Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C‑37/06 και C‑58/06
Viamex Agrar Handels GmbH
και
Zuchtvieh-Kontor GmbH (ZVK)
κατά
Hauptzollamt Hamburg-Jonas
(αιτήσεις του Finanzgericht Hamburg για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Κανονισμός (ΕΚ) 615/98 — Οδηγία 91/628/ΕΟΚ — Επιστροφές κατά την εξαγωγή — Προστασία των βοοειδών κατά τη μεταφορά — Εξάρτηση της καταβολής των επιστροφών κατά την εξαγωγή των βοοειδών από την τήρηση των διατάξεων της οδηγίας 91/628/ΕΟΚ — Αρχή της αναλογικότητας — Απώλεια του δικαιώματος επί επιστροφής»
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα P. Mengozzi της 13ης Σεπτεμβρίου 2007 ?I — 0000
Απόφαση του Δικαστηρίου (τρίτο τμήμα) της 17ης Ιανουαρίου 2008 ?I — 0000
Περίληψη της αποφάσεως
1. Γεωργία – Κοινή οργάνωση των αγορών – Επιστροφές κατά την εξαγωγή – Προϋποθέσεις χορηγήσεως
(Κανονισμός 805/68 του Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2634/97, άρθρο 13 § 9· κανονισμός 615/98 της Επιτροπής· οδηγία 91/628 του Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 95/29)
2. Γεωργία – Κοινή οργάνωση των αγορών – Επιστροφές κατά την εξαγωγή – Προϋποθέσεις χορηγήσεως
(Κανονισμός 615/98 της Επιτροπής, άρθρο 5 § 3· οδηγία 91/628 του Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 95/29)
1. Το γεγονός και μόνον ότι ο κανονισμός 615/98, για ειδικές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των επιστροφών κατά την εξαγωγή όσον αφορά την καλή μεταχείριση των ζωντανών βοοειδών κατά τη μεταφορά, εξαρτά την καταβολή των επιστροφών κατά την εξαγωγή των ζωντανών βοοειδών από την τήρηση ορισμένου αριθμού προϋποθέσεων, τις οποίες καθορίζει κοινοτική νομοθεσία επιδιώκουσα ίδιους σκοπούς, δεν μπορεί αυτό καθεαυτό να θεωρείται ως λόγος ακυρότητας του εν λόγω κανονισμού, καθόσον οι κατ’ αυτόν τον τρόπο επιδιωκόμενοι σκοποί όχι μόνον είναι απολύτως θεμιτοί αλλά και συνιστούν, βάσει του κοινοτικού δικαίου, συνεχείς και πάγιες υποχρεώσεις που βαρύνουν όλα τα κράτη μέλη και τα κοινοτικά όργανα κατά τη διαμόρφωση και εφαρμογή της κοινής γεωργικής πολιτικής. Μολονότι μια οδηγία, αυτή καθεαυτή, δεν γεννά υποχρεώσεις για τους ιδιώτες, δεν μπορεί καταρχήν να αποκλεισθεί η δυνατότητα εφαρμογής των διατάξεων μιας οδηγίας μέσω ρητής παραπομπής ενός κανονισμού στις διατάξεις της οδηγίας αυτής, υπό την επιφύλαξη της τηρήσεως των γενικών αρχών του δικαίου και ιδίως της αρχής της ασφάλειας δικαίου.
Περαιτέρω, σκοπός της γενικής παραπομπής του εν λόγω κανονισμού 615/98 στην οδηγία 91/628, για την προστασία των ζώων κατά τη μεταφορά, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 95/29, είναι να διασφαλισθεί, χάριν της εφαρμογής του άρθρου 13, παράγραφος 9, του κανονισμού 805/68, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2634/97, η τήρηση των διατάξεων της εν λόγω οδηγίας που είναι σχετικές με την καλή μεταχείριση των ζωντανών ζώων και ειδικότερα με την προστασία των ζώων κατά τη μεταφορά. Ως εκ τούτου, η εν λόγω παραπομπή, με την οποία καθορίζονται οι προϋποθέσεις χορηγήσεως των επιστροφών, δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι καλύπτει το σύνολο των διατάξεων της οδηγίας 91/628 και ιδίως εκείνες που είναι άσχετες με τον κύριο σκοπό της εν λόγω οδηγίας.
(βλ. σκέψεις 26-29)
2. Το άρθρο 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 615/98, για ειδικές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των επιστροφών κατά την εξαγωγή όσον αφορά την καλή μεταχείριση των ζωντανών βοοειδών κατά τη μεταφορά, πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι η μη τήρηση της οδηγίας 91/628, για την προστασία των ζώων κατά τη μεταφορά, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 95/29, η οποία μπορεί να συνεπάγεται τη μείωση ή την απώλεια της επιστροφής κατά την εξαγωγή, αφορά τις διατάξεις της οδηγίας αυτής οι οποίες ασκούν επιρροή στην καλή διαβίωση των ζώων, ήτοι στη φυσική κατάσταση και/ή στην υγεία τους, και όχι εκείνες εκ των διατάξεων αυτών οι οποίες δεν ασκούν καταρχήν τέτοια επιρροή. Συνεπώς, οι προϋποθέσεις που καθορίζει η διάταξη αυτή είναι σύμφωνες με την αρχή της αναλογικότητας. Εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει ότι οι αρμόδιες αρχές προέβησαν σε μια σύμφωνη με την εν λόγω αρχή εφαρμογή των σχετικών διατάξεων του κανονισμού 615/98.
