Υπόθεση C-64/06
Telefónica O2 Czech Republic a.s., πρώην Český Telecom a.s.,
κατά
Czech On Line a.s.
(αίτηση του Obvodní soud pro Prahu 3
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Ηλεκτρονικές επικοινωνίες — Δίκτυα και υπηρεσίες — Κοινό ρυθμιστικό πλαίσιο — Δεσπόζουσα επιχείρηση — Υποχρέωση διασύνδεσης με άλλους επιχειρηματίες — Μεταβατικές διατάξεις — Οδηγία 97/33»
Περίληψη της αποφάσεως
1. Προδικαστικά ερωτήματα — Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου — Όρια
(Άρθρο 234 ΕΚ)
2. Προσέγγιση των νομοθεσιών — Δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών — Οδηγίες 2002/19 και 2002/21 — Μεταβατικές διατάξεις
(Οδηγίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 97/33, 2002/19 και 2002/21)
1. Εφόσον τα προδικαστικά ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, το Δικαστήριο αποφαίνεται χωρίς να χρειάζεται, κατ’ αρχήν, να εξετάζει κάτω από ποιες συνθήκες τα εθνικά δικαστήρια οδηγήθηκαν στο να του υποβάλουν τα ερωτήματα και προτίθενται να εφαρμόσουν τη διάταξη του κοινοτικού δικαίου που του ζήτησαν να ερμηνεύσει.
Τα πράγματα θα είχαν άλλως μόνο στις περιπτώσεις όπου είτε η διάταξη κοινοτικού δικαίου που υποβλήθηκε προς ερμηνεία στο Δικαστήριο δεν έχει εφαρμογή στα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης που εξελίχθηκαν πριν από την προσχώρηση νέου κράτους μέλους στην Ένωση, είτε είναι πρόδηλο ότι η διάταξη αυτή δεν μπορεί να εφαρμοστεί.
(βλ. σκέψεις 22-23)
2. Δυνάμει των μεταβατικών διατάξεων της οδηγίας 2002/19, σχετικά με την πρόσβαση σε δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών και συναφείς ευκολίες, καθώς και με τη διασύνδεσή τους και της οδηγίας 2002/21, σχετικά με κοινό κανονιστικό πλαίσιο για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, η κανονιστική αρχή τηλεπικοινωνιών ενός κράτους μέλους που προσχώρησε στην Ευρωπαϊκή Ένωση την 1η Μαΐου 2004 έχει την εξουσία να εξετάσει την υποχρέωση επιχειρήσεως τηλεπικοινωνιών με σημαντική ισχύ στην αγορά κατά την έννοια της οδηγίας 97/33, για τη διασύνδεση στον χώρο των τηλεπικοινωνιών προκειμένου να διασφαλισθεί καθολική υπηρεσία και διαλειτουργικότητα, με εφαρμογή των αρχών παροχής ανοικτού δικτύου (ΟΝΡ) όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 98/61, να συνάψει συμφωνία διασυνδέσεως του δικτύου της με το δίκτυο άλλου φορέα εκμετάλλευσης, μετά την ημερομηνία προσχωρήσεως του οικείου κράτους, στο πλαίσιο των διατάξεων της οδηγίας 97/33, όπως έχει τροποποιηθεί.
