Υπόθεση C-62/06
Fazenda Pública — Director Geral das Alfândegas
κατά
ZF Zefeser — Importação de Produtos Alimentares Lda
(αίτηση του Supremo Tribunal Administrativo
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Κανονισμός (ΕΟΚ) 1697/79 — Άρθρο 3 — Εκ των υστέρων είσπραξη εισαγωγικών δασμών — Πράξη για την οποία έχει επιληφθεί η δικαστική αρχή — Αρμόδια αρχή για τον χαρακτηρισμό μιας πράξης»
Προτάσεις της γενικής εισαγγελέα V. Trstenjak της 3ης Μαΐου 2007
Απόφαση του Δικαστηρίου (πρώτο τμήμα) της 18ης Δεκεμβρίου 2007
Περίληψη της αποφάσεως
1. Προδικαστικά ερωτήματα — Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου — Όρια
(Άρθρο 234 ΕΚ)
2. Ίδιοι πόροι των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων — Εκ των υστέρων είσπραξη εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών
(Κανονισμός 1697/79 του Συμβουλίου, άρθρα 2 § 1 και 3)
1. Αν ληφθεί υπόψη η κατανομή αρμοδιοτήτων στο πλαίσιο της διαδικασίας της αίτησης για την έκδοση προδικαστικής απόφασης, το εθνικό δικαστήριο είναι μεν το μόνο αρμόδιο να προσδιορίζει το αντικείμενο των ερωτημάτων που προτίθεται να υποβάλει στο Δικαστήριο, το Δικαστήριο όμως πρέπει, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, προκειμένου να διαπιστώσει αν έχει αυτό το ίδιο αρμοδιότητα, να εξετάζει τις συνθήκες υπό τις οποίες του έχει υποβληθεί η αίτηση από το εθνικό δικαστήριο. Αυτό συμβαίνει π.χ. στην περίπτωση που το πρόβλημα που υποβάλλεται στο Δικαστήριο έχει καθαρά υποθετικό χαρακτήρα, όπως είναι η περίπτωση κατά την οποία ο εισαγγελέας έχει ασκήσει ποινική δίωξη ενώπιον εθνικού δικαστηρίου και υποβάλλεται προδικαστικό ερώτημα σχετικά με τις συνέπειες της μη άσκησης τέτοιας δίωξης, οπότε το ερώτημα αυτό δεν παρουσιάζει καμία χρησιμότητα για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης.
(βλ. σκέψεις 14-16)
2. Ο χαρακτηρισμός μιας πράξης ως «πράξης για την οποία έχει επιληφθεί η δικαστική αρχή» κατά την έννοια του άρθρου 3, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1697/79, περί της εκ των υστέρων εισπράξεως εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που δεν κατέστησαν απαιτητοί από τον φορολογούμενο, για εμπορεύματα που διασαφηνίσθηκαν σε τελωνειακό καθεστώς συνεπαγόμενο την υποχρέωση καταβολής τέτοιων δασμών, εμπίπτει στην αρμοδιότητα των τελωνειακών αρχών οι οποίες καλούνται να προσδιορίσουν στη συγκεκριμένη περίπτωση το ακριβές ποσό των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών. Πρώτον, από το γράμμα της διάταξης αυτής προκύπτει σαφώς ότι αρμόδιες αρχές για να χαρακτηρίσουν μια πράξη ως «πράξη για την οποία έχει επιληφθεί η δικαστική αρχή» είναι οι ίδιες αρχές που, λόγω της τέλεσης της πράξης αυτής, δεν μπόρεσαν να εισπράξουν τους οφειλόμενους δασμούς και προτίθενται επομένως να προβούν στην εκ των υστέρων είσπραξή τους. Όπως προβλέπει άλλωστε και το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1697/79, ο προσδιορισμός του ποσού των δασμών αυτών και η κίνηση της διαδικασίας για την είσπραξή τους εναπόκειται στις τελωνειακές αρχές των κρατών μελών. Δεύτερον, το άρθρο 3, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1697/79 δεν κάνει λόγο ούτε για ποινική καταδίκη ούτε καν για την άσκηση ποινικής δίωξης, αλλά σαφέστατα για την τέλεση απλώς πράξης για την οποία θα μπορούσε να ασκηθεί ποινική δίωξη. Η διάταξη αυτή δεν επιβάλλει ως προϋπόθεση της εφαρμογής της να έχει πράγματι κινηθεί ποινική δίωξη από τις αρμόδιες ποινικές αρχές κράτους μέλους και να έχει καταλήξει η διαδικασία αυτή σε καταδίκη των αυτουργών ούτε βέβαια, κατά μείζονα λόγο, να μην έχει παραγραφεί η ποινική αξίωση της πολιτείας.