(βλ. σκέψεις 42-43, 46)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 17ης Ιανουαρίου 2008 (*)
«Κανονισμός (ΕΚ) 615/98 – Οδηγία 91/628/ΕΟΚ – Επιστροφές κατά την εξαγωγή – Προστασία των βοοειδών κατά τη μεταφορά – Εξάρτηση της καταβολής των επιστροφών κατά την εξαγωγή των βοοειδών από την τήρηση των διατάξεων της οδηγίας 91/628/ΕΟΚ – Αρχή της αναλογικότητας – Απώλεια του δικαιώματος επί επιστροφής»
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑37/06 και C‑58/06,
με αντικείμενο αιτήσεις εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το Finanzgericht Hamburg (Γερμανία) με αποφάσεις της 10ης και 12ης Ιανουαρίου 2006, οι οποίες περιήλθαν αντιστοίχως στο Δικαστήριο στις 23 Ιανουαρίου και 3 Φεβρουαρίου 2006, στο πλαίσιο των δικών
Viamex Agrar Handels GmbH (C‑37/06),
Zuchtvieh-Kontor GmbH (ZVK) (C‑58/06)
κατά
Hauptzollamt Hamburg-Jonas,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους A. Rosas, πρόεδρο τμήματος, J. N. Cunha Rodrigues, J. Klučka (εισηγητή), A. Ó Caoimh και P. Lindh, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: P. Mengozzi
γραμματέας: B. Fülöp, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 1ης Μαρτίου 2007,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η Viamex Agrar Handels GmbH, εκπροσωπούμενη από τον W. Schedl, Rechtsanwalt,
– η Zuchtvieh-Kontor GmbH (ZVK), εκπροσωπούμενη από τον K. Landry, Rechtsanwalt,
– το Hauptzollamt Hamburg-Jonas, εκπροσωπούμενο από την G. Seber,
– η Σουηδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την A. Falk,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον F. Erlbacher,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2007,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Οι αιτήσεις εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορούν το κύρος των άρθρων 1 και 5, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 615/98 της Επιτροπής, της 18ης Μαρτίου 1998, για ειδικές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των επιστροφών κατά την εξαγωγή όσον αφορά την καλή μεταχείριση των ζωντανών βοοειδών κατά τη μεταφορά (ΕΕ L 82, σ. 19).
2 Οι αιτήσεις αυτές υποβλήθηκαν στο πλαίσιο διαφορών μεταξύ των Viamex Agrar Handels GmbH (στο εξής: Viamex) και Zuchtvieh‑Kontor GmbH (ZVK) (στο εξής: ZVK) και του Hauptzollamt Hamburg‑Jonas (στο εξής: Hauptzollamt) σχετικά με επιστροφές κατά την εξαγωγή ζωντανών βοοειδών, αντιστοίχως, στον Λίβανο και στην Αίγυπτο.
Το νομικό πλαίσιο
3 Το άρθρο 13, παράγραφος 9, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 805/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 72), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 2634/97 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1997 (ΕΕ L 356 σ. 13, στο εξής: κανονισμός 805/68), προβλέπει ότι η καταβολή της επιστροφής κατά την εξαγωγή ζωντανών ζώων εξαρτάται από την τήρηση της κοινοτικής νομοθεσίας σχετικά με την καλή μεταχείριση των ζώων, ειδικότερα κατά τη μεταφορά.
4 Οι λεπτομέρειες εφαρμογής του κανονισμού 805/68 προσδιορίστηκαν με τον κανονισμό 615/98.
5 Το άρθρο 1 του κανονισμού 615/98 ορίζει ότι η καταβολή των επιστροφών κατά την εξαγωγή ζωντανών βοοειδών εξαρτάται από την τήρηση, κατά τη μεταφορά των ζώων μέχρι την πρώτη εκφόρτωση στην τρίτη χώρα του τελικού προορισμού, των διατάξεων της οδηγίας 91/628/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Νοεμβρίου 1991, για την προστασία των ζώων κατά τη μεταφορά και για την τροποποίηση των οδηγιών 90/425/ΕΟΚ και 91/496/ΕΟΚ (ΕΕ L 340, σ. 17), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 95/29/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 1995 (ΕΕ L 148, σ. 52, στο εξής: οδηγία 91/628), και των διατάξεων του εν λόγω κανονισμού.
6 Κατά το άρθρο 2 του κανονισμού αυτού, τα ζώα ελέγχονται κατά την έξοδο από το τελωνειακό έδαφος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Ο επίσημος κτηνίατρος πρέπει να εξακριβώσει και να πιστοποιήσει ότι τα ζώα μπορούν να πραγματοποιήσουν τα ταξίδι που προβλέπεται σύμφωνα με τις διατάξεις της οδηγίας 91/628, ότι το μέσο μεταφοράς με το οποίο τα ζώα θα εγκαταλείψουν το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας είναι σύμφωνο με τα προβλεπόμενα στις διατάξεις της οδηγίας αυτής και ότι έχουν ληφθεί μέτρα για την περιποίηση των ζώων κατά τη διάρκεια του ταξιδιού σύμφωνα με τις διατάξεις της εν λόγω οδηγίας.
7 Βάσει του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 615/98, η αίτηση καταβολής των επιστροφών κατά την εξαγωγή πρέπει να συμπληρωθεί από την απόδειξη ότι τηρήθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 1 του κανονισμού αυτού, η δε απόδειξη αυτή παρέχεται διά της προσκομίσεως του αντιγράφου ελέγχου T5 και της εκθέσεως ελέγχου μιας εταιρίας ελέγχου, συνοδευόμενης από το κτηνιατρικό πιστοποιητικό.
