέση οποιουδήποτε ανταγωνιστή μιας εταιρίας που τυχαίνει να δραστηριοποιείται στην κοινοτική αγορά –με προφανή συνέπεια να ανοίγει τον δρόμο σε καταχρήσεις.
54. Επανερχόμενη στα βασικά στοιχεία της επιχειρηματολογίας της Επιτροπής, φρονώ ότι το Πρωτοδικείο γνώριζε καλά ότι η Wam είχε σημαντική εξαγωγική δραστηριότητα στην κοινοτική αγορά και ότι ήταν μέλος ενός ενεργού στην ΕΕ πολυεθνικού ομίλου (49). Αυτό που συνήγαγε το Πρωτοδικείο (50) είναι ότι στις αιτιολογικές σκέψεις 74 και 77 της προσβαλλομένης αποφάσεως απλώς υπενθυμίζονται οι νομικές αρχές που διατυπώθηκαν, ιδίως, στην απόφαση Tubemeuse και ότι η υπενθύμιση αυτή, σε συνδυασμό με τη γενική δήλωση ότι «δεν μπορεί να αποκλειστεί» ότι επάγονται συνέπειες για το ενδοκοινοτικό εμπόριο ή για τον ανταγωνισμό, δεν αρκεί για να τηρηθούν οι προϋποθέσεις του άρθρου 235 ΕΚ. Εξήγησα ανωτέρω (51) γιατί θεωρώ ότι η νομική αυτή εκτίμηση είναι ορθή.
55. Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι στην απόφαση Ιταλία κατά Επιτροπής (52), το Δικαστήριο ανέφερε ότι, ακόμη και όταν ο αποδέκτης της ενισχύσεως δεν δραστηριοποιείται στην ενδοκοινοτική αγορά, το ενδοκοινοτικό εμπόριο και ο ανταγωνισμός είναι και πάλι δυνατό να επηρεαστούν. Στην απόφαση Tubemeuse (53), το Δικαστήριο δέχθηκε ότι, ακόμη και όταν οι ενισχύσεις είναι de minimis, δεν αποκλείεται η επαγωγή επιπτώσεων στο εμπόριο και τον ανταγωνισμό.
56. Και στις δύο αυτές αποφάσεις διατυπώνεται ουσιαστικά η ίδια ιδέα με ελαφρώς διαφορετικό τρόπο: υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο επηρεασμού του εμπορίου και στρεβλώσεως του ανταγωνισμού. Ωστόσο, οι εν λόγω αποφάσεις δεν στηρίζουν τον ισχυρισμό –που είναι κρίσιμος για την επιχειρηματολογία της Επιτροπής– ότι αρκεί να αποδείξει η Επιτροπή ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί η ύπαρξη επιπτώσεων για το εμπόριο και τον ανταγωνισμό για να θεμελιωθεί ότι συντρέχουν δύο από τις προϋποθέσεις που απαιτούνται κατά το άρθρο 87, παράγραφος 1, ΕΚ.
57. Η Επιτροπή επικαλείται επίσης τη διαπίστωση του Δικαστηρίου στην απόφαση Cassa di Risparmio di Firenze κ.λπ. (54) ότι ενίσχυση που χορηγείται σε οικονομικό τομέα που έχει απελευθερωθεί έχει το χαρακτήρα ενισχύσεως που μπορεί να επηρεάσει το εμπόριο και τον ανταγωνισμό. Το Δικαστήριο στην απόφασή του εκείνη αναφέρθηκε στην παλαιότερη απόφαση Ισπανία κατά Επιτροπής (55), όπου είχε γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή είχε περιλάβει στην απόφασή της αποδείξεις που ήσαν επαρκείς για να θεμελιώσουν την ύπαρξη πιθανότητας επηρεασμού του εμπορίου και του ανταγωνισμού. Μεταξύ των αποδείξεων που προσκόμισε η Επιτροπή ήταν και το γεγονός ότι ο οικείος οικονομικός κλάδος είχε απελευθερωθεί. Επομένως, η απελευθέρωση του οικείου κλάδου της αγοράς δεν αποτελεί αφεαυτής αποφασιστικό αποδεικτικό στοιχείο όσον αφορά την πιθανότητα επηρεασμού του εμπορίου και στρεβλώσεως ή απειλής στρεβλώσεως του ανταγωνισμού (56).
Η εξέταση της σχέσεως μεταξύ της αγοράς της ΕΚ και των αγορών της Άπω Ανατολής
58. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο έσφαλε καθόσον την κάλεσε (57) να προβεί σε διεξοδική ανάλυση των συνεπειών των δανείων, λαμβανομένου υπόψη ότι τα εν λόγω δάνεια χορηγήθηκαν με σκοπό να καλύψουν [ορισμένα από] τα έξοδα της εγκαταστάσεως της Wam στην αγορά της Άπω Ανατολής.
59. Η εξέταση του επιχειρήματος αυτού θα πρέπει να εκκινήσει με αναδρομή στη σκέψη 73 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Εξετάζοντας τον ισχυρισμό που προέβαλε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση (δηλαδή, ότι, χάρη στα δάνεια, ενισχύθηκε η θέση της Wam έναντι ενδεχομένων ανταγωνιστών στην ενδοκοινοτική αγορά), το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η Επιτροπή δεν περιέλαβε στην απόφασή της κανένα αποδεικτικό στοιχείο προς θεμελίωση του εν λόγω ισχυρισμού. Ενώ στις αιτιολογικές σκέψεις της αποφάσεως (58) αναφερόταν ότι το δάνειο κάλυπτε τα έξοδα της εγκαταστάσεως της Wam εκτός της ΕΕ, η Επιτροπή δεν έκανε το επόμενο βήμα στην ανάλυσή της που ήταν αναγκαίο για να αποδειχθεί ότι, κατά συνέπεια, ενισχύθηκε η θέση της Wam στην αγορά της ΕΕ.
60. Στο πλαίσιο αυτό, θεωρώ ότι η σκέψη 74 της αποφάσεως του Πρωτοδικείου ενισχύει, κατ’ ουσίαν, την άποψη αυτή. Το Πρωτοδικείο δέχθηκε ότι, «ακόμη και αν η Επιτροπή δεν έπρεπε οπωσδήποτε να εξετάσει [τη σχέση αλληλεξαρτήσεως μεταξύ της αγοράς της ΕΕ και της αγοράς της Άπω Ανατολής]» (59), η απλή μνεία του ότι η Wam μετείχε του ενδοκοινοτικού εμπορίου δεν ήταν επαρκής για να καταδείξει την πιθανότητα επηρεασμού του εν λόγω εμπορίου ή τη στρέβλωση ή την απειλή στρεβλώσεως του ανταγωνισμού. Για τον λόγο αυτόν (συνέχισε το Πρωτοδικείο) η Επιτροπή έπρεπε να προβεί σε λεπτομερή εξέταση των αποτελεσμάτων των ενισχύσεων, λαμβάνοντας υπόψη –ιδίως– το γεγονός ότι κάλυπταν έξοδα πραγματοποιούμενα στην αγορά της Άπω Ανατολής καθώς και, στο αναγκαίο μέτρο (60), της αλληλεξαρτήσεως μεταξύ της εν λόγω αγοράς και της αγοράς της ΕΕ.
61. Αυτό που διευκρινίζει εν προκειμένω το Πρωτοδικείο είναι ότι, στην περίπτωση που μία αμφισβητούμενη ενίσχυση χορηγείται με τον ειδικό σκοπό να καλυφθούν έξοδα που πραγματοποιούνται σε τρίτη χώρα και όχι έξοδα που πραγματοποιούνται κατά την εμπορική δραστηριότητα εντός της Κοινότητας, η Επιτροπή πρέπει να προβαίνει σε διεξοδικότερη εξέταση των περιστάσεων προκειμένου να αποδείξει ότι, παρά ταύτα, είναι πιθανό να επηρεαστεί το ενδοκοινοτικό εμπόριο. Δεν νομίζω ότι η προσέγγιση αυτή συνιστά εσφαλμένη εφαρμογή της νομολογίας του Δικαστηρίου.
62. Η επόμενη πρόταση αίρει κάθε αμφιβολία που θα μπορούσε να απομένει όσον αφορά το νόημα του χωρίου αυτού της αποφάσεως του Πρωτοδικείου. Στην επόμενη αυτή πρόταση, το Πρωτοδικείο διευκρίνισε ότι η αιτιολογική σκέψη 75 της προσβαλλομένης αποφάσεως αναφέρεται στην αλληλεξάρτηση των αγορών στις οποίες δραστηριοποιούνταν οι εδρεύουσες στην Κοινότητα επιχειρήσεις, αλλά ότι, σε αντίθεση με την απόφαση Tubemeuse, δεν προσκομίζει ακριβή αποδεικτικά στοιχεία προς θεμελίωση της απόψεως ότι (κατ’ εφαρμογήν της «αρχής Tubemeuse»), η αλληλεξάρτηση αυτή σημαίνει ότι οι επίμαχες ενισχύσεις είναι πιθανό να επηρεάσουν τον ανταγωνισμό εντός της Κοινότητας.
63. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι μια ενίσχυση μπορεί να έχει επιπτώσεις στο εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, ακόμη και όταν ο αποδέκτης της εξάγει το μεγαλύτερο μέρος των προϊόντων του εκτός της Κοινότητας και ότι το Πρωτοδικείο εσφαλμένως κάλεσε την Επιτροπή να προσκομίσει περισσότερα ειδικά στοιχεία για να αποδείξει ότι η αγορά της ΕΕ και οι αγορές της Άπω Ανατολής βρίσκονταν σε σχέση αλληλεξαρτήσεως.
64. Πρόκειται απλώς για ένα ακόμη παράδειγμα του πού οδηγεί η βασική εσφαλμένη αντίληψη ότι αρκεί να αποδειχθεί ότι ένα συγκεκριμένο συμπέρασμα «μπορεί να αποκλειστεί» για να θεωρηθεί ότι το συμπέρασμα αυτό είναι «πιθανό» (61). Στην υπόθεση Tubemeuse, η απόφαση της Επιτροπής αναφερόταν στις συνθήκες της παγκόσμιας αγοράς στον τομέα των χαλυβδοσωλήνων και στις μακροπρόθεσμες προθέσεις της Tubemeuse. Συνεπώς, στην υπόθεση εκείνη υπήρχε κάποιο έρεισμα για τη θεμελίωση του συμπεράσματος της Επιτροπής ότι υφίστατο αλληλεξάρτηση μεταξύ της αγοράς των χωρών εκτός ΕΕ και της κοινοτικής αγοράς. Αντίθετα, στην παρούσα υπόθεση δεν υπάρχει τέτοιο έρεισμα.
65. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή δεν μπόρεσε να αποδείξει ότι το Πρωτοδικείο απέστη από την πάγια νομολογία ακυρώνοντας την προσβληθείσα ενώπιόν του απόφασή της.
Δικαστικά έξοδα
66. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα από τον νικήσαντα διάδικο. Τόσο η Ιταλική Δημοκρατία όσο και η Wam υπέβαλαν αίτημα για την επιδίκαση των εξόδων τους και το αίτημά τους πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να γίνει δεκτό. Επομένως, η Επιτροπή πρέπει να φέρει τα δικαστικά έξοδα, τόσο πρωτοδίκως όσο και κατ’ αναίρεση.
Συμπέρασμα
67. Φρονώ, επομένως, ότι το Δικαστήριο πρέπει:
– να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως της Επιτροπής και
– να καταδικάσει της Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
2 – Απόφαση της Επιτροπής, της 19ης Μαΐου 2004, σχετικά με την κρατική ενίσχυση C 4/2003 (πρώην NN 102/2002) που χορήγησε η Ιταλία υπέρ της WAM SpA (ΕΕ 2006, L 63, σ. 11).
3 – Στην προσβαλλόμενη απόφαση, η εταιρία αποκαλείται «WAM SpA», ενώ στην επακολουθήσασα ένδικη διαδικασία χρησιμοποιήθηκε η συντετμημένη ονομασία «Wam», την οποία και θα χρησιμοποιήσω στις παρούσες προτάσεις.
4 – Όπως επιβάλλει το άρθρο 88, παράγραφος 3, ΕΚ.
5 – Μη δημοσιευθείσα στη Συλλογή. Η απόφαση δημοσιεύθηκε συνοπτικά και το πλήρες κείμενό της είναι διαθέσιμο μόνο στη γαλλική και στην ιταλική γλώσσα.
6 – GURI αριθ. 147, της 30ής Μαΐου 1981, και αριθ. 206, της 29ης Ιουλίου 1981.
7 – Βλ. αιτιολογική σκέψη 32 της προσβαλλομένης αποφάσεως της Επιτροπής.
8 – Περίπου 1,18 εκατομμύρια ευρώ.
9 – Περίπου 700 000 ευρώ.
10 – Περίπου 1 860 000 ευρώ. Αυτό ήταν το ποσό που κοινοποιήθηκε από την Ιταλία στις 23 Ιουλίου 2003. Προηγουμένως (σε έγγραφό της προς την Επιτροπή με ημερομηνία 16 Μαΐου 2002), η Ιταλία είχε δηλώσει ότι το ποσό του χορηγηθέντος δανείου ήταν 1 940 579 808 ITL ή 1 εκατομμύριο ευρώ, περίπου. Αυτό ήταν ένα από τα ποσά που καταβλήθηκαν στη Wam. Ενώ καταβλήθηκαν και άλλα ποσά, το ακριβές σύνολο δεν προκύπτει σαφώς από το κείμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως.
11 – Βλ. σκέψεις 3 και 4 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως για περισσότερες λεπτομέρειες.
12 – Υποσημείωση 12 της προσβαλλομένης αποφάσεως: Απόφαση της 21ης Μαρτίου 1990, C‑142/87, Βέλγιο κατά Επιτροπής («Tubemeuse») (Συλλογή 1990, σ. Ι-959).
13 – Το Πρωτοδικείο απαριθμεί τους λόγους ακυρώσεως που ανάγονται στη διοικητική διαδικασία λήψεως των αποφάσεων: παραβίαση του δικαιώματος αμύνης, της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της αρχής της ασφαλείας δικαίου. Επίσης, αναφέρεται στα ζητήματα ουσίας που αφορούν το αν οι ενισχύσεις ήταν παράνομες κατά το άρθρο 88, παράγραφος 3, ΕΚ και το αν οι ενισχύσεις επηρέαζαν το εμπόριο και στρέβλωναν τον ανταγωνισμό, στις συνέπειες του ότι οι επίμαχες ενισχύσεις συνδέονταν με εξαγωγές, στην εφαρμογή του κανόνα de minimis και στο ζήτημα του ύψους των χορηγηθεισών και των επιστρεπτέων ενισχύσεων (σκέψη 38 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
14 – Βλ. άρθρο 225, παράγραφος 1, ΕΚ, άρθρο 58 του Οργανισμού του Δικαστηρίου και διάταξη της 20ής Μαρτίου 1991, C‑115/90 P, Turner κατά Επιτροπής (Συλλογή 1991, σ. Ι-1423).
15 – Κατά το άρθρο 225, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ «[ο]ι αποφάσεις που εκδίδει το Πρωτοδικείο [...] υπόκεινται σε αναίρεση ενώπιον του Δικαστηρίου, η οποία περιορίζεται σε νομικά ζητήματα, σύμφωνα με τους όρους και τους περιορισμούς που προβλέπονται από τον Οργανισμό».
16 – Αποφάσεις της 13ης Μαρτίου 1985, 296/82 και 318/82, Κάτω Χώρες και Leeuwarder Papierwarenfabriek κατά Επιτροπής (Συλλογή 1985, σ. 809, σκέψη 19), και της 2ας Απριλίου 1998, C-367/95 P, Επιτροπή κατά Sytraval και Brink’s France (Συλλογή 1998, σ. Ι-1719, σκέψη 67).
17 – Απόφαση της 4ης Ιουλίου 1963, 24/62, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 911, σκέψη 11). Βλ., επίσης, απόφαση Κάτω Χώρες και Leeuwarder Papierwarenfabriek κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 16, σκέψη 21).
18 – Απόφαση της 24ης Ιουλίου 2003, C-280/00, Altmark Trans και Regierungspräsidium Magdeburg (Συλλογή 2003, σ. Ι-7747, σκέψη 75).
19 – Απόφαση της 29ης Απριλίου 2004, C-372/97, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2004, σ. Ι-3679, σκέψη 44).
20 – Απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 2005, C-66/02, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2005, σ. Ι-10901, σκέψη 112).
21 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 16 (σκέψεις 19 και 24). Βλ., επίσης, απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 1996, C-329/93, C-62/95 και C-63/95, Γερμανία κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. Ι-5151, σκέψη 52).
22 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 16 (σκέψη 63).
23 – Το Δικαστήριο παρέπεμψε στο σημείο αυτό στην απόφαση Κάτω Χώρες και Leeuwarder Papierwarenfabriek κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 16, σκέψη 19), στην απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1990, C-350/88, Delacre κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. Ι-395, σκέψεις 15 και 16), και στην απόφαση της 29ης Φεβρουαρίου 1996, C‑56/93, Βέλγιο κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. Ι-723, σκέψη 86).
24 – Σκέψεις 60 έως 62 και 64 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
25 – Στα ιταλικά «prevedibili effetti», στα γαλλικά «effets prévisibles».
26 – Σκέψη 64, με την οποία το Πρωτοδικείο δέχθηκε ότι η Επιτροπή δεν είχε υποχρέωση να καταδείξει ότι η ενίσχυση είχε πραγματικό αποτέλεσμα, ή να οριοθετήσει την οικεία αγορά, ή να προβεί σε πραγματική οικονομική ανάλυση της εν λόγω αγοράς, του οικονομικού κλάδου, της θέσεως στην αγορά καθενός από τους ανταγωνιστές και της καταστάσεως του ενδοκοινοτικού εμπορίου (υπό τον όρο ότι θα είχε εκθέσει με ποιόν τρόπο ήταν πιθανό να επηρεάσει η ενίσχυση την εν λόγω αγορά), ούτε να εξετάσει τις επιπτώσεις των δανείων στις τιμές της Wam, να τις συγκρίνει με τις τιμές των ανταγωνιστών ή να εξετάσει τις πωλήσεις της Wam στο Ηνωμένο Βασίλειο.
27 – Όπ.π.
28 – Η Επιτροπή εντοπίζει στη σκέψη 72 επ. της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως την επιβολή της υποχρεώσεως αυτής που καθιστά τη θέση του Πρωτοδικείου αντιφατική.
29 – Σκέψη 63 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
30 – Όπως είχε απαιτήσει το Δικαστήριο στην απόφαση της 2ας Ιουλίου 1974, 173/73, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1974, σ. 351, σκέψη 13).
31 – Απόφαση Tubemeuse, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 12 (σκέψη 43).
32 – Το Πρωτοδικείο παρέθεσε την απόφαση της 15ης Ιουνίου 2000, T-298/97, T-312/97, T-313/97, T-315/97, T-600/97 έως T-607/97, T-1/98, T-3/98 έως T-6/98 και T-23/98, Alzetta κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. ΙI-2319, σκέψη 80), η οποία παραπέμπει (μεταξύ άλλων) στην απόφαση Tubemeuse.
33 – Βλ. σκέψεις 66, 70 και 72 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
34 – Στα ιταλικά «sarebbe potenzialmente costituivo de tali effetti», στα γαλλικά «serait potentiellement constitutive de tels effets».
35 – Σκέψη 76 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
36 – Σκέψη 67 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
37 – Απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2000, C-156/98 (Συλλογή 2000, σ. Ι-6857).
38 – Σύμφωνα με την 75η αιτιολογική σκέψη.
39 – Σκέψη 30. Βλ., επίσης, εκεί παρατιθέμενες αποφάσεις της 14ης Φεβρουαρίου 1990, C-301/87, Γαλλία κατά Επιτροπής («Boussac Saint Frères») (Συλλογή 1990, σ. Ι-307, σκέψεις 44 και 50), και της 6ης Νοεμβρίου 1990, C-86/89, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. Ι-3891, σκέψη 18).
40 – Απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 1980, 730/79 (Συλλογή τόμος 1980/ΙΙΙ, σ. 13, σκέψη 11, η υπογράμμιση δική μου).
41 – Σκέψη 67 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
42 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 37 (σκέψη 30).
43 – Βλ., περαιτέρω, πρώτη περίοδο της σκέψεως 72 της αποφάσεως του Πρωτοδικείου, η οποία αναφέρεται ρητώς στο κενό αυτό της συλλογιστικής της Επιτροπής.
44 – Αιτιολογικές σκέψεις 34 και 37 (όσον αφορά το πρώτο δάνειο) και 62 και 64 (όσον αφορά το δεύτερο δάνειο).
45 – Δεν εξετάζει (παραδείγματος χάριν) αν η απόφαση της Wam να εφαρμόσει το πρόγραμμα διεισδύσεως σε αγορές τρίτων χωρών συνδεόταν άμεσα με τη χορήγηση των δανείων ή όχι. Κατά συνέπεια, είναι (παραδείγματος χάριν) αδύνατο να εκτιμηθεί αν –με βάση το επιχείρημα «τα χρήματα είναι αναλώσιμα αγαθά»– τα δάνεια επέτρεψαν στη Wam να διαθέσει κεφάλαια, τα οποία άλλως θα είχε δαπανήσει για την προώθηση των εξαγωγών, για να χρηματοδοτήσει πολιτική χαμηλότερων τιμών στην κοινοτική αγορά, ή αν, χωρίς τα δάνεια, το πρόγραμμα προωθήσεως των εξαγωγών απλώς δεν θα είχε πραγματοποιηθεί.
46 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 12.
47 – Δεν προβλήθηκε (για παράδειγμα) κανένα επιχείρημα προς υποστήριξη του ότι τα δάνεια επέτρεψαν στη Wam να πραγματοποιήσει αποτελεσματικότερη εκστρατεία πωλήσεων και προωθήσεως των προϊόντων της στις αγορές τόσο εκτός όσο και εντός της ΕΕ. Μολονότι πλεονεκτήματα όπως οι οικονομίες κλίμακας είναι ασφαλώς πιθανά, παρόμοιο ενδεχόμενο δεν διερευνήθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση.
48 – Σκέψη 74 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
49 – Βλ. σκέψη 64 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, όπου το Πρωτοδικείο αναφέρθηκε ρητώς στις πωλήσεις της Wam στην αγορά του Ηνωμένου Βασιλείου και, περαιτέρω, σκέψη 68, όπου το Πρωτοδικείο συνόψισε το περιεχόμενο των αιτιολογικών σκέψεων 76 και 78 της προσβαλλομένης αποφάσεως.
50 – Σκέψη 66 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
51 – Σημεία 37 έως 39, ανωτέρω.
52 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 20 (σκέψη 117)· βλ., ομοίως, απόφαση της 7ης Μαρτίου 2002, C‑310/99, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. Ι-2289, σκέψη 84).
53 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 12 (σκέψη 43). Η Επιτροπή επικαλέστηκε επίσης την απόφαση της 7ης Μαρτίου 2002, Ιταλία κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 52, σκέψη 86).
54 – Απόφαση της 10ης Ιανουαρίου 2006, C-222/04 (Συλλογή 2006, σ. Ι-289). Η Επιτροπή επικαλέστηκε, επίσης, την απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 2005, Ιταλία κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 20), και την απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 2005, C-148/04, Unicredito Italiano (Συλλογή 2005, σ. Ι‑11137).
55 – Απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 2003, C-409/00 (Συλλογή 2003, σ. Ι-1487, σκέψη 75).
56 – Βλ. σκέψη 142 της αποφάσεως Cassa di Risparmio di Firenze κ.λπ.. Κατά το γαλλικό κείμενο, «la circonstance qu’un secteur économique a fait l’objet d’une libéralisation au niveau communautaire est de nature à caractériser une incidence réelle ou potentielle des aides sur la concurrence, ainsi que leur effet sur les échanges entre États Membres». Αντίθετα, κατά το αγγλικό (μεταφρασμένο) κείμενο, «[t]he fact that an economic sector has been liberalised may serve to determine that the aid has [a likely effect on trade and competition] (η υπογράμμιση δική μου) στη δε ιταλική γλώσσα (που είναι η γλώσσα της διαδικασίας) χρησιμοποιείται η έκφραση «evidenzia un’incidenza». Κατά τη γνώμη μου, το γαλλικό κείμενο είναι διφορούμενο, ενώ η ιταλική και η αγγλική απόδοση αντανακλούν πιστότερα την αρχή που διατύπωσε το Δικαστήριο στην απόφαση Ισπανία κατά Επιτροπής.
57 – Σκέψη 74 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
58 – Βλ. αιτιολογικές σκέψεις 34 και 37 (όσον αφορά το πρώτο δάνειο) και 62 και 64 (όσον αφορά το δεύτερο δάνειο).
59 – Η υπογράμμιση δική μου.
60 – Στα ιταλικά «eventualemente», στα γαλλικά «le cas échéant» (η υπογράμμιση δική μου).
61 – Βλ. σημείο 38, ανωτέρω.
Full & Egal Universal Law Academy