Η ορθότητα του παραπάνω συμπεράσματος δεν αναιρείται από λόγους σχετικούς με την τήρηση της αρχής της ασφάλειας δικαίου και του τεκμηρίου της αθωότητας των οφειλετών των εν λόγω δασμών. Πράγματι, ο εκ μέρους των τελωνειακών αρχών χαρακτηρισμός μιας πράξης ως «πράξης για την οποία έχει επιληφθεί η δικαστική αρχή» δεν συνιστά διαπίστωση ότι έχει πράγματι διαπραχθεί παράβαση του ποινικού δικαίου, αλλά πραγματοποιείται στο πλαίσιο και για την εξυπηρέτηση μιας διοικητικής διαδικασίας, ο μόνος σκοπός της οποίας είναι να δοθεί στις αρχές αυτές η δυνατότητα να θεραπεύσουν την εσφαλμένη ή ανεπαρκή είσπραξη εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών. Ο χαρακτηρισμός αυτός πραγματοποιείται με την επιφύλαξη αφενός του ελέγχου που μπορούν να ασκούν τα δικαστήρια των κρατών μελών επί των αποφάσεων των τελωνειακών αρχών και αφετέρου όλων των συνεπειών, περιλαμβανομένης και της ενδεχόμενης επιστροφής των δασμών που εισέπραξαν αχρεωστήτως οι αρχές αυτές, οι οποίες συνάγονται, κατά το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο, από τις αποφάσεις των εν λόγω δικαστηρίων, και συγκεκριμένα από τις αποφάσεις για παύση της δίωξης ή για απαλλαγή των κατηγορουμένων. Κατά συνέπεια, εφόσον δεν υπάρχει κοινοτική ρύθμιση στον οικείο τομέα, στην έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους πρέπει να καθορίζονται οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι υπόχρεοι προς καταβολή των δασμών μπορούν να προσβάλλουν την εφαρμογή της προβλεπόμενης από το άρθρο 3 του κανονισμού 1697/79 εξαίρεσης σχετικά με την παραγραφή της αξίωσης είσπραξης των μη εισπραχθέντων δασμών και να ζητούν συναφώς τη συναγωγή των ενδεχόμενων συνεπειών των δικαστικών αποφάσεων, υπό τον όρο ότι οι προϋποθέσεις αυτές δεν είναι λιγότερο ευνοϊκές από εκείνες που διέπουν την άσκηση παρόμοιων ενδίκων βοηθημάτων της εσωτερικής έννομης τάξης και ότι δεν καθιστούν πρακτικώς αδύνατη την άσκηση των δικαιωμάτων που απονέμει η κοινοτική έννομη τάξη.
(βλ. σκέψεις 22, 24-31 και διατακτ.)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)
της 18ης Δεκεμβρίου 2007 (*)
«Κανονισμός (ΕΟΚ) 1697/79 – Άρθρο 3 – Εκ των υστέρων είσπραξη εισαγωγικών δασμών – Πράξη για την οποία έχει επιληφθεί η δικαστική αρχή – Αρμόδια αρχή για τον χαρακτηρισμό μιας πράξης»
Στην υπόθεση C‑62/06,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το Supremo Tribunal Administrativo (Πορτογαλία) με απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 2006, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 6 Φεβρουαρίου 2006, στο πλαίσιο της δίκης
Fazenda Pública – Director Geral das Alfândegas
κατά
ZF Zefeser – Importação e Exportação de Produtos Alimentares Lda,
στη διαδικασία μετέχει και το:
Ministério Público,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους P. Jann, πρόεδρο τμήματος, A. Tizzano (εισηγητή), R. Schintgen, M. Ilešič και E. Levits, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: V. Trstenjak
γραμματέας: M. Ferreira, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 1ης Μαρτίου 2007,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η ZF Zefeser – Importação e Exportação de Produtos Alimentares Lda, εκπροσωπούμενη από τον L. Pinto, advogado,
– η Πορτογαλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους L. Fernandes, A. M. Silva και M. Â. Seiça Neves,
– η Ιρλανδία, εκπροσωπούμενη από τον D. O’Hagan, επικουρούμενο από την G. Clohessy, SC, και τον N. Travers, BL,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον A. Caeiros και την J. Hottiaux,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 3ης Μαΐου 2007,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση έκδοσης προδικαστικής απόφασης αφορά την ερμηνεία της έννοιας «πράξη για την οποία έχει επιληφθεί η δικαστική αρχή» που περιέχει το άρθρο 3, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1697/79 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979, περί της εκ των υστέρων εισπράξεως εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που δεν κατέστησαν απαιτητοί από τον φορολογούμενο, για εμπορεύματα που διασαφηνίσθηκαν σε τελωνειακό καθεστώς συνεπαγόμενο την υποχρέωση καταβολής τέτοιων δασμών (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/007, σ. 254).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της εταιρίας ZF Zefeser – Importação e Exportação de Produtos Alimentares Lda (στο εξής: ZF Zefeser) και της Fazenda Pública – Director Geral das Alfândegas (του Δημόσιου Ταμείου – Γενικού Διευθυντή Τελωνείων, στο εξής: Fazenda Pública), αντικείμενο της οποίας είναι μια πράξη για την εκ των υστέρων εκκαθάριση τελωνειακής οφειλής.
Το νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική νομοθεσία
3 Κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης της κύριας δίκης, οι κανόνες που ρύθμιζαν την εκ των υστέρων είσπραξη των δασμών περιέχονταν στον κανονισμό 1697/79.
4 Οι δύο πρώτες αιτιολογικές σκέψεις του εν λόγω κανονισμού είχαν ως εξής:
«Εκτιμώντας ότι το ποσό των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που κατέστησαν απαιτητοί από τον φορολογούμενο για εμπόρευμα που διασαφηνίσθηκε σε τελωνειακό καθεστώς συνεπαγόμενο την υποχρέωση καταβολής τέτοιων δασμών δύναται να διαπιστώνεται ότι είναι κατώτερο εκείνου που νομίμως οφείλετο, είτε συνεπεία λάθους υπολογισμού ή λάθους αντιγραφής εκ μέρους των αρμοδίων αρχών είτε συνεπεία λήψεως υπόψη από αυτούς τους τελευταίους ανακριβών ή ελλιπών στοιχείων φορολογήσεως, ιδίως όσον αφορά το είδος, την ποσότητα, την αξία, την καταγωγή ή τον προορισμό του προκειμένου εμπορεύματος· ότι, λαμβάνοντας υπόψη, κατά κύριο λόγο, τον οικονομικό χαρακτήρα των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που ισχύουν στην Κοινότητα, αυτή η ανεπάρκεια έχει ζημιογόνους συνέπειες στην κοινοτική οικονομία· ότι, ως εκ τούτου, δικαιολογείται η ευχέρεια των αρμοδίων αρχών να προβαίνουν στην εκ των υστέρων είσπραξη των δασμών που ακόμη οφείλονται, όταν διαπιστώνεται τέτοιο λάθος·
εκτιμώντας ότι η εκ των υστέρων είσπραξη των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών επηρεάζει την ασφάλεια των συναλλαγών που οι φορολογούμενοι δικαιούνται να προσδοκούν από πράξεις της διοικήσεως που συνεπάγονται χρηματικές συνέπειες· ότι, συνεπώς, συντρέχει λόγος περιορισμού των δυνατοτήτων ενεργείας, στο θέμα αυτό, από τις αρμόδιες αρχές, καθορίζοντας προθεσμία μετά την εκπνοή της οποίας η αρχική καταβολή των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών θα πρέπει να λογίζεται ως οριστική· ότι ο περιορισμός αυτός ενεργείας των αρμοδίων αρχών δεν θα πρέπει, πάντως, να εφαρμόζεται όταν είναι επακόλουθο πράξεως για την οποία έχει επιληφθεί η δικαστική αρχή, οι δε αρμόδιες αρχές κατά τον εκτελωνισμό των εμπορευμάτων δεν ήσαν σε θέση να προσδιορίσουν το ακριβές ποσό των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών […]».
5 Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1697/79 προέβλεπε τα εξής:
«Όταν οι αρμόδιες αρχές διαπιστώνουν ότι το σύνολο ή μέρος του ποσού των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που οφείλεται νομίμως για εμπόρευμα που διασαφηνίσθηκε σε τελωνειακό καθεστώς που συνεπάγεται την υποχρέωση καταβολής τέτοιων δασμών δεν κατέστη απαιτητό σε βάρος του φορολογουμένου, προβαίνουν στην είσπραξη των δασμών που δεν καταβλήθηκαν.
Εντούτοις, η διαδικασία αυτή δεν δύναται να αναληφθεί μετά την εκπνοή προθεσμίας τριών ετών, που υπολογίζεται από την ημερομηνία βεβαιώσεως του αρχικού ποσού που δεν κατέστη απαιτητό σε βάρος του φορολογουμένου, ή, εφόσον δεν έλαβε χώρα βεβαίωση χρέους, από την ημερομηνία γενέσεως της σχετικής με το εμπόρευμα τελωνειακής οφειλής.»
6 Το άρθρο 3 του κανονισμού αυτού προέβλεπε πάντως την ακόλουθη εξαίρεση από την τριετή αυτή προθεσμία:
«Όταν οι αρμόδιες αρχές διαπιστώνουν ότι, στη συνέχεια πράξεως για την οποία έχει επιληφθεί η δικαστική αρχή [για την οποία μπορεί να ασκηθεί ποινική δίωξη], δεν είναι σε θέση να προσδιορίσουν το ακριβές ποσό των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που νομίμως οφείλονται για το συγκεκριμένο εμπόρευμα, δεν εφαρμόζεται η προθεσμία που προβλέπεται στο άρθρο 2.
Στην περίπτωση αυτή, οι αρμόδιες αρχές προβαίνουν στην είσπραξη σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν επί του προκειμένου στα κράτη μέλη.»
Η εθνική νομοθεσία
7 Κατά τον χρόνο των επίδικων περιστατικών οι πορτογαλικές φορολογικές αρχές διέθεταν, δυνάμει του άρθρου 34, παράγραφος 1, του κώδικα φορολογικής δικονομίας, όπως είχε διαμορφωθεί με το νομοθετικό διάταγμα 154/91, της 23ης Απριλίου 1991 (Diário da República, σειρά Α, αριθ. 94, της 23ης Απριλίου 1991), δεκαετή προθεσμία για να προβούν στην είσπραξη των δασμών, αν το ποσό των δασμών δεν είχε προσδιοριστεί εξαρχής ορθά λόγω απάτης.
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
8 Κατά τον μήνα Οκτώβριο 1993, ένα πλοίο προερχόμενο από την Τουρκία εκφόρτωσε στο λιμάνι του Setúbal (Πορτογαλία) ορισμένη ποσότητα ελαιολάδου που προοριζόταν για την ZF Zefeser, ενώ για το υπόλοιπο φορτίο δηλώθηκε ότι τελεί υπό διαμετακόμιση. Στη συνέχεια το πλοίο απέπλευσε με προορισμό την Θέουτα (Ισπανία), η οποία βρίσκεται στις βορειοαφρικανικές ακτές. Σύμφωνα όμως με τις πληροφορίες που διαβίβασαν οι ισπανικές αρχές τον Οκτώβριο του 1995, το πλοίο αυτό έφτασε στη Θέουτα κενό φορτίου.
9 Με βάση τις πληροφορίες αυτές, οι τελωνειακές αρχές του Setúbal απηύθυναν στην ZF Zefeser στις 9 Απριλίου 1997 πράξη εκκαθάρισης που περιελάμβανε τη διόρθωση των οφειλόμενων δασμών. Εξάλλου, κατόπιν μήνυσης των πορτογαλικών λιμενικών αρχών, ασκήθηκε δίωξη κατά ορισμένων εταίρων της ZF Zefeser για λαθρεμπόριο, πλαστογραφία, απάτη και ένωση προς διάπραξη εγκλήματος.
10 Η ZF Zefeser προσέφυγε ενώπιον του Tribunal Tributário de Primeira Instância de Setúbal (Φορολογικό Πρωτοδικείο του Setúbal) κατά της παραπάνω πράξης εκκαθάρισης, ισχυριζόμενη κυρίως ότι η αξίωση των αρχών σχετικά με την τελωνειακή αυτή οφειλή είχε παραγραφεί. Η προσφυγή αυτή απορρίφθηκε με το σκεπτικό ότι η εφαρμοστέα προθεσμία παραγραφής ήταν δεκαετής και όχι τριετής, διότι η διάπραξη αξιόποινων πράξεων είχε εμποδίσει τον ορθό προσδιορισμό των οφειλόμενων δασμών. Η δικαστική αυτή απόφαση μεταρρυθμίστηκε όμως σε δεύτερο βαθμό από το Tribunal Central Administrativo, το οποίο δέχτηκε ότι εφαρμογή είχε η τριετής παραγραφή, λόγω του ότι είχε εν τω μεταξύ εκδοθεί οριστική απαλλακτική απόφαση, εν μέρει λόγω παραγραφής και εν μέρει λόγω ανεπαρκών αποδείξεων, για τα άτομα κατά των οποίων είχε ασκηθεί η δίωξη.
11 Κατόπιν της υποβολής από τη Fazenda Pública αίτησης αναίρεσης κατά της απόφασης του Tribunal Central Administrativo, το Supremo Tribunal Administrativo αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Για να χαρακτηριστεί, κατά το άρθρο 3 του κανονισμού […] 1697/79 […], μια πράξη ως “πράξη για την οποία έχει επιληφθεί η δικαστική αρχή”, αρκεί να τη χαρακτηρίσει ως τέτοια η τελωνειακή αρχή ή απαιτείται να τη χαρακτηρίσει ως τέτοια το αρμόδιο ποινικό δικαστήριο;
2) Στη δεύτερη περίπτωση, αρκεί να έχει απλώς ασκηθεί δίωξη από την αρμόδια ποινική αρχή (στην περίπτωση της Πορτογαλίας, την εισαγγελική αρχή) ή απαιτείται επιπλέον η καταδίκη του οφειλέτη των δασμών στο πλαίσιο ποινικής δίκης;
3) Στην τελευταία αυτή περίπτωση, συνάγονται διαφορετικά συμπεράσματα αναλόγως του αν το δικαστήριο απάλλαξε τον οφειλέτη κατ’ εφαρμογή της αρχής in dubio pro reo ή διότι αποδείχθηκε ότι ο οφειλέτης δεν διέπραξε τη σχετική παράβαση;
4) Τι συνέπειες απορρέουν από το ότι η εισαγγελική αρχή δεν απάγγειλε κατηγορία κατά του οφειλέτη των δασμών, διότι έκρινε ότι δεν υπήρχαν ενδείξεις ότι τελέστηκε πράξη που υπόκειται σε ποινική δίωξη; Κωλύει μια τέτοια απόφαση την κίνηση διαδικασίας για την είσπραξη των μη εισπραχθέντων δασμών;
5) Αν η εισαγγελική αρχή ή το ποινικό δικαστήριο θέσει την υπόθεση στο αρχείο λόγω παραγραφής της ποινικής αξίωσης της πολιτείας, κωλύει η απόφαση αυτή την κίνηση της διαδικασίας για την είσπραξη των μη εισπραχθέντων δασμών;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί του παραδεκτού του τέταρτου ερωτήματος
12 Με το τέταρτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσία, αν η απόφαση του εισαγγελέα να μην ασκήσει δίωξη λόγω μη υπάρξεως ενδείξεων για την τέλεση πράξης που υπόκειται σε ποινική δίωξη εμποδίζει την κίνηση διαδικασίας για την είσπραξη βάσει του άρθρου 3 του κανονισμού 1697/79.
13 Η ZF Zefeser ισχυρίζεται πάντως, με τις παρατηρήσεις που υπέβαλε στο Δικαστήριο, ότι το ερώτημα αυτό δεν είναι κρίσιμο για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης, δεδομένου ότι εν προκειμένω ο εισαγγελέας έχει ασκήσει ποινική δίωξη.
14 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, αν ληφθεί υπόψη η κατανομή αρμοδιοτήτων στο πλαίσιο της διαδικασίας της αίτησης για την έκδοση προδικαστικής απόφασης, το εθνικό δικαστήριο είναι μεν το μόνο αρμόδιο να προσδιορίζει το αντικείμενο των ερωτημάτων που προτίθεται να υποβάλει στο Δικαστήριο, το Δικαστήριο όμως έχει αποφανθεί επίσης ότι, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, πρέπει, προκειμένου να διαπιστώσει αν έχει αυτό το ίδιο αρμοδιότητα, να εξετάζει τις συνθήκες υπό τις οποίες του έχει υποβληθεί η αίτηση από το εθνικό δικαστήριο.
15 Αυτό συμβαίνει π.χ. στην περίπτωση που το πρόβλημα που υποβάλλεται στο Δικαστήριο έχει καθαρά υποθετικό χαρακτήρα (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 13ης Μαρτίου 2001, C‑379/98, PreussenElektra, Συλλογή 2001, σ. I‑2099, σκέψη 39, της 22ας Ιανουαρίου 2002, C‑390/99, Canal Satélite Digital, Συλλογή 2002, σ. I‑607, σκέψη 19, και της 5ης Φεβρουαρίου 2004, C‑380/01, Schneider, Συλλογή 2004, σ. I‑1389, σκέψη 22). Πράγματι, το πνεύμα συνεργασίας που πρέπει να πρυτανεύει κατά τη λειτουργία της διαδικασίας της αίτησης για την έκδοση προδικαστικής απόφασης συνεπάγεται ότι το εθνικό δικαστήριο θα σέβεται την αποστολή που έχει ανατεθεί στο Δικαστήριο, η οποία συνίσταται στη συμβολή του στην απονομή της δικαιοσύνης εντός των κρατών μελών και όχι στη διατύπωση συμβουλευτικών γνωμών σχετικά με γενικά ή υποθετικά ερωτήματα (προπαρατεθείσα απόφαση Schneider, σκέψη 23, καθώς και απόφαση της 30ής Ιουνίου 2005, C‑165/03, Längst, Συλλογή 2005, σ. I‑5637, σκέψη 33).
16 Όμως, όπως τόνισε η γενική εισαγγελέας στο σημείο 74 των προτάσεών της, από την απόφαση παραπομπής καθώς από τις υποβληθείσες στο Δικαστήριο παρατηρήσεις προκύπτει ότι, όσον αφορά την υπόθεση της κύριας δίκης, είναι αναμφισβήτητο ότι ο εισαγγελέας έχει ασκήσει ποινική δίωξη κατά ορισμένων εταίρων της ZF Zefeser ενώπιον του Tribunal Judicial de Setúbal, οπότε το ερώτημα σχετικά με τις συνέπειες της μη άσκησης τέτοιας δίωξης δεν παρουσιάζει καμία χρησιμότητα για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης.
17 Συνεπώς, διαπιστώνεται ότι το τέταρτο ερώτημα δεν είναι παραδεκτό.
Επί του πρώτου και του πέμπτου ερωτήματος
18 Με το πρώτο και το πέμπτο προδικαστικό ερώτημα, που πρέπει να συνεξεταστούν, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσία, ποια είναι η αρμόδια αρχή για να χαρακτηρίσει μια πράξη ως «πράξη για την οποία έχει επιληφθεί η δικαστική αρχή», στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 3 του κανονισμού 1697/79. Ειδικότερα, ερωτά, αφενός, αν αρμοδιότητα για τον χαρακτηρισμό αυτό έχουν οι τελωνειακές αρχές ή τα ποινικά δικαστήρια και, αφετέρου, αν η απόφαση να τεθεί η υπόθεση στο αρχείο ή η απαλλακτική απόφαση την οποία εκδίδει η δικαστική αρχή λόγω παραγραφής της ποινικής αξίωσης της πολιτείας εμποδίζει τον χαρακτηρισμό αυτό.
19 Η Πορτογαλική Κυβέρνηση, η Ιρλανδία και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων προτείνουν στο Δικαστήριο να απαντήσει ότι ο κρίσιμος χαρακτηρισμός της πράξης είναι ο χαρακτηρισμός τον οποίο δέχονται οι τελωνειακές αρχές. Αυτό προκύπτει όχι μόνο από το γράμμα του εν λόγω άρθρου 3, αλλά και από τη γενική οικονομία του κανονισμού 1697/79. Υπό τις συνθήκες αυτές, η παραγραφή της ποινικής αξίωσης της πολιτείας δεν εμποδίζει, καθαυτή, την κίνηση διαδικασίας για την είσπραξη των δασμών μετά την παρέλευση της τριετούς προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού αυτού.
20 Αντίθετα, σύμφωνα με την ZF Zefeser, για να τηρούνται η αρχή της ασφάλειας δικαίου και το τεκμήριο της αθωότητας του κατηγορουμένου, πρέπει ο χαρακτηρισμός μιας πράξης ως «πράξης για την οποία έχει επιληφθεί η δικαστική αρχή» να προκύπτει πάντοτε από οριστική ποινική καταδίκη, καθόσον ο χαρακτηρισμός της πράξης από τις τελωνειακές αρχές δεν είναι λυσιτελής για την εφαρμογή του άρθρου 3 του κανονισμού 1697/79. Επομένως, η παραγραφή της ποινικής αξίωσης εμποδίζει την κίνηση διαδικασίας για την είσπραξη των μη εισπραχθέντων δασμών με βάση τη διάταξη αυτή.
21 Προκειμένου να δοθεί απάντηση στα υπό εξέταση προδικαστικά ερωτήματα, πρέπει να υπενθυμιστεί καταρχάς ότι η εξαίρεση από τον κανόνα της τριετούς προθεσμίας παραγραφής έχει εφαρμογή, δυνάμει του άρθρου 3 του κανονισμού 1697/79, στην περίπτωση που «οι αρμόδιες αρχές διαπιστώνουν ότι, στη συνέχεια πράξεως για την οποία έχει επιληφθεί η δικαστική αρχή, δεν είναι σε θέση να προσδιορίσουν το ακριβές ποσό των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που νομίμως οφείλονται για το συγκεκριμένο εμπόρευμα».
22 Επομένως, από το γράμμα της διάταξης αυτής προκύπτει σαφώς ότι αρμόδιες αρχές για να χαρακτηρίσουν μια πράξη ως «πράξη για την οποία έχει επιληφθεί η δικαστική αρχή» είναι οι ίδιες αρχές που, λόγω της τέλεσης της πράξης αυτής, δεν μπόρεσαν να εισπράξουν τους οφειλόμενους δασμούς και προτίθενται επομένως να προβούν στην εκ των υστέρων είσπραξή τους. Δεν αμφισβητείται όμως ότι, όπως προβλέπει άλλωστε και το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1697/79, ο προσδιορισμός του ποσού των δασμών αυτών και η κίνηση της διαδικασίας για την είσπραξή τους εναπόκειται στις τελωνειακές αρχές των κρατών μελών (βλ. αποφάσεις της 27ης Νοεμβρίου 1991, C‑273/90, Meico-Fell, Συλλογή 1991, σ. I‑5569, σκέψη 11, και της 14ης Μαΐου 1996, C‑153/94 και C‑204/94, Faroe Seafood κ.λπ., Συλλογή 1996, σ. I‑2465, σκέψη 16).
23 Στη συνέχεια επισημαίνεται ότι η άποψη της ZF Zefeser, κατά την οποία η δυνατότητα μη εφαρμογής της τριετούς προθεσμίας παραγραφής εξαρτάται από την ύπαρξη ποινικής καταδίκης, προσκρούει στο ίδιο το γράμμα του άρθρου 3, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1697/79.
24 Συγκεκριμένα, η διάταξη αυτή δεν κάνει λόγο ούτε για ποινική καταδίκη ούτε καν για την άσκηση ποινικής δίωξης, αλλά σαφέστατα για την τέλεση απλώς πράξης για την οποία θα μπορούσε να ασκηθεί ποινική δίωξη. Αυτό επιβεβαιώνεται εξάλλου από τη διατύπωση της διάταξης αυτής στις διάφορες γλώσσες, π.χ. από το πορτογαλικό κείμενο («un acto passível de procedimento judicial»), το αγγλικό («an act that could give rise to criminal court proceedings»), το γερμανικό («Handlungen, die strafrechtlich verfolgbar sind»), το ισπανικό («un acto que puede dar lugar a la incoación de un proceso judicial punitivo») και το ιταλικό («un atto passibile di un’azione giudiziaria repressiva»).
25 Κατά συνέπεια, όσον αφορά την εξαίρεση την οποία προβλέπει το άρθρο 3 του κανονισμού 1697/79 σε σχέση με την προθεσμία παραγραφής της αξίωσης είσπραξης των μη εισπραχθέντων δασμών, το άρθρο αυτό δεν επιβάλλει ως προϋπόθεση της εφαρμογής της να έχει πράγματι κινηθεί ποινική δίωξη από τις αρμόδιες ποινικές αρχές κράτους μέλους και να έχει καταλήξει η διαδικασία αυτή σε καταδίκη των αυτουργών ούτε βέβαια, κατά μείζονα λόγο, να μην έχει παραγραφεί η ποινική αξίωση της πολιτείας.
26 Κατά συνέπεια, στο πλαίσιο της εφαρμογής του εν λόγω άρθρου 3, ο χαρακτηρισμός μιας πράξης ως «πράξης για την οποία έχει επιληφθεί η δικαστική αρχή» υπό την έννοια του πρώτου εδαφίου του άρθρου αυτού εμπίπτει στην αρμοδιότητα των τελωνειακών αρχών οι οποίες καλούνται να προσδιορίσουν στη συγκεκριμένη περίπτωση το ακριβές ποσό των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών.
27 Η ορθότητα του παραπάνω συμπεράσματος δεν αναιρείται από το επιχείρημα της ZF Zefeser ότι η ερμηνεία αυτή διακυβεύει την τήρηση της αρχής της ασφάλειας δικαίου και του τεκμηρίου της αθωότητας των οφειλετών των εν λόγω δασμών.
28 Πράγματι, ο εκ μέρους των τελωνειακών αρχών χαρακτηρισμός μιας πράξης ως «πράξης για την οποία έχει επιληφθεί η δικαστική αρχή» δεν συνιστά διαπίστωση ότι έχει πράγματι διαπραχθεί παράβαση του ποινικού δικαίου (βλ., συναφώς, την προπαρατεθείσα απόφαση Meico-Fell, σκέψη 9). Όπως προκύπτει από την πρώτη και τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1697/79, ο εν λόγω χαρακτηρισμός πραγματοποιείται στο πλαίσιο και για την εξυπηρέτηση μιας διοικητικής διαδικασίας, ο μόνος σκοπός της οποίας είναι να δοθεί στις αρχές αυτές η δυνατότητα να θεραπεύσουν την εσφαλμένη ή ανεπαρκή είσπραξη εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών.
29 Είναι αυτονόητο ότι ο χαρακτηρισμός αυτός πραγματοποιείται με την επιφύλαξη αφενός του ελέγχου που μπορούν να ασκούν τα δικαστήρια των κρατών μελών επί των αποφάσεων των τελωνειακών αρχών και αφετέρου όλων των συνεπειών, περιλαμβανομένης και της ενδεχόμενης επιστροφής των δασμών που εισέπραξαν αχρεωστήτως οι αρχές αυτές, οι οποίες συνάγονται, κατά το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο, από τις αποφάσεις των εν λόγω δικαστηρίων, και συγκεκριμένα από τις αποφάσεις για παύση της δίωξης ή για απαλλαγή των κατηγορουμένων.
30 Κατά συνέπεια, εφόσον δεν υπάρχει κοινοτική ρύθμιση στον οικείο τομέα, στην έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους πρέπει να καθορίζονται οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι υπόχρεοι προς καταβολή των δασμών μπορούν να προσβάλλουν την εφαρμογή της προβλεπόμενης από το άρθρο 3 του κανονισμού 1697/79 εξαίρεσης σχετικά με την παραγραφή της αξίωσης είσπραξης των μη εισπραχθέντων δασμών και να ζητούν συναφώς τη συναγωγή των συνεπειών των ενδεχομένως εκδοθεισών δικαστικών αποφάσεων, υπό τον όρο ότι οι προϋποθέσεις αυτές δεν είναι λιγότερο ευνοϊκές από εκείνες που διέπουν την άσκηση παρόμοιων ενδίκων βοηθημάτων της εσωτερικής έννομης τάξης και ότι δεν καθιστούν πρακτικώς αδύνατη την άσκηση των δικαιωμάτων που απονέμει η κοινοτική έννομη τάξη (βλ., κατ’ αναλογία, μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 10ης Ιουλίου 1980, 811/79, Ariete, Συλλογή τόμος 1980/ΙΙ, σ. 637, σκέψη 12, της 4ης Δεκεμβρίου 2003, C‑63/01, Evans, Συλλογή 2003, σ. I‑14447, σκέψεις 75 και 76, και της 13ης Ιουλίου 2006, C‑295/04 έως C‑298/04, Manfredi κ.λπ., Συλλογή 2006, σ. I‑6619, σκέψεις 62 και 77).
31 Κατόπιν των παραπάνω σκέψεων, στο πρώτο και στο πέμπτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι ο χαρακτηρισμός μιας πράξης ως «πράξης για την οποία έχει επιληφθεί η δικαστική αρχή» κατά την έννοια του άρθρου 3, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1697/79 εμπίπτει στην αρμοδιότητα των τελωνειακών αρχών οι οποίες καλούνται να προσδιορίσουν στη συγκεκριμένη περίπτωση το ακριβές ποσό των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών.
Επί του δεύτερου και του τρίτου ερωτήματος
32 Κατόπιν της απάντησης που δόθηκε στο πρώτο και στο πέμπτο ερώτημα, δεν χρειάζεται να δοθεί απάντηση στο δεύτερο και στο τρίτο ερώτημα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο.
Επί των δικαστικών εξόδων
33 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφαίνεται:
Ο χαρακτηρισμός μιας πράξης ως «πράξης για την οποία έχει επιληφθεί η δικαστική αρχή» κατά την έννοια του άρθρου 3, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1697/79 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979, περί της εκ των υστέρων εισπράξεως εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που δεν κατέστησαν απαιτητοί από τον φορολογούμενο, για εμπορεύματα που διασαφηνίσθηκαν σε τελωνειακό καθεστώς συνεπαγόμενο την υποχρέωση καταβολής τέτοιων δασμών, εμπίπτει στην αρμοδιότητα των τελωνειακών αρχών οι οποίες καλούνται να προσδιορίσουν στη συγκεκριμένη περίπτωση το ακριβές ποσό των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η πορτογαλική.
Full & Egal Universal Law Academy