ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JÁN MAZÁK
της 9ης Σεπτεμβρίου 2008 (1)
Υπόθεση C‑518/06
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Ιταλικής Δημοκρατίας
«Παράβαση κράτους μέλους – Άρθρα 43 ΕΚ και 49 ΕΚ – Δικαίωμα εγκαταστάσεως – Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών – Ασφάλιση πλην ασφαλίσεως ζωής – Υποχρεωτική ασφάλιση ευθύνης έναντι τρίτων από αυτοκίνητα – Υποχρέωση του συμβάλλεσθαι – Οδηγία 92/49/ΕΟΚ – Ύψος ασφαλίστρων»
I – Εισαγωγή
1. Στο πλαίσιο της παρούσης διαδικασίας που κινήθηκε δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η Ιταλική Δημοκρατία, επιβάλλοντας, μεταξύ άλλων, υποχρέωση του συμβάλλεσθαι στις ασφαλιστικές εταιρείες οι οποίες έχουν άδεια να παρέχουν υποχρεωτική ασφάλιση ευθύνης έναντι τρίτων από αυτοκίνητα στην Ιταλία, παραβαίνει τις υποχρεώσεις της εκ των άρθρων 43 ΕΚ και 49 ΕΚ. Η ιταλική νομοθεσία επιβάλλει στις εν λόγω επιχειρήσεις την υποχρέωση να παρέχουν κάλυψη για ευθύνη έναντι τρίτων από αυτοκίνητα για όλες τις κατηγορίες των ασφαλιζομένων προσώπων σε όλες τις περιοχές της Ιταλίας. Η Επιτροπή υποστηρίζει επίσης ότι, θεσπίζοντας και διατηρώντας σε ισχύ νομοθεσία σύμφωνα με την οποία τα ασφάλιστρα για ασφάλιση ευθύνης υπέρ τρίτων από αυτοκίνητα πρέπει να υπολογίζονται βάσει συγκεκριμένων κριτηρίων και υποβάλλοντας τα ασφάλιστρα αυτά σε εκ των υστέρων ελέγχους, η Ιταλική Δημοκρατία παραβιάζει τις υποχρεώσεις της εκ των άρθρων 6, 9, 29 και 39 της οδηγίας 92/49/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την πρωτασφάλιση, εκτός της ασφάλειας ζωής και για την τροποποίηση των οδηγιών 73/239/ΕΟΚ και 88/357/ΕΟΚ (τρίτη οδηγία για την πρωτασφάλιση εκτός της ασφάλειας ζωής) (2). Οι επίμαχες υποχρεώσεις ισχύουν για τις επιχειρήσεις οι οποίες έχουν την κύρια εγκατάστασή τους σε άλλο κράτος μέλος αλλά δραστηριοποιούνται στην Ιταλία κάνοντας χρήση της ελευθερίας εγκαταστάσεως ή της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών. Η παράβαση των επιμάχων ιταλικών ρυθμίσεων μπορεί να οδηγήσει στην επιβολή ποινών από το Istituto per la vigilanza sulle assicurazioni private e di interesse collettivo (στο εξής: ISVAP), που είναι ο ιταλικός φορέας εποπτείας στο χώρο της ιδιωτικής ασφάλισης.
II – Το νομικό πλαίσιο
A – Η κοινοτική νομοθεσία
2. Στο άρθρο 6 της οδηγίας 92/49, το οποίο εντάσσεται στον τίτλο II «Ανάληψη ασφαλιστικής δραστηριότητας», ορίζεται ότι:
«[… ]
3. Η παρούσα οδηγία δεν αποτελεί εμπόδιο στη διατήρηση ή θέσπιση από τα κράτη μέλη νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων οι οποίες προβλέπουν την έγκριση των καταστατικών και την κοινοποίηση κάθε εγγράφου που είναι αναγκαίο για την ομαλή άσκηση του ελέγχου.
Ωστόσο, τα κράτη μέλη δεν προβλέπουν διατάξεις με τις οποίες απαιτείται η προηγούμενη έγκριση ή η συστηματική κοινοποίηση των γενικών και ειδικών όρων των ασφαλιστηρίων συμβολαίων, των τιμολογίων και άλλων εντύπων που η επιχείρηση προτίθεται να χρησιμοποιήσει στις σχέσεις της με τους αντισυμβαλλομένους.
Τα κράτη μέλη δεν μπορούν να διατηρούν ή να καθιερώνουν την προηγούμενη κοινοποίηση ή την έγκριση των προτεινόμενων αυξήσεων τιμολογίων παρά μόνο στο πλαίσιο ενός γενικότερου συστήματος ελέγχου των τιμών.
[… ]»
3. Το άρθρο 9 της οδηγίας 92/49, το οποίο εντάσσεται στον τίτλο ΙΙΙ «Εναρμόνιση των όρων άσκησης της ασφαλιστικής δραστηριότητας», ορίζει ότι:
«[…]
1. Η χρηματοοικονομική εποπτεία μιας ασφαλιστικής επιχείρησης, συμπεριλαμβανομένης της εποπτείας των δραστηριοτήτων που αυτή ασκεί μέσω υποκαταστημάτων και υπό καθεστώς παροχής υπηρεσιών, υπόκειται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του κράτους μέλους καταγωγής.
2. Η εν λόγω χρηματοοικονομική εποπτεία περιλαμβάνει ιδίως την εξακρίβωση, για το σύνολο των δραστηριοτήτων της ασφαλιστικής επιχείρησης, της κατάστασης της φερεγγυότητάς της και της σύστασης τεχνικών αποθεματικών και αντιπροσωπευτικών στοιχείων ενεργητικού σύμφωνα με τους κανόνες και τις πρακτικές του κράτους μέλους καταγωγής, δυνάμει των διατάξεων που θεσπίζονται σε κοινοτικό επίπεδο. […]
3. Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής απαιτούν από κάθε ασφαλιστική επιχείρηση να διαθέτει καλή διοικητική και λογιστική οργάνωση και κατάλληλες διαδικασίες εσωτερικού ελέγχου.»
4. Το άρθρο 29 της οδηγίας 92/49, το οποίο εντάσσεται στον τίτλο III, ορίζει ότι:
«Τα κράτη μέλη δεν θεσπίζουν διατάξεις που απαιτούν την προηγούμενη έγκριση ή τη συστηματική κοινοποίηση των γενικών και ειδικών όρων των ασφαλιστηρίων συμβολαίων, των τιμολογίων και άλλων εντύπων που η ασφαλιστική επιχείρηση προτίθεται να χρησιμοποιήσει στις σχέσεις της με τους αντισυμβαλλόμενους. Προκειμένου να ελέγχουν την τήρηση των εθνικών διατάξεων σχετικά με τα ασφαλιστήρια συμβόλαια, τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν μόνο τη μη συστηματική κοινοποίηση αυτών των όρων και λοιπών εγγράφων, χωρίς η απαίτηση αυτή να μπορεί να συνιστά για την επιχείρηση προϋπόθεση για την άσκηση της δραστηριότητάς της.
Τα κράτη μέλη δεν μπορούν να διατηρήσουν ή να καθιερώσουν την προηγούμενη κοινοποίηση ή την έγκριση των προτεινόμενων αυξήσεων τιμολογίων παρά μόνο στο πλαίσιο γενικού συστήματος ελέγχου των τιμών.»
5. Το άρθρο 39 της οδηγίας 92/49, το οποίο εντάσσεται στον τίτλο IV, «Διατάξεις για την ελεύθερη εγκατάσταση και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών», ορίζει ότι:
«[…]
2. Το κράτος μέλος του υποκαταστήματος ή το κράτος μέλος της παροχής των υπηρεσιών δεν θεσπίζει διατάξεις που απαιτούν την προηγούμενη έγκριση ή τη συστηματική ανακοίνωση των γενικών και ειδικών όρων των ασφαλιστηρίων συμβολαίων, των τιμολογίων και άλλων εντύπων που η επιχείρηση προτίθεται να χρησιμοποιήσει στις σχέσεις της με τους αντισυμβαλλόμενους. Προκειμένου να ελέγξει την τήρηση των εθνικών διατάξεων που αφορούν τις ασφαλιστικές συμβάσεις, το εν λόγω κράτος μέλος μπορεί να απαιτεί από κάθε επιχείρηση που επιθυμεί να πραγματοποιήσει ασφαλιστικές εργασίες στο έδαφός τους, υπό καθεστώς ελεύθερης εγκατάστασης ή υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, μόνο την μη συστηματική κοινοποίηση των όρων αυτών ή των άλλων εγγράφων που προτίθεται να χρησιμοποιήσει, χωρίς όμως η τήρηση αυτής της απαίτησης να συνιστά για την επιχείρηση απαραίτητη προϋπόθεση για την άσκηση της δραστηριότητάς της.
3. Το κράτος μέλος του υποκαταστήματος ή το κράτος μέλος της παροχής των υπηρεσιών δεν μπορεί να διατηρήσει ή να καθιερώσει την προηγούμενη κοινοποίηση ή την έγκριση των προτεινόμενων αυξήσεων τιμολογίων παρά μόνο στο πλαίσιο γενικού συστήματος ελέγχου των τιμών.»
B – Η εθνική νομοθεσία
6. Το άρθρο 11, παράγραφος 1, του Νόμου 990 της 24ης Δεκεμβρίου 1969 (που δημοσιεύθηκε στην Gazzetta ufficiale della Repubblica italiana, τεύχος 2, της 3ης Ιανουαρίου 1970), περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως αστικής ευθύνης σε σχέση με τη χρήση αυτοκινήτων οχημάτων (στο εξής: Νόμος 990), ορίζει ότι:
«Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις υποχρεούνται, εφαρμόζοντας τους συμβατικούς όρους και τις τιμές ασφαλίστρων που εγκρίνονται ή ορίζονται ή καθορίζονται από τον Υπουργό Βιομηχανίας, Εμπορίου και Μικρών Βιοτεχνικών Επιχειρήσεων, να αποδέχονται τις προτάσεις για σύναψη συμβάσεων υποχρεωτικής ασφαλίσεως που τους υποβάλλονται σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο.»
7. Το άρθρο 11, παράγραφος 1bis, του Νόμου 990 ορίζει ότι:
«Τηρώντας τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 1, οι επιχειρήσεις, κατά τον υπολογισμό του ύψους των ασφαλίστρων τους, υπολογίζουν τα αμιγή ασφάλιστρα και τις πρόσθετες επιβαρύνσεις χωριστά, σύμφωνα με τις τεχνικές βάσεις τους οι οποίες πρέπει να είναι αρκετά ευρείες και να αναφέρονται σε περίοδο τουλάχιστον πέντε ετών. Αν οι εν λόγω βάσεις δεν είναι διαθέσιμες, οι επιχειρήσεις μπορούν να χρησιμοποιούν στατιστικά στοιχεία της οικείας αγοράς. Αν το ISVAP βεβαιώνει ότι υπάρχει καταστρατήγηση της υποχρεώσεως παροχής ασφαλίσεως σε σχέση με συγκεκριμένες γεωγραφικές περιοχές ή συγκεκριμένες κατηγορίες ασφαλιζομένων, επιβάλλεται πρόστιμο 3 % των ασφαλίστρων που αντιστοιχεί στη δραστηριότητα ασφάλισης ευθύνης αυτοκινήτων, όπως εμφανίζονται στον τελευταίο εγκεκριμένο ισολογισμό, το ποσό του οποίου κυμαίνεται μεταξύ ενός και πέντε εκατομμυρίων ευρώ. Σε περίπτωση επανειλημμένων καταστρατηγήσεων της υποχρεώσεως παροχής ασφαλίσεως, μπορεί να αφαιρεθεί η άδεια ασκήσεως δραστηριότητας στον τομέα της ασφαλίσεως αστικής ευθύνης από αυτοκίνητα.»
8. Στο άρθρο 12bis, του Νόμου 990 ορίζεται ότι:
«1. Προκειμένου να εξασφαλιστεί η διαφάνεια και η λειτουργία του ανταγωνισμού στην παροχή ασφαλιστικών υπηρεσιών, καθώς και επαρκής πληροφόρηση των χρηστών, οι επιχειρήσεις οι οποίες δραστηριοποιούνται στον τομέα της υποχρεωτικής ασφαλίσεως αστικής ευθύνης από τη χρήση αυτοκινήτων οχημάτων και σκαφών δημοσιοποιούν τα ασφάλιστρα και τους γενικούς και ειδικούς συμβατικούς όρους που εφαρμόζουν στο έδαφος της Ιταλικής Δημοκρατίας.
2. Τα ασφάλιστρα που ισχύουν, όπως έχουν καθοριστεί από εκάστη ασφαλιστική επιχείρηση, για τους ασφαλισμένους οι οποίοι υπάγονται στην κατηγορία με το ανώτατο bonus κατά τα δύο προηγούμενα έτη, πρέπει να είναι ενιαία για το σύνολο του εθνικού εδάφους.
3. Η δημοσιοποίηση των ασφαλίστρων και των συμβατικών όρων σύμφωνα με την παράγραφο 1 πρέπει να αναρτάται σε κάθε σημείο πωλήσεων της ασφαλιστικής επιχειρήσεως και μέσω ιστοχώρων στο διαδίκτυο κατά τρόπον ώστε οι χρήστες να μπορούν να υπολογίζουν τα ασφάλιστρα και να λαμβάνουν πληροφορίες σχετικά με τους όρους των ασφαλιστικών συμβολαίων για τα αυτοκίνητα, τις μοτοσυκλέτες, τα μηχανάκια και τα μηχανοκίνητα σκάφη που πρόκειται να ασφαλίσουν.
[…]
5. Για κάθε παράβαση ή πλημμελή εκπλήρωση των υποχρεώσεων των παραγράφων 1 και 3 επιβάλλεται διοικητικό πρόστιμο κυμαινόμενο από 2 600 μέχρι 10 300 ευρώ. Σε περίπτωση παραλείψεως ή καθυστερήσεως που διαρκεί πέραν των 30 ημερών, το πρόστιμο διπλασιάζεται.»
9. Στο άρθρο 12quater, παράγραφος 1, του Νόμου 990 ορίζεται ότι:
«Σε περίπτωση παραβάσεως ή καταστρατηγήσεως από ασφαλιστικές επιχειρήσεις της υποχρεώσεως αποδοχής, σύμφωνα με το άρθρο 11 των προτάσεων υποψηφίων ασφαλιζομένων για παροχή υποχρεωτικής ασφάλισης αστικής ευθύνης από αυτοκίνητα οχήματα και σκάφη επιβάλλεται πρόστιμο κυμαινόμενο από τρία έως εννέα εκατομμύρια ιταλικές λίρες, ανάλογα με τη διαπιστωθείσα παράβαση.»
10. Η υποχρέωση για σύναψη συμβάσεως που προβλεπόταν στο άρθρο 11, παράγραφος 1, του Νόμου 990 διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 132, παράγραφος 1, του νομοθετικού διατάγματος 209, της 7ης Σεπτεμβρίου 2005 – Κώδικας περί Ιδιωτικής Ασφαλίσεως (που δημοσιεύθηκε στην Gazzetta ufficiale della Repubblica italiana, τεύχος 239, της 13ης Οκτωβρίου 2005) (στο εξής: ο «Κώδικας»), το οποίο τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2006. Στο άρθρο 132, παράγραφος 1, του Κώδικα ορίζεται ότι:
«Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις υποχρεούνται, εφαρμόζοντας τους συμβατικούς όρους και τις τιμές ασφαλίστρων που οφείλουν να ορίζουν εκ των προτέρων για όλους τους κινδύνους που συνδέονται με τη χρήση αυτοκινήτων οχημάτων και σκαφών, να αποδέχονται τις προτάσεις περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως που τους υποβάλλονται, υπό την επιφύλαξη του αναγκαίου ελέγχου της ακριβείας των δεδομένων που εμφανίζονται στο πιστοποιητικό ιστορικού ατυχημάτων και των δεδομένων που αφορούν την ταυτότητα του ασφαλισμένου και του κυρίου του οχήματος, εφόσον είναι διαφορετικός από τον ασφαλισμένο.»
11. Το άρθρο 132, παράγραφος 2, του Κώδικα, το οποίο καθιερώνει εξαίρεση από τη γενική υποχρέωση του συμβάλλεσθαι του άρθρου 132, παράγραφος 1, του Κώδικα, ορίζει τα εξής:
«Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να ζητήσουν η άδεια που θα τους χορηγηθεί να καλύπτει μόνο δραστηριότητες ασφαλίσεων εταιρικών στόλων αυτοκινήτων για τους σκοπούς συμμορφώσεως με τις υποχρεώσεις που επιβάλλει η παράγραφος 1.»
12. Το άρθρο 11, παράγραφος 1bis, του Νόμου 990 αντικαταστάθηκε με τα άρθρα 35, παράγραφος 1, και 314, παράγραφος 2, του Κώδικα. Στο άρθρο 35, παράγραφος 1, του Κώδικα ορίζεται ότι:
«Κατά τον καθορισμό των ασφαλίστρων, η ασφαλιστική επιχείρηση υπολογίζει τα αμιγή ασφάλιστρα και τις λοιπές επιβαρύνσεις χωριστά και σε συμφωνία με τα τεχνικά της δεδομένα, τα οποία πρέπει να έχουν επαρκές εύρος και να εκτείνονται χρονικά σε περίοδο τουλάχιστον πέντε οικονομικών ετών. Αν δεν έχει στη διάθεσή της τέτοια δεδομένα, η ασφαλιστική επιχείρηση μπορεί να χρησιμοποιεί στατιστικά στοιχεία.»
13. Στο άρθρο 314, παράγραφος 2, του Κώδικα ορίζεται ότι:
«Σε περίπτωση παραβάσεως ή καταστρατηγήσεως της υποχρεώσεως ασφαλίσεως που καθιερώνεται στο άρθρο 132, παράγραφος 1, σε σχέση με ορισμένες γεωγραφικές περιοχές ή ειδικές κατηγορίες ασφαλισμένων επιβάλλεται διοικητικό χρηματικό πρόστιμο κυμαινόμενο μεταξύ ενός και πέντε εκατομμυρίων ευρώ.»
14. Το άρθρο 12a του Νόμου 990 αντικαταστάθηκε με τα άρθρα 131 και 313 του Κώδικα. Το άρθρο 131 του Κώδικα ορίζει τα εξής:
«1. Προκειμένου να εξασφαλιστεί διαφάνεια και ανταγωνισμός στην παροχή ασφαλιστικών υπηρεσιών καθώς και επαρκής πληροφόρηση των υποκειμένων στην υποχρέωση να ασφαλίσουν αυτοκίνητα οχήματα και σκάφη, οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις θέτουν στη διάθεση του κοινού ενημερωτικό σημείωμα καθώς και τους συμβατικούς όρους που εφαρμόζουν στο έδαφος της Ιταλικής Δημοκρατίας σε όλα τα σημεία πωλήσεως και στο διαδίκτυο.
2. Η δημοσιοποίηση των ασφαλίστρων χωρεί μέσω της παρουσιάσεως εξατομικευμένων εκτιμήσεων του κόστους που αναρτώνται σε οποιοδήποτε σημείο πωλήσεων της ασφαλιστικής επιχειρήσεως και μέσω ιστοχώρων όπου είναι δυνατό να λάβουν οι ενδιαφερόμενοι την ίδια εκτίμηση για τα αυτοκίνητα οχήματα και σκάφη που αφορά ο κανονισμός εφαρμογής. [...]
3. Το ISVAP ορίζει, με δικό του κανονισμό, τις υποχρεώσεις που φέρουν οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις και οι μεσάζοντες.»
15. Το άρθρο 313 του Κώδικα ορίζει τα εξής:
«Η παράβαση των υποχρεώσεων που προβλέπονται στο άρθρο 131 τιμωρείται με χρηματικό διοικητικό πρόστιμο κυμαινόμενο μεταξύ 1 000 και 10 000 ευρώ.»
16. Το άρθρο 12d, παράγραφος 1, αντικαταστάθηκε με το άρθρο 314, παράγραφος 1, του Κώδικα, το οποίο ορίζει ότι:
«Η μη τήρηση ή η καταστρατήγηση της υποχρεώσεως για σύναψη ασφαλιστικής συμβάσεως που προβλέπεται στο άρθρο 132, παράγραφος 1, τιμωρείται με χρηματικό διοικητικό πρόστιμο που κυμαίνεται μεταξύ χιλίων πεντακοσίων και τεσσάρων χιλιάδων πεντακοσίων ευρώ.»
III – Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία και η ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου διαδικασία
17. Με έγγραφο της 22ας Μαρτίου 2004, η Επιτροπή πληροφόρησε τις ιταλικές αρχές ότι, κατά τη γνώμη της, τα άρθρα 11, παράγραφος 1, 11, παράγραφος 1bis, 12bis και 12quater του Νόμου 990, όπως είχαν τροποποιηθεί, δεν συμβιβάζονταν με τα άρθρα 6, 29 και 39 της οδηγίας 92/49. Με επιστολή της 8ης Ιουνίου 2004, οι ιταλικές αρχές δήλωσαν ότι θεωρούσαν ότι η ιταλική νομοθεσία περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως ευθύνης έναντι τρίτων από αυτοκίνητα οχήματα συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο και ιδίως με τα άρθρα 6, 29 και 39 της οδηγίας 92/49.
18. Στις 9 Ιουλίου 2004, η Επιτροπή απηύθυνε στην Ιταλική Δημοκρατία επίσημο έγγραφο οχλήσεως, όπου ανέφερε ότι είχε λάβει έγγραφες καταγγελίες από τρείς ασφαλιστικές εταιρείες που παρέχουν ασφάλιση αυτοκινήτων στην Ιταλία ασκώντας την ελευθερία παροχής υπηρεσιών, που αφορούσαν την εφαρμογή του άρθρου 11, παράγραφος 1, στοιχείο a, του Νόμου 990 από το ISVAP. H Επιτροπή θεώρησε ότι η Ιταλική Δημοκρατία δεν είχε συμμορφωθεί με τα άρθρα 6, 29 και 39 της οδηγίας 92/49 και την κάλεσε να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της εντός προθεσμίας δύο μηνών. Με έγγραφο της 31ης Αυγούστου 2004, η Ιταλική Δημοκρατία απάντησε στο έγγραφο οχλήσεως της Επιτροπής, διευκρινίζοντας ότι η ιταλική νομοθεσία ήταν καθόλα σύμφωνη με το κοινοτικό δίκαιο.
19. Στις 22 Δεκεμβρίου 2004, η Επιτροπή απηύθυνε στην Ιταλική Δημοκρατία συμπληρωματικό έγγραφο οχλήσεως κατόπιν της εκδόσεως της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση CaixaBank France (3). Η Επιτροπή θεώρησε, ιδίως, ότι η υποχρέωση του συμβάλλεσθαι που επιβάλλεται σε όλες τις επιχειρήσεις που έχουν άδεια να παρέχουν υποχρεωτική ασφάλιση ευθύνης έναντι τρίτων από αυτοκίνητα οχήματα στην Ιταλία αποτελεί περιορισμό του κατά το άρθρο 43 ΕΚ δικαιώματος εγκαταστάσεως και της κατά το άρθρο 49 ΕΚ ελευθερίας παροχής υπηρεσιών. Η Επιτροπή κάλεσε την Ιταλική Δημοκρατία να υποβάλει τις παρατηρήσεις της εντός προθεσμίας μηνός.
20. Επειδή το συμπληρωματικό έγγραφό της οχλήσεως έμεινε αναπάντητο, η Επιτροπή, στις 18 Οκτωβρίου 2005, απηύθυνε στην Ιταλική Δημοκρατία αιτιολογημένη γνώμη. Η Επιτροπή διευκρινίζει στην αιτιολογημένη γνώμη της ότι θεωρεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις της εκ των άρθρων 6, 29 και 39 της οδηγίας 92/49 και εκ των άρθρων 43 ΕΚ και 49 ΕΚ. Η Επιτροπή κάλεσε την Ιταλική Δημοκρατία να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί με την εν λόγω αιτιολογημένη γνώμη εντός προθεσμίας δύο μηνών από της κοινοποιήσεως.
21. Στις 3 Νοεμβρίου 2005, η Ιταλική Δημοκρατία κοινοποίησε στην Επιτροπή τη δημοσίευση του Κώδικα στην Gazzetta ufficiale della Repubblica italiana. Η Ιταλική Δημοκρατία υποστήριξε ότι το άρθρο 132, παράγραφος 2, του Κώδικα, το οποίο ορίζει ότι μια ασφαλιστική επιχείρηση μπορεί να ζητήσει να περιοριστεί η άδειά της σε ομαδικές ασφαλίσεις εταιρικών αυτοκινήτων, τακτοποίησε τα ζητήματα τα οποία αφορούσαν οι αντιρρήσεις της Επιτροπής που διατυπώνονταν στο έγγραφό της οχλήσεως.
22. Με έγγραφο της 30ής Δεκεμβρίου 2005, η Ιταλική Δημοκρατία υποστήριξε, απαντώντας στην αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής, ότι η ιταλική νομοθεσία είναι καθόλα σύμφωνη με το κοινοτικό δίκαιο. Η Ιταλική Δημοκρατία επισήμανε επίσης ότι έχουν ανασταλεί οι διαδικασίες που κίνησε το ISVAP κατά των τριών ασφαλιστικών εταιρειών που προσφέρουν ασφάλιση αυτοκινήτων στην Ιταλία ασκώντας την ελευθερία παροχής υπηρεσιών και που υπέβαλαν καταγγελία στην Επιτροπή. Επιπροσθέτως, η Ιταλική Δημοκρατία επέστησε και πάλι την προσοχή της Επιτροπής στο άρθρο 132, παράγραφος 2, του Κώδικα.
23. Κατόπιν της απαντήσεως της Ιταλικής Δημοκρατίας στην αιτιολογημένη γνώμη της, η Επιτροπή απηύθυνε στο εν λόγω κράτος μέλος, στις 10 Απριλίου 2006, συμπληρωματική αιτιολογημένη γνώμη. Η Επιτροπή ανέφερε ότι η υποχρέωση του συμβάλλεσθαι, που περιέχεται στο άρθρο 11, παράγραφος 1, του Νόμου 990, συνδέεται με την επιβαλλόμενη στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις υποχρέωση να υπολογίζουν τις τιμές των ασφαλίστρων τους σύμφωνα με τα τεχνικά δεδομένα τους τα οποία πρέπει να έχουν αρκετά μεγάλο εύρος και να καλύπτουν περίοδο τουλάχιστον πέντε ετών. Κατά την Επιτροπή, η ρύθμιση του ύψους των ασφαλίστρων αντίκειται στα άρθρα 6, 29 και 39 της οδηγίας 92/49. Επιπροσθέτως, η Επιτροπή έκρινε ότι η χρηματοοικονομική εποπτεία που ασκείται από το ISVAP σε σχέση με τον υπολογισμό των τιμών των ασφαλίστρων αντίκειται στο άρθρο 9 της οδηγίας 92/49, το οποίο ορίζει ότι την ευθύνη για την άσκηση της εποπτείας αυτής έχει το κράτος μέλος καταγωγής της ασφαλιστικής επιχειρήσεως. Η Επιτροπή έκρινε επίσης ότι η υποχρέωση για σύναψη συμβάσεως που προβλέπεται στο άρθρο 11, παράγραφος 1, του Νόμου 990 συνιστά αδικαιολόγητο περιορισμό της κατά το άρθρο 43 ΕΚ ελευθερίας εγκαταστάσεως και της κατά το άρθρο 49 ελευθερίας παροχής υπηρεσιών.
24. Στις 18 Μαΐου 2006, απαντώντας στη συμπληρωματική αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής, η Ιταλική Δημοκρατία επανέλαβε ότι, κατά την άποψή της, η υποχρέωση του συμβάλλεσθαι και οι κανόνες περί υπολογισμού των τιμών των ασφαλίστρων που επιβάλλει το ιταλικό δίκαιο είναι σύμφωνοι με το κοινοτικό δίκαιο. Η Ιταλική Κυβέρνηση επέστησε για μία ακόμη φορά την προσοχή της Επιτροπής στο περιεχόμενο του άρθρου 132, παράγραφος 2, του Κώδικα. Περαιτέρω, η Ιταλική Δημοκρατία ανέφερε ότι οι επικρινόμενες διατάξεις της ιταλικής νομοθεσίας δικαιολογούνται, μεταξύ άλλων, από λόγους δημοσίου συμφέροντος.
25. Θεωρώντας ότι τα επιχειρήματα της Ιταλικής Δημοκρατίας με την απάντησή της στη συμπληρωματική αιτιολογημένη γνώμη δεν ήσαν πειστικά, η Επιτροπή αποφάσισε να ασκήσει την παρούσα προσφυγή.
26. Με Διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 21ης Ιουνίου 2007, επετράπη στη Δημοκρατία της Φινλανδίας να παρέμβει υπέρ της Ιταλικής Δημοκρατίας.
27. Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η Επιτροπή, η Ιταλική Δημοκρατία και η Δημοκρατία της Φινλανδίας. Η Επιτροπή και η Ιταλική Δημοκρατία ανέπτυξαν προφορικές παρατηρήσεις κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 13ης Μαΐου 2008.
IV – Αιτήματα των διαδίκων
28. Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία,
– θεσπίζοντας και διατηρώντας σε ισχύ νομοθετικές ρυθμίσεις κατά τις οποίες τα ασφάλιστρα για την ασφάλιση ευθύνης έναντι τρίτων από αυτοκίνητα οχήματα πρέπει να υπολογίζονται με βάση συγκεκριμένα κριτήρια,
– υποβάλλοντας τα ασφάλιστρα για την ασφάλιση ευθύνης έναντι τρίτων από αυτοκίνητα οχήματα σε εκ των υστέρων ελέγχους,
παρέβη τις υποχρεώσεις σχετικά με την ελεύθερη εμπορία ασφαλιστικών προϊόντων τις οποίες της επιβάλλουν οι διατάξεις περί ελευθέρου καθορισμού των τιμών, που περιέχονται στα άρθρα 6, 29 και 39 της οδηγίας 92/49/ΕΟΚ του Συμβουλίου,
ενώ,
– υποβάλλοντας σε έλεγχο τους ειδικούς κανόνες με βάση τους οποίους οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις οι οποίες έχουν την κύρια εγκατάστασή τους σε άλλο κράτος μέλος αλλά δραστηριοποιούνται στην Ιταλία ασκώντας το δικαίωμα της ελεύθερης εγκαταστάσεως ή το δικαίωμα της ελεύθερης παροχής υπηρεσίων, υπολογίζουν το ύψος των ασφαλίστρων,
– επιβάλλοντας κυρώσεις για παράβαση των ιταλικών ρυθμίσεων σχετικά με τον υπολογισμό των ασφαλίστρων, ακόμη και προκειμένου για ασφαλιστικές επιχειρήσεις οι οποίες έχουν την κυρία εγκατάστασή τους σε άλλο κράτος μέλος αλλά οι οποίες δραστηριοποιούνται στις Ιταλία, ασκώντας το δικαίωμα ελεύθερης εγκατάστασης ή το δικαίωμα ελεύθερης παροχής υπηρεσιών,
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει εκ του άρθρου 9 της οδηγίας 92/49,
και
– διατηρώντας σε ισχύ την υποχρέωση παροχής ασφαλιστικής καλύψεως για ευθύνη έναντι τρίτων από αυτοκίνητα οχήματα, την οποία επιβάλλει σε όλες τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων που έχουν την κύρια εγκατάστασή τους σε άλλο κράτος μέλος αλλά δραστηριοποιούνται στην Ιταλία, ασκώντας την ελευθερία εγκαταστάσεως ή την ελευθερία παροχής υπηρεσιών,
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει εκ των άρθρων 43 και 49 της Συνθήκης ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,
να καταδικάσει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.»
29. Η Ιταλία υποστηρίζει ότι η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί.
V – Παραδεκτό
30. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 13ης Μαΐου 2008, η Ιταλική Δημοκρατία υποστήριξε ότι η εξεταζόμενη κατά την παρούσα διαδικασία προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Κατά την Ιταλική Δημοκρατία, η Επιτροπή «ανέστρεψε πλήρως τη λογική των ισχυρισμών της» κατά του εν λόγω κράτους μέλους. Κατά την Ιταλική Δημοκρατία, η Επιτροπή επέκρινε αρχικώς τους εθνικούς κανόνες περί τιμών των ασφαλίστρων. Κατόπιν, η Επιτροπή προέβαλε αντιρρήσεις μόνο σχετικά με την υποχρέωση του συμβάλλεσθαι που επιβάλλεται στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις κατά την σχετική ιταλική νομοθεσία.
31. Η Επιτροπή θεωρεί ότι η παρούσα προσφυγή ασκείται παραδεκτώς.
32. Φρονώ ότι ο ισχυρισμός που προέβαλε ο εκπρόσωπος της Ιταλικής Δημοκρατίας περί απαραδέκτου είναι κάπως ασαφής. Ωστόσο, όπως φαίνεται από την ειδική αναφορά του εκπροσώπου της Ιταλικής Δημοκρατίας στο «απαράδεκτο της προσφυγής» στην παρούσα διαδικασία (4), το εν λόγω κράτος μέλος θεωρεί ότι η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία η οποία κατέληξε στην άσκηση της παρούσης προσφυγής είναι πλημμελής, καθόσον η Επιτροπή αναθεώρησε την ιεράρχηση ορισμένων από τις ενστάσεις της κατά της ιταλικής νομοθεσίας στο διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας και της ασκήσεως της προσφυγής.
33. Από πάγια νομολογία προκύπτει ότι ο σκοπός της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας έγκειται στο να παρασχεθεί στο οικείο κράτος μέλος η δυνατότητα, αφενός, να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο και, αφετέρου, να προβάλει λυσιτελώς τους αμυντικούς του ισχυρισμούς κατά των αιτιάσεων που διατυπώνει η Επιτροπή (5). Συνεπώς, σκοπός της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας είναι να παρασχεθεί στο οικείο κράτος μέλος η δυνατότητα να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις που υπέχει από το κοινοτικό δίκαιο ή να προβάλει λυσιτελώς τα μέσα άμυνάς του κατά των αιτιάσεων της Επιτροπής. Το νομότυπο της εν λόγω διαδικασίας αποτελεί ουσιώδη εγγύηση, αναγνωριζόμενη από τη Συνθήκη ΕΚ, για τη διασφάλιση της προστασίας των δικαιωμάτων του εν λόγω κράτους μέλους. Μόνον εφόσον τηρηθεί η εγγύηση αυτή, η ενώπιον του Δικαστηρίου κατ’ αντιδικία διαδικασία παρέχει τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να κρίνει αν το εν λόγω κράτος μέλος παρέβη, πράγματι, τις υποχρεώσεις, την παράβαση των οποίων επικαλείται η Επιτροπή (6).
34. Περαιτέρω, θα πρέπει να επισημανθεί ότι, ενώ η αιτιολογημένη γνώμη βάσει του άρθρου 226 ΕΚ πρέπει να περιέχει συνεπή και λεπτομερή έκθεση των λόγων που οδήγησαν την Επιτροπή στο συμπέρασμα ότι το κράτος μέλος για το οποίο πρόκειται παρέβη μία από τις υποχρεώσεις που υπέχει εκ της Συνθήκης, το έγγραφο οχλήσεως δεν μπορεί να υπόκειται σε τόσο αυστηρούς όρους ακριβείας, αφού δεν είναι εκ των πραγμάτων δυνατό να περιέχει ο,τιδήποτε πέραν μιας πρώτης σύντομης περιλήψεως των αιτιάσεων (7).
35. Υπό το πρίσμα της νομολογίας αυτής, πρέπει να εξεταστεί αν η Επιτροπή εξασφάλισε τον σεβασμό των δικαιωμάτων άμυνας της Ιταλικής Δημοκρατίας κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία.
36. Υπενθυμίζω ότι η Επιτροπή υποστήριξε στη συμπληρωματική αιτιολογημένη γνώμη της ότι η υποχρέωση του συμβάλλεσθαι κατά το άρθρο 11, παράγραφος 1, του Νόμου 990 συνδέεται με την επιβαλλόμενη στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις υποχρέωση να υπολογίζουν τις τιμές των ασφαλίστρων τους με συγκεκριμένο τρόπο, πράγμα που αντίκειται στα άρθρα 6, 29 και 39 της οδηγίας 92/49. Περαιτέρω, η Επιτροπή θεώρησε ότι η χρηματοοικονομική εποπτεία που ασκείται από το ISVAP σχετικά με τον υπολογισμό των τιμών των ασφαλίστρων αντίκειται στο άρθρο 9 της οδηγίας 92/49. Η Επιτροπή θεώρησε, επίσης, ότι η υποχρέωση του συμβάλλεσθαι που επιβάλλει η ιταλική νομοθεσία στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις συνιστά αδικαιολόγητο περιορισμό της κατά το άρθρο 43 ΕΚ ελευθερίας εγκαταστάσεως και της κατά το άρθρο 49 ΕΚ παροχής υπηρεσιών.
