Υπόθεση C-3/06 P
Groupe Danone
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Αίτηση αναιρέσεως — Ανταγωνισμός — Συμφωνία — Πρόστιμα — Κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό του ποσού των προστίμων — Ανακοίνωση περί συνεργασίας»
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Poiares Maduro της 16ης Νοεμβρίου 2006
Απόφαση του Δικαστηρίου (δεύτερο τμήμα) της 8ης Φεβρουαρίου 2007
Περίληψη της αποφάσεως
1. Ανταγωνισμός — Πρόστιμα — Ύψος — Ορισμός — Κριτήρια — Σοβαρότητα των παραβάσεων
(Άρθρο 81 ΕΚ και 82 ΕΚ· κανονισμός 17 του Συμβουλίου, άρθρο 15 § 2· ανακοίνωση 98/C 9/03 της Επιτροπής)
2. Ανταγωνισμός — Πρόστιμα — Ύψος — Ορισμός — Κριτήρια — Εξουσία εκτιμήσεως Διακριτική ευχέρεια της Επιτροπής
(Κανονισμός 17 του Συμβουλίου· ανακοίνωση 98/C 9/03 της Επιτροπής)
3. Αναίρεση — Λόγοι — Ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία — Παραδεκτό
4. Ανταγωνισμός — Πρόστιμα — Ύψος — Εξουσία εκτιμήσεως της Επιτροπής — Δικαστικός έλεγχος — Πλήρης δικαιοδοσία
(Άρθρο 229 ΕΚ· κανονισμός 17 του Συμβουλίου, άρθρο 17)
5. Αναίρεση — Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου
(Άρθρο 81 ΕΚ και 82 ΕΚ· κανονισμός 17 του Συμβουλίου, άρθρο 15· ανακοίνωση 98/C 9/03 της Επιτροπής)
6. Κοινοτικό δίκαιο — Αρχές — Προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης
(Κανονισμός 17 του Συμβουλίου, άρθρο 15 § 2· ανακοίνωση 98/C 9/03 της Επιτροπής)
1. Η σοβαρότητα παραβάσεως των κοινοτικών κανόνων του ανταγωνισμού, η οποία πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό των προστίμων που πρέπει να επιβληθούν, καθορίζεται με βάση πολλούς παράγοντες ως προς τους οποίους η Επιτροπή διαθέτει διακριτική ευχέρεια. Το γεγονός ότι λαμβάνονται υπόψη επιβαρυντικές περιστάσεις για τον καθορισμό του προστίμου συνάδει με την αποστολή της Επιτροπής να εξασφαλίζει τη συμμόρφωση της συμπεριφοράς των επιχειρήσεων με τους κανόνες του ανταγωνισμού.
Τυχόν υποτροπή περιλαμβάνεται μεταξύ των στοιχείων που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την εξέταση της σοβαρότητας της εκάστοτε παραβάσεως.
Υπό τις συνθήκες αυτές, η άποψη κατά την οποία, πριν από τη θέση σε ισχύ των κατευθυντήριων γραμμών για τον υπολογισμό των προστίμων που επιβάλλονται δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 και του άρθρου 65, παράγραφος 5, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, η πρακτική της Επιτροπής στον οικείο τομέα δεν ήταν σαφής και προβλέψιμη, δεν λαμβάνει υπόψη την υφιστάμενη νομική σχέση μεταξύ, αφενός, του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 που αποτελεί τη νομική βάση της επίδικης αποφάσεως και, αφετέρου, των κατευθυντήριων γραμμών.
Συγκεκριμένα, οι κατευθυντήριες γραμμές δεν αποτελούν τη νομική βάση για τον καθορισμό του ύψους του προστίμου, αλλά συγκεκριμενοποιούν απλώς τον τρόπο εφαρμογής του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17. Συναφώς, ακόμη και αν δεν υπήρχαν κατευθυντήριες γραμμές, οι επιχειρήσεις μπορούσαν ανέκαθεν να προβλέψουν τις έννομες συνέπειες των ενεργειών τους.
Συνεπώς, η Επιτροπή, κατά την άσκηση της εξουσίας της εκτιμήσεως, μπορεί βασίμως να θεωρήσει ότι το στοιχείο της υποτροπής αφορά τη σοβαρότητα της διαπραχθείσας παραβάσεως και να χαρακτηρίσει την υποτροπή ως επιβαρυντική περίσταση, χωρίς να παραβιάζει την αρχή nulla poena sine lege.
(βλ. σκέψεις 25-30)
2. Μολονότι ούτε ο κανονισμός 17 ούτε οι κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των προστίμων που επιβάλλονται δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 και του άρθρου 65, παράγραφος 5, της Συνθήκης ΕΚΑΧ προβλέπουν προθεσμία για τη διαπίστωση της υποτροπής, δεν μπορεί αυτή να αποκλειστεί δυνάμει της αρχής της ασφάλειας δικαίου.
Συγκεκριμένα, η Επιτροπή διαθέτει διακριτική ευχέρεια όσον αφορά την επιλογή των στοιχείων που πρέπει να ληφθούν υπόψη για τον καθορισμό του ποσού των προστίμων, όπως είναι, μεταξύ άλλων, οι ιδιαίτερες περιστάσεις της υποθέσεως, το πλαίσιό της και ο αποτρεπτικός χαρακτήρας των προστίμων, και τούτο χωρίς να είναι αναγκαίο να γίνει παραπομπή σε δεσμευτικό ή εξαντλητικό κατάλογο των κριτηρίων που πρέπει οπωσδήποτε να ληφθούν υπόψη.
Η διαπίστωση και η εκτίμηση των ειδικών χαρακτηριστικών της υποτροπής, όπως η επανάληψη παραβατικής συμπεριφοράς με σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα μεταξύ των παραβάσεων, εμπίπτουν στην εν λόγω ευχέρεια της Επιτροπής, η οποία δεν μπορεί να δεσμεύεται από ενδεχόμενη προθεσμία παραγραφής προκειμένου να προβεί στη διαπίστωση αυτή.
Πράγματι, η υποτροπή συνιστά σημαντικό στοιχείο που η Επιτροπή καλείται να εκτιμήσει, δεδομένου ότι η στάθμισή της αποβλέπει στο να παρακινήσει τις επιχειρήσεις που έχουν εκδηλώσει την τάση να παραβούν κανόνες του ανταγωνισμού να μεταβάλουν τη συμπεριφορά τους. Επομένως, η Επιτροπή μπορεί, σε κάθε περίπτωση, να λάβει υπόψη τις ενδείξεις που τείνουν να επιβεβαιώσουν την τάση αυτή, περιλαμβανομένου, για παράδειγμα, του χρονικού διαστήματος που παρήλθε μεταξύ των εν λόγω παραβάσεων.
(βλ. σκέψεις 36-40)
3. Το ζήτημα αν η αιτιολογία μιας αποφάσεως του Πρωτοδικείου είναι αντιφατική ή ανεπαρκής αποτελεί νομικό ζήτημα, το οποίο ως τέτοιο μπορεί να προβληθεί κατ’ αναίρεση.
Για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του αιτιολογήσεως, το Πρωτοδικείο δεν υποχρεούται να παραθέσει, με την απόφασή του, αιτιολογία που να ακολουθεί σε όλη τους την έκταση και έναν προς έναν όλους τους συλλογισμούς που διατύπωσαν οι διάδικοι. Κατά συνέπεια, η αιτιολογία μπορεί να είναι έμμεση, υπό την προϋπόθεση ότι δίνει στους μεν ενδιαφερόμενους τη δυνατότητα να γνωρίσουν τους λόγους για τους οποίους ελήφθησαν τα σχετικά μέτρα, στο δε αρμόδιο δικαστήριο επαρκή στοιχεία για να ασκήσει τον έλεγχό του.
Συναφώς, στο πλαίσιο της σταθμίσεως των επιβαρυντικών περιστάσεων, η υποτροπή δεν αποτελεί απλώς στοιχείο που ασκεί επιρροή, αλλά και στοιχείο ιδιαίτερης σημασίας και πολύ σημαντικό δείκτη της σοβαρότητας μιας παραβάσεως ως προς την εκτίμηση του ποσού του προστίμου για την επίτευξη αποτρεπτικού αποτελέσματος. Η υποτροπή συνιστά απόδειξη του ότι η κύρωση η οποία επιβλήθηκε στην αναιρεσείουσα δεν είχε επαρκώς αποτρεπτικά αποτελέσματα.
Επομένως, προκειμένου να αξιολογήσει τη σοβαρότητα της παραβάσεως, το Πρωτοδικείο μπορεί να προσφύγει στην έννοια της υποτροπής, χωρίς η απόφασή του να πάσχει λόγω αντιφατικής αιτιολογίας.
(βλ. σκέψεις 43, 45-48)
4. Σύμφωνα με το άρθρο 229 ΕΚ, οι κανονισμοί που εκδίδονται από κοινού από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, βάσει των διατάξεων της Συνθήκης, δύνανται να παρέχουν στο Δικαστήριο πλήρη δικαιοδοσία σχετικά με τις κυρώσεις που προβλέπουν.
Η διακιοδοσία αυτή απονέμεται στον κοινοτικό δικαστή από το άρθρο 17 του κανονισμού 17. Επομένως, ο εν λόγω δικαστής έχει την εξουσία, πέραν του απλού ελέγχου νομιμότητας της κυρώσεως, να υποκαθιστά την Επιτροπή προβαίνοντας στη δική του εκτίμηση και, κατ’ επέκταση, να μειώνει ή να αυξάνει το πρόστιμο ή τη χρηματική ποινή που επιβλήθηκαν.
Συνεπώς, ο κοινοτικός δικαστής έχει την εξουσία να ασκεί την αρμοδιότητά του πλήρους δικαιοδοσίας, όταν υποβάλλεται στην κρίση του το ζήτημα του ποσού του προστίμου, και μπορεί να ασκεί την αρμοδιότητά του αυτή τόσο για να μειώνει όσο και για να αυξάνει το ποσό αυτό.
(βλ. σκέψεις 60-62)
5. Ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας σε κάθε διαδικασία ικανή να καταλήξει στην επιβολή κυρώσεων, μεταξύ άλλων, σε πρόστιμα ή χρηματικές ποινές, αποτελεί θεμελιώδη αρχή του κοινοτικού δικαίου την οποία έχει επανειλημμένως τονίσει το Δικαστήριο.
Στο πλαίσιο αναιρέσεως κατά αποφάσεως του Πρωτοδικείου με την οποία ορίστηκε το ποσό του προστίμου που επιβλήθηκε σε επιχείρηση λόγω παραβάσεων των κοινοτικών κανόνων του ανταγωνισμού, ο έλεγχος του Δικαστηρίου έχει ως αντικείμενο, αφενός, να εξεταστεί σε ποιο μέτρο το Πρωτοδικείο έλαβε υπόψη, με σωστό από νομικής απόψεως τρόπο, όλους τους ουσιώδεις παράγοντες για να αξιολογήσει τη σοβαρότητα μιας συγκεκριμένης συμπεριφοράς υπό το φως των άρθρων 81 ΕΚ και 82 ΕΚ, καθώς και του άρθρου 15 του κανονισμού 17, και, αφετέρου, να εξακριβωθεί αν το Πρωτοδικείο απάντησε επαρκώς κατά νόμο στο σύνολο των επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας για την εξαφάνιση ή μείωση του προστίμου.
Εφόσον, κατά την άσκηση της αρμοδιότητάς του πλήρους δικαιοδοσίας, το Πρωτοδικείο στηρίχθηκε αποκλειστικά στις διατάξεις των κατευθυντήριων γραμμών για τον υπολογισμό των προστίμων που επιβάλλονται δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 και του άρθρου 65, παράγραφος 5, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, χωρίς να λάβει υπόψη του άλλα στοιχεία, περιστάσεις ή κριτήρια, των οποίων τη στάθμιση δεν μπορούσε να προβλέψει η επιχείρηση, η εν λόγω επιχείρηση δεν μπορεί να προβάλει αιτίαση αντλούμενη από την προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας.
(βλ. σκέψεις 68-69, 82-83)
6. Η αρχή της μη αναδρομικότητας των ποινικών διατάξεων αποτελεί κοινή αρχή των εννόμων τάξεων όλων των κρατών μελών και αναπόσπαστο τμήμα των γενικών αρχών του δικαίου, την τήρηση των οποίων εξασφαλίζει ο κοινοτικός δικαστής.
Ειδικότερα, το άρθρο 7, παράγραφος 1, της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών που υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950, το οποίο καθιερώνει, μεταξύ άλλων, την αρχή της νομιμότητας των ποινών (nullum crimen, nulla poena sine lege), μπορεί να απαγορεύσει την αναδρομική εφαρμογή μιας νέας ερμηνείας ενός κανόνα που ορίζει παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, ιδίως, οσάκις πρόκειται για νομολογιακή ερμηνεία της οποίας το αποτέλεσμα δεν μπορούσε ευλόγως να προβλεφθεί κατά τον χρόνο διαπράξεως της παραβάσεως, ενόψει ιδίως της ερμηνείας που χρησιμοποιούσε κατά την περίοδο εκείνη η σχετική με την επίμαχη διάταξη νόμου νομολογία.
Εντούτοις, το γεγονός ότι η Επιτροπή είχε επιβάλει στο παρελθόν πρόστιμα ορισμένου ύψους για κάποιες μορφές παραβάσεων δεν της στερεί τη δυνατότητα να αυξάνει το ύψος αυτό, εντός των ορίων που τίθενται από τον κανονισμό 17, αν αυτό είναι αναγκαίο προκειμένου να κατοχυρωθεί η εφαρμογή της κοινοτικής πολιτικής ανταγωνισμού. Αντιθέτως, η αποτελεσματική εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων ανταγωνισμού απαιτεί η Επιτροπή να μπορεί οποτεδήποτε να προσαρμόζει το επίπεδο των προστίμων στις ανάγκες της πολιτικής αυτής.
Επομένως, οι επιχειρήσεις που εμπλέκονται σε διοικητική διαδικασία, η οποία μπορεί να καταλήξει στην επιβολή προστίμου, δεν μπορούν να έχουν δικαιολογημένη εμπιστοσύνη σε μέθοδο υπολογισμού των προστίμων αυτών.
(βλ. σκέψεις 87-91)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 8ης Φεβρουαρίου 2007 (*)
«Αίτηση αναιρέσεως – Ανταγωνισμός – Συμφωνία – Πρόστιμα – Κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό του ποσού των προστίμων – Ανακοίνωση περί συνεργασίας»
Στην υπόθεση C-3/06 P,
με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, που υποβλήθηκε στις 3 Ιανουαρίου 2006,
Groupe Danone, ανώνυμη εταιρία με έδρα το Παρίσι (Γαλλία), εκπροσωπούμενη από τους A. Winckler και S. Sorinas Jimeno, avocats,
αναιρεσείουσα,
όπου ο έτερος διάδικος είναι:
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους A. Bouquet και W. Wils, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. W. A. Timmermans, πρόεδρο τμήματος, J. Klučka, R. Silva de Lapuerta (εισηγήτρια), J. Makarczyk και L. Bay Larsen, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Poiares Maduro
γραμματέας: K. Sztranc-Sławiczek, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 13ης Σεπτεμβρίου 2006,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 16ης Νοεμβρίου 2006,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με την αίτησή της αναιρέσεως, η Groupe Danone ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 25ης Οκτωβρίου 2005, T-38/02, Groupe Danone κατά Επιτροπής (Συλλογή 2005, σ. II-4407, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), καθόσον, με την απόφαση αυτή, το Πρωτοδικείο απέρριψε μερικώς την προσφυγή της περί ακυρώσεως της αποφάσεως 2003/569/ΕΚ της Επιτροπής, της 5ης Δεκεμβρίου 2001, σχετικά με διαδικασία βάσει του άρθρου 81 της Συνθήκης ΕΚ (υπόθεση IV/37.614/F3PO/Interbrew και Alken-Maes) (ΕΕ 2003, L 200, σ. 1, στο εξής: επίδικη απόφαση), καθώς και περί μειώσεως του προστίμου που της είχε επιβληθεί με το άρθρο 2 της αποφάσεως αυτής.
Το νομικό πλαίσιο
2 Το άρθρο 15 του κανονισμού 17 του Συμβουλίου, της 6ης Φεβρουαρίου 1962, πρώτου κανονισμού εφαρμογής των άρθρων [81] και [82] της Συνθήκης (ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 25), ορίζει τα εξής:
«1. Η Επιτροπή δύναται με απόφασή της να επιβάλλει στις επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων πρόστιμα ύψους εκατό μέχρι και πέντε χιλιάδων λογιστικών μονάδων όταν εκ προθέσεως ή εξ αμελείας:
[…]
β) παρέχουν ανακριβείς πληροφορίες σε απάντηση αιτήσεως που [υποβλήθηκε] σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 3 ή 5 [...].
2. Η Επιτροπή δύναται να επιβάλλει με απόφαση στις επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων πρόστιμο ύψους χιλίων μέχρις ενός εκατομμυρίου λογιστικών μονάδων, ή και ποσό μεγαλύτερο από αυτό μέχρι ποσοστού δέκα τοις εκατό του κύκλου εργασιών που [πραγματοποιήθηκε] κατά την προηγούμενη διαχειριστική περίοδο από μία των επιχειρήσεων, οι οποίες έχουν συνεργήσει στην παράβαση, όταν εκ προθέσεως ή εξ αμελείας:
α) διαπράττουν παράβαση των διατάξεων του άρθρου [81], παράγραφος 1, ή του άρθρου [82] της Συνθήκης […]
[…]
Κατά τον καθορισμό του ύψους του προστίμου πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, εκτός από τη σοβαρότητα της παραβάσεως, και η διάρκειά της.»
3 Το άρθρο 17 του κανονισμού 17 προβλέπει τα έξης:
«Το Δικαστήριο αποφαίνεται κατά πλήρη δικαιοδοσία, κατά την έννοια του άρθρου [229 ΕΚ], επί των προσφυγών που ασκούνται κατά των αποφάσεων με τις οποίες η Επιτροπή καθορίζει πρόστιμο ή χρηματική ποινή και [...] μπορεί να άρει, να μειώσει ή να αυξήσει το πρόστιμο ή τη χρηματική ποινή που επεβλήθη.»
4 Η ανακοίνωση της Επιτροπής που τιτλοφορείται «Κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των προστίμων που επιβάλλονται δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 και του άρθρου 65, παράγραφος 5, της Συνθήκης ΕΚΑΧ» (ΕΕ 1998, C 9, σ. 3, στο εξής: κατευθυντήριες γραμμές) ορίζει, στο προοίμιό της, τα εξής:
«Σκοπός των αρχών που διέπουν τις […] κατευθυντήριες γραμμές είναι να καταστεί δυνατή η διασφάλιση της διαφάνειας και της αντικειμενικότητας των αποφάσεων της Επιτροπής, τόσο έναντι των επιχειρήσεων, όσο και έναντι του Δικαστηρίου, και παράλληλα να κατοχυρωθεί η διακριτική ευχέρεια που ο νομοθέτης έχει παραχωρήσει στην Επιτροπή για τον καθορισμό του ύψους των προστίμων, με ανώτατο όριο το 10 % του συνολικού κύκλου εργασιών των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων. Η άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας θα πρέπει, ωστόσο, να εντάσσεται σε μια συνεκτική και απαλλαγμένη από αυθαίρετες διακρίσεις πολιτική, η οποία να είναι κατάλληλα προσαρμοσμένη στους στόχους της καταστολής των παραβιάσεων των κανόνων ανταγωνισμού.
Η νέα μέθοδος, η οποία θα εφαρμόζεται για τον καθορισμό του ύψους των προστίμων, θα πρέπει στο εξής να [είναι σύμφωνη με] το ακόλουθο σύστημα, το οποίο στηρίζεται στον προσδιορισμό ενός βασικού ποσού επί του οποίου εφαρμόζονται προσαυξήσεις, εάν συντρέχουν επιβαρυντικές περιστάσεις, και μειώσεις, εάν συντρέχουν ελαφρυντικές περιστάσεις.»
5 Κατά το σημείο 1 των κατευθυντηρίων γραμμών, «το βασικό ποσό του προστίμου προσδιορίζεται αναλόγως της σοβαρότητας και της διάρκειας της παραβάσεως, που είναι τα μόνα κριτήρια που θέτει το άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17». Δυνάμει του σημείου 2, το βασικό ποσό μπορεί να αυξηθεί λόγω επιβαρυντικών περιστάσεων, όπως είναι, για παράδειγμα, η υποτροπή της ίδιας ή των ίδιων επιχειρήσεων για παράβαση του ίδιου τύπου. Κατά το σημείο 3 των κατευθυντηρίων γραμμών, το εν λόγω ποσό μπορεί να μειωθεί όταν συντρέχουν ειδικές ελαφρυντικές περιστάσεις.
6 Η ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τη μη επιβολή ή τη μείωση των προστίμων σε περιπτώσεις συμπράξεων (ΕΕ 1996, C 207, σ. 4, στο εξής: ανακοίνωση περί συνεργασίας) καθορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι επιχειρήσεις που συνεργάζονται με την Επιτροπή κατά την έρευνά της ως προς τη σύμπραξη θα μπορούν να απαλλάσσονται του προστίμου ή να τυγχάνουν μειώσεως του ύψους του προστίμου το οποίο άλλως θα έπρεπε να καταβάλουν.
7 Το κεφάλαιο Δ της ανακοινώσεως περί συνεργασίας έχει ως εξής:
«Δ. Αξιόλογη μείωση του ύψους του προστίμου
1. Εφόσον επιχείρηση συνεργάζεται χωρίς να πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που εκτίθενται στα [σημεία] Β ή Γ, τυγχάνει μείωσης κατά 10 έως 50 % του ύψους του προστίμου που θα της είχε επιβληθεί εάν δεν είχε συνεργαστεί.
2. Αυτό μπορεί ιδίως να συμβεί εφόσον:
– πριν από την ανακοίνωση των αιτιάσεων, η επιχείρηση παράσχει στην Επιτροπή πληροφορίες, έγγραφα ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που συμβάλλουν στην επιβεβαίωση της παράβασης,
– μετά την ανακοίνωση των αιτιάσεων, η επιχείρηση ενημερώσει την Επιτροπή ότι δεν αμφισβητεί τα γεγονότα επί των οποίων βασίζονται οι κατηγορίες της.»
Ιστορικό της διαφοράς
8 Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Πρωτοδικείο συνόψισε το ιστορικό της διαφοράς ως εξής:
«[…]
5 Κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, οι εταιρίες Interbrew NV (στο εξής: Interbrew) και Brouwerijen Alken-Maes NV (στο εξής: Alken-Maes) κατείχαν αντιστοίχως την πρώτη και δεύτερη θέση στη βελγική αγορά ζύθου. Η Alken-Maes ήταν θυγατρική της Groupe Danone [...], που δραστηριοποιούνταν επίσης στη γαλλική αγορά ζύθου μέσω μιας άλλης θυγατρικής, της Brasseries Kronenbourg SA (στο εξής: Kronenbourg). Το 2000, η Groupe Danone σταμάτησε τις δραστηριότητές της στον τομέα του ζύθου.
6 Το 1999, η Επιτροπή κίνησε διαδικασία έρευνας με αριθμό υποθέσεως IV/37.614/F3, για πιθανολογούμενες παραβάσεις των κοινοτικών κανόνων του ανταγωνισμού στον τομέα της βελγικής ζυθοποιίας.
7 Στις 29 Σεπτεμβρίου 2000, στο πλαίσιο της εν λόγω έρευνας, η Επιτροπή κίνησε τη σχετική διαδικασία και συνέταξε ανακοίνωση αιτιάσεων κατά της [Groupe Danone] καθώς και κατά των επιχειρήσεων Interbrew, Alken-Maes NV, Brouwerijen Haacht (στο εξής: Haacht) και NV Brouwerij Martens (στο εξής: Martens). Η διαδικασία που κινήθηκε εις βάρος της [Groupe Danone] και η ανακοίνωση των αιτιάσεων που της εστάλη αφορούσαν αποκλειστικά τη φερόμενη συμμετοχή της στην αποκαλούμενη σύμπραξη «Interbrew/Alken-Maes» σχετικά με τον ζύθο που πωλείται στο Βέλγιο.
8 Στις 5 Δεκεμβρίου 2001, η Επιτροπή εξέδωσε την [επίδικη απόφαση], η οποία αφορούσε την [Groupe Danone] καθώς και τις επιχειρήσεις Interbrew, Alken-Maes, Haacht και Martens [...].
9 Με την [επίδικη] απόφαση διαπιστώθηκαν δύο χωριστές παραβάσεις των κανόνων του ανταγωνισμού, ήτοι, αφενός, ένα σύνθετο σύνολο συμφωνιών και/ή εναρμονισμένων πρακτικών στον τομέα του ζύθου που πωλείται στο Βέλγιο (στο εξής: σύμπραξη Interbrew/Alken-Maes) και, αφετέρου, εναρμονισμένες πρακτικές για τις πωλήσεις ζύθου με ιδιωτική ετικέτα. Με την [επίδικη] απόφαση διαπιστώνεται ότι η Groupe Danone και οι επιχειρήσεις Interbrew και Alken-Maes διέπραξαν την πρώτη παράβαση, ενώ η Interbrew, η Alken-Maes, η Haacht και η Martens τη δεύτερη.
10 Μολονότι η [Groupe Danone] ήταν, κατά την περίοδο των πραγματικών περιστατικών, η μητρική εταιρία της Alken-Maes, με την [επίδικη] απόφαση διαπιστώνεται δική της μόνον παράβαση. Συγκεκριμένα, λαμβανομένου υπόψη του ενεργητικού της ρόλου στη σύμπραξη Interbrew/Alken-Maes, η [Groupe Danone] θεωρήθηκε υπεύθυνη τόσο για τη δική της συμμετοχή όσο και για τη συμμετοχή της Alken-Maes στην εν λόγω σύμπραξη. Αντιθέτως, η Επιτροπή έκρινε ότι η [Groupe Danone] δεν έπρεπε να θεωρηθεί υπεύθυνη για τη συμμετοχή της θυγατρικής της στην εναρμονισμένη πρακτική στον τομέα του ζύθου που πωλείται με ιδιωτική ετικέτα, εφόσον η ίδια δεν συμμετείχε στη σύμπραξη αυτή.
11 Η προσαπτόμενη στην [Groupe Danone] παράβαση συνίσταται στη συμμετοχή της, τόσο ευθέως όσο και μέσω της θυγατρικής της Alken-Maes, σε ένα περίπλοκο σύνολο συμφωνιών και/ή εναρμονισμένων πρακτικών που αφορούσαν ένα γενικό σύμφωνο μη επιθετικής πολιτικής, τις τιμές και τις προσφορές στον τομέα των λιανικών πωλήσεων, την κατανομή πελατών στον τομέα horeca των “ξενοδοχείων, εστιατορίων, καφενείων” (στο εξής: horeca), περιλαμβανομένων των πελατών των αποκαλούμενων “εθνικών”, τον περιορισμό των επενδύσεων και της διαφήμισης στον τομέα hοreca, ένα νέο μηχανισμό τιμολογήσεων για τον τομέα hοreca και τον τομέα των λιανικών πωλήσεων, καθώς και την ανταλλαγή πληροφοριών για τις πωλήσεις τόσο στον τομέα hοreca όσο και στις λιανικές πωλήσεις.
12 Με την [επίδικη] απόφαση διαπιστώνεται ότι η προαναφερθείσα παράβαση διαπράχθηκε κατά την περίοδο από 28 Ιανουαρίου 1993 έως 28 Ιανουαρίου 1998.
13 Η Επιτροπή, στηριζόμενη σε ένα σύνολο στοιχείων από τα οποία συνήγαγε ότι η προαναφερθείσα παράβαση είχε παύσει να υπάρχει, δεν έκρινε αναγκαίο να υποχρεώσει τις οικείες επιχειρήσεις να τερματίσουν την παράβαση δυνάμει του άρθρου 3 του κανονισμού 17.
14 Αντιθέτως, η Επιτροπή έκρινε ότι έπρεπε να επιβάλει, δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17, πρόστιμο στην Interbrew και στην [Groupe Danone] για τη συμμετοχή τους στη σύμπραξη Interbrew/Alken-Maes.
15 Συναφώς, η Επιτροπή επισήμανε, με την [επίδικη] απόφαση, ότι όλοι οι μετέσχοντες στη σύμπραξη Interbrew/Alken-Maes είχαν διαπράξει εκ προθέσεως την παράβαση αυτή.
16 Για τον υπολογισμό του ύψους των προστίμων που έπρεπε να επιβληθούν, η Επιτροπή εφάρμοσε, με την [επίδικη] απόφαση, τη μέθοδο που καθορίζεται στις κατευθυντήριες γραμμές, καθώς και στην ανακοίνωση περί συνεργασίας.
17 Το διατακτικό της [επίδικης] αποφάσεως έχει ως εξής:
“Άρθρο 1
[Η Ιnterbrew, η Alken-Maes και η Groupe Danone] έχουν παραβιάσει το άρθρο 81, παράγραφος 1, [ΕΚ] λόγω της συμμετοχής τους σε ένα σύνολο συμφωνιών και/ή εναρμονισμένων πρακτικών που αφορούσαν ένα γενικό σύμφωνο μη επιθετικής πολιτικής, τις τιμές και τις προσφορές στον τομέα των λιανικών πωλήσεων, την κατανομή πελατών στον τομέα Ηοreca (τόσο των ‘παραδοσιακών’ όσο και των εθνικών πελατών), τον περιορισμό των επενδύσεων και της διαφήμισης στον τομέα Ηοreca, ένα νέο μηχανισμό τιμολογήσεων για τον τομέα Ηοreca και τον τομέα των λιανικών πωλήσεων, καθώς και την ανταλλαγή πληροφοριών για τις πωλήσεις τόσο στον τομέα Ηοreca όσο και [στις λιανικές πωλήσεις], κατά την περίοδο από 28 Ιανουαρίου 1993 έως 28 Ιανουαρίου 1998.
Άρθρο 2
Επιβάλλονται τα ακόλουθα πρόστιμα [...] σε σχέση με τις αναφερόμενες στο άρθρο 1 παραβάσεις:
[…]
β) [στην Groupe Danone]: πρόστιμο 44,043 εκατομμύρια ευρώ.
[…]”»
Η ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασία και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
9 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 22 Φεβρουαρίου 2002, η Groupe Danone άσκησε προσφυγή για την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως. Επικουρικώς, ζήτησε από το Πρωτοδικείο να μειώσει το πρόστιμο που της επιβλήθηκε με το άρθρο 2 της εν λόγω αποφάσεως.
10 Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Πρωτοδικείο απέρριψε όλους τους λόγους ακυρώσεως που προέβαλε η Groupe Danone, πλην του πέμπτου. Κατά την εξέταση αυτού του λόγου ακυρώσεως, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε, με τις σκέψεις 284 έως 290 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τη διατύπωση απειλής εκ μέρους της Groupe Danone και, με τις σκέψεις 291 έως 294 της αποφάσεως αυτής, την επέκταση της συνεργασίας, διευκρινίζοντας, με τις σκέψεις 295 έως 310 της εν λόγω αποφάσεως, ότι η εν λόγω απειλή δεν ήταν η καθοριστική αιτία της επεκτάσεως της συμφωνίας. Κατόπιν αυτών, το Πρωτοδικείο έκρινε, με τη σκέψη 311 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη η επιβαρυντική περίσταση που είχε δεχθεί συναφώς η επίδικη απόφαση. Ως εκ τούτου, το Πρωτοδικείο, με τις σκέψεις 313 και 519 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, περιόρισε τη λόγω επιβαρυντικών περιστάσεων αύξηση του προστίμου από 50 σε 40 %.
11 Όσον αφορά τον υπολογισμό του τελικού ποσού του προστίμου, το Πρωτοδικείο επισήμανε, με τη σκέψη 520 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Επιτροπή δεν ακολούθησε τη μέθοδο που ορίζουν οι κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό του προστίμου της Groupe Danone. Ως εκ τούτου, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι, στο πλαίσιο της εξουσίας του πλήρους δικαιοδοσίας, έπρεπε να αυξήσει το βασικό ποσό του επιβληθέντος στην αναιρεσείουσα προστίμου κατά 40 %, ποσοστό που επελέγη λόγω της επιβαρυντικής περιστάσεως της υποτροπής.
12 Συνεπώς, το Πρωτοδικείο υπολόγισε, με τη σκέψη 525 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το ποσό του προστίμου που επιβλήθηκε στην αναιρεσείουσα ως εξής:
«[Σ]το βασικό ποσό του προστίμου (36,25 εκατομμύρια ευρώ) προστίθεται κατ’ αρχάς το 40 % του βασικού αυτού ποσού (14,5 εκατομμύρια ευρώ) και αφαιρείται το 10 % του εν λόγω ποσού (3,625 εκατομμύρια ευρώ), υπολογισμός που καταλήγει στο ποσό των 47,125 εκατομμυρίων ευρώ. Ακολούθως, το ποσό αυτό μειώνεται κατά 10 % δυνάμει της συνεργασίας, γεγονός που καταλήγει σε τελικό πρόστιμο ύψους 42,4125 εκατομμυρίων ευρώ.»
13 Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Πρωτοδικείο αποφάνθηκε ως εξής:
«1) Το πρόστιμο που πρέπει να επιβληθεί στην [Groupe Danone] ανέρχεται σε 42,4125 εκατομμύρια ευρώ.
2) Απορρίπτει την προσφυγή κατά τα λοιπά.
3) Η [Groupe Danone] φέρει τα δικαστικά της έξοδα και τα τρία τέταρτα των εξόδων της Επιτροπής. Η Επιτροπή φέρει το ένα τέταρτο των εξόδων της.»
Τα αιτήματα των διαδίκων στην αναιρετική διαδικασία
14 Η Groupe Danone ζητεί από το Δικαστήριο:
– να ακυρώσει μερικώς την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, στο μέτρο που, αφενός, απορρίπτει τον λόγο ακυρώσεως που αντλείται από την αβάσιμη συνεκτίμηση της επιβαρυντικής για την αναιρεσείουσα περιστάσεως της υποτροπής και, αφετέρου, αναμορφώνει τη μέθοδο που εφάρμοσε η Επιτροπή για τον υπολογισμό του προστίμου·
– να δεχθεί τα πρωτοδίκως υποβληθέντα αιτήματα, προς στήριξη των οποίων η αναιρεσείουσα είχε επικαλεστεί λόγο ακυρώσεως αντλούμενο από την αβάσιμη συνεκτίμηση της επιβαρυντικής περιστάσεως της υποτροπής, και να μειώσει κατά συνέπεια το επιβληθέν από την Επιτροπή πρόστιμο·
– να μειώσει το ποσό του προστίμου αναλογικά προς τον περιορισμό της λόγω ελαφρυντικών περιστάσεων μειώσεως που αποφάσισε το Πρωτοδικείο, και
– να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
15 Η Groupe Danone ζητεί από το Δικαστήριο να αποφανθεί οριστικά επί της διαφοράς, στο πλαίσιο της εξουσίας του πλήρους δικαιοδοσίας στον τομέα των προστίμων, προκειμένου να μειώσει κατά 1,3025 εκατομμύρια ευρώ το τελικό ποσό του προστίμου που όρισε το Πρωτοδικείο.
16 Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
– να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και
– να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
Επί της αιτήσεως αναιρέσεως
17 Προς στήριξη των αιτημάτων της για τη μερική ακύρωση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η Groupe Danone προβάλλει, κυρίως, τέσσερις λόγους αναιρέσεως και, επικουρικώς, έναν πέμπτο. Οι λόγοι αυτοί αφορούν, κυρίως, την εκ μέρους του Πρωτοδικείου ερμηνεία της έννοιας της υποτροπής και την εκ μέρους του εφαρμογή της μεθόδου υπολογισμού του ποσού του προστίμου.
Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως που αντλείται από παραβίαση της αρχής της νομιμότητας, η οποία απορρέει από το ότι η υποτροπή θεωρήθηκε επιβαρυντική περίσταση (nulla poena sine lege)
Επιχειρήματα των διαδίκων
18 Η Groupe Danone ισχυρίζεται ότι, στο πλαίσιο των άρθρων 81 ΕΚ και 82 ΕΚ, δεν μπορεί να εφαρμοστεί σύστημα υποτροπής χωρίς νομικό έρεισμα. Κατά συνέπεια, η εκτίμηση του Πρωτοδικείου σχετικά με τη νομιμότητα της εφαρμογής της επιβαρυντικής περιστάσεως της υποτροπής είναι αντίθετη προς τις αρχές της νομιμότητας και της μη αναδρομικότητας των ποινικών νόμων.
19 Η Groupe Danone υποστηρίζει ότι η δυνατότητα της Επιτροπής να αυξήσει το ποσό του προστίμου σε περίπτωση υποτροπής δεν προβλέπεται ρητώς στον κανονισμό 17 και προκύπτει μόνον από τις κατευθυντήριες γραμμές. Το κείμενο αυτό όμως δεν αποτελεί παρά ενδεικτική μέθοδο, χωρίς επαρκή νομική αξία ώστε να θεωρηθεί ότι υφίσταται τέτοιου είδους επιβαρυντική περίσταση.