8 Το άρθρο 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 615/98 ορίζει πάντως ότι δεν καταβάλλεται επιστροφή κατά την εξαγωγή για τα ζώα τα οποία πεθαίνουν κατά τη μεταφορά ή για τα οποία η αρμόδια αρχή θεωρεί, έχοντας υπόψη τα έγγραφα που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του εν λόγω άρθρου 5, τις εκθέσεις των ελέγχων που αναφέρονται στο άρθρο 4 του κανονισμού αυτού και/ή οποιοδήποτε άλλο στοιχείο το οποίο διαθέτει σχετικά με την τήρηση των διατάξεων του άρθρου 1 του εν λόγω κανονισμού, ότι η οδηγία 91/628 δεν έχει τηρηθεί.
9 Το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 91/628 ορίζει ότι τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η διάρκεια μεταφοράς και αναπαύσεως καθώς και τα διαστήματα ταΐσματος και ποτίσματος να ανταποκρίνονται στα καθοριζόμενα στο κεφάλαιο VII του παραρτήματος αυτής.
10 Σε περίπτωση οδικής μεταφοράς ζωντανών βοοειδών, το σημείο 48, παράγραφος 4, στοιχείο δ΄, του κεφαλαίου VII του παραρτήματος της οδηγίας 91/628 επιβάλλει την τήρηση επαρκούς χρόνου αναπαύσεως τουλάχιστον μιας ώρας ύστερα από 14 ώρες μεταφοράς. Μετά από αυτόν τον χρόνο αναπαύσεως, το ταξίδι μπορεί να συνεχιστεί για άλλες 14 ώρες. Έτσι, η μέγιστη διάρκεια μεταφοράς καθορίζεται σε 29 ώρες. Πάντως, η παράγραφος 8 του εν λόγω σημείου 48 προβλέπει ότι η διάρκεια του ταξιδιού μπορεί να παρατείνεται κατά 2 ώρες προς το συμφέρον των ζώων, ανάλογα ιδίως με την εγγύτητα του τόπου προορισμού.
11 Δυνάμει του σημείου 48, παράγραφος 5, του κεφαλαίου VII του παραρτήματος της οδηγίας 91/628, πρέπει να παρέχεται στα ζώα χρόνος αναπαύσεως τουλάχιστον 24 ωρών μετά την καθορισμένη διάρκεια του ταξιδιού.
Οι διαφορές των κυρίων δικών και τα προδικαστικά ερωτήματα
12 Στην πρώτη από τις υποθέσεις των κυρίων δικών, η Viamex δήλωσε στο Hauptzollamt Kiel την εξαγωγή στον Λίβανο 35 ζωντανών βοοειδών. Με απόφαση της 1ης Φεβρουαρίου 2001, το Hauptzollamt, στηριζόμενο ιδίως στα άρθρα 1 και 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 615/98, απέρριψε την αίτηση χορηγήσεως επιστροφής κατά την εξαγωγή που του είχε υποβάλει η Viamex, με την αιτιολογία ότι, κατόπιν της εξετάσεως του υποβληθέντος από την εταιρία αυτή σχεδίου δρομολογίου, προέκυψε ότι δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη στο σημείο 48, παράγραφος 5, του κεφαλαίου VII του παραρτήματος της οδηγίας 91/628 εικοσιτετράωρη περίοδος αναπαύσεως. Η Viamex προέβαλε όμως ότι η μη τήρηση της διατάξεως αυτής οφειλόταν στο γεγονός ότι ο επίσημος κτηνίατρος τής είχε δώσει την εντολή να συνεχίσει το ταξίδι πριν τηρήσει την εικοσιτετράωρη περίοδο αναπαύσεως. Το Hauptzollamt εκτιμά ότι, παρά το γεγονός αυτό, η Viamex έπρεπε να έχει ενημερωθεί για την επιβαλλόμενη από την οδηγία 91/628 διάρκεια αναπαύσεως. Επιπλέον, η Viamex δεν τήρησε, εξαιτίας διατυπώσεων για τη διαπίστωση ατυχήματος και ενός ελέγχου βαρέων οχημάτων, την προβλεπόμενη στο σημείο 48, παράγραφος 4, στοιχείο δ΄, του κεφαλαίου VII του παραρτήματος της οδηγίας 91/628 μέγιστη διάρκεια του δευτέρου σταδίου της μεταφοράς.
13 Στη δεύτερη από τις υποθέσεις των κυρίων δικών, η ZVK δήλωσε στο Hauptzollamt Bamberg την εξαγωγή στην Αίγυπτο 32 ζωντανών βοοειδών και ζήτησε εξ αυτού του λόγου να της προκαταβληθεί επιστροφή κατά την εξαγωγή, την οποία και της χορήγησε το Hauptzollamt. Εντούτοις, με τροποποιητική απόφαση της 1ης Σεπτεμβρίου 2003, το Hauptzollamt αποφάσισε να αναζητήσει την επιστροφή αυτή, πλέον προσαυξήσεως 10 %, με την αιτιολογία ιδίως ότι τα ζώα είχαν μεταφερθεί επί περισσότερες από 14 ώρες κατά παράβαση των διατάξεων της οδηγίας 91/628. Ειδικότερα, το δεύτερο στάδιο της μεταφοράς διήρκεσε 15 ώρες και 45 λεπτά. Η υπέρβαση της μέγιστης διάρκειας του δευτέρου σταδίου της μεταφοράς συνεπάγεται ακόμη ότι η ZVK δεν τήρησε τον κανόνα του σημείου 48, παράγραφος 5, του κεφαλαίου VII του παραρτήματος της οδηγίας 91/628, σύμφωνα με τον οποίο, έπειτα από μια μέγιστη περίοδο μεταφοράς 29 ωρών, τα ζώα πρέπει να εκφορτώνονται και να τους παρέχεται τροφή, νερό και χρόνος ανάπαυσης τουλάχιστον 24 ωρών.
14 Επειδή οι διοικητικές προσφυγές που άσκησαν οι Viamex και ZVK κατά των αποφάσεων του Hauptzollamt, αντιστοίχως, της 1ης Φεβρουαρίου 2001 και της 1ης Σεπτεμβρίου 2003 δεν έγιναν δεκτές, οι εταιρίες αυτές αποφάσισαν να προσφύγουν ενώπιον του Finanzgericht Hamburg, το οποίο, εκτιμώντας ότι η επίλυση των δύο υποθέσεων των οποίων έχει επιληφθεί εξαρτάται από την ερμηνεία κοινοτικών διατάξεων, αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα, τα οποία είναι πανομοιότυπα διατυπωμένα σε καθεμία από τις εν λόγω υποθέσεις:
«1) Είναι το άρθρο 1 του κανονισμού 615/98 έγκυρο, καθόσον εξαρτά τη χορήγηση της επιστροφής κατά την εξαγωγή από την τήρηση της οδηγίας 91/628 […];
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ανωτέρω ερώτημα: Συμβιβάζεται με την αρχή της αναλογικότητας η διάταξη του άρθρου 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 615/98, κατά την οποία δεν καταβάλλεται επιστροφή κατά την εξαγωγή για τα ζώα για τα οποία η αρμόδια αρχή θεωρεί, έχοντας υπόψη οποιοδήποτε άλλο στοιχείο το οποίο διαθέτει σχετικά με την τήρηση των διατάξεων του άρθρου 1 του κανονισμού 615/98, ότι δεν έχει τηρηθεί η οδηγία [91/628];»
15 Με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 17ης Φεβρουαρίου 2006, οι υποθέσεις C‑37/06 και C‑58/06 ενώθηκαν προς διευκόλυνση της έγγραφης και της προφορικής διαδικασίας και προς έκδοση κοινής αποφάσεως.
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί του πρώτου ερωτήματος
16 Με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν αν το άρθρο 1 του κανονισμού 615/98 είναι έγκυρο καθόσον εξαρτά την καταβολή της επιστροφής κατά την εξαγωγή ζωντανών ζώων από την τήρηση της οδηγίας 91/628. Ειδικότερα, το αιτούν δικαστήριο προβληματίζεται σχετικά με την ύπαρξη ενός συνδέσμου μεταξύ του καθεστώτος των επιστροφών κατά την εξαγωγή, που υπάγεται στην κοινή γεωργική πολιτική, και του κοινοτικού δικαίου σε σχέση με την προστασία των ζώων.
17 Το άρθρο 1 του κανονισμού 615/98, σχετικά με τις ειδικές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των επιστροφών κατά την εξαγωγή όσον αφορά την καλή μεταχείριση των ζωντανών βοοειδών κατά τη μεταφορά, προβλέπει ότι, για την εφαρμογή του άρθρου 13, παράγραφος 9, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 805/68, η καταβολή των επιστροφών κατά την εξαγωγή ζωντανών βοοειδών της κλάσεως 0102 της συνδυασμένης ονοματολογίας εξαρτάται από την τήρηση, μεταξύ άλλων, των διατάξεων της οδηγίας 91/628.
18 Όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας με τα σημεία 28 έως 33 των προτάσεών του, πρέπει να υπομνησθεί, πρώτον, ότι η παραπομπή αυτή του άρθρου 1 του κανονισμού 615/98 προς την οδηγία 91/628, η οποία συνδέει το καθεστώς των επιστροφών κατά την εξαγωγή με την προστασία των ζώων κατά τη μεταφορά, είναι απόρροια της επιλογής στην οποία προέβη το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως με τον κανονισμό 805/68, της οποίας τις λεπτομέρειες εφαρμογής περιορίστηκε να προσδιορίσει η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων με τον κανονισμό 615/98.
19 Σκοπός του άρθρου 1 του κανονισμού 615/98 είναι η εφαρμογή του άρθρου 13, παράγραφος 9, του κανονισμού 805/68, σύμφωνα με το οποίο η καταβολή της επιστροφής κατά την εξαγωγή ζωντανών ζώων εξαρτάται από την τήρηση των διατάξεων που προβλέπει η κοινοτική νομοθεσία σχετικά με την καλή μεταχείριση των ζώων, ειδικότερα κατά τη μεταφορά. Το εν λόγω άρθρο 13, παράγραφος 9, θεσπίστηκε για να αντιμετωπίσει την πρακτική σύμφωνα με την οποία δεν ελαμβάνετο πάντοτε υπόψη η καλή διαβίωση των ζώων κατά τη μεταφορά τους.
20 Ειδικότερα, από τις δύο αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 2634/97, ο οποίος εισήγαγε το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 13, παράγραφος 9, του κανονισμού 805/68, προκύπτει ότι η κτηθείσα κατά την εφαρμογή της οδηγίας 91/628 εμπειρία είχε δείξει ότι η καλή μεταχείριση των ζωντανών ζώων δεν εξασφαλιζόταν πάντοτε στις περιπτώσεις εξαγωγής ζώων και ότι το έργο της θεσπίσεως των λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή των σχετικών προτύπων έπρεπε, για πρακτικούς λόγους, να ανατεθεί στην Επιτροπή. Η πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 615/98 διευκρινίζει, συναφώς, ότι πρέπει να ληφθούν συμπληρωματικά μέτρα ανασταλτικού χαρακτήρα τα οποία θα εφαρμόζονται με ενιαίο τρόπο, για τις περιπτώσεις που διαπιστώνεται βάσει της φυσικής κατάστασης και/ή της υγείας ορισμένου αριθμού ζώων σε μια αποστολή ότι δεν τηρούνται οι διατάξεις που αφορούν την προστασία των ζώων κατά τη μεταφορά.
21 Εξάλλου, ανάλογες σκέψεις ώθησαν τα κοινοτικά όργανα να αντικαταστήσουν την οδηγία 91/628 με τον κανονισμό (ΕΚ) 1/2005 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2004, για την προστασία των ζώων κατά τη μεταφορά και συναφείς δραστηριότητες και για την τροποποίηση των οδηγιών 64/432/ΕΟΚ και 93/119/ΕΚ και του κανονισμού (ΕΚ) 1255/97 (ΕΕ 2005, L 3, σ. 1).
22 Πρέπει να υπομνησθεί, δεύτερον, ότι η προστασία της καλής διαβιώσεως των ζώων συνιστά θεμιτό σκοπό γενικού συμφέροντος του οποίου τη σημασία μαρτυρεί, μεταξύ άλλων, η θέσπιση από τα κράτη μέλη του πρωτοκόλλου για την προστασία και την καλή διαβίωση των ζώων, το οποίο προσαρτάται στη Συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΕΕ 1997, C 340, σ. 110), ή ακόμη η υπογραφή εκ μέρους της Κοινότητας της ευρωπαϊκής σύμβασης για την προστασία των ζώων κατά τη διάρκεια διεθνών μεταφορών (αναθεωρημένη) [Απόφαση 2004/544/ΕΚ του Συμβουλίου, της 21ης Ιουνίου 2004, σχετικά με την υπογραφή της ευρωπαϊκής σύμβασης για την προστασία των ζώων κατά τη διάρκεια διεθνών μεταφορών (αναθεωρημένη), ΕΕ L 241, σ. 21]. Τη σημασία του σκοπού αυτού αντικατοπτρίζει ακόμη η δήλωση υπ’ αριθ. 24 σχετικά με την προστασία των ζώων, η οποία προσαρτάται στην Τελική Πράξη της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση.
23 Επιπλέον, το Δικαστήριο έχει διαπιστώσει επανειλημμένως το ενδιαφέρον που επιδεικνύει η Κοινότητα για την υγεία και την προστασία των ζώων (αποφάσεις της 1ης Απριλίου 1982, 141/81 έως 143/81, Holdijk κ.λπ., Συλλογή 1982, σ. 1299, σκέψη 13, και της 23ης Φεβρουαρίου 1988, 131/86, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1988, σ. 905, σκέψη 17). Έχει κρίνει μεταξύ άλλων ότι η επιδίωξη των στόχων της κοινής γεωργικής πολιτικής δεν μπορεί να μη λαμβάνει υπόψη απαιτήσεις γενικού συμφέροντος όπως η προστασία της υγείας και της ζωής των ζώων, απαιτήσεις τις οποίες δεν πρέπει να παραβλέπουν τα κοινοτικά όργανα κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους, ιδίως στο πλαίσιο των κοινών οργανώσεων αγορών.
24 Ως εκ τούτου, συνδέοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την καταβολή των επιστροφών κατά την εξαγωγή των ζωντανών βοοειδών με την τήρηση της κοινοτικής νομοθεσίας για την καλή μεταχείριση των ζώων, ο κοινοτικός νομοθέτης αποβλέπει στην προάσπιση επιταγών γενικού συμφέροντος, σκοπός του οποίου η επιδίωξη δεν μπορεί, αφεαυτής, να οδηγήσει σε διαπίστωση της ακυρότητας του άρθρου 1 του κανονισμού 615/98. Η κατ’ αυτόν τον τρόπο γενόμενη παραπομπή εμφανίζει ακόμη το πλεονέκτημα ότι διασφαλίζει τη μη χρηματοδότηση από τον προϋπολογισμό της Κοινότητας εξαγωγών που πραγματοποιούνται κατά παράβαση των σχετικών με την καλή μεταχείριση των ζώων κοινοτικών διατάξεων.
25 Πάντως, το αιτούν δικαστήριο παρατηρεί, κατ’ ουσίαν, ότι ο κανονισμός 615/98 και η οδηγία 91/628 επιδιώκουν σκοπούς διαφορετικής φύσεως και ότι ένας κανονισμός δεν μπορεί έτσι να παραπέμπει συλλήβδην σε μια οδηγία που είναι επιπλέον «υπερβολικά αόριστη».
26 Συναφώς, πρέπει να υπογραμμισθεί ότι το γεγονός και μόνον ότι ο κανονισμός 615/98 εξαρτά την καταβολή των επιστροφών κατά την εξαγωγή των ζωντανών βοοειδών από την τήρηση ορισμένου αριθμού προϋποθέσεων, τις οποίες καθορίζει νομοθεσία επιδιώκουσα ίδιους σκοπούς, δεν μπορεί αυτό καθεαυτό να θεωρείται ως λόγος ακυρότητας του εν λόγω κανονισμού, καθόσον, όπως διαπίστωσε το Δικαστήριο με τις σκέψεις 22 έως 24 της παρούσας αποφάσεως, οι κατ’ αυτόν τον τρόπο επιδιωκόμενοι σκοποί όχι μόνον είναι απολύτως θεμιτοί αλλά και συνιστούν, βάσει του κοινοτικού δικαίου, συνεχείς και πάγιες υποχρεώσεις που βαρύνουν όλα τα κράτη μέλη και τα κοινοτικά όργανα κατά τη διαμόρφωση και εφαρμογή της κοινής γεωργικής πολιτικής.
27 Ασφαλώς, κατά πάγια νομολογία, μια οδηγία, αυτή καθεαυτή, δεν γεννά υποχρεώσεις για τους ιδιώτες (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 26ης Φεβρουαρίου 1986, 152/84, Marshall, Συλλογή 1986, σ. 723, σκέψη 48· της 5ης Οκτωβρίου 2004, C‑397/01 έως C‑403/01, Pfeiffer κ.λπ., Συλλογή 2004, σ. I‑8835, σκέψη 108· της 3ης Μαΐου 2005, C‑387/02, C‑391/02 και C‑403/02, Berlusconi κ.λπ., Συλλογή 2005, σ. I‑3565, σκέψη 73, καθώς και της 7ης Ιουνίου 2007, C‑80/06, Carp, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 20).
28 Ωστόσο, δεν μπορεί καταρχήν να αποκλεισθεί η δυνατότητα εφαρμογής των διατάξεων μιας οδηγίας μέσω ρητής παραπομπής ενός κανονισμού στις διατάξεις της οδηγίας αυτής, υπό την επιφύλαξη της τηρήσεως των γενικών αρχών του δικαίου και ιδίως της αρχής της ασφάλειας δικαίου.
29 Περαιτέρω, πρέπει να επισημανθεί ότι σκοπός της γενικής παραπομπής του κανονισμού 615/98 στην οδηγία 91/628 είναι να διασφαλισθεί, χάριν της εφαρμογής του άρθρου 13, παράγραφος 9, του κανονισμού 805/68, η τήρηση των διατάξεων της εν λόγω οδηγίας που είναι σχετικές με την καλή μεταχείριση των ζωντανών ζώων και ειδικότερα με την προστασία των ζώων κατά τη μεταφορά. Ως εκ τούτου, η εν λόγω παραπομπή, με την οποία καθορίζονται οι προϋποθέσεις χορηγήσεως των επιστροφών δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι καλύπτει το σύνολο των διατάξεων της οδηγίας 91/628 και ιδίως εκείνες που είναι άσχετες με τον κύριο σκοπό της εν λόγω οδηγίας.
30 Συνεπώς, δεν μπορεί λυσιτελώς να υποστηριχθεί, όπως προβάλλει η προσφεύγουσα της κύριας δίκης στην υπόθεση C‑58/06, ότι η εν λόγω παραπομπή αντιβαίνει στην αρχή της ασφάλειας δικαίου καθόσον καλύπτει το σύνολο των διατάξεων της οδηγίας 91/628.
31 Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων συνάγεται ότι από την εξέταση του πρώτου ερωτήματος δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να θίξει το κύρος του άρθρου 1 του κανονισμού 615/98.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
32 Με το δεύτερο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν αν το άρθρο 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 615/98 συμβιβάζεται με την αρχή της αναλογικότητας, καθόσον, σύμφωνα με το γράμμα της διατάξεως αυτής, οποιαδήποτε παράβαση μιας εκ των διατάξεων της οδηγίας 91/628 τιμωρείται αυτομάτως και ανεξάρτητα από την απόδειξη της προσβολής της καλής διαβίωσης των ζώων με ολική απώλεια της επιστροφής κατά την εξαγωγή.
33 Καταρχάς, πρέπει να διευκρινισθεί ότι η αρχή της αναλογικότητας, η οποία αποτελεί γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου και έχει επιβεβαιωθεί πολλάκις από τη νομολογία του Δικαστηρίου, μεταξύ άλλων, στον τομέα της κοινής γεωργικής πολιτικής (βλ., ιδίως, αποφάσεις της 12ης Ιουλίου 2001, C‑189/01, Jippes κ.λπ., Συλλογή 2001, σ. I‑5689, σκέψη 81, καθώς και της 7ης Σεπτεμβρίου 2006, C‑310/04, Ισπανία κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2006, σ. I‑7285, σκέψη 97), πρέπει να γίνεται σεβαστή ως τέτοια τόσο από τον κοινοτικό νομοθέτη όσο και από τους εθνικούς νομοθέτες και δικαστές που εφαρμόζουν το κοινοτικό δίκαιο. Την αρχή αυτή πρέπει επίσης να τηρούν οι αρμόδιες εθνικές αρχές στο πλαίσιο της εφαρμογής των διατάξεων του κανονισμού 615/98.
34 Πρέπει ακολούθως να υπομνησθεί ότι ο κοινοτικός νομοθέτης, μολονότι δεσμεύεται από την αρχή της αναλογικότητας, διαθέτει στον τομέα της κοινής γεωργικής πολιτικής ευρεία διακριτική ευχέρεια η οποία αντιστοιχεί στις πολιτικές ευθύνες που του αναθέτουν τα άρθρα 34 ΕΚ έως 37 ΕΚ. Κατά συνέπεια, ο έλεγχος του δικαστή πρέπει να περιορίζεται στην εξακρίβωση του αν το σχετικό μέτρο φέρει το στίγμα πρόδηλης πλάνης ή το στίγμα καταχρήσεως εξουσίας ή αν το σχετικό όργανο προδήλως υπερέβη τα όρια της διακριτικής του ευχέρειας (βλ., επ’ αυτού, προπαρατεθείσα απόφαση Jippes κ.λπ., σκέψη 80).
35 Σε ό,τι αφορά την αρχή της αναλογικότητας, η αρχή αυτή απαιτεί οι πράξεις των κοινοτικών οργάνων να μην υπερβαίνουν τα όρια του καταλλήλου και αναγκαίου μέτρου για την επίτευξη των σκοπών που θεμιτώς επιδιώκονται με τη σχετική ρύθμιση, εξυπακουομένου ότι, όταν υφίσταται δυνατότητα επιλογής μεταξύ περισσοτέρων καταλλήλων μέτρων, πρέπει να επιλέγεται το λιγότερο καταναγκαστικό μέτρο και ότι τα μειονεκτήματα που προκαλούνται δεν πρέπει να είναι υπέρμετρα σε σχέση με τους επιδιωκόμενους σκοπούς (βλ., επ’ αυτού, απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 1990, C‑331/88, Fedesa κ.λπ., Συλλογή 1990, σ. I‑4023, σκέψη 13 και προπαρατεθείσα απόφαση Jippes κ.λπ., σκέψη 81).
36 Τέλος, σε ό,τι αφορά τον δικαστικό έλεγχο των προϋποθέσεων εφαρμογής της αρχής αυτής, λαμβανομένης υπόψη της ευρείας διακριτικής ευχέρειας που διαθέτει ο κοινοτικός νομοθέτης στον τομέα της κοινής γεωργικής πολιτικής, η νομιμότητα μέτρου που θεσπίστηκε στον τομέα αυτόν μπορεί να θιγεί μόνον αν το μέτρο αυτό είναι προδήλως ακατάλληλο σε σχέση με τον στόχο που επιδιώκεται από το αρμόδιο κοινοτικό όργανο (βλ. προπαρατεθείσες αποφάσεις Fedesa κ.λπ., σκέψη 14, καθώς και Jippes κ.λπ., σκέψη 82). Έτσι, το ζήτημα δεν είναι αν το μέτρο που θεσπίστηκε από τον νομοθέτη ήταν το μόνο ή το καλύτερο δυνατό, αλλά αν ήταν προδήλως ακατάλληλο (προπαρατεθείσα απόφαση Jippes κ.λπ., σκέψη 83).
37 Εν προκειμένω, πρέπει να υπομνησθεί ότι, λαμβανομένου υπόψη του γράμματος των άρθρων 1 και 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 615/98 και του σκοπού του εν λόγω κανονισμού, η τήρηση των διατάξεων της οδηγίας 91/628 αποτελεί προαπαιτούμενο για την καταβολή των επιστροφών κατά την εξαγωγή. Ειδικότερα, το άρθρο 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 615/98 καθιερώνει την απώλεια του δικαιώματος επί της επιστροφής διά της μη καταβολής αυτής ως συνέπεια της μη τηρήσεως των διατάξεων της εν λόγω οδηγίας. Ως εκ τούτου, πρέπει να εξακριβωθεί αν οι κατά το άρθρο 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 615/98 προϋποθέσεις χορηγήσεως της επιστροφής κατά την εξαγωγή είναι σύμφωνες με την αρχή της αναλογικότητας.
38 Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών δεν μπορούν να αποφασίσουν για το ποσό της επιστροφής κατά την εξαγωγή παρά μόνο στις δύο σαφώς διακρινόμενες μεταξύ τους περιπτώσεις που προβλέπει το άρθρο 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 615/98. Στην πρώτη περίπτωση, όταν ο θάνατος των ζώων μπορεί να αποδοθεί στη μη τήρηση των διατάξεων της οδηγίας 91/628, ο κοινοτικός νομοθέτης δεν αφήνει στην αρμόδια αρχή περιθώριο εκτιμήσεως, καθόσον προβλέπει ρητώς ότι η επιστροφή δεν καταβάλλεται. Αντιθέτως, στη δεύτερη περίπτωση, όταν η εν λόγω αρχή εκτιμά ότι η οδηγία 91/628 δεν τηρήθηκε χωρίς όμως η μη τήρησή της να προκαλέσει τον θάνατο των ζώων, ο κοινοτικός νομοθέτης παραχωρεί στην αρμόδια αρχή ορισμένο περιθώριο εκτιμήσεως προκειμένου να κρίνει αν η μη τήρηση μιας διατάξεως της εν λόγω οδηγίας μπορεί να συνεπάγεται την απώλεια, τη μείωση ή τη διατήρηση της επιστροφής κατά την εξαγωγή.
39 Το περιθώριο αυτό εκτιμήσεως δεν είναι πάντως απεριόριστο, δεδομένου ότι το πλαίσιό του καθορίζεται από το άρθρο 5 του κανονισμού 615/98. Η αρμόδια αρχή μπορεί να θεωρήσει ότι η οδηγία 91/628 δεν έχει τηρηθεί μόνο λαμβάνοντας υπόψη τα έγγραφα που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του εν λόγω άρθρου 5, τις εκθέσεις των ελέγχων που αναφέρονται στο άρθρο 4 του κανονισμού αυτού ή/και οποιοδήποτε άλλο στοιχείο το οποίο διαθέτει σχετικά με την τήρηση των διατάξεων του άρθρου 1 του εν λόγω κανονισμού.
40 Τα έγγραφα όμως που αναφέρονται στο άρθρο 5 του κανονισμού 615/98 και οι εκθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 4 του ίδιου κανονισμού είναι όλα σχετικά με τη φυσική κατάσταση ή/και την υγεία των ζώων κατά τη μεταφορά τους. Επομένως, η αρμόδια αρχή μπορεί να θεωρήσει ότι η οδηγία 91/628 δεν έχει τηρηθεί μόνο βάσει εγγράφων σχετικών με την υγεία των ζώων που πρέπει να προσκομίσει ο εξαγωγέας, όπως είναι το αντίγραφο ελέγχου T5, το οποίο παρέχει τη δυνατότητα να εξακριβωθεί, μεταξύ άλλων, αν τα ζώα μπορούσαν να πραγματοποιήσουν το ταξίδι και αν το μέσο μεταφοράς ήταν σύμφωνο με τα προβλεπόμενα στις διατάξεις της εν λόγω οδηγίας.
41 Η ερμηνεία αυτή δεν αναιρείται από το κείμενο του άρθρου 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 615/98, σύμφωνα με το οποίο η αρμόδια αρχή μπορεί επίσης να θεωρήσει ότι δεν έχει τηρηθεί η οδηγία 91/628 λαμβάνοντας υπόψη οποιοδήποτε άλλο στοιχείο το οποίο διαθέτει. Ειδικότερα, και το κείμενο αυτό πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι αφορά στοιχεία τα οποία ασκούν επιρροή στην καλή διαβίωση των ζώων.
42 Υπό τις συνθήκες αυτές, το άρθρο 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 615/98 πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι η μη τήρηση της οδηγίας 91/628, η οποία μπορεί να συνεπάγεται τη μείωση ή την απώλεια της επιστροφής κατά την εξαγωγή, αφορά τις διατάξεις της οδηγίας αυτής οι οποίες ασκούν επιρροή στην καλή διαβίωση των ζώων, ήτοι στη φυσική κατάσταση και/ή στην υγεία τους, και όχι εκείνες εκ των διατάξεων αυτών οι οποίες δεν ασκούν καταρχήν τέτοια επιρροή.
43 Συνεπώς, οι προϋποθέσεις που καθορίζει το άρθρο 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 615/98 είναι σύμφωνες με την αρχή της αναλογικότητας.
44 Εναπόκειται στην αρμόδια αρχή να εκτιμήσει αν η παράβαση μιας διατάξεως της οδηγίας 91/628 είχε επιπτώσεις στην καλή διαβίωση των ζώων, αν μια τέτοια παράβαση μπορεί, ενδεχομένως, να επανορθωθεί και αν πρέπει να συνεπαχθεί την απώλεια, τη μείωση ή τη διατήρηση της επιστροφής κατά την εξαγωγή. Στην ίδια αρχή εναπόκειται επίσης να αποφασίσει αν επιβάλλεται η μείωση της επιστροφής κατά την εξαγωγή κατ’ αναλογία προς τον αριθμό των ζώων που μπορεί, κατά την άποψή της, να έβλαψε η μη τήρηση της οδηγίας 91/628 ή αν η επιστροφή αυτή δεν πρέπει να καταβληθεί, καθόσον η μη τήρηση μιας διατάξεως της εν λόγω οδηγίας είχε επιπτώσεις στην καλή διαβίωση όλων των ζώων.
45 Κατόπιν του συνόλου των προεκτεθέντων, επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι από την εξέταση των προϋποθέσεων χορηγήσεως των επιστροφών κατά την εξαγωγή δεν προέκυψε κανένα στοιχείο βάσει του οποίου μπορεί να θεωρηθεί ότι το άρθρο 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 615/98 είναι προδήλως ακατάλληλο σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ήτοι τη διασφάλιση, στο πλαίσιο του καθεστώτος των επιστροφών κατά την εξαγωγή, της προστασίας των ζωντανών ζώων κατά τη μεταφορά.
46 Συνεπώς, από την εξέταση του δευτέρου ερωτήματος δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να θίξει το κύρος του άρθρου 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 615/98, από την άποψη της αρχής της αναλογικότητας. Εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει ότι οι αρμόδιες αρχές προέβησαν σε μια σύμφωνη με την εν λόγω αρχή εφαρμογή των σχετικών διατάξεων του κανονισμού 615/98.
Επί των δικαστικών εξόδων
47 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφαίνεται:
1) Από την εξέταση του πρώτου ερωτήματος δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να θίξει το κύρος του άρθρου 1 του κανονισμού (ΕΚ) 615/98 της Επιτροπής, της 18ης Μαρτίου 1998, για ειδικές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των επιστροφών κατά την εξαγωγή όσον αφορά την καλή μεταχείριση των ζωντανών βοοειδών κατά τη μεταφορά.
2) Από την εξέταση του δευτέρου ερωτήματος δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να θίξει το κύρος του άρθρου 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 615/98, από την άποψη της αρχής της αναλογικότητας. Εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει ότι οι αρμόδιες αρχές προέβησαν σε μια σύμφωνη με την εν λόγω αρχή εφαρμογή των σχετικών διατάξεων του κανονισμού 615/98.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy