Υπόθεση C‑44/06
Gerlach und Co. mbH
κατά
Hauptzollamt Frankfurt (Oder)
(αίτηση του Finanzgericht des Landes Brandenburg
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Τελωνειακή ένωση — Κοινοτική διαμετακόμιση — Απόδειξη είτε της κανονικότητας της πράξεως διαμετακομίσεως είτε του τόπου τελέσεως της παραβάσεως — Προθεσμία τριών μηνών — Χορήγηση προθεσμίας μεταγενέστερη της αποφάσεως περί εισπράξεως των εισαγωγικών δασμών»
Περίληψη της αποφάσεως
Ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων — Κοινοτική διαμετακόμιση — Εξωτερική κοινοτική διαμετακόμιση
(Κανονισμός 1062/87 της Επιτροπής, άρθρο 11α § 2)
Το άρθρο 11α, παράγραφος 2, του κανονισμού 1062/87, για τις διατάξεις εφαρμογής και τα μέτρα απλούστευσης του καθεστώτος κοινοτικής διαμετακόμισης, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1429/90, πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι το κράτος μέλος στο οποίο υπάγεται το τελωνείο αναχωρήσεως δεν μπορεί να χορηγήσει στον κύριο υπόχρεο την τρίμηνη προθεσμία προς απόδειξη της κανονικότητας της πράξεως διαμετακομίσεως ή του τόπου όπου πράγματι διεπράχθη η παράβαση ή η παρατυπία, μετά την έκδοση της αποφάσεως περί εισπράξεως των εισαγωγικών δασμών, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εξετάσεως της διοικητικής προσφυγής που έχει ασκηθεί κατά της αποφάσεως αυτής.
Μια τέτοια καθυστερημένη γνωστοποίηση της προθεσμίας αυτής αντιβαίνει ειδικότερα στο γράμμα του εν λόγω άρθρου 11α, παράγραφος 2, και προσβάλλει το απορρέον από τη διάταξη αυτή δικαίωμα του κυρίου υποχρέου να καθιστά γνωστή κατά τρόπο λυσιτελή την άποψή του όσον αφορά την κανονικότητα της πράξεως διαμετακομίσεως, πριν από την έκδοση της αποφάσεως περί εισπράξεως της οποίας είναι αποδέκτης και η οποία θίγει σοβαρά τα συμφέροντά του.
(βλ. σκέψεις 37, 39 και διατακτ.)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)
της 8ης Μαρτίου 2007 (*)
«Τελωνειακή ένωση – Κοινοτική διαμετακόμιση – Απόδειξη της κανονικότητας της πράξεως διαμετακομίσεως ή του τόπου τελέσεως της παραβάσεως – Προθεσμία τριών μηνών – Χορήγηση προθεσμίας μεταγενέστερη της αποφάσεως περί εισπράξεως εισαγωγικών δασμών»
Στην υπόθεση C‑44/06,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το Finanzgericht des Landes Brandenburg (Γερμανία) με απόφαση της 12ης Οκτωβρίου 2005, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 30 Ιανουαρίου 2006, στο πλαίσιο της δίκης
Gerlach und Co. mbH
κατά
Hauptzollamt Frankfurt (Oder),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους R. Schintgen, πρόεδρο τμήματος, A. Tizzano (εισηγητή) και A. Borg Barthet, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: E. Sharpston
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η Gerlach und Co. mbH, εκπροσωπούμενη από τον G. Schemmann, Steuerberater, επικουρούμενο από τον T. Krüger, Rechtsanwalt,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τη J. Hottiaux, επικουρούμενη από τον B. Wägenbaur, avocat,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 11α, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1062/87 της Επιτροπής, της 27ης Μαρτίου 1987, για τις διατάξεις εφαρμογής και τα μέτρα απλούστευσης του καθεστώτος κοινοτικής διαμετακόμισης (ΕΕ L 107, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1429/90 της Επιτροπής, της 29ης Μαΐου 1990 (ΕΕ L 137, σ. 21, στο εξής: κανονισμός 1062/87).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της εταιρίας Gerlach & Co. mbH (στο εξής: Gerlach) και του Hauptzollamt Frankfurt (Oder) (τελωνείο, στο εξής: Hauptzollamt) με αντικείμενο την είσπραξη εισαγωγικών δασμών.
Η κοινοτική νομοθεσία
3 Κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης, η διαδικασία κοινοτικής διαμετακομίσεως διεπόταν αφενός από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 222/77 του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 1976, περί της κοινοτικής διαμετακομίσεως (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/003, σ. 3), όπως είχε τροποποιηθεί από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 474/90 του Συμβουλίου, της 22ας Φεβρουαρίου 1990 (ΕΕ L 51, σ. 1, στο εξής: κανονισμός 222/77), και αφετέρου από τον κανονισμό 1062/87.
4 Το άρθρο 36, παράγραφος 1, του κανονισμού 222/77 ορίζει τα ακόλουθα:
«Όταν διαπιστούται ότι, κατά τη διάρκεια ή επ’ ευκαιρία πράξεως κοινοτικής διαμετακομίσεως, διεπράχθη παράβαση ή παρατυπία σε συγκεκριμένο κράτος μέλος, τότε αυτό εισπράττει τους δασμούς και τις λοιπές επιβαρύνσεις που είναι ενδεχομένως απαιτητές, σύμφωνα με τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές του διατάξεις, με την επιφύλαξη της ασκήσεως ποινικής διώξεως.»
5 Για την περίπτωση κατά την οποία δεν μπορεί να διαπιστωθεί ο τόπος της παραβάσεως ή της παρατυπίας, οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου αυτού προβλέπουν σειρά τεκμηρίων διά των οποίων προλαμβάνονται οι συγκρούσεις αρμοδιοτήτων.
6 Ειδικότερα, το άρθρο 36, παράγραφος 3, του κανονισμού 222/77 προβλέπει τα ακόλουθα:
«1. Όταν η αποστολή δεν προσκομιστεί στο τελωνείο προορισμού και ο τόπος όπου σημειώθηκε η παράβαση ή η παρατυπία δεν μπορεί να προσδιοριστεί, θεωρείται ότι η εν λόγω παράβαση ή παρατυπία διαπράχθηκε:
– στο κράτος μέλος στο οποίο υπάγεται το τελωνείο αναχώρησης ή
– στο κράτος μέλος στο οποίο υπάγεται το τελωνείο διέλευσης κατά την είσοδο στην Κοινότητα και στο οποίο κατατέθηκε το δελτίο διέλευσης,
εκτός αν, εντός προθεσμίας που θα καθοριστεί, προσκομισθεί απόδειξη κατά την κρίση των αρμόδιων αρχών για την κανονικότητα της πράξης διαμετακόμισης ή τον τόπο όπου πράγματι διαπράχθηκε η παράβαση ή η παρατυπία.
Στην περίπτωση που, ελλείψει μιας τέτοιας αποδείξεως, η εν λόγω παράβαση ή παρατυπία θεωρείται ότι σημειώθηκε στο κράτος μέλος αναχώρησης ή στο κράτος μέλος εισόδου, όπως προβλέπεται στη δεύτερη περίπτωση του ανωτέρω εδαφίου, οι δασμοί και οι λοιπές επιβαρύνσεις σχετικά με τα εν λόγω εμπορεύματα εισπράττονται από αυτό το κράτος μέλος σύμφωνα με τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις του.
[...]»
7 Το άρθρο 11α του κανονισμού 1062/87 έχει ως εξής:
«1. Όταν κάποια αποστολή δεν προσκομιστεί στο τελωνείο προορισμού και δεν μπορεί να προσδιοριστεί ο τόπος όπου διαπράχθηκε η παράβαση ή παρατυπία, το τελωνείο αναχώρησης ειδοποιεί σχετικά τον κυρίως υπόχρεο το συντομότερο δυνατό και το αργότερο πριν τη λήξη του ενδέκατου μηνός από την ημερομηνία καταχώρησης της διασάφησης κοινοτικής διαμετακόμισης.
2. Η ειδοποίηση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 πρέπει να αναφέρει κυρίως την προθεσμία εντός της οποίας η απόδειξη της κανονικότητας της πράξης διαμετακόμισης ή του τόπου όπου πράγματι διαπράχθηκε η παράβαση ή η παρατυπία δύναται να προσκομίζεται στο τελωνείο αναχώρησης προς ικανοποίηση των αρμοδίων αρχών.
Η προθεσμία αυτή ανέρχεται σε τρεις μήνες από την ημερομηνία της ειδοποίησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1. Εάν εντός της προθεσμίας αυτής δεν προσκομιστεί η εν λόγω απόδειξη, το αρμόδιο κράτος μέλος προβαίνει στην είσπραξη των σχετικών δασμών και άλλων επιβαρύνσεων. Στην περίπτωση που αυτό το κράτος μέλος δεν θα είναι εκείνο στο οποίο βρίσκεται το τελωνείο αναχώρησης, αυτό το τελευταίο ειδοποιεί το συντομότερο το εν λόγω κράτος μέλος.»
Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
8 Όπως προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής, στις 6 και 13 Ιουλίου 1990 το Hauptzollamt έθεσε, κατ’ αίτηση της Gerlach, υπό καθεστώς κοινοτικής διαμετακομίσεως δύο αποστολές ζώντων βοοειδών που προέρχονταν από την Πολωνία και είχαν ως προορισμό το τελωνείο της Βαρκελώνης (Ισπανία).
9 Το Hauptzollamt εκκαθάρισε το καθεστώς κοινοτικής διαμετακομίσεως αφού παρέλαβε τις σφραγισμένες από τις τελωνειακές αρχές της La Jonquera (Ισπανία) και της Βαρκελώνης αποδείξεις παραλαβής που πιστοποιούσαν την προσκόμιση των αποστολών αυτών στο τελωνείο προορισμού.
10 Μεταγενέστερες έρευνες της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και των υπηρεσιών τελωνειακού ελέγχου του Potsdam και του Αννόβερου απεκάλυψαν ωστόσο ότι οι σφραγίδες των ισπανικών τελωνειακών αρχών που είχαν τεθεί στις εν λόγω αποδείξεις ήταν πλαστές και ότι είχαν τελεστεί παρατυπίες κατά τη μεταφορά των ζώων. Ο ακριβής τόπος τελέσεως των παρατυπιών αυτών δεν κατέστη δυνατόν να προσδιοριστεί.
11 Κατά συνέπεια, στις 30 Ιανουαρίου και στις 4 Φεβρουαρίου 1992 το Hauptzollamt απέστειλε στην Gerlach, ως κυρία υπόχρεη στη διαδικασία διαμετακομίσεως, δύο πράξεις περί επιβολής δασμού με τις οποίες προέβαινε στην εκ των υστέρων είσπραξη των αναλογούντων στις δύο επίμαχες αποστολές εισαγωγικών δασμών.
12 Κατά των πράξεων αυτών η Gerlach άσκησε διοικητική προσφυγή και υπέβαλε παράλληλα αίτηση περί αναστολής της εκτελέσεώς τους.
13 Με έγγραφο της 2ας Απριλίου 1992 το Hauptzollamt πληροφόρησε την Gerlach ότι τα αποσταλέντα εμπορεύματα δεν είχαν προσκομισθεί στο τελωνείο προορισμού και την ενημέρωσε ότι είχε τη δυνατότητα, μέχρι τις 7 Ιουλίου 1992, να αποδείξει την κανονική περάτωση της διαδικασίας διαμετακομίσεως ή τον τόπο όπου πράγματι είχαν τελεστεί οι παραβάσεις ή παρατυπίες. Η εκτέλεση των πράξεων περί επιβολής δασμών ανεστάλη μέχρι τη λήξη της προθεσμίας αυτής.
14 Επειδή η προθεσμία αυτή παρήλθε χωρίς η Gerlach να προσκομίσει τις ζητηθείσες αποδείξεις, το Hauptzollamt, με απόφαση της 28ης Ιουλίου 1998, απέρριψε τη διοικητική προσφυγή ως αβάσιμη.
15 Η Gerlach άσκησε ως εκ τούτου προσφυγή ενώπιον του Finanzgericht (φορολογικό δικαστήριο) des Landes Brandenburg, με την οποία ζήτησε την ακύρωση των πράξεων περί επιβολής δασμών και της αποφάσεως που είχε εκδοθεί επί της διοικητικής προσφυγής της.
16 Με την προσφυγή της η Gerlach προσήψε στο Hauptzollamt ότι δεν της είχε χορηγήσει την τρίμηνη προθεσμία του άρθρου 11α, παράγραφος 2, του κανονισμού 1062/87 παρά μόνον αφού είχε αποφασίσει να προβεί στην είσπραξη των εισαγωγικών δασμών. Συναφώς, επικαλέσθηκε την απόφαση του Δικαστηρίου της 21ης Οκτωβρίου 1999, C‑233/98, Lensing & Brockhausen (Συλλογή 1999, σ. I‑7349), από την οποία προκύπτει ότι, σε περίπτωση μη εκτελέσεως των διαδικασιών διαμετακομίσεως, το κράτος μέλος αναχωρήσεως δεν νομιμοποιείται να εισπράξει τους εισαγωγικούς δασμούς από τον κύριο υπόχρεο παρά μόνον εφόσον του είχε εκ των προτέρων υποδείξει ότι μπορούσε, εντός προθεσμίας τριών μηνών, να αποδείξει τον πραγματικό τόπο τελέσεως της παραβάσεως ή παρατυπίας.
17 Προς απόκρουση του επιχειρήματος αυτού της Gerlach, το Hauptzollamt αντέταξε ότι, εν πάση περιπτώσει, η εν λόγω τρίμηνη προθεσμία της είχε χορηγηθεί στο πλαίσιο της διαδικασίας διοικητικής προσφυγής. Επομένως, είχε θεραπευθεί το ενδεχόμενο διαδικαστικό σφάλμα όσον αφορά τη χορήγηση της εν λόγω προθεσμίας.
18 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Finanzgericht des Landes Brandenburg αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Είναι νόμιμη η εκ μέρους των εθνικών τελωνειακών αρχών λογιστική καταχώρηση των δασμών πριν από τη χορήγηση της προθεσμίας του άρθρου11α, παράγραφος 2, [του κανονισμού 1062/87], σε σχέση με τον τόπο όπου διεπράχθη η παράβαση ή παρατυπία, και η κατά πρώτον χορήγηση της προθεσμίας αυτής κατά τη διάρκεια της διαδικασίας διοικητικής προσφυγής;»
19 Το αιτούν δικαστήριο κλίνει υπέρ της καταφατικής απαντήσεως στο υποβληθέν ερώτημα. Εκτιμά ότι το κράτος μέλος στο οποίο υπάγεται το τελωνείο αναχωρήσεως μπορεί να προβεί στη λογιστική καταχώρηση των δασμών πριν από τη χορήγηση της τρίμηνης προθεσμίας του άρθρου 11α, παράγραφος 2, του κανονισμού 1062/87, εφόσον η προθεσμία αυτή χορηγείται στον κύριο υπόχρεο στο πλαίσιο της διαδικασίας διοικητικής προσφυγής.
20 Σύμφωνα με το Finanzgericht, οι τελωνειακές αρχές κανονικά οφείλουν πρώτα να χορηγούν στον κύριο υπόχρεο την εν λόγω προθεσμία και μόνο μετά τη λήξη της να ξεκινούν τη διαδικασία εισπράξεως των δασμών. Ωστόσο, δεν απαγορεύεται να αντιστραφεί η σειρά των διαδικασιών αυτών. Ειδικότερα, κατά το αιτούν δικαστήριο, σημασία έχει το να χορηγείται πράγματι στον κύριο υπόχρεο τρίμηνη προθεσμία και ως εκ τούτου συγκεκριμένη δυνατότητα να παράσχει τις απαιτούμενες αποδείξεις πριν από την ολοκλήρωση της διαδικασίας εισπράξεως. Μια πράξη περί επιβολής δασμού κατά της οποίας ασκείται διοικητική προσφυγή δεν είναι ακόμη απρόσβλητη. Ως εκ τούτου, αν η εθνική αρχή χορηγήσει την επίμαχη προθεσμία στο πλαίσιο διαδικασίας διοικητικής προσφυγής, ο κύριος υπόχρεος θα είναι ακόμη σε θέση να προσκομίσει τις απαιτούμενες αποδείξεις και να πετύχει έτσι την ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξεως. Επομένως, ακόμη και στην περίπτωση αυτή, τα δικαιώματα του κυρίου υποχρέου διασφαλίζονται.
21 Αν και το Finanzgericht αναγνωρίζει ότι με την προμνησθείσα απόφαση Lensing & Brockhausen και την απόφαση της 20ής Ιανουαρίου 2005, C‑300/03, Honeywell Aerospace (Συλλογή 2005, σ. I‑689) το Δικαστήριο δέχθηκε ότι το κράτος μέλος αναχωρήσεως δεν μπορεί να προβεί στην είσπραξη των δασμών παρά μόνον εφόσον έχει υποδείξει στον κύριο υπόχρεο ότι έχει στη διάθεσή του την εν λόγω τρίμηνη προθεσμία, εκτιμά ωστόσο ότι η προκριθείσα στις αποφάσεις εκείνες λύση δεν έχει εφαρμογή εν προκειμένω.
22 Ειδικότερα, διαπιστώνει, αφενός, ότι στις υποθέσεις επί των οποίων εκδόθηκαν οι αποφάσεις εκείνες ουδεμία προθεσμία είχε χορηγηθεί στους κυρίους υποχρέους, ενώ εν προκειμένω προσδιορίσθηκε προθεσμία, μετά την έκδοση μεν της πράξεως περί επιβολής δασμού αλλά προτού αυτή καταστεί απρόσβλητη. Αφετέρου, με την προμνησθείσα απόφαση Honeywell Aerospace το Δικαστήριο δεν ερμήνευσε το άρθρο 11α, παράγραφος 2, του κανονισμού 1062/87, περί του οποίου πρόκειται εν προκειμένω, αλλά τη διάταξη που το διαδέχθηκε, ήτοι το άρθρο 379, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2454/93 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου για τη θέσπιση του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 253, σ. 1).
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
23 Με το ερώτημά του το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσία, να διευκρινισθεί αν το άρθρο 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 1062/87 πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι το κράτος μέλος στο οποίο υπάγεται το τελωνείο αναχωρήσεως μπορεί να χορηγήσει στον κύριο υπόχρεο την τρίμηνη προθεσμία προς απόδειξη της κανονικότητας της πράξεως διαμετακομίσεως ή του τόπου όπου πράγματι τελέστηκε η παράβαση ή η παρατυπία, μετά την έκδοση της αποφάσεως περί εισπράξεως των εισαγωγικών δασμών, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εξετάσεως της διοικητικής προσφυγής που έχει ασκηθεί κατά της αποφάσεως αυτής.
Επιχειρηματολογία των διαδίκων
24 Η Gerlach και η Επιτροπή εκτιμούν ότι το κράτος μέλος αναχωρήσεως δεν μπορεί να προσδιορίσει και να εισπράξει τους εισαγωγικούς δασμούς παρά μόνον εφόσον η επίμαχη στην κύρια δίκη τρίμηνη προθεσμία παρήλθε χωρίς να έχει προσκομισθεί απόδειξη για την κανονικότητα της πράξεως ή εφόσον οι αποδείξεις που παρέσχε ο κύριος υπόχρεος ήταν ανεπαρκείς.
25 Την ερμηνεία αυτή υποστηρίζουν οι προμνησθείσες αποφάσεις Lensing & Brockhausen και Honeywell Aerospace, με τις οποίες το Δικαστήριο έχει ήδη αντιμετωπίσει το ερώτημα που υποβλήθηκε από το Finanzgericht στο πλαίσιο της υποθέσεως της κύριας δίκης. Το κείμενο των αποφάσεων αυτών είναι σαφές και το διατακτικό τους μπορεί πλήρως να εφαρμοσθεί κατ’ αναλογία στην υπόθεση της κύριας δίκης.
26 Άλλωστε, σύμφωνα με την Gerlach και την Επιτροπή, η εν λόγω ερμηνεία συνάγεται από τη διατύπωση του άρθρου 11α, παράγραφος 2, του κανονισμού 1062/87, το οποίο ορίζει, πρώτον, ότι χορηγείται η επίμαχη στην κύρια δίκη τρίμηνη προθεσμία και εν συνεχεία, δεύτερον, ότι, εφόσον οι απαιτούμενες αποδείξεις δεν προσκομισθούν εντός της προθεσμίας αυτής, εισπράττονται οι σχετικοί δασμοί και άλλες επιβαρύνσεις.
27 Η Επιτροπή προσθέτει ότι η προκριθείσα ερμηνεία επιβεβαιώνεται και από τον σκοπό της διατάξεως αυτής, ο οποίος συνίσταται στο να διασφαλίσει την ταχεία είσπραξη των δασμών, παροτρύνοντας τον κύριο υπόχρεο να συνεργασθεί ενεργώς προς αποσαφήνιση της καταστάσεώς του. Η χορήγηση όμως από το κράτος μέλος αναχωρήσεως της επίμαχης στην κύρια δίκη προθεσμίας μετά την είσπραξη των δασμών αντιβαίνει προς τον σκοπό αυτόν.
28 Συγκεκριμένα, αν μετά την απόφαση περί εισπράξεως των εισαγωγικών δασμών ο κύριος υπόχρεος κατόρθωνε να αποδείξει, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, ότι οι παρατυπίες τελέστηκαν σε άλλο κράτος μέλος, το οποίο θα είχε επομένως δικαιοδοσία να προβεί στην είσπραξη αυτή, το κράτος μέλος αναχωρήσεως θα όφειλε να ανακαλέσει την εκδοθείσα απόφαση και να διαβιβάσει τον φάκελο της υποθέσεως στο έχον δικαιοδοσία κράτος μέλος. Η ερμηνεία αυτή θα είχε ως συνέπεια την επιβράδυνση της διαδικασίας, πράγμα το οποίο θα παρέβλαπτε την πρακτική αποτελεσματικότητα του προσδιορισμού μιας τέτοιας προθεσμίας.
29 Τέλος, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι η προτεινόμενη λύση είναι σύμφωνη με τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου. Ειδικότερα, δεν αμφισβητείται ότι, αν προβλέπεται σε μια διοικητική διαδικασία το δικαίωμα του ενδιαφερομένου να τύχει ακροάσεως, η νομική πράξη με την οποία περατώνεται η διαδικασία αυτή δεν μπορεί να εκδοθεί παρά μόνον κατόπιν ακροάσεως του ενδιαφερομένου.
Απάντηση του Δικαστηρίου
30 Κατά το άρθρο 36, παράγραφος 3, του κανονισμού 222/77, όταν, υπό περιστάσεις όπως αυτές της υποθέσεως της κύριας δίκης, μια αποστολή δεν προσκομιστεί στο τελωνείο προορισμού και ο τόπος όπου σημειώθηκε η παράβαση ή η παρατυπία δεν μπορεί να προσδιοριστεί, θεωρείται ότι η εν λόγω παράβαση ή παρατυπία τελέστηκε στο κράτος μέλος στο οποίο υπάγεται το τελωνείο αναχώρησης εκτός αν, εντός προθεσμίας που θα καθοριστεί, προσκομισθεί απόδειξη για την κανονικότητα της πράξης διαμετακόμισης ή τον τόπο όπου πράγματι διαπράχθηκε η παράβαση ή η παρατυπία.
31 Το άρθρο 11α, παράγραφος 1, του κανονισμού 1062/87 διευκρινίζει εν συνεχεία ότι στην περίπτωση κατά την οποία κάποια αποστολή δεν προσκομισθεί στο τελωνείο προορισμού και δεν μπορεί να προσδιορισθεί ο τόπος τελέσεως της παραβάσεως ή της παρατυπίας, το τελωνείο αναχώρησης ειδοποιεί σχετικά τον κύριο υπόχρεο το συντομότερο δυνατό και το αργότερο πριν τη λήξη του ενδέκατου μηνός από την ημερομηνία καταχωρήσεως της διασαφήσεως κοινοτικής διαμετακομίσεως.
32 Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, η εν λόγω ειδοποίηση πρέπει να αναφέρει κυρίως την προθεσμία εντός της οποίας η απόδειξη της κανονικότητας της πράξεως διαμετακομίσεως ή του πραγματικού τόπου τελέσεως της παραβάσεως ή της παρατυπίας δύναται να προσκομίζεται στο τελωνείο αναχώρησης προς ικανοποίηση των αρμοδίων αρχών. Η προθεσμία αυτή ανέρχεται σε τρεις μήνες από την ημερομηνία της ειδοποιήσεως που αναφέρεται στην παράγραφο 1. Εάν η εν λόγω απόδειξη δεν προσκομισθεί εντός της προθεσμίας αυτής, το έχον δικαιοδοσία κράτος μέλος προβαίνει στην είσπραξη των σχετικών δασμών και άλλων επιβαρύνσεων.
33 Το Δικαστήριο όμως έχει κρίνει ότι από το κείμενο του άρθρου 11α, παράγραφος 2, του κανονισμού 1062/87, καθώς και από τις ουσιαστικά πανομοιότυπες διατάξεις που το διαδέχθηκαν, ήτοι τα άρθρα 49, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1214/92 της Επιτροπής, της 21ης Απριλίου 1992, για τις διατάξεις εφαρμογής και τα μέτρα απλούστευσης του καθεστώτος κοινοτικής διαμετακόμισης (ΕΕ L 132, σ. 1), και 379, παράγραφος 2, του κανονισμού 2454/93, προκύπτει ότι η εκ μέρους του τελωνείου αναχωρήσεως ανακοίνωση προς τον κυρίως υπόχρεο της προθεσμίας εντός της οποίας μπορούν να προσκομισθούν τα ζητηθέντα αποδεικτικά στοιχεία έχει υποχρεωτικό χαρακτήρα και πρέπει να προηγείται της εισπράξεως της τελωνειακής οφειλής (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 14ης Απριλίου 2005, C‑460/01, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, Συλλογή 2005, σ. I‑2613, σκέψεις 62 και 80).
34 Το Δικαστήριο έχει επίσης υπογραμμίσει ότι η προθεσμία αυτή αποσκοπεί στην προστασία των συμφερόντων του κυρίου υποχρέου παρέχοντάς του προθεσμία τριών μηνών για να αποδείξει, ενδεχομένως, την κανονικότητα της πράξεως διαμετακομίσεως ή τον τόπο όπου πράγματι διεπράχθη η παρατυπία ή η παράβαση (βλ. αποφάσεις της 14ης Νοεμβρίου 2002, C‑112/01, SPKR, Συλλογή 2002, σ. I‑10655, σκέψη 38 και προμνησθείσα Honeywell Aerospace, σκέψη 24).
35 Επομένως, το κράτος μέλος στο οποίο υπάγεται το τελωνείο αναχωρήσεως δεν μπορεί να προβεί στην είσπραξη των εισαγωγικών δασμών παρά μόνον εφόσον έχει προηγουμένως γνωστοποιήσει στον κύριο υπόχρεο ότι διαθέτει προθεσμία τριών μηνών προκειμένου να προσκομίσει τις ζητηθείσες αποδείξεις και εφόσον οι αποδείξεις αυτές δεν προσκομιστούν εντός της εν λόγω προθεσμίας (βλ., υπό την έννοια αυτή, προμνησθείσες αποφάσεις Lensing & Brockhausen, σκέψη 29 και Honeywell Aerospace, σκέψη 23).