37. Κατά τη γνώμη μου, η συμπληρωματική αιτιολογημένη γνώμη και η προσφυγή που έθεσε σε κίνηση την παρούσα διαδικασία στηρίζονται στους ίδιους ισχυρισμούς. Πράγματι, η σειρά παραθέσεως των αιτημάτων στο πλαίσιο της προσφυγής ταυτίζεται με τη σειρά των αιτιάσεων στη συμπληρωματική αιτιολογημένη γνώμη. Επιπροσθέτως, σε αντίθεση με τα υποστηριζόμενα από την Ιταλική Δημοκρατία (8), η Επιτροπή επέκρινε ειδικώς, στο έγγραφο οχλήσεως και στο συμπληρωματικό έγγραφο οχλήσεως, την υποχρέωση του συμβάλλεσθαι και τους κανόνες περί τιμών των ασφαλίστρων που επιβάλλονται στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις από την ιταλική νομοθεσία (9).
38. Συνεπώς, θεωρώ ότι οι αιτιάσεις της Επιτροπής στο πλαίσιο της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας ήσαν επαρκώς σαφείς ώστε να παράσχουν στην Ιταλική Δημοκρατία τη δυνατότητα να προβάλει τους αμυντικούς ισχυρισμούς της στην παρούσα ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία.
39. Για λόγους πληρότητας, σημειώνω ότι ο εκπρόσωπος της Επιτροπής υποστήριξε, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι η ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε η Ιταλική Δημοκρατία αφορούσε το ότι η Επιτροπή, στην απάντησή της, είχε ιεραρχήσει διαφορετικά τις αιτιάσεις της κατά της Ιταλικής Δημοκρατίας έχοντας λάβει υπόψη τις θέσεις που διατυπώνονταν στο υπόμνημα αντικρούσεως του εν λόγω κράτους μέλους. Η Επιτροπή υποστήριξε επίσης ότι από τους αμυντικούς ισχυρισμούς της Ιταλικής Δημοκρατίας στην παρούσα διαδικασία συνήγαγε ότι «ο μοναδικός σκοπός των κυρώσεων ήταν να εξασφαλισθεί συμμόρφωση με την υποχρέωση του συμβάλλεσθαι».
40. Η Επιτροπή ανέφερε όντως στην απάντησή της ότι, λαμβανομένων υπόψη των αμυντικών ισχυρισμών της Ιταλικής Δημοκρατίας και της ιεραρχήσεως εκ μέρους του εν λόγω κράτους μέλους των περιεχομένων στο δικόγραφο της προσφυγής αιτιάσεων της Επιτροπής, οι αιτιάσεις που αφορούν, πρώτον, παράβαση των άρθρων 6, 29 και 39 της οδηγίας 92/49 και, δεύτερον, παράβαση του άρθρου 9 της οδηγίας 92/49 είναι απλώς παρεπόμενες σε σχέση με την κύρια αιτίαση που αφορά την παράβαση των άρθρων 43 ΕΚ και 49 ΕΚ και απορρέει από την επιβολή της υποχρεώσεως του συμβάλλεσθαι στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις.
41. Κατά τη γνώμη μου, η τοποθέτηση της Επιτροπής με το υπόμνημά της απαντήσεως και με τη δήλωσή της κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση όσον αφορά την ιεράρχηση των αιτιάσεών της πρέπει να ερμηνευθεί υπό το φως του άρθρου 42, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου. Στο εν λόγω άρθρο ορίζεται ότι απαγορεύεται κατά τη διάρκεια της δίκης η προβολή νέων ισχυρισμών, εκτός αν στηρίζονται σε νομικά και πραγματικά στοιχεία που προέκυψαν κατά τη διαδικασία.
42. Θεωρώ ότι η Επιτροπή, στην απάντησή της, δεν προέβαλε νέους ισχυρισμούς που δεν περιέχονταν στην προσφυγή της. Περαιτέρω, κατά τη γνώμη μου, η αναδιάταξη κατά σειρά σημασίας των αιτιάσεων της Επιτροπής κατά της Ιταλικής Δημοκρατίας και η αναγωγή της αιτιάσεως περί παραβάσεως των άρθρων 43 ΕΚ και 49 ΕΚ συνεπεία της επιβολής της υποχρεώσεως του συμβάλλεσθαι από το άρθρο 11, παράγραφος 1, του Νόμου 990, όπως τροποποιήθηκε, σε κύρια αιτίαση δεν αποτελεί νέο ισχυρισμό κατά την έννοια του άρθρου 42, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, αλλά απλώς διευρύνει έναν ισχυρισμό ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτό ότι προβάλλεται παραδεκτώς (10).
43. Κατά συνέπεια, η ένσταση απαραδέκτου της Ιταλικής Δημοκρατίας πρέπει να απορριφθεί.
VI – Επί της ουσίας
A – Προκαταρκτική παρατήρηση
44. Η παρούσα προσφυγή στηρίζεται σε τρείς αιτιάσεις. Δεδομένου ότι αμφότεροι οι διάδικοι συμφωνούν ότι η κύρια αιτίαση της Επιτροπής είναι ότι η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις της εκ των άρθρων 43 ΕΚ και 49 ΕΚ, θα εξετάσω πρώτα την αιτίαση αυτή.
B – Η πρώτη αιτίαση – Παράβαση των άρθρων 43 ΕΚ και 49 ΕΚ
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
45. Η Επιτροπή θεωρεί ότι η υποχρέωση του συμβάλλεσθαι την οποία επιβάλλει το άρθρο 11, παράγραφος 1, του Νόμου 990 (11), για όλες τις κατηγορίες ασφαλισμένων και όλες τις περιοχές της Ιταλίας, σε όλες τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις που έχουν άδεια να παρέχουν υποχρεωτική ασφάλιση ευθύνης έναντι τρίτων από αυτοκίνητα οχήματα στην Ιταλία περιορίζει την κατά το άρθρο 43 ΕΚ ελευθερία εγκαταστάσεως και την κατά το άρθρο 49 ΕΚ ελευθερία παροχής υπηρεσιών. Τα άρθρα 11, παράγραφος 1bis, 12bis και 12quater, παράγραφος 1, του Νόμου 990 (12), που προβλέπουν την επιβολή κυρώσεων από το ISVAP, και εφαρμόζονται από τον εν λόγω φορέα με μοναδικό σκοπό την αποτροπή καταστρατηγήσεων της υποχρεώσεως του συμβάλλεσθαι, περιορίζουν επίσης την κατά το άρθρο 43 ΕΚ ελευθερία εγκαταστάσεως και την κατά το άρθρο 49 ΕΚ ελευθερία παροχής υπηρεσιών.
46. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 13ης Μαΐου 2008, η Επιτροπή υποστήριξε ότι η υποχρέωση του συμβάλλεσθαι είναι ο χειρότερος περιορισμός που μπορεί να επιβάλει ο νομοθέτης σε μια επιχείρηση, αφού της στερεί τη βασική ελευθερία να επιλέγει τους αντισυμβαλλομένους στους οποίους πωλεί αγαθά ή παρέχει υπηρεσίες. Η Επιτροπή παραδέχεται, ωστόσο, ότι είναι δυνατό να υπάρχουν περιστάσεις, όπως προκειμένου για παροχή ύδατος, υγραερίου και ηλεκτρικού ρεύματος, υπό τις οποίες είναι δικαιολογημένη η επιβολή υποχρεώσεως συνάψεως συμβάσεως.
47. Κατά την Επιτροπή, η υποχρέωση του συμβάλλεσθαι την οποία επιβάλλει η ιταλική νομοθεσία δρά αποτρεπτικά για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες σε άλλα κράτη μέλη και εξετάζουν το ενδεχόμενο να εγκατασταθούν στην Ιταλία προκειμένου να παρέχουν τις υπηρεσίες τους στο έδαφός της, και, με τον τρόπο αυτό, δυσχεραίνει την πρόσβασή τους στην ιταλική αγορά. Συνεπεία της υποχρεώσεως του συμβάλλεσθαι, οι ασφαλιστικές εταιρείες δεν μπορούν να κάνουν στρατηγικές επιλογές αγοράς διαλέγοντας ελεύθερα τις ασφαλιστικές υπηρεσίες που επιθυμούν να παρέχουν και τους αποδέκτες των υπηρεσιών αυτών. Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις, προκειμένου να συμμορφώνονται με την ιταλική νομοθεσία, πρέπει να υποβάλλονται σε δαπάνες οι οποίες είναι εντελώς υπέρογκες σε σχέση με την εταιρική στρατηγική τους. Οι πρόσθετες αυτές δαπάνες, οι οποίες στην πραγματικότητα αποθαρρύνουν την είσοδο των ασφαλιστικών επιχειρήσεων στην ιταλική αγορά, είναι ακόμη επαχθέστερες για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις που παρέχουν ασφάλιση αυτοκινήτων στην Ιταλία ασκώντας το δικαίωμα της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, και οι οποίες, στο πλαίσιο αυτό, επιθυμούν να πραγματοποιήσουν περιστασιακά περιορισμένο αριθμό συναλλαγών στην ιταλική αγορά. Οι κοινοτικές ασφαλιστικές εταιρείες στερούνται τη δυνατότητα να αναπτύξουν τις δραστηριότητές τους στην Ιταλία προοδευτικά, με αποτέλεσμα η πρόσβασή τους στην ιταλική αγορά της υποχρεωτικής ασφαλίσεως ευθύνης έναντι τρίτων από αυτοκίνητα οχήματα να καθίσταται εξαιρετικά δαπανηρή και ριψοκίνδυνη. Η Επιτροπή επισημαίνει επίσης ότι η νομοθεσία στερεί από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες σε άλλα κράτη μέλη τη δυνατότητα να παρέχουν υποχρεωτική ασφάλιση έναντι τρίτων από αυτοκίνητα οχήματα σε ορισμένες περιοχές της Ιταλίας όπου για λόγους γλώσσας ή γεωγραφικής εγγύτητας βρίσκονται σε πλεονεκτική θέση για να το πράξουν.
48. Η Επιτροπή αναφέρει επίσης στην απάντησή της ότι οι εγχώριες ασφαλιστικές επιχειρήσεις έχουν τη δυνατότητα να αντισταθμίζουν τα οικονομικά μειονεκτήματα που απορρέουν από την υποχρέωση συνάψεως συμβάσεως με όποιον ζητεί κάλυψη με την δυνατότητα πωλήσεως διαφόρων ειδών ασφάλισης.
49. Η Επιτροπή υπογράμμισε τις δυσκολίες που συνάντησαν τρείς ασφαλιστικές επιχειρήσεις από τη Γαλλία, το Βέλγιο και την Ιρλανδία αντίστοιχα, οι οποίες προσέφεραν υποχρεωτική ασφάλιση ευθύνης έναντι τρίτων από αυτοκίνητα στην Ιταλία ασκώντας την ελευθερία παροχής υπηρεσιών. Η πρώτη περίπτωση αφορούσε γαλλική επιχείρηση ασφαλίσεων εκτός ασφαλίσεως ζωής με υποκαταστήματα σε 14 κράτη μέλη όπου εφαρμόζει παρόμοιο επιχειρηματικό πρόγραμμα, καλύπτοντας εμπορικούς και βιομηχανικούς κινδύνους και παρέχοντας ασφάλιση αυτοκινήτων οχημάτων για μεγάλους «στόλους» εμπορικών οχημάτων. Από το 2003 και εντεύθεν, το ISVAP απεφάνθη ότι, λαμβανομένων υπόψη των τιμών ασφαλίστρων που εφήρμοζε η εν λόγω επιχείρηση, προέκυπτε ότι επιδίωκε να καταστρατηγήσει τις εκ του άρθρου 11 του Νόμου 990 υποχρεώσεις της. Το ΙSVAP απαίτησε από την επιχείρηση αυτή να του κοινοποιεί συστηματικά τις τιμές των ασφαλίστρων της και να προτείνει τις υπηρεσίες της σε όλες τις κατηγορίες ασφαλισμένων σε όλες τις γεωγραφικές περιοχές, συμπεριλαμβανομένων εκείνων όπου η επιχείρηση δεν είχε στρατηγικό ενδιαφέρον να δραστηριοποιηθεί. Το ISVAP επέβαλε πρόστιμα ενός εκατομμυρίου ευρώ στην επιχείρηση. Η Επιτροπή αναφέρθηκε επίσης στην περίπτωση μιας βελγικής ασφαλιστικής επιχειρήσεως, με υποκαταστήματα σε 13 κράτη μέλη, η οποία προσφέρει σε πολυεθνικές εταιρείες, ασκώντας την ελευθερία παροχής υπηρεσιών, ασφάλιση αυτοκινήτων οχημάτων ως μέρος άλλων καλύψεων. Το 2003, το ISVAP απεφάνθη ότι η εν λόγω επιχείρηση καταστρατηγούσε τις εκ του άρθρου 11 του Νόμου 990 υποχρεώσεις της και ιδίως ότι οι τιμές ασφαλίστρων που εφήρμοζε ήσαν υψηλότερες από τον μέσο όρο στην αγορά και αποσκοπούσαν στην καταστρατήγηση της υποχρεώσεως παροχής ασφαλίσεως. Το ISVAP επέβαλε στη βελγική επιχείρηση πρόστιμο ύψους ενός εκατομμυρίου ευρώ. Τέλος, η Επιτροπή αναφέρθηκε σε μία ασφαλιστική επιχείρηση με έδρα την Ιρλανδία, η οποία ανήκει σε πολυεθνικό όμιλο ενοικιάσεως αυτοκινήτων. Η εν λόγω επιχείρηση, η οποία έχει υποκαταστήματα σε οκτώ κράτη μέλη, είναι ένα μικρό σχήμα με 10 μόνο εργαζομένους, που παρέχει ασφαλιστική κάλυψη για τις ανάγκες των άλλων εταιρειών του ομίλου, χωρίς οποιαδήποτε πρόθεση να παράσχει ασφαλιστική κάλυψη στο κοινό εν γένει σε οποιοδήποτε από τα εννέα κράτη μέλη στο έδαφος των οποίων δραστηριοποιείται. Μολονότι η δραστηριότητα της επιχειρήσεως στην Ιταλία από το 1997 περιοριζόταν στην παροχή ασφαλίσεως αυτοκινήτων σε εταιρείες ανήκουσες στις εταιρείες του ομίλου, το ISVAP θεώρησε ότι η εν λόγω επιχείρηση έπρεπε να συμμορφωθεί με το άρθρο 11 του Νόμου 990. Κατά την Επιτροπή, για να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις του ISVAP, η επιχείρηση θα έπρεπε να προβεί σε πολύ μεγάλες επενδύσεις, όπως στη δημιουργία ιστοχώρου, στον υπολογισμό των τιμών των ασφαλίστρων σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές του ISVAP, ενημέρωση του ιστοχώρου και δημιουργία μονάδας εξυπηρέτησης υποψηφίων ασφαλιζομένων που θα ζητούσαν προσφορές. Επιπροσθέτως, αν η επιχείρηση επρόκειτο να προσφέρει στην Ιταλία ασφαλίσεις αυτοκινήτων στο κοινό, η δραστηριότητα αυτή θα είχε άμεσο αντίκτυπο στις υποχρεώσεις της ως προς τα περιθώρια ρευστότητας. Συνεπεία των επαχθών υποχρεώσεων που της επέβαλε το ISVAP, η εν λόγω επιχείρηση διέκοψε τις δραστηριότητές της στην Ιταλία και οι εταιρείες του ομίλου χρησιμοποιούν σήμερα για την ασφάλιση των αυτοκινήτων τους άλλες ασφαλιστικές επιχειρήσεις.
50. Κατά την Επιτροπή, οι εν λόγω ασφαλιστικές επιχειρήσεις βρέθηκαν σε κατάσταση παρόμοια με αυτήν που αντιμετώπισε η ισπανική τράπεζα στην υπόθεση CaixaBank France (13). Στην υπόθεση εκείνη, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η απαγόρευση τοκοφορίας των λογαριασμών όψεως, όπως η προβλεπόμενη από τη γαλλική κανονιστική ρύθμιση, συνιστούσε, για επιχειρήσεις από κράτη μέλη εκτός της Γαλλικής Δημοκρατίας, σοβαρό εμπόδιο στην άσκηση των δραστηριοτήτων τους μέσω υποκαταστήματος στο τελευταίο κράτος μέλος, δυσχεραίνοντας έτσι την πρόσβασή τους στην αγορά. .
51. Η Επιτροπή θεωρεί ότι, παρά τη θέσπιση του άρθρου 132, παράγραφος 2, του Κώδικα, το οποίο εισήγαγε εξαίρεση από τη γενική υποχρέωση του συμβάλλεσθαι και το οποίο επέλυσε ίσως τα προβλήματα μιας από τις τρείς ασφαλιστικές επιχειρήσεις στις οποίες αναφέρεται το σημείο 49 ανωτέρω, η διάταξη αυτή έχει περιορισμένη μόνο επίδραση στο ευρύτατο πεδίο εφαρμογής της υποχρεώσεως του συμβάλλεσθαι.
52. Επιπλέον, κατά την Επιτροπή, η υποχρέωση του συμβάλλεσθαι συνιστά εμπόδιο το οποίο δεν είναι ούτε δικαιολογημένο ούτε ανάλογο προς τον επιδιωκόμενο σκοπό. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, προϋπόθεση για την επίκληση της εννοίας της δημόσιας τάξεως είναι η ύπαρξη πραγματικής και αρκετά σοβαρής απειλής κατά θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας. Ωστόσο, όπως έχει δεχθεί κατ’ επανάληψη το Δικαστήριο, η εξαίρεση για λόγους δημόσιας τάξεως, όπως όλες οι παρεκκλίσεις από θεμελιώδεις αρχές της Συνθήκης, πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικά. Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι η προστασία των καταναλωτών συνιστά στόχο αναγόμενο στο δημόσιο συμφέρον ο οποίος μπορεί να δικαιολογεί τον περιορισμό θεμελιωδών ελευθεριών που καθιερώνει η Συνθήκη. Ωστόσο, η Επιτροπή θεωρεί ότι η υποχρέωση παροχής ασφαλιστικής καλύψεως την οποία προβλέπει η ιταλική νομοθεσία δεν διευρύνει στην πραγματικότητα την προστασία του καταναλωτή, καθότι εμποδίζει τη δημιουργία εξειδικευμένων ασφαλιστικών επιχειρήσεων η οποία θα εξυπηρετούσε ενδεχομένως καλύτερα τις ανάγκες των καταναλωτών και θα μείωνε τον αριθμό των ασφαλιστικών επιχειρήσεων στην Ιταλία.
53. Η Επιτροπή υποστηρίζει επίσης ότι η υποχρέωση του συμβάλλεσθαι την οποία επιβάλλει ο Νόμος 990 και ο Κώδικας δεν αποτελεί κατάλληλο μέτρο με στόχο την κατοχύρωση επαρκούς αποζημιώσεως υπέρ των ζημιουμένων τρίτων, όπως υποστηρίζει η Ιταλική Δημοκρατία. Οι ζημιούμενοι τρίτοι προστατεύονται επαρκώς με άλλα καταλληλότερα μέτρα που υιοθετούνται σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο προκειμένου να αποφεύγεται η θέσπιση μη συντονισμένων εθνικών μέτρων τα οποία επιδιώκουν θεμιτούς στόχους αναγόμενους στο εθνικό συμφέρον αλλά τα οποία θα μπορούσαν να περιορίσουν την ελευθερία εγκαταστάσεως και την ελευθερία παροχής υπηρεσιών, χωρίς αυτό να είναι αναγκαίο. Έτσι, κατά το άρθρο 3 της οδηγίας 72/166/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Απριλίου 1972, περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των σχετικών με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων και με τον έλεγχο της υποχρεώσεως προς ασφάλιση της ευθύνης αυτής (14), κάθε κράτος μέλος λαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε η αστική ευθύνη, η σχετική με την κυκλοφορία οχημάτων με συνήθη στάθμευση στο έδαφός του, να καλύπτεται από ασφάλιση. Επίσης, κατά τη δεύτερη οδηγία 84/5/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 30ής Δεκεμβρίου 1983, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών των σχετικών με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων (15), κάθε κράτος μέλος ιδρύει οργανισμό, αποστολή του οποίου είναι να αποκαθιστά τις υλικές ζημίες ή τις σωματικές βλάβες που προκαλούνται από ανασφάλιστο όχημα ή από όχημα αγνώστων στοιχείων. Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 32 και 35 της οδηγίας 92/49, κάθε ασφαλιστική επιχείρηση που επιθυμεί, υπό το καθεστώς της ελευθερίας εγκαταστάσεως ή της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών, να παρέχει υποχρεωτική ασφάλιση ευθύνης από αυτοκίνητα έναντι τρίτων πρέπει να γίνει μέλος του εθνικού ταμείου εγγυήσεων του κράτους μέλους υποδοχής όπου παρέχονται οι υπηρεσίες. Η Επιτροπή θεωρεί επίσης ότι η υποχρέωση του συμβάλλεσθαι δεν μπορεί να δικαιολογηθεί με την επίκληση της ανάγκης περιορισμού του ύψους της αποζημιώσεως που καταβάλλεται από το ταμείο εγγυήσεων ή των δαπανών που επιβαρύνουν το σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως συνεπεία ατυχημάτων που προκαλούνται από ανασφάλιστους οδηγούς. Η Επιτροπή επισημαίνει σχετικώς ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, λόγοι αμιγώς χρηματοδοτικής ή οικονομικής φύσεως δεν μπορούν να θεωρηθούν ως επιτακτικοί λόγοι δικαιολογούντες την επιβολή περιορισμών στην ελεύθερη κυκλοφορία που εγγυάται η Συνθήκη.
54. Η Επιτροπή υποστηρίζει επίσης ότι η γενική υποχρέωση του συμβάλλεσθαι, κατά την ιταλική νομοθεσία, είναι υπερβολικά περιοριστικό μέτρο σε σχέση με τον στόχο που βεβαιώνεται ότι επιδιώκει, ήτοι την εξασφάλιση του ότι θα είναι δυνατό να ασφαλιστούν ορισμένες κατηγορίες οδηγών ή οδηγοί που κατοικούν σε ορισμένες περιοχές της Ιταλίας. Τα ίδια ισχύουν, mutatis mutandis, για τον προβληθέντα από την Ιταλική Δημοκρατία σκοπό της προστασίας των ζημιουμένων τρίτων.
55. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι, λαμβανομένου υπόψη ότι η Ιταλική Δημοκρατία δήλωσε ειδικά ότι οι επίμαχες νομοθετικές διατάξεις υιοθετήθηκαν για να αποφευχθούν οι διακρίσεις εις βάρος νεαρών οδηγών και οδηγών που κατοικούν στη νότιο Ιταλία, θα έπρεπε μάλλον να είχε υιοθετηθεί ειδικό νομοθετικό μέτρο για την αντιμετώπιση των δυσχερειών των οδηγών αυτών όσον αφορά την εξασφάλιση ασφαλιστικής καλύψεως παρά να επιβληθεί γενική υποχρέωση του συμβάλλεσθαι. Η Επιτροπή υποστηρίζει επίσης ότι η Ιταλική Δημοκρατία δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο σχετικά με την έκταση των δυσχερειών που αντιμετωπίζουν οι νεαροί οδηγοί ή οι οδηγοί που κατοικούν σε ορισμένες περιοχές της Ιταλίας. Επιπλέον, κατά την Επιτροπή, δεν υφίσταται απόλυτο δικαίωμα να οδηγεί κάποιος ελεύθερα αυτοκίνητο. Δεδομένου ότι το εν λόγω δικαίωμα μπορεί να περιορίζεται για λόγους δημόσιας ασφαλείας οσάκις, παραδείγματος χάριν, ο οδηγός τελεί υπό την επήρεια ναρκωτικών ή οινοπνεύματος, οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις θα έπρεπε επίσης να έχουν τη δυνατότητα να αρνούνται την παροχή ασφαλιστικής καλύψεως σε τέτοιους οδηγούς.
56. Η Επιτροπή υπογραμμίζει επίσης ότι άλλα κράτη μέλη, όπως η Γαλλία, το Βέλγιο, η Ισπανία, οι Κάτω Χώρες και η Πορτογαλία, έχουν υιοθετήσει λιγότερο περιοριστικά συστήματα σε σύγκριση με την υποχρέωση του συμβάλλεσθαι της ιταλικής νομοθεσίας για να επιτύχουν τους στόχους που επικαλείται η Ιταλική Δημοκρατία. Οσάκις οι ιδιωτικές ασφαλιστικές επιχειρήσεις στα εν λόγω κράτη μέλη αρνούνται να παράσχουν υποχρεωτική ασφάλιση ευθύνης έναντι τρίτων από αυτοκίνητα σε έναν οδηγό, παρεμβαίνει ένας δημόσιος φορέας ο οποίος εξασφαλίζει ότι παρέχεται ασφάλιση στον εν λόγω οδηγό. Ωστόσο, η ιταλική νομοθεσία έχει «μετακυλίσει» αυτό το σαφώς δημόσιο βάρος σε ιδιωτικές επιχειρήσεις, επιβάλλοντας σ’ αυτές την υποχρέωση του συμβάλλεσθαι.
57. Η Ιταλική Δημοκρατία και η Δημοκρατία της Φινλανδίας θεωρούν ότι υφίσταται άμεση σχέση, σύμμετρη ή αμφοτεροβαρής, μεταξύ της επιβαλλόμενης στους οδηγούς οχημάτων υποχρεώσεως να συνάπτουν σύμβαση υποχρεωτικής ασφαλίσεως ευθύνης έναντι τρίτων για κινδύνους από αυτοκίνητα και της επιβαλλόμενης στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις υποχρεώσεως του συμβάλλεσθαι.
58. Κατά την Ιταλική Δημοκρατία, μολονότι η υποχρεωτική ασφάλιση ευθύνης έναντι τρίτων από αυτοκίνητα είναι ιδιωτική ασφάλιση, έχει κοινωνικό σκοπό, συνιστάμενο στο να εξασφαλίζεται ότι οι τρίτοι που είναι θύματα τροχαίων ατυχημάτων αποζημιώνονται ταχέως και αποτελεσματικώς. Για την επίτευξη του στόχου αυτού, υπογράφηκε στο Στρασβούργο, στις 20 Απριλίου 1959, η Ευρωπαϊκή Σύμβαση περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως έναντι αστικής ευθύνης αφορώσης εις αυτοκίνητα οχήματα. Η Ιταλική Δημοκρατία, επιβάλλοντας υποχρέωση του συμβάλλεσθαι στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις, επιδιώκει να προστατεύσει του οδηγούς, ως καταναλωτές, από τυχόν διακρίσεις και να προστατεύσει τα θύματα τροχαίων ατυχημάτων. Συνεπώς, η υποχρέωση του συμβάλλεσθαι πρέπει να εξετάζεται εντασσόμενη στο πλαίσιο της κοινωνικής λειτουργίας της, η οποία συνδέεται με στόχους δημόσιου συμφέροντος. Κατά το ιταλικό Συνταγματικό Δικαστήριο, η προστασία των θυμάτων των τροχαίων ατυχημάτων είναι στόχος δημόσιου συμφέροντος καθώς επίσης και μέσο συμμορφώσεως με τις επιταγές κοινωνικής αλληλεγγύης που εξαγγέλλονται στο άρθρο 2 του ιταλικού Συντάγματος. Η υποχρέωση συνάψεως ασφαλιστικής συμβάσεως που επιβάλλεται τόσο στους οδηγούς όσο και στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις συνδέεται επίσης με την οδική ασφάλεια και αποσκοπεί στη μείωση των ζημιών που προκαλούνται από τροχαία ατυχήματα. Κατά την Ιταλική Δημοκρατία, οι στόχοι αυτοί δεν θα πρέπει να διακυβεύονται χάριν της ελευθερίας ασκήσεως επιχειρηματικών δραστηριοτήτων. Αν γίνουν δεκτά τα επιχειρήματα της Επιτροπής, το σύστημα της υποχρεωτικής ασφαλίσεως αστικής ευθύνης έναντι τρίτων από αυτοκίνητα θα βασίζεται αποκλειστικά στη λογική της αγοράς και θα απολέσει την κοινωνική της διάσταση.
59. Η Ιταλική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι, αν επιτραπεί στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις να αρνούνται να συμβληθούν με ανεπιθύμητους καταναλωτές, οι εν λόγω οδηγοί μπορεί να καταφύγουν σε αμφίβολης αξιοπιστίας επιχειρήσεις καθώς και στην παραποίηση εγγράφων. Το ασύμμετρο μεταξύ της υποχρεώσεως του συμβάλλεσθαι των οδηγών και της υποχρεώσεως των ασφαλιστικών επιχειρήσεων θα οδηγήσει σε αύξηση του αριθμού των ανασφάλιστων οδηγών και των ατυχημάτων που προκαλούνται από αυτούς, σε αύξηση των αποζημιώσεων που θα καλείται να καταβάλει στα θύματα τροχαίων ατυχημάτων το ιταλικό ταμείο εγγυήσεων, σε αύξηση των ένδικων διαφορών και στην εξάλειψη της αποτελεσματικής και ταχείας αποζημιώσεως των θυμάτων των τροχαίων ατυχημάτων. Το 2005, το ιταλικό ταμείο εγγυήσεων κατέβαλε 113,4 εκατομμύρια ευρώ για ατυχήματα όπου εμπλέκονταν ανασφάλιστοι οδηγοί, ποσό το οποίο αντιπροσωπεύει αύξηση 17 % σε σχέση με το έτος 2004. Επίσης, το 2005 καταβλήθηκαν αποζημιώσεις σε 13 771 υποθέσεις, δηλαδή σημειώθηκε αύξηση 21,8 % σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Επιπροσθέτως, το σχετικό κόστος των αξιώσεων από ατυχήματα προκαλούμενα από ανασφάλιστα οχήματα που κλήθηκε να ικανοποιήσει το ιταλικό ταμείο εγγυήσεων, το οποίο καταβάλλει επίσης αποζημιώσεις για, μεταξύ άλλων, ζημίες από οχήματα αγνώστων στοιχείων, αυξήθηκε από 7,4 % το 1995 σε 12,6 % το 2000, κατόπιν σε 27,4 % το 2004 και έφθασε το 30,6 % το 2005. Η Ιταλική Δημοκρατία θεωρεί ότι ένας από τους λόγους της αυξήσεως των ατυχημάτων αυτών πρέπει να αναζητηθεί στην άρνηση ορισμένων ασφαλιστικών επιχειρήσεων να παράσχουν ασφαλιστική κάλυψη σε ορισμένες κατηγορίες οδηγών και σε οδηγούς που κατοικούν στη νότιο Ιταλία. Περαιτέρω, όσον αφορά τον ισχυρισμό της Επιτροπής που εκτίθεται στο σημείο 53 ανωτέρω, κατά τον οποίο η Ιταλική Δημοκρατία δεν μπορεί να επικαλεστεί αμιγώς οικονομικούς λόγους για να δικαιολογήσει μέτρα περιορίζοντα θεμελιώδεις κοινοτικές ελευθερίες, η Ιταλική Δημοκρατία θεωρεί ότι τα προπαρατιθέμενα στοιχεία σχετικά με το σημαντικής ήδη εκτάσεως και διογκούμενο πρόβλημα της καταστρατηγήσεως από τους οδηγούς της υποχρεώσεως να ασφαλίζονται καταδεικνύουν ότι, αν καταργούνταν η επιβαλλόμενη στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις υποχρέωση του συμβάλλεσθαι, οι επιπτώσεις για το δημόσιο συμφέρον και το σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως θα ήσαν όντως σοβαρές.
60. Η Ιταλική Δημοκρατία εμμένει στην άποψη ότι η επίμαχες νομοθετικές ρυθμίσεις δεν περιάγουν σε πλεονεκτική θέση τις εθνικές ασφαλιστικές επιχειρήσεις σε σύγκριση με τις επιχειρήσεις που λειτουργούν στην Ιταλία υπό καθεστώς ελευθερίας εγκαταστάσεως και ελευθερίας παροχής υπηρεσιών. Επιπλέον, υποστηρίζει ότι η εν λόγω υποχρέωση δεν αποτρέπει τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις από άλλα κράτη μέλη να διεισδύσουν στην ιταλική αγορά. Η Ιταλική Δημοκρατία σημειώνει σχετικώς ότι περίπου το ένα τρίτο των εκατό ασφαλιστικών επιχειρήσεων που παρέχουν υποχρεωτική ασφάλιση ευθύνης έναντι τρίτων από αυτοκίνητα στην Ιταλία έχουν την έδρα τους σε άλλα κράτη μέλη. Επιπλέον, η υποχρέωση του συμβάλλεσθαι δεν καθιστά τη δραστηριότητα των αλλοδαπών ασφαλιστικών επιχειρήσεων λιγότερο κερδοφόρο σε σχέση με τις ιταλικές επιχειρήσεις. Η Ιταλική Δημοκρατία θεωρεί ότι τα μεγαλύτερα έξοδα των επιχειρήσεων που παρέχουν υποχρεωτική ασφάλιση ευθύνης έναντι τρίτων από αυτοκίνητα συνδέονται με την ίδρυση ενός σχήματος για την πώληση ασφαλιστηρίων συμβολαίων και τη δημιουργία δικτύου για τον διακανονισμό των αξιώσεων αποζημιώσεως. Οι δαπάνες αυτές δεν είναι μεγαλύτερες για τις αλλοδαπές επιχειρήσεις απ’ ό,τι είναι για τις ιταλικές. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Ιταλική Δημοκρατία υποστήριξε ότι η υποχρέωση του συμβάλλεσθαι που επιβάλλεται στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις δεν έχει καμία επίπτωση για τις ίδιες, αφού οι εν λόγω επιχειρήσεις μπορούν να καθορίζουν ελεύθερα τις τιμές των ασφαλίστρων, πράγμα που αποτελεί εγγύηση της ελευθερίας τους να αναλαμβάνουν επιχειρηματικές πρωτοβουλίες.
61. Όσον αφορά τον ισχυρισμό της Επιτροπής ότι η υποχρέωση του συμβάλλεσθαι έχει αποτρεπτικά αποτελέσματα για τις επιχειρήσεις που έχουν την κύρια εγκατάστασή τους σε κράτος μέλος εκτός της Ιταλίας, καθότι δεν έχουν τη δυνατότητα να περιορίζουν τις δραστηριότητές τους σε ορισμένες περιοχές της Ιταλίας, η Ιταλική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η Επιτροπή δεν αντελήφθη ορθά την τεχνική πλευρά της υποχρεωτικής ασφαλίσεως ευθύνης έναντι τρίτων από αυτοκίνητα. Η υποχρεωτική ασφάλιση ευθύνης έναντι τρίτων από αυτοκίνητα μπορεί να προσφέρεται μόνο σε μεγάλους αριθμούς ασφαλιζομένων. Επιπλέον, απαντώντας στον ισχυρισμό της Επιτροπής ότι η υποχρέωση του συμβάλλεσθαι εμποδίζει τη δημιουργία εξειδικευμένων ασφαλιστικών επιχειρήσεων, η Ιταλική Δημοκρατία διευκρινίζει ότι είναι εκτός πραγματικότητας το να αναμένει κανείς ότι πρόκειται να δημιουργηθούν στην Ιταλία ασφαλιστικές επιχειρήσεις που θα ειδικεύονται στην παροχή ασφαλίσεως σε «ανεπιθύμητους» πελάτες.
62. Σε περίπτωση που το Δικαστήριο θα δεχόταν ότι η υποχρέωση του συμβάλλεσθαι περιορίζει την ελευθερία εγκαταστάσεως ή την ελευθερία παροχής υπηρεσιών, η Ιταλική Δημοκρατία ζητεί να γίνει δεκτό ότι ο περιορισμός αυτός είναι το κατάλληλο μέσο για την επίτευξη των επιδιωκόμενων σκοπών δημόσιου συμφέροντος, όπως η προστασία του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως, η οδική ασφάλεια και η προστασία του καταναλωτή. Η επιβολή της υποχρεώσεως του συμβάλλεσθαι επέτρεψε στην Ιταλική Δημοκρατία να περιορίσει το φαινόμενο των ανασφαλίστων οδηγών που απαντά σε άλλα κράτη μέλη όπου οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις δεν υπέχουν παρόμοια υποχρέωση. Η Ιταλική Δημοκρατία θεωρεί ότι απέδειξε τόσο την ύπαρξη όσο και την έκταση του φαινομένου της αρνήσεως των ασφαλιστικών επιχειρήσεων στην Ιταλία να συνάπτουν συμβάσεις υποχρεωτικής ασφαλίσεως ευθύνης έναντι τρίτων από αυτοκίνητα. Σχετικώς, η Ιταλική Δημοκρατία αναφέρθηκε σε περιπτώσεις όπου χρεώθηκαν σε οδηγούς εντελώς αδικαιολόγητα ασφάλιστρα της τάξεως των 10 000 ευρώ. Επιπλέον, η Ιταλική Δημοκρατία αναφέρθηκε στην συνεχή αύξηση του αποζημιώσεων που καταβάλλονται στα θύματα ατυχημάτων από το ταμείο εγγυήσεων και στο γεγονός ότι το ISVAP κίνησε διαδικασίες για την επιβολή κυρώσεων λόγω καταστρατηγήσεως της υποχρεώσεως του συμβάλλεσθαι μόνο σε πολύ λίγες περιπτώσεις που αφορούσαν τις πλέον κατάφωρες παραβάσεις.
63. Η Ιταλική Δημοκρατία θεωρεί ότι η υποχρέωση του συμβάλλεσθαι αποτελεί μέτρο που δεν είναι δυσανάλογο προς τον επιδιωκόμενο σκοπό. Σε αντίθεση με τα υποστηριζόμενα από την Επιτροπή, δεν θα ήταν ούτε πρακτικό ούτε νόμιμο να περιορίζεται η υποχρέωση σε ορισμένες μόνο κατηγορίες οδηγών ή σε ορισμένες περιοχές της Ιταλίας, αφού αυτό θα οδηγούσε σε διακρίσεις και θα παρείχε κίνητρο στις επιχειρήσεις να αποφεύγουν τη δραστηριοποίησή τους στις περιοχές όπου θα ίσχυε η υποχρέωση. Η Ιταλική Δημοκρατία τονίζει επίσης ότι το άρθρο 132, παράγραφος 2, του Κώδικα περιόρισε σημαντικά την υποχρέωση του συμβάλλεσθαι. Όσον αφορά τα εναλλακτικά συστήματα που έχουν υιοθετήσει άλλα κράτη μέλη προκειμένου να εξασφαλίσουν ότι οι οδηγοί θα μπορούν να συνάπτουν συμβάσεις υποχρεωτικής ασφαλίσεως ευθύνης έναντι τρίτων, η Ιταλική Δημοκρατία θεωρεί ότι, ενώ τα εναλλακτικά αυτά συστήματα επαρκούν ίσως για την αντιμετώπιση ορισμένων προβλημάτων όπως είναι η χρήση οινοπνευματωδών ποτών και ναρκωτικών ουσιών, δεν αρκούν για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που απαντούν στην Ιταλία, όπου ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού δεν θα μπορούσε να εξασφαλίσει ασφαλιστική κάλυψη. Περαιτέρω, η Ιταλική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι στην Ισπανία, όπου υπάρχει δημόσιος φορέας (το Consorcio de Compensación de Seguros) ο οποίος επιλαμβάνεται άμεσα και ασφαλίζει οχήματα τα οποία αρνούνται να ασφαλίσουν οι ασφαλιστικές εταιρείες, το φαινόμενο της υπάρξεως ανασφάλιστων οδηγών δεν έχει εξαλειφθεί, αφού ένα εκατομμύριο οχήματα εξακολουθούν να είναι ανασφάλιστα, πράγμα που σημαίνει ότι παραμένουν ανασφάλιστα 14 % των αυτοκινήτων και 54 % των μοτοποδηλάτων. Επιπλέον, στο Ηνωμένο Βασίλειο, το 2004 προκλήθηκαν από ανασφάλιστους οδηγούς 41 000 ατυχήματα, το κόστος των οποίων ανήλθε σε 750 εκατομμύρια ευρώ. Δεδομένης της απουσίας κοινοτικής εναρμονίσεως όσον αφορά την εφαρμογή της υποχρεώσεως των οδηγών να ασφαλίζονται για ευθύνη έναντι τρίτων, κάθε κράτος μέλος είναι ελεύθερο να επιλέγει τη λύση που αρμόζει καλύτερα στις κοινωνικές συνθήκες που επικρατούν στο έδαφός του.
64. Η Δημοκρατία της Φινλανδίας περιόρισε την παρέμβασή της υπέρ της Ιταλικής Δημοκρατίας στην αιτίαση που αφορά την παράβαση των άρθρων 43 ΕΚ και 49 ΕΚ. Η Δημοκρατία της Φινλανδίας θεωρεί ότι, ακόμη και αν η υποχρέωση του συμβάλλεσθαι περιορίζει την ελευθερία εγκαταστάσεως και την ελευθερία παροχής υπηρεσιών, ο περιορισμός δικαιολογείται από λόγους δημόσιου συμφέροντος και προστασίας του καταναλωτή. Κατά τη Δημοκρατία της Φινλανδίας, η λυσιτέλεια της υποχρεώσεως του συμβάλλεσθαι που επιβάλλει η ιταλική νομοθεσία στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις συνίσταται στο ότι εγγυάται στα θύματα τροχαίων ατυχημάτων ταχεία και αποτελεσματική αποζημίωση. Το εν λόγω κράτος μέλος θεωρεί ότι η υποχρεωτική ασφάλιση ευθύνης έναντι τρίτων από αυτοκίνητα και το σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως συνδέονται άμεσα. Σε περίπτωση ατυχημάτων όπου εμπλέκονται τρίτα πρόσωπα, οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις καλύπτουν, μεταξύ άλλων, τα έξοδα νοσηλείας και τα απολεσθέντα εισοδήματα.
65. Η Δημοκρατία της Φινλανδίας επισημαίνει ότι στην απόφαση Omega (16), το Δικαστήριο έχει δεχθεί ότι, μολονότι η απαγόρευση οικονομικής δραστηριότητας συνιστάμενης στην εμπορική εκμετάλλευση παιγνίων που περιλαμβάνουν την εικονική αναπαράσταση βιαίων πράξεων χάριν παιδιάς κατά προσώπων, ιδίως αναπαράσταση φόνων, περιορίζει την ελευθερία παροχής υπηρεσιών, ο περιορισμός αυτός δικαιολογείται από λόγους αναγόμενους στην προστασία του δημόσιου συμφέροντος επειδή η δραστηριότητα αυτή θίγει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Κατά μείζονα λόγο, η ανάγκη παροχής προστασίας στα θύματα τροχαίων ατυχημάτων, ο λόγος υπάρξεως της υποχρεώσεως των ασφαλιστικών επιχειρήσεων να παρέχουν υποχρεωτική ασφάλιση ευθύνης έναντι τρίτων από αυτοκίνητα και των οδηγών να καλύπτονται από τέτοια ασφάλιση, εξυπηρετεί σκοπούς δημόσιου συμφέροντος, οι οποίοι δικαιολογούν περιορισμό της ελευθερίας εγκαταστάσεως και της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών. Το γεγονός ότι κάποια κράτη μέλη έχουν επιλέξει να μην επιβάλουν υποχρέωση του συμβάλλεσθαι στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις δεν συνεπάγεται ότι οι επίμαχες ιταλικές ρυθμίσεις είναι δυσανάλογα περιοριστικές.
2. Εκτίμηση
66. Δεν αμφισβητείται στην παρούσα διαδικασία ότι το άρθρο 11, παράγραφος 1, του Νόμου 990 (17) επιβάλλει στο σύνολο των ασφαλιστικών επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στον τομέα της υποχρεωτικής ασφαλίσεως ευθύνης έναντι τρίτων από αυτοκίνητα στην Ιταλία την υποχρέωση να παρέχουν την εν λόγω κάλυψη σε όλες τις κατηγορίες ασφαλισμένων και σε όλες τις περιοχές της Ιταλίας. Η υποχρέωση αυτή ισχύει τόσο για τις ιταλικές ασφαλιστικές επιχειρήσεις όσο και για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις που παρέχουν ασφαλιστική κάλυψη στην Ιταλία υπό το καθεστώς της ελευθερίας εγκαταστάσεως και της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών. Το άρθρο 132, παράγραφος 2, του Κώδικα καθιερώνει εξαίρεση από τη γενική υποχρέωση παροχής καλύψεως. Κατά την εν λόγω διάταξη, οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να ζητήσουν η άδεια για παροχή υποχρεωτικής ασφαλίσεως ευθύνης έναντι τρίτων από αυτοκίνητα να περιορίζεται μόνο στον στόλο των επαγγελματικών αυτοκινήτων.
67. Επιπροσθέτως, το άρθρο 11, παράγραφος 1bis, του Νόμου 990 (18) προβλέπει ουσιαστικά ότι, προκειμένου να εξασφαλιστεί η τήρηση της υποχρεώσεως παροχής υποχρεωτικής ασφαλίσεως ευθύνης έναντι τρίτων από αυτοκίνητα, οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις πρέπει να υπολογίζουν τις τιμές των ασφαλίστρων τους με συγκεκριμένο τρόπο. Επιπλέον, κατά την ίδια διάταξη, το ISVAP μπορεί να επιβάλλει μεγάλα πρόστιμα οσάκις διαπιστώνει ότι καταστρατηγείται η υποχρέωση παροχής της εν λόγω ασφαλιστικής καλύψεως σε σχέση με συγκεκριμένες περιοχές ή με συγκεκριμένες κατηγορίες ασφαλιζομένων. Τα εν λόγω πρόστιμα μπορούν να κυμαίνονται μεταξύ ενός και πέντε εκατομμυρίων ευρώ. Το άρθρο 12quater, παράγραφος 1, του Νόμου 990 (19) προβλέπει επίσης άλλα πρόστιμα σε περίπτωση παραβάσεως της υποχρεώσεως παροχής ασφαλιστικής καλύψεως. Το άρθρο 12bis του Νόμου 990 (20) ορίζει ότι οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις πρέπει επίσης να δημοσιοποιούν τις τιμές των ασφαλίστρων και του όρους των ασφαλιστικών συμβάσεων.
68. Σημειωτέον ότι η Επιτροπή ανέφερε στην προσφυγή της ότι οι διατάξεις της ιταλικής νομοθεσίας που απαριθμούνται στα σημεία 66 και 67 ανωτέρω ισχύουν αδιακρίτως για τις ιταλικές ασφαλιστικές επιχειρήσεις και για τις επιχειρήσεις που παρέχουν ασφαλιστική κάλυψη στην Ιταλία υπό το καθεστώς της ελευθερίας εγκαταστάσεως και της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών. Ωστόσο, η Επιτροπή, στην απάντησή της, υποστήριξε ότι η επίμαχη ιταλική νομοθεσία έχει επαχθέστερες συνέπειες για τις επιχειρήσεις που παρέχουν ασφαλιστική κάλυψη στην Ιταλία υπό το καθεστώς της ελευθερίας εγκαταστάσεως και της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών (21). Κατά τη γνώμη μου, δεν είναι απολύτως σαφές από τα υποστηριχθέντα από την ίδια στο πλαίσιο της παρούσης διαδικασίας αν η Επιτροπή θεωρεί ότι οι επίμαχες ιταλικές νομοθετικές ρυθμίσεις εφαρμόζονται αδιακρίτως στις ιταλικές ασφαλιστικές επιχειρήσεις και στις επιχειρήσεις που παρέχουν ασφαλιστική κάλυψη στην Ιταλία υπό το καθεστώς της ελευθερίας εγκαταστάσεως και της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών ή αν θεωρεί ότι οι εν λόγω ρυθμίσεις ενέχουν έμμεσες διακρίσεις εις βάρος των μη ιταλικών επιχειρήσεων.
69. Φρονώ ότι η Επιτροπή, η οποία φέρει το βάρος της αποδείξεως στο πλαίσιο της εκδικάσεως προσφυγών λόγω παραβάσεως, δεν απέδειξε στον απαιτούμενο βαθμό ότι τα άρθρα 11, παράγραφος 1, 11, παράγραφος 1bis, 12bis, 12quater, παράγραφος 1, του Νόμου 990 και ακολούθως άρθρα 35, παράγραφος 1, 131, 132, παράγραφοι 1 και 2, 313, 314, παράγραφοι 1 και 2, του Κώδικα, επηρεάζουν διαφορετικά τις ιταλικές ασφαλιστικές επιχειρήσεις και τις επιχειρήσεις που παρέχουν ασφαλιστική κάλυψη στην Ιταλία υπό το καθεστώς της ελευθερίας εγκαταστάσεως και της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών (22), αν αυτή ήταν όντως η πρόθεση της Επιτροπής.
70. Η ελευθερία εγκαταστάσεως που προβλέπεται στο άρθρο 43 ΕΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 48 ΕΚ, απονέμεται τόσο στα φυσικά πρόσωπα που είναι υπήκοοι κράτους μέλους όσο και στα νομικά πρόσωπα κατά την έννοια του άρθρου 48 ΕΚ. Υπό την επιφύλαξη των προβλεπομένων εξαιρέσεων και προϋποθέσεων, περιλαμβάνει το δικαίωμα αναλήψεως και συνεχίσεως κάθε είδους δραστηριότητας υπό καθεστώς αυτοαπασχολήσεως στο έδαφος οποιουδήποτε άλλου κράτους μέλους, το δικαίωμα ιδρύσεως και λειτουργίας επιχειρήσεων και το δικαίωμα ιδρύσεως αντιπροσωπειών, υποκαταστημάτων ή θυγατρικών εταιρειών. Το άρθρο 43 ΕΚ επιβάλλει την κατάργηση των περιορισμών της ελευθερίας εγκαταστάσεως. Κάθε μέτρο που απαγορεύει, παρεμποδίζει ή καθιστά λιγότερο ελκυστική την άσκηση της εν λόγω ελευθερίας πρέπει να θεωρείται ότι συνιστά τέτοιο περιορισμό (23).
71. Το άρθρο 49 ΕΚ επιβάλλει την κατάργηση των περιορισμών της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η ελευθερία παροχής υπηρεσιών του άρθρου 49 ΕΚ επιτάσσει όχι μόνον την εξάλειψη κάθε δυσμενούς διακρίσεως που υφίσταται λόγω της ιθαγενείας του ο εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος παρέχων υπηρεσίες, αλλά και την κατάργηση κάθε περιορισμού, ακόμη και αν αυτός εφαρμόζεται αδιακρίτως τόσο στους ημεδαπούς παρέχοντες υπηρεσίες όσο και σε αυτούς των άλλων κρατών μελών, οσάκις μπορεί να παρεμποδίσει, να παρενοχλήσει ή να καταστήσει λιγότερο ελκυστικές τις δραστηριότητες του παρέχοντος υπηρεσίες που είναι εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος, όπου νομίμως παρέχει ανάλογες υπηρεσίες (24).
72. Δεδομένου ότι τόσο το άρθρο 43 ΕΚ όσο και το άρθρο 49 ΕΚ απαγορεύουν εθνικά μέτρα τα οποία, καίτοι εφαρμόζονται αδιακρίτως στους ημεδαπούς και στους αλλοδαπούς, μπορούν να παρεμποδίσουν ή να καταστήσουν λιγότερο ελκυστική την άσκηση των θεμελιωδών ελευθεριών που εγγυάται η Συνθήκη για τους πολίτες της Κοινότητας, είναι αναγκαίο να εξεταστεί αν η υποχρέωση παροχής ασφαλιστικής καλύψεως την οποία επιβάλλει η ιταλική νομοθεσία (25) ενδέχεται να παρεμποδίσει ή να αποθαρρύνει ουσιωδώς τις δραστηριότητες ασφαλιστικών επιχειρήσεων οι οποίες παρέχουν υποχρεωτική ασφάλιση ευθύνης έναντι τρίτων από αυτοκίνητα στην Ιταλία υπό το καθεστώς της ελευθερίας εγκαταστάσεως και της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών.
73. Εν προκειμένω, θεωρώ ότι η Επιτροπή κατέδειξε με ικανοποιητικό τρόπο ότι οι υποχρεώσεις που επιβάλλονται σύμφωνα με τα άρθρα 11, παράγραφος 1, 11, παράγραφος 1bis, 12bis, 12quater, παράγραφος 1, του Νόμου 990 (26), σε σχέση με την παροχή υποχρεωτικής ασφαλίσεως ευθύνης έναντι τρίτων από αυτοκίνητα στην Ιταλία, έχουν κατ’ ανάγκη ως αποτέλεσμα ότι οι επιχειρήσεις που λειτουργούν στην εν λόγω αγορά δεν μπορούν, κατ’ αρχήν (27), και χωρίς να εκτίθενται στον κίνδυνο σημαντικών προστίμων, να εξειδικεύονται στην παροχή του είδους αυτού ασφαλίσεως για συγκεκριμένες κατηγορίες ασφαλισμένων ή να επικεντρώνουν τις προσπάθειές τους σε συγκεκριμένες γεωγραφικές ή ακόμη και γλωσσικές περιφέρειες στην Ιταλία.
74. Πράγματι, μια ασφαλιστική επιχείρηση η οποία έχει άδεια να παρέχει υποχρεωτική ασφάλεια ευθύνης έναντι τρίτων από αυτοκίνητα στην Ιταλία πρέπει, σύμφωνα με τις επίμαχες ιταλικές ρυθμίσεις, να είναι διατεθειμένη να συμβληθεί με όλους τους ενδεχόμενους πελάτες και να τους παράσχει υποχρεωτική ασφάλιση ευθύνης έναντι τρίτων από αυτοκίνητα από την ημερομηνία χορηγήσεως της αδείας.
75. Η Επιτροπή κατέδειξε επίσης, κατά τη γνώμη μου, ότι η υποχρέωση παροχής ασφαλιστικής καλύψεως σύμφωνα με την ιταλική νομοθεσία μπορεί να συνεπάγεται πρόσθετες οικονομικές και διοικητικής φύσεως επιβαρύνσεις για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις, εκθέτοντας τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην Ιταλία σε αυξημένους οικονομικούς κινδύνους. Επ’ αυτού, η Ιταλική Δημοκρατία υποστήριξε ότι τα κύρια έξοδα που συνδέονται με την παροχή υποχρεωτικής ασφαλίσεως ευθύνης έναντι τρίτων από αυτοκίνητα στην Ιταλία και βαρύνουν τις επιχειρήσεις που λειτουργούν υπό το καθεστώς της ελευθερίας εγκαταστάσεως και της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών δεν είναι μεγαλύτερα από αυτά που βαρύνουν τις εγχώριες επιχειρήσεις (28). Ωστόσο, κατά τη γνώμη μου, πρέπει να τονισθεί ότι η Επιτροπή ανέφερε, χωρίς να διαψευσθεί από την Ιταλική Δημοκρατία, ότι η υποχρέωση παροχής καλύψεως που επιβάλλεται από το ιταλικό δίκαιο έχει άμεσο αντίκτυπο στις υποχρεώσεις που επιβάλλονται στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις όσον αφορά τα περιθώρια ρευστότητας (29).
76. Περαιτέρω, προφανώς η υποχρέωση παροχής καλύψεως ισχύει ανεξάρτητα από την καθιερωμένη εμπορική στρατηγική ή εξειδίκευση, την χρηματοοικονομική ή διοικητική επάρκεια και την εμπειρία μιας ασφαλιστικής επιχειρήσεως στην εν λόγω αγορά.
77. Φρονώ, επομένως, ότι η Επιτροπή απέδειξε ότι οι επίμαχες ιταλικές διατάξεις μπορούν να εμποδίσουν (30), ενδεχομένως, ασφαλιστικές επιχειρήσεις οι οποίες ειδικεύονται στην παροχή ασφαλιστικής καλύψεως σε ιδιαίτερες ή εξειδικευμένες αγορές να εισδύσουν στην αγορά της υποχρεωτικής ασφαλίσεως ευθύνης έναντι τρίτων από αυτοκίνητα στην Ιταλία (31). Επιπλέον, θεωρώ ότι η Επιτροπή κατέδειξε ότι η επίμαχη ιταλική νομοθεσία είναι ενδεχόμενο να αποτρέπει ασφαλιστικές επιχειρήσεις από το να εισδύσουν στην αγορά της υποχρεωτικής ασφαλίσεως ευθύνης έναντι τρίτων από αυτοκίνητα στην Ιταλία, καθότι μπορεί να μην τους επιτρέπει να το πράξουν σταδιακά ή προοδευτικά ή ακόμα περιστασιακά ή σποραδικά (32).
78. Κατά τη γνώμη μου, οι περιστάσεις των τριών επιχειρήσεων που περιέγραψε η Επιτροπή στο πλαίσιο αναπτύξεως των ισχυρισμών της, οι οποίες στο μεγαλύτερο μέρος τους δεν αμφισβητήθηκαν από την Ιταλική Δημοκρατία, μολονότι δεν απεικονίζουν κατ’ ανάγκην τα εμπόδια που αντιμετωπίζουν όλες οι επιχειρήσεις που εισδύουν στην αγορά της υποχρεωτικής ασφαλίσεως ευθύνης έναντι τρίτων από αυτοκίνητα, καταδεικνύουν, ωστόσο, ότι οι δυσκολίες που δημιουργεί η επίμαχη νομοθεσία μπορεί να είναι υπολογίσιμες και όχι απλώς υποθετικές ή απομακρυσμένες (33).
79. Μολονότι η εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 132, παράγραφος 2, του Κώδικα ενδέχεται να βελτιώσει τη θέση ορισμένων ασφαλιστικών επιχειρήσεων, ήτοι των επιχειρήσεων που ζητούν άδεια καλύπτουσα μόνο ομαδικές ασφαλίσεις εταιρικών αυτοκινήτων (34), θεωρώ ότι το εύρος της εξαιρέσεως είναι πάρα πολύ περιορισμένο. Κατά τη γνώμη μου, η εν λόγω εξαίρεση δεν μειώνει τους περιορισμούς που δημιουργεί η υποχρέωση του συμβάλλεσθαι (35) τους οποίους αντιμετωπίζουν, παραδείγματος χάριν, ασφαλιστικές επιχειρήσεις δραστηριοποιούμενες ειδικώς στην παροχή ασφαλιστικής καλύψεως σε πολύ εξειδικευμένες αγορές, εκτός της αγοράς των ασφαλίσεων εταιρικών στόλων (36). Πράγματι, ορισμένες ασφαλιστικές επιχειρήσεις ενδέχεται να υποχρεωθούν να τροποποιήσουν σημαντικά το υφιστάμενο επιχειρηματικό τους μοντέλο (37) προκειμένου να συμμορφωθούν με τις επίμαχες ιταλικές διατάξεις.
80. Προκύπτει σαφώς από την σχετική πάγια νομολογία ότι τα εθνικά μέτρα που περιορίζουν την άσκηση των θεμελιωδών ελευθεριών τις οποίες εγγυάται η Συνθήκη μπορούν να δικαιολογηθούν μόνον αν πληρούν τέσσερις προϋποθέσεις: να εφαρμόζονται κατά τρόπο μη συνεπαγόμενο διακρίσεις, να ανταποκρίνονται σε επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος, να είναι ικανά να εγγυηθούν την υλοποίηση του σκοπού που επιδιώκουν και να μη βαίνουν πέραν αυτού που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού αυτού (38).
81. Αξίζει να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε στο πλαίσιο της παρούσης διαδικασίας ότι οι επίμαχες διατάξεις της ιταλικής νομοθεσίας έχουν διαφορετικές επιπτώσεις για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις που λειτουργούν στην Ιταλία υπό το καθεστώς της ελευθερίας εγκαταστάσεως ή της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών (39). Όσον αφορά το αν οι διατάξεις αυτές δικαιολογούνται, ενδεχομένως, από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος, η Ιταλική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι δικαιολογούνται όντως από δύο λόγους. Πρώτον, η υποχρέωση του συμβάλλεσθαι εξασφαλίζει ότι ορισμένες κατηγορίες οδηγών, όπως οι νεαροί οδηγοί ή οι οδηγοί που κατοικούν σε ορισμένες περιοχές της Ιταλίας, μπορούν να καλυφθούν από υποχρεωτική ασφάλιση ευθύνης έναντι τρίτων από αυτοκίνητα. Δεύτερον, η υποχρέωση του συμβάλλεσθαι που επιβάλλεται στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις εξασφαλίζει ότι οι τρίτοι που υφίστανται σωματικές βλάβες από αυτοκίνητα αποζημιώνονται αναλόγως και ότι οι εν λόγω βλάβες δεν προκαλούν αφαίμαξη των πόρων του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως. Η Ιταλική Δημοκρατία και η Δημοκρατία της Φινλανδίας θεωρούν ότι η υποχρέωση των οδηγών να συνάπτουν συμβάσεις υποχρεωτικής ασφαλίσεως ευθύνης έναντι τρίτων από αυτοκίνητα συνδέεται άμεσα με την υποχρέωση των ασφαλιστικών επιχειρήσεων να παρέχουν τέτοια κάλυψη.
82. Όσον αφορά τον πρώτο λόγο, φρονώ ότι η προστασία των καταναλωτών μπορεί να δικαιολογεί περιορισμό της ελευθερίας εγκαταστάσεως και της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών (40). Όπως ανέφερα στο σημείο 77 ανωτέρω, οι υποχρεώσεις που επιβάλλουν στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις τα άρθρα 11, παράγραφος 1, 11, παράγραφος 1bis, 12bis, 12quater, παράγραφος 1, του Νόμου 990 (41), σχετικά με την παροχή υποχρεωτικής ασφαλίσεως ευθύνης έναντι τρίτων από αυτοκίνητα ενδέχεται να αποθαρρύνουν, μεταξύ άλλων, κατά τη γνώμη μου, τη δημιουργία εξειδικευμένων ασφαλιστικών επιχειρήσεων στην Ιταλία (42). Ωστόσο, μολονότι η απουσία ή η μείωση του αριθμού των εξειδικευμένων ασφαλιστικών επιχειρήσεων στην Ιταλία μπορεί να θίγει τα συμφέροντα ορισμένων τουλάχιστον καταναλωτών στην Ιταλία (43), φρονώ ότι, θεωρητικά τουλάχιστον, η ανάγκη να εξασφαλιστεί ότι οι καταναλωτές υποχρεωτικής ασφαλίσεως ευθύνης έναντι τρίτων από αυτοκίνητα δεν θα υφίστανται αυθαίρετες διακρίσεις λόγω της ηλικίας ή του τόπου κατοικίας τους μπορεί να δικαιολογήσει περιορισμούς της ελευθερίας εγκαταστάσεως και της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών.
83. Συνεπώς, εναπόκειται στην Ιταλική Δημοκρατία, η οποία, για να δικαιολογήσει τους περιορισμούς στην ελευθερία εγκαταστάσεως και στην ελευθερία παροχής υπηρεσιών, επικαλέστηκε τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν ορισμένες κατηγορίες οδηγών και οι οδηγοί που κατοικούν στη νότιο Ιταλία, να προσκομίσει στο Δικαστήριο επαρκεί στοιχεία αποδεικνύοντα ότι οι δυσκολίες αυτές θα έτειναν να ανακύψουν ή να ενταθούν αν δεν ίσχυε η υποχρέωση του συμβάλλεσθαι. Η Ιταλική Δημοκρατία υποστήριξε σχετικώς ότι η κατάργηση της υποχρεώσεως του συμβάλλεσθαι που επιβάλλεται στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις θα είχε «καταστροφικές» συνέπειες, ιδίως στη νότιο Ιταλία (Il Mezzogiorno). Ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί ότι, εκτός από τις συγκεκριμένες στατιστικές που παρουσίασε η Ιταλική Δημοκρατία, οι οποίες καταδεικνύουν ότι διογκούται ολοένα και περισσότερο σε ολόκληρη την Ιταλία το πρόβλημα των ατυχημάτων όπου εμπλέκονται ανασφάλιστα αυτοκίνητα, παρά την υφιστάμενη γενική υποχρέωση του συμβάλλεσθαι (44), το εν λόγω κράτος μέλος δεν προσκόμισε σχεδόν καθόλου στοιχεία αποδεικνύοντα ότι οι οδηγοί που κατοικούν στο νότο της Ιταλίας και οι νεαρής ηλικίας οδηγοί θα υφίσταντο διακρίσεις ή αύξηση των διακρίσεων αν δεν υπήρχε η εν λόγω υποχρέωση (45).
84. Αν, πάντως, γίνει δεκτό ότι θα υπήρχε κίνδυνος διακρίσεων εις βάρος των νεαρών οδηγών και των οδηγών που κατοικούν στη νότιο Ιταλία σε περίπτωση μη επιβολής στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις της υποχρεώσεως του συμβάλλεσθαι, είναι ανάγκη να εξεταστεί αν τα μέτρα που έχει θεσπίσει η Ιταλική Δημοκρατία υπερβαίνουν το αντικειμενικά αναγκαίο μέτρο (46).
85. Είναι προφανές ότι η υποχρέωση του συμβάλλεσθαι που επιβλήθηκε με το άρθρο 11, παράγραφος 1, του Νόμου 990 και ακολούθως με το άρθρο 132, παράγραφος 1, του Κώδικα, έχει γενικό χαρακτήρα και ισχύει ανεξαρτήτως της κατηγορίας καταναλωτών για την οποία πρόκειται ή του τόπου κατοικίας τους. Συνεπώς, η υποχρέωση αυτή είναι, εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον, προφανώς δυσανάλογη και υπερβολικά περιοριστική, αφού υπερβαίνει προδήλως το μέτρο που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού (47).
86. Ωστόσο, η Ιταλική Δημοκρατία ισχυρίζεται, κατ’ ουσίαν, ότι δεν είναι δυνατό να περιοριστεί η υποχρέωση του συμβάλλεσθαι σε ορισμένες κατηγορίες καταναλωτών, καθόσον ο περιορισμός αυτός θα συνεπαγόταν αφεαυτού διακρίσεις. Επιπλέον, κατά την Ιταλική Δημοκρατία, αν η υποχρέωση του συμβάλλεσθαι περιοριζόταν σε ορισμένες περιοχές της Ιταλίας, το γεγονός αυτό θα παρότρυνε τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις να μη δραστηριοποιούνται στις περιοχές αυτές. Η Ιταλική Δημοκρατία θεωρεί επίσης ότι τα διάφορα συστήματα που έχουν υιοθετηθεί σε άλλα κράτη μέλη για την αντιμετώπιση του προβλήματος των οδηγών που δεν μπορούν να εξασφαλίσουν υποχρεωτική ασφαλιστική κάλυψη ευθύνης έναντι τρίτων από αυτοκίνητα και τα οποία είναι λιγότερο περιοριστικά απ’ ό,τι η υποχρέωση του συμβάλλεσθαι θα αποδεικνύονταν ανεπαρκή για την αντιμετώπιση των προβλημάτων στην Ιταλία.
87. Φρονώ ότι, όπως γίνεται δεκτό με τη νομολογία του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι τα μέτρα που υιοθέτησε η Ιταλική Δημοκρατία είναι ενδεχομένως ανάλογα προς τον επιδιωκόμενο σκοπό για τον λόγο και μόνο ότι άλλα κράτη μέλη επέλεξαν διαφορετικό από το δικό της σύστημα προστασίας (48). Είναι δυνατό να συντρέχουν εντός της Ιταλικής Δημοκρατίας περιστάσεις οι οποίες καθιστούν ακατάλληλη την υιοθέτηση των συστημάτων που προτιμήθηκαν από άλλα κράτη μέλη. Ωστόσο, ελλείψει τυχόν αποδείξεων πέραν των απλών δηλώσεων της Ιταλικής Δημοκρατίας, δεν είμαι πεπεισμένος ότι το εν λόγω κράτος μέλος δεν δύναται, από πρακτικής ή από νομικής απόψεως, να περιορίσει την υποχρέωση του συμβάλλεσθαι (49) στους κατοίκους ορισμένων περιοχών της Ιταλίας ή σε ορισμένες κατηγορίες καταναλωτών. Συνεπώς, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι τα άρθρα 11, παράγραφος 1, 11, παράγραφος 1, στοιχείο a, 12a και 12d, παράγραφος 1, του Νόμου 990 (50) υπερβαίνουν το μέτρο που είναι αντικειμενικά αναγκαίο για την επίτευξη του δηλούμενου σκοπού της προστασίας ορισμένων οδηγών από ενδεχόμενες διακρίσεις.
88. Όσαν αφορά τον ισχυρισμό της Ιταλικής Δημοκρατίας ότι η επιβολή της υποχρεώσεως του συμβάλλεσθαι δικαιολογείται προκειμένου να προστατευθούν τα θύματα τροχαίων ατυχημάτων που προκαλούνται από ανασφάλιστους οδηγούς, θεωρώ ότι ο εν λόγω στόχος θα πρέπει, κατ’ αρχήν, να κατατάσσεται μεταξύ των συμφερόντων που δικαιολογούν περιορισμό της ελευθερίας εγκαταστάσεως και της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών (51).
89. Ωστόσο, φρονώ ότι η Ιταλική Δημοκρατία δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο ικανό να στηρίξει τον ισχυρισμό της ότι υφίσταται άμεση σχέση μεταξύ της μη επιβολής υποχρεώσεως των ασφαλιστικών επιχειρήσεων να παρέχουν υποχρεωτική ασφάλιση ευθύνης έναντι τρίτων από αυτοκίνητα σε όλους τους υποψηφίους πελάτες και της αυξήσεως του αριθμού των τρίτων, θυμάτων τροχαίων ατυχημάτων που προκαλούνται από ανασφάλιστα αυτοκίνητα. Μολονότι η Ιταλική Δημοκρατία εμφάνισε ανησυχητικά μεγέθη σε σύγκριση με άλλα κράτη μέλη όπου δεν υφίσταται υποχρέωση του συμβάλλεσθαι, όσον αφορά τον αριθμό ανασφάλιστων αυτοκινήτων και των ατυχημάτων όπου εμπλέκονται ανασφάλιστα αυτοκίνητα (52), δεν μπόρεσε να αποδείξει οποιαδήποτε άμεση σχέση μεταξύ των δύο αυτών μεγεθών. Στην πραγματικότητα, η Ιταλική Δημοκρατία προσκόμισε πολλά δεδομένα ενδεικτικά σημαντικής αυξήσεως του αριθμού των αιτήσεων αποζημιώσεων που υποβάλλονται στο ιταλικό ταμείο εγγυήσεων και των καταβαλλομένων από αυτό αποζημιώσεων και τούτο σε ένα κράτος μέλος όπου επιβάλλεται υποχρέωση του συμβάλλεσθαι στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις (53). Με βάση τα στοιχεία που περιέχονται στο φάκελλο της δικογραφίας και προσκομίσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, η επιβαλλόμενη από την ιταλική νομοθεσία υποχρέωση του συμβάλλεσθαι (54) δεν είναι προφανώς το κατάλληλο μέσο για την επίτευξη του σκοπού της προστασίας των τρίτων θυμάτων τροχαίων ατυχημάτων.
90. Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία δεν εκπλήρωσε τις εκ των άρθρων 43 ΕΚ και 49 ΕΚ υποχρεώσεις της.
Γ – Η δεύτερη αιτίαση – Παράβαση των άρθρων 6, 29 και 39 της οδηγίας 92/49
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
91. Η Επιτροπή θεωρεί ότι τα άρθρα 11, παράγραφος 1, στοιχείο a, 12a και 12d, παράγραφος 1, του Νόμου 990 (55) αντίκεινται στην αρχή του ελευθέρου καθορισμού των ασφαλίστρων. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, αν το Δικαστήριο αποφανθεί ότι η υποχρέωση του συμβάλλεσθαι την οποία επιβάλλει το άρθρο 11, παράγραφος 1, του Νόμου 990 (56) δεν συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο, θα πρέπει να συναχθεί αναπόφευκτα ότι το άρθρο 11, παράγραφος 1, στοιχείο a, του Νόμου 990 αντίκειται στα άρθρα 6, 29 και 39 της οδηγίας 92/49. Η ίδια η Ιταλική Δημοκρατία υποστήριξε ότι το σύστημα εκ των υστέρων εποπτείας ως προς τα ασφάλιστρα εκ μέρους του ISVAP υιοθετήθηκε ακριβώς για να εξασφαλιστεί η αποφυγή καταστρατηγήσεων της υποχρεώσεως του συμβάλλεσθαι.
92. Κατά την Επιτροπή, η επιβαλλόμενη στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις υποχρέωση να υπολογίζουν τα ασφάλιστρά τους «σύμφωνα με τις τεχνικές βάσεις τους οι οποίες πρέπει να είναι αρκετά ευρείες και να αναφέρονται σε περίοδο τουλάχιστον πέντε ετών», σε συνδυασμό με τη δυνατότητα του ISVAP να ελέγχει αναδρομικά τα ασφάλιστρα και να επιβάλλει αυστηρές κυρώσεις, παραβιάζει την αρχή του ελεύθερου καθορισμού των ασφαλίστρων. Μολονότι η ιταλική νομοθεσία δεν απαιτεί ούτε την προηγούμενη έγκριση ούτε τη συστηματική κοινοποίηση των ασφαλίστρων στο ISVAP, εντούτοις εξασφαλίζει ότι τα ασφάλιστρα αντιστοιχούν στον μέσο όρο της αγοράς. Το αποτέλεσμα της ρυθμίσεως αυτής είναι η εγκαθίδρυση ενός συστήματος ελεγχόμενων ασφαλίστρων το οποίο έχει ως συνέπεια ότι οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις δεν είναι ελεύθερες να προωθούν τις υπηρεσίες τους στην αγορά όπως βούλονται, γεγονός που διακυβεύει την εγκαθίδρυση της ενιαίας αγοράς στον τομέα των ασφαλίσεων.
93. Η Ιταλική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η ιταλική νομοθεσία δεν απαιτεί την προηγούμενη έγκριση ή τη συστηματική κοινοποίηση των τιμών των ασφαλίστρων. Κατά την Ιταλική Δημοκρατία, οι κανόνες περί ύψους των ασφαλίστρων που περιέχονται στον Νόμο 990 και στον Κώδικα σκοπούν απλώς να εξασφαλίσουν ότι η υποχρέωση του συμβάλλεσθαι δεν θα καταστρατηγείται με τη χρέωση στους καταναλωτές υπέρογκων ασφαλίστρων. Οι επίμαχοι κανόνες αντιστοιχούν στους συνήθεις τεχνικούς κανόνες και τις αρχές υπολογισμού των κινδύνων που εφαρμόζουν οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις. Συνεπώς, είναι εσφαλμένη η θέση της Επιτροπής ότι σκοπός των κανόνων της ιταλικής νομοθεσίας είναι να εξασφαλίσουν ότι οι τιμές των ασφαλίστρων θα αντιστοιχούν στον μέσο όρο της αγοράς. Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να αυξάνουν τις τιμές τους, και μάλιστα σε σημαντική έκταση σε περίπτωση αρνητικής εξελίξεως όσον αφορά τον αριθμό των αιτήσεων αποζημιώσεως, ή να υιοθετούν άλλα τεχνικά μέτρα προκειμένου να διατηρήσουν την χρηματοοικονομική τους σταθερότητα. Το ISVAP επεμβαίνει σπανίως και, στην πραγματικότητα, επεμβαίνει μόνον όταν τα ασφάλιστρα που χρεώνουν οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις είναι καταχρηστικά ή υποκρύπτουν διακρίσεις.
2. Εκτίμηση
94. Σκοπός της οδηγίας 92/49, η οποία εκδόθηκε με βάση τα άρθρα 57, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚ (νύν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρα 47, παράγραφος 2, ΕΚ) και 66 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 55 ΕΚ), είναι να συμβάλει στην ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς στον τομέα της πρωτασφάλισης εκτός της ασφάλειας ζωής, τόσο όσον αφορά την ελευθερία εγκατάστασης όσο και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, προκειμένου να διευκολυνθεί η κάλυψη των κινδύνων στο εσωτερικό της Κοινότητας από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις που έχουν την έδρα τους στο έδαφός της (57). Αποβλέπει στην εντός της Κοινότητας εξασφάλιση της ελεύθερης εμπορίας των ασφαλιστικών προϊόντων του οικείου τομέα (58).
95. Όσον αφορά τα άρθρα 6, 29 και 39 της οδηγίας 92/49, όπως έκρινε το Δικαστήριο, ο κοινοτικός νομοθέτης επιδίωξε να διασφαλίσει την αρχή της τιμολογιακής ελευθερίας στον τομέα των ασφαλίσεων εκτός της ασφαλίσεως ζωής, περιλαμβανομένης, καθόσον αφορά την υποχρεωτική ασφάλιση, της ασφαλίσεως για την αστική ευθύνη που συνδέεται με την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων. Η αρχή αυτή συνεπάγεται την απαγόρευση οποιουδήποτε συστήματος προηγούμενης ή συστηματικής γνωστοποιήσεως και εγκρίσεως των τιμών που μια ασφαλιστική επιχείρηση προτίθεται να ορίσει στις σχέσεις της με τους ασφαλιζομένους. Η μόνη επιτρεπόμενη από την οδηγία 92/49 παρέκκλιση από την αρχή αυτή έχει σχέση με την προηγούμενη γνωστοποίηση και την έγκριση «των αυξήσεων τιμών» στο πλαίσιο ενός «γενικού συστήματος ελέγχου των τιμών» (59).
96. Οι διάδικοι στην παρούσα υπόθεση συμφωνούν ότι τα άρθρα 11, παράγραφος 1bis, 12bis, και 12quater, παράγραφος 1, του Νόμου 990 (60) δεν εισάγουν σύστημα προηγούμενης ή συστηματικής γνωστοποιήσεως ή εγκρίσεως των τιμών των ασφαλίστρων στην Ιταλία και ότι η παρέμβαση του ISVAP όσον αφορά τις εν λόγω τιμές χωρεί αποκλειστικά ex post. Είναι, ωστόσο, ανάγκη να εξετασθεί αν, στην πραγματικότητα, τα άρθρα 11, παράγραφος 1bis, 12bis και 12quater, παράγραφος 1, του Νόμου 990 (61) υπονομεύουν την εφαρμογή της αρχής του ελεύθερου καθορισμού των ασφαλίστρων που αναγνωρίζει η νομολογία του Δικαστηρίου.
97. Κατά τη γνώμη μου, είναι σαφές ότι οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις που διαθέτουν άδεια να παρέχουν υποχρεωτική ασφάλιση ευθύνης έναντι τρίτων από αυτοκίνητα στην Ιταλία δεν έχουν, κατά το άρθρο 11, παράγραφος 1, στοιχείο a, του Νόμου 990 (62), πλήρη ελευθερία να καθορίζουν το ποσό του βασικού ασφαλίστρου. Πράγματι, μη τήρηση των κανόνων του άρθρου 11, παράγραφος bis, του Νόμου 990 (63), που αφορούν τον καθορισμό των τιμών των ασφαλίστρων, μπορεί να οδηγήσει στην επιβολή προστίμων εις βάρος της οικείας ασφαλιστικής εταιρείας, κυμαινομένων μεταξύ ενός και πέντε εκατομμυρίων ευρώ (64).
98. Πάντως, θεωρώ ότι η ελευθερία καθορισμού των τιμών των ασφαλίστρων που καθιερώνεται στην οδηγία 92/49 δεν είναι εντελώς απεριόριστη. Οι ασφαλιστικές εταιρείες δεν καλύπτονται από πλήρη ατιμωρησία σε σχέση με τον καθορισμό των ασφαλίστρων (65). Πράγματι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υφίσταται πλήρης εναρμόνιση του τιμολογιακού τομέα σε θέματα ασφαλίσεων, εκτός των ασφαλίσεων ζωής, αποκλείουσα οποιοδήποτε εθνικό μέτρο ικανό να επηρεάσει τις τιμές, εφόσον ο κοινοτικός νομοθέτης δεν έχει εκφράσει σαφώς τη βούλησή του προς αυτή την κατεύθυνση (66).
99. Εν προκειμένω, η Ιταλική Δημοκρατία δήλωσε σαφώς ότι, μεταξύ άλλων, το άρθρο 11, παράγραφος 1 bis, του Νόμου 990 (67) θεσπίστηκε προκειμένου να αποτραπούν καταστρατηγήσεις της υποχρεώσεις του συμβάλλεσθαι που επιβάλλει το άρθρο 11, παράγραφος 1, του Νόμου 990 (68).
100. Όπως εξέθεσα στα σημεία 66 έως 90 ανωτέρω, θεωρώ ότι η υποχρέωση του συμβάλλεσθαι, όπως προβλέπεται στο άρθρο 11, παράγραφος 1, του Νόμου 990 (69), συνιστά αδικαιολόγητο περιορισμό της ελευθερίας εγκαταστάσεως και της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών. Συνεπώς, φρονώ ότι το άρθρο 11, παράγραφος 1bis, του Νόμου 990 (70), το οποίο αποβλέπει στην αποτροπή καταστρατηγήσεων της αμφίβολης νομιμότητας υποχρεώσεως του συμβάλλεσθαι, συνιστά αδικαιολόγητη παραβίαση της αρχής της ελευθερίας καθορισμού των τιμών των ασφαλίστρων.
101. Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι, θεσπίζοντας και διατηρώντας σε ισχύ τις διατάξεις σχετικά με τον υπολογισμό των ασφαλίστρων, οι οποίες αποσκοπούν στην αποτροπή καταστρατηγήσεων της υποχρεώσεως του συμβάλλεσθαι, η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις της που έχουν σχέση με την αρχή του ελεύθερου καθορισμού των τιμών των ασφαλίστρων στην οποία αναφέρονται τα άρθρα 6, 29 και 39 της οδηγίας 92/49.
Δ – Η τρίτη αιτίαση – Παράβαση του άρθρου 9 της οδηγίας 92/49
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
102. Η Επιτροπή θεωρεί ότι η εποπτεία που ασκεί το ISVAP και οι κυρώσεις που επιβάλλει δυνάμει του άρθρου 11, παράγραφος 1bis, του Νόμου 990 και ακολούθως, των άρθρων 35, παράγραφος 1, και 314, παράγραφος 2, του Κώδικα, επί των ασφαλιστικών επιχειρήσεων που λειτουργούν στην Ιταλία υπό το καθεστώς της ελευθερίας εγκαταστάσεως και της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών παραβιάζουν την κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ του κράτους μέλους καταγωγής και του κράτους μέλους υποδοχής που προβλέπεται στο άρθρο 9 της οδηγίας 92/49.
103. Κατά την πέμπτη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου της οδηγίας 92/49, η εφαρμογή της αρχής της ασκήσεως της εποπτείας από το κράτος μέλος καταγωγής αποτελεί έναν από τους ουσιώδεις στόχους της εν λόγω οδηγίας και οποιεσδήποτε παρεκκλίσεις από την αρχή αυτή πρέπει να ερμηνεύονται συσταλτικά και να προβλέπονται ρητά ή σιωπηρά είτε από άλλες διατάξεις της οδηγίας 92/49 είτε από διατάξεις άλλων οδηγιών που αφορούν την υποχρεωτική ασφάλιση ευθύνης έναντι τρίτων από αυτοκίνητα. Επιπλέον, τα άρθρα 11 και 40 της οδηγίας 92/49 προσδίδουν ευρύ πεδίο εφαρμογής στην αρχή της ασκήσεως της εποπτείας από το κράτος μέλος καταγωγής. Στην περίπτωση που το ISVAP αποφασίσει να παρέμβει σε σχέση με τα ασφάλιστρα που χρεώνουν επιχειρήσεις, η κύρια εγκατάσταση των οποίων βρίσκεται σε άλλο κράτος μέλος, το ISVAP πρέπει να κοινοποιήσει τις υποτιθέμενες παρανομίες στο εποπτικό όργανο του κράτους μέλους καταγωγής και να του ζητήσει να λάβει τα προσήκοντα μέτρα.
104. Η Ιταλική Δημοκρατία ισχυρίζεται ότι τα μέτρα τα οποία υιοθέτησε προκειμένου να εξασφαλίσει την προστασία των καταναλωτών δεν έχουν καμία σχέση με την χρηματοοικονομική εποπτεία των ασφαλιστικών επιχειρήσεων στην οποία αναφέρεται το άρθρο 9 της οδηγίας 92/49. Η χρηματοοικονομική εποπτεία μιας ασφαλιστικής επιχειρήσεως, υπαγόμενη αποκλειστικά στη σφαίρα ευθύνης του κράτους μέλους καταγωγής, αφορά μάλλον τα περιθώρια ρευστότητας και τους τεχνικούς πόρους παρά την προστασία του καταναλωτή.
2. Εκτίμηση
105. Η οδηγία 92/49 αποσκοπεί «[…] στην επίτευξη της βασικής, αναγκαίας και επαρκούς εναρμόνισης για την αμοιβαία αναγνώριση των αδειών λειτουργίας και των συστημάτων προληπτικού ελέγχου, η οποία επιτρέπει τη χορήγηση ενιαίας άδειας με ισχύ σε όλη την Κοινότητα και την εφαρμογή της αρχής του ελέγχου από το κράτος μέλος καταγωγής» (71).
106. Επομένως, η ανάληψη και η συνέχιση της ασφαλιστικής δραστηριότητας υπόκειται στη χορήγηση μιας και μόνο επίσημης αδείας, η οποία εκδίδεται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου έχει την κύρια εγκατάστασή της η οικεία ασφαλιστική επιχείρηση, πράγμα που επιτρέπει στην επιχείρηση να δραστηριοποιείται στο σύνολο της Κοινότητας, ασκώντας το δικαίωμα της εγκαταστάσεως ή την ελευθερία παροχής υπηρεσιών. Περαιτέρω, το κράτος μέλος όπου βρίσκεται το υποκατάστημα ή όπου παρέχονται οι υπηρεσίες δεν μπορεί πλέον να απαιτεί από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις, οι οποίες επιθυμούν να ασκούν τις ασφαλιστικές τους δραστηριότητες στο έδαφός του και οι οποίες έχουν λάβει τη σχετική άδεια στο κράτος μέλος καταγωγής τους (72), να ζητήσουν νέα άδεια (73). Επιπροσθέτως, ως επακόλουθο της αρχής της αδειοδοτήσεως από το κράτος μέλος καταγωγής, το άρθρο 9 της οδηγίας 92/49 προβλέπει ότι το κράτος μέλος καταγωγής είναι αποκλειστικά υπεύθυνο για τη χρηματοοικονομική εποπτεία των ασφαλιστικών επιχειρήσεων που λειτουργούν βάσει δικής του αδείας. Η χρηματοοικονομική εποπτεία περιλαμβάνει (74) την εξακρίβωση, «για το σύνολο των δραστηριοτήτων της ασφαλιστικής επιχείρησης, της κατάστασης της φερεγγυότητάς της και της σύστασης τεχνικών αποθεματικών και αντιπροσωπευτικών στοιχείων ενεργητικού […]» (75).
107. Κατά τη γνώμη μου, η αρχή της «εφάπαξ για μια εγκατάσταση» αδείας και η αρχή της ευθύνης του κράτους μέλους καταγωγής για την χρηματοοικονομική εποπτεία που καθιερώνονται στην οδηγία 92/49 αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο της ασκήσεως της ελευθερίας εγκαταστάσεως και της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών στον τομέα της πρωτασφάλισης εκτός της ασφάλειας ζωής.
108. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 11, παράγραφος 1bis, του Νόμου 990 και ακολούθως των άρθρων 35, παράγραφος 1, και 314, παράγραφος 2, του Κώδικα, οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις οι οποίες διαθέτουν άδεια για την παροχή υποχρεωτικής ασφαλίσεως ευθύνης έναντι τρίτων από αυτοκίνητα στην Ιταλία, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που λειτουργούν υπό το καθεστώς της ελευθερίας εγκαταστάσεως και της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών, υποχρεούνται να υπολογίζουν τα ασφάλιστρά τους με συγκεκριμένο τρόπο. Επιπλέον, η μη εφαρμογή από μια ασφαλιστική επιχείρηση της μεθόδου για τον υπολογισμό των ασφαλίστρων που επιβάλλει το άρθρο 11, παράγραφος 1bis, του Νόμου 990 και ακολούθως τα άρθρα 35, παράγραφος 1, και 314, παράγραφος 2, του Κώδικα, μπορεί, υπό ορισμένες περιστάσεις, να επιφέρει την επιβολή υψηλών προστίμων από το ISVAP. Όπως ανέφερα στο σημείο 99 ανωτέρω, ο μοναδικός σκοπός του άρθρου 11, παράγραφος 1, στοιχείο a, και κατόπιν των άρθρων 35, παράγραφος 1, και 314, παράγραφος 2, του Κώδικα είναι να αποτρέψουν καταστρατηγήσεις της υποχρεώσεως του συμβάλλεσθαι.
109. Φρονώ ότι η απόφαση παροχής ασφαλιστικής καλύψεως σε ασφαλιζoμένους και ο καθορισμός των τιμών των ασφαλίστρων αποτελεί τον πυρήνα της δραστηριότητας μιας ασφαλιστικής επιχειρήσεως και μπορεί να επηρεάσει την οικονομική ισορροπία της. Οι κανόνες που περιέχονται στο άρθρο 11, παράγραφος 1bis, του Νόμου 990 (76) σχετικά με τον καθορισμό του ύψους των ασφαλίστρων και οι εποπτικές και πειθαρχικές εξουσίες που απονέμονται συναφώς στο ISVAP επιβάλλουν στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις την υποχρέωση να λογοδοτούν όχι μόνο στις αρμόδιες αρχές που ασκούν τη χρηματοοικονομική εποπτεία κατά την οδηγία 92/49 στο κράτος μέλος καταγωγής τους αλλά και στο ISVAP, για θέματα που αφορούν την οικονομική τους ισορροπία.
110. Φρονώ, επομένως, ότι η αιτίαση της Επιτροπής, κατά την οποία το άρθρο 11, παράγραφος 1, στοιχείο a, του Νόμου 990 (77), το οποίο αποσκοπεί στην αποτροπή καταστρατηγήσεων της κριθείσης δυσανάλογα περιοριστικής υποχρεώσεως του συμβάλλεσθαι, αντίκειται στο άρθρο 9 της οδηγίας 92/49, είναι βάσιμη.
VII – Τα δικαστικά έξοδα
111. Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον έχει υποβληθεί σχετικό αίτημα από τον νικήσαντα διάδικο. Δεδομένου ότι η Επιτροπή υπέβαλε αίτημα περί των δικαστικών εξόδων και η Ιταλική Δημοκρατία ηττήθηκε, η τελευταία θα πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
112. Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας, τα κράτη μέλη που παρενέβησαν στη δίκη φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους.
VIII – Συμπέρασμα
113. Κατόπιν αυτού, προτείνω στο Δικαστήριο:
– να αναγνωρίσει ότι, θεσπίζοντας και διατηρώντας σε ισχύ την υποχρέωση παροχής ασφαλιστικής καλύψεως για ευθύνη έναντι τρίτων από αυτοκίνητα οχήματα, την οποία επιβάλλει σε όλες τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων που έχουν την κύρια εγκατάστασή τους σε άλλο κράτος μέλος αλλά δραστηριοποιούνται στην Ιταλία, ασκώντας την ελευθερία εγκαταστάσεως ή την ελευθερία παροχής υπηρεσιών, η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει εκ των άρθρων 43 ΕΚ και 49 ΕΚ,
– να αναγνωρίσει ότι, θεσπίζοντας και διατηρώντας σε ισχύ νομοθετικές ρυθμίσεις σχετικά με τον υπολογισμό των ασφαλίστρων οι οποίες σκοπό έχουν την αποτροπή καταστρατηγήσεων της υποχρεώσεως του συμβάλλεσθαι, κατά παράβαση της αρχής της ελευθερίας καθορισμού των τιμών των ασφαλίστρων στην οποία αναφέρονται τα άρθρα 6, 29 και 39 της οδηγίας 92/49/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την πρωτασφάλιση, εκτός της ασφάλειας ζωής, και για την τροποποίηση των οδηγιών 73/239/ΕΟΚ και 88/357/ΕΟΚ (τρίτη οδηγία για την πρωτασφάλιση εκτός της ασφάλειας ζωής), η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις της εκ της εν λόγω οδηγίας,
– να αναγνωρίσει ότι, θεσπίζοντας και διατηρώντας σε ισχύ κανόνες σύμφωνα με τους οποίους οι ασφαλιστικές εταιρείες που έχουν την κύρια εγκατάστασή τους σε άλλο κράτος μέλος, αλλά λειτουργούν στην Ιταλία υπό το καθεστώς της ελευθερίας εγκαταστάσεως ή της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών, υποχρεούνται να υπολογίζουν τα ασφάλιστρά τους και επιβάλλοντας κυρώσεις σε περίπτωση παραβάσεως των κανόνων αυτών, κατά παράβαση της αρχής της ασκήσεως της εποπτείας από το κράτος μέλος καταγωγής την οποία καθιερώνει το άρθρο 9 της οδηγίας 92/49, η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις της εκ της εν λόγω οδηγίας,
– να υποχρεώσει την Ιταλική Δημοκρατία να φέρει τα δικαστικά έξοδά της καθώς και τα δικαστικά έξοδα της Επιτροπής,
– να υποχρεώσει τη Δημοκρατία της Φινλανδίας να φέρει τα δικαστικά έξοδά της.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
2 – ΕΕ L 228, σ. 1.
3 – Απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 2004, C‑442/02 (Συλλογή 2004, σ. I‑8961).
4 – Βλ. σημείο 30, ανωτέρω.
5 – Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 10ης Μαΐου 2001, C-152/98, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (Συλλογή 2001, σ. I‑3463, σκέψη 23), απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 2002, C‑439/99, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2002, σ. I‑305, σκέψη 10), και απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 2003, C‑185/00, Επιτροπή κατά Φινλανδίας (Συλλογή 2003, σ. I‑14189, σκέψη 79).
6 – Βλ., ιδίως, απόφαση της 5ης Ιουνίου 2003, C‑145/01, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2003, σ. I‑5581, σκέψη 17).
7 – Βλ., ιδίως, απόφαση της 28ης Μαρτίου 1985, 274/83, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1985, σ. 1077, σκέψη 21), απόφαση της 16ης Σεπτεμβρίου 1997, C‑279/94, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1997, σ. I‑4743, σκέψη 15), και απόφαση της 18ης Μαΐου 2006, C‑221/04, Επιτροπή κατά Ισπανίας (Συλλογή 2006, σ. I‑4515, σκέψη 36).
8 – Βλ. σημείο 30 ανωτέρω.
9 – Βλ. σημεία 18 και 19 ανωτέρω.
10 – Απόφαση της 19ης Μαΐου 1983, 306/81, Βέρρος κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1983, σ. 1755, σκέψη 9), και απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 2005, C‑66/02, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2005, σ. I‑10901, σκέψη 86).
11 – Ακολούθως δε το άρθρο 132, παράγραφος 1, του Κώδικα.
12 – Ακολούθως δε τα άρθρα 35, παράγραφος 1, 314, παράγραφος 2, 131, 313 και 314, παράγραφος 1, του Κώδικα.
13 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 3.
14 – ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 136.
15 – EE L 8, σ. 17.
16 – Απόφαση της 14ης Οκτωβρίου 2004, C‑36/02 (Συλλογή 2004, σ. I‑9609).
17 – Ακολούθως δε άρθρο 132, παράγραφος 1, του Κώδικα.
18 – Ακολούθως δε άρθρα 35, παράγραφος 1, και 314, παράγραφος 2, του Κώδικα.
19 – Ακολούθως δε άρθρο 314, παράγραφος 1, του Κώδικα.
20 – Ακολούθως δε άρθρα 131 και 313 του Κώδικα.
21 – Βλ. σημείο 48 ανωτέρω.
22 – Βλ. απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 2004, C‑288/02, Επιτροπή κατά Ελλάδος (Συλλογή 2004, σ. I‑10071, σκέψη 35 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία.
23 – Βλ., μεταξύ άλλων, Caixa Bank France (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 3, σκέψεις 9 και 11).
24 – Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 29ης Νοεμβρίου 2001, C‑17/00, De Coster (Συλλογή 2001, σ. I‑9445, σκέψη 29), απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2005, C‑544/03 και C‑545/03, Mobistar και Belgacom (Συλλογή 2005, σ. I‑7723, σκέψη 29), απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 2006, C‑94/04 και C‑202/04, Cipolla και λοιποί (Συλλογή 2006, σ. I‑11421, σκέψη 56), και απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 2007, C‑208/05, ITC (Συλλογή 2007, σ. I‑181, σκέψη 55).
25 – Και τις συναφείς προς αυτήν υποχρεώσεις.
26 – Ακολούθως δε άρθρα 35, παράγραφος 1, 131, 132, παράγραφος 1, 313, 314, παράγραφος 1, και 314, παράγραφος 2, του Κώδικα.
27 – Βλ., ωστόσο, το άρθρο 132, παράγραφος 2, του Κώδικα.
28 – Βλ. σημείο 60 ανωτέρω.
29 – Βλ., σημείο 49 ανωτέρω. Κατά την τρίτη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου της οδηγίας 2002/13/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Μαρτίου 2002, για την τροποποίηση της οδηγίας 73/239/ΕΟΚ του Συμβουλίου όσον αφορά τις απαιτήσεις περιθωρίου φερεγγυότητας για τις επιχειρήσεις ασφάλισης ζημιών (ΕΕ L 77, σ. 17), η υποχρέωση που επιβάλλεται στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις για τον σχηματισμό περιθωρίου φερεγγυότητας, το οποίο θα χρησιμεύει ως ρυθμιστικό κεφάλαιο σε περίπτωση αρνητικής εξέλιξης των ασφαλιστικών δραστηριοτήτων, αποτελεί σημαντικό στοιχείο του συστήματος προληπτικής εποπτείας για την προστασία των ασφαλισμένων και των κατόχων ασφαλιστηρίων συμβολαίων.
30 – Μολονότι οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις δεν αποκλείεται να καταφύγουν σε μέτρα «αυτοπροστασίας» για να μειώσουν τις de facto επιπτώσεις των επίμαχων νομοθετικών ρυθμίσεων, αποστέλλοντας, παραδείγματος χάριν, τυχόν διαφημιστικό υλικό σε ορισμένες κατηγορίες πιθανών πελατών ή σε ορισμένες γεωγραφικά ή γλωσσικά προσδιοριζόμενες περιοχές, τα εν λόγω μέτρα ουδόλως μεταβάλλουν το γεγονός ότι οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις είναι υποχρεωμένες, κατά την ιταλική νομοθεσία, να παρέχουν ασφαλιστική κάλυψη σε όλους τους αιτουμένους κάλυψη και ότι πρέπει να τηρούν τους όρους που επιβάλλει η ιταλική νομοθεσία προκειμένου να διασφαλίζεται η τήρηση της υποχρεώσεως του συμβάλλεσθαι.
31 – Στην απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 2003, C‑59/01, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2003, σ. I‑1759, σκέψη 25), το Δικαστήριο έκρινε ότι «[…] βάσει της δέκατης ένατης αιτιολογικής σκέψεως της [...] οδηγίας [92/49], στο πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς, αποβαίνει προς το συμφέρον του να έχει ο ασφαλιζόμενος αυτός πρόσβαση στο μεγαλύτερο δυνατό φάσμα ασφαλιστικών προϊόντων στην Κοινότητα, προκειμένου να μπορεί να επιλέγει μεταξύ τους αυτό που ταιριάζει καλύτερα στις ανάγκες του».
32 – Σημειωτέον ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η διάκριση μεταξύ παροχής υπηρεσιών και εγκαταστάσεως μπορεί να στηρίζεται στο αν η οικεία δραστηριότητα ασκείται σταθερά και συνεχώς ή σε προσωρινή βάση. Βλ. σχετικώς απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 1995, C‑55/94, Gebhard (Συλλογή 1995, σ. I‑4165, σκέψεις 21 έως 26).
33 – Υπενθυμίζω, επίσης, ότι η Επιτροπή, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ανέφερε, χωρίς να διαψευσθεί από την Ιταλική Δημοκρατία, ότι το ISVAP είχε επιβάλει πρόσφατα πρόστιμα κυμαινόμενα μεταξύ ενός και δύο εκατομμυρίων ευρώ σε μία γερμανική, μία ιταλική και μία ελβετική ασφαλιστική επιχείρηση επειδή αρνήθηκαν να συνάψουν συμβάσεις.
34 – Θα έλεγα, παρεμπιπτόντως, ότι η υιοθέτηση του άρθρου 132, παράγραφος 2, του Κώδικα από την Ιταλική Δημοκρατία είναι ενδεικτική της εκ μέρους της επιγνώσεως της υπάρξεως εξειδικεύσεως στην παροχή υποχρεωτικής ασφαλίσεως ευθύνης έναντι τρίτων από αυτοκίνητα.
35 – Και οι διατάξεις του ιταλικού δικαίου που σκοπούν να εξασφαλίσουν πλήρη εφαρμογή της εν λόγω υποχρεώσεως.
36 – Όπως, παραδείγματος χάριν, μία ασφαλιστική επιχείρηση που ειδικεύεται στην παροχή υποχρεωτικής ασφαλίσεως ευθύνης έναντι τρίτων από αυτοκίνητα σε αυτοαπασχολούμενους οδηγούς ταξί.
37 – Όντως, οι επίμαχες ιταλικές διατάξεις μπορούν να επηρεάσουν τις μεθόδους που μετέρχεται η επιχείρηση για την άσκηση της δραστηριότητάς της.
38 – Βλ. απόφαση της 4ης Ιουλίου 2000, C‑424/97, Haim (Συλλογή 2000, σ. I‑5123, σκέψη 57).
39 – Αν αυτή ήταν όντως η πρόθεσή της. Βλ. σημείο 69 ανωτέρω.
40 – Βλ., σε σχέση με την ελευθερία παροχής υπηρεσιών, απόφαση της 9ης Ιουλίου 1997, C‑34/95 έως C‑36/95, De Agostini (Συλλογή 1997, σ. I‑3843, σκέψη 53), απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 2003, C‑243/01, Gambelli κ.λπ. (Συλλογή 2003, σ. I‑13031, σκέψη 67), και απόφαση της 6ης Μαρτίου 2007, C‑338/04, C‑359/04 και C‑360/04, Placanica κ.λπ. (Συλλογή 2007, σ. I‑1891, σκέψη 46).
41 – Ακολούθως δε άρθρα 35, παράγραφος 1, 131, 132, παράγραφος 1, 313, 314, παράγραφος 1, και 314, παράγραφος 2, του Κώδικα.
42 – Πέραν αυτών που εξειδικεύονται στην ομαδική ασφάλιση επαγγελματικών αυτοκινήτων, βλ. άρθρο 132, παράγραφος 2, του Κώδικα.
43 – Και σαφώς υπονομεύει, κατά τη γνώμη μου, έναν από τους κεντρικούς στόχους της οδηγίας 92/49, βλ. υποσημείωση 31.
44 – Βλ. σημείο 59 ανωτέρω.
45 – Παραδείγματος χάριν, η Ιταλική Δημοκρατία επισήμανε ότι σήμερα (ενώ ισχύει η υποχρέωση του συμβάλλεσθαι), στη νότιο Ιταλία, η συμμετοχή των ασφαλίστρων στο ακαθάριστο εθνικό προϊόν είναι 2 % χαμηλότερη σε σχέση με τον εθνικό μέσο όρο και ότι 70% των ασφαλίστρων για αποκατάσταση ζημιών αντιστοιχούν σε υποχρεωτική ασφάλιση ευθύνης έναντι τρίτων από αυτοκίνητα. Επιπροσθέτως, η Ιταλική Δημοκρατία επικαλέστηκε την περίπτωση ενός οδηγού ηλικίας 45 ετών από τη Νάπολη ο οποίος επιβαρύνθηκε με το μέγιστο ασφάλιστρο λόγω ατυχημάτων («malus»), καταβάλλοντας συγκεκριμένα ασφάλιστρο 10 000 ευρώ στην οικεία ασφαλιστική επιχείρηση, την περίπτωση ενός οδηγού 21 ετών, κατόχου αδείας οδηγήσεως από 2ετίας, ο οποίος όμως είχε ένα ατύχημα κατέβαλλε ετήσιο ασφάλιστρο 8 000 ευρώ, καθώς και την περίπτωση ενός οδηγού που είχε μόλις αποκτήσει άδεια οδηγήσεως, ο οποίος κατέβαλλε ετήσιο ασφάλιστρο ύψους 7 000 ευρώ.
46 – Βλ., σχετικώς, απόφαση της 11ης Μαρτίου 2004, C‑496/01, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 2004, σ. I‑2351, σκέψη 68).
47 – Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 5ης Ιουνίου 2007, C‑170/04, Rosengren κ.λπ. (Συλλογή 2007, σ. I‑4071, σκέψη 51).
48 – Βλ., σχετικώς, απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 1999, C‑124/97, Läärä κ.λπ. (Συλλογή 1999, σ. I‑6067, σκέψη 36), απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 1999, C‑67/98, Zenatti (Συλλογή 1999, σ. I‑7289, σκέψη 34), και απόφαση της 11ης Σεπτεμβρίου 2003, C‑6/01, Anomar κ.λπ. (Συλλογή 2003, σ. I‑8621, σκέψη 80).
49 – Αξίζει να σημειωθεί σχετικώς ότι η Ιταλική Δημοκρατία επέβαλε, στην πραγματικότητα, κυρώσεις με βάση το άρθρο 11, παράγραφος 1, στοιχείο a, του Νόμου 990, ακολούθως δε του άρθρου 314, παράγραφος 2, του Κώδικα, για παράβαση της υποχρεώσεως του συμβάλλεσθαι του άρθρου 11, παράγραφος 1, του Νόμου 990, και, κατόπιν, του άρθρου 132, παράγραφος 1, του Κώδικα, για ορισμένες γεωγραφικές περιοχές της Ιταλίας ή για ορισμένες κατηγορίες ασφαλισμένων.
50 – Καθώς και τα άρθρα 35, παράγραφος 1, 131, 132, παράγραφος 1, 313, 314, παράγραφοι 1 και 2, του Κώδικα. Οι υποχρεώσεις και οι κυρώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 11, παράγραφος 1, 12bis και 12quater, παράγραφος 1, του Νόμου 990 και στα άρθρα 131, 132, παράγραφος 1, 313 και 314, παράγραφος 1, του Κώδικα έχουν γενικό χαρακτήρα και ισχύουν ανεξάρτητα από τη γεωγραφική περιοχή της Ιταλίας ή την κατηγορία δικαιούχων για την οποία πρόκειται. Οι κυρώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 11, παράγραφος 1, στοιχείο a, του Νόμου 990 και στο άρθρο 314, παράγραφος 2, του Κώδικα επιβάλλονται οσάκις παραβιάζεται η γενική υποχρέωση του συμβάλλεσθαι του άρθρου 11, παράγραφος 1, του Νόμου 990 και του άρθρου 132, παράγραφος 1, του Κώδικα ως προς ορισμένες εδαφικές περιοχές της Ιταλίας ή ορισμένες κατηγορίες ασφαλισμένων. Ενώ η διάταξη περί κυρώσεων του άρθρου 11, παράγραφος 1bis, του Νόμου 990 και, μετέπειτα, του άρθρου 314, παράγραφος 2, του Κώδικα, στοιχεί προφανώς στον κανόνα της αναλογικότητας, θεωρώ ότι οι εν λόγω διατάξεις αναφέρονται και συνδέονται οργανικά με τη γενική υποχρέωση του συμβάλλεσθαι που προβλέπεται στο άρθρο 11, παράγραφος 1, του Νόμου 990 και, κατόπιν, στο άρθρο 132, παράγραφος 1, του Κώδικα, αντιστοίχως. Επομένως, κατά τη γνώμη μου, αν γίνει δεκτό ότι η Ιταλική Δημοκρατία, λόγω της υποχρεώσεως του συμβάλλεσθαι του άρθρου 11, παράγραφος 1, του Νόμου 990 και του άρθρου 132, παράγραφος 1, του Κώδικα, δεν εκπλήρωσε τις εκ των άρθρων 43 ΕΚ και 49 ΕΚ υποχρεώσεις της, θα πρέπει να συναχθεί το ίδιο και σε σχέση με το άρθρο 11, παράγραφος 1bis, του Νόμου 990 καθώς και με το άρθρο 314, παράγραφος 2, του Κώδικα, αντιστοίχως.
51 – Στην πραγματικότητα, αυτό δεν αμφισβητείται από την Επιτροπή.
52 – Βλ. σημείο 63 ανωτέρω.
53 – Βλ. σημείο 59 ανωτέρω.
54 – Και οι διατάξεις που θεσπίστηκαν με σκοπό την πλήρη εφαρμογή της.
55 – Ακολούθως δε άρθρα 35, παράγραφος 1, 131, 313, 314, παράγραφος 1, και 314, παράγραφος 2, του Κώδικα.
56 – Ακολούθως δε το άρθρο 132, παράγραφος 1, του Κώδικα.
57 – Βλ. πρώτη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου της οδηγίας 92/49.
58 – Απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 2003, C‑59/01, Επιτροπή κατά Ιταλίας (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 31, σκέψη 26).
59 – Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 2004, C‑347/02, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 2004, σ. I‑7557, σκέψη 22).
60 – Ακολούθως δε άρθρα 35, παράγραφος 1, 131, 313, 314, παράγραφος 1, και 314, παράγραφος 2, του Κώδικα.
61 – Ακολούθως δε άρθρα 35, παράγραφος 1, 131, 313, 314, παράγραφος 1, και 314, παράγραφος 2, του Κώδικα.
62 – Ακολούθως δε άρθρα 35, παράγραφος 1, και 314, παράγραφος 2, του Κώδικα.
63 – Ακολούθως δε άρθρα 35, παράγραφος 1, και 314, παράγραφος 2, του Κώδικα.
64 – Κατά το άρθρο 11, παράγραφος 1bis, του Νόμου 990, «σε περίπτωση επανειλημμένων καταστρατηγήσεων της υποχρεώσεως ασφαλίσεως, μπορεί να αφαιρεθεί η άδεια ασκήσεως δραστηριότητος στον τομέα της ασφαλίσεως αστικής ευθύνης από τη χρήση αυτοκινήτων». Η διάταξη αυτή δεν επαναλαμβάνεται προφανώς στον Κώδικα.
65 – Κατά τη γνώμη μου, ληστρικές τιμολογήσεις και παραπλανητικές ή απατηλές μέθοδοι τιμολογήσεως δεν θα προστατεύονταν από τα άρθρα 6, 29 και 39 της οδηγίας 92/49.
66 – Βλ. απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 2004, C‑347/02, Επιτροπή κατά Γαλλίας (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 59, σκέψη 25).
67 – Ακολούθως δε άρθρα 35, παράγραφος 1, και 314, παράγραφος 2, του Κώδικα.
68 – Ακολούθως δε άρθρο 132, παράγραφος 1, του Κώδικα.
69 – Ακολούθως δε άρθρο 132, παράγραφος 1, του Κώδικα.
70 – Ακολούθως δε άρθρο 35, παράγραφος 1, και 314, παράγραφος 2, του Κώδικα.
71 – Βλ. πέμπτη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου.
72 – Κατά το άρθρο 1, σημείο γ΄, της οδηγίας 92/49, ως «κράτος μέλος καταγωγής νοείται το κράτος μέλος όπου βρίσκεται η έδρα της ασφαλιστικής επιχείρησης που καλύπτει τον κίνδυνο».
73 – Βλ. έκτη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου.
74 – Χωρίς, κατά την γνώμη μου, να περιορίζεται σ’ αυτήν.
75 – Βλ. άρθρο 9 της οδηγίας 92/49.
76 – Ακολούθως δε άρθρα 35, παράγραφος 1, και 314, παράγραφος 2, του Κώδικα.
77 – Ακολούθως δε άρθρα 35, παράγραφος 1, και 314, παράγραφος 2, του Κώδικα.
Full & Egal Universal Law Academy