20 Η Groupe Danone επισημαίνει ότι, ακόμη και αν το Δικαστήριο θεωρήσει ότι δεν απαιτείται κανόνας νομοθετικής ισχύος προκειμένου να ληφθεί υπόψη η υποτροπή στο δίκαιο του ανταγωνισμού, οι κατευθυντήριες γραμμές δεν είχαν ακόμη θεσπιστεί κατά τον χρόνο διαπράξεως της παραβάσεως, οπότε η επιβαρυντική περίσταση της υποτροπής δεν είχε κανένα έρεισμα στο κοινοτικό δίκαιο.
21 Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι το άρθρο 15 του κανονισμού 17 προβλέπει ότι τα πρόστιμα ορίζονται λαμβανομένης υπόψη της σοβαρότητας και της διάρκειας της παραβάσεως, οπότε ο ρόλος και η σπουδαιότητα καθεμίας από τις επιχειρήσεις, καθώς και οι διάφορες επιβαρυντικές και ελαφρυντικές περιστάσεις μπορούν να λαμβάνονται υπόψη, χωρίς να απαιτείται ειδική νομική βάση για τις εν λόγω περιστάσεις.
22 Η Επιτροπή τονίζει ότι η δυνατότητα σταθμίσεως της υποτροπής ως επιβαρυντικής περιστάσεως καλύπτεται από την εξουσία της εκτιμήσεως ως προς τον καθορισμό του ποσού του προστίμου.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
23 Πρέπει εκ προοιμίου να υπομνησθεί ότι, ναι μεν το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι οι κατευθυντήριες γραμμές δεν συνιστούν τη νομική βάση των αποφάσεων που λαμβάνει η Επιτροπή στον οικείο τομέα (βλ. αποφάσεις της 28ης Ιουνίου 2005, C‑189/02 P, C‑202/02 P, C‑205/02 P έως C‑208/02 P και C‑213/02 P, Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. I‑5425, σκέψη 209, και της 21ης Σεπτεμβρίου 2006, C‑167/04 P, JCB Service κατά Επιτροπής, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 207), πλην όμως έχει επίσης κρίνει ότι κατοχυρώνουν την ασφάλεια δικαίου των επιχειρήσεων, δεδομένου ότι καθορίζουν τη μεθοδολογία που η Επιτροπή επέβαλε στον εαυτό της για τον καθορισμό του ύψους των προστίμων (βλ. προπαρατεθείσες αποφάσεις Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 213, και JBC Service κατά Επιτροπής, σκέψη 209).
24 Πράγματι, η σχετική νομική βάση δυνάμει της οποίας η Επιτροπή μπορεί να επιβάλει πρόστιμα σε επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων για παραβάσεις των άρθρων 81 ΕΚ και 82 ΕΚ είναι το άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17. Βάσει της διατάξεως αυτής, για τον καθορισμό του ποσού του προστίμου, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη η διάρκεια και η σοβαρότητα της παραβάσεως.
25 Όσον αφορά το τελευταίο από τα προαναφερθέντα στοιχεία, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, ενώ το βασικό ποσό του προστίμου καθορίζεται με γνώμονα την παράβαση, η σοβαρότητά της καθορίζεται με αναφορά σε πολλούς άλλους παράγοντες, σχετικά με τους οποίους η Επιτροπή έχει διακριτική ευχέρεια. Κατά το Δικαστήριο, το γεγονός ότι, κατά τον καθορισμό του προστίμου, ελήφθησαν υπόψη επιβαρυντικές περιστάσεις συνάδει με την αποστολή της Επιτροπής να εξασφαλίζει την τήρηση των κανόνων του ανταγωνισμού (βλ. απόφαση της 29ης Ιουνίου 2006, C‑308/04 P, SGL Carbon κατά Επιτροπής, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 71).
26 Πρέπει να προστεθεί ότι, με την απόφαση της 7ης Ιανουαρίου 2004, C-204/00 P, C‑205/00 P, C‑211/00 P, C‑213/00 P, C‑217/00 P και C‑219/00 P, Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2004, σ. I-123, σκέψη 91), το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι τυχόν υποτροπή περιλαμβάνεται μεταξύ των στοιχείων που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την εξέταση της σοβαρότητας της εκάστοτε παραβάσεως.
27 Υπό τις συνθήκες αυτές, η επιχειρηματολογία της Groupe Danone κατά την οποία, πριν από τη θέση σε ισχύ των κατευθυντήριων γραμμών, η πρακτική της Επιτροπής στον οικείο τομέα δεν ήταν σαφής και προβλέψιμη, δεν λαμβάνει υπόψη την υφιστάμενη νομική σχέση μεταξύ, αφενός, του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 που αποτελεί τη νομική βάση της επίδικης αποφάσεως και, αφετέρου, των κατευθυντήριων γραμμών.
28 Συγκεκριμένα, οι κατευθυντήριες γραμμές δεν αποτελούν τη νομική βάση για τον καθορισμό του ύψους του προστίμου, αλλά συγκεκριμενοποιούν απλώς τον τρόπο εφαρμογής του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 (βλ., επίσης, την απόφαση Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα, σκέψεις 211, 213 και 214). Συναφώς, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας με το σημείο 24 των προτάσεών του, ακόμη και αν δεν υπήρχαν κατευθυντήριες γραμμές, η αναιρεσείουσα ήταν σαφώς σε θέση να προβλέψει τις έννομες συνέπειες των ενεργειών της.
29 Συνεπώς, η Επιτροπή, κατά την άσκηση της εξουσίας της εκτιμήσεως, βασίμως έκρινε ότι το στοιχείο της υποτροπής αφορούσε τη σοβαρότητα της παραβάσεως που διέπραξε η Groupe Danone.
30 Επομένως το Πρωτοδικείο, επιβεβαιώνοντας, με τη σκέψη 351 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τη διαπίστωση της Επιτροπής περί υποτροπής της Groupe Danone και τον χαρακτηρισμό αυτής της υποτροπής ως επιβαρυντικής περιστάσεως, δεν παραβίασε την αρχή nulla poena sine lege.
31 Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως της Groupe Danone πρέπει να απορριφθεί.
Επί του δευτέρου λόγου που αντλείται από παραβίαση της αρχής της ασφαλείας δικαίου
Επιχειρήματα των διαδίκων
32 Η Groupe Danone υποστηρίζει ότι, μολονότι δεν υπάρχουν ειδικές διατάξεις προβλέπουσες προθεσμία παραγραφής, η απορρέουσα από δύο προγενέστερες ενέργειες επιβαρυντική περίσταση της υποτροπής συνιστά παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου, δεδομένου ότι οι προγενέστερες αποφάσεις της Επιτροπής είχαν εκδοθεί σε διαφορετικά πλαίσια.
33 Η Groupe Danone ισχυρίζεται ότι μια «συνεχής» απειλή περί σταθμίσεως της υποτροπής ως επιβαρυντικής περιστάσεως είναι αντίθετη προς τις γενικές αρχές που είναι κοινές στο δίκαιο των κρατών μελών.
34 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι αυτός ο λόγος αναιρέσεως στηρίζεται εν μέρει σε εσφαλμένη ανάγνωση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, καθότι το Πρωτοδικείο θεώρησε ότι είχε αποδειχθεί επαρκώς η υποτροπή, στηριζόμενο σε διαπιστωθέντα πραγματικά περιστατικά αναγόμενα στο 1984, ήτοι λιγότερο από δέκα έτη πριν από την έναρξη της οικείας παραβάσεως, που διαπράχθηκε το 1993. Περαιτέρω, το γεγονός ότι δεν προβλέπεται εκ του νόμου παραγραφή όσον αφορά τη στάθμιση μιας καταστάσεως υποτροπής δεν σημαίνει ότι η Επιτροπή λαμβάνει οπωσδήποτε υπόψη την επιβαρυντική περίσταση που απορρέει από μια τέτοια κατάσταση.
35 Προσθέτει ότι, εν προκειμένω, η επιβαρυντική περίσταση της υποτροπής ελήφθη υπόψη με μεγάλη μετριοπάθεια.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
36 Πρέπει να σημειωθεί ότι το Πρωτοδικείο, με τη σκέψη 353 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, απέρριψε οποιαδήποτε παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου που αντλείται από το γεγονός ότι ούτε ο κανονισμός 17 ούτε οι κατευθυντήριες γραμμές προβλέπουν ανώτατη προθεσμία προς διαπίστωση της υποτροπής.
37 Αυτή η εκτίμηση του Πρωτοδικείου είναι σύννομη. Συγκεκριμένα, κατά πάγια νομολογία, η Επιτροπή έχει ιδιαιτέρως ευρεία διακριτική ευχέρεια όσον αφορά την επιλογή των στοιχείων που πρέπει να ληφθούν υπόψη για τον καθορισμό του ποσού των προστίμων, όπως, μεταξύ άλλων, οι ιδιαίτερες περιστάσεις της υποθέσεως, το πλαίσιό της και ο αποτρεπτικός χαρακτήρας των προστίμων, και τούτο χωρίς να είναι αναγκαίο να γίνει παραπομπή σε δεσμευτικό ή εξαντλητικό κατάλογο των κριτηρίων που πρέπει οπωσδήποτε να ληφθούν υπόψη (βλ., μεταξύ άλλων, διάταξη της 25ης Μαρτίου 1996, C-137/95 P, SPO κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. I-1611, σκέψη 54, και απόφαση της 17ης Ιουλίου 1997, C-219/95 P, Ferriere Nord κατά Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ. I-4411, σκέψη 33).
38 Σημειωτέον ότι η διαπίστωση και η εκτίμηση των ειδικών χαρακτηριστικών της υποτροπής εμπίπτουν στην εν λόγω ευχέρεια της Επιτροπής και ότι η τελευταία δεν μπορεί να δεσμεύεται από ενδεχόμενη προθεσμία παραγραφής, προκειμένου να προβεί σε μια τέτοια διαπίστωση.
39 Συγκεκριμένα, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας με το σημείο 30 των προτάσεών του, η υποτροπή συνιστά σημαντικό στοιχείο που η Επιτροπή καλείται να εκτιμήσει, δεδομένου ότι η στάθμισή της αποβλέπει στο να παρακινήσει τις επιχειρήσεις που έχουν εκδηλώσει την τάση να παραβούν κανόνες του ανταγωνισμού να μεταβάλουν τη συμπεριφορά τους. Επομένως, η Επιτροπή μπορεί, σε κάθε περίπτωση, να λάβει υπόψη τις ενδείξεις που τείνουν να επιβεβαιώσουν την τάση αυτή, περιλαμβανομένου, για παράδειγμα, του χρονικού διαστήματος που παρήλθε μεταξύ των εν λόγω παραβάσεων.
40 Συναφώς, το Πρωτοδικείο, με τις σκέψεις 354 και 355 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, εξέθεσε το ιστορικό των διαπιστωθεισών παραβάσεων των κανόνων του ανταγωνισμού από την Groupe Danone, διευκρινίζοντας ότι, εκάστοτε, είχε παρέλθει σχετικά σύντομο διάστημα, ήτοι λιγότερο από δέκα έτη, μεταξύ των παραβάσεων αυτών. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Πρωτοδικείο ορθώς κατέληξε ότι η εκ μέρους της Groupe Danone επανάληψη παραβατικής συμπεριφοράς μαρτυρεί την τάση της να μην αντλεί τις κατάλληλες συνέπειες από τη διαπίστωση της εκ μέρους της παραβάσεως των κοινοτικών κανόνων του ανταγωνισμού.
41 Επιπλέον, όσον αφορά τα χαρακτηριστικά προηγούμενων ενεργειών, το Πρωτοδικείο ορθώς επισήμανε, με τη σκέψη 363 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η έννοια της υποτροπής δεν προϋποθέτει κατ’ ανάγκη τη διαπίστωση προηγούμενης χρηματικής κυρώσεως, αλλά μόνον προηγούμενης παραβάσεως του κοινοτικού δικαίου του ανταγωνισμού.
42 Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως της Groupe Danone δεν μπορεί να γίνει δεκτός.
Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως που αντλείται από παραβίαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
43 Η Groupe Danone υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο, απαντώντας στον αντλούμενο από παράβαση του κανονισμού 17 ισχυρισμό της, συνέδεσε την έννοια της αποτροπής με αυτή της υποτροπής. Το Πρωτοδικείο δικαιολόγησε το βάσιμο της χρησιμοποιήσεως της έννοιας της υποτροπής λόγω της ανάγκης διασφαλίσεως αποτρεπτικού αποτελέσματος. Δεδομένου ότι, κατά το Πρωτοδικείο, προκειμένου να αξιολογηθεί η σοβαρότητα της παραβάσεως, η έννοια της αποτροπής πρέπει να διακρίνεται από αυτή της υποτροπής, η απόφαση πάσχει λόγω αντιφατικής αιτιολογίας.
44 Η Επιτροπή εκτιμά ότι, με αυτόν τον λόγο αναιρέσεως, η Groupe Danone συγχέει τα διάφορα στάδια αξιολογήσεως της σοβαρότητας της παραβάσεως. Συγκεκριμένα, για την αξιολόγηση αυτή πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τόσο τα στοιχεία που ισχύουν για όλες τις επιχειρήσεις που μετείχαν στη συμφωνία όσο και τα ατομικά στοιχεία κάθε επιχειρήσεως. Σκοπός του καθορισμού των προστίμων σε συνάρτηση με τη σοβαρότητα της διαπραχθείσας παραβάσεως είναι πάντοτε η επίτευξη αποτρεπτικού αποτελέσματος.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
45 Πρέπει εκ προοιμίου να υπομνησθεί ότι το ζήτημα αν η αιτιολογία μιας αποφάσεως του Πρωτοδικείου είναι αντιφατική ή ανεπαρκής αποτελεί νομικό ζήτημα, το οποίο ως τέτοιο μπορεί να προβληθεί κατ’ αναίρεση (βλ. αποφάσεις της 7ης Μαΐου 1998, C‑401/96 P, Somaco κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. I‑2587, σκέψη 53, και της 13ης Δεκεμβρίου 2001, C‑446/00 P, Cubero Vermurie κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. I‑10315, σκέψη 20).
46 Όσον αφορά την υποχρέωση αιτιολογήσεως που υπέχει το Πρωτοδικείο, από πάγια νομολογία προκύπτει ότι το Πρωτοδικείο δεν υποχρεούται να παραθέσει αιτιολογία που να ακολουθεί σε όλη τους την έκταση και έναν προς έναν όλους τους συλλογισμούς που διατύπωσαν οι διάδικοι. Κατά συνέπεια, η αιτιολογία μπορεί να είναι έμμεση, υπό την προϋπόθεση ότι δίνει στους μεν ενδιαφερόμενους τη δυνατότητα να γνωρίσουν τους λόγους για τους οποίους ελήφθησαν τα σχετικά μέτρα, στο δε αρμόδιο δικαστήριο επαρκή στοιχεία για να ασκήσει τον έλεγχό του (βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 2006, C-105/04 P, Nederlandse Federatieve Vereniging voor de Groothandel op Elekctrotechnisch Gebied κατά Επιτροπής, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 72).
47 Σχετικά με το περιεχόμενο της αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως όσον αφορά την αξιολόγηση των επιβαρυντικών περιστάσεων, το Πρωτοδικείο ορθώς έκρινε, με τις σκέψεις 348 έως 350 της αποφάσεως αυτής, ότι, κατά τη στάθμιση των εν λόγω περιστάσεων, η υποτροπή δεν αποτελεί απλώς στοιχείο που ασκεί επιρροή, αλλά και στοιχείο ιδιαίτερης σημασίας και πολύ σημαντικό δείκτη της σοβαρότητας της επίδικης συμπεριφοράς ως προς την εκτίμηση του ποσού του προστίμου για την επίτευξη αποτρεπτικού αποτελέσματος. Το Πρωτοδικείο τόνισε, συναφώς, ότι η υποτροπή συνιστά απόδειξη του ότι η κύρωση η οποία επιβλήθηκε στην αναιρεσείουσα δεν είχε επαρκώς αποτρεπτικά αποτελέσματα.
48 Συνεπώς, η απόφαση του Πρωτοδικείου δεν πάσχει λόγω αντιφατικής αιτιολογίας.
49 Κατά συνέπεια, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως της Groupe Danone πρέπει να απορριφθεί.
Επί του τέταρτου λόγου αναιρέσεως που αντλείται από υπέρβαση αρμοδιότητας
Επί του πρώτου σκέλους του λόγου αναιρέσεως που αντλείται από την εκ μέρους του Πρωτοδικείου υπέρβαση των ορίων της αρμοδιότητάς του
Επιχειρήματα των διαδίκων
50 H Groupe Danone ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο, μεταρρυθμίζοντας την επίδικη απόφαση, υπερέβη τις αρμοδιότητές του. Συγκεκριμένα, κρίνοντας με βάση την έλλειψη νομιμότητας της εν λόγω αποφάσεως, εν προκειμένω της μεθόδου υπολογισμού του προστίμου, το Πρωτοδικείο, στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς του πλήρους δικαιοδοσίας του, ενήργησε ultra vires.
51 Η Groupe Danone υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο, αφού διαπίστωσε ότι η Επιτροπή δεν ακολούθησε τις κατευθυντήριες γραμμές, επιχείρησε να καθορίσει το ύψος του προστίμου, αντικαθιστώντας τη μέθοδο υπολογισμού της Επιτροπής με δική του.
52 Η Επιτροπή επισημαίνει ότι η Groupe Danone δεν αμφισβητεί το βάσιμο της μεθόδου υπολογισμού που χρησιμοποίησε το Πρωτοδικείο, αλλά περιορίζεται σε αιτίαση δικονομικής φύσεως. Αντιθέτως, με την αίτηση της αναιρέσεως ζητεί από το Δικαστήριο να υποκαταστήσει το Πρωτοδικείο στην ανάλυση και στον τρόπο υπολογισμού του προστίμου.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
53 Επισημαίνεται ότι το Πρωτοδικείο, καθορίζοντας το νέο ποσό του προστίμου, δεν ενήργησε βάσει του άρθρου 230 ΕΚ, αλλά ασκώντας την αρμοδιότητά του πλήρους δικαιοδοσίας δυνάμει του άρθρου 229 ΕΚ και του άρθρου 17 του κανονισμού 17.
54 Κατά συνέπεια, είναι αλυσιτελής η επιχειρηματολογία της Groupe Danone ότι το Πρωτοδικείο, αναθεωρώντας τον τρόπο υπολογισμού του προστίμου, υπερέβη τα όρια της αρμοδιότητας που αντλεί από το άρθρο 230 ΕΚ.
55 Ως εκ τούτου, το πρώτο σκέλος του τέταρτου λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί να γίνει δεκτό.
Επί του δευτέρου σκέλους του λόγου αναιρέσεως που αντλείται από την εκ μέρους του Πρωτοδικείου μεταβολή του τρόπου εφαρμογής του συντελεστή λόγω ελαφρυντικών περιστάσεων, χωρίς να έχει διατυπωθεί σχετικό αίτημα
Επιχειρήματα των διαδίκων
56 Η Groupe Danone εκτιμά ότι το Πρωτοδικείο δεν έχει την εξουσία να αποφαίνεται ultra petita, ανεξαρτήτως της διαφοράς της οποίας επιλαμβάνεται. Πρόκειται για θεμελιώδη αρχή που διέπει τα δικαστήρια και εξασφαλίζει στους διαδίκους τον έλεγχο επί της μεταξύ τους διαφοράς. Το ίδιο ισχύει και κατά την εκ μέρους του Πρωτοδικείου άσκηση της αρμοδιότητάς του πλήρους δικαιοδοσίας.
57 Η Groupe Danone υποστηρίζει ότι δεν προβλήθηκε πρωτοδίκως το ζήτημα της νομιμότητας της εφαρμογής του διορθωτικού συντελεστή στο ποσό του προστίμου λόγω ελαφρυντικών περιστάσεων. Το Πρωτοδικείο, μεταβάλλοντας τον τρόπο εφαρμογής του συντελεστή αυτού και αυξάνοντας το ποσό του προστίμου, προκειμένου αυτό να υπολογιστεί με βάση τη μεθοδολογία της Επιτροπής, αποφάνθηκε ultra petita.
58 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο δεν υιοθέτησε τη μέθοδό του υπολογισμού ακυρώνοντας μερικώς την επίδικη απόφαση. Αντιθέτως, στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς του πλήρους δικαιοδοσίας, το Πρωτοδικείο στήριξε, ορθώς, την εκτίμησή του στην ελαφρυντική περίσταση που έγινε δεκτή βάσει των πραγματικών περιστατικών.
59 Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι το Πρωτοδικείο, κατά την άσκηση της εν λόγω αρμοδιότητας, απολαύει ευρείας εξουσίας εκτιμήσεως, η οποία του παρέχει τη δυνατότητα να αξιολογεί αν το πρόστιμο είναι πρόσφορο, ήτοι τη δυνατότητα, ακόμη και όταν δεν ακυρώνει την εκδοθείσα απόφαση, να το μειώσει ή να το επιβεβαιώσει, λαμβάνοντας ενδεχομένως υπόψη πρόσθετα στοιχεία.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
60 Πρέπει να υπομνησθεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 229 ΕΚ, οι κανονισμοί που εκδίδονται από κοινού από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, βάσει των διατάξεων της Συνθήκης, δύνανται να χορηγούν στο Δικαστήριο πλήρη δικαιοδοσία σχετικά με τις κυρώσεις που προβλέπουν.
61 Η αρμοδιότητα αυτή απονέμεται στον κοινοτικό δικαστή από το άρθρο 17 του κανονισμού 17. Επομένως, ο κοινοτικός δικαστής έχει την εξουσία, πέραν του απλού ελέγχου νομιμότητας της κυρώσεως, να υποκαθιστά την Επιτροπή προβαίνοντας στη δική του εκτίμηση και, κατ’ επέκταση, να μειώνει ή να αυξάνει το πρόστιμο ή τη χρηματική ποινή που επιβλήθηκαν (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 2002, C‑238/99 P, C‑244/99 P, C‑245/99 P, C‑247/99 P, C‑250/99 P έως C‑252/99 P και C‑254/99 P, Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. I‑8375, σκέψη 692).
62 Συνεπώς, ο κοινοτικός δικαστής έχει την εξουσία να ασκεί την αρμοδιότητά του πλήρους δικαιοδοσίας, όταν υποβάλλεται στην κρίση του το ζήτημα του ποσού του προστίμου, και μπορεί να ασκεί την αρμοδιότητά του αυτή τόσο για να μειώνει όσο και για να αυξάνει το ποσό αυτό.
63 Επομένως, ήταν σύννομη η εκ μέρους του Πρωτοδικείου άσκηση της εν λόγω αρμοδιότητας με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
64 Επομένως, το δεύτερο σκέλος του τέταρτου λόγου αναιρέσεως δεν είναι βάσιμο.
Επί του επικουρικώς προβληθέντος πέμπτου λόγου αναιρέσεως που αντλείται από προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας, καθώς και από παραβίαση της αρχής της μη αναδρομικότητας των αυστηρότερων κατασταλτικών διατάξεων
Επί του πρώτου σκέλους του λόγου αναιρέσεως που αντλείται από προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας
Επιχειρήματα των διαδίκων
65 Η Groupe Danone υποστηρίζει ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι το Πρωτοδικείο μπορούσε να αναμορφώσει τη μέθοδο υπολογισμού του προστίμου και να περιορίσει το ποσό της μειώσεως λόγω ελαφρυντικών περιστάσεων, το Πρωτοδικείο όφειλε να μεριμνήσει ώστε η πρόθεσή του να προβεί σε αυτού του είδους την προσαρμογή να τύχει κατ’ αντιπαράθεση συζητήσεως. Στερώντας την αναιρεσείουσα από τη δυνατότητα να εκφέρει την άποψή της επί της εν λόγω αναμορφώσεως, το Πρωτοδικείο προσέβαλε τα δικαιώματά της άμυνας.
66 Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι το Πρωτοδικείο δεν αύξησε αλλά μείωσε το πρόστιμο και ότι, κατά την εκτίμηση του πρόσφορου χαρακτήρα του προστίμου, το Πρωτοδικείο εφάρμοσε τη μέθοδο υπολογισμού που χρησιμοποιεί για τη μείωση λόγω ελαφρυντικών περιστάσεων.
67 Περαιτέρω, κατά την άποψη της Επιτροπής, η Groupe Danone, υποβάλλοντας στην κρίση του Πρωτοδικείου το αίτημά της περί εξαφανίσεως και μειώσεως του προστίμου, δεν του ζήτησε απλώς να εξετάσει τη νομιμότητα της αποφάσεως, αλλά και να εκτιμήσει τον πρόσφορο χαρακτήρα του ύψους του προστίμου. Επομένως, συνειδητά δέχθηκε τον κίνδυνο ενδεχόμενης αυξήσεως του ποσού του επιβληθέντος προστίμου από το Πρωτοδικείο.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
68 Πρέπει, κατ’ αρχάς, να υπομνησθεί ότι ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας σε κάθε διαδικασία ικανή να καταλήξει σε κυρώσεις και, μεταξύ άλλων, σε πρόστιμα ή χρηματικές ποινές, αποτελεί θεμελιώδη αρχή του κοινοτικού δικαίου την οποία έχει επανειλημμένως τονίσει το Δικαστήριο (βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 2ας Οκτωβρίου 2003, C-194/99 P, Thyssen Stahl κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. Ι-10821, σκέψη 30).
69 Ο αναιρετικός έλεγχος του Δικαστηρίου έχει ως αντικείμενο, αφενός, να εξεταστεί σε ποιο μέτρο το Πρωτοδικείο έλαβε υπόψη, με σωστό από νομικής απόψεως τρόπο, όλους τους ουσιώδεις παράγοντες για να αξιολογήσει τη σοβαρότητα μιας συγκεκριμένης συμπεριφοράς υπό το φως των άρθρων 81 ΕΚ και 82 ΕΚ, καθώς και του άρθρου 15 του κανονισμού 17, και, αφετέρου, να εξακριβωθεί αν το Πρωτοδικείο απάντησε επαρκώς κατά νόμο στο σύνολο των επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας για την εξαφάνιση ή μείωση του προστίμου (βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1998, C-185/95 P, Baustahlgewebe κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. I-8417, σκέψη 128).
70 Χωρίς να χρειάζεται να εξεταστεί το ζήτημα αν ο κοινοτικός δικαστής, προτού ασκήσει την αρμοδιότητά του πλήρους δικαιοδοσίας, όφειλε να καλέσει την Groupe Danone να υποβάλει τις παρατηρήσεις της επί ενδεχόμενης αναμορφώσεως της μεθόδου υπολογισμού, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Groupe Danone είχε τη δυνατότητα να εκθέσει λυσιτελώς την άποψή της όσον αφορά τον καθορισμό του ποσού του προστίμου.
71 Αυτό προκύπτει, πρώτον, από την επιχειρηματολογία που προέβαλε η Groupe Danone ενώπιον του Πρωτοδικείου, δεύτερον, από τη διεξαγωγή των συζητήσεων ενώπιόν του και, τρίτον, από τις εκτιμήσεις που εκτίθενται με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
72 Πρώτον, έχει σημασία το ότι έξι από τους οκτώ λόγους ακυρώσεως που προέβαλε η Groupe Danone ενώπιον του Πρωτοδικείου αφορούσαν τη μείωση του ποσού του επιβληθέντος προστίμου. Όπως προκύπτει από τη σκέψη 25 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, οι λόγοι αυτοί αφορούσαν, μεταξύ άλλων, την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας καθώς και τις εκτιμήσεις της Επιτροπής επί των επιβαρυντικών και ελαφρυντικών περιστάσεων.
73 Με τους λόγους αυτούς, η αναιρεσείουσα ζήτησε, μεταξύ άλλων, από το Πρωτοδικείο να αποφανθεί επί του ζητήματος αν η Επιτροπή είχε εφαρμόσει ορθώς την προβλεπόμενη στις κατευθυντήριες γραμμές μέθοδο (βλ., μεταξύ άλλων, σκέψεις 46 έως 49 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως) και, κατ’ επέκταση, επί του πρόσφορου χαρακτήρα του ποσού του προστίμου.
74 Δεύτερον, σημειώνεται ότι, όπως προκύπτει από το σημείο 74 του υπομνήματος απαντήσεως της Επιτροπής, το οποίο η Groupe Danone δεν αμφισβήτησε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το Πρωτοδικείο είχε απευθύνει στην Επιτροπή ερώτημα σχετικό με τη στάθμιση των ελαφρυντικών περιστάσεων κατά τον υπολογισμό του προστίμου.
75 Απαντώντας στο ερώτημα αυτό, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι η εφαρμοσθείσα με την επίδικη απόφαση μέθοδος δεν ήταν σύμφωνη με τις κατευθυντήριες γραμμές, αλλά ότι τούτο κατέληξε σε ευνοϊκότερο για την Groupe Danone οικονομικό αποτέλεσμα.
76 Υπό τις συνθήκες αυτές, η τελευταία νομίμως μπορούσε να λάβει θέση επί του ζητήματος αυτού, προκειμένου να καταστήσει λυσιτελώς γνωστή την άποψή της.
77 Τρίτον, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των επιχειρημάτων που αναπτύχθηκαν ενώπιόν του, το Πρωτοδικείο εξέτασε αναλυτικά τα στοιχεία που ασκούν επιρροή στον καθορισμό του προστίμου.
78 Συναφώς, το Πρωτοδικείο αποφάνθηκε, με τη σκέψη 521 της εν λόγω αποφάσεως, ότι, σύμφωνα με το γράμμα των κατευθυντηρίων γραμμών, τα ποσοστά επί τοις εκατό που αντιστοιχούν στις αυξήσεις ή τις μειώσεις που γίνονται δεκτά λόγω επιβαρυντικών ή ελαφρυντικών περιστάσεων πρέπει να εφαρμόζονται επί του βασικού ποσού του προστίμου, που καθορίζεται σε σχέση με τη σοβαρότητα και διάρκεια της παραβάσεως, και όχι επί του ποσού που προκύπτει από προηγούμενη προσαύξηση ή μείωση λόγω επιβαρυντικής ή ελαφρυντικής περιστάσεως.
79 Ακολούθως, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε, με τη σκέψη 522 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι, ενώ η Επιτροπή είχε προσαρμόσει συναφώς το ποσό του προστίμου, λαμβάνοντας υπόψη, αφενός, δύο επιβαρυντικές περιστάσεις και, αφετέρου, μία ελαφρυντική περίσταση, το τελικό ποσό του επιβληθέντος προστίμου δείχνει ότι η Επιτροπή εφάρμοσε μία από τις δύο αυτές προσαρμογές του προστίμου στο ποσό που προέκυψε από την εφαρμογή μιας πρώτης αυξήσεως ή μειώσεως. Ως εκ τούτου, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι αυτή η μέθοδος υπολογισμού είχε ως συνέπεια την τροποποίηση του τελικού ποσού του προστίμου σε σχέση με αυτό που θα προέκυπτε αν εφαρμοζόταν η οριζόμενη στις κατευθυντήριες γραμμές μέθοδος.
80 Ως εκ τούτου, το Πρωτοδικείο κατέληξε, με τη σκέψη 523 της αποφάσεως αυτής, ότι η Επιτροπή δεν ακολούθησε τις κατευθυντήριες γραμμές όσον αφορά τη μέθοδο υπολογισμού του τελικού ποσού του προστίμου, χωρίς να παράσχει καμία σχετική δικαιολογία.
81 Επομένως, όπως προκύπτει από τη σκέψη 524 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο αύξησε, στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς του πλήρους δικαιοδοσίας, κατά 40 % το βασικό ποσό του επιβληθέντος στην Groupe Danone προστίμου, λόγω της επιβαρυντικής περιστάσεως της υποτροπής.
82 Έτσι, κατά την άσκηση της αρμοδιότητάς του πλήρους δικαιοδοσίας, το Πρωτοδικείο στηρίχθηκε αποκλειστικά στις διατάξεις των κατευθυντήριων γραμμών, χωρίς να λάβει υπόψη του άλλα στοιχεία, περιστάσεις ή κριτήρια, των οποίων τη στάθμιση δεν μπορούσε να προβλέψει η Groupe Danone.
83 Συνεπώς, η αιτίαση που αντλείται από την εκ μέρους του Πρωτοδικείου προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας δεν είναι βάσιμη.
84 Επομένως, το πρώτο σκέλος του πέμπτου λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί να γίνει δεκτό.
Επί του δευτέρου σκέλους του λόγου αναιρέσεως που αντλείται από παραβίαση της αρχής της μη αναδρομικότητας των αυστηρότερων κατασταλτικών διατάξεων
Επιχειρήματα των διαδίκων
85 Η Groupe Danone υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο, αναμορφώνοντας τη μέθοδο υπολογισμού του προστίμου που της επιβλήθηκε, στήριξε τη συλλογιστική του διευκρινίζοντας με δικό του τρόπο τις κατευθυντήριες γραμμές με ακολουθήσασες την έκδοση της επίδικης αποφάσεως αποφάσεις.
86 Η Επιτροπή αμφισβητεί το γεγονός ότι η Groupe Danone μπορούσε να έχει αμφιβολίες ως προς τον τρόπο σταθμίσεως των ελαφρυντικών περιστάσεων που μπορούσαν να ληφθούν υπόψη για τον υπολογισμό του ποσού του προστίμου. Συγκεκριμένα, όπως έκρινε το Πρωτοδικείο, από τις κατευθυντήριες γραμμές προκύπτει ότι η μείωση λόγω ελαφρυντικών περιστάσεων υπολογίζεται επί του βασικού ποσού. Χωρίς να δεσμεύεται από τις κατευθυντήριες γραμμές, το Πρωτοδικείο επέλεξε τη μέθοδο αυτή για να εκτιμήσει τον πρόσφορο χαρακτήρα του ύψους του προστίμου.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
87 Υπενθυμίζεται, κατ’ αρχάς, ότι η αρχή της μη αναδρομικότητας των ποινικών διατάξεων αποτελεί κοινή αρχή των εννόμων τάξεων όλων των κρατών μελών και αναπόσπαστο τμήμα των γενικών αρχών του δικαίου, την τήρηση των οποίων εξασφαλίζει ο κοινοτικός δικαστής (βλ. απόφαση της 10ης Ιουλίου 1984, 63/83, Kirk, Συλλογή τόμος 1984, σ. 2689, σκέψη 22).
88 Ειδικότερα, το άρθρο 7, παράγραφος 1, της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών που υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950, το οποίο θέτει, μεταξύ άλλων, την αρχή της νομιμότητας των ποινών (nullum crimen, nulla poena sine lege), μπορεί να απαγορεύσει την αναδρομική εφαρμογή μιας νέας ερμηνείας ενός κανόνα που ορίζει παράβαση (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, προπαρατεθείσα απόφαση Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 217).
89 Τούτο συμβαίνει, ιδίως, οσάκις πρόκειται για νομολογιακή ερμηνεία της οποίας το αποτέλεσμα δεν μπορούσε ευλόγως να προβλεφθεί κατά τον χρόνο διαπράξεως της παραβάσεως, ενόψει ιδίως της ερμηνείας που χρησιμοποιούσε κατά την περίοδο εκείνη η σχετική με την επίμαχη διάταξη νόμου νομολογία (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 218).
90 Εντούτοις, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι το γεγονός ότι η Επιτροπή είχε επιβάλει στο παρελθόν πρόστιμα ορισμένου ύψους για κάποιες μορφές παραβάσεων δεν της στερεί τη δυνατότητα να αυξάνει το ύψος αυτό, εντός των ορίων που τίθενται από τον κανονισμό 17, αν αυτό είναι αναγκαίο προκειμένου να κατοχυρωθεί η εφαρμογή της κοινοτικής πολιτικής ανταγωνισμού, αλλ’ ότι, αντιθέτως, η αποτελεσματική εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων ανταγωνισμού απαιτεί η Επιτροπή να μπορεί οποτεδήποτε να προσαρμόζει το επίπεδο των προστίμων στις ανάγκες της πολιτικής αυτής (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 227).
91 Επομένως, οι επιχειρήσεις που εμπλέκονται σε διοικητική διαδικασία, η οποία μπορεί να καταλήξει στην επιβολή προστίμου, δεν μπορούν να έχουν δικαιολογημένη εμπιστοσύνη σε μέθοδο υπολογισμού των προστίμων αυτών (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, προπαρατεθείσα απόφαση Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 228).
92 Ως εκ τούτου, μια μέθοδος υπολογισμού των προστίμων, όπως αυτή που εφάρμοσε το Πρωτοδικείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, μπορούσε ευλόγως να προβλεφθεί από επιχείρηση όπως η Groupe Danone κατά τον χρόνο της διαπράξεως των οικείων παραβάσεων (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, προπαρατεθείσα απόφαση Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 231).
93 Συνεπώς, το Πρωτοδικείο δεν παραβίασε την αρχή της μη αναδρομικότητας.
94 Επομένως, το δεύτερο σκέλος του πέμπτου λόγου αναιρέσεως δεν είναι βάσιμο.
95 Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως της Groupe Danone πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
Επί των δικαστικών εξόδων
96 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο έχει εφαρμογή στην αναιρετική διαδικασία βάσει του άρθρου 118 του ίδιου κανονισμού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε να καταδικαστεί η Groupe Danone στα δικαστικά έξοδα και αυτή ηττήθηκε, πρέπει η τελευταία να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2) Καταδικάζει την Groupe Danone στα δικαστικά έξοδα.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy