Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C‑14/06 και C‑295/06
Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
και
Βασίλειο της Δανίας
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Οδηγία 2002/95/EK – Είδη ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού – Περιορισμός της χρήσεως ορισμένων επικίνδυνων ουσιών – Δεκαβρωμοδιφαινυλαιθέρας (DecaBDE) – Απόφαση 2005/717/ΕΚ της Επιτροπής – Εξαίρεση του DecaBDE από την απαγόρευση χρήσεως – Προσφυγή ακυρώσεως – Εκτελεστικές αρμοδιότητες της Επιτροπής – Παράβαση της εξουσιοδοτικής διατάξεως»
Περίληψη της αποφάσεως
1. Προσέγγιση των νομοθεσιών – Περιορισμός της χρήσεως ορισμένων επικίνδυνων ουσιών σε είδη ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού – Οδηγία 2002/95 –Εκτελεστικές αρμοδιότητες που ανατίθενται από το Συμβούλιο στην Επιτροπή – Όρια
(Άρθρο 202, τρίτη περίπτωση, ΕΚ· οδηγία 2002/95 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρα 4 § 1 και 5 § 1· απόφαση 2005/717 της Επιτροπής)
2. Προσφυγή ακυρώσεως – Ακυρωτική απόφαση – Αποτελέσματα – Περιορισμός από το Δικαστήριο
(Άρθρο 231, εδ. 2, ΕΚ· οδηγία 2002/95 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρα 4 και 5, και παράρτημα, σημείο 10· απόφαση 2005/717 της Επιτροπής)
1. Στο πλαίσιο των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που το Συμβούλιο αναθέτει στην Επιτροπή κατά το άρθρο 202, τρίτη περίπτωση, ΕΚ, τα όρια των οποίων εκτιμώνται ιδίως με γνώμονα τους ουσιώδεις γενικούς στόχους της οικείας ρυθμίσεως, η Επιτροπή έχει την εξουσία να θεσπίζει όλα τα αναγκαία ή πρόσφορα εκτελεστικά μέτρα για την εφαρμογή της βασικής ρυθμίσεως, αρκεί να μην αντίκεινται στη ρύθμιση αυτή.
Η απόφαση 2005/717 της Επιτροπής για την τροποποίηση με στόχο την προσαρμογή στην τεχνική πρόοδο του παραρτήματος της οδηγίας 2002/95, σχετικά με τον περιορισμό της χρήσης ορισμένων επικίνδυνων ουσιών σε είδη ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού, η οποία εξαίρεσε ιδίως όλες τις εφαρμογές του δεκαβρωμοδιφαινυλαιθέρα (DecaBDE) σε πολυμερή, θεμελιώνεται στην οδηγία αυτή και ειδικότερα στο άρθρο της 5, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, το οποίο διευκρινίζει τις προϋποθέσεις για την εξαίρεση, ως προς τον εν λόγω εξοπλισμό, ορισμένων ουσιών και κατασκευαστικών στοιχείων, μεταξύ των οποίων και του DecaBDE, από την αρχή της απαγορεύσεως που επιβάλλει το άρθρο 4, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας και το οποίο πρέπει, ως εκ τούτου, να ερμηνεύεται στενά.
Η εν λόγω απόφαση, η οποία ισοδυναμεί με γενικευμένη εξαίρεση της χρήσεως του DecaBDE στον ηλεκτρικό και ηλεκτρονικό εξοπλισμό, εκδόθηκε χωρίς να τηρηθούν οι προϋποθέσεις που επέβαλε ο κοινοτικός νομοθέτης με το εν λόγω άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/95 και αντιβαίνει στον επιδιωκόμενο από τον εν λόγω νομοθέτη σκοπό της καθιερώσεως της αρχής της απαγορεύσεως των κατασκευαστικών στοιχείων που αναφέρονται στην οδηγία αυτή. Εκδίδοντας την εν λόγω απόφαση, η Επιτροπή παρέβη έτσι το εν λόγω άρθρο 5, παράγραφος 1, καθόσον η απόφαση αυτή αφορά την εξαίρεση του DecaBDE.
(βλ. σκέψεις 52-53, 56, 71, 76, 78)
2. Κατά το άρθρο 231, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, το Δικαστήριο μπορεί, εφόσον το κρίνει αναγκαίο, να προσδιορίσει εκείνα τα αποτελέσματα ενός ακυρωθέντος κανονισμού που θεωρούνται ότι διατηρούν την ισχύ τους. Η διάταξη αυτή μπορεί να εφαρμοσθεί και επί αποφάσεως που εκδόθηκε για την τροποποίηση ενός παραρτήματος οδηγίας. Λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η διαφορά κατ’ ουσίαν προκλήθηκε εξαιτίας του τρόπου με τον οποίο έχει συνταχθεί η οδηγία 2002/95, σχετικά με τον περιορισμό της χρήσης ορισμένων επικίνδυνων ουσιών σε είδη ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού, ιδίως δε εξαιτίας της ιδιαιτέρως περίπλοκης σχέσης μεταξύ των άρθρων της 4 και 5 και του σημείου 10 του παραρτήματός της, καθώς και του γεγονότος ότι η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση 2005/717, για την τροποποίηση με στόχο την προσαρμογή στην τεχνική πρόοδο του παραρτήματος της εν λόγω οδηγίας, εννέα μήνες πριν από την έναρξη ισχύος της απαγορεύσεως του δεκαβρωμοδιφαινυλαιθέρα, το Δικαστήριο, προκειμένου να ληφθούν υπόψη τα συμφέροντα των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων, μπορεί, ακόμη και αυτεπαγγέλτως, να διατηρήσει, για λόγους ασφάλειας δικαίου, τα αποτελέσματα της διατάξεως που ακυρώνεται για την απολύτως αναγκαία περίοδο προσαρμογής.
(βλ. σκέψεις 84-86)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τμήμα μείζονος συνθέσεως)
της 1ης Απριλίου 2008(*)
«Οδηγία 2002/95/EK – Είδη ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού – Περιορισμός της χρήσεως ορισμένων επικίνδυνων ουσιών – Δεκαβρωμοδιφαινυλαιθέρας (DecaBDE) – Απόφαση 2005/717/ΕΚ της Επιτροπής – Εξαίρεση του DecaBDE από την απαγόρευση χρήσεως – Προσφυγή ακυρώσεως – Εκτελεστικές αρμοδιότητες της Επιτροπής – Παράβαση της εξουσιοδοτικής διατάξεως»
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑14/06 και C‑295/06,
με αντικείμενο προσφυγές ακυρώσεως δυνάμει του άρθρου 230 ΕΚ, που ασκήθηκαν στις 11 Ιανουαρίου 2006 (C‑14/06) και 9 Ιανουαρίου 2006 (C‑295/06, που πρωτοκολλήθηκε αρχικώς στο Πρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων με τον αριθμό T‑5/06),
Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, εκπροσωπούμενο από τους K. Bradley και A. Neergaard και την I. Klavina, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγον στην υπόθεση C‑14/06,
Βασίλειο της Δανίας, εκπροσωπούμενο από τον J. Molde, την B. Weis Fogh και τον J. Bering Liisberg,
προσφεύγον στην υπόθεση C-295/06,
υποστηριζόμενα από
το Βασίλειο της Δανίας (υπόθεση C‑14/06), εκπροσωπούμενο από τον J. Molde, την B. Weis Fogh και τον J. Bering Liisberg,
την Πορτογαλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τον L. Fernandes και τη M. J. Lois,
τη Δημοκρατία της Φινλανδίας, εκπροσωπούμενη από την A. Guimaraes-Purokoski, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
το Βασίλειο της Σουηδίας, εκπροσωπούμενο από τον A. Kruse,
το Βασίλειο της Νορβηγίας, εκπροσωπούμενο από τις I. Djupvik και K. Waage και τον K. B. Moen, επικουρούμενους από τον E. Holmedal, advokat,
παρεμβαίνοντες,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τους X. Lewis, M. Κωνσταντινίδη και H. Støvlbæk, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
υποστηριζόμενης από
το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, εκπροσωπούμενο από τη V. Jackson, επικουρούμενη από τον J. Maurici, barrister,
παρεμβαίνον,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τμήμα μείζονος συνθέσεως),
συγκείμενο από τους Β. Σκουρή, Πρόεδρο, C. W. A. Timmermans, A. Rosas (εισηγητή), K. Lenaerts και L. Bay Larsen, προέδρους τμήματος, K. Schiemann, J. Makarczyk, P. Kūris, E. Juhász, E. Levits, A. Ó Caoimh, P. Lindh και J.-C. Bonichot, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Y. Bot
γραμματέας: H. von Holstein, βοηθός γραμματέας,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 4ης Δεκεμβρίου 2007,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με την προσφυγή του, που πρωτοκολλήθηκε με τον αριθμό C‑14/06, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως 2005/717/ΕΚ της Επιτροπής, της 13ης Οκτωβρίου 2005, για την τροποποίηση με στόχο την προσαρμογή στην τεχνική πρόοδο του παραρτήματος της οδηγίας 2002/95/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τον περιορισμό της χρήσης ορισμένων επικίνδυνων ουσιών σε είδη ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού (ΕΕ L 271, σ. 48, στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση).
2 Με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 10ης Ιουλίου 2006, επετράπη στο Βασίλειο της Δανίας, στην Πορτογαλική Δημοκρατία, στη Δημοκρατία της Φινλανδίας, στο Βασίλειο της Σουηδίας και στο Βασίλειο της Νορβηγίας να παρέμβουν προς στήριξη των αιτημάτων του Κοινοβουλίου, ενώ στο Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας επετράπη να παρέμβει προς στήριξη των αιτημάτων της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
3 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις 9 Ιανουαρίου 2006, το οποίο πρωτοκολλήθηκε με τον αριθμό T‑5/06, το Βασίλειο της Δανίας ζήτησε και αυτό την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Με διάταξη της 27ης Ιουνίου 2006, το Πρωτοδικείο απέσχε της εκδικάσεως της υποθέσεως, κατ’ εφαρμογήν των άρθρων 54, τέταρτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, και 80 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, προκειμένου να μπορέσει το Δικαστήριο να εκδικάσει την αίτηση ακυρώσεως. Η υπόθεση πρωτοκολλήθηκε στο Δικαστήριο με τον αριθμό C‑295/06.
4 Με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 13ης Σεπτεμβρίου 2006, επετράπη στην Πορτογαλική Δημοκρατία, στη Δημοκρατία της Φινλανδίας, στο Βασίλειο της Σουηδίας και στο Βασίλειο της Νορβηγίας να παρέμβουν προς στήριξη των αιτημάτων του Βασιλείου της Δανίας, ενώ στο Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας επετράπη να παρέμβει προς στήριξη των αιτημάτων της Επιτροπής.
5 Με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 16ης Νοεμβρίου 2006, οι υποθέσεις C‑14/06 και C‑295/06 ενώθηκαν προς διευκόλυνση της έγγραφης και της προφορικής διαδικασίας, καθόσον η έγγραφη διαδικασία δεν είχε ακόμη ολοκληρωθεί, και προς έκδοση κοινής αποφάσεως.
Το νομικό πλαίσιο
6 Η πέμπτη, η έκτη και η ενδέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2002/95/EK του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Ιανουαρίου 2003, σχετικά με τον περιορισμό της χρήσης ορισμένων επικίνδυνων ουσιών σε είδη ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού (ΕΕ L 37, σ. 19), έχουν ως εξής:
«(5) Από τα διαθέσιμα στοιχεία προκύπτει ότι τα μέτρα για τη συλλογή, την επεξεργασία, την ανακύκλωση και τη διάθεση των αποβλήτων ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού (ΑΗΗΕ), όπως αναφέρονται στην οδηγία 2002/96/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Ιανουαρίου 2003, για τα απόβλητα ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού [ΕΕ L 37, σ. 24] είναι απαραίτητα προκειμένου να περιοριστούν τα προβλήματα διαχείρισης αποβλήτων που συνδέονται με τα αντίστοιχα βαρέα μέταλλα και τα αντίστοιχα επιβραδυντικά φλόγας. Παρά τα μέτρα αυτά, ωστόσο, σημαντικά τμήματα των ΑΗΗΕ θα εξακολουθήσουν να καταλήγουν στις συνήθεις διαδικασίες διάθεσης. Ακόμα και εάν τα ΑΗΗΕ συλλέγονταν χωριστά και υποβάλλονταν σε διαδικασίες ανακύκλωσης, το περιεχόμενό τους σε υδράργυρο, κάδμιο, μόλυβδο, εξασθενές χρώμιο, [πολυβρωμοδιφαινύλια (PBB)] και [πολυβρωμοδιφαινυλαιθέρες (PBDE)] θα ήταν δυνατό να εξακολουθήσει να αποτελεί κίνδυνο για την υγεία ή το περιβάλλον.
(6) Λαμβάνοντας υπόψη την τεχνική και οικονομική βιωσιμότητα, η υποκατάσταση των ουσιών αυτών στα είδη ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού με ασφαλή ή ασφαλέστερα υλικά είναι ο πλέον αποτελεσματικός τρόπος προκειμένου να εξασφαλισθεί σημαντική μείωση των κινδύνων για την υγεία και το περιβάλλον, οι οποίοι σχετίζονται με τις ουσίες αυτές, ώστε να επιτευχθεί το σκοπούμενο επίπεδο προστασίας στην Κοινότητα. Ο περιορισμός της χρήσης των επικίνδυνων αυτών ουσιών είναι πιθανόν να ενισχύσει τις δυνατότητες και την οικονομική αποδοτικότητα της ανακύκλωσης των ΑΗΗΕ και να μειώσει τον αρνητικό αντίκτυπο στην υγεία των εργαζομένων σε εγκαταστάσεις ανακύκλωσης.
[...]
(11) Εξαιρέσεις από την απαίτηση υποκατάστασης θα πρέπει να επιτρέπονται εφόσον η υποκατάσταση είναι αδύνατη από επιστημονική και τεχνική σκοπιά ή εφόσον οι αρνητικές επιπτώσεις στο περιβάλλον ή/και την υγεία λόγω της υποκατάστασης ενδέχεται να είναι σημαντικότερες των οφελών αυτής για τον άνθρωπο και το περιβάλλον. Η υποκατάσταση των επικίνδυνων ουσιών στα είδη ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού θα πρέπει επίσης να διεξάγεται κατά τρόπο συμβατό με την υγεία και την ασφάλεια των χρηστών των ειδών ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού (ΗΗΕ).»
7 Το άρθρο 4 της οδηγίας 2002/95, που επιγράφεται «Πρόληψη», ορίζει στις παραγράφους του 1 και 2 τα ακόλουθα:
«1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, από την 1η Ιουλίου 2006, ο νέος ηλεκτρικός και ηλεκτρονικός εξοπλισμός που διατίθεται στην αγορά δεν περιέχει μόλυβδο, υδράργυρο, κάδμιο, εξασθενές χρώμιο, [PBB] ή [PBDE]. Τα εθνικά μέτρα περί περιορισμού ή απαγόρευσης της χρήσης των παραπάνω ουσιών στον ηλεκτρικό και ηλεκτρονικό εξοπλισμό που έχουν θεσπισθεί σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία πριν από την έκδοση της παρούσας οδηγίας μπορούν να διατηρηθούν έως την 1η Ιουλίου 2006.
2. Η παράγραφος 1 δεν εφαρμόζεται στις εφαρμογές που απαριθμούνται στο παράρτημα.»
8 Το άρθρο 5 της οδηγίας αυτής, που επιγράφεται «Προσαρμογή στην επιστημονική και τεχνική πρόοδο», προβλέπει στην παράγραφό του 1 τα εξής:
«1. Οι τροποποιήσεις που είναι αναγκαίες για την προσαρμογή του παραρτήματος στην επιστημονική και τεχνική πρόοδο για τους ακόλουθους σκοπούς, θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 7, παράγραφος 2:
[...]
β) εξαίρεση υλικών και κατασκευαστικών στοιχείων ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού από το άρθρο 4 παράγραφος 1, εφόσον η εξάλειψη ή υποκατάστασή τους με αλλαγές στο σχεδιασμό ή με υλικά και κατασκευαστικά στοιχεία που δεν απαιτούν τη χρησιμοποίηση υλικών ή ουσιών που αναφέρονται στην εν λόγω παράγραφο είναι τεχνικώς ή επιστημονικώς ανέφικτη ή εάν οι αρνητικές επιπτώσεις της υποκατάστασης για το περιβάλλον, την υγεία ή/και την ασφάλεια των καταναλωτών ενδέχεται να είναι σημαντικότερες από τα πλεονεκτήματά της για το περιβάλλον, την υγεία ή/και την ασφάλεια των καταναλωτών·
[...]».
9 Το άρθρο 7 της οδηγίας 2002/95 προβλέπει ότι η Επιτροπή επικουρείται από την επιτροπή η οποία συγκροτείται δυνάμει του άρθρου 18 της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1975, περί των στερεών αποβλήτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 86).
10 Το παράρτημα της οδηγίας 2002/95 επιγράφεται «Εφαρμογές μολύβδου, υδραργύρου, καδμίου και εξασθενούς χρωμίου, που εξαιρούνται από τις απαιτήσεις του άρθρου 4, παράγραφος 1».
11 Το σημείο 10 του παραρτήματος αυτού έχει ως εξής:
«Σύμφωνα με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 7, παράγραφος 2, η Επιτροπή εξετάζει τις εφαρμογές που αφορούν:
– το δεκα-BDE,
– τον υδράργυρο σε ευθείς λαμπτήρες φθορισμού ειδικών εφαρμογών,
– το μόλυβδο για κολλήσεις για διακομιστές, συστήματα αποθήκευσης και συστήματα αποθήκευσης με συστοιχίες, εξοπλισμό υποδομής δικτύων, για μεταγωγή, σηματοδότηση, διαβίβαση, καθώς και διαχείριση δικτύου για τηλεπικοινωνίες (προκειμένου να καθοριστεί συγκεκριμένο χρονικό όριο για αυτή την εξαίρεση), και
– τους λαμπτήρες πυράκτωσης,
κατά προτεραιότητα, προκειμένου να αποφασίσει, το ταχύτερο δυνατόν, αν πρέπει να τροποποιηθούν αναλόγως τα είδη αυτά.»
12 Στις 13 Οκτωβρίου 2005, η Επιτροπή εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Η απόφαση αυτή θεμελιώνεται στην οδηγία 2002/95 και ιδίως στο άρθρο της 5, παράγραφος 1, στοιχείο β΄.
13 Η δεύτερη έως τέταρτη και η έβδομη αιτιολογική σκέψη της αποφάσεως αυτής έχουν ως εξής:
«(2) Ορισμένα υλικά και κατασκευαστικά στοιχεία που περιέχουν μόλυβδο, υδράργυρο, κάδμιο, εξασθενές χρώμιο, πολυβρωμοδιφαινύλια (PBB) ή πολυβρωμο-διφαινυλαιθέρες (PBDE) πρέπει να εξαιρεθούν από την απαγόρευση αυτή, δεδομένου ότι η εξάλειψη ή υποκατάσταση των ως άνω επικίνδυνων ουσιών στα συγκεκριμένα υλικά και κατασκευαστικά στοιχεία εξακολουθεί να είναι πρακτικά αδύνατη.
(3) Από την αξιολόγηση του κινδύνου από το δεκαβρωμοδιφαινυλαιθέρα (DecaBDE), βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ) 793/93 του Συμβουλίου, της 23ης Μαρτίου 1993, για την αξιολόγηση και τον έλεγχο των κινδύνων από τις υπάρχουσες ουσίες [(ΕΕ L 84, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1882/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 284, σ. 1)], προέκυψε ότι επί του παρόντος δεν υφίσταται ανάγκη να ληφθούν μέτρα για τη μείωση των κινδύνων για τους καταναλωτές πέραν των ήδη εφαρμοζόμενων, αλλά επιβάλλεται να πραγματοποιηθούν συμπληρωματικές μελέτες στο πλαίσιο της αξιολόγησης κινδύνου, κατά συνέπεια ο DecaBDE μπορεί να εξαιρεθεί μέχρι νεωτέρας από τις απαιτήσεις του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/95/ΕΚ. Εάν νέα στοιχεία οδηγήσουν σε διαφορετικά συμπεράσματα όσον αφορά την αξιολόγηση του κινδύνου, η παρούσα απόφαση θα επανεξεταστεί και θα τροποποιηθεί, εφόσον είναι απαραίτητο. Παράλληλα η βιομηχανία εφαρμόζει πρόγραμμα περιορισμού των εκπομπών σε εθελούσια βάση.
(4) Οι εξαιρέσεις από την απαγόρευση για ορισμένα συγκεκριμένα υλικά και κατασκευαστικά στοιχεία πρέπει να είναι περιορισμένες ως προς το πεδίο εφαρμογής ώστε να εξασφαλιστεί η σταδιακή κατάργηση των επικίνδυνων υλικών στα είδη ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού όταν η χρήση των εν λόγω ουσιών σε ανάλογες εφαρμογές θα είναι δυνατόν να αποφευχθεί.
[...]
(7) Η Επιτροπή υπέβαλε τα μέτρα που προβλέπει η παρούσα απόφαση σε ψηφοφορία στην επιτροπή που συγκροτήθηκε βάσει του άρθρου 18 της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ [...]. Δεν επετεύχθη ειδική πλειοψηφία υπέρ των εν λόγω μέτρων. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 18 της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ, στις 6 Ιουνίου 2005 υποβλήθηκε στο Συμβούλιο πρόταση για απόφαση του Συμβουλίου. Δεδομένου ότι κατά την εκπνοή της προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 2002/95/ΕΚ, το Συμβούλιο δεν είχε εγκρίνει τα προτεινόμενα μέτρα ούτε είχε αντιτεθεί σε αυτά, σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 6, της απόφασης 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή [(ΕΕ L 184, σ. 23)], τα ως άνω μέτρα πρέπει να εγκριθούν από την Επιτροπή.»
14 Το ένα και μόνον άρθρο της προσβαλλομένης αποφάσεως προβλέπει ότι το παράρτημα της οδηγίας 2002/95 τροποποιείται σύμφωνα με το παράρτημα της αποφάσεως αυτής.
15 Το παράρτημα της αποφάσεως ορίζει τα εξής:
«Το παράρτημα της οδηγίας 2002/95/ΕΚ τροποποιείται ως εξής:
1) ο τίτλος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
“Εφαρμογές μολύβδου, υδραργύρου, εξασθενούς χρωμίου, πολυβρωμοδιφαινυλίων (PBB) ή πολυβρωμο-διφαινυλαιθέρων (PBDE) που εξαιρούνται από τις απαιτήσεις του άρθρου 4 παράγραφος 1.”·
2) προστίθεται το ακόλουθο σημείο 9α:
“9α. Το [δεκα-BDE] σε εφαρμογές πολυμερών.”
3) προστίθεται το ακόλουθο σημείο 9β:
“9β. Έδρανα και έμβολα από μόλυβδο/ορείχαλκο.”»
Το επίμαχο προϊόν
16 Το DecaBDE είναι ένα είδος επιβραδυντή φλόγας με βάση το βρώμιο, το οποίο ανήκει στα PBDE. Χρησιμοποιείται κυρίως ως επιβραδυντής φλόγας στα πολυμερή, ιδίως σε εκείνα που χρησιμοποιούνται στα περιβλήματα ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού, καθώς και στις υφασμάτινες επενδύσεις.
17 Η ουσία αυτή υποβλήθηκε σε αξιολογήσεις δυνάμει του κανονισμού 793/93. Το Ηνωμένο Βασίλειο είχε την ευθύνη της εκτιμήσεως των επιπτώσεών της στο περιβάλλον, ενώ η Γαλλική Δημοκρατία ήταν επιφορτισμένη με την εξέταση των επιπτώσεών της στην υγεία του ανθρώπου.
18 Μια πρώτη έκθεση, η «European Union Risk Assessment Report» (έκθεση της Ευρωπαϊκής Ενώσεως για την αξιολόγηση των κινδύνων) του 2002 (στο εξής: έκθεση του 2002), υποβλήθηκε στην επιστημονική επιτροπή για την τοξικότητα, την οικοτοξικότητα και το περιβάλλον (ΕΕΤΟΠ), η οποία εξέδωσε γνωμοδότηση.
19 Τον Μάιο του 2004, το Ηνωμένο Βασίλειο εξέδωσε μια επικαιροποίηση του περιβαλλοντικού τμήματος της πρώτης αξιολογήσεως των κινδύνων του DecaBDE, με τίτλο «Final environmental assessment report for DecaBDE» (τελική έκθεση για την αξιολόγηση των προκαλούμενων από το DecaBDE κινδύνων για το περιβάλλον, στο εξής: έκθεση του 2004). Η έκθεση αυτή απεστάλη στην επιστημονική επιτροπή για την υγεία και τους περιβαλλοντικούς κινδύνους (στο εξής: ΕΕΥΠΚ) της Επιτροπής. Η επιτροπή αυτή αντικαθιστά την ΕΕΤΟΠ δυνάμει της αποφάσεως 2004/210/ΕΚ της Επιτροπής, της 3ης Μαρτίου 2004, σχετικά με τη σύσταση επιστημονικών επιτροπών στον τομέα της ασφάλειας των καταναλωτών, της δημόσιας υγείας και του περιβάλλοντος (ΕΕ L 66, σ. 45). Η ΕΕΥΠΚ εξέδωσε γνωμοδότηση στις 18 Μαρτίου 2005.
20 Τον Αύγουστο του 2005, ο εισηγητής του Ηνωμένου Βασιλείου διένειμε ένα έγγραφο με τίτλο «Addendum to the May 2004 Environmental Risk Assessment Report for DecaBDE» (Προσθήκη στην έκθεση του Μαΐου 2004 για την αξιολόγηση των προκαλούμενων από το DecaBDE κινδύνων για το περιβάλλον). Το έγγραφο αυτό κατέληγε στο ότι δεν ήταν αναγκαίο η έκθεση αυτή να τροποποιηθεί λόγω των διαθέσιμων εν τω μεταξύ νέων στοιχείων.
Επί του αντικειμένου των προσφυγών
Επιχειρήματα των διαδίκων
21 Το Κοινοβούλιο ζητεί την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Το Βασίλειο της Δανίας ζητεί την ακύρωση του σημείου 2 του παραρτήματός της και, συνακόλουθα, του σημείου 1.
22 Η Επιτροπή εκτιμά ότι το Κοινοβούλιο δεν εκθέτει τους λόγους για τους οποίους τα σημεία 1 και 3 του παραρτήματος της προσβαλλομένης αποφάσεως πρέπει να ακυρωθούν και ζητεί τον περιορισμό της προσφυγής στο σημείο 2 του παραρτήματος αυτού.
23 Το Κοινοβούλιο απαντά ότι ο τίτλος που περιέχεται στο εν λόγω σημείο 1 αναφέρει το DecaBDE και επισημαίνει ότι το σημείο 3 του εν λόγω παραρτήματος, το οποίο αφορά την εξαίρεση των «[εδράνων] και [εμβόλων] από μόλυβδο/ορείχαλκο», στερείται αιτιολογίας. Επικουρικώς, το Κοινοβούλιο ζητεί από το Δικαστήριο να κρίνει την προσφυγή του παραδεκτή σε ό,τι αφορά τα σημεία 1 και 2 του παραρτήματος της προσβαλλομένης αποφάσεως.
24 Με το υπόμνημά της ανταπαντήσεως στην υπόθεση C‑14/06, η Επιτροπή επισημαίνει ότι η έκδοση της αποφάσεώς της 2005/618/ΕΚ, της 18ης Αυγούστου 2005, για την τροποποίηση της οδηγίας 2002/95/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την καθιέρωση μέγιστων τιμών συγκέντρωσης για ορισμένες επικίνδυνες ουσίες στα είδη ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού (ΕΕ L 214, σ. 65), θα μπορούσε να περιορίσει την έκταση της διαφοράς, καθόσον η απόφαση αυτή εφαρμόζεται επί των προσμείξεων PBDE και καθιστά δυσχερή τη διάθεση DecaBDE στο εμπόριο.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
25 Από την εξέταση της προσφυγής του Κοινοβουλίου δεν προκύπτει κανένας λόγος ακυρώσεως όσον αφορά ειδικά το σημείο 3 του παραρτήματος της προσβαλλομένης αποφάσεως. Αντιθέτως, η ακύρωση του σημείου 2 θα μπορούσε να συνεπάγεται την ακύρωση του σημείου 1.
26 Η τροποποίηση του τίτλου του παραρτήματος της οδηγίας 2002/95 την οποία πραγματοποιεί το σημείο 1, εισάγοντας σε αυτόν, μεταξύ άλλων, μια αναφορά στις PBDE, φαίνεται προκύπτουσα από την ανάγκη να αντιστοιχιστεί ο εν λόγω τίτλος προς το περιεχόμενο του παραρτήματος αυτού, όπως τροποποιείται με το προαναφερθέν σημείο 2.
27 Το σημείο αυτό εισάγει ειδικότερα στο εν λόγω παράρτημα το νέο σημείο 9α, το οποίο αφορά το DecaBDE, μια ουσία που ανήκει στην κατηγορία των PBDE. Επομένως, τα σημεία 1 και 2 του παραρτήματος της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι πιθανόν να μην μπορούν να διαχωρισθούν ενόψει της ενδεχόμενης ακυρώσεως του εν λόγω σημείου 2. Το αντικείμενο της προσφυγής του Κοινοβουλίου πρέπει ως εκ τούτου να περιορισθεί στα δύο αυτά σημεία.
28 Η έκδοση της αποφάσεως 2005/618 η οποία, κατά την Επιτροπή, θα μπορούσε να καταστήσει δυσχερή τη διάθεση του DecaBDE στο εμπόριο, δεν κατέστησε τις προσφυγές άνευ αντικειμένου, δεδομένου ότι η δυσχέρεια διαθέσεως στο εμπόριο δεν έχει το ίδιο αποτέλεσμα με μια πλήρη απαγόρευση χρήσεως, την οποία θα συνεπαγόταν η ακύρωση της αποφάσεως περί εξαιρέσεως του προϊόντος αυτού.
Επί των προσφυγών
29 Το Κοινοβούλιο και το Βασίλειο της Δανίας προβάλλουν τους ακόλουθους λόγους, οι οποίοι μπορούν να ομαδοποιηθούν και να συνοψισθούν ως εξής: πρώτον, υποστηρίζεται ότι η Επιτροπή, εκδίδοντας την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν τήρησε τις προϋποθέσεις του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας 2002/95 και ότι έτσι υπερέβη τις εξουσίες που της είχε παραχωρήσει ο νομοθέτης· δεύτερον, προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει από έλλειψη αιτιολογίας, καθόσον ουδόλως αναφέρει τον τρόπο με τον οποίο πληρούνται οι προβλεπόμενες στη διάταξη αυτή προϋποθέσεις· τρίτον, προβάλλεται ότι η Επιτροπή, εκδίδοντας την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν τήρησε την αρχή της προφυλάξεως. Επιπλέον, το Κοινοβούλιο προβάλλει λόγο αντλούμενο από παράβαση της αρχής της αναλογικότητας, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση εξαίρεσε όλες τις εφαρμογές του DecaBDE σε πολυμερή.
Επί του πρώτου λόγου, που αντλείται από παράβαση του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας 2002/95, καθώς και υπέρβαση και/ή κατάχρηση εξουσίας
Επιχειρήματα των διαδίκων
30 Το Κοινοβούλιο και το Βασίλειο της Δανίας υποστηρίζουν ότι η Επιτροπή δεν τήρησε τις προϋποθέσεις του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας 2002/95 και ότι έτσι υπερέβη τις εξουσίες που της είχε παραχωρήσει ο κοινοτικός νομοθέτης.
31 Το Βασίλειο της Δανίας υπενθυμίζει ότι, όταν το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο αναθέτουν στην Επιτροπή εκτελεστικές αρμοδιότητες σύμφωνα με το άρθρο 202 ΕΚ, αυτή οφείλει, κατ’ εφαρμογήν της αρχής της κατανομής των αρμοδιοτήτων, να φροντίζει ώστε να τηρεί τους σκοπούς και να εφαρμόζει τα κριτήρια που καθορίζονται από τον κοινοτικό νομοθέτη. Εν προκειμένω, η Επιτροπή όχι μόνον παρέβη τις επιβαλλόμενες από την οδηγία 2002/95 προϋποθέσεις, αλλά και εκμεταλλεύθηκε τις παραχωρηθείσες σε αυτήν αρμοδιότητες για να επιβάλει τη δική της αξιολόγηση των κινδύνων αντί της αξιολογήσεως του νομοθέτη, ενεργώντας έτσι κατά κατάχρηση εξουσίας.
32 Τα προσφεύγοντα εκτιμούν ότι, στο μέτρο κατά το οποίο η οδηγία 2002/95 καθιερώνει με το άρθρο της 4, παράγραφος 1, την αρχή της απαγορεύσεως των απαριθμούμενων σε αυτό ουσιών, η προβλεπόμενη στο άρθρο της 5, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, δυνατότητα εξαιρέσεως πρέπει να ερμηνεύεται στενά. Η δυνατότητα αυτή δεν μπορεί να αφορά παρά μόνον εφαρμογές ουσιών και όχι αυτή την ίδια την ουσία, διότι διαφορετικά παραβιάζεται το άρθρο 4 της οδηγίας αυτής.
33 Προς στήριξη του επιχειρήματος αυτού, τα προσφεύγοντα παραθέτουν τις λοιπές αποφάσεις που έχουν εκδοθεί βάσει του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας 2002/95, οι οποίες αφορούν μόνον ειδικές εφαρμογές, καθώς και την τέταρτη αιτιολογική σκέψη της προσβαλλομένης αποφάσεως, σύμφωνα με την οποία «[ο]ι εξαιρέσεις από την απαγόρευση για ορισμένα συγκεκριμένα υλικά και κατασκευαστικά στοιχεία πρέπει να είναι περιορισμένες ως προς το πεδίο εφαρμογής».
34 Τα προσφεύγοντα επισημαίνουν, καταρχάς, ότι δεν πληρούται η προϋπόθεση του άρθρου 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/95 η οποία αφορά τις τροποποιήσεις που είναι «αναγκαίες για την προσαρμογή του παραρτήματος στην επιστημονική και τεχνική πρόοδο». Αντιθέτως, τα διαθέσιμα μετά την έκδοση της οδηγίας αυτής επιστημονικά στοιχεία ενισχύουν τις υφιστάμενες αμφιβολίες σε σχέση με την επικινδυνότητα του DecaBDE.
35 Σύμφωνα με τα προσφεύγοντα, η Επιτροπή δεν απέδειξε ούτε ότι πληρούται μία από τις δύο προβλεπόμενες στο άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας 2002/95 προϋποθέσεις, αλλά χρησιμοποίησε ένα μη προβλεπόμενο στην οδηγία αυτή και, ως εκ τούτου, παράνομο κριτήριο, βεβαιώνοντας, με την τρίτη αιτιολογική σκέψη της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι «[α]πό την αξιολόγηση του κινδύνου από το δεκαβρωμοδιφαινυλαιθέρα (DecaBDE), βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ) 793/93 [...] προέκυψε ότι επί του παρόντος δεν υφίσταται ανάγκη να ληφθούν μέτρα για τη μείωση των κινδύνων για τους καταναλωτές πέραν των ήδη εφαρμοζόμενων».
36 Κατά τον τρόπο αυτό, η Επιτροπή στηρίχθηκε σε μια μελέτη η οποία πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο ενός κανονισμού με διαφορετική φιλοσοφία, δεν καταρτίστηκε με σκοπό την τήρηση της αρχής της προφυλάξεως και δεν αποβλέπει στο να κρίνει αν πληρούνταν μία από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας 2002/95 προϋποθέσεις. Η Επιτροπή πραγματοποίησε νέα γενική αξιολόγηση του κινδύνου και, εξαιρώντας, βάσει της αξιολογήσεως αυτής, την επίμαχη ουσία αυτή καθεαυτή, καταστρατήγησε την απόφαση του κοινοτικού νομοθέτη και στέρησε την οδηγία αυτή από την πρακτική αποτελεσματικότητά της.
37 Το Βασίλειο της Δανίας υποστηρίζει ότι η Επιτροπή ουδόλως εξέτασε τις δυνατότητες υποκαταστάσεως του DecaBDE, μολονότι πολυάριθμοι παραγωγοί έχουν παύσει να το χρησιμοποιούν και το προβάλλουν στο πλαίσιο της περιβαλλοντικής πολιτικής τους. Η δεύτερη αιτιολογική σκέψη της προσβαλλομένης αποφάσεως, σύμφωνα με την οποία «η εξάλειψη ή υποκατάσταση των [...] επικίνδυνων [αυτών] ουσιών [...] εξακολουθεί να είναι πρακτικά αδύνατη», είναι συναφώς εσφαλμένη. Συνεπώς, η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας 2002/95, εν πάση περιπτώσει, δεν πληρούται.
38 Το Βασίλειο της Νορβηγίας υπογραμμίζει ότι η Επιτροπή χρησιμοποίησε τα πορίσματα των διαφόρων εκθέσεων που υποβλήθηκαν στο πλαίσιο του κανονισμού 793/93 κατά τρόπο επιλεκτικό, υποτιμώντας τόσο τις σοβαρές ανησυχίες που ανακύπτουν σαφώς από τις εκθέσεις αυτές και από τις γνωμοδοτήσεις των επιστημονικών επιτροπών όσο και την αυξανόμενη συνειδητοποίηση των κινδύνων του DecaBDE. Με την τρίτη αιτιολογική σκέψη της προσβαλλομένης αποφάσεως, ιδίως, η Επιτροπή αναφέρεται μόνο στον κίνδυνο που διατρέχουν οι καταναλωτές, ενώ οι εν λόγω εκθέσεις πραγματεύονταν αντιστοίχως το ζήτημα των εργαζομένων, των καταναλωτών και του ανθρώπου που εκτίθεται εμμέσως μέσω του περιβάλλοντος.
39 Η Επιτροπή υπενθυμίζει τις δυσχέρειες για την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως και υποστηρίζει ότι το άρθρο 5 της οδηγίας 2002/95 δεν πρέπει να ερμηνεύεται στενά.
40 Επισημαίνει, πρώτον, ότι αμέσως μετά το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής, που απαγορεύει τη χρήση ορισμένων επικίνδυνων ουσιών, ακολουθεί το άρθρο 4, παράγραφος 2, της ίδιας οδηγίας, που προβλέπει εξαιρέσεις από την απαγόρευση αυτή, και ότι οι διατάξεις αυτές έχουν συνεπώς ως αποτέλεσμα την καθιέρωση μιας απαγορεύσεως της οποίας η έκταση είναι πιο περιορισμένη απ’ ό,τι φαίνεται.
41 Η Επιτροπή παρατηρεί, δεύτερον, ότι το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/95 δεν συνεπάγεται την απονομή σε αυτήν μιας αυστηρώς καθορισμένης αρμοδιότητας, αλλά την υποχρέωσή της να ενεργήσει εφόσον πληρούνταν μία από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας αυτής προϋποθέσεις, πράγμα που δεν της καταλείπει περιθώριο εκτιμήσεως.
42 Η Επιτροπή προβάλλει, τέλος, ότι, μολονότι το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας 2002/95 συνιστά τη νομική βάση της προσβαλλομένης αποφάσεως, ωστόσο πρέπει να ληφθεί υπόψη το σημείο 10 του παραρτήματος της οδηγίας αυτής. Το σημείο αυτό έχει έννομα αποτελέσματα, καθόσον συνεπεία αυτού κάθε ενέργεια της Επιτροπής όσον αφορά το DecaBDE εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/95. Ως εκ τούτου, δεν υποχρεούται να αποδείξει ότι οποιαδήποτε από τις ενέργειές της, η οποία αφορά το DecaBDE και εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/95, συνιστά προσαρμογή στην επιστημονική και τεχνική πρόοδο.
43 Συναφώς, το Ηνωμένο Βασίλειο προσθέτει ότι το σημείο 10 απηχεί τον δισταγμό του κοινοτικού νομοθέτη, ο οποίος αναγνώρισε ότι μια συμπληρωματική αξιολόγηση ήταν δικαιολογημένη. Το κράτος μέλος αυτό εκτιμά επιπλέον ότι η Επιτροπή διαθέτει, για την αξιολόγηση τέτοιων τεχνικών προβλημάτων, ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως και ότι πρέπει να αποδειχθεί ότι υπέπεσε σε πρόδηλο σφάλμα.
44 Η Επιτροπή προβάλλει ότι εν προκειμένω πληρούνταν η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας 2002/95. Από την έκθεση του 2002 προκύπτει ότι «δεν απαιτείται επί του παρόντος καμία δοκιμή και/ή συμπληρωματικές πληροφορίες ή η λήψη μέτρων μείωσης των κινδύνων πέρα από αυτά που ήδη εφαρμόζονται».
45 Το πόρισμα αυτό επικυρώθηκε από την ΕΕΤΟΠ καθώς και με την πολιτικού χαρακτήρα σύσταση που διατυπώθηκε στο πλαίσιο της εκθέσεως του 2004, με την οποία συμφωνήθηκε η εφαρμογή ενός εθελοντικού προγράμματος περιορισμού των εκπομπών παράλληλα με τη συγκέντρωση συμπληρωματικών στοιχείων. Με το σχέδιο προσθήκης του 2005 εκτιμήθηκε ότι το πόρισμα της εκθέσεως του 2004 δεν έπρεπε να τροποποιηθεί σε συνάρτηση με νέα στοιχεία, αλλά ότι συνιστάτο η επέκταση των υφιστάμενων προγραμμάτων παρακολούθησης.
46 Λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι στις επιστημονικές γνωμοδοτήσεις ουδέποτε προβλέφθηκε η απαγόρευση του DecaBDE, η Επιτροπή δεν υποχρεούνταν να εξετάσει τις επιπτώσεις των υποκαταστάτων στο περιβάλλον, στην υγεία και στην ασφάλεια. Ειδικότερα, μόνον εφόσον η απαγόρευση αυτή είχε απαιτηθεί θα έπρεπε να διεξαχθεί τέτοια εξέταση. Ομοίως, δεν υπήρχε κανένας λόγος να περιορισθεί η εξαίρεση σε ειδικές εφαρμογές του DecaBDE.
47 Η Επιτροπή επισημαίνει επιπλέον ότι δεν υποχρεούται να συμβουλευθεί την ΕΕΥΠΚ ή να λάβει υπόψη της τη γνωμοδότησή της, δεδομένου ότι το άρθρο 7 της οδηγίας 2002/95 προβλέπει ότι επικουρείται από την επιτροπή η οποία συγκροτείται δυνάμει του άρθρου 18 της οδηγίας 75/442, ήτοι την επιτροπή για την προσαρμογή στην τεχνική πρόοδο.
48 Το Κοινοβούλιο, το Βασίλειο της Δανίας, το Βασίλειο της Σουηδίας και το Βασίλειο της Νορβηγίας προβάλλουν ότι το σημείο 10 του παραρτήματος της οδηγίας 2002/95 είχε ως μοναδικό αποτέλεσμα τη δημιουργία χρονικής προτεραιότητας και όχι την εξουσιοδότηση ή τη δημιουργία διαδικασίας αξιολογήσεως χωριστής από αυτή που ήδη προβλέπει η οδηγία 2002/95. Η ερμηνεία αυτή του σημείου 10 της οδηγίας ενισχύεται από το πλαίσιο εντός του οποίου εκδόθηκε η οδηγία αυτή.
49 Σε απάντηση του επιχειρήματος του Ηνωμένου Βασιλείου ότι η Επιτροπή διαθέτει ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως για την αξιολόγηση τέτοιων τεχνικών προβλημάτων, το Κοινοβούλιο υπογραμμίζει ότι οι λόγοι ακυρώσεως τους οποίους αντλεί από παράβαση της αρχής της προφυλάξεως, της αρχής της αναλογικότητας και από την υποχρέωση αιτιολογήσεως συνιστούν αυτοτελείς λόγους ακυρώσεως, επικουρικούς σε σχέση με τον πρώτο του λόγο, που αφορά την υποχρέωση της Επιτροπής να τηρεί τις προϋποθέσεις και τα όρια των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων της.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
50 Πρέπει, καταρχάς, να υπομνησθεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, τα όργανα της Κοινότητας οφείλουν να ενεργούν μόνον εντός των ορίων των εξουσιών που τους απονέμει η Συνθήκη ΕΚ (απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 2007, C‑403/05, Κοινοβούλιο κατά Επιτροπής, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 49).
51 Κατά το άρθρο 202, τρίτη περίπτωση, ΕΚ, για την πραγματοποίηση των σκοπών της Συνθήκης και κατά τους όρους αυτής, το Συμβούλιο αναθέτει στην Επιτροπή, με τις πράξεις που εκδίδει, αρμοδιότητες εκτέλεσης των κανόνων που θεσπίζει. Το Συμβούλιο μπορεί να υπαγάγει την άσκηση αυτών των αρμοδιοτήτων σε ορισμένους όρους, καθώς επίσης να διατηρήσει το δικαίωμα να ασκεί απευθείας εκτελεστικές αρμοδιότητες σε ειδικές περιπτώσεις (προπαρατεθείσα απόφαση Κοινοβούλιο κατά Επιτροπής, σκέψη 50).
52 Στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων αυτών, τα όρια των οποίων εκτιμώνται ιδίως με γνώμονα τους ουσιώδεις γενικούς στόχους της οικείας ρυθμίσεως, η Επιτροπή έχει την εξουσία να θεσπίζει όλα τα αναγκαία ή πρόσφορα εκτελεστικά μέτρα για την εφαρμογή της βασικής ρυθμίσεως, αρκεί να μην αντίκεινται στη ρύθμιση αυτή (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 17ης Οκτωβρίου 1995, C‑478/93, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. I‑3081, σκέψεις 30 και 31· της 19ης Νοεμβρίου 1998, C‑159/96, Πορτογαλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. I‑7379, σκέψεις 40 και 41, καθώς και προπαρατεθείσα απόφαση Κοινοβούλιο κατά Επιτροπής, σκέψη 51).
53 Δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση θεμελιώνεται στην οδηγία 2002/95 και, ιδίως, στο άρθρο της 5, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, επιβάλλεται η εξέταση της διατάξεως αυτής.
54 Το άρθρο 5 της οδηγίας 2002/95 αφορά τροποποιήσεις του παραρτήματός της. Σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής, το εν λόγω παράρτημα περιέχει τον κατάλογο των εφαρμογών για τις οποίες δεν ισχύει η απαγόρευση διαθέσεως στην αγορά ειδών ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού που περιέχουν μόλυβδο, υδράργυρο, κάδμιο, εξασθενές χρώμιο, PBB ή PBDE, την οποία προβλέπει το άρθρο 4, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας.
55 Το άρθρο 5 της οδηγίας 2002/95 επιγράφεται «Προσαρμογή στην επιστημονική και τεχνική πρόοδο». Από την εισαγωγική φράση της παραγράφου του 1 προκύπτει ότι, προκειμένου το παράρτημα της οδηγίας αυτής να προσαρμοστεί στην επιστημονική και τεχνική πρόοδο και να τροποποιηθεί, ως εκ τούτου, για τους προβλεπόμενους στα σημεία α΄ έως γ΄, της εν λόγω παραγράφου 1 σκοπούς, επιβάλλεται η τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 7, παράγραφος 2, της ίδιας οδηγίας.
56 Το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας 2002/95 αφορά ειδικώς την εξαίρεση υλικών και κατασκευαστικών στοιχείων ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού από την απαγόρευση του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας. Μια τέτοια εξαίρεση χωρεί μόνον εφόσον πληρούται μία από τις δύο επιβαλλόμενες προϋποθέσεις, δηλαδή είτε εφόσον η εξάλειψη ή υποκατάστασή τους με αλλαγές στο σχεδιασμό ή με υλικά και κατασκευαστικά στοιχεία που δεν απαιτούν τη χρησιμοποίηση υλικών ή ουσιών που αναφέρονται στην εν λόγω παράγραφο είναι τεχνικώς ή επιστημονικώς ανέφικτη, είτε εάν οι επιπτώσεις της υποκατάστασης για το περιβάλλον, την υγεία ή/και την ασφάλεια των καταναλωτών ενδέχεται να είναι σημαντικότερες από τα πλεονεκτήματά της για το περιβάλλον, την υγεία ή/και την ασφάλεια των καταναλωτών.
57 Από κανένα στοιχείο του κειμένου δεν μπορεί να συναχθεί ότι αυτή η διαζευκτική προϋπόθεση εξαιρέσεως του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας 2002/95 μπορεί να ερμηνευθεί ανεξάρτητα από την επικεφαλίδα του άρθρου 5 και από το κείμενο της εισαγωγικής φράσεως της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού. Αντιθέτως, δεδομένου ότι η οδηγία 2002/95 περιέχει μόνον ένα παράρτημα και σε αυτό απαριθμούνται μόνον τα εξαιρούμενα υλικά και κατασκευαστικά στοιχεία, η επέκταση του καταλόγου αυτού απαιτεί να πληρούται η προϋπόθεση της αναγκαιότητας της τροποποιήσεως για την προσαρμογή του παραρτήματος αυτού στην επιστημονική και τεχνική πρόοδο και, επιπλέον, η μία από τις δύο προϋποθέσεις του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας αυτής.
58 Συνεπώς, εφόσον δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της εισαγωγικής φράσεως της παραγράφου 1 του άρθρου 5 της οδηγίας 2002/95 ή μία από τις προϋποθέσεις που θεσπίζει το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, η διάθεση στην αγορά των επίμαχων ειδών ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού δεν μπορεί να εξαιρεθεί από την απαγόρευση του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής.
59 Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, με την εξαίρεση της προϋποθέσεως που αφορά τη βοήθεια της προβλεπόμενης στο άρθρο 7 της οδηγίας 2002/95 επιτροπής, οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 5, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής δεν τηρήθηκαν από την Επιτροπή κατά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως.
60 Ειδικότερα, η απόφαση αυτή εκδόθηκε λαμβανομένων υπόψη των πορισμάτων της εκθέσεως του 2002, τα οποία δεν τροποποιήθηκαν από τις εκθέσεις του 2004 και του 2005. Συνεπώς, δεδομένης της ημερομηνίας κατά την οποία εκδόθηκε η οδηγία αυτή, στις 27 Ιανουαρίου 2003, δεν πληρούνταν η προβλεπόμενη στην εισαγωγική φράση του άρθρου 5, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας προϋπόθεση της αναγκαιότητας της προσαρμογής του παραρτήματός της στην επιστημονική και τεχνική πρόοδο.
61 Η Επιτροπή προβάλλει ότι η μνεία του DecaBDE στο σημείο 10 του παραρτήματος της οδηγίας 2002/95 την απαλλάσσει από την υποχρέωση να αποδείξει ότι οποιαδήποτε από τις ενέργειές της η οποία αφορά το DecaBDE και εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/95 συνιστά προσαρμογή στην επιστημονική και τεχνική πρόοδο. Ακόμη και αν τα πράγματα έχουν έτσι, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Επιτροπή δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωση να αποδείξει ότι πληρούται μία από τις προϋποθέσεις του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της ίδιας οδηγίας.
62 Με τα δικόγραφά της, η Επιτροπή υποστηρίζει συναφώς ότι, εν προκειμένω, πληρούται η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας 2002/95, δεδομένου ότι οι διάφορες εκθέσεις αξιολογήσεως ανέφεραν ότι δεν συνέτρεχε ανάγκη εφαρμογής και άλλων μέτρων μειώσεως των κινδύνων πέραν των ήδη εφαρμοζομένων. Από την τρίτη αιτιολογική σκέψη της προσβαλλομένης αποφάσεως, την οποία αιτιολογική σκέψη συνέταξε, σύμφωνα με την Επιτροπή, το Συμβούλιο, προκύπτει ότι η προϋπόθεση αυτή τηρήθηκε.
63 Πρέπει ωστόσο να επισημανθεί ότι ούτε η τρίτη αιτιολογική σκέψη της προσβαλλομένης αποφάσεως ούτε το πόρισμα των εκθέσεων στο οποίο αναφέρεται η Επιτροπή αποδεικνύουν ότι πληρούται η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας 2002/95.
64 Ειδικότερα, οι εκθέσεις αυτές ουδόλως εξετάζουν τις δυνατότητες υποκαταστάσεως του DecaBDE και, κατά συνέπεια, δεν εξετάζουν ούτε τις επιπτώσεις που θα μπορούσαν να έχουν αυτές οι δυνατότητες υποκαταστάσεως. Σύμφωνα με τις δηλώσεις του Κοινοβουλίου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, οι οποίες δεν αμφισβητήθηκαν από την Επιτροπή, αυτή παράγγειλε μια μελέτη για τις δυνατότητες υποκαταστάσεως του DecaBDE μόλις τον Ιούνιο του 2006.
65 Η Επιτροπή και το Ηνωμένο Βασίλειο εκτιμούν πάντως ότι το άρθρο 5 της οδηγίας 2002/95 πρέπει να τοποθετηθεί στο πλαίσιο της εκδόσεώς του, ότι πρέπει να αναγνωστεί υπό το πρίσμα του άρθρου 4, παράγραφος 2, της ίδιας οδηγίας, η οποία διάταξη δεν πρέπει να ερμηνεύεται στενά, ότι το σημείο 10 του παραρτήματος της εν λόγω οδηγίας υποχρέωνε την Επιτροπή να ενεργήσει κατά τον τρόπο που ενήργησε και ότι η Επιτροπή διέθετε ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως.
66 Ασφαλώς, όπως επισημαίνουν η Επιτροπή και το Ηνωμένο Βασίλειο, το σημείο 10 του παραρτήματος της οδηγίας 2002/95 προβλέπει ότι η Επιτροπή εξετάζει τις εφαρμογές που αφορούν, μεταξύ άλλων, το DecaBDE κατά προτεραιότητα, «προκειμένου να αποφασίσει, το ταχύτερο δυνατόν, αν πρέπει να τροποποιηθούν αναλόγως τα είδη αυτά». Ωστόσο, τίποτε στην οδηγία 2002/95 δεν ενισχύει την άποψη ότι η διάταξη αυτή επιτρέπει στην Επιτροπή να μην τηρήσει τις προϋποθέσεις του άρθρου 5, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής, συμπέρασμα το οποίο άλλωστε δέχθηκε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση.
67 Ειδικότερα, κατά πάγια νομολογία, για την ερμηνεία μιας διατάξεως του κοινοτικού δικαίου πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όχι μόνον το γράμμα της, αλλά και τα συμφραζόμενά της και οι σκοποί που επιδιώκονται με τη ρύθμιση της οποίας αποτελεί μέρος (βλ., ιδίως, αποφάσεις της 19ης Σεπτεμβρίου 2000, C‑156/98, Γερμανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. I‑6857, σκέψη 50, και της 7ης Δεκεμβρίου 2006, C‑306/05, SGAE, Συλλογή 2006, σ. I‑11519, σκέψη 34).
68 Πρέπει, καταρχάς, να επισημανθεί ότι από τη διατύπωση του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/95 προκύπτει ότι από 1ης Ιουλίου 2006 απαγορεύεται η χρήση στον ηλεκτρικό και ηλεκτρονικό εξοπλισμό των PBDE, μιας κατηγορίας ουσιών στην οποία ανήκει το DecaBDE.
69 Ασφαλώς, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου αυτού, η απαγόρευση αυτή δεν ισχύει για τις εφαρμογές που απαριθμούνται στο παράρτημα της εν λόγω οδηγίας. Όπως όμως προκύπτει από τη διατύπωση του σημείου 10 του παραρτήματος αυτού, το DecaBDE αναφέρεται στο σημείο αυτό όχι ως εξαιρούμενη ουσία, αλλά ως ουσία που πρέπει να εξετασθεί από την Επιτροπή σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 7, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας. Ωστόσο, η τροποποίηση του παραρτήματος της οδηγίας 2002/95, σύμφωνα με τη διαδικασία αυτή, για τους σκοπούς της εξαιρέσεως υλικών και κατασκευαστικών στοιχείων ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού προϋποθέτει, σύμφωνα με τη σαφή και ακριβή διατύπωση του άρθρου 5, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας, ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις της διατάξεως αυτής, οι οποίες ουδόλως παραπέμπουν στο σημείο 10 του παραρτήματος της οδηγίας αυτής.
70 Όπως προβάλλουν ορθώς το Κοινοβούλιο, το Βασίλειο της Δανίας, το Βασίλειο της Σουηδίας και το Βασίλειο της Νορβηγίας, το σημείο 10 του παραρτήματος της οδηγίας 2002/95 είχε συνεπώς ως μοναδικό αποτέλεσμα τη δημιουργία χρονικής προτεραιότητας και όχι την εξουσιοδότηση ή τη δημιουργία διαδικασίας αξιολογήσεως χωριστής από εκείνη που ήδη προβλέπει η οδηγία αυτή.
71 Κατά την εξέταση εν συνεχεία του άρθρου 5 της εν λόγω οδηγίας στο πλαίσιο των συμφραζομένων του, πρέπει να υπομνησθεί ότι το άρθρο αυτό διευκρινίζει τις προϋποθέσεις εξαιρέσεως από την αρχή της απαγορεύσεως που επιβάλλει το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής και πρέπει ως εκ τούτου να ερμηνεύεται στενά.
72 Ωστόσο, όπως υπογράμμισαν τα προσφεύγοντα, το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2002/95 προβλέπει δυνατότητα εξαιρέσεως μόνο για τις εφαρμογές ουσιών και όχι γι’ αυτή την ίδια την ουσία.
73 Συναφώς, η Επιτροπή δεν αμφισβήτησε το επιχείρημα των προσφευγόντων ότι, δεδομένου ότι το DecaBDE χρησιμοποιείται κυρίως στα πολυμερή, η εξαίρεση «σε εφαρμογές πολυμερών» που προβλέπεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ισοδυναμεί με γενικευμένη εξαίρεση της χρήσεως του DecaBDE στον ηλεκτρικό και ηλεκτρονικό εξοπλισμό. Η Επιτροπή δήλωσε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι το DecaBDE μπορούσε να χρησιμοποιηθεί στα υφάσματα, πλην όμως επιβάλλεται η διαπίστωση ότι αυτά δεν αποτελούν αντικείμενο της οδηγίας 2002/95 η οποία, όπως δηλώνει ο τίτλος της, αφορά μόνον τα είδη ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού.
74 Τέλος, σε ό,τι αφορά τους σκοπούς της οδηγίας 2002/95, από την πέμπτη, έκτη και ενδέκατη αιτιολογική σκέψη της προκύπτει ότι βούληση του κοινοτικού νομοθέτη είναι να απαγορεύσει τα προϊόντα που αναφέρονται στην εν λόγω οδηγία και να χορηγήσει εξαιρέσεις μόνον υπό επακριβώς καθορισμένες προϋποθέσεις.
75 Ένας τέτοιος σκοπός, ο οποίος είναι σύμφωνος με το άρθρο 152 ΕΚ, βάσει του οποίου, κατά τον καθορισμό και την εφαρμογή όλων των πολιτικών και δράσεων της Κοινότητας, εξασφαλίζεται υψηλού επιπέδου προστασία της υγείας του ανθρώπου (βλ., συναφώς, απόφαση της 12ης Ιανουαρίου 2006, C‑504/04, Agrarproduktion Staebelow, Συλλογή 2006, σ. I‑679, σκέψη 39), καθώς και το άρθρο 174, παράγραφος 2, ΕΚ, βάσει του οποίου η πολιτική της Κοινότητας στον τομέα του περιβάλλοντος αποβλέπει σε υψηλό επίπεδο προστασίας και στηρίζεται στις αρχές της προφυλάξεως και της προληπτικής δράσεως (βλ. απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 2004, C‑127/02, Waddenvereniging και Vogelbeschermingsvereniging, Συλλογή 2004, σ. I‑7405, σκέψη 44), δικαιολογεί τη στενή αυτή ερμηνεία των προϋποθέσεων εξαιρέσεως.
76 Εν προκειμένω, χωρίς να απαιτείται να κριθεί η έκταση του περιθωρίου εκτιμήσεως της Επιτροπής, αρκεί η διαπίστωση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία ισοδυναμεί με γενικευμένη εξαίρεση της χρήσεως του DecaBDE στον ηλεκτρικό και ηλεκτρονικό εξοπλισμό, εκδόθηκε χωρίς να τηρηθούν οι προϋποθέσεις που επέβαλε ο κοινοτικός νομοθέτης με το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/95 και αντιβαίνει στον επιδιωκόμενο από αυτόν τον νομοθέτη σκοπό της καθιερώσεως της αρχής της απαγορεύσεως των κατασκευαστικών στοιχείων που αναφέρονται στην οδηγία αυτή.
77 Η Επιτροπή και το Ηνωμένο Βασίλειο επικαλούνται ακόμη την ύπαρξη ενός προγράμματος περιορισμού των εκπομπών σε εθελούσια βάση, το οποίο αναφέρεται στην τρίτη αιτιολογική σκέψη της προσβαλλομένης αποφάσεως. Ωστόσο, το πρόγραμμα αυτό δεν έχει σχέση με τις προϋποθέσεις μεταβιβάσεως αρμοδιότητας που επιβάλλει η οδηγία 2002/95.
78 Από τα διάφορα προαναφερθέντα στοιχεία προκύπτει ότι η Επιτροπή, εκδίδοντας την προσβαλλόμενη απόφαση όσον αφορά την εξαίρεση του DecaBDE, παρέβη το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/95.
79 Κατόπιν του συμπεράσματος αυτού, παρέλκει η κρίση επί της υπερβάσεως και/ή καταχρήσεως εξουσίας των οποίων έγινε επίκληση στο πλαίσιο του πρώτου λόγου.
Επί του δευτέρου έως τετάρτου λόγου
80 Δεδομένου ότι ο πρώτος λόγος είναι βάσιμος, δεν είναι αναγκαίο να εξετασθούν οι λόγοι από τον δεύτερο έως τον τέταρτο.
81 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το σημείο 2 του παραρτήματος της προσβαλλομένης αποφάσεως πρέπει να ακυρωθεί. Εναπόκειται στην Επιτροπή να εξακριβώσει αν απαιτείται συνακόλουθα η προσαρμογή του τίτλου του παραρτήματος της οδηγίας 2002/95, τον οποίο αφορά το σημείο 1 του παραρτήματος της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Επί της διατηρήσεως των αποτελεσμάτων της διατάξεως που ακυρώνεται
82 Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή και το Ηνωμένο Βασίλειο ζήτησαν από το Δικαστήριο, για την περίπτωση κατά την οποία θα ακύρωνε τις αμφισβητούμενες διατάξεις της προσβαλλομένης αποφάσεως, να διατηρήσει τα αποτελέσματά τους επί τουλάχιστον εννέα μήνες, που ήταν η προθεσμία προσαρμογής που θα είχε χορηγηθεί στις επιχειρήσεις που παράγουν ή χρησιμοποιούν DecaBDE, αν τον Οκτώβριο του 2005 η Επιτροπή είχε αποφασίσει να μην εξαιρέσει το DecaBDE και το προϊόν αυτό είχε αποτελέσει αντικείμενο της προβλεπόμενης στο άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/95 απαγορεύσεως.
83 Τα προσφεύγοντα και οι λοιποί παρεμβαίνοντες αντιτάχθηκαν στο αίτημα αυτό για τον λόγο ότι τούτο έπρεπε να διατυπωθεί στα γραπτά υπομνήματα και ότι εν πάση περιπτώσει οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις όφειλαν να γνωρίζουν, μετά την έκδοση της οδηγίας 2002/95, ότι το DecaBDE είχε απαγορευθεί από τον κοινοτικό νομοθέτη.
84 Κατά το άρθρο 231, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, το Δικαστήριο μπορεί, εφόσον το κρίνει αναγκαίο, να προσδιορίσει εκείνα τα αποτελέσματα ενός ακυρωθέντος κανονισμού που θεωρούνται ότι διατηρούν την ισχύ τους. Η διάταξη αυτή μπορεί να εφαρμοσθεί επίσης επί αποφάσεως που εκδόθηκε για την τροποποίηση ενός παραρτήματος οδηγίας (βλ., όσον αφορά την ίδια την οδηγία, συναφώς, ιδίως, απόφαση της 5ης Ιουλίου 1995, C‑21/94, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1995, σ. I‑1827, σκέψη 31).
85 Λαμβανομένης υπόψη της διατυπώσεως της διατάξεως αυτής, από την οποία προκύπτει ότι, εφόσον το κρίνει αναγκαίο, το Δικαστήριο μπορεί, ακόμη και αυτεπαγγέλτως, να περιορίσει το ακυρωτικό αποτέλεσμα της αποφάσεώς του, παρέλκει η κρίση επί των επιπτώσεων της φερόμενης καθυστερημένης υποβολής του αιτήματος της Επιτροπής και του Ηνωμένου Βασιλείου.
86 Στην υπό κρίση υπόθεση, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η διαφορά κατ’ ουσίαν προκλήθηκε εξαιτίας του τρόπου με τον οποίο έχει συνταχθεί η οδηγία 2002/95, ιδίως δε εξαιτίας της ιδιαιτέρως περίπλοκης σχέσης μεταξύ των άρθρων της 4 και 5 και του σημείου 10 του παραρτήματός της, καθώς και του γεγονότος ότι η Επιτροπή εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση στις 13 Οκτωβρίου 2005, ήτοι εννέα μήνες πριν από την έναρξη ισχύος της απαγορεύσεως του DecaBDE την 1η Ιουλίου 2006, επιβάλλεται, προκειμένου να ληφθούν υπόψη τα συμφέροντα των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων, η διατήρηση, για λόγους ασφάλειας δικαίου, των αποτελεσμάτων της διατάξεως που ακυρώνεται για την απολύτως αναγκαία περίοδο προσαρμογής, ήτοι μέχρι τις 30 Ιουνίου 2008.
Επί των δικαστικών εξόδων
87 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Επειδή το Κοινοβούλιο και το Βασίλειο της Δανίας, στην υπόθεση C‑295/06, ζήτησαν την καταδίκη της Επιτροπής και αυτή ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα του Κοινοβουλίου και του Βασιλείου της Δανίας στην υπόθεση C‑295/06.
88 Το Βασίλειο της Δανίας στην υπόθεση C‑14/06, η Πορτογαλική Δημοκρατία, η Δημοκρατία της Φινλανδίας, το Βασίλειο της Σουηδίας και το Βασίλειο της Νορβηγίας, αφενός, και το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, αφετέρου, που παρενέβησαν προς στήριξη των αιτημάτων των προσφευγόντων, οι μεν, και της καθής, το δε, φέρουν, σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, του ίδιου Κανονισμού, τα δικαστικά τους έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τμήμα μείζονος συνθέσεως) αποφασίζει:
1) Ακυρώνει το σημείο 2 του παραρτήματος της αποφάσεως 2005/717/ΕΚ της Επιτροπής, της 13ης Οκτωβρίου 2005, για την τροποποίηση με στόχο την προσαρμογή στην τεχνική πρόοδο του παραρτήματος της οδηγίας 2002/95/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τον περιορισμό της χρήσης ορισμένων επικίνδυνων ουσιών σε είδη ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού.
2) Διατηρεί έως και τις 30 Ιουνίου 2008 τα αποτελέσματα του σημείου 2 του παραρτήματος της αποφάσεως 2005/717.
3) Καταδικάζει την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στα δικαστικά έξοδα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Βασιλείου της Δανίας στην υπόθεση C‑295/06.
4) Το Βασίλειο της Δανίας, στην υπόθεση C‑14/06, η Πορτογαλική Δημοκρατία, η Δημοκρατία της Φινλανδίας, το Βασίλειο της Σουηδίας, το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας και το Βασίλειο της Νορβηγίας φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
(υπογραφές)
* Γλώσσες διαδικασίας: η αγγλική και η δανική.
Full & Egal Universal Law Academy