ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
VERICA TRSTENJAK
της 15ης Μαΐου 2008 (1)
Υπόθεση C‑510/06 P
Archer Daniels Midland Company
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Αίτηση αναιρέσεως – Ανταγωνισμός – Άρθρο 81 ΕΚ – Συμπράξεις – Αγορά γλυκονικού νατρίου – Κανονισμός 17 – Πρόστιμα – Κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό του ύψους των προστίμων – Αιτιολόγηση της ανάγκης αυξήσεως του ύψους των προστίμων – Κύκλος εργασιών στο επίπεδο του ΕΟΧ – Αρχή της ίσης μεταχειρίσεως – Καθορισμός των επιπτώσεων στην αγορά – Υποχρέωση εμπεριστατωμένης παρουσιάσεως των πραγματικών περιστατικών και βάρος αποδείξεως – Διάρκεια της παραβάσεως και τερματισμός της συμπράξεως – Ελαφρυντικές περιστάσεις»
Πίνακας περιεχομένων
I – Εισαγωγή
II – Νομικό πλαίσιο
Α – Ο κανονισμός 17
Β – Οι κατευθυντήριες γραμμές
III – Τα πραγματικά περιστατικά
IV – Η διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
V – Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
VI – Επί της αιτήσεως αναιρέσεως
Α – Μη τήρηση ενός υποτιθέμενου υποχρεωτικού κριτηρίου υπολογισμού των προστίμων, ήτοι του κριτηρίου της «αναγκαιότητας» σε περίπτωση αυξήσεως του ύψους του προστίμου και έλλειψη αιτιολογήσεως ως προς το σημείο αυτό (πρώτος και δεύτερος λόγος αναιρέσεως)
1. Εισαγωγικές παρατηρήσεις
2. Η υποχρέωση αιτιολογήσεως της αναγκαιότητας αυξήσεως του ύψους του προστίμου
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
β) Νομική εκτίμηση
Β – Μη συνεκτίμηση του κύκλου εργασιών σε επίπεδο ΕΟΧ ως στοιχείο του υπολογισμού των προστίμων (τρίτος λόγος αναιρέσεως)
1. Εισαγωγικές παρατηρήσεις
2. Επιχειρήματα των διαδίκων
3. Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και η νομική εκτίμηση
Γ – Προσβολή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως κατά τον υπολογισμό του προστίμου (τέταρτος λόγος αναιρέσεως)
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
2. Νομική εκτίμηση
Δ – Πλάνη περί το δίκαιο κατά τον προσδιορισμό των επιπτώσεων της συμπράξεως στην αγορά (πέμπτος, έκτος και έβδομος λόγος αναιρέσεως)
1. Εισαγωγικές παρατηρήσεις
2. Επιχειρήματα των διαδίκων
3. Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
4. Νομική εκτίμηση
Ε – Πλάνη περί το δίκαιο σε σχέση με τον χρόνο λήξεως της συμπράξεως (όγδοος, ένατος, δέκατος και ενδέκατος λόγος αναιρέσεως)
1. Εισαγωγικές παρατηρήσεις
2. Παράβαση του άρθρου 81 ΕΚ λόγω εσφαλμένης εφαρμογής των κανόνων που διέπουν τον τερματισμό της συμμετοχής σε σύμπραξη
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
β) Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και η νομική εκτίμηση
3. Παράβαση του άρθρου 81 ΕΚ σε σχέση με τη συνάντηση στο Anaheim
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
β) Αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και νομική εκτίμηση
4. Παραμόρφωση των αποδεικτικών στοιχείων σε σχέση με την ημερομηνία τερματισμού της συμπράξεως, ήτοι την ημερομηνία αποχωρήσεως της ADM
α) Εκτίμηση εγγράφων άλλων μελών της συμπράξεως
i) Επιχειρήματα των διαδίκων
ii) Αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και νομική εκτίμηση
β) Το σημείωμα που αποδίδεται στη Roquette
i) Επιχειρήματα των διαδίκων
ii) Νομική εκτίμηση
ΣΤ – Πλάνη περί το δίκαιο κατά την εξέταση της ελαφρυντικής περιστάσεως του τερματισμού της παραβάσεως – Μη τήρηση της αρχής της αυτοδεσμεύσεως της Επιτροπής από τους κανόνες που η ίδια θέτει στη δράση της (δωδέκατος –επικουρικά προβαλλόμενος– λόγος αναιρέσεως)
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
2. Αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και νομική εκτίμηση
VII – Δικαστικά έξοδα
VIII – Πρόταση
I – Εισαγωγή
1. Αντικείμενο της υπό κρίση υποθέσεως είναι η αίτηση αναιρέσεως της εταιρίας Archer Daniels Midland Company (στο εξής: ADM ή αναιρεσείουσα) κατά της αποφάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 2006 που εξέδωσε το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων επί της υποθέσεως Τ-329/01, Archer Daniels Midland κατά Επιτροπής (Συλλογή 2006, σ. ΙΙ-3255, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση). Με την ανωτέρω απόφαση, το Πρωτοδικείο απέρριψε την προσφυγή που είχε ασκήσει η ADM ζητώντας, κυρίως, την ακύρωση των δύο άρθρων της αποφάσεως C(2001) 2931 τελικό της Επιτροπής, της 2ας Οκτωβρίου 2001, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 81 της Συνθήκης ΕΚ και του άρθρου 53 της Συμφωνίας ΕΟΧ (COMP/E-1/36.756 – γλυκονικό νάτριο).
2. Η υπόθεση αφορά τις συνέπειες της συμμετοχής της ADM, κατά το πρώτο ήμισυ της δεκαετίας του 1990, σε σύμπραξη που αφορούσε την αγορά του γλυκονικού νατρίου, μεταξύ άλλων υπό τη μορφή ενός καρτέλ με σκοπό τον καθορισμό των τιμών. Η υπόθεση παρουσιάζει ορισμένες ομοιότητες με την υπόθεση C‑397/03 P, Archer Daniels Midland κ.λπ. κατά Επιτροπής (2), αντικείμενο της οποίας ήταν η ύπαρξη συμπράξεως –επίσης κατά το πρώτο ήμισυ της δεκαετίας του 1990– στην αγορά αμινοξέων, ιδίως στην αγορά της λυσίνης.
3. Οι λόγοι ακυρώσεως που προέβαλε η ADM ενώπιον του Πρωτοδικείου, οι οποίοι αφορούν άπαντες το ύψος του προστίμου που της επιβλήθηκε, στηρίζονται, πρώτον, στη δυνατότητα εφαρμογής στην υπό κρίση υπόθεση των κατευθυντήριων γραμμών για τον υπολογισμό των προστίμων τις οποίες η Επιτροπή δημοσίευσε το 1998 (3) (στο εξής: κατευθυντήριες γραμμές του 1998), δεύτερον, στη σοβαρότητα της παραβάσεως, τρίτον, στη διάρκειά της, τέταρτον, στη συνδρομή ελαφρυντικών περιστάσεων, πέμπτον, στη συνεργασία της ADM κατά τη διοικητική διαδικασία και, έκτον, στην προστασία των δικαιωμάτων άμυνας.
4. Με την αίτησή της αναιρέσεως, η ADM ζητεί από το Δικαστήριο να εξαφανίσει εν μέρει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και να ακυρώσει ή να μειώσει σημαντικά το πρόστιμο που επέβαλε η προσβαλλόμενη απόφαση.
5. Κεντρικό σημείο των ισχυρισμών είναι για μια ακόμη φορά οι κατευθυντήριες γραμμές του 1998 (4), έστω και αν αυτή καθεαυτή η νομιμότητά τους δεν αμφισβητείται κατά τρόπο άμεσο και πανηγυρικό (5).
II – Νομικό πλαίσιο
6. Κατά το άρθρο 81 ΕΚ, απαγορεύονται «όλες οι συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, όλες οι αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και κάθε εναρμονισμένη πρακτική, που δύνανται να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και που έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς».
Ο κανονισμός 17
7. Το άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 του Συμβουλίου, της 6ης Φεβρουαρίου 1962, πρώτου κανονισμού εφαρμογής των άρθρων [81] και [82] της Συνθήκης (6), που επιγράφεται «Πρόστιμα», προβλέπει:
«Η Επιτροπή δύναται να επιβάλει με απόφαση στις επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων πρόστιμο ύψους χιλίων μέχρις ενός εκατομμυρίου ευρωπαϊκών λογιστικών μονάδων ή και ποσό μεγαλύτερο από αυτό μέχρι ποσοστού 10 % του κύκλου εργασιών που επραγματοποιήθη κατά την προηγούμενη διαχειριστική περίοδο από μία των επιχειρήσεων, οι οποίες έχουν συνεργήσει στην παράβαση, όταν εκ προθέσεως ή εξ αμελείας:
α) διαπράττουν παράβαση των διατάξεων του άρθρου [81], παράγραφος 1, ή του άρθρου [82] της Συνθήκης,
[…]
Κατά τον καθορισμό του ύψους του προστίμου πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, εκτός από τη σοβαρότητα της παραβάσεως, και η διάρκειά της.»
8. Ο κανονισμός 17 αντικαταστάθηκε εν τω μεταξύ από τον κανονισμό (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της Συνθήκης (7), ο οποίος, κατά το άρθρο 45, άρχισε να ισχύει από 1ης Μαΐου 2004.
Οι κατευθυντήριες γραμμές
9. Η εισαγωγή των κατευθυντήριων γραμμών του 1998 της Επιτροπής (8) διαλαμβάνει τα εξής:
«Σκοπός των αρχών που διέπουν τις παρούσες κατευθυντήριες γραμμές είναι να καταστεί δυνατή η διασφάλιση της διαφάνειας και της αντικειμενικότητας των αποφάσεων της Επιτροπής, τόσο έναντι των επιχειρήσεων, όσο και έναντι του Δικαστηρίου, και παράλληλα να κατοχυρωθεί η διακριτική ευχέρεια που ο νομοθέτης έχει παραχωρήσει στην Επιτροπή για τον καθορισμό του ύψους των προστίμων, με ανώτατο όριο το 10 % του συνολικού κύκλου εργασιών των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων. Η άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας θα πρέπει, ωστόσο, να εντάσσεται σε μία συνεκτική και απαλλαγμένη από αυθαίρετες διακρίσεις πολιτική, η οποία να είναι κατάλληλα προσαρμοσμένη στους στόχους της καταστολής των παραβιάσεων των κανόνων ανταγωνισμού.»
10. Στη συνέχεια διευκρινίζεται ότι η νέα μέθοδος για τον καθορισμό του ύψους των προστίμων ακολουθεί ένα σύστημα το οποίο στηρίζεται στον προσδιορισμό ενός βασικού ποσού επί του οποίου εφαρμόζονται προσαυξήσεις, συντρέχουν επιβαρυντικές περιστάσεις, και μειώσεις, αν συντρέχουν ελαφρυντικές περιστάσεις. Το σύστημα που παρατίθεται στη συνέχεια για τον καθορισμό του ύψους των προστίμων περιλαμβάνει πλείονα στάδια.
11. Η Επιτροπή καθορίζει με το σημείο 1 των κατευθυντήριων γραμμών του 1998 κατ’ αρχάς το βασικό ποσό του προστίμου «σε συνάρτηση με τη σοβαρότητα και τη διάρκεια της παράβασης». Για να αξιολογηθεί η σοβαρότητα της παράβασης, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο χαρακτήρας της ίδιας της παράβασης, ο πραγματικός της αντίκτυπος επί της αγοράς, εφόσον αυτός είναι δυνατό να εκτιμηθεί, καθώς και η έκταση της γεωγραφικής αγοράς αναφοράς, οι δε παραβάσεις ταξινομούνται σε τρεις κατηγορίες και καθιερώνεται η διάκριση μεταξύ «ελαφρών παραβάσεων», «σοβαρών παραβάσεων» και «πολύ σοβαρών παραβάσεων» (σημείο 1, Α, των κατευθυντήριων γραμμών του 1998). Για κάθε μία από τις τρεις αυτές κατηγορίες καθορίζονται τα κριτήρια ταξινομήσεως. Όσον αφορά τη διάρκεια των παραβάσεων, το σημείο 1, Β, των κατευθυντήριων γραμμών διακρίνει μεταξύ των παραβάσεων σύντομης διάρκειας (κατά κανόνα, βραχύτερης του έτους), των παραβάσεων μέσης διάρκειας (κατά κανόνα, από ένα έως πέντε έτη) και παραβάσεων μεγάλης διάρκειας (κατά κανόνα, μεγαλύτερης των πέντε ετών).
12. Μετά τον καθορισμό του βασικού ποσού του προστίμου, τα σημεία 2 και 3 των κατευθυντήριων γραμμών του 1998 ορίζουν ότι πρέπει να εξετάζεται αν το ποσό αυτό πρέπει να προσαυξηθεί λόγω συνδρομής επιβαρυντικών περιστάσεων (9) ή αν πρέπει να μειωθεί λόγω της συνδρομής ελαφρυντικών περιστάσεων. Μεταξύ αυτών των τελευταίων περιλαμβάνεται η «παύση των παραβάσεων ταυτόχρονα με τις πρώτες ενέργειες της Επιτροπής (π.χ. επιτόπιοι έλεγχοι)»(10). Κατά το επόμενο στάδιο (σημείο 4 των κατευθυντήριων γραμμών του 1998), πρέπει να τυγχάνει εφαρμογής η ανακοίνωση της 18ης Ιουλίου 1996 σχετικά με τη μη επιβολή ή τη μείωση των προστίμων (11).
13. Το σημείο 5, στοιχείο α΄, των κατευθυντήριων γραμμών του 1998 ορίζει μεταξύ άλλων:
«Είναι προφανές ότι το τελικό αποτέλεσμα του υπολογισμού του προστίμου βάσει της μεθόδου αυτής (βασικό ποσό στο οποίο εφαρμόζονται ποσοστά αύξησης ή μείωσης) δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να υπερβαίνει το 10 % του παγκόσμιου κύκλου εργασιών της οικείας επιχείρησης, όπως προβλέπει το άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17.»
14. Οι κατευθυντήριες γραμμές του 1998 αντικαταστάθηκαν από τις κατευθυντήριες γραμμές του 2006 (12) (στο εξής: κατευθυντήριες γραμμές του 2006). Αυτές οι νέες κατευθυντήριες γραμμές εφαρμόζονται στις υποθέσεις για τις οποίες κοινοποιήθηκε ανακοίνωση αιτιάσεων μετά την ημερομηνία δημοσιεύσεώς τους στην Επίσημη Εφημερίδα (ήτοι μετά την 1η Σεπτεμβρίου 2006) (13).
III – Τα πραγματικά περιστατικά
15. Από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτουν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
16. Η εταιρία Archer Daniels Midland Co. (στο εξής: ADM) είναι η μητρική εταιρία ενός ομίλου επιχειρήσεων που δραστηριοποιείται στον τομέα της μεταποιήσεως δημητριακών και ελαιούχων σπόρων. Το 1990 εισήλθε στην αγορά του γλυκονικού νατρίου.
17. Το γλυκονικό νάτριο περιλαμβάνεται μεταξύ των χηλικών ουσιών οι οποίες είναι προϊόντα που αδρανοποιούν τα ιόντα μετάλλων στις βιομηχανικές διαδικασίες. Οι εν λόγω διαδικασίες περιλαμβάνουν, ιδίως, τον βιομηχανικό καθαρισμό (καθαρισμό φιαλών ή εργαλείων), την επεξεργασία διαφόρων επιφανειών (επεξεργασία για την προστασία από τη σκουριά, αφαίρεση λιπών, χάραξη επιφανειών αλουμινίου) και την επεξεργασία των υδάτων. Έτσι, οι χηλικές ουσίες χρησιμοποιούνται στη βιομηχανία τροφίμων, στη βιομηχανία καλλυντικών, στη φαρμακοβιομηχανία, στη βιομηχανία χάρτου, στη βιομηχανία σκυροδέματος, καθώς και σε άλλους βιομηχανικούς κλάδους. Το γλυκονικό νάτριο πωλείται παγκοσμίως, ενώ υφίστανται και ανταγωνιζόμενες επιχειρήσεις στις διεθνείς αγορές.
18. Το 1995 οι συνολικές πωλήσεις γλυκονικού νατρίου ανέρχονταν παγκοσμίως σε περίπου 58,7 εκατομμύρια ευρώ, ενώ αυτές που πραγματοποιούνταν στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (ΕΟΧ) περίπου σε 19,6 εκατομμύρια ευρώ. Κατά την περίοδο των πραγματικών περιστατικών, το σύνολο σχεδόν της παγκόσμιας παραγωγής γλυκονικού νατρίου βρισκόταν υπό τον έλεγχο πέντε επιχειρήσεων, ήτοι, πρώτον, της Fujisawa Pharmaceutical Company Ltd (στο εξής: Fujisawa), δεύτερον, της Jungbunzlauer AG (στο εξής: Jungbunzlauer), τρίτον, της Roquette Frères SA (στο εξής: Roquette), τέταρτον, της Glucona vof (στο εξής: Glucona), μια επιχείρηση που έλεγχαν από κοινού μέχρι τον Δεκέμβριο του 1995 η Akzo Chemie BV, θυγατρική κατά 100 % της Akzo Nobel NV (στο εξής: Akzo), και η Coöperatieve Verkoop- en Productievereniging van Aardappelmeel en Derivaten Avebe BA (στο εξής: Avebe) και, πέμπτον, της ADM.
19. Τον Μάρτιο του 1997 το αμερικανικό Υπουργείο Δικαιοσύνης πληροφόρησε την Επιτροπή ότι, κατόπιν έρευνας που διεξήγαγε στις αγορές λυσίνης και κιτρικού οξέος, είχε κινηθεί σχετική έρευνα και όσον αφορά την αγορά γλυκονικού νατρίου. Τον Οκτώβριο και τον Δεκέμβριο του 1997, καθώς και τον Φεβρουάριο του 1998, η Επιτροπή πληροφορήθηκε ότι η Akzo, η Avebe, η Glucona, η Roquette και η Fujisawa είχαν αναγνωρίσει ότι μετείχαν σε σύμπραξη η οποία συνίστατο στον καθορισμό των τιμών του γλυκονικού νατρίου και στην κατανομή των ποσοτήτων πωλήσεως του εν λόγω προϊόντος στις Ηνωμένες Πολιτείες και αλλού. Κατόπιν συμφωνιών που συνήψαν οι εν λόγω εταιρίες με το αμερικανικό Υπουργείο Δικαιοσύνης, οι αμερικανικές αρχές επέβαλαν πρόστιμα. Το πρόστιμο που επιβλήθηκε στην ADM όσον αφορά τη σύμπραξη στην αγορά του γλυκονικού νατρίου περιελήφθη σε ένα συνολικό πρόστιμο 100 εκατομμυρίων αμερικανικών δολαρίων (USD), το οποίο καταβλήθηκε στο πλαίσιο των υποθέσεων συμπράξεως για τη λυσίνη και το κιτρικό οξύ.
20. Στις 18 Φεβρουαρίου του 1998, η Επιτροπή απηύθυνε αιτήσεις παροχής πληροφοριών στους κυριότερους παραγωγούς, εισαγωγείς, εξαγωγείς και αγοραστές γλυκονικού νατρίου στην Ευρώπη. Η ADM δεν περιλαμβανόταν μεταξύ των αποδεκτών των αιτήσεων αυτών. Απαντώντας σε μία τέτοια αίτηση παροχής πληροφοριών, η Fujisawa ήρθε σε επαφή με την Επιτροπή προσφέροντας τη συνεργασία της στο πλαίσιο της οποίας η Fujisawa υπέβαλε, στις 12 Μαΐου 1998, έγγραφη δήλωση και ένα φάκελο που περιελάμβανε σύνοψη του ιστορικού της συμπράξεως και ορισμένα έγγραφα. Τον Σεπτέμβριο του 1998, η Επιτροπή διενήργησε έλεγχο στις εγκαταστάσεις της Avebe, της Glucona, της Jungbunzlauer και της Roquette.
21. Στις 10 Νοεμβρίου 1998, η Επιτροπή απέστειλε αίτηση παροχής πληροφοριών στην ADM. Στις 26 Νοεμβρίου 1998, η ADM δήλωσε την πρόθεσή της να συνεργαστεί με την Επιτροπή. Κατά τη συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στις 11 Δεκεμβρίου 1998, η ADM διαβίβασε ένα «προκαταβολικό τμήμα της συνεργασίας [της]». Εν συνεχεία, στις 21 Ιανουαρίου 1999, διαβιβάστηκε στην Επιτροπή μια δήλωση της επιχειρήσεως και έγγραφα αφορώντα την υπόθεση.
22. Στις 2 Μαρτίου 1999, η Επιτροπή απηύθυνε λεπτομερείς αιτήσεις παροχής πληροφοριών στην Glucona, στη Roquette και στη Jungbunzlauer. Με έγγραφα της 14ης, της 19ης και της 20ής Απριλίου 1999, οι ως άνω επιχειρήσεις εξέφρασαν την επιθυμία τους να συνεργαστούν με την Επιτροπή και της παρέσχον ορισμένες πληροφορίες επί της συμπράξεως. Στις 25 Οκτωβρίου 1999, η Επιτροπή απηύθυνε περαιτέρω αιτήσεις παροχής πληροφοριών στην ADM, στη Fujisawa, στην Glucona, στη Roquette και στη Jungbunzlauer.
23. Στις 17 Μαΐου 2000, βάσει των πληροφοριών που της είχαν διαβιβαστεί, η Επιτροπή απηύθυνε ανακοίνωση αιτιάσεων στην ADM και στις λοιπές εμπλεκόμενες επιχειρήσεις λόγω παραβάσεως του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ και του άρθρου 53, παράγραφος 1, της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ (στο εξής: Συμφωνία ΕΟΧ). Η ADM και όλες οι λοιπές εμπλεκόμενες επιχειρήσεις υπέβαλαν γραπτές παρατηρήσεις σε απάντηση στις αιτιάσεις της Επιτροπής. Καμία από τις επιχειρήσεις αυτές δεν ζήτησε ακρόαση ούτε αμφισβήτησε το υποστατό των πραγματικών περιστατικών που περιγράφονταν στην ανακοίνωση των αιτιάσεων.
24. Αφού η Επιτροπή απηύθυνε συμπληρωματικές αιτήσεις παροχής πληροφοριών στην ADM και στις λοιπές εμπλεκόμενες επιχειρήσεις, εξέδωσε στις 2 Οκτωβρίου 2001 την επίμαχη απόφαση της οποίας το διατακτικό περιλαμβάνει μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:
«Άρθρο 1
[Η Akzo], [η ADM], [η Avebe], [η Fujisawa], [η Jungbunzlauer] και [η Roquette] παρέβησαν το άρθρο 81, παράγραφος 1, ΕΚ και –από 1ης Ιανουαρίου 1994– το άρθρο 53, παράγραφος 1, της Συμφωνίας ΕΟΧ μετέχοντας σε διαρκή συμφωνία ή/και εναρμονισμένη πρακτική στον τομέα του γλυκονικού νατρίου.
Η παράβαση διήρκεσε:
– στην περίπτωση της [Akzo], της [Avebe], της [Fujisawa] και της [Roquette], από τον Φεβρουάριο του 1987 μέχρι τον Ιούνιο του 1995·
– στην περίπτωση της [Jungbunzlauer], από τον Μάιο του 1988 μέχρι τον Ιούνιο του 1995·
– στην περίπτωση της [ADM], από τον Ιούνιο του 1991 μέχρι τον Ιούνιο του 1995.
[…]
Άρθρο 3
Επιβάλλονται τα ακόλουθα πρόστιμα για την παράβαση περί της οποίας γίνεται λόγος στο άρθρο 1:
α) [Akzo] 9 εκατομμύρια ευρώ
β) [ADM] 10,13 εκατομμύρια ευρώ
γ) [Avebe] 3,6 εκατομμύρια ευρώ
δ) [Fujisawa] 3,6 εκατομμύρια ευρώ
ε) [Jungbunzlauer] 20,4 εκατομμύρια ευρώ
στ) [Roquette] 10,8 εκατομμύρια ευρώ
[…]»
25. Στην απόφασή της, η Επιτροπή ακολούθησε, σε σχέση με τον υπολογισμό του ύψους των προστίμων, τη μεθοδολογία που εκτίθεται στις προαναφερθείσες κατευθυντήριες γραμμές του 1998 καθώς και στην ανακοίνωση περί συνεργασίας.
26. Πρώτον, η Επιτροπή καθόρισε το βασικό ποσό του προστίμου σε συνάρτηση με τη σοβαρότητα και τη διάρκεια της παραβάσεως.
27. Στο πλαίσιο αυτό, όσον αφορά τη σοβαρότητα της παραβάσεως, η Επιτροπή θεώρησε, κατ’ αρχάς, ότι οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις διέπραξαν μια πολύ σοβαρή παράβαση, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση της, τον πραγματικό αντίκτυπό της στην αγορά γλυκονικού νατρίου εντός του ΕΟΧ και την έκταση της σχετικής γεωγραφικής αγοράς.
28. Στη συνέχεια, η Επιτροπή θεώρησε ότι έπρεπε να ληφθεί υπόψη η πραγματική οικονομική δυνατότητα προκλήσεως βλάβης στον ανταγωνισμό και όρισε το πρόστιμο σε επίπεδο έχον επαρκή αποτρεπτικό χαρακτήρα. Κατά συνέπεια, στηριζόμενη στα αριθμητικά στοιχεία του κύκλου εργασιών στις διεθνείς αγορές τον οποίο πραγματοποιούσαν οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις με την πώληση γλυκονικού νατρίου κατά τη διάρκεια του 1995, τελευταίου έτους της περιόδου την οποία αφορά η παράβαση, αριθμητικά στοιχεία τα οποία είχαν διαβιβάσει στην Επιτροπή οι ενδιαφερόμενοι κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, η Επιτροπή κατέταξε τις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις σε δύο κατηγορίες. Στην πρώτη κατηγορία κατέταξε τις επιχειρήσεις οι οποίες, σύμφωνα με τα στοιχεία που διέθετε, κατείχαν μερίδια της παγκόσμιας αγοράς γλυκονικού νατρίου μεγαλύτερα από 20 %, δηλαδή τη Fujisawa (35,54 %), τη Jungbunzlauer (24,75 %) και τη Roquette (20,96 %). Για τις εν λόγω επιχειρήσεις η Επιτροπή καθόρισε ένα αρχικό ποσό 10 εκατομμυρίων ευρώ. Στη δεύτερη κατηγορία κατέταξε τις επιχειρήσεις οι οποίες, σύμφωνα με τα στοιχεία που διέθετε, κατείχαν μερίδια της παγκόσμιας αγοράς γλυκονικού νατρίου μικρότερα από 10 %, ήτοι την Glucona (περίπου 9,5 %) και την ADM (9,35 %). Για τις ως άνω επιχειρήσεις, η Επιτροπή καθόρισε ένα αρχικό ποσό προστίμου 5 εκατομμυρίων ευρώ, δηλαδή, για την Akzo και την Avebe που κατείχαν από κοινού την Glucona, πρόστιμο 2,5 εκατομμυρίων ευρώ για καθεμία.
29. Επιπλέον, προκειμένου το πρόστιμο να έχει επαρκώς αποτρεπτικό χαρακτήρα, αφενός, και προκειμένου να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι οι μεγάλες επιχειρήσεις διαθέτουν γνώσεις και μια τέτοια νομική και οικονομική δομή ώστε να είναι σε θέση να εκτιμούν καλύτερα την παράνομη φύση των ενεργειών τους και τις συνέπειες που απορρέουν από αυτές από πλευράς δικαίου του ανταγωνισμού, αφετέρου, η Επιτροπή προέβη σε προσαρμογή του εν λόγω αρχικού ποσού. Κατά συνέπεια, λαμβάνοντας υπόψη το μέγεθος και τους συνολικούς πόρους των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων, η Επιτροπή πολλαπλασίασε με συντελεστή 2,5 τα αρχικά ποσά που είχαν καθοριστεί για την ADM και την Akzo και, επομένως, αύξησε το ποσό αυτό στα 12,5 εκατομμύρια ευρώ στην περίπτωση της ADM και στα 6,25 εκατομμύρια ευρώ στην περίπτωση της Akzo.
30. Όσον αφορά τη διάρκεια της παραβάσεως που διέπραξε καθεμία επιχείρηση, το αρχικό ποσό αυξήθηκε κατά 10 % ετησίως, ήτοι κατά 80 % για τη Fujisawa, για την Akzo, για την Avebe και τη Roquette, κατά 70 % για τη Jungbunzlauer και κατά 35 % για την ADM .
31. Έτσι, η Επιτροπή καθόρισε το βασικό ποσό των προστίμων στα 16,88 εκατομμύρια ευρώ όσον αφορά την ADM. Όσον αφορά την Akzo, την Avebe, τη Fujisawa, τη Jungbunzlauer και τη Roquette, το βασικό ποσό καθορίστηκε, αντιστοίχως, σε 11,25, σε 4,5, σε 18, σε 17 και σε 18 εκατομμύρια ευρώ.
32. Δεύτερον, λόγω επιβαρυντικών περιστάσεων, το βασικό ποσό του προστίμου που επιβλήθηκε στη Jungbunzlauer αυξήθηκε κατά 50 % με την αιτιολογία ότι η εν λόγω επιχείρηση είχε ρόλο πρωτεργάτη στο πλαίσιο της συμπράξεως.
33. Τρίτον, η Επιτροπή εξέτασε και απέρριψε τα επιχειρήματα ορισμένων επιχειρήσεων, μεταξύ των οποίων της ADM, κατά τα οποία στις εν λόγω επιχειρήσεις έπρεπε να αναγνωριστούν ελαφρυντικές περιστάσεις.
34. Τέταρτον, κατ’ εφαρμογήν του τίτλου B της ανακοινώσεως περί της συνεργασίας, η Επιτροπή δέχθηκε υπέρ της Fujisawa μια «πολύ σημαντική μείωση» (80 %) του ποσού του προστίμου που θα της επιβαλλόταν σε περίπτωση μη συνεργασίας της. Κατά την Επιτροπή, η ADM δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις του τίτλου Γ της ανακοινώσεως για μία «πολύ σημαντική μείωση» των προστίμων που της επιβλήθηκαν. Κατ’ εφαρμογήν του τίτλου Δ της ανακοινώσεως αυτής, η Επιτροπή δέχθηκε «σημαντική μείωση» (40 % αντιστοίχως) του ποσού του προστίμου για την ADM και τη Roquette και «αισθητή μείωση» (20 % αντιστοίχως) του ποσού του προστίμου για την Akzo, την Avebe και τη Jungbunzlauer.
IV – Η διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
35. Κατά της επίμαχης αποφάσεως άσκησαν προσφυγή το 2001 πέντε επιχειρήσεις στις οποίες επιβλήθηκαν πρόστιμα μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν και η ADM. Η ADM κατέθεσε το δικόγραφο της προσφυγής της στις 21 Δεκεμβρίου 2001 στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου.