36 Υπό τις συνθήκες αυτές, η εν λόγω προθεσμία δεν μπορεί να χορηγηθεί για πρώτη φορά μετά την απόφαση των αρμοδίων αρχών να προβούν στην είσπραξη των εισαγωγικών δασμών, κατά τη διάρκεια διαδικασίας διοικητικής προσφυγής που είχε ασκηθεί κατά της αποφάσεως αυτής. Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο στην περίπτωση της κύριας δίκης, κατά την οποία η απόφαση αυτή είναι αμέσως εκτελεστή.
37 Συγκεκριμένα, μια τέτοια καθυστερημένη γνωστοποίηση της προθεσμίας αυτής αντιβαίνει προς το άρθρο 11α, παράγραφος 2, του κανονισμού 1062/87 και προσβάλλει το απορρέον από τη διάταξη αυτή δικαίωμα του κυρίου υποχρέου να καθιστά γνωστή κατά τρόπο λυσιτελή την άποψή του όσον αφορά την κανονικότητα της πράξεως διαμετακομίσεως, πριν από την έκδοση της αποφάσεως περί εισπράξεως της οποίας είναι αποδέκτης και η οποία θίγει σοβαρά τα συμφέροντά του.
38 Ο σεβασμός όμως του δικαιώματος αυτού συνιστά θεμελιώδη αρχή της κοινοτικής έννομης τάξεως, η τήρηση της οποίας πρέπει να διασφαλίζεται σε οποιαδήποτε διαδικασία –συμπεριλαμβανομένης της διαδικασίας κοινοτικής διαμετακομίσεως– κινείται κατά ενός προσώπου και είναι δυνατόν να καταλήξει στην έκδοση βλαπτικής πράξης (βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 24ης Οκτωβρίου 1996, C‑32/95 P, Επιτροπή κατά Lisrestal κ.λπ., Συλλογή 1996, σ. I‑5373, σκέψεις 21 και 30, της 21ης Σεπτεμβρίου 2000, C-462/98 P, Mediocurso κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. I‑7183, σκέψη 36, και της 9ης Ιουνίου 2005, C‑287/02, Ισπανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. I‑5093, σκέψη 37).
39 Συνεπώς, στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 1062/87 πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι το κράτος μέλος στο οποίο υπάγεται το τελωνείο αναχωρήσεως δεν μπορεί να χορηγήσει στον κύριο υπόχρεο την τρίμηνη προθεσμία προς απόδειξη της κανονικότητας της πράξεως διαμετακομίσεως ή του τόπου όπου πράγματι διεπράχθη η παράβαση ή η παρατυπία, μετά την έκδοση της αποφάσεως περί εισπράξεως των εισαγωγικών δασμών, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εξετάσεως της διοικητικής προσφυγής που έχει ασκηθεί κατά της αποφάσεως αυτής.
Επί των δικαστικών εξόδων
40 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) αποφαίνεται:
Το άρθρο 11α, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1062/87 της Επιτροπής, της 27ης Μαρτίου 1987, για τις διατάξεις εφαρμογής και τα μέτρα απλούστευσης του καθεστώτος κοινοτικής διαμετακόμισης, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1429/90 της Επιτροπής, της 29ης Μαΐου 1990, πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι το κράτος μέλος στο οποίο υπάγεται το τελωνείο αναχωρήσεως δεν μπορεί να χορηγήσει στον κύριο υπόχρεο την τρίμηνη προθεσμία προς απόδειξη της κανονικότητας της πράξεως διαμετακομίσεως ή του τόπου όπου πράγματι διεπράχθη η παράβαση ή η παρατυπία, μετά την έκδοση της αποφάσεως περί εισπράξεως των εισαγωγικών δασμών, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εξετάσεως της διοικητικής προσφυγής που έχει ασκηθεί κατά της αποφάσεως αυτής.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy