ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
YVES BOT
της 3ης Απριλίου 2008 1(1)
Υπόθεση C‑521/06 P
Αθηναϊκή Τεχνική AE
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Αίτηση αναιρέσεως – Καταγγελία σχετικά με ενίσχυση που φέρεται να χορήγησε η Ελληνική Δημοκρατία στην κοινοπραξία Hyatt Regency – Θέση της καταγγελίας στο αρχείο – Πράξη δυνάμενη να προσβληθεί»
1. Με την κρινόμενη υπόθεση, το Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να διευκρινίσει περαιτέρω τα δικαιώματα των καταγγελλόντων στο πλαίσιο της διαδικασίας ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων.
2. Το ζήτημα που τίθεται είναι αν το να θέσει η Επιτροπή στο αρχείο καταγγελία περί μη συμβατής με τη Συνθήκη ΕΚ κρατικής ενισχύσεως, με το αιτιολογικό ότι δεν διαθέτει επαρκή στοιχεία για να λάβει θέση επί του αν η ενίσχυση αυτή υφίσταται ή είναι συμβατή με την κοινή αγορά ή για να κινήσει την επίσημη διαδικασία εξετάσεως, συνιστά απόφαση κατά της οποίας ο καταγγέλλων δύναται να ασκήσει προσφυγή.
3. Με τη διάταξη της 26ης Σεπτεμβρίου 2006, T‑94/05, Αθηναϊκή Τεχνική κατά Επιτροπής (2), το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, δεχόμενο την άποψη της Επιτροπής, έκρινε ότι η θέση καταγγελίας στο αρχείο δεν συνιστά απόφαση και απέρριψε ως απαράδεκτη την προσφυγή κατά της πράξεως αυτής. Στο πλαίσιο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, η Αθηναϊκή Τεχνική AE αμφισβητεί την κρίση αυτή (3).
4. Με τις παρούσες προτάσεις μου, θα εξηγήσω ότι η αίτηση αναιρέσεως της Αθηναϊκής Τεχνικής είναι βάσιμη και ότι η θέση καταγγελίας περί κρατικής ενισχύσεως στο αρχείο αποτελεί πράξη δυνάμενη να προσβληθεί.
5. Κατά την εξέταση του δεύτερου λόγου που προβάλλει η Επιτροπή προς στήριξη της ενστάσεως απαραδέκτου κατά της προσφυγής ακυρώσεως, ο οποίος αντλείται από εκπρόθεσμη άσκηση της προσφυγής, θα εξετάσω, επίσης, τις διατάξεις του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, οι οποίες προβλέπουν τη δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής στο δικαστήριο αυτό διά της αποστολής του δικογράφου με τηλεομοιοτυπία, και θα διευκρινίσω το περιεχόμενο της προϋποθέσεως περί ταυτότητας του διαβιβασθέντος με τηλεομοιοτυπία δικογράφου προς το πρωτότυπο δικόγραφο το οποίο πρέπει να κατατεθεί στη Γραμματεία εντός δέκα ημερών.
I – Το σχετικό με τις κρατικές ενισχύσεις νομικό πλαίσιο
6. Θα εκθέσω, διαδοχικά, τις σχετικές διατάξεις της Συνθήκης, τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) 659/1999 (4), με τον οποίο κωδικοποιήθηκε η πρακτική ασκήσεως των εξουσιών που απονέμει η Συνθήκη στην Επιτροπή, καθώς και τη βασική νομολογία σχετικά, αφενός, με τις υποχρεώσεις που υπέχει η Επιτροπή, οσάκις της καταγγέλλεται ότι ορισμένα εθνικά μέτρα αποτελούν κρατικές ενισχύσεις αντίθετες στη Συνθήκη, και, αφετέρου, σχετικά με τα δικαιώματα των καταγγελλόντων.
Η Συνθήκη
7. Το άρθρο 87 ΕΚ θεσπίζει γενική απαγόρευση των ενισχύσεων που χορηγούνται υπό οποιαδήποτε μορφή από τα κράτη μέλη ή με κρατικούς πόρους και που νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό εντός της Κοινότητας, προβλέποντας ορισμένες παρεκκλίσεις που απαριθμούνται στις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου αυτού (5).
8. Προς διασφάλιση της εφαρμογής των διατάξεων αυτών και της ισορροπίας μεταξύ του δικαιώματος παρεμβάσεως των κρατών μελών και της εγγυήσεως για ανόθευτο ανταγωνισμό εντός της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, η Συνθήκη θεσπίζει διαδικασία ελέγχου και προηγούμενης εγκρίσεως των κρατικών ενισχύσεων, στο πλαίσιο της οποίας η Επιτροπή έχει τον κεντρικό ρόλο.
9. Έτσι, σύμφωνα με το άρθρο 88, παράγραφος 1, ΕΚ, η Επιτροπή υποχρεούται, σε συνεργασία με τα κράτη μέλη, να εξετάζει διαρκώς τα καθεστώτα ενισχύσεων που υφίστανται στα κράτη αυτά και να τους προτείνει τα κατάλληλα μέτρα που απαιτεί η προοδευτική ανάπτυξη και η λειτουργία της κοινής αγοράς.
10. Με το άρθρο 88, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, ΕΚ, η Επιτροπή υποχρεούται, επίσης, να εξετάζει το συμβατό των ενισχύσεων με το άρθρο 87 ΕΚ και, αν η ενίσχυση δεν είναι συμβατή, να αποφασίζει ότι το εν λόγω κράτος οφείλει να την καταργήσει. Το άρθρο 88, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, ΕΚ ορίζει, συγκεκριμένα, ότι, «[αν] η Επιτροπή διαπιστώσει, αφού τάξει προηγουμένως στους ενδιαφερόμενους προθεσμία για να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους, ότι ενίσχυση που χορηγείται από ένα κράτος ή με κρατικούς πόρους δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά κατά το άρθρο 87, [ή] ότι η ενίσχυση αυτή εφαρμόζεται καταχρηστικώς, αποφασίζει ότι το εν λόγω κράτος οφείλει να την καταργήσει ή να την τροποποιήσει εντός προθεσμίας που η ίδια καθορίζει».
11. Τέλος, το άρθρο 88, παράγραφος 3, ΕΚ υποχρεώνει τα κράτη μέλη να ενημερώνουν την Επιτροπή για σχέδια αποβλέποντα στη θέσπιση ή στην τροποποίηση ενισχύσεων και τους απαγορεύει να εφαρμόζουν τα σχεδιαζόμενα μέτρα πριν η Επιτροπή καταλήξει σε απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 88, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, ΕΚ.
12. Η ερμηνεία έχει δεχθεί ότι η προβλεπόμενη στο άρθρο 88 ΕΚ διαδικασία εξετάσεως περιλαμβάνει δύο στάδια, ήτοι μια πρώτη εξέταση και, ενδεχομένως, εφόσον η Επιτροπή αμφιβάλλει για τη συμβατότητα της σχεδιαζόμενης ενισχύσεως με την κοινή αγορά ή κρίνει ότι η ενίσχυση δεν είναι συμβατή με αυτή, μια πιο εμπεριστατωμένη εξέταση, προκειμένου η Επιτροπή να ενημερωθεί πλήρως για όλα τα στοιχεία της υποθέσεως. Προς τούτο, καλεί υποχρεωτικά, σύμφωνα με το άρθρο 88, παράγραφος 2, ΕΚ, τους ενδιαφερομένους να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους (6).
Ο κανονισμός 659/1999
13. Με τον κανονισμό 659/1999 κωδικοποιήθηκε η πρακτική ασκήσεως των εξουσιών που αναθέτει το άρθρο 88 ΕΚ στην Επιτροπή. Όπως αναφέρεται στη δεύτερη αιτιολογική σκέψη, ο κανονισμός αυτός καταρτίστηκε με βάση τη νομολογία του Δικαστηρίου.
14. Σύμφωνα με τον εν λόγω κανονισμό, το οικείο κράτος μέλος πρέπει, καταρχήν, να κοινοποιεί εγκαίρως στην Επιτροπή κάθε σχέδιο για χορήγηση νέας ενισχύσεως, παρέχοντας όλες τις αναγκαίες πληροφορίες ώστε η Επιτροπή να αποφασίσει επί του σχεδίου αυτού (7).
15. Οι αποφάσεις που δύναται να λάβει η Επιτροπή απαριθμούνται στα άρθρα 4 και 7 του εν λόγω κανονισμού.
16. Στο άρθρο 4 του κανονισμού 659/1999 ορίζονται οι αποφάσεις που είναι δυνατόν να εκδοθούν μετά την «προκαταρκτική εξέταση» της κοινοποιήσεως. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή έχει τρεις δυνατότητες. Μπορεί να αποφασίσει είτε ότι το κοινοποιηθέν μέτρο δεν αποτελεί ενίσχυση είτε ότι αποτελεί ενίσχυση, η οποία όμως είναι συμβατή με την κοινή αγορά (απόφαση για τη μη διατύπωση αντιρρήσεων) είτε, ακόμη, ότι το κοινοποιηθέν μέτρο προκαλεί αμφιβολίες ως προς το αν είναι συμβατό με την κοινή αγορά, κινώντας την επίσημη διαδικασία εξετάσεως (απόφαση για κίνηση της επίσημης διαδικασίας εξετάσεως).
17. Οι αποφάσεις αυτές πρέπει να λαμβάνονται εντός δύο μηνών από την επομένη της κοινοποιήσεως του σχεδίου, εφόσον η κοινοποίηση κρίνεται πλήρης. Η Επιτροπή, αν κρίνει ότι η κοινοποίηση είναι ελλιπής, δύναται να ζητήσει από το οικείο κράτος μέλος όλα τα αναγκαία συμπληρωματικά στοιχεία (8).
18. Αν η Επιτροπή αποφασίσει να κινήσει την επίσημη διαδικασία εξετάσεως, το άρθρο 6 του κανονισμού 659/1999 την υποχρεώνει να καλέσει το οικείο κράτος μέλος και τους λοιπούς ενδιαφερομένους να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους εντός της προθεσμίας που αυτή ορίζει.
19. Κατά το άρθρο 1, στοιχείο η΄, του κανονισμού αυτού, «ενδιαφερόμενο μέρος» είναι «κάθε κράτος μέλος και κάθε πρόσωπο, επιχείρηση ή ένωση επιχειρήσεων των οποίων τα συμφέροντα μπορεί να θιγούν από τη χορήγηση μιας ενίσχυσης, και ιδίως ο δικαιούχος της ενίσχυσης, οι ανταγωνιστικές επιχειρήσεις και οι επαγγελματικές ενώσεις».
20. Όταν περατωθεί η επίσημη διαδικασία εξετάσεως, η Επιτροπή αποφασίζει, σύμφωνα με το άρθρο 7 του εν λόγω κανονισμού, είτε ότι το κοινοποιηθέν μέτρο δεν συνιστά ενίσχυση είτε ότι το μέτρο αυτό αποτελεί ενίσχυση συμβατή με την κοινή αγορά είτε ότι πρόκειται για ενίσχυση μη συμβατή με την κοινή αγορά.
21. Τα άρθρα 10 έως 15 του κανονισμού 659/1999 προβλέπουν επίσης τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθήσει η Επιτροπή σε περίπτωση παράνομης ενισχύσεως. Μια ενίσχυση θεωρείται παράνομη όταν εφαρμόζεται από το κράτος μέλος χωρίς να έχει κοινοποιηθεί προηγουμένως στην Επιτροπή, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 88, παράγραφος 3, ΕΚ (9).
22. Το άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού ορίζει:
«Εφόσον η Επιτροπή έχει στην κατοχή της πληροφορίες από τις οποίες απορρέει ότι υπήρξαν παράνομες ενισχύσεις, ανεξαρτήτως της πηγής τους, εξετάζει αμελλητί τις πληροφορίες αυτές.»
23. Άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999 ορίζει:
«Μετά την εξέταση της ενδεχόμενης ύπαρξης παράνομων ενισχύσεων, εκδίδεται απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 4 […]. Στην περίπτωση απόφασης για κίνηση επίσημης διαδικασίας εξετάσεως, η διαδικασία περατώνεται με απόφαση βάσει του άρθρου 7 […]».
24. Το άρθρο 20 του κανονισμού 659/1999 ρυθμίζει ειδικά τα δικαιώματα των τρίτων ενδιαφερομένων. Στην παράγραφο 1 υπενθυμίζεται ότι, αφού η Επιτροπή αποφασίσει να κινήσει την επίσημη διαδικασία εξετάσεως, κάθε ενδιαφερόμενο μέρος μπορεί να υποβάλει παρατηρήσεις. Ορίζει, επιπλέον, ότι αντίγραφο της αποφάσεως που λαμβάνει η Επιτροπή μετά το πέρας της διαδικασίας αυτής αποστέλλεται σε κάθε ενδιαφερόμενο μέρος που έχει υποβάλει παρατηρήσεις και σε κάθε δικαιούχο ατομικής ενισχύσεως.
25. Το άρθρο 20, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού βρίσκεται στο επίκεντρο της κρινόμενης διαφοράς. Έχει ως εξής:
«Κάθε ενδιαφερόμενο μέρος μπορεί να ενημερώσει την Επιτροπή για τεκμαιρόμενη παράνομη ενίσχυση και τεκμαιρόμενη καταχρηστική εφαρμογή ενίσχυσης. Εάν η Επιτροπή κρίνει ότι, βάσει των πληροφοριών που διαθέτει, δεν υπάρχουν επαρκείς λόγοι για να εξετάσει την περίπτωση, ενημερώνει σχετικά το ενδιαφερόμενο μέρος. Εφόσον η Επιτροπή λάβει απόφαση για υπόθεση που αφορά το αντικείμενο της παρασχεθείσας πληροφορίας, αποστέλλει αντίγραφο της απόφασης αυτής στο ενδιαφερόμενο μέρος.»
26. Το άρθρο 20, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού προβλέπει, εν συνεχεία, ότι όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη λαμβάνουν, κατόπιν αιτήσεώς τους, αντίγραφο της αποφάσεως που λαμβάνεται δυνάμει των άρθρων 4 και 7 του κανονισμού αυτού.
27. Εξάλλου, κατά το άρθρο 25 του κανονισμού 659/1999, οι αποφάσεις που λαμβάνονται κατ’ εφαρμογή του εν λόγω κανονισμού απευθύνονται στο οικείο κράτος μέλος.
Η νομολογία σχετικά με τις υποχρεώσεις της Επιτροπής μετά την κοινοποίηση καταγγελίας περί κρατικής ενισχύσεως και με τα δικαιώματα των καταγγελλόντων
28. Οι υποχρεώσεις που υπέχει η Επιτροπής, μετά την κοινοποίηση καταγγελίας ότι ένα εθνικό μέτρο συνιστά κρατική ενίσχυση αντίθετη στη Συνθήκη ΕΚ, και τα δικαιώματα των καταγγελλόντων στο πλαίσιο της διαδικασίας ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων είχαν συναχθεί νομολογιακώς από τα άρθρα 87 ΕΚ και 88 ΕΚ, όταν ακόμη ο κανονισμός 659/1999 δεν είχε εκδοθεί ή δεν είχε τεθεί σε ισχύ.
29. Δεδομένου ότι ο κανονισμός 659/1999, ο οποίος έχει εκδοθεί προς εφαρμογή των άρθρων αυτών της Συνθήκης, δεν είναι δυνατόν να περιορίσει το περιεχόμενό τους (10) και κωδικοποιεί την υφιστάμενη νομολογία, η εν λόγω νομολογία είναι λυσιτελής για την ερμηνεία των διατάξεων του κανονισμού αυτού.
1. Οι υποχρεώσεις της Επιτροπής
30. Οι υποχρεώσεις που υπέχει η Επιτροπή αφού της κοινοποιηθεί καταγγελία περί κρατικής ενισχύσεως δικαιολογούνται από τα ακόλουθα δύο στοιχεία. Οι υποχρεώσεις αυτές απορρέουν, αφενός, από το γεγονός ότι το εν λόγω κοινοτικό όργανο, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων που απονέμει το άρθρο 88, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, ΕΚ στο Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, διαθέτει αποκλειστική αρμοδιότητα να εκτιμήσει αν μια ενίσχυση είναι συμβατή με τη Συνθήκη. Αφετέρου, απορρέουν από τη γενική απαγόρευση των κρατικών ενισχύσεων. Λόγω αυτής της αποκλειστικής αρμοδιότητας και λόγω της γενικής απαγορεύσεως των ενισχύσεων, η Επιτροπή μεριμνά ώστε να μη χορηγείται ενίσχυση αντίθετη προς τη Συνθήκη (11).
31. Κατά τη νομολογία, η υποβολή καταγγελίας στην Επιτροπή έχει τις εξής συνέπειες, από ουσιαστικής και χρονικής απόψεως.
32. Από ουσιαστικής απόψεως, η Επιτροπή υποχρεούται, καταρχάς, να εξετάζει την καταγγελία επιμελώς και αμερόληπτα (12). Στο πλαίσιο αυτής της υποχρεώσεως επιμέλειας, η Επιτροπή ενδέχεται να χρειαστεί να εξετάσει ακόμη και πραγματικά ή νομικά στοιχεία που δεν επικαλέστηκε ρητώς ο καταγγέλλων (13).
33. Αντιθέτως, η Επιτροπή δεν υποχρεούται, σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας, να ακούσει τον καταγγέλλοντα ή τους άλλους «ενδιαφερομένους» κατά την έννοια του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ. Τέτοια υποχρέωση υπέχει μόνο στο πλαίσιο της επίσημης διαδικασίας εξετάσεως (14).
34. Εν συνεχεία, αν η Επιτροπή αποφασίσει ότι το καταγγελλόμενο μέτρο δεν συνιστά ενίσχυση, υποχρεούται να εκθέσει επαρκώς τους λόγους για τους οποίους τα προβληθέντα με την καταγγελία πραγματικά και νομικά στοιχεία δεν επαρκούν προς απόδειξη της υπάρξεως κρατικής ενισχύσεως (15). Η Επιτροπή υπέχει, λογικά, την ίδια υποχρέωση αιτιολογήσεως οσάκις κρίνει ότι το καταγγελλόμενο μέτρο συνιστά ενίσχυση συμβατή με την κοινή αγορά.
35. Εξάλλου, αν, κατά το πέρας της προκαταρκτικής εξετάσεως, η Επιτροπή σχηματίσει την πεποίθηση ότι το καταγγελλόμενο μέτρο συνιστά ενίσχυση μη συμβατή με την κοινή αγορά ή αν αντιμετωπίζει σοβαρές δυσχέρειες να εκτιμήσει τη συμβατότητα της ενισχύσεως με την κοινή αγορά, υποχρεούται να κινήσει την επίσημη διαδικασία εξετάσεως, όπως όταν το επίμαχο μέτρο της κοινοποιείται από το οικείο κράτος μέλος (16).
36. Από χρονικής απόψεως, το Πρωτοδικείο έχει αποφανθεί ότι η Επιτροπή, ως εκ της αποκλειστικής αρμοδιότητάς της και της γενικής απαγορεύσεως των κρατικών ενισχύσεων, δεν μπορεί να παρατείνει επ’ αόριστον την προκαταρκτική εξέταση των καταγγελλόμενων κρατικών μέτρων. Κατά το Πρωτοδικείο, η Επιτροπή οφείλει να ολοκληρώνει την εν λόγω προκαταρκτική εξέταση εντός εύλογου χρόνου (17).
37. Ο εύλογος χαρακτήρας της διάρκειας της προκαταρκτικής εξετάσεως πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με τις ιδιαίτερες περιστάσεις κάθε υποθέσεως και, ιδίως, σε συνάρτηση με το πλαίσιο, την πολυπλοκότητα, καθώς και τα διαδικαστικά στάδια αυτής (18).
2. Τα δικαιώματα του καταγγέλλοντος
38. Η νομολογία σχετικά με τα δικαιώματα των καταγγελλόντων στο πλαίσιο της διαδικασίας ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων εκκινεί από το δεδομένο ότι οι αποφάσεις που λαμβάνει η Επιτροπή στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων έχουν ως αποδέκτες τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη, ακόμη και όταν οι αποφάσεις αυτές εκδίδονται κατόπιν υποβολής καταγγελίας περί μέτρου αντίθετου στη Συνθήκη (19).
39. Υπενθυμίζεται, επίσης, ότι, κατά το άρθρο 230, τέταρτο εδάφιο, EΚ, ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο δύναται να ασκήσει προσφυγή κατ’ αποφάσεως που απευθύνεται σε άλλο πρόσωπο μόνον εάν η απόφαση αυτή το αφορά άμεσα και ατομικά.
40. Το ποια δικαιώματα έχουν, σύμφωνα με τη νομολογία, οι καταγγέλλοντες στο πλαίσιο της διαδικασίας ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων εξαρτάται, αφενός, από το αν οι καταγγέλλοντες έχουν τη ιδιότητα του «ενδιαφερομένου», κατά την έννοια του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ, και, αφετέρου, από το αντικείμενο της προσφυγής τους.
41. Καταρχάς, η έννοια «ενδιαφερόμενος» της διατάξεως αυτής έχει οριστεί με ευρύτητα και περιλαμβάνει τα πρόσωπα, τις επιχειρήσεις ή τις ενώσεις επιχειρήσεων των οποίων τα συμφέροντα θίγονται, ενδεχομένως, από τη χορήγηση ενισχύσεως, δηλαδή κυρίως τις ανταγωνίστριες των δικαιούχων της ενισχύσεως επιχειρήσεις και τις επαγγελματικές οργανώσεις (20). Ο ορισμός αυτός επαναλαμβάνεται στο άρθρο 1, στοιχείο η΄, του κανονισμού 659/1999.
42. Επομένως, ενδιαφερόμενος, κατά την έννοια του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ, μπορεί να είναι κάθε επιχείρηση που προβάλλει, δυνητική έστω, ανταγωνιστική σχέση με τον δικαιούχο της ενισχύσεως.
43. Περαιτέρω, το δικαίωμα των ενδιαφερομένων να ασκήσουν προσφυγή θεμελιώνεται στα διαδικαστικά δικαιώματα που τους παρέχει η εν λόγω διάταξη. Σύμφωνα με αυτή, η Επιτροπή υποχρεούται να δέχεται τις παρατηρήσεις των ενδιαφερομένων μόνο στο πλαίσιο της επίσημης διαδικασίας εξετάσεως (21).
44. Εξ αυτού η νομολογία συνήγαγε ότι, οσάκις η Επιτροπή κρίνει, χωρίς να κινήσει τη διαδικασία αυτή, ότι το καταγγελλόμενο μέτρο δεν συνιστά ενίσχυση ή συνιστά ενίσχυση συμβατή με την κοινή αγορά, ο καταγγέλλων, εφόσον είναι «ενδιαφερόμενος» κατά την έννοια του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ, έχει δικαίωμα να προσβάλει την απόφαση αυτή στα κοινοτικά δικαστήρια (22).
45. Το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει, πάντως, ότι αντικείμενο της προσφυγής μπορεί να είναι μόνον η προστασία των διαδικαστικών δικαιωμάτων που κατοχυρώνει η διάταξη αυτή, δηλαδή πρέπει να προσβάλλεται η παράλειψη κινήσεως της επίσημης διαδικασίας εξετάσεως (23).
46. Επομένως, για να θεωρηθεί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αφορά τον καταγγέλλοντα άμεσα και ατομικά, κατά την έννοια του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, αυτός πρέπει να έχει την ιδιότητα του «ενδιαφερομένου», κατά την έννοια του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ, και να προσβάλλει την παράλειψη κινήσεως της επίσημης διαδικασίας εξετάσεως.
47. Αντιθέτως, αν ο καταγγέλλων αμφισβητεί το βάσιμο αυτής καθαυτής της αποφάσεως περί εκτιμήσεως της ενισχύσεως ή αν προσβάλλει απόφαση ληφθείσα κατόπιν της επίσημης διαδικασίας εξετάσεως, η περίπτωσή του δεν διαφέρει από εκείνη οποιουδήποτε προσώπου ο οποίος επιδιώκει να προσβάλει πράξη χωρίς να είναι αποδέκτης της. Επομένως, προϋπόθεση του παραδεκτού της προσφυγής του είναι να αποδείξει ότι θίγεται από την εν λόγω απόφαση κατά την έννοια της νομολογίας της αποφάσεως Plaumann κατά Επιτροπής (24), δηλαδή ότι η εν λόγω απόφαση τον θίγει λόγω ορισμένων ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του ή λόγω μιας καταστάσεως που τον χαρακτηρίζει σε σχέση με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο (25).
48. Η νομολογία δέχεται ότι αυτό μπορεί να συμβαίνει, μεταξύ άλλων, όταν η θέση του καταγγέλλοντος στην αγορά θίγεται ουσιωδώς από την ενίσχυση που αποτελεί αντικείμενο της επίμαχης αποφάσεως (26). Επομένως, δεν αρκεί να είναι κανείς δυνητικός ανταγωνιστής ή να έχει την ιδιότητα του «ενδιαφερομένου», κατά την έννοια του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ, για να έχει δικαίωμα προσφυγής ενώπιον του κοινοτικού δικαστή, προς αμφισβήτηση του βασίμου αυτής καθαυτής της αποφάσεως περί εκτιμήσεως της ενισχύσεως (27).
49. Τέλος, με την προπαρατεθείσα απόφαση Air One κατά Επιτροπής, το Πρωτοδικείο αναγνώρισε ότι στα δικαιώματα ενός καταγγέλλοντος που έχει την ιδιότητα του «ενδιαφερομένου», κατά την έννοια του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ, περιλαμβάνεται η άσκηση προσφυγής του άρθρου 232 ΕΚ και έκρινε παραδεκτή την προσφυγή κατά παραλείψεως που είχε ασκήσει ο καταγγέλλων κατά της Επιτροπής, όταν αυτή δεν εξέδωσε απόφαση επί της καταγγελίας του (28).
50. Το Πρωτοδικείο απέρριψε το επιχείρημα της Επιτροπής ότι η Air One SpA έπρεπε να αποδείξει ότι το καταγγελλόμενο μέτρο τη θίγει ουσιωδώς από απόψεως ανταγωνισμού.
51. Κατέληξε ότι η προσφυγή κατά παραλείψεως που είχε ασκήσει η Air One SpA ήταν παραδεκτή, διότι η εν λόγω εταιρία, ως ανταγωνίστρια του δικαιούχου των καταγγελλομένων ενισχύσεων στις αεροπορικές γραμμές προς ορισμένες ιταλικές πόλεις, είχε την ιδιότητα του «ενδιαφερομένου» κατά την έννοια του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ και είχε, επομένως, δικαίωμα να προσβάλει, προς προστασία των διαδικαστικών δικαιωμάτων της, την απόφαση που εξέδωσε η Επιτροπή χωρίς να κινήσει την επίσημη διαδικασία εξετάσεως (29).
II – Το ιστορικό της διαφοράς
52. Το ιστορικό της διαφοράς εκτίθεται στην αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη ως εξής:
«1 Τον Οκτώβριο του 2001, οι ελληνικές αρχές κίνησαν διαδικασία συνάψεως δημοσίας συμβάσεως για την παραχώρηση του 49 % του κεφαλαίου του καζίνο Mont Parnès. Στη διαδικασία μετέσχον δύο υποψήφιοι, η κοινοπραξία Καζίνο Αττικής και η Hyatt Consortium. Κατόπιν διαδικασίας η οποία καταγγέλλεται ως παράνομη, η σύμβαση κατακυρώθηκε στη Hyatt Consortium.
2 Η Εγνατία ΑΕ, την οποία η [Αθηναϊκή Τεχνική] διαδέχθηκε, κατόπιν συγχωνεύσεως, ως μέλος της κοινοπραξίας Καζίνο Αττικής, υπέβαλε καταγγελίες στη Γενική Διεύθυνση (στο εξής: ΓΔ) “Εσωτερική Αγορά” και στη ΓΔ “Ανταγωνισμός” της Επιτροπής. Από την πρώτη ζητούνταν να κρίνει τη νομιμότητα της επίμαχης διαδικασίας βάσει του κοινοτικού δικαίου περί δημοσίων συμβάσεων, ενώ στη δεύτερη καταγγέλθηκε η χορήγηση κρατικής ενισχύσεως στη Hyatt Consortium στο πλαίσιο της ίδιας διαδικασίας.
3 Με έγγραφο της 15ης Ιουλίου 2003, η ΓΔ “Ανταγωνισμός” υπενθύμισε στην [Αθηναϊκή Τεχνική] ότι, σύμφωνα με την πρακτική που ακολουθεί κατά την έκδοση αποφάσεων, η παραχώρηση δημόσιου αγαθού στο πλαίσιο διαδικασίας υποβολής προσφορών δεν συνιστά κρατική ενίσχυση, εφόσον η διαδικασία διεξάγεται κατά τρόπο διαφανή και χωρίς δυσμενείς διακρίσεις. Την ενημέρωσε ότι, ως εκ τούτου, δεν θα εκφέρει γνώμη προτού η ΓΔ “Εσωτερική Αγορά” ολοκληρώσει την εξέταση της διαδικασίας συνάψεως της επίμαχης δημοσίας συμβάσεως.
4 Με ηλεκτρονική επιστολή της 28ης Αυγούστου 2003, ο εκπρόσωπος της [Αθηναϊκής Τεχνικής] διευκρίνισε, κατ’ ουσίαν, ότι η καταγγελία περί κρατικής ενισχύσεως αφορούσε διαφορετικά στοιχεία της διαδικασίας συνάψεως δημοσίας συμβάσεως και ότι, συνεπώς, οι υπηρεσίες της ΓΔ “Ανταγωνισμός” δεν πρέπει να αναμένουν τα συμπεράσματα της ΓΔ “Εσωτερική Αγορά”.
5 Με έγγραφο της 16ης Σεπτεμβρίου 2003, οι υπηρεσίες της ΓΔ “Ανταγωνισμός” επανέλαβαν όσα είχαν διατυπώσει με το έγγραφο της 15ης Ιουλίου 2003, ζητώντας, πάντως, από την [Αθηναϊκή Τεχνική] να τους διαβιβάσει πρόσθετα στοιχεία για οποιαδήποτε ενίσχυση δεν σχετίζεται με τη διαδικασία δημοπρατήσεως του καζίνο.
6 Με έγγραφα της 22ας Ιανουαρίου και της 4ης Αυγούστου 2004, οι υπηρεσίες της ΓΔ “Εσωτερική Αγορά” ενημέρωσαν την [Αθηναϊκή Τεχνική] ότι δεν θα συνέχιζαν την εξέταση των δύο καταγγελιών που τους είχε υποβάλει.
7 Με έγγραφο της 2ας Δεκεμβρίου 2004 […], η ΓΔ “Ανταγωνισμός” γνωστοποίησε στην [Αθηναϊκή Τεχνική] ότι, με έγγραφο της 16ης Σεπτεμβρίου 2003, η Επιτροπή την είχε ενημερώσει ότι “βάσει των στοιχείων που διαθέτει, δεν υπάρχουν επαρκείς λόγοι για τη συνέχιση της εξετάσεως της υποθέσεως αυτής”. Με το έγγραφο [της 2ας Δεκεμβρίου 2004], διευκρινιζόταν επίσης ότι, “ελλείψει συμπληρωματικών στοιχείων που να δικαιολογούν τη συνέχιση της έρευνας, η Επιτροπή έθεσε την υπόθεση στο αρχείο στις 2 Ιουνίου 2004”.»
III – Η προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου και η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη
53. Στις 11 Φεβρουαρίου 2005, η Αθηναϊκή Τεχνική απέστειλε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου αντίγραφο του δικογράφου της προσφυγής με τηλεομοιοτυπία. Το υπογεγραμμένο πρωτότυπο του δικογράφου κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 18 Φεβρουαρίου 2005.
54. Με αυτό το εισαγωγικό της δικόγραφο, η Αθηναϊκή Τεχνική ζήτησε την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής περί θέσεως της καταγγελίας της στο αρχείο και την καταδίκη της καθής στα δικαστικά έξοδα. Προς στήριξη της προσφυγής της, προέβαλε δύο λόγους, αντλούμενους, πρώτον, από παραβίαση της υποχρεώσεως της Επιτροπής να κινήσει την επίσημη διαδικασία εξετάσεως και, δεύτερον, από τις διατάξεις του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ. Στο πλαίσιο αμφοτέρων των λόγων, η Αθηναϊκή Τεχνική προέβαλε, επίσης, έλλειψη αιτιολογίας.
55. Με έγγραφο της 1ης Μαρτίου 2005, ο Γραμματέας του Πρωτοδικείου ενημέρωσε την Αθηναϊκή Τεχνική περί της διαπιστώσεώς του ότι η τηλεομοιοτυπία του δικογράφου που εστάλη στις 11 Φεβρουαρίου 2005 δεν ήταν πανομοιότυπη με το υπογεγραμμένο πρωτότυπο που κατατέθηκε στις 18 Φεβρουαρίου 2005 και ότι, ως εκ τούτου, ως ημερομηνία καταθέσεως του δικογράφου θεωρείται αυτή της καταθέσεως του πρωτοτύπου.
56. Με έγγραφο της 16ης Μαρτίου 2005, ο εκπρόσωπος της Αθηναϊκής Τεχνικής εξήγησε στον Γραμματέα του Πρωτοδικείου ότι, κατά την αποστολή του δικογράφου με τηλεομοιοτυπία, καταστράφηκε η τελευταία σελίδα, την οποία αντικατέστησε ως όφειλε, χωρίς να μεταβάλει το περιεχόμενό της.
57. Με χωριστό δικόγραφο που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 21 Απριλίου 2005, η Επιτροπή προέβαλε, δυνάμει του άρθρου 114, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, ένσταση απαραδέκτου.
58. Με διάταξη της 8ης Σεπτεμβρίου 2005, το Πρωτοδικείο επέτρεψε στην Athens Resort Casino ΑΕ Συμμετοχών (30) να παρέμβει προς στήριξη των αιτημάτων της Επιτροπής.
59. Προς στήριξη της ενστάσεως απαραδέκτου, η Επιτροπή προέβαλε δύο λόγους, αντλούμενους ο πρώτος από εκπρόθεσμη κατάθεση του δικογράφου της προσφυγής και ο δεύτερος από το γεγονός ότι το έγγραφο της 2ας Δεκεμβρίου 2004 δεν συνιστά πράξη δυνάμενη να προσβληθεί, καθώς και ότι δεν υφίσταται απόφαση.
60. Με την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, το Πρωτοδικείο εξέτασε μόνον τον δεύτερο λόγο. Τον έκρινε βάσιμο με το ακόλουθο σκεπτικό.
61. Το Πρωτοδικείο παρέθεσε το άρθρο 20, παράγραφος 2, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 659/1999. Υπενθύμισε ότι, κατά πάγια νομολογία, συνιστούν πράξεις ή αποφάσεις δυνάμενες να αποτελέσουν αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως, κατά την έννοια του άρθρου 230 ΕΚ, μόνον τα μέτρα που παράγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα, ικανά να επηρεάσουν τα συμφέροντα του προσφεύγοντος, μεταβάλλοντας σαφώς την έννομη κατάστασή του.
62. Επισήμανε ότι, κατά το άρθρο 25 του κανονισμού αυτού, οι αποφάσεις που λαμβάνει η Επιτροπή στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων έχουν ως αποδέκτες τα κράτη μέλη, ακόμη και όταν εκδίδονται κατόπιν καταγγελίας για χορήγηση ενισχύσεως κατά παράβαση της Συνθήκης, και ότι με προσφυγή μπορεί, ενδεχομένως, να προσβληθεί η απόφαση που απευθύνεται στο κράτος μέλος και όχι το έγγραφο προς τον καταγγέλλοντα.
63. Εν συνεχεία, το Πρωτοδικείο αποφάνθηκε τα εξής:
«29 Εν προκειμένω, το προσβαλλόμενο έγγραφο απευθυνόταν μόνο στην [Αθηναϊκή Τεχνική] και την ενημέρωνε, σύμφωνα με το άρθρο 20 του κανονισμού 659/1999, ότι, βάσει των στοιχείων που διαθέτει, η Επιτροπή κρίνει ότι δεν υπάρχουν επαρκείς λόγοι για να εξετάσει την περίπτωση που τέθηκε υπόψη της με την καταγγελία. Στο [έγγραφο αυτό], Επιτροπή ανέφερε, εν συνεχεία, ότι, ελλείψει συμπληρωματικών στοιχείων που να δικαιολογούν τη συνέχιση της έρευνας, η Επιτροπή έθεσε την καταγγελία της Αθηναϊκής Τεχνικής στο αρχείο στις 2 Ιουνίου 2004. Επομένως, η Επιτροπή δεν έλαβε οριστικώς θέση σχετικά με τον χαρακτηρισμό του καταγγελλόμενου από την Αθηναϊκή Τεχνική μέτρου ούτε σχετικά με τη συμβατότητά του με την κοινή αγορά.
30 Κατά συνέπεια, το προσβαλλόμενο έγγραφο δεν συνιστά απόφαση κατά την έννοια του άρθρου 25 του κανονισμού 659/1999 και δεν παράγει έννομα αποτελέσματα. Επομένως, δεν μπορεί να προσβληθεί με προσφυγή δυνάμει του άρθρου 230 ΕΚ.»
64. Το Πρωτοδικείο απέρριψε, εν συνεχεία, το επιχείρημα της Αθηναϊκής Τεχνικής ότι ο χαρακτηρισμός του εγγράφου με το οποίο απορρίφθηκε η καταγγελία ως μη δυνάμενου να προσβληθεί στερεί από τους διοικούμενους την πρόσβαση στην κοινοτική δικαιοσύνη. Επισήμανε, αφενός, ότι ο καταγγέλλων μπορεί να προσκομίσει πρόσθετα στοιχεία, προς στήριξη της καταγγελίας του, και ότι, αν τα στοιχεία αυτά είναι επαρκή, η Επιτροπή υποχρεούται να λάβει θέση επί του μέτρου, εκδίδοντας πράξη δυνάμενη να προσβληθεί με προσφυγή. Αφετέρου, ο καταγγέλλων έχει επίσης τη δυνατότητα να ασκήσει προσφυγή κατά παραλείψεως δυνάμει του άρθρου 232, τρίτο εδάφιο, ΕΚ.
65. Τέλος, απάντησε στο επιχείρημα ότι το έγγραφο περί θέσεως της καταγγελίας στο αρχείο στο πλαίσιο διαδικασίας εφαρμογής των άρθρων 81 ΕΚ και 82 ΕΚ έχει χαρακτήρα αποφάσεως. Αποφάνθηκε ότι, αντιθέτως προς τους κανόνες που διέπουν τη διαδικασία αυτή, ο κανονισμός 659/1999 δεν παρέχει στους καταγγέλλοντες κανένα δικαίωμα προ της κινήσεως της επίσημης διαδικασίας εξετάσεως.
66. Το Πρωτοδικείο απέρριψε την προσφυγή ως απαράδεκτη και καταδίκασε την Αθηναϊκή Τεχνική στα δικαστικά έξοδα.
IV – Η αίτηση αναιρέσεως
Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και τα αιτήματα των διαδίκων
67. Με δικόγραφο της 18ης Δεκεμβρίου 2006, το οποίο κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 21 Δεκεμβρίου 2006, η Αθηναϊκή Τεχνική άσκησε αναίρεση κατά της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως.
68. Η Επιτροπή και η παρεμβαίνουσα Athens Resort Casino υπέβαλαν τα απαντητικά υπομνήματά τους στις 5 Φεβρουαρίου και στις 15 Μαρτίου 2007 αντιστοίχως.
69. Κανένας από τους διαδίκους δεν ζήτησε τη διεξαγωγή επ’ ακροατηρίου συζητήσεως.
70. Με έγγραφα της 15ης Οκτωβρίου 2007, το Δικαστήριο ζήτησε από τους διαδίκους να διατυπώσουν εγγράφως την άποψή τους σχετικά με το αν επηρεάζουν την επίλυση της διαφοράς:
– οι αρχές που απορρέουν από την προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Sytraval και Brink’s France,
– οι κανόνες που εφαρμόζονται σε περίπτωση απορρίψεως της καταγγελίας στο πλαίσιο των διαδικασιών που ισχύουν για την εφαρμογή των άρθρων 81 ΕΚ και 82 ΕΚ, καθώς και στον τομέα του αντιντάμπινγκ.
71. Η αναιρεσείουσα, η Επιτροπή και η Athens Resort Casino υπέβαλαν στο Δικαστήριο τις απαντήσεις τους στις 21 Νοεμβρίου, στις 5 Νοεμβρίου και στις 20 Νοεμβρίου 2007 αντιστοίχως.
72. Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, να δεχθεί τα αιτήματα που υπέβαλε πρωτοδίκως και να καταδικάσει την Επιτροπή και την παρεμβαίνουσα στα δικαστικά έξοδα.
73. Η Επιτροπή και η Athens Resort Casino ζητούν να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
Οι λόγοι αναιρέσεως και τα επιχειρήματα των διαδίκων
74. Η Αθηναϊκή Τεχνική προβάλλει ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε νομική πλάνη, κρίνοντας, με τις σκέψεις 29 και 30 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι η θέση καταγγελίας στο αρχείο δεν συνιστά απόφαση.
75. Εκθέτει ότι, στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων, η Επιτροπή εκδίδει απόφαση όταν λαμβάνει οριστική και αιτιολογημένη θέση επί του χαρακτηρισμού του καταγγελλόμενου μέτρου.
76. Η Αθηναϊκή Τεχνική υποστηρίζει ότι η δυνατότητα του καταγγέλλοντος να προσκομίσει νέα στοιχεία δεν αναιρεί τον οριστικό χαρακτήρα της θέσεως μιας καταγγελίας στο αρχείο.
77. Όσον αφορά την αιτιολογία, επισημαίνει ότι η θέση της επίμαχης καταγγελίας στο αρχείο πρέπει να εξεταστεί στο πλαίσιο εντός του οποίου αποφασίστηκε. Εν προκειμένω, η Επιτροπή έθεσε την καταγγελία στο αρχείο με το σκεπτικό ότι δεν χορηγήθηκε κρατική ενίσχυση κατά τη σύναψη της δημοσίας συμβάσεως, δεδομένου ότι η επίμαχη διαδικασία συνάψεως δημοσίας συμβάσεως έγινε κατά τρόπο διαφανή, χωρίς δυσμενείς διακρίσεις. Επομένως, η Επιτροπή χρησιμοποίησε σκοπίμως λακωνική διατύπωση στο έγγραφο της 2ας Δεκεμβρίου 2004, διότι, αν είχε παραθέσει την αιτιολογία αυτή, θα ήταν προφανές ότι η θέση της καταγγελίας στο αρχείο έχει χαρακτήρα αποφάσεως. Επομένως, η ανάλυση του Πρωτοδικείου είναι σαφώς τυπολατρική, διότι είναι προσκολλημένη στο γράμμα του εν λόγω εγγράφου, χωρίς να λαμβάνει υπόψη το περιεχόμενό του και το πλαίσιο της υποθέσεως.
78. Η Επιτροπή αμφισβητεί τα επιχειρήματα αυτά. Υποστηρίζει ότι το έγγραφο της 2ας Δεκεμβρίου 2004 περιέχει απλώς ένα στοιχείο που γνωστοποιήθηκε στην Αθηναϊκή Τεχνική κατ’ εφαρμογή του άρθρου 20 του κανονισμού 659/1999. Προβάλλει ότι σκοπός της γνωστοποιήσεως αυτής είναι να αποφεύγεται η κίνηση του μηχανισμού εκδόσεως αποφάσεως χωρίς να υπάρχουν σοβαρά και τεκμηριωμένα στοιχεία.
79. Η Επιτροπή εκθέτει, περαιτέρω, ότι, κατά το άρθρο 25 του κανονισμού 659/1999, οι σχετικές με τις κρατικές ενισχύσεις αποφάσεις απευθύνονται στα κράτη μέλη και ότι οι ενδιαφερόμενοι, κατά την έννοια του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ, μπορούν να προσβάλουν αυτές τις αποφάσεις και όχι το έγγραφο με το οποίο ενημερώνονται για το περιεχόμενό τους.
80. Η Επιτροπή προβάλλει, επίσης, ότι η διάκριση μεταξύ πράξεων που έχουν τον χαρακτήρα αποφάσεως και ενημερωτικών εγγράφων απαντά τόσο στη σχετική με τις κρατικές ενισχύσεις νομολογία όσο και στη σχετική με τον ανταγωνισμό.
81. Επισημαίνει, ακόμη, ότι το έγγραφο της 2ας Δεκεμβρίου 2004 έχει υπογραφεί από υπάλληλο και όχι από μέλος του οργάνου και δεν αναφέρει τους λόγους για τους οποίους η καταγγελία τέθηκε στο αρχείο.
82. Κατά την Επιτροπή, η επιχειρηματολογία της Αθηναϊκής Τεχνικής συνίσταται, ουσιαστικά, στον ισχυρισμό ότι το οικείο κράτος μέλος δεν τήρησε τους κανόνες περί δημοσίων συμβάσεων, πραγματικός δε σκοπός της προσφυγής είναι να καταστρατηγηθεί η απαγόρευση ασκήσεως προσφυγής λόγω παραβάσεως κατά κράτους μέλους από ιδιώτη.
83. Η Athens Resort Casino υποστηρίζει επίσης ότι το έγγραφο της 2ας Δεκεμβρίου 2004 δεν συνιστά πράξη δυνάμενη να προσβληθεί για τους ίδιους λόγους που προέβαλε η Επιτροπή.
84. Εκθέτει, εξάλλου, ότι η προσφυγή της Αθηναϊκής Τεχνικής ενώπιον του Πρωτοδικείου είναι απαράδεκτη, διότι το πρωτότυπο του δικογράφου περιήλθε στη Γραμματεία στις 18 Φεβρουαρίου 2005.
85. Απαντώντας στην ερώτηση του Δικαστηρίου, όλοι οι διάδικοι υποστήριξαν ότι οι αρχές που διατυπώθηκαν με την προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Sytraval Brink’s France ασκούν επιρροή στην επίλυση της κρινόμενης διαφοράς.
86. Η αναιρεσείουσα προσέθεσε ότι, σύμφωνα με τις αρχές αυτές, πρέπει να θεωρηθεί «ενδιαφερόμενη» κατά την έννοια του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ, καθώς και ότι η προσβαλλόμενη απόφαση την αφορά άμεσα και ατομικά, κατά το μέτρο που η ενίσχυση την οποία κατάγγειλε θίγει ουσιωδώς τη θέση της στην αγορά.
87. Προέβαλε, επίσης, ότι, στο πλαίσιο διαδικασίας εφαρμογής των άρθρων 81 ΕΚ και 82 ΕΚ, καθώς και διαδικασίας αντιντάμπινγκ, σε περίπτωση που η καταγγελία του τεθεί στο αρχείο, ο καταγγέλλων έχει δικαίωμα να ζητήσει αιτιολογημένη απόφαση. Η αναιρεσείουσα υποστήριξε ότι το δικαίωμα αυτό πρέπει να ισχύει κατά μείζονα λόγο στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων, λόγω της αποκλειστικής αρμοδιότητας που διαθέτει η Επιτροπή στον συγκεκριμένο τομέα και λόγω του ότι η κίνηση της επίσημης διαδικασίας εξετάσεως δεν εξαρτάται από εκτιμήσεις σκοπιμότητας.
88. Η Επιτροπή θεωρεί, βάσει των αρχών που διατυπώθηκαν με την προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Sytraval και Brink’s France, ότι η θέση καταγγελίας στο αρχείο δεν συνιστά απόφαση.
89. Υποστήριξε, επίσης, ότι τα δικαιώματα των καταγγελλόντων στο πλαίσιο διαδικασίας εφαρμογής των άρθρων 81 ΕΚ και 82 ΕΚ, καθώς και διαδικασίας αντιντάμπινγκ, δεν ισχύουν στο πλαίσιο διαδικασίας ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων, διότι σε κάθε τομέα ισχύουν ιδιαίτεροι κανόνες. Επικαλείται, σχετικά, την απόφαση της 22ας Φεβρουαρίου 2005, C‑141/02 P, Επιτροπή κατά max.mobil (31), με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι τα δικαιώματα που αντλεί ο καταγγέλλων από τον κανονισμό 17 του Συμβουλίου (32) δεν ισχύουν όσον αφορά το άρθρο 86 ΕΚ (33).
90. Η Επιτροπή τόνισε ότι ο χαρακτηρισμός της απορρίψεως των καταγγελιών που υποβάλλονται στο πλαίσιο των άρθρων 81 ΕΚ και 82 ΕΚ ως αποφάσεως έχει συναχθεί νομολογιακώς από τους κανονισμούς με τους οποίους κωδικοποιήθηκε η διαδικασία στον τομέα αυτόν (34). Προέβαλε ότι ο κανονισμός 659/1999 δεν περιέχει παρόμοιες διατάξεις. Υπενθύμισε ότι ο κανονισμός αυτός δεν προβλέπει ιδιαίτερο καθεστώς για τους καταγγέλλοντες και ορίζει ότι αποδέκτης όλων των αποφάσεων είναι το κράτος μέλος που έλαβε το επίμαχο μέτρο.
91. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι η ανάλυσή της ισχύει επίσης όσον αφορά τους κανόνες αντιντάμπινγκ.
92. Οι απαντήσεις της Athens Resort Casino ήταν όμοιες με αυτές της Επιτροπής.
Η εκτίμησή μου
93. Καταρχάς, αντιθέτως προς ό,τι προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, η αναιρεσείουσα προσέφυγε στο Πρωτοδικείο, ζητώντας την ακύρωση όχι του εγγράφου της 2ας Δεκεμβρίου 2004, αλλά της θέσεως της καταγγελίας της στο αρχείο, για την οποία ενημερώθηκε με το έγγραφο αυτό.
94. Επομένως, αντικείμενο της προσφυγής ακυρώσεως που άσκησε η αναιρεσείουσα ενώπιον του Πρωτοδικείου δεν είναι αυτό καθαυτό το έγγραφο της 2ας Δεκεμβρίου 2004, το οποίο όντως έχει αποκλειστικά ενημερωτικό χαρακτήρα, όπως τόνισε η Επιτροπή, αλλά η θέση της καταγγελίας στο αρχείο στις 2 Ιουνίου 2004.
95. Υποστηρίζω, όπως και η αναιρεσείουσα, ότι η θέση καταγγελίας στο αρχείο συνιστά πράξη δυνάμενη να προσβληθεί. Στηρίζω την ανάλυσή μου σε τρία σημεία, δηλαδή, αφενός, στο περιεχόμενο του άρθρου 20 του κανονισμού 659/1999, σε συνδυασμό με άλλες διατάξεις του, και, αφετέρου, στον νομολογιακό ορισμό της έννοιας της δυνάμενης να προσβληθεί πράξεως και, τέλος, στη νομολογία σχετικά με τα δικαιώματα των καταγγελλόντων στο πλαίσιο της διαδικασίας ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων.
1. Το άρθρο 20 και οι λοιπές σχετικές διατάξεις του κανονισμού 659/1999
96. Το άρθρο 20, παράγραφος 2, του κανονισμού 659/1999, υπενθυμίζω, ορίζει:
«Κάθε ενδιαφερόμενο μέρος μπορεί να ενημερώσει την Επιτροπή για τεκμαιρόμενη παράνομη ενίσχυση και τεκμαιρόμενη καταχρηστική εφαρμογή ενίσχυσης. Εάν η Επιτροπή κρίνει ότι, βάσει των πληροφοριών που διαθέτει, δεν υπάρχουν επαρκείς λόγοι για να εξετάσει την περίπτωση, ενημερώνει σχετικά το ενδιαφερόμενο μέρος. Εφόσον η Επιτροπή λάβει απόφαση για υπόθεση που αφορά το αντικείμενο της παρασχεθείσας πληροφορίας, αποστέλλει αντίγραφο της απόφασης αυτής στο ενδιαφερόμενο μέρος.»
97. Βεβαίως, η διατύπωση της διατάξεως αυτής διαφέρει από την των διατάξεων που εφαρμόζονται σε περίπτωση καταγγελίας στο πλαίσιο των άρθρων 81 ΕΚ και 82 ΕΚ, όπως το άρθρο 7 του κανονισμού 773/2004 (35). Δεν αμφισβητείται, επίσης, ότι ο κανονισμός 659/1999 προβλέπει ιδιαίτερα δικαιώματα για τους καταγγέλλοντες, μόνον αν αυτοί έχουν την ιδιότητα του ενδιαφερομένου. Ομοίως αναμφισβήτητο είναι ότι οι σχετικοί με τα δικαιώματα των καταγγελλόντων κανόνες των κανονισμών εφαρμογής των άρθρων 81 ΕΚ και 82 ΕΚ, όπως οι του κανονισμού 773/2004, δεν μπορούν να εφαρμοστούν αυτοί καθαυτοί στη διαδικασία ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων, η οποία υπήρξε αντικείμενο ειδικής κωδικοποίησης.
98. Παρά ταύτα, τα στοιχεία αυτά δεν αρκούν, κατά την άποψή μου, για να γίνει δεκτό ότι το άρθρο 20, παράγραφος 2, του κανονισμού 659/1999 πρέπει οπωσδήποτε να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η θέση καταγγελίας περί κρατικών ενισχύσεων στο αρχείο δεν αποτελεί απόφαση και ότι πρέπει απλώς να γνωστοποιείται στον καταγγέλλοντα, όπως υποστηρίζουν η Επιτροπή και η παρεμβαίνουσα.
99. Συγκεκριμένα, το γράμμα του άρθρου 20, παράγραφος 2, του κανονισμού 659/1999 και η απουσία δικαιωμάτων των καταγγελλόντων στο πλαίσιο της διαδικασίας ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων εξηγούνται, κατ’ εμέ, βάσει του ότι η διαδικασία αυτή, αντιθέτως προς εκείνη των άρθρων 81 ΕΚ και 82 ΕΚ, συνίσταται στον διάλογο μεταξύ της Επιτροπής και του οικείου κράτους μέλους.
100. Όπως επισήμανα, ακόμη και όταν η Επιτροπή λαμβάνει απόφαση κατόπιν καταγγελίας περί μη κοινοποιηθείσας σε αυτήν ενισχύσεως, αποδέκτης της αποφάσεως είναι το κράτος μέλος όπου ισχύει το καταγγελλόμενο μέτρο και όχι ο καταγγέλλων.
101. Υπό το πρίσμα των επισημάνσεων αυτών, το άρθρο 20, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 659/1999 μπορεί, επομένως, να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, οσάκις η Επιτροπή κρίνει, βάσει των στοιχείων που διαθέτει, ότι δεν υπάρχουν επαρκείς λόγοι για να κινήσει την επίσημη διαδικασία εξετάσεως, ενημερώνει σχετικά το ενδιαφερόμενο μέρος, ούτως ώστε αυτό να προσκομίσει, ενδεχομένως, συμπληρωματικά στοιχεία. Εν συνεχεία, σύμφωνα με το άρθρο 20, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού αυτού, οσάκις η Επιτροπή θέτει μια καταγγελία στο αρχείο, πρέπει να αποστέλλει, όπως επιτάσσει η χρηστή διοίκηση, αντίγραφο της αποφάσεως αυτής στον καταγγέλλοντα, δεδομένου ότι αυτός δεν καταλέγεται στους αποδέκτες της αποφάσεως.
102. Εξάλλου, η ερμηνεία αυτή του άρθρου 20, παράγραφος 2, του κανονισμού 659/1999 είναι απολύτως σύμφωνη με την πρακτική που ακολούθησε η Επιτροπή στην κρινόμενη υπόθεση.
103. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στην αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, η Επιτροπή ενημέρωσε την Αθηναϊκή Τεχνική, με έγγραφο της 16ης Σεπτεμβρίου 2003, ότι, βάσει των στοιχείων που διαθέτει, δεν έχει επαρκείς λόγους να συνεχίσει την εξέταση της υποθέσεως και της ζήτησε να της διαβιβάσει πρόσθετα στοιχεία για οποιαδήποτε ενίσχυση δεν σχετίζεται με τη διαδικασία δημοπρατήσεως του καζίνο. Εν συνεχεία, ελλείψει τέτοιων στοιχείων, ενημέρωσε την καταγγέλλουσα, με το έγγραφο της 2ας Δεκεμβρίου 2004, ότι έθεσε την υπόθεση στο αρχείο στις 2 Ιουνίου 2004, διότι δεν διέθετε πρόσθετα στοιχεία που να δικαιολογούν τη συνέχιση της έρευνας.
104. Επομένως, σ’ αυτό το στάδιο της αναλύσεως, θεωρώ ότι το άρθρο 20, παράγραφος 2, του κανονισμού 659/1999 μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η Επιτροπή μπορεί να θέσει στο αρχείο μια καταγγελία περί παράνομης ενισχύσεως, εφόσον δεν διαθέτει επαρκή στοιχεία για να την κρίνει. Εντούτοις, από το περιεχόμενο της διατάξεως αυτής δεν συνάγεται, κατά την άποψή μου, ότι η θέση καταγγελίας στο αρχείο δεν έχει χαρακτήρα αποφάσεως.
105. Αντιθέτως, οι λοιπές σχετικές διατάξεις του κανονισμού 659/1999 μάλλον επιβεβαιώνουν ότι η θέση καταγγελίας στο αρχείο έχει χαρακτήρα αποφάσεως.
106. Πράγματι, αφενός, το άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού υποχρεώνει την Επιτροπή να εξετάζει αμελλητί καταγγελία περί παράνομης κρατικής ενισχύσεως. Η διάταξη αυτή επαναλαμβάνει, δηλαδή, τη νομολογία ότι η Επιτροπή οφείλει να εξετάζει επιμελώς και αμερόληπτα την καταγγελία. Είδαμε ότι, στο πλαίσιο της υποχρεώσεως αυτής, η Επιτροπή ενδέχεται να χρειαστεί να εξετάσει ακόμη και πραγματικά ή νομικά στοιχεία που δεν επικαλέστηκε ρητώς ο καταγγέλλων.
107. Αφετέρου, το άρθρο 13, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού ορίζει ότι η εξέταση μιας ενδεχομένως παράνομης ενισχύσεως καταλήγει στην έκδοση αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφοι 2, 3 ή 4, του ίδιου κανονισμού.
108. Βεβαίως, τα δύο αυτά άρθρα δεν προβλέπουν την περίπτωση της θέσεως καταγγελίας στο αρχείο. Η έλλειψη αυτή στο άρθρο 4 του κανονισμού 659/1999 φαίνεται απολύτως λογική, δεδομένου ότι το άρθρο αυτό απαριθμεί τις αποφάσεις που μπορούν να εκδοθούν κατόπιν κοινοποιήσεως από κράτος μέλος. Συγκεκριμένα, κατά τον κανονισμό 659/1999, σκοπός της κοινοποιήσεως μιας ενισχύσεως και της διαδικασίας ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων είναι να δοθεί στο οικείο κράτος μέλος και στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις η δυνατότητα να πληροφορηθούν αν το σχεδιαζόμενο μέτρο είναι συμβατό με την κοινή αγορά και δύναται να εφαρμοστεί. Κατά συνέπεια, την κοινοποίηση πρέπει οπωσδήποτε να ακολουθεί απόφαση με την οποία η Επιτροπή διαπιστώνει είτε ότι το κοινοποιηθέν μέτρο δεν συνιστά ενίσχυση είτε συνιστά ενίσχυση συμβατή με την κοινή αγορά είτε προκαλεί αμφιβολίες ως προς τη συμβατότητά του, με συνέπεια να απαιτείται να κινηθεί η επίσημη διαδικασία εξετάσεως.
109. Επομένως, η Επιτροπή δεν δύναται να θέσει την κοινοποίηση ενός κράτος μέλους στο αρχείο. Αν η κοινοποίηση δεν είναι πλήρης, το άρθρο 5 του κανονισμού 659/1999 υποχρεώνει την Επιτροπή να ζητήσει από το κράτος μέλος όλα τα αναγκαία συμπληρωματικά στοιχεία και, αν τα στοιχεία αυτά δεν δοθούν, η κοινοποίηση θεωρείται αποσυρθείσα.
110. Αντιθέτως, μια καταγγελία περί παράνομης κρατικής ενισχύσεως πρέπει να τίθεται στο αρχείο αν η Επιτροπή δεν διαθέτει τα απαραίτητα στοιχεία για να εκδώσει μια από τις απαριθμούμενες στο άρθρο 4 του κανονισμού 659/1999 αποφάσεις, διότι η περίπτωση του καταγγέλλοντος δεν είναι ίδια με αυτή του κράτους μέλους που κοινοποιεί μια ενίσχυση.
111. Μολονότι το άρθρο 4 του κανονισμού 659/1999, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 13, παράγραφος 1, αυτού, δεν προβλέπει την περίπτωση της θέσεως καταγγελίας στο αρχείο, εντούτοις η διάταξη αυτή και το άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999 επιβεβαιώνουν, κατά τη γνώμη μου, ότι η πράξη αυτή έχει χαρακτήρα αποφάσεως, καθώς προβλέπουν ότι οποιαδήποτε καταγγελία περί παράνομης ενισχύσεως πρέπει να εξετάζεται επιμελώς και ότι η εξέταση αυτή πρέπει να καταλήγει στην έκδοση αποφάσεως.
112. Η ανάλυση αυτή θεωρώ ότι επιβεβαιώνεται από τον νομολογιακό ορισμό της έννοιας της δυνάμενης να προσβληθεί πράξεως.
2. Η έννοια της δυνάμενης να προσβληθεί πράξεως στη νομολογία
113. Κατά πάγια νομολογία, συνιστούν πράξεις ή αποφάσεις δυνάμενες να αποτελέσουν αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως, κατά την έννοια του άρθρου 230 ΕΚ, μόνον τα μέτρα που παράγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα, ικανά να επηρεάσουν τα συμφέροντα του προσφεύγοντος, μεταβάλλοντας σαφώς την έννομη κατάστασή του (36).
114. Επίσης κατά πάγια νομολογία, για να διαπιστωθεί αν μια πράξη παράγει τέτοιου είδους αποτελέσματα, πρέπει να εξεταστεί η ουσία της (37).
115. Με την απόφαση της 16ης Ιουνίου 1994, C‑39/93 P, SFEI κ.λπ. κατά Επιτροπής (38), το Δικαστήριο έκρινε ότι η θέση καταγγελίας στο αρχείο αποτελεί πράξη δυνάμενη να προσβληθεί για τους ακόλουθους λόγους. Καταρχάς, ένα θεσμικό όργανο το οποίο, όπως η Επιτροπή στο πλαίσιο του δικαίου του ανταγωνισμού, έχει την εξουσία να διαπιστώνει μια παράβαση, επιβάλλοντας συναφώς κυρώσεις, και στο οποίο μπορούν να υποβάλλουν καταγγελίες οι ιδιώτες, εκδίδει οπωσδήποτε πράξη παράγουσα έννομα αποτελέσματα, όταν περατώνει έρευνα διεξαχθείσα κατόπιν καταγγελίας. Εξάλλου, η θέση καταγγελίας στο αρχείο δεν μπορεί να χαρακτηριστεί προκαταρκτική ή προπαρασκευαστική πράξη. Συγκεκριμένα, σε αντίθεση προς μια ανακοίνωση, η οποία προορίζεται να παράσχει στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις τη δυνατότητα να προβάλουν την άποψή τους αναφορικά με τις αιτιάσεις που διατυπώνει η Επιτροπή και η οποία δεν αποτυπώνει την οριστική θέση της Επιτροπής, η απόφαση να τεθεί η καταγγελία στο αρχείο συνιστά το τελικό στάδιο της διαδικασίας: δεν θα επακολουθήσει καμία άλλη πράξη δυνάμενη να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως (39).
116. Θεωρώ ότι οι λόγοι αυτοί ισχύουν κάλλιστα και στην περίπτωση θέσεως καταγγελίας στο αρχείο, στο πλαίσιο διαδικασίας σχετικής με κρατικές ενισχύσεις.
117. Καταρχάς, στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, ένας ιδιώτης μπορεί να υποβάλει καταγγελία στην Επιτροπή, η οποία, εφόσον προκύπτει ότι το καταγγελλόμενο μέτρο συνιστά πράγματι κρατική ενίσχυση μη συμβατή με την κοινή αγορά, έχει την εξουσία να διαπιστώνει την παράβαση και να επιβάλλει συναφώς κυρώσεις.
118. Εν συνεχεία, οσάκις η Επιτροπή θέτει στο αρχείο καταγγελία περί κρατικής ενισχύσεως, εκδίδει κατ’ ανάγκη πράξη παράγουσα έννομα αποτελέσματα, διότι με τον τρόπο αυτόν περατώνεται η προκαταρκτική εξέταση την οποία όφειλε να κινήσει μετά την υποβολή της καταγγελίας, σύμφωνα με τη νομολογία και το άρθρο 10 του κανονισμού 659/1999.
119. Τέλος, είναι σαφές ότι η θέση στο αρχείο καταγγελίας περί κρατικής ενισχύσεως, όπως αυτή που υπέβαλε η αναιρεσείουσα, αποτελεί το τελικό στάδιο της προκαταρκτικής εξετάσεως που ξεκίνησε με την υποβολή της καταγγελίας. Στην περίπτωση αυτή, όπως στην περίπτωση καταγγελίας που υποβάλλεται δυνάμει του άρθρου 82 ΕΚ, μετά τη θέση της καταγγελίας στο αρχείο δεν ακολουθεί καμία άλλη πράξη δυνάμενη να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως.
120. Το γεγονός ότι θέση της καταγγελίας στο αρχείο μπορεί να επανεξεταστεί αν η αναιρεσείουσα προσκομίσει νέα στοιχεία δεν αναιρεί την ανάλυση αυτή, κατά το μέτρο που, ελλείψει τέτοιων στοιχείων, η προκαταρκτική εξέταση περατώνεται.
121. Βάσει των λόγων για τους οποίους το Δικαστήριο έχει χαρακτηρίσει τη θέση στο αρχείο καταγγελίας στηριζόμενης στο άρθρο 82 ΕΚ πράξη δυνάμενη να προσβληθεί, θεωρώ ότι έτσι πρέπει να χαρακτηρίζεται και η θέση στο αρχείο καταγγελίας περί κρατικής ενισχύσεως.
122. Η ανάλυση αυτή στηρίζεται επιπλέον στο γεγονός ότι, στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων για τις οποίες ισχύει γενική απαγόρευση, η Επιτροπή έχει αποκλειστική αρμοδιότητα. Επισήμανα ότι η νομολογία έχει εξ αυτού συναγάγει ότι το εν λόγω κοινοτικό όργανο υποχρεούται να εξετάζει επιμελώς οποιαδήποτε καταγγελία και να κινεί την επίσημη διαδικασία εξετάσεως, εφόσον προκύπτει ότι το καταγγελλόμενο μέτρο συνιστά ή ενδέχεται να συνιστά ενίσχυση αντίθετη στην κοινή αγορά. Υπενθύμισα ότι σκοπός της επιβολής των υποχρεώσεων αυτών είναι να διασφαλιστεί ότι δεν θα τεθεί σε εφαρμογή καμία ενίσχυση αντίθετη στην κοινή αγορά.
123. Επομένως, θέτοντας μια καταγγελία στο αρχείο, η Επιτροπή κρίνει ότι δεν είναι απαραίτητο να κινήσει την επίσημη διαδικασία εξετάσεως ή να εκδώσει μια εκ των λοιπών δύο αποφάσεων που προβλέπει το άρθρο 4 του κανονισμού 659/1999.
124. Εξάλλου, το ότι για τη θέση της καταγγελίας στο αρχείο δεν εκδόθηκε απόφαση κοινοποιούμενη στο οικείο κράτος μέλος, παρά τις επιταγές του άρθρου 27 του κανονισμού αυτού, δεν σημαίνει ότι η πράξη αυτή δεν έχει χαρακτήρα αποφάσεως. Ο χαρακτηρισμός αυτός εξαρτάται μόνον από την ουσία της εξεταζομένης πράξεως και όχι από το αν η Επιτροπή τήρησε τις σχετικές με την κοινοποίησή της υποχρεώσεις.
125. Τέλος, κατά την άποψή μου, το να γίνει δεκτό ότι η θέση καταγγελίας περί κρατικής ενισχύσεως στο αρχείο έχει χαρακτήρα αποφάσεως συνάδει επίσης προς τη νομολογία σχετικά με τα δικαιώματα των καταγγελλόντων στο πλαίσιο της διαδικασίας ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων.
3. Η νομολογία σχετικά με τα δικαιώματα των καταγγελλόντων στο πλαίσιο της διαδικασίας ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων
126. Όπως είδαμε, αν η Επιτροπή κρίνει, χωρίς να κινήσει την επίσημη διαδικασία εξετάσεως, ότι το καταγγελλόμενο μέτρο δεν συνιστά ενίσχυση ή συνιστά ενίσχυση συμβατή με την κοινή αγορά, ο καταγγέλλων, εφόσον είναι «ενδιαφερόμενος» κατά την έννοια του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ, έχει δικαίωμα να προσβάλει την απόφαση αυτή ενώπιον των κοινοτικών δικαστηρίων, προς υπεράσπιση των διαδικαστικών δικαιωμάτων του (40). Το δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής αναγνωρίστηκε με τις αποφάσεις Cook κατά Επιτροπής (41) και Matra κατά Επιτροπής (42) και η νομολογία αυτή έχει έκτοτε παγιωθεί.
127. Συνεπώς, αναγνωρίζοντας αυτό το δικαίωμα αυτό ασκήσεως προσφυγής, το Δικαστήριο απέβλεψε στην ιδιαίτερη προστασία των κατοχυρωμένων με το άρθρο 88, παράγραφος 2, ΕΚ διαδικαστικών δικαιωμάτων και στον δικαστικό έλεγχο της ασκήσεώς τους. Διευρύνοντας έτσι την πρόσβαση στην κοινοτική δικαιοσύνη, το Δικαστήριο ενίσχυσε επίσης τον έλεγχο της αποτελεσματικής εφαρμογής του δικαίου των κρατικών ενισχύσεων, καθώς έδωσε τη δυνατότητα στον, δυνητικό έστω, ανταγωνιστή του δικαιούχου του επίμαχου μέτρου να αμφισβητήσει την εκτίμηση της Επιτροπής ότι δεν υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες περί της συμβατότητας του μέτρου αυτού με τη Συνθήκη.
128. Τα αποτελέσματα της νομολογίας αυτής θα περιορίζονταν σημαντικά αν ο καταγγέλλων δεν είχε επίσης το δικαίωμα να προσβάλει, με προσφυγή ακυρώσεως, τη θέση της καταγγελίας του στο αρχείο.
129. Συγκεκριμένα, οι συνέπειες της θέσεως καταγγελίας στο αρχείο για τον καταγγέλλοντα είναι παρόμοιες με εκείνες της αποφάσεως με την οποία διαπιστώνεται ότι το επίμαχο μέτρο αποτελεί ενίσχυση συμβατή με την κοινή αγορά ή ότι δεν συνιστά ενίσχυση. Το μέτρο μπορεί έτσι να εξακολουθήσει να εφαρμόζεται ή να παράγει αποτελέσματα, χωρίς ο καταγγέλλων να έχει υποβάλει τις παρατηρήσεις του στην Επιτροπή.
130. Επομένως, για λόγους συνοχής του συστήματος που έχει θεσπίσει η νομολογία για την προστασία των διαδικαστικών δικαιωμάτων, επιβάλλεται, κατ’ εμέ, να έχει ο καταγγέλλων τη δυνατότητα να αμφισβητήσει επίσης την εκτίμηση της Επιτροπής ότι, βάσει των διαθέσιμων στοιχείων, δεν υπάρχουν επαρκείς λόγοι για να κινηθεί η επίσημη διαδικασία εξετάσεως. Επιπλέον, στην περίπτωση αυτή, ο δικαστικός έλεγχος της αποτελεσματικής εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου είναι εξίσου σημαντικός όπως στην περίπτωση που η Επιτροπή αποφασίζει για τον χαρακτηρισμό ενός μέτρου ή για τη συμβατότητα του μέτρου αυτού με τη Συνθήκη.
131. Κατά συνέπεια, όπως οι αποφάσεις που λαμβάνονται δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 659/1999, η θέση καταγγελίας στο αρχείο πρέπει να θεωρείται πράξη δυνάμενη να προσβληθεί, ώστε ο καταγγέλλων να έχει τη δυνατότητα να προστατεύσει τα διαδικαστικά δικαιώματα που αντλεί από το άρθρο 88, παράγραφος 2, ΕΚ.
132. Αντιθέτως προς την ανάλυση αυτή, το Πρωτοδικείο έκρινε, με την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, ότι ο χαρακτηρισμός της θέσεως καταγγελίας στο αρχείο ως πράξεως μη δυνάμενης να προσβληθεί δεν στερεί από τους διοικούμενους την πρόσβαση στην κοινοτική δικαιοσύνη, διότι ο καταγγέλλων μπορεί να προσκομίσει συμπληρωματικά στοιχεία προς στήριξη της καταγγελίας του. Αν τα στοιχεία αυτά είναι επαρκή, η Επιτροπή υποχρεούται να λάβει θέση επί του επίμαχου κρατικού μέτρου και να εκδώσει απόφαση κατά την έννοια του άρθρου 4 του κανονισμού 659/1999, παρέχοντας στον καταγγέλλοντα τη δυνατότητα να ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως δυνάμει του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ. Το Πρωτοδικείο επισήμανε, εξάλλου, ότι ο καταγγέλλων έχει τη δυνατότητα να ασκήσει προσφυγή κατά παραλείψεως δυνάμει του άρθρου 232, τρίτο εδάφιο, ΕΚ (43).
133. Δεν με πείθει η ανάλυση αυτή. Η δυνατότητα του καταγγέλλοντος να προσκομίσει συμπληρωματικά στοιχεία στην Επιτροπή και το γεγονός ότι η Επιτροπή υποχρεούται να εκδώσει απόφαση, εφόσον τα στοιχεία αυτά είναι επαρκή, δεν συνεπάγονται ισοδύναμη προστασία του καταγγέλλοντος, διότι το κρίσιμο ζήτημα στην κρινόμενη υπόθεση είναι ακριβώς ο δικαστικός έλεγχος της εκτιμήσεως της Επιτροπής περί της επάρκειας των στοιχείων που διαθέτει.
134. Ομοίως, η προστασία των διαδικαστικών δικαιωμάτων του καταγγέλλοντος, σε περίπτωση που η Επιτροπή αποφασίσει να θέσει την καταγγελία του στο αρχείο, δεν δύναται να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής κατά παραλείψεως.
135. Είδαμε ότι, στο πλαίσιο της διαδικασίας ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων, η Επιτροπή πρέπει να έχει τη δυνατότητα, έστω και αν αυτή δεν προβλέπεται ρητώς, να θέτει τις καταγγελίες που της υποβάλλονται στο αρχείο, εφόσον κρίνει ότι δεν διαθέτει επαρκή στοιχεία για να εκδώσει κάποια από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 4 του κανονισμού 659/1999 αποφάσεις.
136. Επομένως, η απόφαση να τεθεί η καταγγελία στο αρχείο ισοδυναμεί με διατύπωση θέσεως περατώνουσα οριστικά τη διαδικασία εξετάσεως της καταγγελίας αυτής.
137. Υπό τις συνθήκες αυτές, η προσφυγή κατά παραλείψεως δεν αποτελεί το κατάλληλο ένδικο βοήθημα κατά της θέσεως καταγγελίας στο αρχείο. Στο σύστημα των προβλεπόμενων από το κοινοτικό δίκαιο ενδίκων βοηθημάτων, με την προσφυγή κατά παραλείψεως επιδιώκεται να διαπιστωθεί δικαστικώς ότι η παράλειψη ενός κοινοτικού οργάνου να ενεργήσει είναι αντίθετη στη Συνθήκη (44). Εφόσον γίνεται δεκτό ότι η απόφαση να τεθεί η καταγγελία στο αρχείο ισοδυναμεί με διατύπωση θέσεως, επιτρεπόμενη στο πλαίσιο της διαδικασίας ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων, δεν είναι παραδεκτή η προσφυγή κατά παραλείψεως που ασκείται κατ’ αυτής (45). Με άλλα λόγια, το Πρωτοδικείο δεν είναι δυνατόν να αποφαίνεται ότι η απόφαση να τεθεί η καταγγελία στο αρχείο συνιστά διατύπωση θέσεως σύμφωνα με τον κανονισμό 659/1999 και, ταυτόχρονα, ότι η εν λόγω απόφαση συνιστά παράλειψη ενέργειας, δυνάμενη να προσβληθεί με προσφυγή κατά παραλείψεως.
138. Επισημαίνω, συναφώς, ότι, στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προπαρατεθείσα απόφαση Air One κατά Επιτροπής, η καταγγελία δεν είχε τεθεί στο αρχείο και η εξέτασή της συνεχιζόταν. Η Επιτροπή την είχε διαβιβάσει στις ιταλικές αρχές, τάσσοντάς τους προθεσμία για να απαντήσουν. Η προθεσμία δεν είχε λήξει όταν η Air One SpA ζήτησε επισήμως από το εν λόγω κοινοτικό όργανο να λάβει θέση επί της καταγγελίας βάσει του άρθρου 232 ΕΚ.
139. Υπό το πρίσμα όλων των προεκτεθέντων, θεωρώ ότι η εκ μέρους της Επιτροπής θέση της καταγγελίας της αναιρεσείουσας στο αρχείο αποτελεί πράξη δυνάμενη να προσβληθεί. Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως είναι βάσιμη και η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη πρέπει, συνεπώς, να εξαφανιστεί.
V – Επί των συνεπειών της αναιρέσεως
140. Κατά το άρθρο 61, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίοδος, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, σε περίπτωση αναιρέσεως αποφάσεως του Πρωτοδικείου, το Δικαστήριο μπορεί να αποφανθεί οριστικά επί της διαφοράς, εφόσον είναι ώριμη προς εκδίκαση.
141. Προς στήριξη της ενστάσεως απαραδέκτου κατά της προσφυγής ακυρώσεως που άσκησε η Αθηναϊκή Τεχνική, η Επιτροπή επικαλείται ένα δεύτερο λόγο, αντλούμενο από την εκπρόθεσμη άσκηση της προσφυγής.
142. Κατά την άποψή μου, το Δικαστήριο διαθέτει όλα τα στοιχεία που είναι αναγκαία για να αποφανθεί επί του λόγου αυτού.
Τα επιχειρήματα των διαδίκων
143. Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι η Γραμματεία του Πρωτοδικείου, με έγγραφο της 1ης Μαρτίου 2005, ενημέρωσε την Αθηναϊκή Τεχνική ότι ως ημερομηνία καταθέσεως του δικογράφου λαμβάνεται αυτή της καταθέσεως του πρωτοτύπου, δηλαδή η 18η Φεβρουαρίου 2005, διότι η τηλεομοιοτυπία του δικογράφου που περιήλθε στη Γραμματεία στις 11 Φεβρουαρίου 2005 δεν ήταν πανομοιότυπη με το πρωτότυπο, όπως αποδείκνυε η σύγκριση των υπογραφών επί του κάθε εγγράφου.
144. Η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από την Athens Resort Casino, προβάλλει ότι, ως εκ τούτου, η προσφυγή ασκήθηκε εκτός της προθεσμίας των δύο μηνών και δέκα ημερών, διότι η προθεσμία αυτή υπολογίζεται από της κοινοποιήσεως του εγγράφου της 2ας Δεκεμβρίου 2004, δηλαδή από τις 6 Δεκεμβρίου 2004 το αργότερο.
145. Η Επιτροπή και η Athens Resort Casino προβάλλουν, ακόμη, ότι η Αθηναϊκή Τεχνική παραδέχθηκε εμμέσως ότι η προσφυγή είναι εκπρόθεσμη, καθώς ζήτησε από τη Γραμματεία, με έγγραφο της 16ης Μαρτίου 2005, να λάβει υπόψη της την τηλεομοιοτυπία του δικογράφου που περιήλθε στη Γραμματεία στις 11 Φεβρουαρίου 2005.
146. Η Αθηναϊκή Τεχνική αμφισβητεί ότι η προσφυγή της είναι εκπρόθεσμη, προβάλλοντας ότι, κατά τη νομολογία, απόκειται στον διάδικο που επικαλείται την εκπρόθεσμη κατάθεση του δικογράφου να αποδείξει την ημερομηνία κοινοποιήσεως της προσβαλλομένης πράξεως. Εν προκειμένω, η Επιτροπή δεν απέδειξε πότε η Αθηναϊκή Τεχνική έλαβε γνώση της προσβαλλομένης πράξεως.
Η εκτίμησή μου
147. Αντιθέτως προς την Επιτροπή, διαφωνώ με την απόρριψη της προσφυγής της Αθηναϊκής Τεχνικής ως απαράδεκτης με το αιτιολογικό ότι ασκήθηκε εκπρόθεσμα. Στηρίζω την ανάλυσή μου στις ακόλουθες σκέψεις.
148. Δεν αμφισβητείται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 230, πέμπτο εδάφιο, ΕΚ, η προσφυγή ακυρώσεως κατά αποφάσεως μη απευθυνόμενης στον προσφεύγοντα πρέπει να ασκηθεί εντός δύο μηνών, υπολογιζομένων, κατά περίπτωση, από τη δημοσίευση της πράξεως, από την κοινοποίησή της στον προσφεύγοντα ή, ελλείψει δημοσιεύσεως ή κοινοποιήσεως, από την ημέρα κατά την οποία αυτός έλαβε γνώση της πράξεως. Εξάλλου, κατά το άρθρο 102, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, οι δικονομικές προθεσμίες παρεκτείνονται λόγω αποστάσεως κατά δέκα ημέρες κατ’ αποκοπή.
149. Δεδομένου ότι η απόφαση της Επιτροπής να θέσει την καταγγελία της Αθηναϊκής Τεχνικής στο αρχείο δεν δημοσιεύθηκε ούτε της κοινοποιήθηκε, αλλ’ απλώς περιήλθε σε γνώση της καταγγέλλουσας με το έγγραφο της 2ας Δεκεμβρίου 2004, το ζήτημα που πρέπει να κριθεί είναι αν η προσφυγή ακυρώσεως ασκήθηκε εντός της προθεσμίας των δύο μηνών και δέκα ημερών από τη λήψη του εγγράφου αυτού.
150. Η Επιτροπή στηρίζει την επιχειρηματολογία της σε δύο σημεία, ήτοι, αφενός, στο ότι το έγγραφο της 2ας Δεκεμβρίου 2004, που σηματοδοτεί την έναρξη της προθεσμίας ασκήσεως της προσφυγής, περιήλθε στην αναιρεσείουσα στις 6 Δεκεμβρίου 2004 το αργότερο και, αφετέρου, στο ότι η προσφυγή ασκήθηκε στις 18 Φεβρουαρίου 2005, διότι δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη η αποστολή του δικογράφου με τηλεομοιοτυπία στις 11 Φεβρουαρίου 2005.
151. Κατ’ εμέ, δεν ευσταθεί κανένα από τα δύο αυτά σημεία.
152. Πρώτον, θεωρώ ότι η τηλεομοιοτυπία του δικογράφου που περιήλθε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 11 Φεβρουαρίου 2005 πρέπει να ληφθεί υπόψη για τον καθορισμό της ημερομηνίας ασκήσεως της προσφυγής.
153. Υπενθυμίζω ότι, σύμφωνα με το άρθρο 21 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, το Δικαστήριο επιλαμβάνεται κατόπιν προσφυγής που κατατίθεται στον Γραμματέα και η οποία πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένα στοιχεία και να συνοδεύεται από ορισμένα έγγραφα.
154. Κατά το άρθρο 43, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, το πρωτότυπο κάθε διαδικαστικού εγγράφου πρέπει να υπογράφεται από τον εκπρόσωπο ή τον δικηγόρο του διαδίκου. Στην παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι, για τον υπολογισμό των δικονομικών προθεσμιών, λαμβάνεται υπόψη αποκλειστικά η ημερομηνία καταθέσεως στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου.
155. Στην παράγραφο 6 του άρθρου 43 του εν λόγω Κανονισμού προβλέπεται η δυνατότητα καταθέσεως δικογράφου στη Γραμματεία με άλλα τεχνικά μέσα επικοινωνίας. Η συγκεκριμένη παράγραφος ορίζει:
«Με την επιφύλαξη των διατάξεων των παραγράφων 1 έως 5, για τον έλεγχο της τηρήσεως των δικονομικών προθεσμιών λαμβάνεται υπόψη η ημερομηνία κατά την οποία το αντίγραφο του υπογεγραμμένου πρωτοτύπου ενός διαδικαστικού εγγράφου […] περιέρχεται στη Γραμματεία με τηλεομοιοτυπία ή με οποιοδήποτε άλλο τεχνικό μέσο επικοινωνίας διαθέτει το Πρωτοδικείο, υπό τον όρον ότι το υπογεγραμμένο πρωτότυπο του εγγράφου, συνοδευόμενο από τα συνημμένα και τα αντίγραφα που αναφέρονται στην παράγραφο 1, δεύτερο εδάφιο, κατατίθεται στη Γραμματεία το αργότερο δέκα ημέρες μετά την εν λόγω ημερομηνία. Το άρθρο 102, παράγραφος 2, δεν εφαρμόζεται επί της δεκαήμερης αυτής προθεσμίας.»
156. Επομένως, σύμφωνα με το άρθρο 43, παράγραφος 6, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, η λήψη, από τη Γραμματεία του Πρωτοδικείου, αντιγράφου του δικογράφου με τηλεομοιοτυπία εξομοιώνεται με κατάθεση του πρωτοτύπου δικογράφου, υπό τον όρο το εν λόγω πρωτότυπο θα κατατεθεί εντός δέκα ημερών.
157. Επιπλέον, η τήρηση του όρου αυτού συνεπάγεται, λογικά, ότι η τηλεομοιοτυπία που περιέρχεται στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου είναι κυρωμένο αντίγραφο του εκ των υστέρων κατατιθέμενου πρωτοτύπου. Πρέπει, επομένως, το αποστελλόμενο με τηλεομοιοτυπία έγγραφο να είναι πιστό αντίγραφο του πρωτοτύπου και όχι έγγραφο με το ίδιο περιεχόμενο, αλλά με διαφορετική μορφή.
158. Οι υποχρεώσεις αυτές εκτίθεται με απόλυτη σαφήνεια στις πρακτικές οδηγίες προς τους διαδίκους (46). Στο σημείο Ι, Α, παράγραφοι 2 και 3, των οδηγιών αυτών αναφέρονται τα εξής:
«Σε περίπτωση διαβιβάσεως με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, δεκτό γίνεται μόνο ένα σαρωμένο αντίγραφο του υπογεγραμμένου πρωτοτύπου. Απλό ηλεκτρονικό αρχείο ή αρχείο που φέρει ηλεκτρονική υπογραφή ή προσομοίωση υπογραφής μέσω υπολογιστή δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 43, παράγραφος 6, του κανονισμού διαδικασίας. […]
[…]
Η κατάθεση εγγράφου με [τηλεομοιοτυπία] ή με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο λαμβάνεται υπόψη για την τήρηση μιας προθεσμίας μόνον εφόσον το υπογεγραμμένο πρωτότυπο περιέλθει στη Γραμματεία το αργότερο εντός της προβλεπομένης στο άρθρο 43, παράγραφος 6, του κανονισμού διαδικασίας προθεσμίας των δέκα ημερών μετά την εν λόγω κατάθεση. Το υπογεγραμμένο πρωτότυπο πρέπει να αποστέλλεται ευθύς μετά την αποστολή του αντιγράφου, χωρίς να έχει υποστεί διορθώσεις ή τροποποιήσεις, έστω και ελάσσονες. Σε περίπτωση διαφορών μεταξύ του υπογεγραμμένου πρωτοτύπου και του προηγουμένως κατατεθέντος αντιγράφου, λαμβάνεται υπόψη αποκλειστικώς η ημερομηνία καταθέσεως του υπογεγραμμένου πρωτοτύπου.»
159. Σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 1, των οδηγιών προς τον Γραμματέα του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, για την τήρηση των υποχρεώσεων αυτών μεριμνά ο Γραμματέας του Πρωτοδικείου (47).
160. Εν προκειμένω, ο Γραμματέας του Πρωτοδικείου έκρινε ότι η τηλεομοιοτυπία που περιήλθε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 11 Φεβρουαρίου 2005 δεν ήταν πιστό αντίγραφο του πρωτοτύπου που κατατέθηκε στις 18 Φεβρουαρίου 2005, διότι η υπογραφή στην τελευταία σελίδα της δεν ήταν ακριβώς στην ίδια θέση σε σχέση με την υπογραφή στο πρωτότυπο.
161. Ο δικηγόρος της Αθηναϊκής Τεχνικής, με έγγραφο της 16ης Μαρτίου 2005, εξήγησε ότι η διαφορά αυτή οφείλεται στο ότι η τελευταία σελίδα του πρωτοτύπου δικογράφου καταστράφηκε κατά την αποστολή της τηλεομοιοτυπίας και έπρεπε να αντικατασταθεί. Δεν αμφισβητείται ότι το αντίγραφο που εστάλη στις 11 Φεβρουαρίου 2005 δεν παρουσιάζει άλλη διαφορά με το πρωτότυπο, πέραν της διαφορετικής θέσεως της υπογραφής του δικηγόρου στην τελευταία σελίδα του.
162. Αντιθέτως προς την Επιτροπή και την Athens Resort Casino, θεωρώ ότι πληρούται η επιβαλλόμενη από το άρθρο 43, παράγραφος 6, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου προϋπόθεση περί ταυτότητας της τηλεομοιοτυπίας προς το πρωτότυπο δικόγραφο που κατατίθεται στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου.
163. Το περιεχόμενο της προϋποθέσεως αυτής πρέπει, κατ’ εμέ, να εκτιμηθεί σε συνάρτηση με τους δύο σκοπούς που επιδιώκει, από ουσιαστικής και τυπικής απόψεως.
164. Από ουσιαστικής απόψεως, σκοπός της προϋποθέσεως αυτής είναι η προβλεπόμενη στο άρθρο 43, παράγραφος 6, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου δυνατότητα προσφυγής στην κοινοτική δικαιοσύνη με κάποιο από τα νέα μέσα επικοινωνίας να μη θέτει εν αμφιβόλω τον επιτακτικό χαρακτήρα των δικονομικών προθεσμιών, καθώς και τις απαιτήσεις για ασφάλεια δικαίου και ισότητα των διαδίκων, προς διασφάλιση των οποίων έχουν τεθεί οι προθεσμίες αυτές. Αναμφισβήτητα, οι εν λόγω προθεσμίες και η αυστηρή εφαρμογή τους κατατείνουν στην επίτευξη ασφάλειας δικαίου και στην αποφυγή οποιασδήποτε δυσμενούς μεταχειρίσεως ή αυθαιρεσίας κατά την απονομή της δικαιοσύνης (48).
165. Επομένως, σκοπός του άρθρου 43, παράγραφος 6, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου είναι να έχει ο προσφεύγων τη δυνατότητα να καταθέσει το δικόγραφό του στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου με τηλεομοιοτυπία εντός της προθεσμίας των δύο μηνών και δέκα ημερών, χωρίς η δυνατότητα αυτή να συνεπάγεται χορήγηση πρόσθετης προθεσμίας για τη βελτίωση του δικογράφου ή για τη με οποιονδήποτε τρόπο τροποποίησή του.
166. Από τυπικής απόψεως, η προϋπόθεση περί ταυτότητας της τηλεομοιοτυπίας προς το πρωτότυπο δικόγραφο που κατατίθεται στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου επιβάλλεται προκειμένου η Γραμματεία του Πρωτοδικείου να μπορεί να ελέγξει, αφού περιέλθει σε αυτή το πρωτότυπο του δικογράφου, αν αυτό είναι απολύτως όμοιο με την τηλεομοιοτυπία με μια απλή και πρόχειρη εξέταση, χωρίς να απαιτείται εξέταση του περιεχομένου των εγγράφων αυτών.
167. Εν προκειμένω, όμως, θεωρώ ότι μια απλή διαφορά ως προς τη θέση των υπογραφών μεταξύ της τηλεομοιοτυπίας και του πρωτοτύπου που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου δεν θέτει σε κίνδυνο την επίτευξη των δύο αυτών σκοπών της εν λόγω προϋποθέσεως.
168. Αφενός, η διαφορά αυτή δεν αφορά την ουσία του δικογράφου που διαβιβάστηκε εντός της προθεσμίας ασκήσεως της προσφυγής. Αφετέρου, δεν πρόκειται επίσης για τροποποίηση του δακτυλογραφημένου περιεχομένου του εγγράφου, λόγω της οποίας θα μπορούσαν να ανακύψουν αμφιβολίες ως προς την ταυτότητα των δύο κειμένων, με συνέπεια να υποχρεωθεί η Γραμματεία του Πρωτοδικείου να τις ελέγχει λεπτομερώς, σελίδα προς σελίδα. Η απλή διαφορά ως προς τη θέση της υπογραφής στην τελευταία σελίδα του πρωτοτύπου δικογράφου δεν αρκεί για να κινήσει υποψίες όσον αφορά το σύνολό του.
169. Υπό τις συνθήκες αυτές, η άποψή μου είναι ότι η αναιρεσείουσα δεν παρέβη τις επιταγές του άρθρου 43, παράγραφος 6, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου και ότι, για τον προσδιορισμό της ημερομηνίας ασκήσεως της προσφυγής, πρέπει να ληφθεί υπόψη η αποστολή τηλεομοιοτυπίας του δικογράφου στις 11 Φεβρουαρίου 2005. Συνεπώς, η εν λόγω προσφυγή ασκήθηκε εντός της προθεσμίας των δύο μηνών και δέκα ημερών μετά τις 2 Δεκεμβρίου 2004 και είναι, ως εκ τούτου, παραδεκτή, ανεξαρτήτως της ημερομηνίας κατά την οποία η Αθηναϊκή Τεχνική έλαβε το έγγραφο της Επιτροπής που φέρει την ημερομηνία αυτή.
170. Δεύτερον, δεν μπορεί, κατά την άποψή μου, να γίνει δεκτό ότι η προθεσμία των δύο μηνών και δέκα ημερών υπολογίζεται από τις 6 Δεκεμβρίου 2004 το αργότερο, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή.
171. Από τη νομολογία προκύπτει ότι απόκειται στον διάδικο που επικαλείται εκπρόθεσμη κατάθεση του δικογράφου να αποδείξει την ημερομηνία ενάρξεως της προθεσμίας ασκήσεως της προσφυγής (49). Προκύπτει, επίσης, ότι, εφόσον δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί με βεβαιότητα η ημερομηνία κατά την οποία ο προσφεύγων έλαβε επακριβώς γνώση του περιεχομένου και της αιτιολογίας της πράξεως την οποία προσβάλλει και η οποία δεν του κοινοποιήθηκε ούτε δημοσιεύθηκε, η προθεσμία ασκήσεως προσφυγής υπολογίζεται το αργότερο από την ημερομηνία που αποδεικνύεται ότι ο προσφεύγων έλαβε γνώση (50).
172. Είδαμε ότι, εν προκειμένω, το έγγραφο της 2ας Δεκεμβρίου 2004, με το οποίο γνωστοποιήθηκε στην Αθηναϊκή Τεχνική ότι η καταγγελία της τέθηκε στο αρχείο δεν εστάλη συστημένο με απόδειξη παραλαβής. Η ημερομηνία κατά την οποία το έγγραφο αυτό περιήλθε στην αναιρεσείουσα δεν είναι γνωστή και δύσκολα μπορεί να συναχθεί επακριβώς από το έγγραφο που απέστειλε η Αθηναϊκή Τεχνική στον Γραμματέα του Πρωτοδικείου στις 16 Μαρτίου 2005.
173. Για τον λόγο αυτόν, η προσφυγή ακυρώσεως της Αθηναϊκής Τεχνικής είναι παραδεκτή, ακόμη και αν υποτεθεί ότι ημερομηνία ασκήσεως της προσφυγής είναι η 18η Φεβρουαρίου 2005.
174. Βάσει των επισημάνσεων αυτών, φρονώ ότι η ένσταση απαραδέκτου της Επιτροπής πρέπει να απορριφθεί.
175. Προτείνω, επίσης, στο Δικαστήριο, αφενός, να αναπέμψει την υπόθεση στο Πρωτοδικείο, προκειμένου αυτό να αποφανθεί επί των αιτημάτων της Αθηναϊκής Τεχνικής για ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής της 2ας Ιουνίου 2004, περί θέσεως της καταγγελίας της στο αρχείο, και, αφετέρου, να επιφυλαχθεί ως προς τα δικαστικά έξοδα (51).
VI – Πρόταση
176. Κατόπιν των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
– να ακυρώσει τη διάταξη του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 26ης Σεπτεμβρίου 2006, T‑94/05, Αθηναϊκή Τεχνική κατά Επιτροπής,
– να απορρίψει ως αβάσιμη την ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ενώπιον του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων,
– να αναπέμψει την υπόθεση στο Πρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, προκειμένου αυτό να αποφανθεί επί των αιτημάτων της Αθηναϊκής Τεχνικής για ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής της 2ας Ιουνίου 2004 περί θέσεως της καταγγελίας της στο αρχείο,
– να επιφυλαχθεί ως προς τα δικαστικά έξοδα.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 – Υπόθεση Τ‑94/05 που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη.
3 – Στο εξής: Αθηναϊκή Τεχνική ή αναιρεσείουσα.
4 – Κανονισμός του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου [88] της Συνθήκης ΕΚ (ΕΕ L 83, σ. 1).
5 – Στο άρθρο 87, παράγραφος 2, ΕΚ αναφέρονται οι ενισχύσεις που είναι απολύτως συμβατές με την κοινή αγορά. Πρόκειται για τις ενισχύσεις κοινωνικού χαρακτήρα, που χορηγούνται σε μεμονωμένους καταναλωτές, χωρίς διάκριση προελεύσεως των προϊόντων, για τις ενισχύσεις για την επανόρθωση ζημιών που προκαλούνται από θεομηνίες ή άλλα έκτακτα γεγονότα, καθώς και για τις ενισχύσεις που χορηγούνται σε ορισμένες περιοχές της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, προς αποκατάσταση των οικονομικών μειονεκτημάτων που προκάλεσε η διαίρεση της Γερμανίας. Στο άρθρο 87, παράγραφος 3, ΕΚ αναφέρονται οι ενισχύσεις που δύνανται να κηρυχθούν συμβατές με την κοινή αγορά. Πρόκειται, ιδίως, για τις ενισχύσεις για την προώθηση της οικονομικής αναπτύξεως περιοχών στις οποίες επικρατεί σοβαρή υποαπασχόληση και για τις ενισχύσεις για την προώθηση σημαντικών σχεδίων κοινού ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος.
6 – Απόφαση της 2ας Απριλίου 1998, C‑367/95 P, Επιτροπή κατά Sytraval και Brink’s France (Συλλογή 1998, σ. I‑1719, σκέψεις 36 και 38).
7 – Άρθρο 2.
8 – Άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999.
9 – Άρθρο 1, στοιχείο στ΄, του κανονισμού 659/1999.
10 – Βλ., σχετικά, απόφαση της 22ας Ιουνίου 2006, C‑182/03 και C‑217/03, Βέλγιο και Forum 187 κατά Επιτροπής (Συλλογή 2006, σ. I‑5479, σκέψη 72).
11 – Απόφαση της 15ης Ιουλίου 1964, 6/64, Costa (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 1191), καθώς και προπαρατεθείσα απόφαση Βέλγιο και Forum 187 κατά Επιτροπής (σκέψεις 73 και 74).
12 – Προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Sytraval και Brink’s France (σκέψη 62).
13 – Όπ.π
14 – Απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2005, C‑78/03 P, Επιτροπή κατά Aktionsgemeinschaft Recht und Eigentum (Συλλογή 2005, σ. I‑10737, σκέψη 34 και παρατιθέμενη νομολογία).
15 – Προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Sytraval και Brink’s France (σκέψη 64).
16 – Όπ.π. (σκέψη 39).
17 – Απόφαση της 10ης Μαΐου 2006, T‑395/04, Air One κατά Επιτροπής (Συλλογή 2006, σ. II‑1343, σκέψη 61).
18 – Όπ.π.
19 – Προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Sytraval και Brink’s France (σκέψη 45).
20 – Προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Aktionsgemeinschaft Recht und Eigentum (σκέψη 36 και παρατιθέμενη νομολογία).
21 – Όπ.π. (σκέψη 34 και παρατιθέμενη νομολογία).
22 – Προπαρατεθείσες αποφάσεις Επιτροπή κατά Sytraval και Brink’s France (σκέψη 40), καθώς και Επιτροπή κατά Aktionsgemeinschaft Recht und Eigentum (σκέψη 35).
23 – Προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Aktionsgemeinschaft Recht und Eigentum (σκέψη 35).
24 – Απόφαση της 15 Ιουλίου 1963, 25/62 (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 939).
25 – Όπ.π. σ. 941. Βλ., επίσης, προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Aktionsgemeinschaft Recht und Eigentum (σκέψη 37 και παρατιθέμενη νομολογία). Με τα σημεία 104 έως 112 των προτάσεών μου στις εκκρεμείς ενώπιον του Δικαστηρίου συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑75/05 P και C‑80/05 P, Γερμανία κ.λπ. κατά Kronofrance, διαφώνησα με τον περιορισμό του δικαιώματος προσφυγής των ενδιαφερομένων. Με τον περιορισμό αυτό, η προστασία των διαδικαστικών δικαιωμάτων καθίσταται αυτοσκοπός, ενώ, κατ’ εμέ, θα έπρεπε να είναι απλώς το κλειδί για την πρόσβαση στα κοινοτικά δικαστήρια, με σκοπό τον έλεγχο της συμβατότητας του επικρινόμενου μέτρου προς τους κανόνες της Συνθήκης περί κρατικών ενισχύσεων.
26 – Προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Aktionsgemeinschaft Recht und Eigentum (σκέψη 37).
27 – Βλ., για μια πρόσφατη περίπτωση εφαρμογής, την απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2007, C‑260/05 P, Sniace κατά Επιτροπής (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψεις 53 και 54).
28 – Η Air One SpA, εταιρία αερομεταφορών, η οποία πραγματοποιούσε τακτικά δρομολόγια μεταξύ ιταλικών πόλεων, υπέβαλε στην Επιτροπή, με έγγραφο της 22ας Δεκεμβρίου 2003, καταγγελία με αντικείμενο τις ενισχύσεις που είχαν παρανόμως χορηγηθεί από τις ιταλικές αρχές στην αεροπορική εταιρία Ryanair. Κατόπιν αλληλογραφίας, η Air One SpA ζήτησε επισήμως από την Επιτροπή να λάβει θέση επί της καταγγελίας της τον Ιούνιο του 2004. Στις 5 Οκτωβρίου 2004, άσκησε προσφυγή κατά παραλείψεως.
29 – Προπαρατεθείσα απόφαση Air One κατά Επιτροπής, (σκέψεις 30 και 34).
30 – Στο εξής: Athens Resort Casino.
31 – Συλλογή 2005, σ. I‑1283, σκέψεις 69 έως 72.
32 – Κανονισμός της 6ης Φεβρουαρίου 1962, πρώτος κανονισμός εφαρμογής των άρθρων [81] και [82] της Συνθήκης (ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 25).
33 – Προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά max.mobil (σκέψη 71).
34 – Επικαλείται το άρθρο 6 του κανονισμού (ΕΚ) 2842/98 της Επιτροπής, της 22ας Δεκεμβρίου 1998, σχετικά με τις ακροάσεις στο πλαίσιο ορισμένων διαδικασιών κατ’ εφαρμογή των άρθρων [81] και [82] της Συνθήκης ΕΚ (ΕΕ L 354, σ. 18). Τονίζει ότι τα δικαιώματα αυτά προβλέπονται στο άρθρο 7 του κανονισμού (ΕΚ) 773/2004 της Επιτροπής, της 7ης Απριλίου 2004, σχετικά με τη διεξαγωγή από την Επιτροπή των διαδικασιών δυνάμει των άρθρων 81 και 82 της Συνθήκης ΕΚ (ΕΕ L 123, σ. 18), το οποίο ορίζει:
«1. Οσάκις η Επιτροπή θεωρεί ότι, βάσει των στοιχείων που διαθέτει, δεν υπάρχουν επαρκείς λόγοι για να δοθεί συνέχεια σε καταγγελία, ενημερώνει τον καταγγέλλοντα σχετικά με το σκεπτικό της και τάσσει προθεσμία εντός της οποίας ο καταγγέλλων μπορεί να γνωστοποιήσει εγγράφως τις απόψεις του. Η Επιτροπή δεν είναι υποχρεωμένη να λάβει υπόψη της ενδεχόμενες περαιτέρω παρατηρήσεις που λαμβάνει εκπρόθεσμα.
2. Εάν ο καταγγέλλων γνωστοποιήσει εντός της τασσόμενης από την Επιτροπή προθεσμίας τις απόψεις του και οι γραπτές παρατηρήσεις που υποβάλλονται από τον καταγγέλλοντα δεν οδηγούν σε διαφορετική αξιολόγηση της καταγγελίας, η Επιτροπή, με σχετική απόφαση, απορρίπτει την καταγγελία.
3. Εάν ο καταγγέλλων δεν γνωστοποιήσει τις απόψεις του εντός της προθεσμίας που τάσσεται από την Επιτροπή, η καταγγελία λογίζεται αποσυρθείσα.»
35 – Υπενθυμίζω ότι η διάταξη αυτή ορίζει ρητώς ότι, οσάκις η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν υπάρχουν επαρκείς λόγοι για να δοθεί συνέχεια σε καταγγελία, ενημερώνει τον καταγγέλλοντα και του τάσσει προθεσμία να γνωστοποιήσει εγγράφως τις απόψεις του. Εν συνεχεία, αν οι παρατηρήσεις που υποβάλλει ο καταγγέλλων εντός της ταχθείσας προθεσμίας δεν οδηγούν σε διαφορετική αξιολόγηση της καταγγελίας, η Επιτροπή απορρίπτει, με σχετική απόφαση, την καταγγελία.
36 – Απόφαση της 22ας Ιουνίου 2000, C‑147/96, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. I‑4723, σκέψη 25 και παρατιθέμενη νομολογία). Βλ., για μια πρόσφατη περίπτωση εφαρμογής, διάταξη της 21ης Ιουνίου 2007 C‑163/06 P, Φινλανδία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2007, σ. I‑5127, σκέψη 40).
37 – Προπαρατεθείσα απόφαση Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής (σκέψη 27).
38 – Συλλογή 1994, σ. I‑2681.
39 – Σκέψεις 27 και 28.
40 – Προπαρατεθείσες αποφάσεις Επιτροπή κατά Sytraval και Brink’s France (σκέψη 40), καθώς και Επιτροπή κατά Aktionsgemeinschaft Recht und Eigentum (σκέψη 35).
41 – Απόφαση της 19ης Μαΐου 1993, C‑198/91 ( Συλλογή 1993, σ. I‑2487).
42 – Απόφαση της 15ης Ιουνίου 1993, C‑225/91 (Συλλογή 1993, σ. I‑3203).
43 – Σκέψη 31 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως.
44 – Απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 1992, C‑15/91 και C‑108/91, Buckl κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. I‑6061, σκέψη 14).
45 – Βλ., σχετικά, απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 1979, 125/78, GEMA κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1979/ΙΙ, σ. 537).
46 – ΕΕ 2007, L 232, σ. 7. Οι οδηγίες αυτές είναι δημοσιευμένες επίσης στον διαδικτυακό τόπο .
47 – ΕΕ 2007, L 232, σ. 1. Οι οδηγίες αυτές είναι δημοσιευμένες επίσης στον διαδικτυακό τόπο .
48 – Βλ., μεταξύ άλλων, διάταξη της 8ης Νοεμβρίου 2007, C‑242/07 P, Βέλγιο κατά Επιτροπής (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 16 και παρατιθέμενη νομολογία).
49 – Απόφαση του Δικαστηρίου της 11ης Μαΐου 1989, 193/87 και 194/87, Maurissen και Union syndicale κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου (Συλλογή 1989, σ. 1045, σκέψη 46), και διάταξη του Πρωτοδικείου της 13ης Απριλίου 2000, T‑263/97, GAL Penisola Sorrentina κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. II‑2041, σκέψη 47).
50 – Απόφαση της 10ης Ιανουαρίου 2002, C‑480/99 P, Plant κ.λπ. κατά Επιτροπής και South Wales Small Mines (Συλλογή 2002, σ. I‑265, σκέψη 49).
51 – Βλ., όσον αφορά τα δικαστικά έξοδα, απόφαση της 15ης Μαΐου 2003, C‑193/01 P, Πιτσιόρλας κατά Συμβουλίου και ΕΚΤ (Συλλογή 2003, σ. I‑4837).
Full & Egal Universal Law Academy