36. Η ADM ζήτησε με την προσφυγή της να ακυρωθεί το άρθρο 1 της επίμαχης αποφάσεως, καθόσον την αφορά ή, τουλάχιστον, καθόσον διαπιστώνει ότι η ADM μετέσχε σε παράβαση μετά τις 4 Οκτωβρίου 1994. Περαιτέρω, η ADM ζήτησε να ακυρωθεί το άρθρο 3 της επίμαχης αποφάσεως, καθόσον την αφορά, επικουρικώς δε, να ακυρωθεί το επιβληθέν κατά της ADM πρόστιμο ή να μειωθεί ουσιωδώς. Τέλος, η ADM ζήτησε να καταδικαστεί η Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
37. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Πρωτοδικείο απέρριψε την προσφυγή και καταδίκασε την ADM στα δικαστικά έξοδα. Η απόφαση κοινοποιήθηκε στην ADM, όπως προκύπτει από το επιδοτήριο, στις 2 Οκτωβρίου 2006.
V – Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
38. Με την αίτηση αναιρέσεως που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 11 Δεκεμβρίου 2006 (14), η ADM ζητεί από το Δικαστήριο:
– να αναιρέσει την απόφαση του Πρωτοδικείου στον βαθμό που απορρίπτει την προσφυγή της ADM κατά της αποφάσεως της Επιτροπής·
– να ακυρώσει το άρθρο 3 της αποφάσεως της Επιτροπής, καθό μέτρο αφορά την ADM·
– επικουρικώς, σε σχέση με το ανωτέρω αίτημα, να μεταρρυθμίσει το άρθρο 3 της αποφάσεως της Επιτροπής ούτως ώστε είτε να ακυρωθεί το επιβληθέν στην ADM πρόστιμο είτε να μειωθεί ουσιωδώς·
– επικουρικώς σε σχέση με τα δύο προηγούμενα αιτήματα, να αναπέμψει την υπόθεση στο Πρωτοδικείο προκειμένου να εκδώσει απόφαση βάσει των νομικών εκτιμήσεων της αποφάσεως του Δικαστηρίου·
– σε κάθε περίπτωση, να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά της έξοδα και στα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η ADM τόσο ενώπιον του Πρωτοδικείου όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου.
39. Η Επιτροπή ζητεί να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα –η ADM– στα δικαστικά έξοδα.
VI – Επί της αιτήσεως αναιρέσεως
40. Η ADM προβάλλει δώδεκα λόγους αναιρέσεως κατά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Άπαντες οι λόγοι αυτοί, όπως εκτίθενται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, αφορούν το ύψος του επιβληθέντος προστίμου και διακρίνονται, βάσει του περιεχομένου τους, σε τέσσερις κατηγορίες: προσβολές διαφόρων αρχών που διέπουν τον υπολογισμό του προστίμου, παραβάσεις σε σχέση με την εφαρμογή του κριτηρίου των επιπτώσεων που έχει η σύμπραξη στην αγορά, παραβάσεις σε σχέση με το ζήτημα του τερματισμού της συμπράξεως και τέλος, επικουρικώς, παράβαση σε σχέση με τη συνεκτίμηση ελαφρυντικής περιστάσεως.
41. Για λόγους θεματικής συνοχής (τους οποίος θα εκθέσω στη συνέχεια στον οικείο τόπο), φρονώ ότι ενδείκνυται για την ανάλυση που ακολουθεί να ταξινομηθούν οι δώδεκα λόγοι αναιρέσεως που προβάλλει η αναιρεσείουσα κατά τρόπο κάπως διαφορετικό από αυτόν που προτείνει χωρίς να μεταβάλλεται ουσιωδώς η σειρά που επέλεξε για να τους παραθέσει στο δικόγραφο της αιτήσεώς της αναιρέσεως.
42. Στη συνέχεια, θα εκθέσω και θα εξετάσω τους λόγους αναιρέσεως σε έξι θεματικές ενότητες:
α) μη τήρηση ενός υποτιθέμενου υποχρεωτικού κριτηρίου υπολογισμού των προστίμων, ήτοι του κριτηρίου της «αναγκαιότητας» σε περίπτωση αυξήσεως του ύψους του προστίμου και πλημμελής αιτιολογία σε σχέση με το σημείο αυτό (πρώτος και δεύτερος λόγος αναιρέσεως)·
β) μη συνεκτίμηση του κύκλου εργασιών στο πλαίσιο του ΕΟΧ ως στοιχείο του υπολογισμού των προστίμων (τρίτος λόγος αναιρέσεως)·
γ) προσβολή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως κατά τον υπολογισμό του προστίμου (τέταρτος λόγος αναιρέσεως)·
δ) πλάνη περί το δίκαιο κατά τον καθορισμό των συνεπειών της συμπράξεως επί της αγοράς (πέμπτος, έκτος και έβδομος λόγος αναιρέσεως)·
ε) πλάνη περί το δίκαιο κατά τον καθορισμό του χρονικού σημείου τερματισμού της συμπράξεως (όγδοος, ένατος, δέκατος και ενδέκατος λόγος αναιρέσεως)·
στ) πλάνη περί το δίκαιο κατά την εξέταση της ελαφρυντικής περιστάσεως του τερματισμού της παραβάσεως – προσβολή της αρχής της αυτοδεσμεύσεως της Επιτροπής από ορισμένους κανόνες που η ίδια θέτει (δωδέκατος λόγος αναιρέσεως ο οποίος προβάλλεται επικουρικά).
43. Λαμβανομένου υπόψη ότι όλοι οι λόγοι αναιρέσεως που προβάλλονται εν προκειμένω αφορούν σε τελευταία ανάλυση τον καθορισμό του ύψους του επιβληθέντος στην ADM προστίμου, θα ήθελα να διατυπώσω ορισμένες εισαγωγικές παρατηρήσεις γενικού χαρακτήρα σχετικά με την έκταση του αναιρετικού ελέγχου του Δικαστηρίου.
44. Από το άρθρο 225, παράγραφος 1, και το άρθρο 58, παράγραφος 1, του Οργανισμού του Δικαστηρίου συνάγεται ότι το αντικείμενο της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να περιορίζεται σε νομικά ζητήματα. Συνεπώς, αποκλείεται κατ’ αρχήν η επανεξέταση των πραγματικών περιστατικών (15).
45. Σε σχέση με τα πρόστιμα που επιβάλλονται δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι το Πρωτοδικείο έχει, βάσει του άρθρου 229 ΕΚ, πλήρη δικαιοδοσία κατά την άσκηση του ελέγχου του. Στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας, δεν απόκειται στο Δικαστήριο να υποκαταστήσει το Πρωτοδικείο, στο πλαίσιο της ασκήσεως της πλήρους δικαιοδοσίας του, στην εκτίμηση σχετικά με το ποσό των προστίμων που επιβλήθηκαν σε ορισμένες επιχειρήσεις λόγω της παραβιάσεως του κοινοτικού δικαίου (16). Συνεπώς, μόνο νομικοί λόγοι μπορούν να αποτελούν αντικείμενο του ελέγχου που πραγματοποιεί το Δικαστήριο.
46. Ο αναιρετικός έλεγχος του Δικαστηρίου έχει ως αντικείμενο, αφενός, να εξεταστεί σε ποιον βαθμό το Πρωτοδικείο έλαβε υπόψη, με ορθό από νομικής απόψεως τρόπο, όλους τους ουσιώδεις παράγοντες για να αξιολογήσει τη σοβαρότητα μιας συγκεκριμένης συμπεριφοράς υπό το φως των άρθρων 81 ΕΚ και 82 ΕΚ, καθώς και του άρθρου 15 του κανονισμού 17, και, αφετέρου, να ερευνηθεί αν το Πρωτοδικείο απάντησε επαρκώς κατά νόμο στο σύνολο των επιχειρημάτων τoυ αναιρεσείοντος για την ακύρωση ή μείωση του προστίμου (17).
Α – Μη τήρηση ενός υποτιθέμενου υποχρεωτικού κριτηρίου υπολογισμού των προστίμων, ήτοι του κριτηρίου της «αναγκαιότητας» σε περίπτωση αυξήσεως του ύψους του προστίμου και έλλειψη αιτιολογήσεως ως προς το σημείο αυτό (πρώτος και δεύτερος λόγος αναιρέσεως)
47. Στη συνέχεια, θα συνοψίσω τους δύο πρώτους λόγους αναιρέσεως της αναιρεσείουσας, ήτοι τον λόγο που αφορά την έλλειψη αιτιολογήσεως σχετικά με την ανάγκη αυξήσεως του προστίμου σε σχέση με την προγενέστερη πρακτική καθώς και τον λόγο που αφορά τη μη συνεκτίμηση ορισμένων υποχρεωτικών κριτηρίων τα οποία υποτίθεται ότι ανέπτυξε το Δικαστήριο με την απόφασή του Musique Diffusion française κ.λπ. κατά Επιτροπής (18) (την οποία η αναιρεσείουσα αποκαλεί απόφαση «Pioneer»).
1. Εισαγωγικές παρατηρήσεις
48. Σχετικά με τον υπολογισμό των προστίμων, πρέπει ευθύς εξαρχής να υπομνησθεί ότι το σχετικό πλαίσιο –σε σχέση με το χρονικό σημείο που πρέπει να ληφθεί εν προκειμένω υπόψη (19)– καθορίζεται ουσιαστικά από το άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17. Βάσει της διατάξεως αυτής, η Επιτροπή δύναται με απόφασή της να επιβάλει σε επιχειρήσεις πρόστιμο, αν εκ προθέσεως ή εξ αμελείας παραβιάσουν το άρθρο 81, παράγραφος 1, ΕΚ. Περαιτέρω, από το άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 συνάγεται ότι κατά τον καθορισμό του ύψους του προστίμου λαμβάνεται υπόψη, πέραν της σοβαρότητας της παραβάσεως, και η διάρκειά της.
49. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, οι κυρώσεις που προβλέπει το άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 επιδιώκουν ένα διττό σκοπό, ήτοι την καταστολή των παράνομων συμπεριφορών (20) και την αποτροπή τυχόν επαναλήψεώς τους (21). Πράγματι, η εξουσία της Επιτροπής –στο πλαίσιο της αποστολής επαγρυπνήσεως που έχει βάσει του άρθρου 85 ΕΚ– να επιβάλλει πρόστιμα σε επιχειρήσεις οι οποίες, εκ προθέσεως ή εξ αμελείας, παραβιάζουν το άρθρο 81, παράγραφος 1, ΕΚ ή το άρθρο 82 ΕΚ, περιλαμβάνει όχι μόνον την υποχρέωση διώξεως και καταστολής των μεμονωμένων παραβάσεων, αλλά και το καθήκον ασκήσεως μιας γενικής πολιτικής με στόχο την εφαρμογή στον τομέα του ανταγωνισμού των αρχών που καθορίζει η Συνθήκη και τον προσανατολισμό της συμπεριφοράς των επιχειρήσεων προς την κατεύθυνση αυτή (22).
50. Το άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 δεν περιέχει παρά μόνον ελάχιστες συγκεκριμένες απαιτήσεις· όπως ελέχθη, πρόκειται κατ’ ουσίαν για τα κριτήρια της «σοβαρότητας της παραβάσεως» και της «διάρκειας της παραβάσεως». Επιπλέον, προβλέπεται ανώτατο όριο σε σχέση με το ύψος του προστίμου ίσο προς το 10 % του κύκλου εργασιών που πραγματοποιήθηκε κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος. Στην Επιτροπή εναπόκειται να εκτιμήσει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση το ύψος του προστίμου· προς τούτο, διαθέτει «ευρεία διακριτική ευχέρεια», ήτοι «ιδιαιτέρως ευρεία διακριτική ευχέρεια» (23), η οποία εντούτοις διέπεται από συγκεκριμένους κανόνες οι οποίοι δεν εκτίθενται μόνο στον κανονισμό 17, αλλά προκύπτουν εν μέρει από τις γενικές αρχές δικαίου που έχει επεξεργαστεί η νομολογία (24), των οποίων την τήρηση πρέπει να διασφαλίζει το Δικαστήριο.
51. Kατά πάγια νομολογία, η Επιτροπή έχει ιδιαιτέρως ευρεία διακριτική ευχέρεια όσον αφορά την επιλογή των στοιχείων που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό του ποσού των προστίμων, όπως είναι, μεταξύ άλλων, οι ιδιαίτερες περιστάσεις της υποθέσεως, το πλαίσιό της και ο αποτρεπτικός χαρακτήρας των προστίμων, και τούτο χωρίς να είναι αναγκαίο να γίνεται παραπομπή σε δεσμευτικό ή εξαντλητικό κατάλογο κριτηρίων που πρέπει οπωσδήποτε να λαμβάνονται υπόψη (25).
52. Όπως προελέχθη, ο καθορισμός του ποσού των προστίμων υπόκειται στον έλεγχο πλήρους δικαιοδοσίας του Πρωτοδικείου· ως εκ τούτου, ο έλεγχος του Δικαστηρίου περιορίζεται στην εξέταση νομικών ζητημάτων (26).
53. Αντικείμενο των υποθέσεων επί των οποίων εκδόθηκε η απόφαση Musique Diffusion française κ.λπ. κατά Επιτροπής (27) ήταν μια απόφαση της Επιτροπής για την εφαρμογή, από τις αρχές της δεκαετίας του 1970, μιας πολιτικής αυστηρών οικονομικών κυρώσεων στις περιπτώσεις σοβαρών παραβάσεων των κανόνων του ανταγωνισμού (28). Το Δικαστήριο δικαιολόγησε αυτήν την αύξηση των προστίμων με την ανωτέρω απόφασή του ως εξής: «Για τους ίδιους λόγους, το γεγονός ότι η Επιτροπή επέβαλε στο παρελθόν πρόστιμα ορισμένου ύψους για ορισμένες μορφές παραβάσεων δεν μπορεί να της αφαιρέσει τη δυνατότητα αυξήσεως του ύψους αυτού, εντός των ορίων που καθορίζονται στον κανονισμό 17, αν η εν λόγω αύξηση είναι αναγκαία για να εξασφαλιστεί η εφαρμογή της κοινοτικής πολιτικής ανταγωνισμού. Αντίθετα, η αποτελεσματική εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων ανταγωνισμού προϋποθέτει ότι η Επιτροπή μπορεί οποτεδήποτε να προσαρμόζει το ύψος των προστίμων στις ανάγκες της πολιτικής αυτής» (29).
54. Για τον καθορισμό του ύψους των προστίμων, η Επιτροπή εξέδωσε το 1998 τις πρώτες κατευθυντήριες γραμμές της –ήτοι τις κατευθυντήριες γραμμές του 1998–, στη συνέχεια δε τις κατευθυντήριες γραμμές του 2006. Μετά την έκδοση των κατευθυντήριων γραμμών του 1998, το ύψος των προστίμων αυξήθηκε εκ νέου (30).
55. Η νομολογία δεν χαρακτηρίζει μεν αυτές τις κατευθυντήριες γραμμές ως κανόνα δικαίου τον οποίο οφείλει να τηρεί σε κάθε περίπτωση η διοίκηση, πλην όμως περιέχουν κανόνα συμπεριφοράς που υποδεικνύει την ακολουθητέα τακτική, από την οποία η διοίκηση δεν μπορεί να παρεκκλίνει σε κάποια συγκεκριμένη περίπτωση χωρίς να προσδιορίσει τους σχετικούς λόγους που πρέπει να συμβιβάζονται με την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως. Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η Επιτροπή, θεσπίζοντας τέτοιους κανόνες συμπεριφοράς και αναγγέλλοντας με τη δημοσίευσή τους ότι θα τους εφαρμόζει πλέον στις περιπτώσεις που οι κανόνες αυτοί αφορούν, αυτοπεριορίζεται κατά την άσκηση της εξουσίας της εκτιμήσεως. Τυχόν απόκλιση από τους κανόνες αυτούς μπορεί ενδεχομένως να θεωρηθεί ως παραβίαση γενικών αρχών του δικαίου, όπως είναι οι αρχές της ίσης μεταχειρίσεως ή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Δεν μπορεί συνεπώς να αποκλείεται ότι, υπό ορισμένες προϋποθέσεις και ανάλογα με το περιεχόμενό τους, αυτοί οι κανόνες συμπεριφοράς που είναι γενικής ισχύος μπορούν να παραγάγουν έννομα αποτελέσματα (31).
56. Με τη νομολογία του, το Δικαστήριο έχει διατυπώσει απολύτως θετικές εκτιμήσεις για τις κατευθυντήριες γραμμές του 1998: το γεγονός ότι οι κατευθυντήριες γραμμές καθορίζουν, κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο, τη μέθοδο που εφαρμόζεται για τον καθορισμό του ποσού των προστίμων που επιβάλλονται δυνάμει του άρθρου 15 του κανονισμού 17 παρέχει ασφάλεια δικαίου στις επιχειρήσεις (32). Αυτές οι κατευθυντήριες γραμμές δεν αποτελούν μεν τη νομική βάση στην οποία στηρίζεται ο καθορισμός του ύψους των προστίμων, εντούτοις παρέχουν διευκρινίσεις σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 (33). Αυτές δε οι κατευθυντήριες γραμμές δεν συνάδουν μόνο με το άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17, αλλά και με την απαγόρευση της αναδρομικής ισχύος, την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως και την αρχή της αναλογικότητας (34).
2. Η υποχρέωση αιτιολογήσεως της αναγκαιότητας αυξήσεως του ύψους του προστίμου
Επιχειρήματα των διαδίκων
57. Οι δύο πρώτοι λόγοι αναιρέσεως συμπίπτουν σε σημαντικό βαθμό και, ως εκ τούτου, θα τους εξετάσω από κοινού.
58. Η αναιρεσείουσα, στηριζόμενη στις σκέψεις 38 έως 50 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, δεδομένου ότι απέρριψε χωρίς αιτιολογία τον ισχυρισμό της ADM ότι η απορρέουσα από τις κατευθυντήριες γραμμές αύξηση των προστίμων δεν ήταν αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση προκειμένου να διασφαλιστεί η εφαρμογή της κοινοτικής πολιτικής στον τομέα του ανταγωνισμού. Επιπλέον, ενόψει μιας τόσο σοβαρής αναδρομικής αυξήσεως, όπως εν προκειμένω, απαιτείτο μια ιδιαιτέρως πειστική αιτιολογία. Κατά την άποψή της, παράβαση της απαγορεύσεως της αναδρομικής εφαρμογής ποινικών διατάξεων υπάρχει μόνο στην περίπτωση που η αύξηση του ποσού του προστίμου μπορούσε να προβλεφθεί. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή δεν εφάρμοσε στη συγκεκριμένη περίπτωση το κριτήριο της αναγκαιότητας της αυξήσεως του προστίμου, αλλά στηρίχθηκε αποκλειστικά στο άρθρο 15 του κανονισμού 17. Πέραν τούτου, ούτε οι κατευθυντήριες γραμμές του 1998 προβλέπουν το κριτήριο της αναγκαιότητας της αυξήσεως των προστίμων για την εφαρμογή της κοινοτικής πολιτικής του ανταγωνισμού.
59. Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα συνδέει το επιχείρημα αυτό περί ελλείψεως αιτιολογίας με το περαιτέρω επιχείρημά της ότι το Πρωτοδικείο, παραλείποντας να αιτιολογήσει την εκτίμησή του, παραβίασε επίσης τα κριτήρια τα οποία ανέπτυξε το Δικαστήριο με την απόφασή του Musique Diffusion française κ.λπ. κατά Επιτροπής (35). Κατά την άποψή της, το Πρωτοδικείο δεν εφάρμοσε ορθά τα κριτήρια αυτά εν προκειμένω. Επίσης, ούτε η Επιτροπή επικαλέστηκε ότι συντρέχει κάποια απαίτηση απορρέουσα από την κοινοτική πολιτική για τον ανταγωνισμό η οποία θα δικαιολογούσε την αύξηση των προστίμων εν γένει ή στη συγκεκριμένη περίπτωση ούτε το Πρωτοδικείο επισήμανε την ύπαρξη τέτοιων απαιτήσεων.
60. Τέλος, η αναιρεσείουσα συμπληρώνει αυτές τις δύο αιτιάσεις που προβάλλει παραπέμποντας στις κατευθυντήριες γραμμές του 2006, οι οποίες αποτελούν το καταστάλαγμα των εμπειριών που απέκτησε η Επιτροπή με τις κατευθυντήριες γραμμές σε αυτόν τον τομέα δράσεως και οι οποίες, κατά την Επιτροπή, θα αποτελούσαν εν τέλει την πλέον ενδεδειγμένη διαδικασία. Κατά την αναιρεσείουσα, οι νυν ισχύουσες κατευθυντήριες γραμμές του 2006, μεταξύ άλλων, καθιστούν πρόδηλη την έλλειψη αιτιολογίας σχετικά με το ύψος των προστίμων τα οποία καθορίστηκαν βάσει των κατευθυντήριων γραμμών του 1998. Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι, σε περίπτωση όπως είναι η υπό κρίση, οι κατευθυντήριες γραμμές του 2006 προέβλεπαν απλώς την επιβολή προστίμου ίσου μόνον προς το 25 % του προστίμου που επιβλήθηκε εν προκειμένω. Έστω και αν η Επιτροπή είχε επικαλεστεί κάποια απαίτηση απορρέουσα από την κοινοτική πολιτική του ανταγωνισμού για να αυξήσει τα πρόστιμα, η αύξηση αυτή θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι δικαιολογείται βάσει των κατευθυντήριων γραμμών του 2006 –και των λιγότερο υψηλών προστίμων που αυτές προβλέπουν.
61. Η Επιτροπή φρονεί ότι αυτοί οι δύο λόγοι αναιρέσεως είναι σε κάθε περίπτωση αβάσιμοι. Ο δεύτερος είναι και απαράδεκτος, δεδομένου ότι η διατύπωσή του είναι αόριστη και γενικόλογη, εν πάση δε περιπτώσει τα επιχειρήματα που προβάλλονται προς στήριξή του ταυτίζονται ουσιαστικά με αυτά του πρώτου λόγου αναιρέσεως. Κατά την Επιτροπή, το Πρωτοδικείο απάντησε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στα επιχειρήματα της αναιρεσείουσας σχετικά με την εφαρμογή των κατευθυντήριων γραμμών του 1998 επί της υπό κρίση υποθέσεως. Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι οι εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές μπορούν να εφαρμοστούν κατά βάση στη συγκεκριμένη υπόθεση και, στη συνέχεια, εξέτασε αν η συγκεκριμένη εφαρμογή τους ήταν απαλλαγμένη νομικών πλημμελειών. Κατά την Επιτροπή, είναι παράλογο και περιττό να υποβληθεί η εντεύθεν απορρέουσα αύξηση του ποσού του προστίμου σε περαιτέρω έλεγχο βάσει του κριτηρίου της αναγκαιότητας.
Νομική εκτίμηση
62. Δεν συμμερίζομαι τις επιφυλάξεις της Επιτροπής ως προς το παραδεκτό του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, διότι είναι απολύτως σαφές ότι η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι δεν εφάρμοσε τη σχετική νομολογία, ήτοι το κριτήριο ελέγχου που απορρέει από την απόφαση Musique Diffusion française κ.λπ. κατά Επιτροπής (36) στη συγκεκριμένη υπόθεση.
63. Σε σχέση με τον λόγο αναιρέσεως που αντλείται από παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, πρέπει να υπομνησθεί ότι ο σκοπός αυτής της υποχρεώσεως που προβλέπει το άρθρο 253 ΕΚ είναι, αφενός, να μπορούν οι ενδιαφερόμενοι να γνωρίζουν κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο τους λόγους που δικαιολογούν τη λήψη του μέτρου και, αφετέρου, να μπορεί ο κοινοτικός δικαστής να ασκήσει τον έλεγχό του (37). Η συγκεκριμένη έκταση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως πρέπει να εκτιμάται βάσει των περιστάσεων της συγκεκριμένης υποθέσεως (38).
64. Τέλος, πρέπει να τονιστεί ότι το ζήτημα της εκτάσεως της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως αποτελεί νομικό ζήτημα το οποίο υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο του Δικαστηρίου, δεδομένου ότι κατά τον έλεγχο της νομιμότητας μιας αποφάσεως στο πλαίσιο αυτό πρέπει κατ’ ανάγκη να λαμβάνονται υπόψη τα πραγματικά περιστατικά βάσει των οποίων το Πρωτοδικείο κατέληξε στην εκτίμηση ότι μια αιτιολογία είναι επαρκής ή ανεπαρκής (39).
65. Βάσει των στοιχείων αυτών πρέπει να εξετάζεται κατά πόσον στη συγκεκριμένη περίπτωση πρέπει να θεωρηθεί ότι υπάρχει επαρκώς σαφής και μη διφορούμενη αιτιολογία προκειμένου να διευκρινιστεί στη συνέχεια αν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πληροί τις απαιτήσεις αυτές.
66. Η αιτίαση περί παραβάσεως της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως αφορά εν προκειμένω την εφαρμογή του κριτηρίου της «αναγκαιότητας» κατά την αύξηση του ποσού του προστίμου. Η αναιρεσείουσα φρονεί ότι από την προπαρατεθείσα απόφαση Musique Diffusion française κ.λπ. κατά Επιτροπής (40) απορρέει η υποχρέωση αιτιολογήσεως του στοιχείου της αναγκαιότητας.
67. Από την ανάλυση της αποφάσεως Musique Diffusion française κ.λπ. κατά Επιτροπής συνάγεται ότι η Επιτροπή είχε παραθέσει στο πλαίσιο της ανωτέρω υποθέσεως ορισμένους λόγους που καθιστούσαν αναγκαία και άφευκτη την αύξηση του ύψους των προστίμων. Η αύξηση αυτή ήταν δικαιολογημένη λόγω του είδους της παραβάσεως. Μεγαλύτερη αύξηση των προστίμων είναι αναγκαία μεταξύ άλλων στις περιπτώσεις που υπάρχουν πολύ σοβαρές νομικές παραβάσεις, ιδίως στην περίπτωση κατά την οποία –όπως εν προκειμένω– εσκοπείτο η διατήρηση των τιμών καταναλώσεως σε υψηλά επίπεδα. Πολλές επιχειρήσεις εξακολουθούσαν να μετέρχονται εν γνώσει τους μεθοδεύσεις αντίθετες προς το κοινοτικό δίκαιο, διότι το κέρδος που τους προσπόριζαν υπερέβαινε το μέχρι τότε ποσό των προστίμων. Η αποτροπή τέτοιων συμπεριφορών κατέστη δυνατή μόνο με την επιβολή υψηλότερων προστίμων από αυτά που είχαν επιβληθεί κατά το παρελθόν.
68. Εν συνεχεία, στο πλαίσιο της νομικής εκτιμήσεώς του, το Δικαστήριο συνήγαγε από το καθήκον επαγρυπνήσεως που έχει ανατεθεί στην Επιτροπή (41) και, ειδικότερα, από το εντεύθεν απορρέον μεταξύ άλλων καθήκον της να κατευθύνει τη συμπεριφορά των επιχειρήσεων ούτως ώστε αυτές να τηρούν τους κοινοτικούς κανόνες του ανταγωνισμού (42) «ότι η Επιτροπή δεν πρέπει να λαμβάνει υπόψη μόνον τις ιδιαίτερες περιστάσεις της συγκεκριμένης υποθέσεως, αλλά και το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η παράβαση και να εξασφαλίζει το αποτρεπτικό αποτέλεσμα της ενέργειάς της, κυρίως για τα είδη παραβάσεων που θίγουν σε σημαντικό βαθμό την εκπλήρωση των σκοπών της Κοινότητας» (43). Ορθώς η Επιτροπή χαρακτήρισε τις επίδικες συμπεριφορές ως πολύ σοβαρές παραβάσεις. Η Επιτροπή μπορούσε επίσης νομίμως να λάβει υπόψη της το γεγονός ότι τέτοιου είδους πρακτικές εξακολουθούσαν να είναι σχετικά συχνές λόγω του κέρδους που προσπόριζαν, μολονότι ο παράνομος χαρακτήρας τους είχε διαπιστωθεί προ πολλού. Συνεπώς, η Επιτροπή μπορούσε νομίμως να θεωρήσει ότι έπρεπε να αυξήσει το ύψος των προστίμων προκειμένου να ενισχύσει τον αποτρεπτικό χαρακτήρα τους (44). Το γεγονός ότι η Επιτροπή επέβαλε πρόστιμα ενός ορισμένου ύψους δεν τη δεσμεύει για το μέλλον, αλλά, αντιθέτως, η Επιτροπή πρέπει να έχει τη δυνατότητα, προκειμένου να διασφαλίζει την αποτελεσματική εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων του ανταγωνισμού, να αναπροσαρμόζει ανά πάσα στιγμή το ύψος των προστίμων ανάλογα με τις ανάγκες της πολιτικής του ανταγωνισμού εντός των ορίων που θέτει ο κανονισμός 17 (45).
69. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο εξέτασε με την ανωτέρω απόφασή του το υπό κρίση εν προκειμένω ζήτημα της «αναγκαιότητας της αυξήσεως του ύψους του προστίμου» στο πλαίσιο του απορρέοντος από το άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 κριτηρίου της «σοβαρότητας της παραβάσεως». Κατά την εξέταση του κριτηρίου αυτού, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του όχι μόνον τις «ιδιαίτερες περιστάσεις της συγκεκριμένης υποθέσεως», αλλά επίσης τη «συνάφεια της παραβάσεως» και την ανάγκη να διασφαλιστεί ο αποτρεπτικός χαρακτήρας των προστίμων. Προς τούτο, το Δικαστήριο δέχτηκε ορισμένους γενικούς λόγους που αφορούν την πολιτική του ανταγωνισμού ως εξήγηση για την αύξηση του ύψους των προστίμων αποφαινόμενο μάλιστα ότι η δυνατότητα αυξήσεώς τους ήταν αναγκαία για την πρακτική αποτελεσματικότητα των κοινοτικών κανόνων του ανταγωνισμού.
70. Δεδομένου ότι το Δικαστήριο δεν απαίτησε στη συνάφεια αυτή από την Επιτροπή να προβεί σε ενδελεχέστερη έρευνα του ζητήματος της αναγκαιότητας ή να παραθέσει κάποια αιτιολογία αφορώσα τη συγκεκριμένη υπόθεση, άφησε σχεδόν το ζήτημα της αναγκαιότητας στην εκτίμηση της Επιτροπής (46), η οποία καλείται να την ασκήσει στο πλαίσιο εφαρμογής του κριτηρίου της «σοβαρότητας της παραβάσεως» το οποίο απορρέει από το άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17.
71. Το Δικαστήριο εξέδωσε την ανωτέρω απόφαση το 1983 με αφορμή μία προγενέστερη απόφαση της Επιτροπής, ήτοι σε μία χρονική περίοδο κατά την οποία δεν υφίσταντο ακόμη ούτε οι κατευθυντήριες γραμμές του 1998 ούτε άλλο τι παρεμφερές. Εντούτοις, το Δικαστήριο εξακολούθησε να εφαρμόζει τη νομολογία αυτή και μετά την έναρξη ισχύος των ανωτέρω κατευθυντήριων γραμμών και την προσάρμοσε στη νέα κατάσταση που διαμορφώθηκε μετά την έκδοσή τους.
72. Με την απόφασή του Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής, η οποία είναι κεφαλαιώδους σημασίας σε σχέση με τις κατευθυντήριες γραμμές του 1998 (47), το Δικαστήριο επανέλαβε τη νομολογία του βάσει της οποίας το ύψος των μέχρι τούδε επιβαλλόμενων προστίμων δεν είναι δεσμευτικό για το μέλλον (48). Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι επιχειρήσεις δεν μπορούν να αποκτήσουν δικαιολογημένη εμπιστοσύνη στηριζόμενες στη μέχρι τούδε ακολουθούμενη από την Επιτροπή πρακτική κατά την επιβολή προστίμων ούτε σε μία συγκεκριμένη μέθοδο υπολογισμού τους (49).
73. Το Δικαστήριο επισήμανε, με τη σκέψη 229 της αποφάσεώς του, αυτή την παράμετρο: «Κατά συνέπεια, οι εν λόγω επιχειρήσεις πρέπει να λαμβάνουν υπόψη το ενδεχόμενο η Επιτροπή ανά πάσα στιγμή να αποφασίσει να αυξήσει το επίπεδο του ύψους των προστίμων σε σχέση με εκείνο που εφάρμοζε κατά το παρελθόν».
74. Με τη σκέψη 230 της ιδίας αποφάσεώς του, το Δικαστήριο μετέφερε στη συνέχεια κατά τρόπο αναμφίλεκτο την προπαρατεθείσα νομολογία του σε καταστάσεις στις οποίες εφαρμόστηκαν οι κατευθυντήριες γραμμές του 1998: «Τούτο ισχύει όχι μόνον όταν η Επιτροπή προβαίνει σε αύξηση του επιπέδου του ύψους των προστίμων επιβάλλοντας πρόστιμα με ατομικές αποφάσεις, αλλά και όταν η αύξηση αυτή πραγματοποιείται με την εφαρμογή, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, κανόνων συμπεριφοράς που έχουν γενική ισχύ όπως είναι οι κατευθυντήριες γραμμές»(50).
75. Κατά πάγια νομολογία, πρέπει, στο πλαίσιο της εφαρμογής του κριτηρίου της «σοβαρότητας της παραβάσεως», να λαμβάνεται υπόψη ένας μεγάλος αριθμός στοιχείων μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο «αποτρεπτικός χαρακτήρας των προστίμων» (51). Τούτο αφορά τόσο την επιβολή προστίμων με επιμέρους αποφάσεις όσο και την επιβολή προστίμων κατ’ εφαρμογήν των γενικής ισχύος κανόνων συμπεριφοράς όπως είναι οι κατευθυντήριες γραμμές του 1998.
76. Κατόπιν των ανωτέρω, από την απόφαση Musique Diffusion française κ.λπ. κατά Επιτροπής (52), την οποία επικαλείται η αναιρεσείουσα, ως ενδιάμεσο συμπέρασμα σε σχέση με την εξέταση των δύο πρώτων λόγων αναιρέσεως, δεν συνάγεται ότι η Επιτροπή έχει την υποχρέωση να παραθέτει αναλυτικές αιτιολογίες σχετικά με την αναγκαιότητα αυξήσεως του ύψους του προστίμου ή να τις εξειδικεύει ανάλογα με τη συγκεκριμένη περίπτωση, υποχρέωση την οποία το Δικαστήριο θα έπρεπε ενδεχομένως να λάβει υπόψη του. Τούτο προκύπτει και από την ανάλυση της μεταγενέστερης νομολογίας, ιδίως της θεμελιώδους σημασίας, σε σχέση με τις κατευθυντήριες γραμμές του 1998, αποφάσεως Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής (53).
77. Βάσει των ανωτέρω μπορεί πλέον να εξεταστεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Πρωτοδικείου σε σχέση με την αιτίαση της ελλείψεως αιτιολογίας.
78. Η προβληματική της αυξήσεως του ύψους των προστίμων συνδεόταν στο πλαίσιο της διαδικασίας ενώπιον του Πρωτοδικείου –όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (54)– με το θεμελιώδες ζήτημα της δυνατότητας εφαρμογής των κατευθυντήριων γραμμών, και δη συγκεκριμένα με τις αιτιάσεις περί προσβολής των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της απαγορεύσεως της αναδρομικότητας των ποινών.
79. Με τις σκέψεις 38 έως 50 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως τις οποίες επικαλείται η αναιρεσείουσα, το Πρωτοδικείο εξέτασε κατ’ αρχάς το ζήτημα της απαγορεύσεως της αναδρομικότητας, ιδίως σε σχέση με τις κατευθυντήριες γραμμές του 1998 ως μέσο ασκήσεως της πολιτικής του ανταγωνισμού και ως μέσο εμπεδώσεως των νομικών συνεπειών της. Ακολούθως, το Πρωτοδικείο επισήμανε ότι η κύρια καινοτομία των κατευθυντήριων γραμμών συνίσταται στη μέθοδο τιμολογήσεως των προστίμων (55). Ακολούθως, με τις σκέψεις 44 έως 46 το Πρωτοδικείο επανέλαβε την παρατεθείσα ανωτέρω (56) νομολογία βάσει της οποίας η Επιτροπή μπορεί να αυξήσει το ύψος των προστίμων εντός των ορίων που τάσσει ο κανονισμός 17 και δεν δεσμεύεται από το ύψος των προστίμων που έχει επιβάλει κατά το παρελθόν, εφόσον η αύξηση αυτή είναι αναγκαία προκειμένου να διασφαλιστεί η εφαρμογή της κοινοτικής πολιτικής του ανταγωνισμού, και δη τόσο στο πλαίσιο ατομικών αποφάσεων όσο και στην περίπτωση που η αύξηση αυτή χωρεί λόγω εφαρμογής, στις συγκεκριμένες περιπτώσεις, κανόνων συμπεριφοράς γενικής ισχύος όπως είναι οι κατευθυντήριες γραμμές. Τέλος, το Πρωτοδικείο έκρινε με τη σκέψη 47 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως: «Έτσι, υπό την επιφύλαξη των όσων αναπτύσσονται κατωτέρω στις σκέψεις 99 επ., κακώς η ADM ισχυρίζεται κατ’ ουσίαν ότι η αύξηση του ύψους των προστίμων εκ μέρους της Επιτροπής, στο πλαίσιο της συμπράξεως, είναι προδήλως δυσανάλογη σε σχέση με τον σκοπό της διασφαλίσεως της εφαρμογής της πολιτικής του ανταγωνισμού».
80. Στις προαναφερθείσες σκέψεις 99 επ. αναλύεται ο λόγος ακυρώσεως που αφορά την προσβολή της αρχής της αναλογικότητας. Οι αναπτύξεις του Πρωτοδικείου αφορούν τον υπολογισμό του ύψους των προστίμων βάσει της σοβαρότητας και της διάρκειας της παραβάσεως, ιδίως βάσει της σημασίας του παράγοντος αγορά. Το Πρωτοδικείο δεν εξετάζει ρητώς το ζήτημα της αναγκαιότητας της αυξήσεως του ύψους του προστίμου. Εντούτοις, από την ανωτέρω ανάλυση συνάγεται ότι το Πρωτοδικείο εξέτασε το ζήτημα της αυξήσεως του ύψους των προστίμων στο πλαίσιο της εφαρμογής του κριτηρίου της «σοβαρότητας της παραβάσεως» όπως είχε την υποχρέωση να πράξει (57).
81. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι το Πρωτοδικείο ορθώς εξέτασε, κατ’ εφαρμογήν της νομολογίας του Δικαστηρίου, το κριτήριο της «αναγκαιότητας» της αυξήσεως του ύψους του προστίμου, το οποίο απορρέει από την απόφαση Musique Diffusion française κ.λπ. κατά Επιτροπής (58), στο πλαίσιο εφαρμογής του κριτηρίου της «σοβαρότητας της παραβάσεως» και τούτο χωρίς να απαιτήσει κάποια πρόσθετη αιτιολογία βαίνουσα πέραν των κατευθυντήριων γραμμών του 1998. Από την απόφαση Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής συνάγεται ότι τούτο δεν αντίκειται ούτε στην απαγόρευση της αναδρομικότητας των ποινικών διατάξεων.
82. Επιπλέον, πρέπει να τονιστεί ότι στην πραγματικότητα οι δύο εξεταζόμενοι εν προκειμένω λόγοι αναιρέσεως θέτουν κατ’ ουσίαν εν αμφιβόλω, έστω και αν η αναιρεσείουσα δεν διατυπώνει τούτο ρητώς, τη νομιμότητα της μεθόδου για τον υπολογισμό των προστίμων που προβλέπουν οι κατευθυντήριες γραμμές του 1998. Εντούτοις, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι οι εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές συνάδουν με το άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17, την αρχή της απαγορεύσεως της αναδρομικότητας, την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως και την αρχή της αναλογικότητας (59).
83. Το να απαιτείται συμπληρωματικώς σε κάθε ατομική απόφαση να αιτιολογείται εκ νέου η γενική και αφηρημένη πολιτική υπολογισμού των προστίμων επί της οποίας στηρίζονται οι κατευθυντήριες γραμμές σε σχέση με τα δεδομένα της συγκεκριμένης υποθέσεως θα ισοδυναμούσε ουσιαστικά με καταστρατήγηση των μεθόδων υπολογισμού που προβλέπουν οι κατευθυντήριες γραμμές (60).
84. Ειρήσθω εν παρόδω ότι, παρά τη νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία η μέθοδος υπολογισμού των προστίμων βάσει των κατευθυντήριων γραμμάτων του 1998 συνάδει με τις διατάξεις του άρθρου 15 του κανονισμού 17 (61), οι επικρίσεις κατά της μεθόδου αυτής, ιδίως λόγω της αδιαφάνειάς της, δεν έπαυσαν (62), έστω και αν στην πράξη η εφαρμογή τους είχε ως ένα βαθμό συστηματικό χαρακτήρα (63). Από της ισχύος των κατευθυντήριων γραμμών του 2006 έπαυσε ένα μεγάλο μέρος των επικρίσεων αυτών, δεδομένου ότι τροποποιήθηκε η μέθοδος· τούτο αφορά μεταξύ άλλων την παρωχημένη πλέον διάκριση του σημείου 1, Α, των κατευθυντήριων γραμμών του 1998 σε «ελαφρές παραβάσεις», «σοβαρές παραβάσεις» και «πολύ σοβαρές παραβάσεις» ήτοι τη λεγόμενη «τιμολόγηση» (64). Εντούτοις, η Επιτροπή εξακολουθεί να διαθέτει όπως και πριν ευρεία εξουσία εκτιμήσεως κατά τον υπολογισμό των προστίμων (65). Βεβαίως, δυνάμει του άρθρου 229 ΕΚ και του άρθρου 15 του κανονισμού 17 είναι δεδομένη η πλήρης δικαιοδοσία του Δικαστηρίου κατά τον έλεγχο της ασκήσεως αυτής της διακριτικής εξουσίας από την Επιτροπή (66), πλην όμως είναι ευκταίο, για λόγους ασφάλειας δικαίου, η διακριτική εξουσία που διαθέτουν οι διοικητικές αρχές να υπόκειται σε σαφή κριτήρια υπολογισμού των προστίμων (67).
85. Θα προσέθετα, προκειμένου να απαντήσω στα επιχειρήματα της αναιρεσείουσας ότι πρέπει να εφαρμοστούν οι κατευθυντήριες γραμμές του 2006, ότι δεν συντρέχει κανένας λόγος προκειμένου να εφαρμοστούν πέραν των κατευθυντήριων γραμμών του 1998 και οι κατευθυντήριες γραμμές του 2006, οι οποίες κατάργησαν τις προηγούμενες του 1998, και να εξεταστεί το ζήτημα της αυξήσεως των προστίμων υπό «το φως τους» (68). Η επίμαχη εν προκειμένω απόφαση της Επιτροπής εκδόθηκε στις 2 Οκτωβρίου 2001 οπότε ίσχυαν οι κατευθυντήριες γραμμές του 1998. Οι κατευθυντήριες γραμμές του 2006 άρχισαν να εφαρμόζονται στις διαδικασίες ελέγχου των συμπράξεων από 1ης Σεπτεμβρίου 2006 και, ως εκ τούτου, είναι άνευ σημασίας για την παρούσα αναιρετική διαδικασία.
86. Οι κατευθυντήριες γραμμές του 2006 δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη ούτε προκειμένου να διευκρινίσουν αναδρομικά το περιεχόμενο της διακριτικής εξουσίας της Επιτροπής με το να προεξοφλούν τυχόν μεταγενέστερη μεταβολή της πολιτικής της.
87. Tέλος, αν τυχόν το Δικαστήριο ελάμβανε υπόψη του τις κατευθυντήριες γραμμές του 2006, τούτο θα κατάληγε στο να υποκαταστήσει το Πρωτοδικείο στην εκτίμησή του για λόγους επιεικείας (69).
88. Συνεπώς, οι εκτιμήσεις του Πρωτοδικείου ήσαν σύμφωνες με τις απαιτήσεις της νομολογίας του Δικαστηρίου, το δε σκεπτικό που διέλαβε στην απόφασή του είναι αρκούντως σαφές και ακριβές. Ως εκ τούτου, προτείνω να απορριφθούν ως αβάσιμοι ο πρώτος και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως.
Μη συνεκτίμηση του κύκλου εργασιών σε επίπεδο ΕΟΧ ως στοιχείο του υπολογισμού των προστίμων (τρίτος λόγος αναιρέσεως)
1. Εισαγωγικές παρατηρήσεις
89. Πρέπει να τονιστεί ότι, κατά πάγια νομολογία, εφόσον η μέθοδος υπολογισμού των προστίμων που προβλέπουν οι κατευθυντήριες γραμμές συνίσταται στη λήψη ορισμένων βασικών ποσών ως σημείου αφετηρίας τα οποία δεν καθορίζονται βάσει του κύκλου εργασιών, η μέθοδος υπολογισμού δεν αντιβαίνει στο άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 (70).
90. Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η κύρια καινοτομία των κατευθυντήριων γραμμών του 1998 σε σχέση με την προγενέστερη πρακτική συνίσταται στο να λαμβάνεται ως σημείο αφετηρίας του υπολογισμού ένα βασικό ποσό το οποίο καθορίζεται βάσει μιας κλίμακας που προβλέπουν και η οποία αντιστοιχεί στους διάφορους βαθμούς σοβαρότητας των παραβάσεων, αλλά η οποία δεν έχει σχέση με τον κύκλο εργασιών της εμπλεκόμενης επιχειρήσεως. Επομένως, η μέθοδος αυτή στηρίζεται ουσιαστικά σε μία τιμολόγηση, έστω σχετική και ελαστική, των προστίμων (71).
91. Μολονότι οι κατευθυντήριες γραμμές του 1998 ουδέποτε χρησιμοποιούν ρητώς τη φράση «κύκλος εργασιών» παρά μόνο σε σχέση με το ανώτατο όριο του 10 % του παγκόσμιου κύκλου εργασιών των επιχειρήσεων που προβλέπει το άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 (72), ωστόσο υπάρχουν σ’ αυτές ορισμένα στοιχεία τα οποία συνδέονται έμμεσα, μεταξύ άλλων, με το κύκλο εργασιών των επιχειρήσεων (73). Επομένως, οι κατευθυντήριες γραμμές δεν αποκλείουν το ενδεχόμενο να χρησιμοποιείται ο κύκλος εργασιών όχι μόνον ως οροφή, αλλά επίσης να λαμβάνεται υπόψη στο πλαίσιο του υπολογισμού των προστίμων. Και τούτο διότι ο κύκλος εργασιών συνιστά «χρήσιμη και κατάλληλη ένδειξη της οικονομικής ισχύος της επιχειρήσεως (ολικός κύκλος εργασιών) και του αντικτύπου που έχει στον ανταγωνισμό η συμπεριφορά της επιχειρήσεως αυτής (κύκλος εργασιών στη σχετική αγορά)» (74), έστω και αν δεν αποτελεί παρά ένα από την πληθώρα κριτηρίων εκτιμήσεως που διαθέτει η Επιτροπή (75).
2. Επιχειρήματα των διαδίκων
92. Η ADM προβάλλει αυτόν τον λόγο αναιρέσεως σε σχέση με τον κύκλο εργασιών για τον οποίο η Επιτροπή έκρινε με την επίμαχη απόφασή της ότι περιλαμβάνει τον «παγκόσμιο» κύκλο εργασιών, ενώ η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη ο κύκλος εργασιών «καθ’ όλη την έκταση του ΕΟΧ».
93. Στηριζόμενη μεταξύ άλλων στις σκέψεις 75 έως 81 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι παρέβη ορισμένες αρχές δικαίου, οι οποίες εφαρμόζονται στον υπολογισμό των προστίμων, δεδομένου ότι επιτρέπει στην Επιτροπή να αγνοήσει παντελώς στην επίμαχη απόφασή της τον κρίσιμο κύκλο εργασιών στον ΕΟΧ ως ενδεδειγμένο σημείο αναφοράς για τον υπολογισμό του προστίμου. Κατά την αναιρεσείουσα, ο κύκλος εργασιών στο πλαίσιο του ΕΟΧ δεν ελήφθη υπόψη στην επίμαχη απόφαση ούτε ως σημείο αφετηρίας για τον υπολογισμό της ούτε ως παράγων δυνάμενος να επηρεάσει το ύψος του προστίμου εκ των υστέρων, πράγμα το οποίο είχε ως αποτέλεσμα το ύψος του προστίμου να υπερβαίνει πολλαπλώς τον κρίσιμο κύκλο εργασιών που πραγματοποιήθηκε εντός του ΕΟΧ (76).
94. Μολονότι το Πρωτοδικείο ορθώς συνόψισε, στη σκέψη 78 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τις αρχές που πρέπει να τηρούνται κατά τον υπολογισμό των προστίμων, εντούτοις παρέλειψε, παρά τον νόμο, να εφαρμόσει στη συνέχεια τις νομικές εκτιμήσεις του επί της ενώπιόν του υποθέσεως.
95. Κατά την ADM, οι κατευθυντήριες γραμμές του 2006 υποδεικνύουν με ποιον τρόπο πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο κύκλος εργασιών εντός του ΕΟΧ ως ενδεδειγμένο σημείο αφετηρίας προκειμένου να καθοριστεί η προκληθείσα στον ανταγωνισμό ζημία στην αγορά των οικείων προϊόντων εντός της Κοινότητας καθώς και η σχετική σημασία των μελών της συμπράξεως στον τομέα των επίμαχων προϊόντων. Με αυτήν τη μέθοδο υπολογισμού θα είχε επιβληθεί στην ADM μόνον ένα μέρος του επίμαχου προστίμου.
96. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι μόνον το Πρωτοδικείο είναι αρμόδιο να εξετάζει τον τρόπο με τον οποίον η Επιτροπή εκτίμησε στη συγκεκριμένη περίπτωση τη σοβαρότητα της παράνομης συμπεριφοράς (77). Η Επιτροπή επισημαίνει ότι το Πρωτοδικείο, λαμβάνοντας υπόψη όλους τους κρίσιμους παράγοντες και προβαίνοντας στην εξέταση των επιχειρημάτων της ADM, δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο. Ως εκ τούτου, πρέπει κατά την άποψή της ο λόγος αναιρέσεως να απορριφθεί.
3. Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και η νομική εκτίμηση
97. Με τις σκέψεις 75 έως 81 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τις οποίες παραθέτει η αναιρεσείουσα, το Πρωτοδικείο εξετάζει και απορρίπτει τον λόγο ακυρώσεως που συνδέεται με την προσβολή της αρχής της αναλογικότητας λόγω του ότι το ύψος του προστίμου είναι υψηλότερο από τον κύκλο εργασιών που πραγματοποίησε η αναιρεσείουσα εντός του ΕΟΧ από την πώληση του επίμαχου προϊόντος καθ’ όλη την περίοδο που διήρκεσε η παράβαση. Με τις σκέψεις 76 και 77, το Πρωτοδικείο υπενθυμίζει την πάγια νομολογία σχετικά με την εκτίμηση της σοβαρότητας μιας παραβάσεως, ενώ επισημαίνει ότι κατά τον καθορισμό του προστίμου πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τόσο ο συνολικός κύκλος εργασιών της επιχειρήσεως όσο και το μερίδιο που κατέχουν οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις στη σχετική αγορά, ενώ δεν θα πρέπει να προσδίδεται ούτε στο ένα ούτε στο άλλο από τα μεγέθη αυτά δυσανάλογη σημασία σε σχέση προς τα άλλα κριτήρια εκτιμήσεως, προκειμένου ο καθορισμός του προσήκοντος προστίμου να μην είναι το αποτέλεσμα ενός απλού υπολογισμού που στηρίζεται στον συνολικό κύκλο εργασιών.
98. Με τις σκέψεις 78 και 79 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο διευκρινίζει ότι ο κύκλος εργασιών δεν αποτελεί το μοναδικό κριτήριο βάσει του οποίου η Επιτροπή υποχρεούται να εκτιμά τη σοβαρότητα της παραβάσεως. Εν αντιθέσει προς όσα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, θα προσδιδόταν δυσανάλογη σημασία στο στοιχείο αυτό αν η εκτίμηση σχετικά με την αναλογικότητα του προστίμου περιοριζόταν στη συσχέτιση μεταξύ αυτού και του κύκλου εργασιών του επίμαχου προϊόντος.
99. Ακολούθως, το Πρωτοδικείο έκρινε με τη σκέψη 80 τα εξής: «Εν πάση περιπτώσει, το γεγονός και μόνον που προβάλλει η ADM ότι το επιβληθέν πρόστιμο υπερβαίνει το ποσόν του κύκλου εργασιών που πραγματοποίησε εντός του ΕΟΧ με την πώληση του προϊόντος αυτού κατά την περίοδο την οποία αφορά η σύμπραξη και ότι το υπερβαίνει σε μεγάλο βαθμό δεν αρκεί για να αποδειχθεί ο δυσανάλογος χαρακτήρας το προστίμου. Συγκεκριμένα, ο αναλογικός χαρακτήρας αυτού του ύψους του προστίμου πρέπει να εκτιμηθεί σε σχέση με το σύνολο των στοιχείων τα οποία η Επιτροπή πρέπει να λάβει υπόψη για την εκτίμηση της σοβαρότητας της παραβάσεως, ήτοι, τη φύση της παραβάσεως, τον πραγματικό της αντίκτυπο στη σχετική αγορά και την έκταση της γεωγραφικής αγοράς. Το βάσιμο της Αποφάσεως σε σχέση με ορισμένα από τα κριτήρια αυτά θα εξεταστεί κατωτέρω, σε συνάρτηση με τα επιχειρήματα της ADM».
100. Από τα ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι δεν αρκεί να εξεταστούν μόνον οι σκέψεις 75 έως 81 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κατά των οποίων βάλλει η αναιρεσείουσα, προκειμένου να επιλυθεί το ζήτημα του βασίμου της αιτιάσεως αυτής.
101. Για την καλύτερη κατανόηση του ζητήματος πρέπει, αφενός, να ληφθούν υπόψη όσα στοιχεία άντλησε το Πρωτοδικείο από την επίδικη απόφαση σχετικά με το ζήτημα αυτό. Η σκέψη 59 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως διαλαμβάνει, σχετικά με την εκτίμηση της σοβαρότητας της παραβάσεως από την Επιτροπή, τα εξής:
«59 Για να εκτιμήσει τα στοιχεία αυτά, η Επιτροπή επέλεξε να στηριχθεί στους κύκλους εργασιών που πραγματοποίησαν οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις με την πώληση γλυκονικού νατρίου σε παγκόσμιο επίπεδο κατά το τελευταίο έτος της περιόδου διαπράξεως της παραβάσεως, ήτοι το 1995. Η Επιτροπή θεώρησε, στο πλαίσιο αυτό, ότι, “δεδομένου ότι η αγορά [του γλυκονικού νατρίου είναι] [...] παγκόσμια, τα αριθμητικά αυτά στοιχεία παρ[είχαν] την καλύτερη δυνατή ένδειξη όσον αφορά την ικανότητα των μετεχουσών επιχειρήσεων να προκαλέσουν σημαντική ζημία στους λοιπούς επιχειρηματίες στην κοινή αγορά ή/και στον ΕΟΧ” […]. Η Επιτροπή προσέθεσε ότι, κατ’ αυτήν, υπέρ της μεθόδου αυτής συνηγορούσε το γεγονός ότι επρόκειτο για μια παγκόσμια σύμπραξη, της οποίας το αντικείμενο ήταν, μεταξύ άλλων, η κατανομή των αγορών σε παγκόσμια κλίμακα και, κατά συνέπεια, ο αποκλεισμός του ανταγωνισμού από ορισμένες περιοχές της αγοράς του ΕΟΧ. Η Επιτροπή θεώρησε επιπλέον ότι ο παγκόσμιος κύκλος εργασιών ενός τμήματος της συμπράξεως παρείχε επίσης μια ιδέα της συμβολής του στην αποτελεσματικότητα της συμπράξεως στο σύνολό της ή, αντιθέτως, της αστάθειας που θα είχε προκληθεί αν το εν λόγω μέρος δεν είχε μετάσχει στη σύμπραξη […].»
102. Στη συνέχεια, με τις σκέψεις 82 έως 87 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο εκθέτει ότι οι κύκλοι εργασιών των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων –είτε πρόκειται για τον συνολικό κύκλο εργασιών είτε για τον κύκλο εργασιών από την πώληση του επίμαχου προϊόντος– δεν αποτελούν τη βάση για τον υπολογισμό των προστίμων και, κατά μείζονα λόγο, δεν αποτελούν τα μοναδικά κρίσιμα κριτήρια προκειμένου να διαπιστωθεί η σοβαρότητα της παραβάσεως. Ωστόσο, η Επιτροπή μπορεί, κατά το Πρωτοδικείο, να λάβει υπόψη της τα στοιχεία αυτά μεταξύ πολλών άλλων, ιδίως όταν η Επιτροπή προσαρμόζει το ύψος του προστίμου κατ’ εφαρμογήν των παραγράφων 3 έως 7 του σημείου 1, Α, των κατευθυντήριων γραμμών του 1998, προκειμένου να διασφαλίσει ότι τα πρόστιμα θα έχουν αρκούντως αποτρεπτικό χαρακτήρα.
103. Κατά το Πρωτοδικείο, από τις σκέψεις 378 έως 382 της αποφάσεως συνάγεται, εν αντιθέσει προς τους ισχυρισμούς της ADM, ότι η Επιτροπή έλαβε στο πλαίσιο αυτό υπόψη της τους κύκλους εργασιών των εμπλεκομένων στην πώληση του επίμαχου προϊόντος. Συγκεκριμένα, έλαβε ως βάση της για τη διαφορετική μεταχείριση των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων τον κύκλο εργασιών που πραγματοποίησαν από την πώληση γλυκονικού νατρίου σε παγκόσμιο επίπεδο κατά το τελευταίο έτος της περιόδου της παραβάσεως, ήτοι κατά το 1995.
104. Στη συνέχεια, το Πρωτοδικείο προσέθεσε με τη σκέψη 87 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως τα εξής: «Εν προκειμένω όμως, πρόκειται για μια σύμπραξη στην οποία μετέχουν επιχειρήσεις που κατέχουν σχεδόν το σύνολο των μεριδίων αγοράς του οικείου προϊόντος σε παγκόσμιο επίπεδο. Επιπλέον, η σύμπραξη αφορά τον καθορισμό των τιμών και τον καταμερισμό της αγοράς με την κατανομή ποσοστώσεων πωλήσεων. Σε μια τέτοια περίπτωση, στο πλαίσιο της διαφορετικής μεταχειρίσεως των εμπλεκομένων επιχειρήσεων, η Επιτροπή μπορεί βασίμως να στηριχθεί στους κύκλους εργασιών που πραγματοποίησαν τα μέλη της συμπράξεως αυτής με την πώληση του γλυκονικού νατρίου σε παγκόσμιο επίπεδο. Συγκεκριμένα, δεδομένου ότι ο σκοπός της διαφορετικής αυτής μεταχειρίσεως είναι να αξιολογηθεί η πραγματική οικονομική ικανότητα των παραβατών να προκαλέσουν βλάβη στον ανταγωνισμό με την παραβατική συμπεριφορά και, συνεπώς, να ληφθεί υπόψη το ειδικό τους βάρος στο πλαίσιο της συμπράξεως, η Επιτροπή δεν υπερέβη το ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως που διαθέτει θεωρώντας ότι το μερίδιο στην παγκόσμια αγορά των αντιστοίχων μελών της συμπράξεως αποτελούσε την κατάλληλη ενδεικτική αξία».
105. Προχωρώντας στον έλεγχό του, το Πρωτοδικείο αναλύει, με τις σκέψεις 113 και 114, την αιτίαση η οποία στηρίζεται στο γεγονός ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη της τον κύκλο εργασιών που πραγματοποιήθηκε εντός του ΕΟΧ. Σε σχέση με την προβαλλόμενη προσβολή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως αναφορικά με την απόφαση για τα φωσφορικά άλατα του ψευδαργύρου (78), την οποία η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε ως συγκριτικό μέγεθος, το Πρωτοδικείο διευκρινίζει, μεταξύ άλλων με τη σκέψη 113, ότι «οι περιστάσεις της συμπράξεως που αποτελεί αντικείμενο της Αποφάσεως διαφέρουν από τις περιστάσεις που αποτελούσαν το αντικείμενο της αποφάσεως που αποκαλείται “Φωσφορικά άλατα του ψευδαργύρου”. Συγκεκριμένα, η σύμπραξη στην αγορά των φωσφορικών αλάτων ψευδαργύρου εκτεινόταν μόνο στο έδαφος του ΕΟΧ, ενώ η σύμπραξη του γλυκονικού νατρίου ήταν παγκόσμια». Στη συνέχεια, το Πρωτοδικείο εκθέτει μεταξύ άλλων στην σκέψη 114 ότι «το βασικό ποσόν που καθόρισε η Επιτροπή για την παράβαση που διέπραξε η ADM στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι κατάλληλο, λαμβανομένων υπόψη, αφενός, του συνόλου των στοιχείων που προέβαλε η Επιτροπή με την Απόφαση και, αφετέρου, της διατυπωθείσας στην παρούσα απόφαση εκτιμήσεως ορισμένων από τα στοιχεία αυτά».
106. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι το Πρωτοδικείο, εν αντιθέσει προς τις αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, όχι μόνο συνόψισε τις σχετικές αρχές, αλλά εφάρμοσε τα εντεύθεν συναγόμενα συμπεράσματα και στην υπό κρίση υπόθεση. Το Πρωτοδικείο εξέτασε συναφώς το επιχείρημα σχετικά με τη συνεκτίμηση του κύκλου εργασιών εντός του ΕΟΧ (79), πλην όμως ορθώς θεώρησε ότι το κριτήριο αυτό αποτελεί ένα μεταξύ πλειόνων. Ακολούθως, το Δικαστήριο εξέθεσε ότι, καθώς και για ποιο λόγο, σε τελευταία ανάλυση, οι κύκλοι εργασιών των επιχειρήσεων που μετέσχον στη σύμπραξη, τους οποίους πραγματοποίησαν μέσω των πωλήσεών τους γλυκονικού νατρίου σε παγκόσμια κλίμακα, αποτελούσαν την ενδεδειγμένη βάση για τον υπολογισμό του προστίμου, διευκρινίζοντας ταυτόχρονα, εμμέσως πλην σαφώς, για ποιον λόγο δεν ελήφθη υπόψη ο σχετικός κύκλος εργασιών εντός του ΕΟΧ. Ως εκ τούτου, το Πρωτοδικείο εξέτασε επαρκώς κατά νόμο αυτό το επιχείρημα της αναιρεσείουσας.
107. Τέλος, στο πλαίσιο της κατ’ αναίρεση δίκης δεν μπορεί να εξεταστεί (80) η εκτίμηση του Πρωτοδικείου ότι «το βασικό ποσόν που καθόρισε η Επιτροπή για την παράβαση που διέπραξε η ADM στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι κατάλληλο, λαμβανομένων υπόψη, αφενός, του συνόλου των στοιχείων που προέβαλε η Επιτροπή με την Απόφαση και, αφετέρου, της διατυπωθείσας στην παρούσα απόφαση εκτιμήσεως ορισμένων από τα στοιχεία αυτά».
108. Στην εκ νέου απόπειρα της ADM να ληφθούν υπόψη οι κατευθυντήριες γραμμές του 2006 ως διορθωτικές των κατευθυντήριων γραμμών του 1998, πρέπει για μία ακόμη φορά να λεχθεί ότι οι κατευθυντήριες γραμμές του 2006 δεν ασκούν επιρροή εν προκειμένω (81).
109. Συνεπώς, βάσει των ανωτέρω, φρονώ ότι αυτός ο λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, στον βαθμό που με αυτόν σκοπείται ο γενικός εκ νέου έλεγχος του προστίμου, και, κατά τα λοιπά, αβάσιμος.
Γ – Προσβολή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως κατά τον υπολογισμό του προστίμου (τέταρτος λόγος αναιρέσεως)
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
110. Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει –επικαλούμενη τις σκέψεις 107 έως 113 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως– ότι το Πρωτοδικείο, προβαίνοντας στη διαπίστωση ότι η ύπαρξη αντικειμενικών διαφορών δικαιολογούσε το διαφορετικό ύψος των προστίμων σε σχέση με την απευθείας συγκρίσιμη υπόθεση «Φωσφορικά άλατα του ψευδαργύρου» (82), παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως.
111. Αφενός, κατά την αναιρεσείουσα, οι αποφάσεις που παραθέτει το Πρωτοδικείο στις σκέψεις 108 έως 110 δεν ασκούν επιρροή εν προκειμένω. Κατά πάγια νομολογία, και κυρίως κατά την απόφαση Dansk Rørenindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 209, η Επιτροπή, από της εκδόσεως των κατευθυντήριων γραμμών, παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως οσάκις αφίσταται αυτών χωρίς αιτιολογία.
112. Αφετέρου, το Πρωτοδικείο δεν παρέθεσε ούτε ένα έστω κρίσιμο στοιχείο το οποίο να διαφοροποιεί στην πράξη την υπόθεση «Γλυκονικό νάτριο» από την υπόθεση «Φωσφορικά άλατα του ψευδαργύρου» στο πλαίσιο των κριτηρίων τα οποία έλαβε υπόψη της η Επιτροπή με την απόφασή της για την επιβολή προστίμου. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, η Επιτροπή έλαβε υπόψη της τα ίδια ακριβώς κριτήρια για τον υπολογισμό του βασικού ποσού του προστίμου. Εν αντιθέσει προς όσα διαλαμβάνει το Πρωτοδικείο, για τον υπολογισμό αυτού του βασικού ποσού δεν ελήφθη υπόψη ο κύκλος εργασιών σε παγκόσμια κλίμακα. Μόνο σε ένα μεταγενέστερο στάδιο του υπολογισμού, στο πλαίσιο της υποθέσεως για το γλυκονικό νάτριο, ελήφθη υπόψη, σε σχέση με τον αποτρεπτικό χαρακτήρα του προστίμου, ο κύκλος εργασιών που πραγματοποιήθηκε σε παγκόσμια κλίμακα ως κριτήριο διακρίσεως σε τρεις κατηγορίες. Κατά την αναιρεσείουσα, το πρόστιμο που επέβαλε η Επιτροπή με την επίμαχη απόφασή της αποτελεί δυσμενή διάκριση εις βάρος της ADM σε σχέση με το πρόστιμο που επιβλήθηκε στην υπόθεση για τα φωσφορικά άλατα του ψευδαργύρου.
113. Τέλος, η ADM προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι στο πλαίσιο ασκήσεως της πλήρους δικαιοδοσίας του έκρινε με τη σκέψη 114 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στηριζόμενο στα κριτήρια που εφάρμοσε η Επιτροπή, ότι το ύψος του προστίμου ήταν κατάλληλο (83). Η ανωτέρω διαπίστωση υπόκειται κατ’ εξαίρεση στον αναιρετικό έλεγχο του Δικαστηρίου, και δη σε σχέση με το αν συντρέχει πλάνη περί το δίκαιο. Κατά την ADM, έστω και αν, όπως έπραξε το Πρωτοδικείο, ληφθούν υπόψη μόνον τα κριτήρια τα οποία εφάρμοσε η Επιτροπή στην απόφασή της, και πάλι το συμπέρασμα που συνάγεται είναι ότι η υπό κρίση υπόθεση είναι ευθέως συγκρίσιμη με την υπόθεση για τα φωσφορικά άλατα του ψευδαργύρου. Κατά την άποψή της, το Πρωτοδικείο δεν ανέφερε κανένα διαφορετικό συμπληρωματικό κριτήριο το οποίο να οδηγεί σε διαφορετικό αποτέλεσμα. Επιπλέον, η ADM υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο, στο πλαίσιο ασκήσεως της πλήρους δικαιοδοσίας του, υποχρεούται να μην παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως επιτρέποντας στην Επιτροπή να επιβάλει στην ADM πρόστιμο που εισάγει δυσμενείς διακρίσεις, ενώ άλλες επιχειρήσεις δεν τυγχάνουν της μεταχειρίσεως αυτής. Τέλος, έστω και αν το Πρωτοδικείο εντόπισε ένα κρίσιμο πρόσθετο κριτήριο, το οποίο δικαιολογεί στη συγκεκριμένη περίπτωση την επιβολή υψηλότερου προστίμου, εντούτοις δεν το κατέστησε γνωστό με την απαιτούμενη ακρίβεια. Ως προς το σημείο αυτό, η αιτιολογία είναι ανεπαρκής, δεδομένου ότι παραπέμπει απλώς σε όλα τα κριτήρια που παρέθεσε η Επιτροπή στην απόφασή της.
114. Η Επιτροπή αντιτάσσει ότι το Πρωτοδικείο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο. Ειδικότερα, η Επιτροπή επισημαίνει ότι η αναιρεσείουσα παρέλειψε να αποδείξει ενώπιον του Πρωτοδικείου κατά πόσον η συγκεκριμένη υπόθεση είναι in concreto συγκρίσιμη με την υπόθεση για τα φωσφορικά άλατα του ψευδαργύρου και σε τι έγκειται ακριβώς η διαφορετική μεταχείριση.
2. Νομική εκτίμηση
115. Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως αποτελεί γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου η οποία, ως εκ τούτου, πρέπει να τηρείται και στο πλαίσιο διαδικασίας που κινείται βάσει του άρθρου 81 ΕΚ.
116. Κατά πάγια νομολογία, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, ήτοι της απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων, επιτάσσει να μην υπόκεινται όμοιες καταστάσεις σε διαφορετική μεταχείριση ούτε διαφορετικές καταστάσεις σε όμοια μεταχείριση, εκτός και αν η διαφοροποίηση δικαιολογείται αντικειμενικώς (84).
117. Συνεπώς, στον βαθμό που η αναιρεσείουσα επικαλείται, σε σχέση με την προσβολή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, την περίπτωση μιας άλλης συμπράξεως και τη σχετική απόφαση της Επιτροπής, πρέπει να τονιστεί ότι, όπως έπραξε κατά τα λοιπά και το Πρωτοδικείο με τις σκέψεις 108 έως 112 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η πρακτική της Επιτροπής κατά τη λήψη των αποφάσεών της δεν μπορεί να χρησιμεύσει ως νομικό πλαίσιο για τα πρόστιμα στον τομέα του ανταγωνισμού και ότι αποφάσεις σχετικά με άλλες υποθέσεις έχουν μόνον ενδεικτικό χαρακτήρα όσον αφορά την ενδεχόμενη ύπαρξη δυσμενών διακρίσεων, δεδομένου ότι είναι ελάχιστα πιθανό να είναι πανομοιότυπες οι ιδιαίτερες περιστάσεις των υποθέσεων εκείνων, όπως είναι οι οικείες αγορές, τα οικεία προϊόντα, οι οικείες επιχειρήσεις και οι οικείες περίοδοι (85).
118. Υπό τις περιστάσεις αυτές, εναπέκειτο στην αναιρεσείουσα να αποδείξει ενώπιον του Πρωτοδικείου τους λόγους για τους οποίους φρονεί ότι η περίπτωση που επικαλείται αποτελεί πράγματι παρεμφερή κατάσταση κατά την έννοια της προπαρατεθείσας νομολογίας.
119. Η παράθεση από το Πρωτοδικείο των ισχυρισμών της αναιρεσείουσας, κατά της οποίας δεν βάλλει η αναιρεσείουσα, διαλαμβάνει τα εξής: «[μ]ολονότι οι δύο αυτές υποθέσεις είναι εν μέρει σύγχρονες και είναι παρεμφερείς όχι μόνον ως προς το μέγεθος των ειδικών αγορών, αλλά και ως προς τη σοβαρότητα και τη διάρκεια της παραβάσεως, η Επιτροπή έλαβε υπόψη το περιορισμένο μέγεθος της αγοράς του φωσφορικού ψευδαργύρου στην Ευρώπη και καθόρισε, στην υπόθεση αυτή, το συνολικό πρόστιμο στα 11,95 εκατομμύρια ευρώ (ή στο 75 % του συνολικού ύψους των πωλήσεων του επίμαχου προϊόντος) έναντι συνολικού προστίμου 40 εκατομμυρίων ευρώ στην υπόθεση του γλυκονικού νατρίου (που αντιπροσωπεύει άνω του 200 % των πωλήσεων του επίμαχου προϊόντος εντός του ΕΟΧ). Επιπλέον, η ADM παρατηρεί ότι, στην υπόθεση που αποκαλείται “Φωσφορικά άλατα του ψευδαργύρου”, το βασικό ποσόν είχε καθοριστεί στα 3 εκατομμύρια ευρώ για τις επιχειρήσεις που κατείχαν μερίδιο αγοράς άνω του 20 % και στα 0,75 εκατομμύρια ευρώ για την επιχείρηση που κατείχε πολύ κατώτερο μερίδιο αγοράς. Η ADM υπενθυμίζει όμως ότι, στην περίπτωση του γλυκονικού νατρίου, η Επιτροπή καθόρισε το αρχικό ποσό για τον υπολογισμό του προστίμου στα 10 εκατομμύρια ευρώ για τις επιχειρήσεις των οποίων το μερίδιο αγοράς ήταν μεγαλύτερο του 20 % και στα 5 εκατομμύρια ευρώ για τις επιχειρήσεις που είχαν σαφώς μικρότερο μερίδιο αγοράς» (86).
120. Επί των ανωτέρω το Πρωτοδικείο απάντησε μεταξύ άλλων με τις αναιρεσιβαλλόμενες σκέψεις του 113 και 114 τα εξής:
«113 Εν προκειμένω όμως, επιβάλλεται η διαπίστωση, prima facie, ότι οι περιστάσεις της συμπράξεως που αποτελεί αντικείμενο της Αποφάσεως διαφέρουν από τις περιστάσεις που αποτελούσαν το αντικείμενο της αποφάσεως που αποκαλείται “Φωσφορικά άλατα του ψευδαργύρου„. Συγκεκριμένα, η σύμπραξη στην αγορά των φωσφορικών αλάτων ψευδαργύρου εκτεινόταν μόνο στο έδαφος του ΕΟΧ, ενώ η σύμπραξη του γλυκονικού νατρίου ήταν παγκόσμια. Επιπλέον, αντίθετα προς την υπό κρίση περίπτωση, στη σύμπραξη στην αγορά των φωσφορικών αλάτων ψευδαργύρου μετείχαν μόνον επιχειρήσεις σχετικά περιορισμένου μεγέθους. Έτσι, οι παγκόσμιοι κύκλοι εργασιών των εμπλεκομένων επιχειρήσεων στην απόφαση που αποκαλείται “Φωσφορικά άλατα του ψευδαργύρου„ ανέρχονταν, για το 2000, σε ποσά που κυμαίνονταν από 7,09 έως και 278,8 εκατομμύρια ευρώ, ενώ στην υπό κρίση υπόθεση οι παγκόσμιοι κύκλοι εργασιών των εμπλεκομένων επιχειρήσεων για το 2000 ανέρχονται σε ποσά που κυμαίνονταν μεταξύ των 314 εκατομμυρίων και των 14,003 δισεκατομμυρίων ευρώ, εκ των οποίων τα 13,936 δισεκατομμύρια ευρώ αντιστοιχούν στην ADM.
114 Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν υποτεθεί ότι όλες οι κρίσιμες περιστάσεις για τον καθορισμό του κατάλληλου ύψους του προστίμου της υποθέσεως που αποτελεί αντικείμενο της αποφάσεως η οποία αποκαλείται “Φωσφορικά άλατα του ψευδαργύρου„ μπορούν να θεωρηθούν παρεμφερείς με τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, το Πρωτοδικείο θεωρεί, βάσει της εξουσίας του πλήρους δικαιοδοσίας, ότι το βασικό ποσόν που καθόρισε η Επιτροπή για την παράβαση που διέπραξε η ADM στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι κατάλληλο, λαμβανομένων υπόψη, αφενός, του συνόλου των στοιχείων που προέβαλε η Επιτροπή με την Απόφαση και, αφετέρου, της διατυπωθείσας στην παρούσα απόφαση εκτιμήσεως ορισμένων από τα στοιχεία αυτά.»
121. Με την πρώτη από τις δύο αυτές σκέψεις το Πρωτοδικείο απάντησε επαρκώς κατά νόμο σε όλα τα επιχειρήματα που προέβαλε η ADM. Πέραν τούτου, στη συγκεκριμένη υπόθεση επιβάλλεται η παρατήρηση ότι η αναιρεσείουσα –όπως προκύπτει από την παράθεση των ισχυρισμών της στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση– δεν απέδειξε με μεγαλύτερη ακρίβεια από ποιας απόψεως μπορούν in concreto να συγκριθούν τα μεγέθη των οικείων αγορών καθώς και της σοβαρότητας και της διάρκειας της παραβάσεως.
122. Τέλος, επιβάλλεται η παρατήρηση, σε σχέση με την εκτίμηση του Πρωτοδικείου στη δεύτερη από τις δυο αυτές σκέψεις, ότι δεν απόκειται στο Δικαστήριο να υποκαταστήσει, για λόγους επιεικείας, το Πρωτοδικείο, στην εκτίμηση στην οποία αυτό προέβη στο πλαίσιο ασκήσεως της πλήρους δικαιοδοσίας του σχετικά με το ύψος των επιβληθέντων προστίμων (87).
123. Τέλος, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι είναι αλυσιτελής η επίκληση από την αναιρεσείουσα της αποφάσεως Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής (88). Στο πλαίσιο αυτού του επιχειρήματος, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι η Επιτροπή παραβιάζει τις κατευθυντήριες γραμμές όταν αποκλίνει από αυτές χωρίς αιτιολογία. Η αναιρεσείουσα δεν διευκρινίζει ποια σχέση έχει η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως με την υπόθεση για τα φωσφορικά άλατα του ψευδαργύρου.
124. Βάσει των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει αυτόν τον λόγο αναιρέσεως ως αβάσιμο.
Δ – Πλάνη περί το δίκαιο κατά τον προσδιορισμό των επιπτώσεων της συμπράξεως στην αγορά (πέμπτος, έκτος και έβδομος λόγος αναιρέσεως)
1. Εισαγωγικές παρατηρήσεις
125. Για τον υπολογισμό του βασικού ποσού, το σημείο 1, Α, των κατευθυντήριων γραμμών του 1998 διακρίνει τις παραβάσεις σε τρεις κατηγορίες ανάλογα με τη σοβαρότητά τους, σε κάθε δε κατηγορία αντιστοιχούν διαφορετικά ποσά βάσει των οποίων υπολογίζονται τα πρόστιμα: οι παραβάσεις διακρίνονται σε «ελαφρές», «σοβαρές» και «πολύ σοβαρές». Η ταξινόμηση στηρίζεται σε πλειάδα κριτηρίων μεταξύ των οποίων είναι και ο «πραγματικός αντίκτυπος [της παραβάσεως] επί της αγοράς, εφόσον αυτός είναι δυνατό να εκτιμηθεί».
126. Στη συνάφεια αυτή, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο σε σχέση με την αξιολόγηση του αντικτύπου της συμπράξεως επί της αγοράς. Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι συντρέχει προσβολή της αρχής της αυτοδεσμεύσεως, ότι το Πρωτοδικείο δεν απάντησε στο ερώτημα περί του αντικτύπου της συμπράξεως σε περίπτωση τροποποιημένου ορισμού της αγοράς καθώς και στο κατά πόσον είναι απαράδεκτη η αντιστροφή του βάρους αποδείξεως.
127. Δεδομένου ότι αυτοί οι τρεις λόγοι αναιρέσεως συμπίπτουν σε μεγάλο βαθμό, πρέπει να εξεταστούν από κοινού.
128. Κοινή αφετηρία αυτών των λόγων αναιρέσεως είναι το γεγονός ότι η ADM φρονεί ότι είναι υπέρμετρα συσταλτικός ο ορισμός που δίδει η Επιτροπή στην έννοια της αγοράς του οικείου προϊόντος και θεωρεί εσφαλμένα τα συμπεράσματα στα οποία αυτή καταλήγει συναφώς σε σχέση με τον συγκεκριμένο αντίκτυπο επί της αγοράς. Η Επιτροπή όρισε την αγορά του οικείου προϊόντος ως «την αγορά του γλυκονικού νατρίου υπό στερεά και υγρή μορφή και του βασικού προϊόντος του, ήτοι του γλυκονικού οξέως» (89).
129. Απαντώντας σε επιχειρήματα που προέβαλε η ADM κατά τη διοικητική διαδικασία, η Επιτροπή δέχθηκε ότι υπήρχαν ορισμένα προϊόντα μερικής υποκαταστάσεως για το γλυκονικό νάτριο, ανάλογα με τη χρήση του προϊόντος αυτού, αλλά θεώρησε ότι τίποτα δεν αποδείκνυε ότι τα προϊόντα αυτά ασκούσαν πραγματική πίεση στις τιμές του γλυκονικού νατρίου. Θεώρησε αντιθέτως ότι πολλά στοιχεία αντέκρουσαν τη θέση που προέβαλε η ADM. Έτσι, υποστήριξε ότι δεν υπήρχαν προϊόντα πλήρους υποκαταστάσεως για το γλυκονικό νάτριο και ότι, δεδομένου ότι το προϊόν αυτό είναι πιο φιλικό στο περιβάλλον, ορισμένοι χρήστες το προτιμούν σε σχέση με δυνητικά υποκατάστατα αυτού. Επιπλέον, η Επιτροπή θεώρησε ότι η άποψη αυτή επιβεβαιωνόταν, αφενός, από τις απαντήσεις που έδωσαν ορισμένοι πελάτες των μελών της συμπράξεως και, αφετέρου, από την ίδια την ύπαρξη της συμπράξεως, η οποία περιοριζόταν στο γλυκονικό νάτριο και αποτελούσε έτσι, κατά τη γνώμη της, ένδειξη για το ότι και τα μέλη θεωρούσαν ότι η αγορά περιοριζόταν στο γλυκονικό νάτριο (90).
2. Επιχειρήματα των διαδίκων
130. Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο κακώς απέρριψε με τη σκέψη 238 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως την αιτίαση περί εσφαλμένου ορισμού της οικείας αγοράς.
131. Παραπέμποντας στις σκέψεις 226 έως 239 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο παραβίασε την αρχή βάση της οποίας η Επιτροπής πρέπει να τηρεί τους κανόνες –εν προκειμένω τις κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των προστίμων– που η ίδια επιβάλλει στη δράση της. Στο πλαίσιο του ελέγχου του αντικτύπου μιας συμπράξεως στην οικεία αγορά, ο ορθός ορισμός της αγοράς του οικείου προϊόντος αποτελεί αναγκαία αφετηρία του ελέγχου αυτού. Όταν, όπως εν προκειμένω, η αγορά του οικείου προϊόντος ορίζεται κατά τρόπο υπερβολικά συσταλτικό, τότε οι εκτιμήσεις που στηρίζονται στον ορισμό αυτόν σχετικά με τον αντίκτυπο της συμπράξεως είναι ως εκ τούτου, επίσης εσφαλμένες. Κατά την αναιρεσείουσα, η Επιτροπή όρισε κατά τρόπο εσφαλμένο την οικεία αγορά, πράγμα το οποίο είχε ως συνέπεια την εσφαλμένη αξιολόγηση του αντικτύπου επί της αγοράς. Κατά την αναιρεσείουσα, δεδομένου ότι το γλυκονικό νάτριο αποτελεί μόνο μία μεταξύ πολλών χηλικών ουσιών –αποτελεί μόνον το 20 % των συναφών χηλικών ουσιών και, ως εκ τούτου, μπορεί εύκολα να αντικατασταθεί–, η σύμπραξη δεν είχε στην αγορά τον αντίκτυπο που της προσδίδεται.
132. Κατά την άποψή της, στους σχετικούς ισχυρισμούς της ADM το Πρωτοδικείο απάντησε εσφαλμένα, από νομικής απόψεως, ότι εναπέκειτο στην ADM να αποδείξει ότι η οικεία αγορά έπρεπε να οριστεί διαφορετικά απ’ ό,τι έπραξε η Επιτροπή. Συναφώς, η ADM υποστηρίζει ότι, αντιθέτως, είναι καθήκον της Επιτροπής να αποδεικνύει τον αντίκτυπο της συμπράξεως στην οικεία αγορά, πράγμα το οποίο βάσει των κατευθυντήριων γραμμών περιλαμβάνει τον ορισμό της αγοράς του οικείου προϊόντος. Εφόσον δεν υπάρχει τέτοιος ορισμός, το βάρος αποδείξεως δεν μπορεί να επιρριφθεί στον αντίδικο, ήτοι στην ADM.
133. Δεύτερον, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει –επικαλούμενη τις σκέψεις 234 και 236 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως– ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, δεδομένου ότι δεν απάντησε στον ισχυρισμό της ADM ότι από το αποδεικτικό υλικό συναγόταν ότι, αν χρησιμοποιούνταν ο ευρύς ορισμός της αγοράς, η σύμπραξη δεν θα είχε συγκεκριμένο αντίκτυπο στην αγορά.
134. Με το δικόγραφο της προσφυγής της ενώπιον του Πρωτοδικείου, η ADM απέδειξε, μεταξύ άλλων με πίνακες, ότι το γλυκονικό νάτριο αποτελεί μόνον το 20 % των οικείων χηλικών ουσιών. Τούτο αποτελεί ισχυρό επιχείρημα υπέρ της απόψεως της ADM ότι η σύμπραξη ήταν αναποτελεσματική ως προς τον έλεγχο των τιμών. Η ADM απέδειξε ότι η εξέλιξη των τιμών των υποκατάστατων των χηλικών ουσιών πριν, κατά τη διάρκεια και μετά τη σύμπραξη είχε στενή σχέση με την εξέλιξη της τιμής του γλυκονικού νατρίου. Αυτά τα αποδεικτικά στοιχεία καταδεικνύουν, πέραν αμφιβολίας, ότι άλλοι ήσαν οι παράγοντες για τις διακυμάνσεις των τιμών και όχι η σύμπραξη.
135. Τρίτον, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει –επικαλούμενη τις σκέψεις 230, 234 και 236 έως 237 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως– ότι το Πρωτοδικείο αντέστρεψε το βάρος αποδείξεως υποχρεώνοντας την ADM να αποδείξει ότι οι τιμές θα παρέμεναν αμετάβλητες έστω και χωρίς τη σύμπραξη.
136. Με τις σκέψεις 177 και 184 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο απάντησε στο επιχείρημα της ADM ότι η Επιτροπή έπρεπε να αποδείξει με ποιον τρόπο θα εξελίσσονταν οι τιμές χωρίς τη σύμπραξη, συγκεκριμένα δε ότι θα ήσαν υψηλότερες λόγω της συμπράξεως απ’ ό,τι θα ήσαν χωρίς τη σύμπραξη, ότι η απόδειξη αυτή είναι αδύνατη. Εντούτοις, το Πρωτοδικείο υποχρέωσε με τη σκέψη 237 την ADM να πράξει αυτό ακριβώς προκειμένου να αποδείξει ότι η σύμπραξη δεν είχε αντίκτυπο. Η ADM υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο αντέστρεψε, παρά τον νόμο, το βάρος αποδείξεως. Κατά την άποψή της, οι κατευθυντήριες γραμμές υποχρεώνουν την Επιτροπή να αποδεικνύει τον αντίκτυπο των συμπράξεων επί της αγοράς. Αντιθέτως, δεν προβλέπουν ότι η ADM πρέπει να αποδείξει ότι δεν υπήρξε αντίκτυπος.
137. Η Επιτροπή φρονεί ότι η αιτίαση αυτή της ADM είναι αβάσιμη και στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Όπως τόνισε το Πρωτοδικείο με τη σκέψη 229 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το ζήτημα του ορισμού της οικείας αγοράς δεν τίθεται εν προκειμένω σε σχέση με τη διαπίστωση της υπάρξεως παραβάσεως, αλλά σε σχέση με την αξιολόγηση της σοβαρότητας της παραβάσεως. Κατά την άποψή της, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι η ADM δεν απέδειξε, πρωτοδίκως, ότι ο πραγματικός αντίκτυπος στην οικεία αγορά θα έπρεπε να αξιολογηθεί διαφορετικά αν λαμβανόταν υπόψη ένας διαφορετικός ορισμός της οικείας αγοράς. Κατά την Επιτροπή, η ADM απαιτεί από το Δικαστήριο να εξετάσει κατ’ αναίρεση ένα πραγματικό ζήτημα, πράγμα που η ίδια παρέλειψε να πράξει πρωτοδίκως.
3. Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
138. Με τις σκέψεις 228 έως 237 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο εξετάζει την αιτίαση της ADM ότι η Επιτροπή όρισε κατά τρόπο υπερβολικά συσταλτικό και, ως εκ τούτου, εσφαλμένο την αγορά του οικείου προϊόντος αποκλείοντας τα υποκατάστατα του γλυκονικού νατρίου.
139. Συναφώς, το Πρωτοδικείο επισημαίνει ευθύς εξαρχής ότι η ADM δεν προέβαλε την αιτίαση περί εσφαλμένου ορισμού της αγοράς του οικείου προϊόντος προκειμένου να αποδείξει ότι η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 81, παράγραφος 1, ΕΚ. Πάντως, η ADM δεν αμφισβήτησε το ότι η συμμετοχή της στη σύμπραξή στο πλαίσιο της αγοράς γλυκονικού νατρίου αποτελεί παράβαση κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως (91).
140. Περαιτέρω, το Πρωτοδικείο διαλαμβάνει ότι το ζήτημα εν προκειμένω έγκειται στην αιτίαση ότι η Επιτροπή επέβαλε στην ADM ένα υπερβολικά υψηλό πρόστιμο, μεταξύ δε άλλων για τον λόγο ότι έκρινε ότι υπήρξε πραγματικός αντίκτυπος της συμπράξεως επί της οικείας αγοράς και έλαβε τούτο υπόψη της κατά τον υπολογισμό του ύψους του προστίμου. Ωστόσο, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η επιχειρηματολογία αυτή μπορεί να γίνει δεκτή μόνον αν η ADM αποδείξει ότι, αν η Επιτροπή είχε ορίσει διαφορετικά την επίμαχη αγορά προϊόντων, θα έπρεπε να διαπιστώσει ότι η παράβαση δεν είχε πραγματικό αντίκτυπο στην αγορά η οποία ορίστηκε ως η αγορά του γλυκονικού νατρίου και των υποκατάστατών του (92).
141. Το Πρωτοδικείο διευκρινίζει συναφώς ότι, σύμφωνα με το σημείο 1, Α, παράγραφος 1, των κατευθυντήριων γραμμών του 1998, κατά τον έλεγχο του αντικτύπου μιας συμπράξεως επί της οικείας αγοράς απαιτείται η διατύπωση ορισμένων υποθετικών συλλογισμών, ιδίως προκειμένου να εξεταστεί ποια θα ήταν η τιμή του οικείου προϊόντος αν δεν υπήρχε σύμπραξη (93). Ειδικότερα, η Επιτροπή –καθώς και ο αντίδικος σε περίπτωση αμφισβητήσεως (94)– πρέπει να εξετάζει ποια θα ήταν η τιμή του επίμαχου προϊόντος αν δεν υπήρχε σύμπραξη, πράγμα το οποίο συνδέεται με διάφορους αστάθμητους παράγοντες των οποίων η αξιολόγηση στηρίζεται σε αρκούντως εύλογες πιθανότητες, οι οποίες ωστόσο δεν μπορούν να εκφραστούν ποσοτικά με ακρίβεια (95).
142. Ωστόσο, κατά το Πρωτοδικείο, η ADM ουδόλως προσπάθησε να αντικρούσει την ανάλυση της αποφάσεως της Επιτροπής όσον αφορά την αγορά του γλυκονικού νατρίου, παρέχοντας έστω και στοιχειώδη σύγκριση μεταξύ του επιπέδου των τιμών που είχαν πράγματι εφαρμοστεί, κατά την περίοδο της συμπράξεως, στην ευρύτερη αγορά των χηλικών ουσιών με το επίπεδο το οποίο, κατά πάσα πιθανότητα, θα είχε επικρατήσει στην ίδια αυτή ευρύτερη αγορά αν δεν υπήρχε σύμπραξη για το γλυκονικό νάτριο (96).
4. Νομική εκτίμηση
143. Από τους τρεις προβληθέντες εν προκειμένω λόγους αναιρέσεως, θα εξετάσω πρώτα τον τελευταίο, δεδομένου ότι φρονώ ότι η διευκρίνιση του ζητήματος του «βάρους αποδείξεως» δίδει απάντηση και στους δύο άλλους λόγους αναιρέσεως που αφορούν την προσβολή της αρχής της αυτοδεσμεύσεως καθώς και την παράλειψη απαντήσεως στο ζήτημα του αντικτύπου σε περίπτωση τροποποιημένου ορισμού της εννοίας της αγοράς.
144. Φρονώ ότι η χρήση του όρου «βάρος αποδείξεως» στο σημείο αυτό είναι ανεπαρκής και ταυτόχρονα παραπλανητική, τούτο δε διότι το ζήτημα που τίθεται εν προκειμένω αφορά πρωτίστως τις δικονομικές υποχρεώσεις των διαδίκων που φέρουν το βάρος επικλήσεως και αποδείξεως των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών. Με τούτο νοείται η εκάστοτε υποχρέωση των διαδίκων να επικαλεστούν και να αποδείξουν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν τους ισχυρισμούς τους. Κάθε διάδικος θα πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει τα πραγματικά περιστατικά που συνηγορούν υπέρ των ισχυρισμών του, οι δε ισχυρισμοί του ενός διαδίκου θέτουν το κριτήριο για τον έλεγχο των αντίθετων ισχυρισμών του ετέρου διαδίκου.
145. Τούτο in concreto σημαίνει ότι ένας εμπεριστατωμένος ισχυρισμός της Επιτροπής μπορεί να αποδυναμωθεί μόνον από έναν εξίσου τουλάχιστον τεκμηριωμένο ισχυρισμό του αντιδίκου. Μόνον όταν αμφότερες οι πλευρές προβάλλουν βάσιμη και πειστική επιχειρηματολογία και καταλήγουν σε διαφορετικά συμπεράσματα, έχουν πράγματι σημασία οι κανόνες περί του βάρους αποδείξεως (97).
146. Εν προκειμένω, η Επιτροπή έθεσε ως αφετηρία της για την αξιολόγηση της σοβαρότητας της παραβάσεως, προκειμένου να υπολογίσει το ύψος του προστίμου, έναν ορισμό της αγοράς του οικείου προϊόντος.
147. Είναι προφανές ότι το Πρωτοδικείο έκρινε, βάσει των προαναφερθεισών αρχών που διέπουν την κατανομή του βάρους επικλήσεως των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών, ότι ο ορισμός αυτός ήταν βάσιμος, το δε Πρωτοδικείο στηρίχθηκε στην προσέγγιση αυτή προκειμένου να προβεί στη δική του περαιτέρω εκτίμηση. Τούτο δεν συνιστά πλάνη περί το δίκαιο.
148. Το Πρωτοδικείο διευκρίνισε με τις αναπτύξεις του ότι δεν αρκεί η ADM να ισχυρίζεται μόνον και, εφόσον παρίσταται ανάγκη, να αποδεικνύει ότι ο ορισμός της αγοράς που λαμβάνεται υπόψη είναι εσφαλμένος, αλλά πρέπει επίσης να αποδεικνύει κατά πόσον ο εσφαλμένος αυτός ορισμός είχε ως συνέπεια μία σημαντικά διαφορετική αξιολόγηση της σοβαρότητας της παραβάσεως. Ως εκ τούτου, το Πρωτοδικείο φρονεί εμμέσως πλην σαφώς ότι δεν είναι αυτονόητο ότι –όπως υποστηρίζει η ADM– τυχόν εσφαλμένος ορισμός της οικείας αγοράς σε μία υπόθεση όπως η υπό κρίση έχει ως συνέπεια τη διατύπωση εσφαλμένων εκτιμήσεων σχετικά με τον αντίκτυπο της συμπράξεως. Από μεθοδολογικής απόψεως, τούτο σημαίνει ότι το Πρωτοδικείο επιβάλλει στον διάδικο, ο οποίος προτίθεται να ανατρέψει την εκτίμηση της Επιτροπής, ήτοι εν προκειμένω στην ADM, να ακολουθεί και να επικαλείται τα ίδια στάδια ελέγχου με αυτά τα οποία υποχρεούται να τηρεί και η Επιτροπή όταν διατυπώνει τη δική της εκτίμηση.
149. Συνεπώς, το Πρωτοδικείο απαίτησε κατ’ αποτέλεσμα από την αναιρεσείουσα να προβάλει τις απόψεις της με εξίσου τουλάχιστον τεκμηριωμένους ισχυρισμούς. Αν η ADM προτίθεται να στραφεί επιτυχώς κατά των ισχυρισμών της Επιτροπής, τους οποίους το Πρωτοδικείο έκρινε ότι είναι προφανώς βάσιμοι, καθώς και κατά των προφανώς εξίσου βάσιμων διαπιστώσεων της επίδικης αποφάσεως, τότε μπορεί να πράξει τούτο κατά νόμο μόνο στηριζόμενη σε εξίσου βάσιμους και τεκμηριωμένους ισχυρισμούς. Υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, οι ισχυρισμοί αυτοί δεν αφορούν μόνον τον ορισμό της αγοράς που τέθηκε ως αφετηρία, αλλά και όλες τις περαιτέρω εκτιμήσεις στις οποίες προέβη η Επιτροπή.
150. Με τις εκφράσεις «δεν είχε πραγματικό αντίκτυπο», «ανύπαρκτος» και «αμελητέος», το Πρωτοδικείο διευκρινίζει, στις σκέψεις 230 και 237 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι μόνο στην περίπτωση που η επίμαχη σύμπραξη δεν είχε αντίκτυπο στη, βάσει των ισχυρισμών της ADM, μεγαλύτερη αγορά χηλικών ουσιών, θα είχε επαρκώς αποδειχθεί ότι ήταν εσφαλμένη η εκτίμηση της Επιτροπής σχετικά με τον αντίκτυπο της συμπράξεως επί της οικείας αγοράς. Ως εκ τούτου, οι ισχυρισμοί περί τροποποιημένου ορισμού της εννοίας της αγοράς θα έπρεπε να συνδυάζονται με τον τεκμηριωμένο ισχυρισμό ότι η σύμπραξη δεν είχε αντίκτυπο στην οικεία αγορά, ήτοι ότι στην πράξη παρέμεινε ανεπιτυχής, διότι δεν παρήγαγε αποτελέσματα.
151. Το Πρωτοδικείο φρονεί ότι εναπέκειτο στην ADM να «αποδείξει» τούτο, ήτοι να προβάλει «μία δέσμη συνεκτικών στοιχείων από τις οποίες θα προέκυπτε με εύλογη πιθανότητα» (98), και δη δια της συγκρίσεως των τιμών που ίσχυαν ενόσω υφίστατο η σύμπραξη με τις τιμές που θα είχαν επικρατήσει αν δεν υπήρχε η σύμπραξη (99), το ποιες δε θα ήσαν οι τιμές εάν δεν υφίστατο σύμπραξη θα μπορούσε να διαπιστωθεί, όπως έκρινε το Δικαστήριο με τις σκέψεις 175 έως 178 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, μόνο βάσει υποθετικών συλλογισμών.
152. Συνεπώς, το Πρωτοδικείο κατέδειξε, μέσω της αναλύσεως αυτής, κατά τρόπο βάσιμο και νομικά ορθό, στο πλαίσιο των γενικών αρχών που διέπουν την κατανομή του βάρους επικλήσεως και αποδείξεως των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών, για ποιο λόγο η ADM δεν πέτυχε να ανατρέψει τις επίμαχες εν προκειμένω διαπιστώσεις της Επιτροπής.
153. Ωστόσο, ακόμη και στην περίπτωση που το Δικαστήριο δεν μπορέσει να ακολουθήσει στην απόφασή του την επιχειρηματολογία αυτή του Πρωτοδικείου, και πάλι η απόφαση του Πρωτοδικείου δεν θα μπορούσε να αναιρεθεί. Και τούτο διότι το διατακτικό της αποφάσεως αυτής στηρίζεται και σε άλλους νομικούς λόγους, γεγονός που συνεπάγεται την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως (100). Επικουρικώς, θα ήθελα να πραγματευθώ επιγραμματικά τους λόγους που με οδηγούν στο συμπέρασμα αυτό.
154. Οι εξεταζόμενοι εν προκειμένω τρεις λόγοι αναιρέσεως στηρίζονται σε μία προδήλως αντιφατική επιχειρηματολογία η οποία δεν στηρίζεται στους νόμους της λογικής και στα διδάγματα της κοινής πείρας και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να ανατρέψει τις επίμαχες εν προκειμένω διαπιστώσεις της Επιτροπής. Με άλλη ακριβέστερη διατύπωση: η ADM συνομολογεί μεν ότι επί σειρά ετών υπήρξαν συμφωνίες για τη δημιουργία συμπράξεως, οι οποίες εντούτοις δεν παρήγαγαν αποτελέσματα, δεδομένου ότι μία τέτοια σύμπραξη δεν μπορούσε να επηρεάσει την «ευρύτερη αγορά». Η ορθότητα της επιχειρηματολογίας αυτής δεν στηρίζεται σε κανένα στοιχείο. Πράγματι, σκοπός της συμμετοχής σε συμπεριφορές και συμφωνίες που αντιβαίνουν στον ανταγωνισμό είναι κατά κανόνα η αύξηση στον μέγιστο δυνατό βαθμό των κερδών της επιχειρήσεως (101). Εντούτοις η ADM υποστηρίζει εν προκειμένω ότι επί σειρά ετών δαπανούσε χρόνο, δυνάμεις και χρήματα για μια σύμπραξη που δεν της απέφερε κανένα κέρδος. Ο ισχυρισμός αυτός είναι αφ’ εαυτού του ήκιστα πειστικός. Εν όψει της εγνωσμένης ελλείψεως νομιμότητας των συμπράξεων και των απειλούμενων προστίμων είναι παράδοξο το ότι μία τέτοια σύμπραξη που δεν απέφερε κέρδη διατηρήθηκε επί σειρά ετών (102). Επομένως, αν η επιχειρηματολογία αυτή, περιλαμβανομένης της επιχειρηματολογίας που αφορά τον ορισμό της αγοράς, στερείται οποιασδήποτε πειστικότητας, δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την ανατροπή των διαπιστώσεων της Επιτροπής σε σχέση με τον αντίκτυπο της συμπράξεως στην οικεία αγορά περιλαμβανομένου του ορισμού της αγοράς αυτής.
155. Συνεπώς, ο λόγος αναιρέσεως που αφορά την παραβίαση των κανόνων περί κατανομής του βάρους αποδείξεως πρέπει να απορριφθεί σε κάθε περίπτωση.
156. Από τα ανωτέρω συνάγεται, σε σχέση με την αρχή της αυτοδεσμεύσεως της Επιτροπής από κανόνες που η ίδια θέτει, αρχή τη μη τήρηση της οποίας προσάπτει η ADM στην Επιτροπή, ότι το Πρωτοδικείο δεν υπέπεσε ούτε ως προς το σημείο αυτό σε κάποια πλάνη περί το δίκαιο. Και τούτο διότι δεν εναπέκειτο στην Επιτροπή να προσδιορίσει τον αντίκτυπο της συμπράξεως επί της οριζόμενης από την ADM «ευρύτερης» αγοράς. Ουδείς λόγος συνέτρεχε προς τούτο, δεδομένου ότι η ADM δεν κατόρθωσε να κλονίσει την ορθότητα του ορισμού και της αναλύσεως που πρότεινε η Επιτροπή.
157. Ούτε ο τελευταίος από τους συνεξεταζόμενους εν προκειμένω τρεις λόγους αναιρέσεως, ήτοι ότι το Πρωτοδικείο δεν απάντησε στον ισχυρισμό της ADM ότι από το αποδεικτικό υλικό συνάγεται ότι, λαμβανόμενου υπόψη του ορισμού της ευρύτερης αγοράς, δεν υπήρξε συγκεκριμένος αντίκτυπος της συμπράξεως επί της αγοράς, ευσταθεί.
158. Όπως προελέχθη (103), είναι αυτονόητο ότι βάσει των γενικών κανόνων που διέπουν την κατανομή του βάρους επικλήσεως και αποδείξεως των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών και, ως εκ τούτου, από νομικής απόψεως δεν είναι επιλήψιμο το γεγονός ότι το Πρωτοδικείο απαιτεί από την ADM να κλονίσει την ορθότητα των επίμαχων διαπιστώσεων της Επιτροπής, περιλαμβανομένου του ορισμού της αγοράς που προτείνει, με τεκμηριωμένους ισχυρισμούς ούτως ώστε να ανατρέψει τις διαπιστώσεις της Επιτροπής. Συναφώς, εναπόκειται στο Πρωτοδικείο να εκτιμήσει την αξία των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίζονται ενώπιόν του (104), πράγμα το οποίο συνεπάγεται –πλην της περιπτώσεως της παραμορφώσεως των αποδεικτικών στοιχείων (105), πράγμα που δεν προβάλλεται εν προκειμένω– ότι σημασία έχει η πεποίθηση που σχηματίζει το Πρωτοδικείο. Ως εκ τούτου, δεν είναι επιλήψιμο το γεγονός ότι το Πρωτοδικείο απαιτεί από την ADM να προσκομίσει συγκριτικά στοιχεία σχετικά με το ύψος των τιμών: η σύγκριση αυτή της εξελίξεως των τιμών μετά και άνευ συμπράξεως (106) αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του ελέγχου του αντικτύπου μιας συμπράξεως επί της οικείας αγοράς. Συναφώς, απαιτείται να ακολουθούνται και να εκτίθενται τα ίδια στάδια ελέγχου τα οποία υποχρεούται να τηρεί και η Επιτροπή στο πλαίσιο της δικής της εκτιμήσεως.
159. Βεβαίως, ενδέχεται (107) η αναιρεσείουσα να παρέθεσε (108) κάποιο από αυτά τα επίπεδα τιμών, πλην όμως είναι προφανές ότι τα στοιχεία αυτά δεν αφορούν και τα δύο επίπεδα τιμών. Από τις αναπτύξεις της αναιρεσείουσας ουδόλως συνάγεται ότι προέβαλε ότι διατύπωσε τους αναγκαίους υποθετικούς συλλογισμούς (109) οι οποίοι θα μπορούσαν να καταδείξουν το επίπεδο τιμών το οποίο «κατά πάσα πιθανότητα θα ίσχυε στην ίδια μεγαλύτερη αγορά αν δεν υπήρχε σύμπραξη για το γλυκονικό νάτριο».
160. Με τις σκέψεις 234 και 236 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο τεκμηρίωσε επαρκώς αυτήν την εκτίμησή του και, ως εκ τούτου, δεν υπάρχει πλημμέλεια.
161. Βάσει των ανωτέρω, ο εξεταζόμενος εν προκειμένω λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί καθ’ ολοκληρίαν.
Ε – Πλάνη περί το δίκαιο σε σχέση με τον χρόνο λήξεως της συμπράξεως (όγδοος, ένατος, δέκατος και ενδέκατος λόγος αναιρέσεως)
1. Εισαγωγικές παρατηρήσεις
162. Κατά το άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17, η διάρκεια της παραβάσεως κάθε επιμέρους επιχειρήσεως που μετέχει στη σύμπραξη λαμβάνεται υπόψη κατά τον υπολογισμό του ύψους του προστίμου, και δη υπό τη μορφή αυξήσεως όπως επιτάσσει το σημείο 1, Β, των κατευθυντήριων γραμμών του 1998 (110).
163. Επί των τεσσάρων λόγων αναιρέσεως που προβάλλει σε σχέση με το ζήτημα της ημερομηνίας της λήξεως της συμπράξεως η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο, επικυρώνοντας τη διαπίστωση της Επιτροπής ότι η ADM μετείχε στη σύμπραξη τρία έτη και έντεκα μήνες, ήτοι από τον Ιούνιο του 1991 έως τον Ιούνιο του 1995, πράγμα που είχε ως συνέπεια να αυξηθεί το πρόστιμο κατά 35 % λόγω της διάρκειας της παραβάσεως, υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο. Αντιθέτως, το ορθόν είναι, κατά την αναιρεσείουσα, ότι μετέσχε στη σύμπραξη για τρία έτη και τέσσερις μήνες, ήτοι από τον Οκτώβριο/Νοέμβριο του 1991 έως τις 4 Οκτωβρίου 1994 (111). Συνεπώς, το πρόστιμο πρέπει να μειωθεί.
164. Συγκεκριμένα, η αναιρεσείουσα προέβαλε ενώπιον του Πρωτοδικείου ότι η διαπίστωση της Επιτροπής ότι η παράβαση διήρκεσε μέχρι τον Ιούνιο του 1995 στηρίζεται σε εσφαλμένες εκτιμήσεις. Κατά την αναιρεσείουσα, η ίδια έθεσε τέρμα στη συμμετοχή της στη σύμπραξη κατά τη σύσκεψη της 4ης Οκτωβρίου 1994 στο Λονδίνο και, αφετέρου, ότι η σύσκεψη που πραγματοποιήθηκε μεταξύ 3 και 5 Ιουνίου 1995 στο Anaheim (Καλιφόρνια) δεν μπορεί να θεωρηθεί εξακολούθηση της παραβάσεως (112).
165. Η αναιρεσείουσα βάλλει κατά της αντίστοιχης εκτιμήσεως του Πρωτοδικείου προβάλλοντας τέσσερις λόγους αναιρέσεως: παράβαση του άρθρου 81 ΕΚ λόγω εσφαλμένης εφαρμογής των κανόνων σχετικά με τη λήξη της συμμετοχής σε σύμπραξη, παραμόρφωση των αποδεικτικών στοιχείων σε σχέση με την ημερομηνία αποχωρήσεως της ADM, παράβαση του άρθρου 81 ΕΚ σε σχέση με τη σύσκεψη στο Anaheim, καθώς και παραμόρφωση των αποδεικτικών στοιχείων σε σχέση με το σημείωμα που αποδίδεται στη Roquette.
166. Πριν εξετάσω έναν προς έναν αυτούς τους λόγους αναιρέσεως, πρέπει και πάλι να διατυπώσω ορισμένες εισαγωγικές παρατηρήσεις σχετικά με το δικονομικό ζήτημα της κατανομής του βάρους επικλήσεως και αποδείξεως των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών, δεδομένου ότι βρισκόμαστε εν προκειμένω ενώπιον ενός ζητήματος το οποίο, εν μέρει, διαφέρει από αυτό που εξέτασα ανωτέρω (113).
167. Βεβαίως, και οι εξεταζόμενοι εν προκειμένω λόγοι αναιρέσεως αφορούν, σε τελική ανάλυση, τον καθορισμό του ύψους του προστίμου. Οσάκις εφαρμόζεται αυτό το κριτήριο για τον καθορισμό του ύψους του προστίμου, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη της διαπιστώσεις στις οποίες προέβη σε σχέση με την ύπαρξη παραβάσεων των κανόνων του ανταγωνισμού.
168. Στον βαθμό που ερίζεται το ζήτημα της διάρκειας της συμπράξεως, ήτοι της συμμετοχής επιμέρους επιχειρήσεων στη σύμπραξη, όπως εν προκειμένω, απόκειται στην Επιτροπή να αποδείξει τις χρονικές περιόδους για τις οποίες διαπίστωσε με την επίμαχη απόφασή της ότι υπήρχε σύμπραξη (114). Πράγματι, σε περίπτωση διαφοράς ως προς την ύπαρξη παραβάσεως των κανόνων ανταγωνισμού, εναπόκειται στην Επιτροπή να αποδείξει τις παραβάσεις που διαπιστώνει και να προσκομίσει τα αποδεικτικά στοιχεία που μπορούν να αποδείξουν, επαρκώς κατά νόμον, την ύπαρξη των περιστατικών που στοιχειοθετούν την παράβαση (115).
169. Στη συνάφεια αυτή, δεν είναι σπάνιο η ύπαρξη συμπεριφορών ή συμφωνιών αντίθετων προς τους κανόνες του ανταγωνισμού να μπορεί να συναχθεί από μία μόνο σειρά συμπτώσεων και ενδείξεων, οι οποίες, συνολικά θεωρούμενες, μπορούν να αποτελέσουν, ελλείψει άλλης εύλογης εξηγήσεως, απόδειξη περί της υπάρξεως παραβάσεως των κανόνων του ανταγωνισμού (116).
170. Σε περίπτωση που αποδεικνύεται βάσει των ανωτέρω η συμμετοχή ορισμένων επιχειρήσεων σε συσκέψεις με προφανώς αντίθετο προς τον ανταγωνισμό χαρακτήρα, ο κανόνας που ισχύει στο δίκαιο της αποδείξεως είναι ότι απόκειται στην εμπλεκόμενη επιχείρηση να προσκομίσει στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι δεν μετέσχε στις εν λόγω συσκέψεις εμφορούμενη από αντίθετες προς τον ανταγωνισμό προθέσεις και ότι είχε δηλώσει στους ανταγωνιστές της ότι μετέχει στις συσκέψεις αυτές με πρόθεση διαφορετική από τη δική τους (117). Δεν αποτελεί βάσιμο αμυντικό ισχυρισμό το γεγονός ότι μια επιχείρηση αποχώρησε σιωπηρώς, ήτοι χωρίς να το δημοσιοποιήσει, από μία σύμπραξη (118).
171. Εντούτοις, οι ανωτέρω διευκρινίσεις σχετικά με το ζήτημα του βάρους αποδείξεως δεν πρέπει να επισκιάσουν το θιγέν ανωτέρω (119) ζήτημα του βάρους επικλήσεως και αποδείξεως των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών. Και τούτο διότι ακόμη και στην περίπτωση που η Επιτροπή φέρει το βάρος αποδείξεως των διαπιστώσεων στις οποίες προέβη με την επίμαχη απόφασή της, ωστόσο εναπόκειται στον προσφεύγοντα –που είναι εν προκειμένω η ADM– να επικαλεστεί περιστάσεις και ενδείξεις που μπορούν να εγείρουν επιφυλάξεις ως προς την ορθότητα των διαπιστώσεων στις οποίες στηρίχθηκε η προσβαλλόμενη πράξη της (120), η δε βασιμότητα των διαπιστώσεων της Επιτροπής αποτελεί το μέτρο του βάθους και της ακρίβειας που πρέπει να έχουν οι ισχυρισμοί που θα προβληθούν κατ’ αυτών.
172. Κατ’ αρχήν, η εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών στοιχείων απόκειται στο Πρωτοδικείο (121), πράγμα το οποίο, όπως είναι λογικό, περιλαμβάνει την εκτίμηση της αποδεικτικής δύναμης των προβληθέντων επιχειρημάτων, στο πλαίσιο δε της αναιρετικής διαδικασίας η εκτίμηση αυτή μπορεί να προσβληθεί σε άκρως περιορισμένο βαθμό, ιδίως μόνο στην περίπτωση που υπάρχει παραμόρφωση των αποδεικτικών στοιχείων (122).
2. Παράβαση του άρθρου 81 ΕΚ λόγω εσφαλμένης εφαρμογής των κανόνων που διέπουν τον τερματισμό της συμμετοχής σε σύμπραξη
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
173. Η αναιρεσείουσα προβάλλει –επικαλούμενη τις σκέψεις 247 έως 253 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως– ότι το Πρωτοδικείο, εφαρμόζοντας εσφαλμένως τους κανόνες που διέπουν την παύση της συμμετοχής σε σύμπραξη, παρέβη το άρθρο 81 ΕΚ. Κατά την αναιρεσείουσα, ορθώς μεν το Πρωτοδικείο εφάρμοσε το κρίσιμο κριτήριο της «δημοσία γενομένης αποστασιοποιήσεως» σε σχέση με την αποχώρησή της από τη σύμπραξη, πλην όμως από το γεγονός της αποχωρήσεως της ADM από τη σύσκεψη της συμπράξεως που πραγματοποιήθηκε στο Λονδίνο στις 4 Οκτωβρίου 1994 το Πρωτοδικείο θα έπρεπε να συναγάγει ότι με τον τρόπο αυτόν η ADM έθεσε τέρμα στη συμμετοχή της στη σύμπραξη.
174. Μολονότι η ADM απείλησε, κατά τη σύσκεψη αυτή, πρώτον, να αποχωρήσει από τη σύμπραξη αν δεν ικανοποιούνταν οι απαιτήσεις της, δεύτερον, έθεσε τελεσίγραφο και, τρίτον, αποχώρησε από τη σύσκεψη μετά την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας που έθετε με το τελεσίγραφό της, το Πρωτοδικείο δεν συνήγαγε από τα γεγονότα αυτά ότι η ADM τερμάτισε τη συμμετοχή της στη σύμπραξη. Κατά την αναιρεσείουσα, εσφαλμένως το Πρωτοδικείο προσέδωσε στο κριτήριο της δημοσία γενομένης αποστασιοποιήσεως μία υποκειμενική παράμετρο προβαίνοντας σε αξιολόγηση των κινήτρων της ADM. Κατά την άποψή της, το Πρωτοδικείο αξιολόγησε την αποχώρηση από τη σύσκεψη ως διαπραγματευτική τακτική και, ως εκ τούτου, δεν αναγνώρισε ως ημερομηνία παύσεως της συμμετοχής της στη σύμπραξη την 4η Οκτωβρίου 1994.
175. Εντούτοις, κατά την άποψή της, το κριτήριο της δημοσίως γενομένης αποστασιοποιήσεως έχει αμιγώς αντικειμενικό χαρακτήρα. Από τη νομολογία συνάγεται ότι η έννοια της παράνομης συμφωνίας ή της εναρμονισμένης συμπεριφοράς έχει αντικειμενικό χαρακτήρα, δεδομένου ότι προϋποθέτει την ύπαρξη «συνειδητής συναινέσεως» (123) καθώς και τη «δήλωση βουλήσεως» (124) (125). Κατά τη νομολογία, δεν αποτελεί επαρκώς θεμελιωμένο αμυντικό ισχυρισμό ούτε και το γεγονός ότι μια επιχείρηση προβάλλει ότι αποχώρησε κρυφίως από μια σύμπραξη (126). Η αναιρεσείουσα φρονεί ότι ομοίως η κρυφή πρόθεση για εξακολούθηση της συμμετοχής στη σύμπραξη, μετά από μία δημοσία γενομένη αποστασιοποίηση, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως επιβαρυντική περίσταση. Εάν επρόκειτο για διαπραγματευτική τακτική, τότε πέραν των άλλων η τακτική αυτή απέτυχε. Εν πάση περιπτώσει, το άρθρο 81 ΕΚ αφορά τις πράξεις που δημοσιοποιούνται και όχι τις προθέσεις που δεν έχουν ρυθμιστικό χαρακτήρα.
176. Η αναιρεσείουσα προσθέτει ότι, αφού αποχώρησε από τη σύσκεψη και, ως εκ τούτου, από τη συμφωνία, αυτή τερματίστηκε στην πράξη λόγω αγεφύρωτων διαφορών. Ακολούθως, δεν υπήρξε καμία άλλη πράξη σε σχέση με τη συμφωνία, όπως προκύπτει από το γεγονός ότι έπαυσε να ανακοινώνει τα στοιχεία πωλήσεων, πράγμα το οποίο αναγνώρισε το Πρωτοδικείο με τη σκέψη 252 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
177. Τέλος, οι εκτιμήσεις που παρατίθενται στις σκέψεις 248 και 249 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως είναι κατά την αναιρεσείουσα, πρώτον, εσφαλμένες και, δεύτερον, άνευ σημασίας, δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν έθιξε τα ζητήματα αυτά ούτε με την απόφασή της ούτε με το υπόμνημά της αντικρούσεως.
178. Η Επιτροπή υπεραμύνεται της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
β) Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και η νομική εκτίμηση
179. Το Πρωτοδικείο κάνει μνεία στη σκέψη 246 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως του κριτηρίου της «δημοσίως γενομένης αποστασιοποιήσεως». Κατά το Πρωτοδικείο, θα μπορούσε να συναχθεί το συμπέρασμα του οριστικού τερματισμού της συμμετοχής της ADM στη σύμπραξη μόνον εάν η ADM «είχε δημοσίως αποστασιοποιηθεί από το περιεχόμενο των συσκέψεων». Στη συνέχεια, το Πρωτοδικείο έκρινε, με τη σκέψη 247 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η αποχώρηση από τη σύσκεψη της 4ης Οκτωβρίου 1994 που πραγματοποιήθηκε στο Λονδίνο δεν μπορεί να θεωρηθεί ως οριστικός τερματισμός της συμμετοχής της ADM στη σύμπραξη, διότι η ADM δεν αποστασιοποιήθηκε δημοσίως από τους σκοπούς της συμπράξεως, αλλά απεναντίας επιχείρησε να επιλύσει τις συγκρούσεις μεταξύ των μελών της συμπράξεως και να καταλήξει σε κάποιο συμβιβασμό αποδεικνύοντας με τον τρόπο αυτόν ότι κατ’ αρχήν συναινεί στην εξακολούθηση της συμπράξεως. Κατ’ αποτέλεσμα, το Πρωτοδικείο συμμερίζεται την άποψη της Επιτροπής ότι η επίμαχη συμπεριφορά της ADM μπορεί να θεωρηθεί ως διαπραγματευτική τακτική και όχι ως τερματισμός της συμμετοχής της στη σύμπραξη.
180. Δεδομένου ότι στο πλαίσιο της αναιρετικής αρμοδιότητας του Δικαστηρίου δεν μπορούν να εξεταστούν εκ νέου τα πραγματικά περιστατικά (127), το ζήτημα που τίθεται στο πλαίσιο εξετάσεως αυτού του λόγου αναιρέσεως είναι μόνον το αν το Πρωτοδικείο έπρεπε, κατά την εξέταση των πραγματικών περιστατικών, να λάβει υπόψη του τα κίνητρα για τα οποία η ADM αποχώρησε από τη σύσκεψη της 4ης Οκτωβρίου 1994 που πραγματοποιήθηκε στο Λονδίνο.
181. Η αναιρεσείουσα δεν αμφισβητεί το γεγονός ότι η σύσκεψη του Λονδίνου της 4ης Οκτωβρίου 1994 περιλαμβάνεται μεταξύ των «προδήλως αντίθετων προς τους κανόνες του ανταγωνισμού συναντήσεων» (128). Στην περίπτωση αυτή, εναπόκειται σε αυτήν, όπως προελέχθη, να προσκομίσει στοιχεία –και, εφόσον παρίσταται ανάγκη, να αποδείξει– ότι μετέσχε στις συγκεντρώσεις αυτές χωρίς να έχει οποιαδήποτε πρόθεση να παραβεί τους κανόνες του ανταγωνισμού, ήτοι ότι επισήμανε στους ανταγωνιστές της τον διαφορετικό σκοπό που επιδίωκε (129).
182. Αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, περιλαμβάνονται στον ανωτέρω σκοπό και έχουν σημασία οι «προθέσεις» ήτοι τα «κίνητρα». Σε αυτά περιλαμβάνεται επίσης και ο τρόπος με τον οποίον αντιλαμβάνονται τα πράγματα οι ανταγωνιστές της. Πράγματι, το ζήτημα που τίθεται είναι αν η αναιρεσείουσα επέστησε την προσοχή των ανταγωνιστών της στον διαφορετικό σκοπό της. Τούτο σημαίνει ένα σκοπό ο οποίος ακριβώς δεν είναι (πλέον) αντίθετος προς τους κανόνες του ανταγωνισμού.
183. Αυτήν την παράμετρο τονίζει με ιδιαίτερη έμφαση η απόφαση Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής:
«84 Συναφώς, το γεγονός ότι μια επιχείρηση εγκρίνει σιωπηρώς μια παράνομη πρωτοβουλία, χωρίς να αποστασιοποιηθεί δημοσίως από το περιεχόμενό της ή να την καταγγείλει στις διοικητικές αρχές, έχει ως αποτέλεσμα να ενθαρρύνει τη συνέχιση της παραβάσεως και δυσχεραίνει την αποκάλυψή της. Η συνέργεια αυτή συνιστά παθητικό τρόπο συμμετοχής στην παράβαση και είναι ικανή, συνεπώς, να επισύρει την ευθύνη της επιχειρήσεως στο πλαίσιο μιας ενιαίας συμφωνίας.
85 Επιπλέον, το γεγονός ότι μια επιχείρηση δεν δίνει συνέχεια στα αποτελέσματα μιας συναντήσεως έχουσας ως αντικείμενο συμφωνία θίγουσα τον ανταγωνισμό δεν αποκλείει την ευθύνη της εκ της συμμετοχής της στη σύμπραξη, εκτός εάν έχει λάβει δημοσίως τις αποστάσεις της από το περιεχόμενό της […].»
184. Σε άλλο σημείο της προπαρατεθείσας αποφάσεως επισημαίνεται επιπλέον ότι το κρίσιμο είναι να εκδηλώνεται δημοσίως η αποδοκιμασία ή να πληροφορούνται οι λοιποί μετέχοντες ότι η συμμετοχή στη σύσκεψη στηρίζεται σε «διαφορετικές» –ήτοι μη αντίθετες προς τον ανταγωνισμό– προθέσεις από τις δικές τους(130).
185. Συνεπώς, βάσει των ανωτέρω, το Πρωτοδικείο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο όσον αφορά την ορθή επιλογή και εφαρμογή του κριτηρίου εκτιμήσεως.
186. Σε σχέση με τις εκτιμήσεις που παραθέτει το Πρωτοδικείο στις σκέψεις 248 και 249 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τις οποίες η αναιρεσείουσα θεωρεί ανακριβείς και άνευ σημασίας, πρέπει να παρατηρηθεί ότι δεν έχουν πλέον σημασία, δεδομένου ότι η εκτίμηση που παραθέτει το Πρωτοδικείο στις σκέψεις 246 και 247 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δικαιολογούν την απόρριψη του λόγου ακυρώσεως.
187. Βάσει των ανωτέρω, προτείνω να απορριφθεί ως αβάσιμος και αυτός ο λόγος αναιρέσεως.
3. Παράβαση του άρθρου 81 ΕΚ σε σχέση με τη συνάντηση στο Anaheim
188. Θα εξετάσω πρώτα, αποκλίνοντας ελαφρά από τη σειρά με την οποία παρατίθενται τα σχετικά επιχειρήματα, τη σύσκεψη στο Anaheim τον Ιούνιο του 1995 προκειμένου στη συνέχεια να εξετάσω από κοινού τις δύο αιτιάσεις περί παραμορφώσεως των αποδεικτικών μέσων.
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
189. Η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι, κατά παράβαση του άρθρου 81 ΕΚ, έκρινε ότι η συμπεριφορά στο πλαίσιο της συσκέψεως στο Anaheim τον Ιούνιο του 1995 ήταν αντίθετη προς τους κανόνες του ανταγωνισμού. Κατά την άποψή της, η σύσκεψη στο Anaheim δεν ήταν αντίθετη προς τους κανόνες του ανταγωνισμού, δεδομένου ότι απλώς αντηλλάγησαν στοιχεία που αφορούσαν την αγορά και όχι συγκεκριμένες επιχειρήσεις. Λαμβανόμενου υπόψη του γεγονότος ότι η σύμπραξη τερματίστηκε κατά τη σύσκεψη της 4ης Οκτωβρίου 1994, η συνάντηση στο Anaheim θα μπορούσε, ενδεχομένως, να θεωρηθεί ότι αποτελεί την απαρχή μιας νέας συμπράξεως. Κατά την αναιρεσείουσα, δεν απαγορεύεται καθ’ εαυτήν η προσπάθεια να διαπιστωθεί, μέσω της ανταλλαγής ανώνυμων πληροφοριών, το συνολικό εύρος της αγοράς. Αντιθέτως προς την εκτίμηση που διατύπωσε το Πρωτοδικείο με τη σκέψη 265 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή επίσης δεν επιχείρησε να αποδείξει ότι τούτο προκάλεσε περιορισμό του ανταγωνισμού. Συνεπώς, εσφαλμένως το Πρωτοδικείο υπέλαβε ότι με τη συνάντηση του Ιουνίου 1995 εξακολούθησε να υφίσταται η σύμπραξη.
190. Η Επιτροπή αντιτάσσει ότι η αναιρεσείουσα δεν τερμάτισε τη συμμετοχή της στη σύμπραξη με τη σύσκεψη του Οκτωβρίου 1994 και ότι η συνάντηση στο Anaheim αποτελεί εξακολούθηση των συναντήσεων των μελών της συμπράξεως. Κατά την άποψη της Επιτροπής, το Πρωτοδικείο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο.
β) Αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και νομική εκτίμηση
191. Με τις σκέψεις 258 έως 268 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο προέβη σε εκτίμηση του χαρακτήρα της συσκέψεως που έλαβε χώρα στο Anaheim από 3 έως 5 Ιουνίου 1995. Προς τούτο, ανέλυσε τα ενώπιόν του αναπτυχθέντα πραγματικά περιστατικά ακολουθώντας πέντε στάδια εκτιμήσεως. Στα δύο πρώτα στάδια εκτιμήσεως, που εκτίθενται στις σκέψεις 258 έως 262 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κατά των οποίων στρέφεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως, το Πρωτοδικείο προέβη σε εκτίμηση της εξελίξεως της συσκέψεως:
«258 Πρώτον, πρέπει να παρατηρηθεί ότι η ADM δεν αμφισβητεί, όπως σημείωσε και η Επιτροπή στην αιτιολογική σκέψη 232 της Αποφάσεως, ότι, κατά τη σύσκεψη αυτή, στην οποία ήσαν παρόντα όλα τα μέλη της συμπράξεως, οι μετέχοντες συζήτησαν τις ποσότητες των πωλήσεων του γλυκονικού νατρίου που πραγματοποιήθηκαν το 1994. Η Επιτροπή τόνισε ειδικότερα, χωρίς η ADM να αμφισβητήσει το στοιχείο αυτό, ότι, σύμφωνα με τα όσα η τελευταία αυτή είπε, η Jungbunzlauer της είχε ζητήσει “να ανακοινώσει τα συνολικά αριθμητικά στοιχεία των πωλήσεων του γλυκονικού νατρίου που πραγματοποιήθηκαν από την ADM το 1994”. […]
259 Πρέπει όμως να σημειωθεί ότι αυτός ο τρόπος ενέργειας συνέπιπτε, κατ’ ουσίαν, με την πάγια πρακτική στο πλαίσιο της συμπράξεως που αποσκοπούσε στην εξασφάλιση της τηρήσεως των κατανεμηθεισών ποσοστώσεων πωλήσεων και η οποία, όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις 92 και 93 της Αποφάσεως, συνίστατο στο ότι πριν από κάθε συνάντηση τα μέλη της συμπράξεως έπρεπε να ανακοινώνουν τα αριθμητικά στοιχεία των πωλήσεών τους στη Jungbunzlauer, που τα συνέλεγε και τα διένειμε κατά τις συναντήσεις.
260 Δεύτερον, η ADM επιβεβαιώνει την περιγραφή των γεγονότων που διατύπωσε η Επιτροπή στην αιτιολογική σκέψη 232 της Αποφάσεως σύμφωνα με την οποία, κατά τη σύσκεψη αυτή, προτάθηκε ένα νέο σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών σχετικά με την ποσότητα των πωλήσεων. Το σύστημα αυτό θα καθιστούσε δυνατό τον καθορισμό, ανωνύμως, δηλαδή κατά τρόπον ώστε κανένα από τα μέλη να μην γνωρίζει τα αριθμητικά στοιχεία των λοιπών, του συνολικού μεγέθους της αγοράς του γλυκονικού νατρίου ως εξής:
“Η επιχείρηση A θα έγραφε ένα αυθαίρετο αριθμό που θα αντιπροσώπευε ένα τμήμα του συνολικού ποσού της· η επιχείρηση Β θα έδειχνε κατόπιν στην επιχείρηση Γ το άθροισμα των αριθμών της επιχειρήσεως Α και της επιχειρήσεως B· η επιχείρηση Γ θα προσέθετε τη συνολική ποσότητά της στο άθροισμα αυτό· η επιχείρηση Α θα προσέθετε τέλος σε αυτό το υπόλοιπο του συνολικού ποσού της και θα ανακοίνωνε το σύνολο αυτό στην ομάδα […].”
[…]
262 […] [χ]ωρίς να χρειάζεται να εκτιμηθεί αν, θεωρούμενη μεμονωμένη, η συμπεριφορά αυτή συνιστούσε παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού, πρέπει να θεωρηθεί ότι η Επιτροπή ορθώς θεώρησε ότι συνιστούσε μια νέα απόπειρα των μελών της συμπράξεως να “αποκαταστήσουν την τάξη στην αγορά„ και να διατηρήσουν τις αντίθετες προς τον ανταγωνισμό πρακτικές τους που είχαν εφαρμόσει κατά τα προηγούμενα έτη με σκοπό να εξασφαλίσουν τον έλεγχο της αγοράς με μια από κοινού δράση, αν και, ενδεχομένως, υπό διαφορετικές μορφές και μεθόδους. Το γεγονός ότι τα μέλη της συμπράξεως προσπάθησαν να δημιουργήσουν ένα “ανώνυμο” σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών, όπως αυτό που περιγράφεται στη σκέψη 260 ανωτέρω, μπορούσε ευλόγως να ερμηνευθεί από την Επιτροπή ως φυσική συνέχεια της συμπεριφοράς των επιχειρήσεων στο πλαίσιο της συμπράξεως, η οποία, όπως προκύπτει ιδίως από την αιτιολογική σκέψη 93 της Αποφάσεως, χαρακτηριζόταν από ένα “κλίμα αύξουσας αμοιβαίας καχυποψίας” αλλά η οποία είχε ωστόσο ως σκοπό τον καταμερισμό της αγοράς. Υπό το πρίσμα αυτό, βασίμως η Επιτροπή θεώρησε ότι, δημιουργώντας το νέο σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών, τα μέλη της συμπράξεως αποδείκνυαν ότι “ήσαν ακόμη [αποφασισμένα] να βρουν μια λύση που θα τους επιτρέπει να συνεχίσουν τις αντίθετες προς τον ανταγωνισμό πρακτικές τους„ (αιτιολογική σκέψη 322 της Αποφάσεως) και να “διατηρήσουν τον έλεγχό τους στην αγορά με μια από κοινού δράση” […].»
192. Στο επόμενο στάδιο εκτιμήσεως –«τρίτον»– εξετάζεται το σημείωμα που αποδίδεται στη Roquette το οποίο θα εξετάσω κατωτέρω. Στο τέταρτο στάδιο, εξετάζονται οι δηλώσεις των μελών της συμπράξεως στις οποίες επίσης θα επανέλθω κατωτέρω. Στο πέμπτο στάδιο, χαρακτηρίζεται ως άνευ σημασίας το γεγονός ότι η σύσκεψη του Ιουνίου 1995 πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο μιας γενικής βιομηχανικής συναντήσεως. Τούτο δεν αποκλείει το ενδεχόμενο τα μέλη της συμπράξεως να χρησιμοποίησαν τη βιομηχανική συνάντηση προκειμένου να πραγματοποιήσουν σύσκεψη μεταξύ των μετεχόντων στη σύμπραξη.
193. Οι εξεταζόμενες εν προκειμένω αναπτύξεις του Πρωτοδικείου στις σκέψεις 258 έως 262 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως αφορούν ουσιαστικά την εκτίμηση πραγματικών περιστατικών των οποίων ο εκ νέου έλεγχος αποκλείεται κατ’ αρχήν στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας (131). Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η συνάντηση στο Anaheim δεν αποτελεί την αρχή μιας νέας συμπράξεως, αλλά την εξακολούθηση της παλαιάς. Κατά την εκτίμηση του Πρωτοδικείου, ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι η σύμπραξη τερματίστηκε στο Λονδίνο με τη σύσκεψη της 4ης Οκτωβρίου 1994 δεν ευσταθεί. Αμφότερα τα συμπεράσματα αυτά του Πρωτοδικείου αποτελούν το προϊόν εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών και, ως εκ τούτου, αποκλείεται, ως προς το σημείο αυτό, το Δικαστήριο να υποκαταστήσει το Πρωτοδικείο στην εκτίμησή του.
194. Μία οριακή περίπτωση μεταξύ εκτιμήσεως πραγματικών περιστατικών και νομικού ζητήματος αποτελεί ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι κατά τη συνάντηση του Ιουνίου 1995 δεν υπήρξε παράνομη ανταλλαγή πληροφοριών, δεδομένου ότι η προσπάθεια που καταβλήθηκε τότε να διαπιστωθεί το συνολικό μέγεθος της αγοράς δια της ανταλλαγής ανώνυμων πληροφοριών δεν σκοπούσε να περιορίσει τον ανταγωνισμό.
195. Κατ’ ιδίαν εξεταζόμενο, το ζήτημα αν αυτή η ανταλλαγή πληροφοριών συνιστά συμπεριφορά που αντιβαίνει στους κανόνες του ανταγωνισμού θα μπορούσε να θεωρηθεί κατ’ αρχήν ως νομικό ζήτημα. Εν πάση περιπτώσει, αυτή είναι η άποψη της αναιρεσείουσας η οποία προς στήριξη του ισχυρισμού της επικαλείται διάφορες πηγές (132).
196. Εντούτοις, το ζήτημα αυτό δεν τέθηκε ενώπιον του Πρωτοδικείου στην παρούσα συνάφεια μεμονωμένο, αλλά σε συνδυασμό με τον νομικό χαρακτηρισμό και την εκτίμηση μιας συναντήσεως των μελών της συμπράξεως, μεταξύ πολλών άλλων συναντήσεων που πραγματοποιήθηκαν, και δη της τελευταίας συναντήσεως, βάσει των στοιχείων που υπάρχουν σχετικά με το ζήτημα αυτό. Δεδομένου ότι από τη συνάφεια συνάγεται εν προκειμένω ότι η σύμπραξη υφίστατο επί σειρά ετών, το ζήτημα που τίθεται είναι ο νομικός χαρακτηρισμός και η εκτίμηση της συμπεριφοράς των επιχειρήσεων που μετέσχον σε αυτήν την προφανώς τελευταία συνάντηση.
197. Το Πρωτοδικείο εκτίμησε συναφώς τα εκτεθέντα ενώπιόν του πραγματικά περιστατικά και έκρινε ότι άπαντα τα μέλη της συμπράξεως εκπροσωπούνταν σε αυτή τη συνάντηση και, όπως και σε άλλες συναντήσεις κατά το παρελθόν, το αντικείμενο των συζητήσεων αφορούσε τις ποσότητες πωλήσεως του προηγούμενου έτους. Συναφώς, το Πρωτοδικείο έλαβε υπόψη του το γεγονός ότι είχε προταθεί και εφαρμοστεί ένα νέο σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών σχετικά με τις ποσότητες πωλήσεων. Όπως προελέχθη, το Πρωτοδικείο έκρινε συναφώς ότι σκοπός του ζητήματος αυτού ήταν να υπολογιστεί κατά τρόπο ανώνυμο, ήτοι κατά τρόπο ώστε κανένας από τους μετέχοντες να μη γνωρίζει τους αριθμούς των λοιπών, το συνολικό μέγεθος της αγοράς του γλυκονικού νατρίου. Εντούτοις, το Πρωτοδικείο δεν εκτίμησε αυτό το νέο σύστημα ως προς το κατά πόσον αντιβαίνει στους κανόνες του ανταγωνισμού –πράγμα το οποίο θα αποτελούσε νομικό ζήτημα–, αλλά το εκτίμησε σε σχέση με το αν η Επιτροπή μπορούσε ευλόγως να θεωρήσει ότι η συμπεριφορά των μελών της συμπράξεως, επ’ ευκαιρία της συναντήσεως αυτής, συνιστά εξακολούθηση της μέχρι τούδε συμπεριφοράς τους με άλλες μορφές και μεθόδους. Ως εκ τούτου, το Πρωτοδικείο προέβη σε εκτίμηση πραγματικών περιστατικών. Συνεπώς, και εν προκειμένω αποκλείεται η εκ νέου εξέταση από το Δικαστήριο.
198. Ομοίως, ούτε ο περαιτέρω ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι η ανταλλαγή ανώνυμων πληροφοριών προκειμένου να υπολογιστεί το συνολικό μέγεθος της αγοράς είχε ως συνέπεια τον περιορισμό του ανταγωνισμού στηρίζει τον λόγο αναιρέσεως.
199. Συναφώς, ορθώς το Πρωτοδικείο υπενθύμισε με τη σκέψη 265 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι, κατά πάγια νομολογία, κατά την εφαρμογή του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ, είναι περιττή η συνεκτίμηση των συγκεκριμένων αποτελεσμάτων μιας συμφωνίας, εφόσον προκύπτει ότι σκοπός της συμφωνίας αυτής ήταν να εμποδίσει, να περιορίσει ή να νοθεύσει τον ανταγωνισμό (133). Όπως προκύπτει από τη προπαρατεθείσα σκέψη 262 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, η Επιτροπή μπορούσε, κατά το Πρωτοδικείο, να συναγάγει ορθώς ότι σκοπός του νέου συστήματος ανταλλαγής πληροφοριών που οργάνωσαν τα μέλη της συμπράξεως ήταν η εξακολούθηση των αντίθετων προς τους κανόνες του ανταγωνισμού μέτρων που είχαν λάβει προκειμένου να ελέγξουν την αγορά.
200. Συνεπώς, και ο υπό κρίση λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
4. Παραμόρφωση των αποδεικτικών στοιχείων σε σχέση με την ημερομηνία τερματισμού της συμπράξεως, ήτοι την ημερομηνία αποχωρήσεως της ADM
201. Θα πρέπει να εξεταστούν δύο ακόμη αιτιάσεις της αναιρεσείουσας σε σχέση με την παραμόρφωση των αποδεικτικών μέσων.
202. Παραμόρφωση του περιεχομένου των αποδεικτικών μέσων υπάρχει όταν, χωρίς να διεξαχθούν νέες αποδείξεις, προκύπτει ότι η εκτίμηση των διαθέσιμων αποδεικτικών μέσων είναι προδήλως εσφαλμένη (134)· τούτο μπορεί να συμβεί π.χ. στην περίπτωση που η εκτίμηση αντιβαίνει στους κανόνες της κοινής λογικής ή στην περίπτωση που το νόημα των αποδεικτικών μέσων είναι τελείως διαστρεβλωμένο (135), ήτοι στην περίπτωση που προσδίδεται σε συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα αντικειμενικά εσφαλμένο περιεχόμενο (136).
α) Εκτίμηση εγγράφων άλλων μελών της συμπράξεως
i) Επιχειρήματα των διαδίκων
203. Η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Πρωτοδικείο –επικαλούμενη τις σκέψεις 248 έως 250 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως– ότι προβαίνοντας στην εκτίμηση ότι τα μνημονευόμενα στις ανωτέρω σκέψεις έγγραφα άλλων μελών της συμπράξεως, ήτοι της Roquette και της Jungbunzlauer, δεν τεκμηρίωναν τον ισχυρισμό της ADM ότι αποχώρησε από τη συμφωνία ήδη από τις 4 Οκτωβρίου 1994, παραμόρφωσε τα αποδεικτικά μέσα. Εν αντιθέσει προς την ερμηνεία του Πρωτοδικείου, τα συγκλίνοντα στοιχεία της Roquette και της Jungbunzlauer επιρρωννύουν τον ισχυρισμό της ADM ότι η συμφωνία και, ως εκ τούτου, η σύμπραξη τερματίστηκε στις 4 Οκτωβρίου 1994. Έτσι, η Jungbunzlauer δήλωσε: «Όταν η Roquette δήλωσε στις 4 Οκτωβρίου 1994 στο Λονδίνο ότι δεν επρόκειτο πλέον να τηρήσει καμία από τις συμφωνίες αυτές, έπαυσαν να ισχύουν όλες οι συμφωνίες». Και η Roquette υποστήριξε: «Η Roquette δήλωσε την άρνησή της να υπάρξει συνέχεια» και «τούτο τερμάτισε τη συμφωνία». Επομένως, η Roquette και η Jungbunzlauer δήλωσαν ότι η συμφωνία τερματίστηκε κατά την ίδια ημερομηνία που είχε δηλώσει και η ADM. Κατά την αναιρεσείουσα, η αντίθετη ερμηνεία του Πρωτοδικείου δεν μπορεί να στηριχθεί ούτε στην επίμαχη απόφαση ούτε στο υπόμνημα αντικρούσεως της Επιτροπής.
204. Η Επιτροπή αρνείται τους ισχυρισμούς αυτούς. Τα επίμαχα αποδεικτικά μέσα δεν αποδεικνύουν ότι ολόκληρη η σύμπραξη τερματίστηκε στις 4 Οκτωβρίου 1994. Τα αποδεικτικά μέσα αποδεικνύουν απλώς ότι η Roquette εγκατέλειψε κατά την ανωτέρω ημερομηνία τη σύμπραξη, όχι όμως ότι έπραξε το ίδιο και η αναιρεσείουσα. Το Πρωτοδικείο ορθώς αποφάνθηκε ότι δεν υπήρχαν στοιχεία ότι η αναιρεσείουσα τερμάτισε τη συμμετοχή της στη σύμπραξη στις 4 Οκτωβρίου 1994.
ii) Αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και νομική εκτίμηση
205. Οι σκέψεις 248 έως 250 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως αποτελούν –από κοινού με τη σκέψη 251– το προαναφερθέν (137) τέταρτο από τα πέντε στάδια αιτιολογήσεως. Ολόκληρο το χωρίο της αποφάσεως έχει ως εξής:
«248 Επιπλέον, από κανένα έγγραφο που επικαλέστηκε η ADM δεν προκύπτει ότι τα λοιπά μέλη της συμπράξεως κατανόησαν τη συμπεριφορά της κατά τη σύσκεψη αυτή ως δημόσια αποστασιοποίηση από το περιεχόμενο της συμπράξεως.
249 Συγκεκριμένα, πρώτον, η επιστολή που έστειλε στις 21 Μαΐου 1999 η Jungbunzlauer στην Επιτροπή δεν περιέχει καμία περιγραφή της συμπεριφοράς της ADM κατά τη σύσκεψη της 4ης Οκτωβρίου 1994 στο Λονδίνο. Στην επιστολή αυτή αναφέρεται μόνον ότι, “όταν, στις 4 Οκτωβρίου 1994 στο Λονδίνο, η Roquette δήλωσε ότι δεν θα τηρούσε πλέον καμία από τις συμφωνίες [της συμπράξεως], οι συμφωνίες αυτές έληξαν„.
250 Δεύτερον, στην επιστολή που απέστειλε στις 12 Μαΐου 1998 η Fujisawa στην Επιτροπή, το μέρος αυτό δεν παρέσχε καμία περιγραφή της συσκέψεως αυτής στην οποία, εξάλλου, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 224 της Αποφάσεως, δεν έλαβε μέρος. Απεναντίας, στην επιστολή αυτή η Fujisawa ανέφερε ότι η σύμπραξη τερματίστηκε μόλις το 1995.
251 Τρίτον, η περιγραφή της συσκέψεως αυτής εκ μέρους της Jungbunzlauer στην επιστολή της που απέστειλε στις 30 Απριλίου 1999 στην Επιτροπή δεν περιέχει επίσης καμία αναφορά για το ότι, κατά τη σύσκεψη αυτή, η ADM δήλωσε ότι ήθελε να αποσυρθεί από τη σύμπραξη. Αντιθέτως, η Jungbunzlauer ανέφερε, στην επιστολή αυτή, ότι η ADM είχε ζητήσει μια αναδιαμόρφωση των ποσοτήτων πωλήσεων αλλά δεν είχε ακολουθηθεί.»
206. Συνεπώς, στο ανωτέρω χωρίο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Πρωτοδικείο συνήγαγε από τρεις επιστολές άλλων μελών της συμπράξεως ορισμένα συμπεράσματα σχετικά με την εξακολούθηση της συμπράξεως κατά το χρονικό διάστημα από 4 Οκτωβρίου 1994 έως τον Ιούνιο του 1995. Εν αντιθέσει προς τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, δεν μπορεί να γίνει αντιληπτό για ποιο λόγο η εκτίμηση αυτών των αποδεικτικών μέσων είναι προδήλως εσφαλμένη. Στα αποδεικτικά μέσα δεν προσδόθηκε αντικειμενικά εσφαλμένο περιεχόμενο.
207. Αντιθέτως, η διαπίστωση που παρατίθεται στη σκέψη 250, «στην επιστολή αυτή η Fujisawa ανέφερε ότι η σύμπραξη τερματίστηκε μόλις το 1995», σε συνδυασμό με τη διαπίστωση ότι δεν υπάρχουν στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι η ADM αποχώρησε από τη σύμπραξη πριν από την ημερομηνία αυτή συνηγορούν σαφώς υπέρ της εκτιμήσεως στην οποία προέβη το Πρωτοδικείο.
208. Βάσει των ανωτέρω, οι καταθέσεις που επικαλείται η αναιρεσείουσα, «[ό]ταν η Roquette δήλωσε στις 4 Οκτωβρίου 1994 στο Λονδίνο ότι δεν επρόκειτο πλέον να τηρήσει καμία από τις συμφωνίες αυτές, όλες οι συμφωνίες έπαυσαν να ισχύουν» καθώς και «η Roquette αρνήθηκε την εξακολούθηση» και «τούτο τερμάτισε τη συμφωνία», μπορούν, στο πλαίσιο μιας νόμιμης ερμηνείας τους, να θεωρηθούν απλώς ότι αποδεικνύουν την αποχώρηση της Roquette και όχι τον τερματισμό της συμπράξεως.
209. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να απαντήσει σε αυτόν τον λόγο αναιρέσεως, δεδομένου ότι δεν μπορεί να υποκαταστήσει, για λόγους επιεικείας, το Πρωτοδικείο στην εκτίμησή του των πραγματικών περιστατικών.
210. Δεδομένου ότι οι ισχυρισμοί της ADM δεν περιέχουν βάσιμα στοιχεία τα οποία θα μπορούσαν να τεκμηριώσουν την άποψή της ότι το Πρωτοδικείο παραμόρφωσε ενδεχομένως τα επίμαχα εν προκειμένω αποδεικτικά στοιχεία, πρέπει και αυτός ο λόγος αναιρέσεως να απορριφθεί, και δη ως απαράδεκτος.
β) Το σημείωμα που αποδίδεται στη Roquette
i) Επιχειρήματα των διαδίκων
211. Η αναιρεσείουσα προσάπτει –επικαλούμενη τη σκέψη 263 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως– στο Πρωτοδικείο ότι, αποδίδοντας το αναφερόμενο στην ανωτέρω σκέψη σημείωμα στη Roquette και, στη συνέχεια, ερμηνεύοντας το σημείωμα αυτό ως απόδειξη για τον χαρακτήρα που είχε η συνάντηση του Ιουνίου 1995, παραμόρφωσε τα αποδεικτικά μέσα. Αυτό το –μόνο– στοιχείο σχετικά με το ότι στην εν λόγω συνάντηση συζητήθηκαν ζητήματα όπως η «αντιστάθμιση», η «παραγωγή» ή οι «τιμές», περιέχεται σε σημείωμα το οποίο δεν συνέταξε στην πραγματικότητα η Roquette, αλλά οι εισαγγελικές αρχές των Η.Π.Α., και δη ως σύνοψη των συζητήσεων που είχαν με τους μάρτυρες της Roquette, και όχι ως σύνοψη των πεπραγμένων μιας συσκέψεως. Κατά την αναιρεσείουσα, τα στοιχεία που περιέχει το σημείωμα αυτό είναι αγνώστου προελεύσεως.
212. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι η Roquette δεν συνέταξε μεν το επίμαχο εν προκειμένω σημείωμα, πλην όμως το διαβίβασε στην Επιτροπή, όπως τούτο ορθώς προκύπτει και από τη σκέψη 233 της επίμαχης αποφάσεως. Το γεγονός ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε ενδεχομένως σε πλάνη σε σχέση με την ταυτότητα του συντάκτη του σημειώματος αυτού δεν έχει συνέπειες. Από το σημείωμα συνάγεται ότι η συνάντηση του Ιουνίου 1995 στο Anaheim ήταν αντίθετη προς τους κανόνες του ανταγωνισμού. Κατά τα λοιπά, οι αναπτύξεις του Πρωτοδικείου στη σκέψη 263 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως αποτελούν απλώς ένα μέρος μιας συλλογιστικής. Τα λοιπά μέρη καταδεικνύουν σαφώς ότι η συνάντηση αυτή στο Anaheim ήταν αντίθετη προς τους κανόνες του ανταγωνισμού.
ii) Νομική εκτίμηση
213. Πράγματι, είναι προφανές, σε σχέση με το επίμαχο εν προκειμένω σημείωμα, ότι δεν υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία τα οποία να συνηγορούν υπέρ της απόψεως ότι συντάκτης του σημειώματος ήταν η Roquette, όπως έκρινε το Πρωτοδικείο με τη σκέψη 263 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Φαίνεται ότι η Roquette απλώς διαβίβασε το σημείωμα αυτό στην Επιτροπή. Τούτο συνάγεται και από την παράθεση των ισχυρισμών των διαδίκων στη σκέψη 255 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως (138).
214. Ωστόσο, σε τελευταία ανάλυση, δεν έχει σημασία το σημείωμα αυτό και η προέλευσή του. Το εξεταζόμενο εν προκειμένω τέταρτο στάδιο εκτιμήσεως αποτελεί μόνον ένα μέρος της συλλογιστικής του Πρωτοδικείου. Από αυτό το στάδιο εκτιμήσεως δεν εξαρτάται το αποτέλεσμα.
215. Και τούτο διότι, όπως συνάγεται από τις προπαρατεθείσες αναπτύξεις μου, οι λοιπές εκτιμήσεις του Πρωτοδικείου σε σχέση με τον χαρακτήρα της συναντήσεως στο Anaheim στηρίζουν τον νομικό χαρακτηρισμό της ως «αντιβαίνουσας στους κανόνες του ανταγωνισμού» που της προσέδωσε το Πρωτοδικείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Συνεπώς, υφίστανται πλείονες επαρκείς ενδείξεις σε σχέση με τη διαπιστωθείσα από την Επιτροπή διάρκεια της συμμετοχής της ADM στη σύμπραξη των οποίων τη βασιμότητα η αναιρεσείουσα δεν κατόρθωσε να κλονίσει. Πρόκειται, αφενός, για την εκτίμηση της συναντήσεως στο Anaheim ως εξακολουθήσεως της μέχρι τούδε συμπεριφοράς με άλλες μεθόδους και, αφετέρου, για την εκτίμηση των εγγράφων λοιπών μελών της συμπράξεως. Επίσης, το Πρωτοδικείο έκρινε, με τη σκέψη 263 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι οι επίμαχες εν προκειμένω σημειώσεις απλώς «επιβεβαιώνουν» την άποψη της Επιτροπής και τη δική του προηγούμενη εκτίμηση σε σχέση με τη συνάντηση στο Anaheim τον Ιούνιο του 1995.
216. Συνεπώς, ο όγδοος, ο ένατος, ο δέκατος και ο ενδέκατος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν.
ΣΤ – Πλάνη περί το δίκαιο κατά την εξέταση της ελαφρυντικής περιστάσεως του τερματισμού της παραβάσεως – Μη τήρηση της αρχής της αυτοδεσμεύσεως της Επιτροπής από τους κανόνες που η ίδια θέτει στη δράση της (δωδέκατος –επικουρικά προβαλλόμενος– λόγος αναιρέσεως)
217. Εισαγωγικώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι το σημείο 3 των κατευθυντήριων γραμμών του 1998 προβλέπει μείωση του βασικού ποσού του προστίμου εφόσον συντρέχουν ελαφρυντικές περιστάσεις, μεταξύ άλλων, στην περίπτωση που συντρέχει «παύση των παραβάσεων ταυτόχρονα με τις πρώτες ενέργειες της Επιτροπής (π.χ. επιτόπιοι έλεγχοι)» (τρίτη περίπτωση).
218. Σε σχέση με την εκτίμηση των ελαφρυντικών περιστάσεων, των οποίων η απαρίθμηση στις κατευθυντήριες γραμμές του 1998 είναι ενδεικτική (139), η Επιτροπή διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως (140).
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
219. Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει κατ’ ουσίαν ότι το Πρωτοδικείο, επιτρέποντας στην Επιτροπή με τις σκέψεις 272 έως 287 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως να μη λάβει υπόψη της την παύση της παραβάσεως ως κρίσιμη ελαφρυντική περίσταση, υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο. Τούτο αντιβαίνει στην αρχή ότι η Επιτροπή πρέπει να τηρεί τους κανόνες που η ίδια θέτει. Κατά την αναιρεσείουσα, πρέπει να υπάρξει αντίστοιχη μείωση του ύψους του προστίμου.
220. Η Επιτροπή υπεραμύνεται του αντίστοιχου χωρίου της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
2. Αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και νομική εκτίμηση
221. Πρέπει ευθύς εξαρχής να τονιστεί ότι οι ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας σε σχέση με τις ελαφρυντικές περιστάσεις, όπως θα καταδειχθεί στη συνέχεια, έρχονται σε αντίφαση με τα στοιχεία που παραθέτει σε σχέση με την ημερομηνία τερματισμού της συμπράξεως.
222. Από τη σκέψη 270 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως συνάγεται ότι η ADM υποστηρίζει ότι το σημείο 3, τρίτη περίπτωση, των κατευθυντήριων γραμμών του 1998 αναγνωρίζει την «παύση των παραβάσεων ταυτόχρονα με τις πρώτες ενέργειες της Επιτροπής (π.χ. επιτόπιοι έλεγχοι)» ως ελαφρυντική περίσταση. Περαιτέρω, η ανωτέρω σκέψη διαλαμβάνει ότι «θα έπρεπε να της αναγνωριστεί η ελαφρυντική αυτή περίσταση, δεδομένου ότι τερμάτισε την παραβατική συμπεριφορά της αμέσως μετά την πρώτη ενέργεια των αρμόδιων για τον ανταγωνισμό αμερικανικών αρχών».
223. Η αναιρεσείουσα δεν αμφισβήτησε με το δικόγραφο της αιτήσεώς της αναιρέσεως τους ανωτέρω ισχυρισμούς της, μολονότι είναι προφανές ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έρχονται σε αντίφαση με αυτά που η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται σε άλλο σημείο του δικογράφου της, ήτοι ότι η συμμετοχή της στη σύμπραξη τερματίστηκε από της συσκέψεως της 4ης Οκτωβρίου 1994 (141). Η αντίφαση έγκειται συγκεκριμένα στο γεγονός ότι ο τερματισμός επήλθε αναμφισβήτητα στις 27 Ιουνίου 1995, ημερομηνία κατά την οποία οι αμερικανικές αρχές προέβησαν σε ορισμένες ενέργειες (142), ημερομηνία η οποία συμπίπτει με τη διαπιστωθείσα από την Επιτροπή –και αμφισβητούμενη από την αναιρεσείουσα– ημερομηνία του τερματισμού της συμπράξεως τον «Ιούνιο του 1995».
224. Ανεξαρτήτως αυτών των αντιφατικών πραγματικών περιστατικών τα οποία παραθέτει η αναιρεσείουσα, φρονώ ότι το Πρωτοδικείο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο σε σχέση με το ζήτημα της συνεκτιμήσεως της ελαφρυντικής περιστάσεως.
225. Με τις σκέψεις 272 έως 287 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Πρωτοδικείο εξέθεσε και αιτιολόγησε ότι η εξεταζόμενη εν προκειμένω ρύθμιση του σημείου 3, τρίτη περίπτωση, των κατευθυντήριων γραμμών του 1998 πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικά ούτως ώστε να μην αναιρείται η πρακτική αποτελεσματικότητα του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ και ότι, ως εκ τούτου, η Επιτροπή δεν μπορούσε να υποχρεωθεί με τις κατευθυντήριες γραμμές της να θεωρεί ως ελαφρυντική περίσταση το απλό γεγονός της παύσεως μιας παραβάσεως μετά τις πρώτες ενέργειές της (143).
226. Περαιτέρω, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει τα εξής:
«280 Κατά συνέπεια, η διάταξη αυτή πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι μόνον οι ιδιαίτερες περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως, στις οποίες συγκεκριμενοποιείται η υποθετική περίπτωση της παύσεως της παραβάσεως ταυτόχρονα με τις πρώτες ενέργειες της Επιτροπής.
281 Στην υπό κρίση περίπτωση, πρέπει, ωστόσο, να υπομνησθεί ότι η επίμαχη παράβαση αφορά μια μυστική σύμπραξη που είχε ως αντικείμενο τον καθορισμό τιμών και τον καταμερισμό αγορών. Αυτό το είδος της συμπράξεως απαγορεύεται ρητώς από το άρθρο 81, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ και γ΄, ΕΚ, και συνιστά ιδιαίτερα σοβαρή παράβαση. Τα μέρη όφειλαν συνεπώς να έχουν επίγνωση του παράνομου χαρακτήρα της συμπεριφοράς τους. Ο μυστικός χαρακτήρας της συμπράξεως επιβεβαιώνει το γεγονός ότι τα μέρη είχαν επίγνωση του παράνομου χαρακτήρα των ενεργειών τους. Κατά συνέπεια, το Πρωτοδικείο θεωρεί ότι είναι αναμφίβολο ότι η παράβαση αυτή διαπράχθηκε εκ προθέσεως από τα εμπλεκόμενα μέρη.
282 Το Πρωτοδικείο όμως έχει ρητώς θεωρήσει ότι η παύση μιας παραβάσεως διαπραχθείσας εκ προθέσεως δεν μπορεί να θεωρηθεί ελαφρυντική περίσταση όταν καθορίστηκε από την παρέμβαση της Επιτροπής […].
283 Κατόπιν των προεκτεθέντων, το Πρωτοδικείο θεωρεί ότι, εν προκειμένω, το γεγονός ότι η ADM έθεσε τέρμα στην παράβαση κατόπιν της πρώτης παρεμβάσεως μιας αρμόδιας για τον ανταγωνισμό αρχής δεν μπορεί να συνιστά ελαφρυντική περίσταση.
284 Το συμπέρασμα αυτό δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι, εν προκειμένω, η ADM έθεσε τέρμα στις αντίθετες προς τον ανταγωνισμό επίμαχες πρακτικές κατόπιν της παρεμβάσεως των αμερικανικών αρχών και όχι της Επιτροπής […]. Συγκεκριμένα, το γεγονός ότι η ADM έπαυσε κάθε παράβαση ταυτόχρονα με τις πρώτες ενέργειες των αρμόδιων για τον ανταγωνισμό αμερικανικών αρχών δεν καθιστά την παύση αυτή πιο εκούσια απ’ ό,τι αν είχε πραγματοποιηθεί ταυτόχρονα με τις πρώτες ενέργειες της Επιτροπής.»
227. Φρονώ ότι δεν υπάρχει πλάνη περί το δίκαιο στο ανωτέρω σκεπτικό και ότι το εφαρμοσθέν κριτήριο είναι ορθό.
228. Πράγματι, μία αμιγώς κατά γράμμα ανάλυση της διατάξεως του σημείου 3, τρίτη περίπτωση, των κατευθυντήριων γραμμών του 1998 θα μπορούσε να δώσει την εντύπωση ότι αποτελεί γενικώς και ανεπιφυλάκτως ελαφρυντική περίσταση το γεγονός και μόνον ότι ένας παραβάτης έπαυσε κάθε παράβαση ταυτόχρονα με τις πρώτες ενέργειες της Επιτροπής (144).
229. Εντούτοις, μία τέτοια αμιγώς γραμματική ερμηνεία της ρυθμίσεως δεν θα συμβιβαζόταν με τους σκοπούς του κοινοτικού δικαίου του ανταγωνισμού που είναι, μεταξύ άλλων, η προστασία από στρεβλώσεις του ανταγωνισμού εντός της εσωτερικής αγοράς.
230. Το Πρωτοδικείο ορθώς διευκρίνισε ότι μία ελαφρυντική περίσταση, κατά την έννοια των σκοπών του κοινοτικού δικαίου του ανταγωνισμού, πρέπει να ενέχει «θετική αξία», ήτοι να «απορρέει από αυτόνομη πρωτοβουλία του παραβάτη» (145). Φρονώ και εγώ ότι τούτο είναι ορθό, δεδομένου ότι η μείωση του προστίμου την οποία συνεπάγεται η συνδρομή μιας ελαφρυντικής περιστάσεως αποτελεί ανταμοιβή η οποία δεν πρέπει να δίδεται όταν η παράνομη συμπεριφορά τερματίζεται, μάλλον αντανακλαστικώς, μετά τις πρώτες ενέργειες των αρχών που είναι αρμόδιες για τον ανταγωνισμό. Σε σχέση με την απολύτως επιθυμητή αντίδραση της παύσεως της παράνομης συμπεριφοράς, οι κατευθυντήριες γραμμές του 1998 προβλέπουν κατά τα λοιπά ένα ισχυρό κίνητρο, υπό την έννοια ότι στο σημείο 2 χαρακτηρίζουν την εξακολούθηση μιας παραβάσεως, μετά τις πρώτες ενέργειες της Επιτροπής, ως επιβαρυντική περίσταση (146).
231. Υπό την έννοια αυτή, είναι επίσης λογικό κατά τα λοιπά το γεγονός ότι το Πρωτοδικείο έκρινε, με άλλη απόφασή του, ότι στην περίπτωση μυστικών συμπράξεων δεν δικαιολογείται καμία μείωση του βασικού ποσού λόγω τερματισμού της συμπράξεως μετά τις πρώτες ενέργειες της Επιτροπής, δεδομένου ότι σε αυτές τις παραβάσεις των κανόνων του ανταγωνισμού ο τερματισμός της συμπράξεως αποτελεί αναγκαίο αποτέλεσμα των ενεργειών της Επιτροπής (147).
232. Συνεπώς, δεν είναι επιλήψιμο το γεγονός ότι το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η αναγνώριση της συνδρομής μιας ελαφρυντικής περιστάσεως προϋποθέτει την πρωτοβουλία της εμπλεκόμενης επιχειρήσεως η οποία βαίνει πέραν της απλής παύσεως της παραβάσεως μετά την παρέμβαση της Επιτροπής (148). Περαιτέρω, δεν συντρέχει κάποιος νομικός λόγος για τον οποίο θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι επιδέχεται αμφισβήτηση η εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών στην οποία προέβη εν προκειμένω το Πρωτοδικείο σε σχέση με το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα δεν ανέλαβε κάποια αντίστοιχη πρωτοβουλία και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να της αναγνωριστεί η εν λόγω ελαφρυντική περίσταση.
233. Από απόψεως περιεχομένου, αυτή η ερμηνεία των ελαφρυντικών περιστάσεων, που στηρίζεται στην εκτίμηση της συμπεριφοράς, είναι σύμφωνη με τη νομολογία περί ελαφρυντικών περιστάσεων, η οποία αφορούσε καταστάσεις πριν από την εφαρμογή των κατευθυντήριων γραμμών του 1998 και προϋπέθετε για τη μείωση του προστίμου τη συνεργασία της εμπλεκόμενης επιχειρήσεως στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας (149).
234. Εντούτοις, πρέπει να τονιστεί ότι η εκτιθέμενη στο σημείο αυτό συλλογιστική, βάσει της οποίας η αυτοδέσμευση της Επιτροπής που προβλέπουν οι κατευθυντήριες γραμμές του 1998 κρίνεται υπό το πρίσμα του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ, βαίνει πέραν της συλλογιστικής που εξέθεσε το Δικαστήριο με την απόφασή του Dalmine κατά Επιτροπής (150). Το Δικαστήριο αποφάνθηκε με την ανωτέρω απόφασή του –όπως π.χ. και το Πρωτοδικείο (151) με τη δική του απόφαση επί της ιδίας υποθέσεως– απλώς ότι πρέπει να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια με τις πρώτες ενέργειες της Επιτροπής.
235. Για λόγους πληρότητας, πρέπει να παρατηρηθεί ότι, ακόμα και αν ληφθεί υπόψη το κριτήριο της απλής αιτιώδους συνάφειας με τις πρώτες ενέργειες της Επιτροπής, δεν υφίσταται εν προκειμένω ελαφρυντική περίσταση. Πράγματι, από τα πραγματικά περιστατικά που διαπίστωσε το Πρωτοδικείο συνάγεται ότι η Επιτροπή απηύθυνε, για πρώτη φορά, τον Φεβρουάριο του 1998 αιτήσεις παροχής πληροφοριών στους κύριους παραγωγούς, εισαγωγείς, εξαγωγείς και αγοραστές γλυκονικού νατρίου στην Ευρώπη (152), ήτοι σε ημερομηνία κατά την οποία, βάσει των στοιχείων που παρέσχε η ADM (153), είχε παύσει τη συμμετοχή της στη σύμπραξη προ ετών.
236. Συνεπώς, και αυτός ο επικουρικά προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
237. Δεδομένου ότι φρονώ ότι κανένας από τους λόγους αναιρέσεως δεν ευσταθεί, προτείνω να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της.
VII – Δικαστικά έξοδα
238. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο τυγχάνει αναλογικής εφαρμογής στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 118 του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι απορρίφθηκαν οι ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας, και η Επιτροπή υπέβαλε σχετικό αίτημα, πρέπει η αναιρεσείουσα να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
VIII – Πρόταση
239. Βάσει των ανωτέρω εκτιμήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο:
1. να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και
2. να καταδικάσει την Archer Daniels Midland Company στα δικαστικά έξοδα.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
2 – Απόφαση της 18ης Μαΐου 2006, C‑397/03 P (Συλλογή 2006, σ. I‑4429).
3 – Κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των προστίμων που επιβάλλονται δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 και του άρθρου 65, παράγραφος 5, της Συνθήκης ΕΚΑΧ (ΕΕ 1998, C 9, σ. 3).
4 – Οι κατευθυντήριες γραμμές του 1998 και η εφαρμογή τους έχουν αποτελέσει επανειλημμένως αντικείμενο της νομολογίας του Πρωτοδικείου και του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο έχει, με πλειάδα αποφάσεών του, απορρίψει τις επιφυλάξεις σχετικά με τη νομιμότητα των γραμμών αυτών και την εφαρμογή τους σε προγενέστερες καταστάσεις: βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 28ης Ιουνίου 2005, C‑189/02 P, C‑202/02 P, C‑205/02 P έως C‑208/02 P και C‑213/02 P, Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2005, σ. I‑5425), προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 2 Archer Daniels Midland κ.λπ. κατά Επιτροπής, και της 8ης Φεβρουαρίου 2007, C‑3/06 P, Groupe Danone (Συλλογή 2007, σ. I‑1331).
5 – Με την αίτησή της αναιρέσεως η ADM χαρακτηρίζει την προσβαλλόμενη απόφαση ως «άκρον άωτον υπερβολής» (εννοώντας με τούτο το γεγονός ότι οι κατευθυντήριες γραμμές του 1998 εφαρμόστηκαν για τον υπολογισμό των προστίμων).
6 – ΕΕ ειδ. εκδ. 08/001, σ. 25, όπως τροποποιήθηκε για τελευταία φορά με τον κανονισμό (ΕΚ) 1216/1999 του Συμβουλίου, της 10ης Ιουνίου 1999 (ΕΕ L 148, σ. 5).
7 – ΕΕ 2003, L 1, σ. 1.
8 – Βλ., ανωτέρω, σημείο 3 της εισαγωγής.
9 – Κατά τη διατύπωση του σημείου 2 των κατευθυντήριων γραμμών του 1998, το βασικό ποσό πρέπει να προσαυξάνεται εάν συντρέχουν επιβαρυντικές περιστάσεις. Τούτο συμβαίνει, μεταξύ άλλων, στην περίπτωση που η εμπλεκόμενη επιχείρηση έχει πρωτοστατήσει στην παράβαση ή έχει προτρέψει άλλες επιχειρήσεις να τη διαπράξουν.
10 – Μεταξύ των λοιπών ελαφρυντικών περιστάσεων του σημείου 3 των κατευθυντήριων γραμμών του 1998 περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, το κατά πόσον η επιχείρηση έχει παίξει αποκλειστικά παθητικό ρόλο στη διάπραξη της παράβασης ή μιμήθηκε απλώς τη συμπεριφορά άλλων επιχειρήσεων.
11 – ΕΕ 1996, C 207, σ. 4. Η ανακοίνωση αυτή παραθέτει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι επιχειρήσεις που συνεργάζονται με την Επιτροπή στο πλαίσιο έρευνάς της για την ύπαρξη συμπράξεως μπορούν να εξαιρεθούν από την επιβολή προστίμου ή να τύχουν μειώσεως του προστίμου που θα τους επιβαλλόταν διαφορετικά (πρόκειται για τον λεγόμενο κανόνα του «μάρτυρα-κλειδί»). Η ανακοίνωση αυτή καταργήθηκε με την ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τη μη επιβολή και τη μείωση των προστίμων σε περιπτώσεις συμπράξεων (καρτέλ) (ΕΕ 2002, C 45, σ. 3).
12 – Κατευθυντήριες γραμμές για τη μέθοδο υπολογισμού των προστίμων που επιβάλλονται κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 23, παράγραφος 2, σημείο α΄, του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 (ΕΕ 2006, C 210, σ. 2).
13 – Σημείο 38 των κατευθυντήριων γραμμών του 2006.
14 – Η αίτηση αναιρέσεως απεστάλη στη Γραμματεία του Δικαστηρίου με τηλεομοιοτυπία στις 11 Δεκεμβρίου 2006 και το πρωτότυπο περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 15 Δεκεμβρίου 2006. Δεδομένου ότι, κατά το άρθρο 56, παράγραφος 1, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, η προθεσμία για την άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως ανέρχεται σε δύο μήνες από της επιδόσεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η οποία, βάσει του επιδοτηρίου, πραγματοποιήθηκε στις 2 Οκτωβρίου 2006, η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε εμπροθέσμως στις 11 Δεκεμβρίου 2006, λαμβανομένης υπόψη της παρεκτάσεως της προθεσμίας λόγω αποστάσεως κατά 10 ημέρες κατ’ αποκοπήν όπως προβλέπει το άρθρο 81, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου.
15 – Το Δικαστήριο δεν μπορεί να επανεξετάσει ζητήματα που άπτονται των πραγματικών περιστατικών παρά μόνο σε περιορισμένο βαθμό, ιδίως οσάκις πρόκειται για παραμόρφωση αποδεικτικών στοιχείων, ζήτημα στο οποίο θα επανέλθω στη συνέχεια (βλ. σημείο 202 των ανά χείρας προτάσεων).
16 – Σχετικά με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, βλ. αποφάσεις της 17ης Ιουλίου 1997, C‑219/95 P, Ferriere Nord κατά Επιτροπής (Συλλογή 1997, σ. I‑4411, σκέψη 31), της 17ης Δεκεμβρίου 1998, C‑185/95 P, Baustahlgewebe κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. I‑8417, σκέψεις 128 και 129), Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4, σκέψη 128), και της 10ης Μαΐου 2007, C‑328/05 P, SGL Carbon κατά Επιτροπής (Συλλογή 2007, σ. I‑3921, σκέψη 98).
17 – Απόφαση Groupe Danone κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4, σκέψη 69 και η εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
18 – Απόφαση της 7ης Ιουνίου 1983, 100/80 έως 103/80, Musique Diffusion française κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1983, σ. 1825).
19 – Οι αποφάσεις της Επιτροπής που εκδίδονται μετά την 1η Μαΐου 2004 δεν διέπονται πλέον από τον κανονισμό 17, αλλά από τον κανονισμό 1/2003, βλ., ανωτέρω, κεφάλαιο ΙΙ «Νομικό πλαίσιο».
20 – Αντικείμενό τους είναι η «επιβολή κυρώσεων» χωρίς να αποτελούν «ποινές». Βλ., συναφώς, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα J. Gand της 10ης Ιουνίου 1970 επί της υποθέσεως 41/69, ACF Chemiefarma κατά Επιτροπής (απόφαση της 15ης Ιουλίου 1970, Συλλογή τόμος 1968-1971, σ. 397) σε σχέση με το άρθρο 15, παράγραφος 4, του κανονισμού 17, κατά το οποίο οι αποφάσεις για την επιβολή προστίμων «δεν έχουν ποινικό χαρακτήρα». Σχετικά με τον νομικό χαρακτηρισμό των αποφάσεων για την επιβολή προστίμων ως διοικητικών ποινών, οι οποίες ωστόσο πρέπει να συνάδουν με θεμελιώδεις αρχές τόσο του ποινικού δικαίου όσο και της ποινικής δικονομίας στον βαθμό που έχουν, τόσο λόγο του αντικειμένου τους όσο και των συνεπειών τους, οιονεί ποινικό χαρακτήρα –όπως είναι η περίπτωση, μεταξύ άλλων, των προστίμων που αφορούν τον σχηματισμό συμπράξεων– βλ. Schwarze, «Rechtsstaatliche Grenzen der gesetzlichen und richterlichen Qualifikation von Verwaltungssanktionen im europäischen Gemeinschaftsrecht», EuZW 2003, σ. 261 επ. Βλ., επίσης, την έκφραση «τομέας τουλάχιστον συγγενικός προς το ποινικό δίκαιο» που χρησιμοποιεί η γενική εισαγγελέας J. Kokott στις προτάσεις της της 3ης Ιουλίου 2007 επί της υποθέσεως C‑280/06, Autorità Garante della Concorrenza e del Mercato (απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 2007, Συλλογή 2007, σ. Ι-10893, σημείο 72).
21 – Αποφάσεις ACF Chemiefarma κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα, σκέψεις 172 έως 176, ιδίως 173), και της 7ης Ιουνίου 2007, C‑76/06 P, Britannia Alloys & Chemicals κατά Επιτροπής (Συλλογή 2007, σ. Ι-4405, σκέψη 22).
22 – Βλ., συναφώς, αποφάσεις Musique Diffusion française κ.λπ. κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 18, σκέψη 105, σε σχέση με τα τότε άρθρα 85, παράγραφος 1, και 86 της Συνθήκης ΕΚ), και Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4, σκέψη 170).
23 – Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 29ης Ιουνίου 2006, C‑289/04 P, Showa Denko κατά Επιτροπής (Συλλογή 2006, σ. I‑5859, σκέψη 36), Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4, σκέψη 172).
24 – Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 16ης Νοεμβρίου 2000, C‑291/98 P, Sarrió κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. I‑9991, σκέψη 87), προτάσεις του γενικού εισαγγελέα J. Mischo της 18ης Μαΐου 2000 επί της υποθέσεως C‑283/98 P, Mo och Domsjö κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. I‑9855, σημείο 59), και προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Y. Bot της 1ης Μαρτίου 2007 επί της υποθέσεως Britannia Alloys & Chemicals κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 21, σημεία 127 επ.).
25 – Βλ., αντί πολλών, αποφάσεις Ferriere Nord κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 16, σκέψη 33), καθώς και Groupe Danone κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4, σκέψη 37).
26 – Βλ., ανωτέρω, σημεία 44 έως 46 των ανά χείρας προτάσεων.
27 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 18.
28 – Dannecker/Biermann «Kommentierung Verordnung 1/2003», σημείο 93, σε Immenga/Mestmäcker, Wettbewerbsrecht, τόμος 1 ΕΚ μέρος 2, έκδ. 4η· βλ., συναφώς, και τους ισχυρισμούς των τότε αναιρεσειουσών και της Επιτροπής που εκτίθενται στις σκέψεις 101 έως 103 της αποφάσεως Musique Diffusion française κ.λπ. κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 18).
29 – Απόφαση Musique Diffusion française κ.λπ. κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 18, σκέψη 109).
30 – Για περισσότερο διεξοδικές αναλύσεις, βλ. Schwarze (προπαρατεθέν στην υποσημείωση 20, σ. 263).
31 – Βλ. τη –θεμελιώδους σημασίας– απόφαση Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4, σκέψεις 209 επ.).
32 – Αποφάσεις της 21ης Σεπτεμβρίου 2006, C‑167/04 P, JCB Service κατά Επιτροπής (Συλλογή 2006, σ. I‑8935, σκέψη 209), καθώς και Groupe Danone κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4, σκέψη 23).
33 – Αποφάσεις Groupe Danone κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4, σκέψη 28), και Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4, σκέψεις 211, 213 και 214).
34 – Απόφαση Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4, σκέψεις 156 επ., 234 επ.). Βλ., συναφώς, και Debroux, M., «L’ “imprévisibilité transparente”: La politique de sanction de la Commission européenne en matière de cartels», Concurrences, 2006, σ. 2 επ., σ. 5· Völcker, «Developments in EC competition law in 2005 – an overview», σε CMLRev. 2006, σ. 1409 επ., σ. 1416 επ. Σχετικά με το ζήτημα της συμβατότητας, βλ. θετική εισήγηση του γενικού εισαγγελέα A. Tizzano στις προτάσεις του της 8ης Ιουλίου 2004 επί της υποθέσεως Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4, σημεία 66 επ.).
35 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 18.
36 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 18.
37 – Βλ., στην πάγια νομολογία, απόφαση της 18ης Σεπτεμβρίου 2003, C‑338/00 P, Volkswagen κατά Επιτροπής (Συλλογή 2003, σ. I‑9189, σκέψη 124 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
38 – Απόφαση της 6ης Μαρτίου 2003, C‑41/00 P, Interporc κατά Επιτροπής (Συλλογή 2003, σ. I‑2125, σκέψη 55 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
39 – Βλ. απόφαση Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4, σκέψη 453 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
40 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 18.
41 – Βλ. σημείο 49 ανωτέρω.
42 – Απόφαση Musique Diffusion française κ.λπ. κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 18, σκέψη 105).
43 – Όπ.π., σκέψη 106.
44 – Όπ.π., σκέψεις 107 και 108.
45 – Όπ.π., σκέψη 109· βλ., επίσης, ανωτέρω σημείο 53 των ανά χείρας προτάσεων.
46 – Βλ., σχετικά με την ευρεία διακριτική εξουσία της Επιτροπής, ανωτέρω σημείο 50 των ανά χείρας προτάσεων.
47 – Βλ., μεταξύ άλλων, Debroux (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 34, σ. 4). Παρά την πληθώρα των επικρίσεων, η Επιτροπή υπεραμύνθηκε με επιτυχία των κατευθυντήριων γραμμών της του 1998 και του τρόπου εφαρμογής τους, πράγμα που κατέστη σαφές ιδίως με την απόφαση Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4) (Völcker, «Rough justice? An analysis of the European Commission’s new fining guidelines», CMLRev. 2007, σ. 1285 επ., σ. 1285 και 1286).
48 – Βλ., ανωτέρω, σημεία 53 και 68 των ανά χείρας προτάσεων.
49 – Απόφαση Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4, σκέψεις 227 και 228). Βλ., επίσης, απόφαση Archer Daniels Midland κ.λπ. κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 2, σκέψεις 21 έως 23). Βλ., συναφώς, και αναλυτικές προτάσεις του γενικού εισαγγελέα A. Tizzano της 8ης Ιουλίου 2004 επί της υποθέσεως Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4), σημεία 159 έως 165, καθώς και της 7ης Ιουνίου 2005 επί της υποθέσεως Archer Daniels Midland κ.λπ. κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 2, σημεία 66, 71 και 72).
50 – Βλ., επίσης, απόφαση Archer Daniels Midland κ.λπ. κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 2, σκέψη 24).
51 – «Η σοβαρότητα των παραβάσεων πρέπει να αποδεικνύεται βάσει μεγάλου αριθμού στοιχείων όπως είναι, ιδίως, τα ιδιαίτερα περιστατικά της υποθέσεως, το όλο πλαίσιό της και ο αποτρεπτικός χαρακτήρας των προστίμων, και τούτο χωρίς να υφίσταται δεσμευτικός ή εξαντλητικός κατάλογος κριτηρίων που πρέπει οπωσδήποτε να λαμβάνονται υπόψη», (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 15ης Οκτωβρίου 2002, C‑238/99 P, C‑244/99 P, C‑245/99 P, C‑247/99 P, C‑250/99 P έως C‑252/99 P και C‑254/99 P, Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. I‑8375, σκέψη 465), καθώς και Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4, σκέψη 241). Βλ., επίσης, ανωτέρω σημείο 25 των ανά χείρας προτάσεων.
52 – Απόφαση Musique Diffusion française κ.λπ. κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 18).
53 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4, σκέψεις 227 και 228.
54 – Σκέψεις 31 επ.
55 – Σκέψη 43 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως που παραπέμπει στην απόφαση Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4, σκέψη 225): «H κύρια καινοτομία των κατευθυντήριων γραμμών συνίσταται στο να λαμβάνεται ως σημείο αφετηρίας για τον υπολογισμό ένα βασικό ποσό, που καθορίζεται με βάση ανώτατα και κατώτατα όρια που προβλέπονται συναφώς στις εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές και τα οποία αντανακλούν τους διαφορετικούς βαθμούς σοβαρότητας των παραβάσεων, αλλά τα οποία, αυτά καθ’ εαυτά, δεν έχουν σχέση με τον σχετικό κύκλο εργασιών. Η μέθοδος αυτή στηρίζεται συνεπώς κατ’ ουσίαν σε μια τιμολόγηση, αν και σχετική και εύκαμπτη, των προστίμων».
56 – Βλ., ανωτέρω, σημεία 68, 72 και 74 των ανά χείρας προτάσεων.
57 – Βλ., ανωτέρω, σημείο 75 των ανά χείρας προτάσεων.
58 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 18.
59 – Απόφαση Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4, σκέψεις 156 επ., 234 επ.). Βλ., συναφώς, και σημείο 56 των ανά χείρας προτάσεων.
60 – Η εκτίμηση αυτή επιρρωννύεται από την εξέταση της «άλλης πλευράς του νομίσματος», ήτοι από το γεγονός ότι, όπως εξήγησα ανωτέρω, η Επιτροπή αυτοδεσμεύεται από τις εκάστοτε κατευθυντήριες γραμμές που θέτει σε ισχύ (Βλ., ανωτέρω, σημείο 55 των ανά χείρας προτάσεων): η Επιτροπή δεν υποχρεούται να παραθέτει συμπληρωματικές αιτιολογίες σε σχέση με τα κριτήρια εκτιμήσεως που λαμβάνει υπόψη της οσάκις με την απόφασή της προβαίνει στην εφαρμογή των κατευθυντήριων γραμμών, πλην όμως έχει την υποχρέωση αυτή οσάκις με την απόφασή της αφίσταται των εκάστοτε κατευθυντήριων γραμμών που ισχύουν (βλ., επίσης, Demetriou/Gray, «Developments in EC competition law in 2006 – an overview», σε: CMLRev. 2007, σ. 1429 επ., σ. 1452).
61 – Βλ., ανωτέρω, σημεία 56 και 82 των ανά χείρας προτάσεων.
62 – Βλ., μεταξύ άλλων, Dannecker/Biermann, προπαρατεθέντες στην υποσημείωση 28, όπ.π. σημείο 126, σ. 1260. Ο Völcker («Rough justice», προπαρατεθείς στην υποσημείωση 47, σ. 1289) υποστηρίζει ότι έχει στοιχεία από τα οποία συνάγεται ότι οι τροποποιήσεις που επέφερε η Επιτροπή στις κατευθυντήριες γραμμές του 1998 με τις κατευθυντήριες γραμμές του 2006, τουλάχιστον όσον αφορά την κατάργηση της «τιμολογήσεως», οφείλονται και στο γεγονός ότι η νομολογία με την οποία το Πρωτοδικείο και το Δικαστήριο επιβεβαίωσαν τη συμβατότητα της μεθόδου αυτής δεν έπαυσε τις επικρίσεις κατά των κατευθυντήριων γραμμών του 1998 λόγω της ελλείψεως διαφάνειας και της υπάρξεως αυθαιρεσιών. Ο Soyez: «Die Bußgeldleitlinien der Kommission - mehr Fragen als Antworten», EuZW 2007, σ. 596-600, υποστηρίζει ότι ο δεδηλωμένος σκοπός των κατευθυντήριων γραμμών του 1998, που ήταν η αύξηση της διαφάνειας και της αντικειμενικότητας των αποφάσεων της Επιτροπής, δεν επετεύχθη και ότι πληθώρα εκπροσώπων ευρωπαϊκών αρχών αρμόδιων για τον ανταγωνισμό χαρακτήρισαν εκ των υστέρων τις κατευθυντήριες γραμμές του 1998 ως καθαρή «λοταρία» (σ. 596).
63 – Dannecker/Biermann (προπαρατεθέντες στην υποσημείωση 28, σημείο 126).
64 – Βλ., συναφώς, και σημείο 90 των ανά χείρας προτάσεων.
65 – Βλ., ανωτέρω, σημείο 50 των ανά χείρας προτάσεων· βλ., επιπλέον, σημείο 2 της εισαγωγής των κατευθυντήριων γραμμών του 2006.
66 – Βλ., ανωτέρω, σημείο 45 των ανά χείρας προτάσεων.
67 – Στο σημείο αυτό δεν θα εξετάσω το κατά πόσον οι κατευθυντήριες γραμμές του 2006 ανταποκρίνονται στις υποδείξεις του Schwarze (προπαρατεθείς στην υποσημείωση 20, ιδίως σ. 269) σε σχέση με τις κατευθυντήριες γραμμές του 1998.
68 – Είναι προφανές ότι με το επιχείρημα αυτό η αναιρεσείουσα ευελπιστεί ότι θα επιτύχει τη μείωση των προστίμων. Αντιθέτως, ένα μέρος της θεωρίας φρονεί ότι ευσταθεί η ανακοίνωση της Επιτροπής ότι οι κατευθυντήριες γραμμές του 2006 συνεπάγονται σε ορισμένες περιπτώσεις περαιτέρω αύξηση του ύψους των προστίμων, βλ. Demetriou/Gray (προπαρατεθέντες στην υποσημείωση 60, σ. 1429)· ο Völcker διατυπώνει, μεταξύ άλλων, επιφυλάξεις ως προς το αν είναι σκόπιμη η περαιτέρω αύξηση του ύψους των προστίμων («Rough justice», προπαρατεθέν στην υποσημείωση 47, σ. 1317).
69 – Βλ., ανωτέρω, σημείο 45 των ανά χείρας προτάσεων.
70 – Προπαρατεθείσες αποφάσεις Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής (σκέψεις 243 έως 312), και Archer Daniels Midland κ.λπ. κατά Επιτροπής (σκέψη 34). Το άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 χρησιμοποιεί την έκφραση «κύκλος εργασιών», χωρίς να τη διευκρινίζει περαιτέρω. Εξάλλου, στην εν λόγω διάταξη χρησιμοποιείται μόνον ως κριτήριο για τον καθορισμό του ανώτατου δυνατού ύψους προστίμου, ενώ κανένα στοιχείο της διατυπώσεως της διατάξεως αυτή δεν εμποδίζει να λαμβάνεται υπόψη ο κύκλος εργασιών όχι μόνο για τον καθορισμό του ανώτατου δυνατού ύψους του προστίμου, αλλά και εν γένει.
71 – Απόφαση Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4, σκέψη 225). Βλ., επίσης, Debroux, M., «L’ “imprévisibilité transparente”: La politique de sanction de la Commission en matière de cartels», προπαρατεθέν στην υποσημείωση 34, σ. 7.
72 – Ως προς τις συμφωνίες που αντιβαίνουν στη Συνθήκη ΕΚΑΧ, βλ. σημείο 5, στοιχείο α΄, των κατευθυντήριων γραμμών του 1998.
73 – Βλ. π.χ. σημείο 1, Α, των κατευθυντήριων γραμμών του 1998: «Ακόμη, θα είναι αναγκαίο να λαμβάνεται υπόψη ηπραγματικήοικονομικήδυνατότητα του αυτουργού της παράβασης να προξενήσει σημαντική ζημία σε άλλους οικονομικούς παράγοντες ιδίως καταναλωτές. Επίσης, το ύψος του προστίμου που επιβάλλεται κάθε φορά πρέπει να είναι τέτοιο, ώστε να έχει την ενδεδειγμένη αποτρεπτική χρησιμότητα».
74 – Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα A. Tizzano της 8ης Ιουλίου 2004 επί της υποθέσεως Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4, σημείο 71).
75 – Όπ.π.
76 – Η αναιρεσείουσα είχε διατυπώσει εξάλλου παρεμφερή αιτίαση στο πλαίσιο της υποθέσεως Archer Daniels Midland κ.λπ. κατά Επιτροπής (απόφαση προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 2), πλην όμως, τότε είχε προσθέσει ότι η Επιτροπή, μη λαμβάνοντας τον κύκλο εργασιών εντός του ΕΟΧ ως μονάδα μετρήσεως, παρέβη την αρχή της αναλογικότητας (βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα A. Tizzano επί της προπαρατεθείσας στην υποσημείωση 2 υποθέσεως Archer Daniels Midland κ.λπ. κατά Επιτροπής, σημεία 128 επ.).
77 – Απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 2006, C‑113/04 P, Technische Unie κατά Επιτροπής (Συλλογή 2006, σ. I‑8831, σκέψη 196).
78 – Απόφαση 2003/437/ΕΚ της Επιτροπής, της 11ης Δεκεμβρίου 2001, σχετικά με διαδικασία βάσει του άρθρου 81 της Συνθήκης ΕΚ και του άρθρου 53 της Συμφωνίας ΕΟΧ Υπόθεση COMP/E-1/37.027 – Φωσφορικός ψευδάργυρος (ΕΕ 2003, L 153, σ. 1). Η απόφαση αυτή της Επιτροπής αποτελεί αντικείμενο της αποφάσεως του Δικαστηρίου Britannia Alloys & Chemicals κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 21).
79 – Επιβάλλεται η παρατήρηση ότι το επιχείρημα αυτό της αναιρεσείουσας διακρίνει δύο επίπεδα μη συνεκτιμήσεως: ο κύκλος εργασιών εντός του ΕΟΧ δεν ελήφθη υπόψη ούτε ως «σημείο αφετηρίας του υπολογισμού» ούτε ως «παράγων ο οποίος θα μπορούσε να επηρεάσει εκ των υστέρων το ύψος του προστίμου». Προσάπτοντας στην Επιτροπή ότι δεν έλαβε υπόψη της κατά τον υπολογισμό του ύψους του προστίμου αυτόν τον κύκλο εργασιών, η ADM βάλλει κατά των κατευθυντήριων γραμμών του 1998 στις οποίες γίνεται μνεία της βάσεως του υπολογισμού με τελείως διαφορετικούς όρους· βλ. σημεία 1 και 90 των ανά χείρας προτάσεων.
80 – Βλ., συναφώς, ανωτέρω σημεία 44 και 45 των ανά χείρας προτάσεων.
81 – Βλ., ανωτέρω, σημεία 85 και 86 των ανά χείρας προτάσεων.
82 – Βλ., ανωτέρω, σημείο 78 των ανά χείρας προτάσεων.
83 – Συναφώς, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι το Πρωτοδικείο χρησιμοποίησε στην εν λόγω σκέψη 114 της δεσμευτικής αποδόσεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως στην αγγλική γλώσσα τον όρο «appropriate», ήτοι «κατάλληλο». Η ADM χρησιμοποιεί μεν στο αγγλικό πρωτότυπο του δικογράφου της αιτήσεώς της αναιρέσεως τον όρο «proportionate», ο οποίος εντούτοις μπορεί, πέραν των λοιπών σημασιών του, να μεταφραστεί και ως «κατάλληλο».
84 – Απόφαση της 10ης Ιανουαρίου 2006, C‑344/04, INTERNATIONAL AIR TRANSPORT ASSOCIATION και EUROPEAN LOW FARES AIRLINE ASSOCIATION (Συλλογή 2006, σ. I‑403, σκέψη 95 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
85 – Απόφαση Britannia Alloys & Chemicals κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 21, σκέψη 60 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία στην πάγια νομολογία του Δικαστηρίου).
86 – Σκέψη 95 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
87 – Βλ., ανωτέρω, σκέψη 45 των ανά χείρας προτάσεων.
88 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4.
89 – Σκέψη 226 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
90 – Σκέψη 226 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
91 – Με τον τρόπο αυτόν, το Πρωτοδικείο απεφάνθη εμμέσως πλην σαφώς ότι σε μία τέτοια περίπτωση, η οποία δεν συντρέχει εν προκειμένω, το ζήτημα του βάρους επικλήσεως και αποδείξεως των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών θα έπρεπε να κριθεί διαφορετικά απ’ ό,τι στην παρούσα συνάφεια. Βλ., κατωτέρω, σημεία 166 επ. των ανά χείρας προτάσεων σχετικά με το βάρος επικλήσεως και αποδείξεως της υπάρξεως ή μη παραβάσεως.
92 – Σκέψη 230 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
93 – Βλ. σκέψεις 175 έως 178 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως καθώς και την παραπομπή στις σκέψεις αυτές στη σκέψη 230 της ιδίας αποφάσεως.
94 – Βλ. σκέψεις 232 και 233 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
95 – Βλ. σκέψη 176 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, καθώς και παραπομπή της σκέψεως 230 της ιδίας αποφάσεως στη σκέψη 178 η οποία εκθέτει συνοπτικά το ζήτημα αυτό.
96 – Σκέψη 236 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
97 – Προτάσεις της γενικής εισαγγελέα J. Kokott της 8ης Δεκεμβρίου 2005 επί της υποθέσεως C‑105/04 P, Nederlandse Federatieve Vereniging voor de Groothandel op Elektrotechnisch Gebied κατά Επιτροπής (Συλλογή 2006, σ. I‑8725, σημείο 73).
98 – Σκέψη 237 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
99 – Σκέψεις 232 έως 236 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως που παραπέμπουν στις σκέψεις 196 και 197 της ιδίας αποφάσεως.
100 – Βλ. απόφαση της 9ης Ιουνίου 1992, C‑30/91 P, Lestelle κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. I‑3755, σκέψη 28).
101 – Βλ. απόφαση της 7ης Ιανουαρίου 2004, C‑204/00 P, C‑205/00 P, C‑211/00 P, C‑213/00 P, C‑217/00 P και C‑219/00 P, Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2004, σ. I‑123, σκέψη 53).
102 – Για λόγους πληρότητας, επισημαίνω ότι, από απόψεως δικαίου της αποδείξεως, η παρούσα εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών αφορά μία κατάσταση διαφορετική από αυτήν που αφορούσε η σκέψη 159 της αποφάσεως της 9ης Ιουλίου 2003, T‑224/00, Archer Daniels Midland und Archer Daniels Midland Ingredients κατά Επιτροπής (Συλλογή 2003, σ. II‑2597). Στην υπόθεση αυτή το Πρωτοδικείο ακύρωσε μία απόφαση της Επιτροπής στον βαθμό που διαπίστωσε ότι «είναι αδιανότητο το να συμφώνησαν επανειλημμένα τα μέρη να συναντηθούν σε διάφορες χώρες του κόσμου για να καθορίσουν τις τιμές σε μια τόσο μακροχρόνια περίοδο χωρίς αυτό να συνεπάγεται επιπτώσεις στην αγορά της λυσίνης». Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν είχε αποδεικτική ισχύ, δεδομένου ότι στηριζόταν σε απλές εικασίες και όχι σε αντικειμενικούς οικονομικούς παράγοντες (Βλ., επίσης, Debroux, προπαρατεθείς στην υποσημείωση 34, σ. 8). Συμμερίζομαι την εκτίμηση αυτή του Πρωτοδικείου η οποία αφορά μία κατάσταση στην οποία η Επιτροπή φέρει το βάρος επικλήσεως και αποδείξεως των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών. Εντούτοις, τα πράγματα έχουν άλλως εν προκειμένω. Έχουμε αχθεί σε ένα σημείο όπου απόκειται στην αναιρεσείουσα να αποδείξει ότι υφίστανται εύλογες επιφυλάξεις ως προς την ορθότητα των διαπιστώσεων της Επιτροπής σε σχέση με τον αντίκτυπο της συμπράξεως επί της οικείας αγοράς περιλαμβανομένου του ορισμού της αγοράς αυτής. Στη συνάφεια αυτή, απόκειται στην αναιρεσείουσα να επικαλεστεί κάποιο γεγονός το οποίο να είναι τουλάχιστον αληθοφανές ώστε να αιτιολογεί τις εν λόγω «εύλογες επιφυλάξεις». Φρονώ ότι εν προκειμένω τούτο δεν συνέβη ούτε κατ’ ελάχιστον.
103 – Βλ., ανωτέρω, σημεία 145 επ. των ανά χείρας προτάσεων.
104 – Βλ., σχετικά με την πάγια νομολογία, μεταξύ άλλων αποφάσεις της 1ης Ιουνίου 1994, C‑136/92 P, Επιτροπή κατά Brazzelli Lualdi κ.λπ. (Συλλογή 1994, σ. I‑1981, σκέψη 66), καθώς και της 15ης Ιουνίου 2000, C‑237/98 P, Dorsch Consult κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. I‑4549, σκέψη 50).
105 – Βλ. σχετικά με το ζήτημα της παραμορφώσεως των αποδεικτικών στοιχείων, αναλυτικότερα, σημείο 202 των ανά χείρας προτάσεων.
106 – Βλ. σκέψη 236 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως: αφενός, το ύψος των τιμών που ίσχυαν στη μεγαλύτερη αγορά των χηλικών ουσιών κατά τον χρόνο της συμπράξεως, αφετέρου το ύψος των τιμών το οποίο κατά πάσα πιθανότητα θα είχε διαμορφωθεί στην ίδια μεγαλύτερη αγορά αν δεν υπήρχε σύμπραξη για το γλυκονικό νάτριο.
107 – Η εκτίμηση του ζητήματος αυτού εμπίπτει στον τομέα της εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών και δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο· Βλ., ανωτέρω, σημείο 44 των ανά χείρας προτάσεων.
108 – Πρέπει να θεωρηθεί ότι τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται ανωτέρω στο σημείο 134 των ανά χείρας προτάσεων σκοπούν να περιγράψουν το επίπεδο των τιμών που ίσχυαν στη μεγαλύτερη αγορά των χηλικών ουσιών κατά τον χρόνο της συμπράξεως.
109 – Βλ., συναφώς, ανωτέρω σημείο 141 των ανά χείρας προτάσεων.
110 – Κατά το σημείο 1, Β, των κατευθυντήριων γραμμών του 1998: παραβάσεις σύντομης διάρκειας (κατά κανόνα, βραχύτερης του ενός έτους), δεν εφαρμόζεται καμία προσαύξηση· παραβάσεις μέσης διάρκειας (κατά κανόνα, από ένα έως πέντε έτη), η προσαύξηση μπορεί να φθάσει έως το 50 % του ποσού που έχει καθοριστεί με βάση τη σοβαρότητα της παραβάσεως· παραβάσεις μεγάλης διάρκειας (κατά κανόνα, μεγαλύτερης των πέντε ετών), η προσαύξηση που εφαρμόζεται για κάθε έτος μπορεί να ισούται με το 10 % του ποσού που έχει καθορισθεί με βάση τη σοβαρότητα της παραβάσεως.
111 – Μολονότι εν προκειμένω τα στοιχεία που παραθέτει η αναιρεσείουσα όχι μόνο σε σχέση με την ημερομηνία της λήξεως, αλλά και σε σχέση με την ημερομηνία της ενάρξεως διαφέρουν από τις συναφείς διαπιστώσεις της Επιτροπής, εντούτοις τα επιχειρήματα που προέβαλε η αναιρεσείουσα ενώπιον του Δικαστηρίου, όπως προφανώς και ενώπιον του Πρωτοδικείου, περιορίζονται στην ημερομηνία της λήξεως.
112 – Σκέψη 240 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
113 – Βλ., ανωτέρω, σημεία 144 επ. των ανά χείρας προτάσεων.
114 – Σε σχέση με το αντικειμενικό βάρος αποδείξεως (ήτοι σε σχέση με ένα πραγματικό γεγονός το οποίο δεν μπορεί να αποδειχθεί –non liquet–), το άρθρο 2, πρώτη περίοδος, του μη δυναμένου να εφαρμοστεί εν προκειμένω για χρονικούς λόγους κανονισμού 1/2003 περιλαμβάνει μία αντίστοιχη ρύθμιση· Βλ., συναφώς, Säcker/Jaeks, «Kommentierung zu Art. 81 EG», σημείο 815, σε Hirsch/Montag/Säcker, EuropäischesWettbewerbsrecht, MünchenerKommentarzumEuropäischenundDeutschenWettbewerbsrecht (Kartellrecht), τόμος 1.
115 – Πάγια νομολογία: βλ. μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 17ης Δεκεμβρίου 1998, C‑185/95 P, Baustahlgewebe κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. I‑8417, σκέψη 58). Βλ., επίσης, Hackspiel, § 24 Beweisrecht, σημείο 13, σε Rengeling/Middeke/Gellermann, Handbuch des Rechtsschutzes in der Europäischen Union: στο δίκαιο του ανταγωνισμού, η Επιτροπή φέρει κατ’ αρχήν το βάρος της αποδείξεως ότι υπάρχει παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού, ιδίως το αν μια επιχείρηση μετέσχε σε σύμπραξη καθώς και ποια ήταν η διάρκεια της παραβάσεως.
116 – Απόφαση Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 101, σκέψη 57). Βλ., συναφώς, και σκέψεις 55 και 56 της ανωτέρω αποφάσεως: «55 Δεδομένου ότι η απαγόρευση της συμμετοχής σε πρακτικές συμφωνίες θίγουσες τον ανταγωνισμό καθώς και οι κυρώσεις που δύνανται να επιβληθούν στους παραβάτες είναι τοις πάσι γνωστές, είναι σύνηθες να αναπτύσσονται λαθραίως οι δραστηριότητες τις οποίες συνεπάγονται αυτές οι πρακτικές και οι συμφωνίες, να πραγματοποιούνται μυστικές συναντήσεις, τις περισσότερες φορές σε τρίτες χώρες, και να περιορίζονται στο ελάχιστο τα συναφή έγγραφα. 56 Ακόμη και όταν η Επιτροπή ανακαλύπτει στοιχεία τα οποία πιστοποιούν ρητώς παράνομες επαφές μεταξύ των επιχειρηματιών, όπως, τα πρακτικά μιας συνεδριάσεως, τα στοιχεία αυτά είναι συνήθως αποσπασματικά και διασκορπισμένα, οπότε είναι συχνά απαραίτητη η ανασύσταση ορισμένων λεπτομερειών δια της επαγωγής».
117 – Αποφάσεις Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 101, σκέψη 81 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία), καθώς και της 14ης Ιουλίου 2005, C‑57/02 P, Acerinox κατά Επιτροπής (Συλλογή 2005, σ. I‑6689, σκέψη 46 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Βλ., επίσης, Hackspiel (προπαρατεθείς στην υποσημείωση 115), σημείο 13.
118 – Απόφαση Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 101, σκέψεις 84 και 85).
119 – Βλ., ανωτέρω, σημεία 144 επ. των ανά χείρας προτάσεων.
120 – Hackspiel (προπαρατεθείς στην υποσημείωση 115), σημείο 13.
121 – Βλ., ανωτέρω, σημείο 44 των ανά χείρας προτάσεων.
122 – Βλ. σχετικά με την παραμόρφωση των αποδεικτικών στοιχείων, αναλυτικότερα, κατωτέρω σημείο 202 των ανά χείρας προτάσεων.
123 – Στο πρωτότυπο: «knowing consensus».
124 – Ως προς το σημείο αυτό, το αγγλικό πρωτότυπο δεν είναι απολύτως σαφές. Στο πρωτότυπο, η αναιρεσείουσα κάνει μεν λόγο για «manifest concurrence of wills» («πρόδηλη σύμπτωση βουλήσεων»), ωστόσο στο χωρίο της αποφάσεως που παραθέτει τονίζει τη φράση «manifestation of the wish».
125 – Η αναιρεσείουσα παραθέτει δύο αποφάσεις προς στήριξη της απόψεώς της: αποφάσεις της 6ης Ιανουαρίου 2004, C‑2/01 P και C‑3/01 P, BAI και Επιτροπή κατά Bayer [Συλλογή 2004, σ. I‑26, σκέψη 102 («προκειμένου να θεωρηθεί ότι μία συμφωνία κατά το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης έχει συναφθεί δια σιωπηρής αποδοχής, απαιτείται η σκοπούσα σε αποτέλεσμα στρεφόμενο κατά του ανταγωνισμού δήλωση βουλήσεως του ενός εκ των συμβαλλομένων να συνιστά πρόσκληση, ρητή ή έμμεση, στον έτερο συμβαλλόμενο προς πραγμάτωση από κοινού του σκοπού αυτού […]»)], καθώς και της 14ης Ιουλίου 1972, 48/69, ICI κατά Επιτροπής [Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 99, σκέψεις 64/67 («[…] υποκαθιστά σκοπίμως τους κινδύνους του ανταγωνισμού με μία συνεργασία στην πράξη μεταξύ αυτών»)] (οι υπογραμμίσεις της αναιρεσείουσας).
126 – Απόφαση Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 101).
127 – Βλ., ανωτέρω, σημείο 172 των ανά χείρας προτάσεων.
128 – Βλ., ανωτέρω, σημείο 170 των ανά χείρας προτάσεων.
129 – Όπ.π.
130 – Απόφαση Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 101, σκέψη 330).
131 – Βλ., ανωτέρω, σημεία 44 και 172 των ανά χείρας προτάσεων.
132 – Η αναιρεσείουσα παραπέμπει συναφώς, μεταξύ άλλων, στο σημείο 42 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα L. A. Geelhoed της 29ης Ιουνίου 2006 επί της υποθέσεως C‑238/05, Asnef-Equifax (Συλλογή 2006, σ. I‑11125), και δη στο ακόλουθο χωρίο: «Τα συγκεντρωτικά στοιχεία είναι, κατά κανόνα νόμιμα, υπό τον όρο ότι δεν επιτρέπουν να εντοπιστεί η ταυτότητα και να καταστεί γνωστή η εμπορική στρατηγική του συγκεκριμένου ανταγωνιστή». Εντούτοις το χωρίο αυτό, ερμηνευόμενο στη συνάφειά του, δεν συνηγορεί σαφώς υπέρ της ερμηνείας που προτείνει η αναιρεσείουσα. Ο γενικός εισαγγελέας L. A. Geelhoed εκθέτει στα σημεία 41 και 42 των ανωτέρω προτάσεών του ότι η διάκριση μεταξύ νόμιμης και παράνομης ανταλλαγής πληροφοριών εξαρτάται και από το αν βάσει του βαθμού της συνοπτικότητας (του επιπέδου συγκεντρώσεως) είναι δυνατό να γίνουν αντιληπτές οι στρατηγικές των ανταγωνιστών, πράγμα το οποίο εξαρτάται σε τελευταία ανάλυση από τον αριθμό τους. Πέραν της παραμέτρου αυτής, έχει σημασία η διάρθρωση της οικείας αγοράς (αν είναι ολιγοπωλιακή ή πλήρως ανταγωνιστική) καθώς και η συχνότητα της ανταλλαγής πληροφοριών. Επιπλέον, πρέπει να τονιστεί ότι οι ανωτέρω αναπτύξεις του γενικού εισαγγελέα L. A. Geelhoed έχουν μεν γενική διατύπωση, πλην όμως αφορούν μία τελείως διαφορετική κατάσταση. Αντικείμενο της υποθέσεως αυτής ήταν ένα σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών πιστωτικού χαρακτήρα μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων, συγκεκριμένα δε ένα μητρώο πληροφοριών σχετικά με τη φερεγγυότητα των πελατών.
133 – Βλ. αποφάσεις της 13ης Ιουλίου 1966, 56/64 και 58/64, Consten και Grundig κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 365), καθώς και Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 51, σκέψη 491).
134 – Απόφαση της 18ης Ιανουαρίου 2007, C‑229/05 P, PKK και KNK κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2007, σ. I‑445, σκέψη 37).
135 – Hackspiel, «§ 28, Rechtsmittel und Rechtsbehelfe», σημείο 28, σε Rengeling/Middeke/Gellermann, Handbuch des Rechtsschutzes in der Europäischen Union.
136 – Προτάσεις της γενικής εισαγγελέα J. Kokott της 27ης Σεπτεμβρίου 2006 επί της υποθέσεως C‑229/05 P, PKK και KNK κατά Συμβουλίου, σημείο 43.
137 – Βλ., ανωτέρω, σημείο 192 των ανά χείρας προτάσεων.
138 – Στην απόδοση της σκέψεως αυτής στη γαλλική γλώσσα –η οποία είναι η γλώσσα στην οποία συσκέπτεται το Πρωτοδικείο– γίνεται λόγος για «[l]es indications contenues dans un document obtenu auprès de Roquette», στην απόδοση στην αγγλική γλώσσα που δημοσιεύθηκε γίνεται λόγος για «[t]he evidence contained in a document obtained from Roquette», και, τέλος, στην απόδοση στη γερμανική γλώσσα γίνεται λόγος για «die Angaben eines von Roquette vorgelegten Dokuments».
139 – Ο ενδεικτικός χαρακτήρας απορρέει από την ίδια τη διατύπωση: «το βασικό ποσό ελαττώνεται εάν συντρέχουν ελαφρυντικές περιστάσεις, παραδείγματος χάρη». Βλ., επίσης, Demetriou/Gray (προπαρατεθέντες στην υποσημείωση 60), σ. 1453, κατά τους οποίους οι κατευθυντήριες γραμμές δεν περιέχουν δεσμευτικές υποδείξεις σε σχέση με τη συνεκτίμηση των ελαφρυντικών περιστάσεων.
140 – Βλ., μεταξύ άλλων, Dannecker/Biermann (προπαρατεθέντες στην υποσημείωση 28), σημείο 164.
141 – Καθό μέτρο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι η συμμετοχή της στη σύμπραξη τερματίστηκε με τη σύσκεψη της 4ης Οκτωβρίου 1994 (Βλ., ανωτέρω, σημεία 163 επ. των ανά χείρας προτάσεων), ουδόλως συσχετίζει τον ισχυρισμό αυτόν με τις πρώτες ενέργειες των αρμόδιων για τον ανταγωνισμό αρχών, αλλά με το γεγονός ότι δεν υπήρξε σύμπνοια μεταξύ των επιχειρήσεων που μετέσχον στη σύμπραξη.
142 – Βλ. σκέψη 273 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
143 – Βλ., μεταξύ άλλων, σκέψη 279 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
144 – Σκέψη 277 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
145 – Σκέψη 278 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
146 – Βλ., επίσης, σκέψη 278 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
147 – Βλ., επίσης, Engelsing/Schneider, «Kommentierung zu Art. 23 VO 1/2003», σημείο 144, σε Hirsch/Montag/Säcker, Europäisches Wettbewerbsrecht, Münchener Kommentar zum Europäischen und Deutschen Wettbewerbsrecht (Kartellrecht), τόμος 1. Βλ., επίσης, σημείο 29 των κατευθυντήριων γραμμών του 2006 σε σχέση με τις ελαφρυντικές περιστάσεις, στο οποίο γίνεται λόγος για τη δυνατότητα μειώσεως του βασικού του προστίμου στην περίπτωση που η Επιτροπή διαπιστώσει τη συνδρομή ελαφρυντικών περιστάσεων, όπως π.χ. «όταν η εμπλεκόμενη επιχείρηση αποδεικνύει ότι έπαυσε την παράβαση αμέσως μετά την πρώτη παρέμβαση της Επιτροπής. Αυτό δεν θα εφαρμόζεται στις μυστικές συμφωνίες ή πρακτικές (ιδίως στην περίπτωση καρτέλ)».
148 – Σκέψη 285 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
149 – Βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 16ης Νοεμβρίου 2000, C‑297/98 P, SCA Holding κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. I‑10101, σκέψεις 36 και 37). Σχετικά με την πρακτική της Επιτροπής Βλ., επίσης, απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2007, C‑407/04 P, Dalmine κατά Επιτροπής (Συλλογή 2007, σ. I‑835, σκέψη 154).
150 – Απόφαση Dalmine κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 149, σκέψεις 158 έως 160).
151 – Απόφαση της 8ης Ιουλίου 2004, Τ-50/00, Dalmine κατά Επιτροπής (Συλλογή 2004, σ. II‑2395, σκέψεις 328 έως 330).
152 – Σκέψη 5 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
153 – Βλ., ανωτέρω, σημείο 164 των ανά χείρας προτάσεων: η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι έπαυσε τη συμμετοχή της στη σύμπραξη ήδη από της συσκέψεως της 4ης Οκτωβρίου 1994 που πραγματοποιήθηκε στο Λονδίνο.
Full & Egal Universal Law Academy