(βλ. σκέψη 28 και διατακτ.)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 14ης Ιουνίου 2007 (*)
«Ηλεκτρονικές επικοινωνίες – Δίκτυα και υπηρεσίες – Κοινό ρυθμιστικό πλαίσιο – Δεσπόζουσα επιχείρηση – Υποχρέωση διασύνδεσης με άλλους επιχειρηματίες – Μεταβατικές διατάξεις – Οδηγία 97/33»
Στην υπόθεση C‑64/06,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το Obvodní soud pro Prahu 3 (Τσεχική Δημοκρατία) με απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 2005, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 6 Φεβρουαρίου 2006, στο πλαίσιο της δίκης
Telefónica O2 Czech Republic a.s., πρώην Český Telecom a.s.,
κατά
Czech On Line a.s.,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. W. A. Timmermans, πρόεδρο τμήματος, P. Kūris (εισηγητή), K. Schiemann, J. Makarczyk και L. Bay Larsen, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: D. Ruiz-Jarabo Colomer
γραμματέας: J. Swedenborg, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 1ης Φεβρουαρίου 2007,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η Telefónica O2 Czech Republic a.s., εκπροσωπούμενη από την J. Procházková, právnička,
– η Czech On Line a.s., εκπροσωπούμενη από τον V. Horáček, advokát,
– η Τσεχική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον T. Boček,
– η Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών, εκπροσωπούμενη από τις H. G. Sevenster και C. ten Dam,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους M. Shotter και P. Ondrůšek,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 27ης Φεβρουαρίου 2007,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία της οδηγίας 2002/19/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, σχετικά με την πρόσβαση σε δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών και συναφείς ευκολίες, καθώς και με τη διασύνδεσή τους (οδηγία για την πρόσβαση) (ΕΕ L 108, σ. 7) (στο εξής: οδηγία για την πρόσβαση), καθώς και της οδηγίας 2002/21/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, σχετικά με κοινό κανονιστικό πλαίσιο για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία-πλαίσιο) (ΕΕ L 108, σ. 33, στο εξής: οδηγία-πλαίσιο).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο δίκης μεταξύ της Telefónica O2 Czech Republic a.s., πρώην Český Telecom a.s., (στο εξής: TO2), και της Czech On Line a.s. (στο εξής: COL) σχετικά με την άρνηση της TO2 να ικανοποιήσει το αίτημα επεκτάσεως της υπάρχουσας συνεργασίας στις υπηρεσίες Internet ευρυζωνικής σύνδεσης μεγάλης ταχύτητας (Asymmetric Digital Subscriber Line, στο εξής: ADSL) που διατύπωσε η COL.
Το νομικό πλαίσιο
Το κοινοτικό δίκαιο
3 Το άρθρο 27 της οδηγίας-πλαίσιο ορίζει ως εξής τα μεταβατικά μέτρα:
«Τα κράτη μέλη διατηρούν όλες τις υποχρεώσεις δυνάμει του εθνικού δικαίου που αναφέρονται στο άρθρο 7 της [οδηγίας για την πρόσβαση] και στο άρθρο 16 της οδηγίας 2002/22/ΕΚ (οδηγία για την καθολική υπηρεσία), μέχρις ότου η εθνική κανονιστική αρχή καθορίσει αυτές τις υποχρεώσεις, σύμφωνα με το άρθρο 16 της παρούσας οδηγίας.
Οι φορείς εκμετάλλευσης σταθερών δημόσιων τηλεφωνικών δικτύων, οι οποίοι έχουν ορισθεί από την εθνική κανονιστική τους αρχή ως έχοντες σημαντική ισχύ στην αγορά παροχής σταθερών δημόσιων τηλεφωνικών δικτύων και υπηρεσιών, βάσει του παραρτήματος Ι, μέρος 1, της οδηγίας 97/33/ΕΚ [του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1997, για τη διασύνδεση στον χώρο των τηλεπικοινωνιών προκειμένου να διασφαλισθεί καθολική υπηρεσία και διαλειτουργικότητα, με εφαρμογή των αρχών παροχής ανοικτού δικτύου (ΟΝΡ) (ΕΕ L 199, σ. 32), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 98/61/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Σεπτεμβρίου 1998 (ΕΕ L 268, σ. 37, στο εξής: οδηγία 97/33)] ή της οδηγίας 98/10/ΕΚ [του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 1998, για την εφαρμογή της παροχής ανοιχτού δικτύου (ONP) στη φωνητική τηλεφωνία και για την καθολική υπηρεσία για τις τηλεπικοινωνίες σε ανταγωνιστικό περιβάλλον (ΕΕ L 101, σ. 24)], εξακολουθούν να θεωρούνται ως “κοινοποιημένοι φορείς εκμετάλλευσης”, για τους σκοπούς του κανονισμού (ΕΚ) 2887/2000, μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας ανάλυσης της αγοράς που αναφέρεται στο άρθρο 16, στη συνέχεια δε παύουν να θεωρούνται ως “κοινοποιημένοι φορείς εκμετάλλευσης” για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού.»
4 Το άρθρο 7 της οδηγίας για την πρόσβαση που τιτλοφορείται «Αναθεώρηση προηγούμενων υποχρεώσεων πρόσβασης και διασύνδεσης» ορίζει:
«1. Τα κράτη μέλη διατηρούν όλες τις υποχρεώσεις που έχουν επιβληθεί σε επιχειρήσεις που παρέχουν δημόσια δίκτυα επικοινωνιών και/ή υπηρεσίες όσον αφορά την πρόσβαση και τη διασύνδεση, οι οποίες ίσχυαν πριν από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας, βάσει των άρθρων 4, 6, 7, 8, 11, 12, και 14 της [οδηγίας 97/33], του άρθρου 16 της οδηγίας 98/10/ΕΚ και των άρθρων 7 και 8 της οδηγίας 92/44/ΕOΚ, μέχρις ότου αναθεωρηθούν οι υποχρεώσεις αυτές και λάβει χώρα προσδιορισμός, σύμφωνα με την παράγραφο 3.
2. Η Επιτροπή υποδεικνύει συναφείς αγορές για τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1, στην αρχική σύσταση σχετικά με συναφείς αγορές για προϊόντα και υπηρεσίες και στην απόφαση με την οποία καθορίζονται διακρατικές αγορές, η οποία εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 15 της [οδηγίας-πλαίσιο].
3. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, το ταχύτερο δυνατόν μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας, και, στη συνέχεια, ανά τακτά χρονικά διαστήματα, οι εθνικές κανονιστικές αρχές προβαίνουν σε ανάλυση της αγοράς, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 16 της [οδηγίας-πλαίσιο], ώστε να προσδιορίσουν εάν θα διατηρήσουν, θα τροποποιήσουν ή θα άρουν τις υποχρεώσεις αυτές. Στα μέρη που επηρεάζονται από την εν λόγω τροποποίηση ή απόσυρση υποχρεώσεων, παρέχεται ενδεδειγμένη χρονική περίοδος προειδοποίησης.»
Το εθνικό δίκαιο
5 Το άρθρο 37 του νόμου 151/2000 για τις τηλεπικοινωνίες και για την τροποποίηση άλλων νόμων (Zákon č. 151/2000 Sb., o telekomunikacích) ορίζει:
«1. Οι οργανισμοί δημοσίων δικτύων τηλεφωνίας ή οι οργανισμοί που παρέχουν υπηρεσίες τηλεπικοινωνιών και ενοικιάζουν δίκτυα τηλεπικοινωνιών και έχουν σημαντικό μερίδιο στη σχετική αγορά υποχρεούνται να δέχονται τις αιτήσεις των οργανισμών που έχουν άδεια παροχής υπηρεσιών τηλεπικοινωνίας για πρόσβαση στα δίκτυα που εκμεταλλεύονται (πρόσβαση στο δίκτυο).
2. Οι οργανισμοί δημοσίων δικτύων τηλεπικοινωνίας και οι παρέχοντες δημόσιες υπηρεσίες τηλεπικοινωνιών, που ελέγχουν την πρόσβαση τουλάχιστον σε ένα τελικό σημείο δικτύου προσδιοριζόμενο από ένα ή περισσότερα ψηφία στα αριθμητικά σχέδια, καθώς και οι παρέχοντες δημόσιες υπηρεσίες τηλεπικοινωνιών που ενοικιάζουν κυκλώματα τηλεπικοινωνίας που καταλήγουν σε χώρους χρησιμοποιούμενους από τον χρήστη υποχρεούνται, αν τους το ζητήσει άλλος οργανισμός ή παρέχων υπηρεσίες που αναπτύσσει ανάλογη δραστηριότητα στον τομέα των τηλεπικοινωνιών, να διευκολύνουν την άμεση ή έμμεση διασύνδεσή του με τα δίκτυα τηλεπικοινωνιών που εκμεταλλεύονται (διασύνδεση δικτύων). Η πρόσβαση στο δίκτυο γίνεται με έξοδα του αιτούντος και έναντι πληρωμής.
3. Η πρόσβαση στο δίκτυο γίνεται βάσει έγγραφης σύμβασης μεταξύ του οργανισμού του δημοσίου δικτύου τηλεπικοινωνιών και του παρέχοντος δημόσιες υπηρεσίες τηλεπικοινωνιών· η διασύνδεση των δικτύων γίνεται βάσει έγγραφης σύμβασης μεταξύ οργανισμών δημοσίων δικτύων τηλεπικοινωνιών.
[…]»
Η κύρια δίκη και τα προδικαστικά ερωτήματα
6 Οι TO2 και COL είναι επιχειρηματίες τηλεπικοινωνιών που συνήψαν στις 29 Ιανουαρίου 2001 σύμβαση διασυνδέσεως των δημοσίων σταθερών δικτύων τους. Η δεύτερη από τις εταιρίες αυτές πρότεινε στην πρώτη, στις 3 Φεβρουαρίου 2003, τη συνομολόγηση προσθήκης στη συμφωνία αυτή με σκοπό τη διασύνδεση των δικτύων τους και για την παροχή ADSL. Η TO2 όμως δημοσίευσε στην Επίσημη Εφημερίδα τηλεπικοινωνιών μόνον την προσφορά πρόσβασης στην υποδομή του δικτύου της που χρησιμοποιεί την τεχνολογία αυτή, ενώ ο νόμος 151/2000 την υποχρέωνε να δημοσιεύσει την προσφορά διασυνδέσεως των δικτύων.
7 Δεδομένου ότι δεν επιτεύχθηκε συμφωνία, η COL αποτάθηκε στην Český telekomunikační úřad (τσεχική ρυθμιστική αρχή τηλεπικοινωνιών, στο εξής: ρυθμιστική αρχή) η οποία, με απόφαση της 30ής Απριλίου 2004, δέχτηκε την αίτησή της βάσει του νόμου 151/2000. Μετά την άσκηση προσφυγής ενώπιον του προέδρου της αρχής αυτής, η εν λόγω απόφαση ακυρώθηκε για λόγους γενικού χαρακτήρα και ουσιαστικούς και η υπόθεση αναπέμφθηκε ενώπιον της ρυθμιστικής αρχής. Στις 14 Σεπτεμβρίου 2004, η αρχή αυτή έλαβε νέα απόφαση ευνοϊκή για την COL και υποχρέωσε τους διαδίκους της κυρίας δίκης να συνομολογήσουν προσθήκη στη συμφωνία διασυνδέσεως καλύπτουσα τις υπηρεσίες ADSL.
8 Με απόφαση της 20ής Ιανουαρίου 2005, ο πρόεδρος της ρυθμιστικής αρχής απέρριψε τη νέα προσφυγή που άσκησε η TO2. Η απόφαση αυτή κατέστη αμετάκλητη και εκτελεστή.
9 Ο τσεχικός κώδικας πολιτικής δικονομίας επιτρέπει στην περίπτωση αυτή την άσκηση προσφυγής ακυρώσεως ενώπιον τακτικού δικαστηρίου, εν προκειμένω του Obvodní soud pro Prahu 3 (Πρωτοδικείο Πράγας 3).
10 Κατά το εν λόγω δικαστήριο, η TO2 υποστηρίζει ότι η απόφαση της ρυθμιστικής αρχής αντιβαίνει στην ευρωπαϊκή συμφωνία για την εγκαθίδρυση σύνδεσης μεταξύ των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και των κρατών μελών τους, αφενός, και της Τσεχικής Δημοκρατίας, αφετέρου, που συνήφθη και εγκρίθηκε στο όνομα της Κοινότητας με την απόφαση 94/910/ΕΚΑΧ, ΕΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου και της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 1994 (ΕΕ L 360, σ. 1), στην οδηγία για την πρόσβαση και στην οδηγία-πλαίσιο καθώς και στην οδηγία 97/33.
11 Το Obvodní soud pro Prahu 3 ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Είχε η [ρυθμιστική αρχή] την εξουσία να υποχρεώσει, με διοικητική απόφαση μετά την 1η Μαΐου 2004, δηλαδή μετά την ημερομηνία προσχωρήσεως της Τσεχικής Δημοκρατίας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, μια εταιρία τηλεπικοινωνιών με σημαντική (δεσπόζουσα) θέση στην αγορά τηλεπικοινωνιών να συνάψει σύμβαση για τη σύνδεση του δικτύου της με το δίκτυο άλλου επιχειρηματία;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως:
Είχε η [ρυθμιστική αρχή] την εξουσία να επιβάλει αυτή την υποχρέωση μόνο υπό τους όρους του άρθρου 8, παράγραφος 2 [της οδηγίας για την πρόσβαση], δηλαδή κατόπιν προηγουμένης αναλύσεως της αγοράς που πραγματοποιείται σύμφωνα με το άρθρο 16 της [οδηγίας-πλαίσιο] και βάσει της διαδικασίας των άρθρων 6 και 7 της [οδηγίας-πλαίσιο], ή μπορούσε (λόγου χάρη σύμφωνα με τη 15η αιτιολογική σκέψη, τα άρθρα 3, 4, [παράγραφος 1], 5, παράγραφοι 1, στοιχείο α΄, και 4, το άρθρο 10, παράγραφοι 1 και 2, της [οδηγίας για την πρόσβαση]) να ενεργήσει κατ’ αυτόν τον τρόπο και χωρίς προηγουμένη ανάλυση της αγοράς;
3) Επηρεάζει την απάντηση στο ερώτημα 2 το γεγονός ότι η αίτηση συγκεκριμένου επιχειρηματία για την έκδοση αποφάσεως περί αναγκαστικής διασύνδεσης του δικτύου του με το δίκτυο άλλου επιχειρηματία, με σημαντική (δεσπόζουσα) θέση στην αγορά τηλεπικοινωνιών υποβλήθηκε στη [ρυθμιστική αρχή] πριν την 1η Μαΐου 2004 και ότι το βασικό μέρος της διαδικασίας επί της αιτήσεως στην εν λόγω αρχή ολοκληρώθηκε πριν την 1η Μαΐου 2004, δηλαδή πριν την ημερομηνία προσχωρήσεως της Τσεχικής Δημοκρατίας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες;
4) Στο μέτρο που κατά την κρίσιμη περίοδο –από 1ης Μαΐου 2004 μέχρι 30ής Απριλίου 2005– η Τσεχική Δημοκρατία δεν είχε θέσει πλήρως σε εφαρμογή τις προαναφερθείσες οδηγίες, είναι δυνατή η απευθείας εφαρμογής της οδηγίας [πλαίσιο] και της οδηγίας [για την πρόσβαση] και συνεπώς:
α) Είναι οι οδηγίες αυτές (ή μια από αυτές) απαλλαγμένες αιρέσεων και αρκούντως σαφείς ώστε να εφαρμόζονται από τα δικαστήρια αντί του εθνικού δικαίου;
β) Έχει το δικαίωμα ένας επιχειρηματίας με σημαντική (δεσπόζουσα) θέση στην αγορά τηλεπικοινωνιών να επικαλεστεί, λόγω της ατελούς μεταφοράς τους, το άμεσο αποτέλεσμά της οδηγίας [πλαίσιο] και της οδηγίας [για την πρόσβαση] σε σχέση με το ζήτημα αν προστατεύουν οι οδηγίες αυτές (ή μια από αυτές) εν πάση περιπτώσει τα συμφέροντα του επιχειρηματία που αρνήθηκε να συνάψει συμφωνία διασυνδέσεως (στον τομέα των υπηρεσιών ADSL) με άλλους επιχειρηματίες τηλεπικοινωνιών της εγχώριας αγοράς (οσάκις, κατά την κρίση της ρυθμιστικής αρχής που επίσης υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο, ο εν λόγω επιχειρηματίας ενεργεί έτσι κατά παράβαση των στόχων που επιδιώκει το νέο κανονιστικό πλαίσιο);
γ) Μπορεί ο επιχειρηματίας αυτός να επικαλεστεί το άμεσο αποτέλεσμα οδηγιών που δεν έχουν ορθά μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο (ή μιας από αυτές), οσάκις (έστω και αν πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπουν οι οδηγίες) η ρυθμιστική αρχή αποφαίνεται με τις αποφάσεις της σε σχέση με συγκεκριμένες συνθήκες διασυνδέσεως δικτύων των επιχειρηματιών και επιβάλλει συνεπώς συγκεκριμένες υποχρεώσεις στα άτομα;»
Επί της επαναλήψεως της προφορικής διαδικασίας
12 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 9 Μαρτίου 2007, η TO2 ζήτησε την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας, η οποία περατώθηκε στις 27 Φεβρουαρίου 2007 κατόπιν της αναπτύξεως των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα.
13 Στο πλαίσιο του αιτήματός της, η TO2 υποστηρίζει ότι ο γενικός εισαγγελέας εξέτασε στις προτάσεις του επιχειρήματα που δεν διατυπώθηκαν έναντι των διαδίκων της κύριας δίκης και ιδίως το επιχείρημα περί αμέσου αποτελέσματος της θετικής υποχρεώσεως για την πραγματοποίηση ανάλυσης της αγοράς, ενώ η δίκη αφορά την αρνητική υποχρέωση να μην εκδοθεί απόφαση ως προς την υποχρέωση συνδέσεως χωρίς να πραγματοποιηθεί τέτοια ανάλυση.
14 Υπενθυμίζεται ότι το Δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν προτάσεως του γενικού εισαγγελέα ή κατόπιν αιτήσεως των διαδίκων να διατάξει την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας, σύμφωνα με το άρθρο 61 του Κανονισμού Διαδικασίας, αν φρονεί ότι δεν διαθέτει επαρκή στοιχεία ή ότι η υπόθεση πρέπει να επιλυθεί βάσει επιχειρήματος επί του οποίου δεν διεξήχθη συζήτηση μεταξύ των διαδίκων (απόφαση της 18ης Ιουνίου 2002, C-299/99, Philips, Συλλογή 2002, σ. I-5475, σκέψη 20).
15 Το Δικαστήριο φρονεί ότι το ζήτημα του αμέσου αποτελέσματος των επιδίκων στην κύρια δίκη διατάξεων προβάλλεται με το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου και ότι διαθέτει όλα τα στοιχεία που χρειάζεται για να απαντήσει στο ερώτημα αυτό.
16 Συνεπώς, η αίτηση επαναλήψεως της προφορικής διαδικασίας που υπέβαλε η TO2 πρέπει να απορριφθεί.
Επί της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου
17 Προκαταρκτικώς, η Τσεχική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να απαντήσει στο σύνολο των προδικαστικών ερωτημάτων, διότι τα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης είναι προγενέστερα της ημερομηνίας προσχωρήσεως της Τσεχικής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
18 Κατά τη συνεδρίαση, η TO2, η COL και η Επιτροπή διατύπωσαν την άποψη ότι το Δικαστήριο είναι αρμόδιο rationae temporis διότι, αφενός, η κύρια δίκη άρχισε μεν το Φεβρουάριο 2003, πλην όμως συνεχίστηκε μέχρι την έκδοση της αποφάσεως του προέδρου της ρυθμιστικής αρχής της 20ής Ιανουαρίου 2005, και, αφετέρου, δυνάμει της τσεχικής νομοθεσίας, η απόφαση της ρυθμιστικής αρχής της 30ής Απριλίου 2004 ακυρώθηκε, ενώ εκδόθηκε νέα απόφαση στις 20 Ιανουαρίου 2005. Επιπλέον, η TO2 παρατηρεί ότι η τελευταία απόφαση, που είναι διαπλαστική και όχι αναγνωριστική, έχει ως αντικείμενο όχι να διαπιστώσει κατά τρόπο αυθαίρετο τις υποχρεώσεις που γεννήθηκαν από προγενέστερα περιστατικά, αλλά να θέσει τις βάσεις μελλουσών εννόμων υποχρεώσεων.
19 Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι η αίτηση της COL που υποβλήθηκε στη ρυθμιστική αρχή προκειμένου να υποχρεωθεί η TO2 να παράσχει διασύνδεση με το δίκτυο ADSL εξετάστηκε και επ’ αυτής η αρχή αυτή εξέδωσε απόφαση στις 30 Απριλίου 2004, δηλαδή πριν από την ημερομηνία προσχωρήσεως της Τσεχικής Δημοκρατίας στην Ένωση.
20 Ωστόσο, η απόφαση αυτή ακυρώθηκε στις 9 Σεπτεμβρίου 2004 και εκδόθηκε νέα απόφαση στις 14 του ίδιου μήνα. Η τελευταία απόφαση επικυρώθηκε, κατόπιν ασκήσεως προσφυγής, από τον πρόεδρο της ρυθμιστικής αρχής στις 20 Ιανουαρίου 2005. Οι διάδικοι θεωρούν ότι την ημερομηνία αυτή η απόφαση κατέστη αμετάκλητη και εκτελεστή.
21 Χωρίς να χρειάζεται να εξεταστούν οι συνέπειες της ακυρώσεως μιας αποφάσεως κατά το τσεχικό δίκαιο, διαπιστώνεται, αφενός, ότι η προσβαλλομένη στην κύρια δίκη απόφαση είναι μεταγενέστερη της ημερομηνίας προσχωρήσεως της Τσεχικής Δημοκρατίας στην Ένωση, ότι ρυθμίζει ορισμένη κατάσταση για το μέλλον και όχι για το παρελθόν και, αφετέρου, ότι ο εθνικός δικαστής ερωτά το Δικαστήριο σχετικά με την κοινοτική νομοθεσία που έχει εφαρμογή στη κύρια δίκη.
22 Εφόσον τα προδικαστικά ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία διατάξεως του κοινοτικού δικαίου, το Δικαστήριο αποφαίνεται χωρίς να χρειάζεται, κατ’ αρχήν, να εξετάζει κάτω από ποιες συνθήκες τα εθνικά δικαστήρια οδηγήθηκαν στο να του υποβάλουν τα ερωτήματα και προτίθενται να εφαρμόσουν τη διάταξη του κοινοτικού δικαίου που του ζήτησαν να ερμηνεύσει (απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 1996, C-85/95, Reisdorf, Συλλογή 1996, σ. I-6257, σκέψη 15).
23 Τα πράγματα θα είχαν άλλως μόνο στις περιπτώσεις όπου είτε η διάταξη κοινοτικού δικαίου που υποβλήθηκε προς ερμηνεία στο Δικαστήριο δεν έχει εφαρμογή στα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης που εξελίχθηκαν πριν από την προσχώρηση νέου κράτους μέλους στην Ένωση (βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, απόφαση της 10ης Ιανουαρίου 2006, C‑302/04, Ynos, Συλλογή 2006, σ. I‑371, σκέψεις 35 και 36), είτε είναι πρόδηλο ότι η διάταξη αυτή δεν μπορεί να εφαρμοστεί (βλ. απόφαση Reisdorf, όπ.π., σκέψη 16).
24 Η υπό κρίση υπόθεση όμως δεν αποτελεί τέτοια περίπτωση. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να ερμηνεύσει τις προαναφερθείσες οδηγίες και πρέπει να δώσει απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου.
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
25 Πρέπει να συνεξεταστούν το πρώτο, το δεύτερο και το τρίτο ερώτημα, με τα οποία το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν αν η ρυθμιστική αρχή είχε το δικαίωμα, λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων κοινοτικού δικαίου που είχαν εφαρμογή μετά την 1η Μαΐου 2004, να υποχρεώσει μια επιχείρηση τηλεπικοινωνιών που έχει σημαντική ισχύ στην αγορά τηλεπικοινωνιών να συνάψει σύμβαση διασυνδέσεως του δικτύου της με το δίκτυο άλλου φορέα εκμετάλλευσης.
26 Συναφώς, διευκρινίζεται, λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων των άρθρων 27 της οδηγίας-πλαίσιο και 7, παράγραφος 1, της οδηγίας για την πρόσβαση σχετικά με τις μεταβατικές διατάξεις που μπορούν να εφαρμοστούν ανεξάρτητα από τη μεταφορά των οδηγιών αυτών στο εσωτερικό δίκαιο, ότι η οδηγία 97/33, για την οποία δεν αμφισβητείται ότι μεταφέρθηκε στο τσεχικό δίκαιο με τον νόμο 151/2000, εξακολουθεί να παράγει τα αποτελέσματά της.
27 Συνεπώς, όπως ορθά υποστηρίζει η Επιτροπή, η ρυθμιστική αρχή μπορούσε να παρέμβει στο πλαίσιο της οδηγίας 97/33.
28 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι στο πρώτο, στο δεύτερο και στο τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, βάσει των μεταβατικών διατάξεων της οδηγίας για την πρόσβαση και της οδηγίας-πλαίσιο, η ρυθμιστική αρχή είχε την εξουσία να εξετάσει την υποχρέωση μιας επιχείρησης τηλεπικοινωνιών με σημαντική ισχύ στην αγορά κατά την έννοια της οδηγίας 97/33 να συνάψει συμφωνία διασυνδέσεως του δικτύου της με το δίκτυο άλλου φορέα εκμετάλλευσης μετά την 1η Μαΐου 2004 στο πλαίσιο των διατάξεων της οδηγίας 97/33.
29 Λαμβανομένης υπόψη της απάντησης που δόθηκε στο πρώτο, στο δεύτερο και στο τρίτο ερώτημα παρέλκει πλέον η απάντηση στο τέταρτο ερώτημα.
Επί των δικαστικών εξόδων
30 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφαίνεται:
Δυνάμει των μεταβατικών διατάξεων της οδηγίας 2002/19/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, σχετικά με την πρόσβαση σε δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών και συναφείς ευκολίες, καθώς και με τη διασύνδεσή τους (οδηγία για την πρόσβαση) και της οδηγίας 2002/21/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, σχετικά με κοινό κανονιστικό πλαίσιο για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία-πλαίσιο), η Český telekomunikační úřad είχε την εξουσία να εξετάσει την υποχρέωση επιχειρήσεως τηλεπικοινωνιών με σημαντική ισχύ στην αγορά κατά την έννοια της οδηγίας 97/33/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1997, για τη διασύνδεση στον χώρο των τηλεπικοινωνιών προκειμένου να διασφαλισθεί καθολική υπηρεσία και διαλειτουργικότητα, με εφαρμογή των αρχών παροχής ανοικτού δικτύου (ΟΝΡ) όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 98/61/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Σεπτεμβρίου 1998, να συνάψει συμφωνία διασυνδέσεως του δικτύου της με το δίκτυο άλλου φορέα εκμετάλλευσης, μετά την 1η Μαΐου 2004, στο πλαίσιο των διατάξεων της οδηγίας 97/33, όπως έχει τροποποιηθεί.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η τσεχική.
Full & Egal Universal Law Academy