Υπόθεση C-285/06
Heinrich Stefan Schneider
κατά
Land Rheinland-Pfalz
(αίτηση του Bundesverwaltungsgericht
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Γεωργία – Κανονισμοί (ΕΚ) 1493/1999 και 753/2002 – Κοινή οργάνωση της αμπελοοινικής αγοράς – Περιγραφή, ονομασία, παρουσίαση και προστασία ορισμένων αμπελοοινικών προϊόντων – Προστασία των παραδοσιακών ενδείξεων – Μετάφραση σε άλλη γλώσσα – Χρήση για τους οίνους που προέρχονται από άλλο κράτος μέλος παραγωγής»
Προτάσεις της γενικής εισαγγελέα V. Trstenjak της 25ης Οκτωβρίου 2007
Απόφαση του Δικαστηρίου (τέταρτο τμήμα) της 13ης Μαρτίου 2008
Περίληψη της αποφάσεως
1. Γεωργία – Κοινή οργάνωση των αγορών – Οίνος – Περιγραφή και παρουσίαση των οίνων – Κανονισμοί 1493/1999 και 753/2002
(Κανονισμός 1493/1999 του Συμβουλίου, άρθρο 47 § 2, στοιχείο γ΄, και παράρτημα VII, B, σημεία 1, στοιχείο β΄, πέμπτη περίπτωση, και 3· κανονισμός 753/2002 της Επιτροπής, άρθρα 6 § 1, και 23)
2. Γεωργία – Κοινή οργάνωση των αγορών – Οίνος – Περιγραφή και παρουσίαση των οίνων – Κανονισμοί 1493/1999 και 753/2002
(Κανονισμός 753/2002 της Επιτροπής, άρθρο 24 § 2, στοιχείο α΄, και παράρτημα III)
3. Γεωργία – Κοινή οργάνωση των αγορών – Οίνος – Περιγραφή και παρουσίαση των οίνων – Κανονισμοί 1493/1999 και 753/2002
(Κανονισμός 753/2002 της Επιτροπής, άρθρο 24 § 2, και παράρτημα III)
1. Το άρθρο 47, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 1493/1999, για την κοινή οργάνωση της αμπελοοινικής αγοράς, σε συνδυασμό με το παράρτημα VII, τμήμα B, σημείο 3, του κανονισμού αυτού και το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 753/2002, για τη θέσπιση ορισμένων λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού 1493/1999 όσον αφορά την περιγραφή, την ονομασία, την παρουσίαση και την προστασία ορισμένων αμπελοοινικών προϊόντων, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1512/2005, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η χρήση ενδείξεως σχετικής με τη μέθοδο παραγωγής, παρασκευής, παλαιώσεως ή σχετικής με την ποιότητα του οίνου δεν μπορεί να επιτραπεί βάσει των διατάξεων αυτών παρά μόνον αν αυτή η ένδειξη δεν μπορεί να δημιουργήσει, στα πρόσωπα στα οποία απευθύνεται, κίνδυνο συγχύσεως μεταξύ της εν λόγω ενδείξεως και των συμπληρωματικών παραδοσιακών ενδείξεων που αναφέρει το εν λόγω παράρτημα VII, τμήμα B, σημείο 1, στοιχείο β΄, πέμπτη περίπτωση, και το άρθρο 23 του κανονισμού 753/2002. Εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εκτιμήσει αν οι επίδικες στη διαφορά της κύριας δίκης ενδείξεις μπορούν να δημιουργήσουν ένα τέτοιο κίνδυνο.
(βλ. σκέψεις 28-29, 31-32, διατακτ. 1)
2. Το άρθρο 24, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, του κανονισμού 753/2002, για τη θέσπιση ορισμένων λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού 1493/1999 όσον αφορά την περιγραφή, την ονομασία, την παρουσίαση και την προστασία ορισμένων αμπελοοινικών προϊόντων, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1512/2005, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι μπορεί να υπάρχει απομίμηση ή αναφορά μιας παραδοσιακής ενδείξεως κατά την έννοια της διατάξεως αυτής όταν η ένδειξη αυτή μεταφράζεται σε γλώσσα διαφορετική εκείνης στην οποία η εν λόγω ένδειξη εμφαίνεται στο παράρτημα III του κανονισμού αυτού εφόσον η μετάφραση αυτή είναι ικανή να δημιουργήσει σύγχυση ή να παραπλανήσει τα πρόσωπα στα οποία απευθύνεται. Εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξετάσει αν συντρέχει μια τέτοια περίπτωση στη διαφορά της οποίας επιλαμβάνεται.
(βλ. σκέψεις 39, 43-44, διατακτ. 2)
3. Το άρθρο 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 753/2002, για τη θέσπιση ορισμένων λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού 1493/1999 όσον αφορά την περιγραφή, την ονομασία, την παρουσίαση και την προστασία ορισμένων αμπελοοινικών προϊόντων, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1512/2005, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι μια παραδοσιακή ένδειξη που διαλαμβάνει το παράρτημα III του κανονισμού αυτού προστατεύεται τόσο ως προς τους οίνους της ίδιας κατηγορίας ή των ίδιων κατηγοριών που προέρχονται από το ίδιο κράτος παραγωγής με εκείνο αυτής της παραδοσιακής ενδείξεως όσο και ως προς τους οίνους της ίδιας κατηγορίας ή των ίδιων κατηγοριών που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη παραγωγής.
(βλ. σκέψεις 53, 55-56, 58, διατακτ. 3)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)
της 13ης Μαρτίου 2008 (*)
«Γεωργία – Κανονισμοί (ΕΚ) 1493/1999 και 753/2002 – Κοινή οργάνωση της αμπελοοινικής αγοράς – Περιγραφή, ονομασία, παρουσίαση και προστασία ορισμένων αμπελοοινικών προϊόντων – Προστασία των παραδοσιακών ενδείξεων – Μετάφραση σε άλλη γλώσσα – Χρήση για τους οίνους που προέρχονται από άλλο κράτος μέλος παραγωγής»
Στην υπόθεση C‑285/06,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το Bundesverwaltungsgericht (Γερμανία) με απόφαση της 16ης Μαρτίου 2006, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 3 Ιουλίου 2006, στο πλαίσιο της δίκης
Heinrich Stefan Schneider
κατά
Land Rheinland-Pfalz,
παρισταμένου του:
Vertreterin des Bundesinteresses beim Bundesverwaltungsgericht,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους K. Lenaerts, πρόεδρο τμήματος, Γ. Αρέστη, R. Silva de Lapuerta (εισηγήτρια), E. Juhász και T. von Danwitz, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: V. Trstenjak
γραμματέας: J. Swedenborg, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 13ης Σεπτεμβρίου 2007,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– ο H. S. Schneider, εκπροσωπούμενος από τους H. Böckel και H. Uhlmann, Rechtsanwälte,
– το Land Rheinland-Pfalz, εκπροσωπούμενο από τους M. Justen και C. Pause,
– η Ελληνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις Σ. Χαριτάκη και Σ. Παπαϊωάννου,
– η Ισπανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον J. Rodríguez Cárcamo,
– η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον I. M. Braguglia, επικουρούμενο από τον M. Fiorilli, avvocato dello Stato,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους F. Jimeno Fernández και F. Erlbacher,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 25ης Οκτωβρίου 2007,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία των κανονισμών (ΕΚ) 1493/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, για την κοινή οργάνωση της αμπελοοινικής αγοράς (EE L 179, σ. 1), και (ΕΚ) 753/2002 της Επιτροπής, της 29ης Απριλίου 2002, για τη θέσπιση ορισμένων λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 1493/1999 όσον αφορά την περιγραφή, την ονομασία, την παρουσίαση και την προστασία ορισμένων αμπελοοινικών προϊόντων (ΕΕ L 118, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1512/2005 της Επιτροπής, της 15ης Σεπτεμβρίου 2005 (ΕΕ L 241, σ. 15, στο εξής: κανονισμός 753/2002).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του H. S. Schneider και του Land Rheinland-Pfalz (ομόσπονδο κράτος Ρηνανίας-Παλατινάτου) σχετικά με τη χρήση των ενδείξεων «Réserve», «Grande Réserve», «Reserve» και «Privat-Reserve» για την εμπορία οίνων.
Το νομικό πλαίσιο
Ο κανονισμός 1493/1999
3 Η πεντηκοστή αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1493/1999 έχει ως εξής:
«Η περιγραφή, ονομασία και παρουσίαση των προϊόντων που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό μπορούν να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στις προοπτικές εμπορίας τους· κατά συνέπεια, στον παρόντα κανονισμό θα πρέπει να θεσπιστούν κανόνες που να διέπουν τα θέματα αυτά, οι οποίοι θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τα νόμιμα συμφέροντα των καταναλωτών και των παραγωγών, και θα διευκολύνουν την ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και την παραγωγή προϊόντων ποιότητας· οι θεμελιώδεις αρχές αυτών των κανόνων πρέπει να προβλέπουν την υποχρεωτική χρησιμοποίηση ορισμένων ενδείξεων που θα επιτρέπουν την ταυτοποίηση του προϊόντος και θα παρέχουν στον καταναλωτή ορισμένες σημαντικές πληροφορίες, καθώς και την προαιρετική χρήση ορισμένων άλλων ενδείξεων, βάσει κοινοτικών κανόνων ή με την επιφύλαξη διατάξεων για την πρόληψη της απάτης.»
4 Το άρθρο 47, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού αυτού ορίζει:
«1. Οι κανόνες σχετικά με την περιγραφή, την ονομασία και την παρουσίαση ορισμένων προϊόντων που διέπονται από τον παρόντα κανονισμό καθώς και με την προστασία ορισμένων ενδείξεων, αναφορών και όρων εμφαίνονται στο παρόν κεφάλαιο και στα παραρτήματα VII και VIII. Οι εν λόγω κανόνες λαμβάνουν ειδικότερα υπόψη τους ακόλουθους στόχους:
α) την προστασία των νόμιμων συμφερόντων των καταναλωτών·
β) την προστασία των νόμιμων συμφερόντων των παραγωγών·
γ) την ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς·
δ) την προώθηση της παραγωγής προϊόντων ποιότητας.
2. Οι κανόνες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 περιλαμβάνουν ειδικότερα διατάξεις:
α) που καθιστούν υποχρεωτική τη χρησιμοποίηση ορισμένων ενδείξεων·
β) που επιτρέπουν τη χρησιμοποίηση ορισμένων ενδείξεων υπό ορισμένους όρους·
γ) που επιτρέπουν τη χρησιμοποίηση ορισμένων άλλων ενδείξεων, περιλαμβανομένων των πληροφοριών που ενδεχομένως είναι χρήσιμες για τους καταναλωτές·
δ) που διέπουν το καθεστώς προστασίας και ελέγχου ορισμένων ενδείξεων·
ε) που διέπουν τη χρησιμοποίηση γεωγραφικών και παραδοσιακών ενδείξεων·
[…]»
5 Το άρθρο 48 του εν λόγω κανονισμού ορίζει:
«Η περιγραφή και παρουσίαση των προϊόντων που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό, καθώς και κάθε μορφή διαφήμισής τους, δεν πρέπει να είναι ανακριβείς ούτε να μπορούν να δημιουργήσουν σύγχυση ή να παραπλανήσουν τα πρόσωπα στα οποία απευθύνονται, ιδίως όσον αφορά:
– τις ενδείξεις που προβλέπονται στο άρθρο 47· η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και όταν οι ενδείξεις αυτές χρησιμοποιούνται μεταφρασμένες, όταν παραπέμπουν στη πραγματική προέλευση ή ακόμα όταν συνοδεύονται από ενδείξεις όπως “είδος”, “τύπος”, “μέθοδος”, “απομίμηση”, “μάρκα” ή άλλες παρόμοιες ενδείξεις,
[…]»
6 Το παράρτημα VII, B, του ίδιου κανονισμού διαλαμβάνει υπό την επικεφαλίδα «Προαιρετικές ενδείξεις»:
«1. Η επισήμανση των προϊόντων που παρασκευάζονται στην Κοινότητα μπορεί να συμπληρώνεται από τις ακόλουθες ενδείξεις, υπό προϋποθέσεις που θα καθορισθούν:
[…]
β) για τους επιτραπέζιους οίνους με γεωγραφική ένδειξη και τους v.q.p.r.d. [οίνους ποιότητας που παράγονται εντός καθορισμένων περιοχών]:
[…]
– τις συμπληρωματικές παραδοσιακές ενδείξεις σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που προβλέπει το κράτος μέλος παραγωγής,
[…]
3. Για τα προϊόντα που αναφέρονται στο σημείο Α 1, η επισήμανση μπορεί να συμπληρώνεται από άλλες ενδείξεις.
[…]»
Ο κανονισμός 753/2002
7 Κατά την τέταρτη και δέκατη όγδοη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 753/2002:
«Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να τηρεί τους στόχους της προστασίας των εννόμων συμφερόντων των καταναλωτών, της προστασίας των εννόμων συμφερόντων των παραγωγών, της ορθής λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς και της ανάπτυξης παραγωγών ποιότητας που καθορίστηκαν στο άρθρο 47, παράγραφος 1, του κανονισμού […] 1493/1999. […]
[…]
Η χρήση και η ρύθμιση ορισμένων ενδείξεων (εκτός από τις ονομασίες προέλευσης) που χρησιμεύουν για να περιγράψουν αμπελοοινικά προϊόντα ποιότητας συνιστούν πρακτικές που έχουν εδραιωθεί στην Κοινότητα. Οι παραδοσιακές αυτές εκφράσεις μπορούν να φέρουν στη μνήμη των καταναλωτών, μέθοδο παραγωγής ή παλαίωσης ή μια ποιότητα, ένα χρώμα ή ένα τύπο οίνου ή ακόμη ένα ιστορικό γεγονός που συνδέεται με την ιστορία του οίνου. Προκειμένου να διασφαλιστεί δίκαιος ανταγωνισμός και να αποφευχθεί να προκληθεί σύγχυση στους καταναλωτές, πρέπει να καθοριστεί ένα κοινό πλαίσιο για την καταχώρηση και την προστασία τέτοιων παραδοσιακών εκφράσεων.»
8 Το άρθρο 6 του κανονισμού αυτού, με επικεφαλίδα «Κοινοί κανόνες για όλες τις ενδείξεις που εμφαίνονται στη σήμανση» ορίζει:
«1. Κατ’ εφαρμογή του παραρτήματος VII, σημείο Β.3, του κανονισμού […] 1493/1999, η σήμανση των σχετικών προϊόντων μπορεί να συμπληρωθεί από άλλες ενδείξεις με την προϋπόθεση ότι δεν ενέχουν τον κίνδυνο να δημιουργήσουν σύγχυση στα άτομα στα οποία απευθύνονται οι πληροφορίες αυτές, κυρίως όσον αφορά τις υποχρεωτικές ενδείξεις που αναγράφονται στο σημείο Α.1 του εν λόγω παραρτήματος και τις προαιρετικές ενδείξεις που αναφέρονται στο σημείο Β.1 του εν λόγω παραρτήματος.
2. Όσον αφορά τα προϊόντα που αναφέρονται στο παράρτημα VII, σημείο Β.3, του κανονισμού […] 1493/1999, οι αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 72, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού […] μπορούν, με την επιφύλαξη των γενικών διαδικαστικών κανόνων που θεσπίζονται από κάθε κράτος μέλος, να απαιτούν από τους εμφιαλωτές, αποστολείς ή εισαγωγείς την απόδειξη της ακριβείας των ενδείξεων που χρησιμοποιούνται για την περιγραφή και που αφορούν τη φύση, την ταυτότητα, την ποιότητα, τη σύνθεση, την καταγωγή ή την προέλευση του σχετικού προϊόντος ή των προϊόντων που χρησιμοποιούνται για την παρασκευή του.
[…]»
9 Το άρθρο 23 του εν λόγω κανονισμού με επικεφαλίδα «Συμπληρωματικές παραδοσιακές ενδείξεις» έχει ως εξής:
«Προς τον σκοπό της εφαρμογής του παραρτήματος VII, σημείο Β.1, στοιχείο β΄, πέμπτη περίπτωση, του κανονισμού […] 1493/1999, ως “συμπληρωματική παραδοσιακή ένδειξη” νοείται ένας όρος που χρησιμοποιείται κατά παράδοση για τον χαρακτηρισμό των οίνων που αναφέρονται στον παρόντα τίτλο στα κράτη μέλη παραγωγής και ο οποίος αναφέρεται κυρίως σε μια μέθοδο παραγωγής, παρασκευής, παλαίωσης ή στην ποιότητα, το χρώμα, τον τύπο της τοποθεσίας ή σε ένα ιστορικό γεγονός που συνδέεται με την ιστορία του εν λόγω οίνου και ο οποίος ορίζεται στη νομοθεσία των κρατών μελών παραγωγής προς το σκοπό της περιγραφής των εν λόγω οίνων που έχουν παραχθεί στο έδαφός τους.»
10 Το άρθρο 24 του ίδιου κανονισμού με επικεφαλίδα «Προστασία των παραδοσιακών ενδείξεων», ορίζει:
«Για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, ως “παραδοσιακές ενδείξεις” νοούνται οι συμπληρωματικές παραδοσιακές ενδείξεις που αναφέρονται στο άρθρο 23, οι όροι που αναφέρονται στο άρθρο 28 και οι ειδικές παραδοσιακές ενδείξεις που αναφέρονται στο άρθρο 14, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, στο άρθρο 29 και στο άρθρο 38, παράγραφος 3.
2. Οι παραδοσιακές ενδείξεις που εμφαίνονται στο παράρτημα ΙΙΙ προορίζονται για τους οίνους, με τους οποίους συνδέονται και τυγχάνουν προστασίας από:
α) κάθε σφετερισμό, απομίμηση ή αναφορά, ακόμη και εάν η προστατευόμενη ένδειξη συνοδεύεται από μία έκφραση όπως “είδος”, “τύπος”, “μέθοδος”, “απομίμηση”, “μάρκα” ή άλλες παρόμοιες ενδείξεις·
β) κάθε άλλη καταχρηστική, παραπλανητική ή ψευδή αναφορά, ως προς το χαρακτήρα ή την ουσιαστική ποιότητα του οίνου που αναφέρεται στην πρώτη ή δεύτερη συσκευασία, τη διαφήμιση ή τα σχετικά με το εν λόγω προϊόν έγγραφα·
γ) κάθε άλλη πρακτική η οποία είναι δυνατόν να οδηγήσει το κοινό σε λάθος και ιδίως να δημιουργήσει την εντύπωση ότι ο οίνος υπάγεται στο καθεστώς προστατευόμενης παραδοσιακής ένδειξης.
3. Για την περιγραφή ενός οίνου δεν δύνανται να χρησιμοποιούνται στη σήμανση σήματα που αναφέρουν ονομασίες των παραδοσιακών ενδείξεων που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙΙ, χωρίς ο οίνος αυτός να δικαιούται τέτοια παραδοσιακή ένδειξη.
[…]
4. […]
Η προστασία μιας παραδοσιακής ένδειξης δεν εφαρμόζεται παρά μόνον όσον αφορά τη γλώσσα ή τις γλώσσες στις οποίες αναγράφεται στο παράρτημα III.
Κάθε παραδοσιακή ένδειξη που αναγράφεται στο παράρτημα III συνδέεται με μια κατηγορία οίνου ή με περισσότερες κατηγορίες οίνων. Οι κατηγορίες αυτές είναι:
α) οι οίνοι λικέρ ποιότητας που παράγονται εντός καθορισμένων περιοχών και οι οίνοι λικέρ με γεωγραφική ένδειξη· στην περίπτωση αυτή η προστασία της παραδοσιακής ενδείξεως εφαρμόζεται μόνο για την περιγραφή των οίνων λικέρ·
β) οι αφρώδεις οίνοι ποιότητας που παράγονται εντός καθορισμένων περιοχών (συμπεριλαμβανομένων των vmpqrd αρωματικού τύπου)· στην περίπτωση αυτή η προστασία της παραδοσιακής ενδείξεως εφαρμόζεται μόνο για την περιγραφή των αφρωδών οίνων και αεριούχων αφρωδών οίνων·
γ) οι ημιαφρώδεις οίνοι ποιότητας που παράγονται εντός καθορισμένων περιοχών και οι ημιαφρώδεις οίνοι με γεωγραφική ένδειξη· στην περίπτωση αυτή η προστασία της παραδοσιακής ένδειξης εφαρμόζεται μόνο για την περιγραφή ημιαφρωδών οίνων και αεριούχων ημιαφρωδών οίνων·
δ) οι οίνοι ποιότητας που παράγονται εντός καθορισμένων περιοχών εκτός εκείνων που αναφέρονται στα στοιχεία α΄, β΄ και γ΄ και οι επιτραπέζιοι οίνοι που περιγράφονται με γεωγραφική ένδειξη· στην περίπτωση αυτή η προστασία της παραδοσιακής ένδειξης εφαρμόζεται μόνο για την περιγραφή οίνων άλλων από τους οίνους λικέρ, τους αφρώδεις οίνους και τους αεριούχους αφρώδεις οίνους, τους ημιαφρώδεις οίνους και τους αεριούχους ημιαφρώδεις οίνους·
ε) τα γλεύκη σταφυλιών που έχουν υποστεί μερική ζύμωση που προορίζονται για την απευθείας ανθρώπινη κατανάλωση με γεωγραφική ένδειξη· στην περίπτωση αυτή η προστασία της παραδοσιακής ένδειξης εφαρμόζεται μόνο για την περιγραφή γλεύκων σταφυλιών που έχουν υποστεί μερική ζύμωση·
στ) οι οίνοι που προέρχονται από υπερώριμα σταφύλια με γεωγραφική ένδειξη· στην περίπτωση αυτή η προστασία της παραδοσιακής ένδειξης εφαρμόζεται μόνο για την περιγραφή των οίνων που προέρχονται από υπερώριμα σταφύλια.
5. Προκειμένου να μπορεί να εμφαίνεται στο σημείο Α του παραρτήματος ΙΙΙ, μια παραδοσιακή ένδειξη πρέπει να είναι σύμφωνη προς τους ακόλουθους όρους:
α) να είναι εξειδικευμένη και να ορίζεται επακριβώς στη νομοθεσία του κράτους μέλους·
β) να είναι αρκετά χαρακτηριστική ή/και να χαίρει αναγνωρισμένης φήμης στο εσωτερικό της κοινοτικής αγοράς·
γ) να έχει κατά παράδοση χρησιμοποιηθεί τουλάχιστον επί δέκα έτη στο σχετικό κράτος μέλος·
δ) να συνδέεται με έναν ή, ενδεχομένως, με περισσότερους οίνους ή κατηγορίες κοινοτικών οίνων.
[…]
7. Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή:
α) τα στοιχεία που επιτρέπουν την αιτιολόγηση της αναγνώρισης των παραδοσιακών ενδείξεων·
β) τις παραδοσιακές ενδείξεις των οίνων που έχουν γίνει αποδεκτές στη νομοθεσία τους και που πληρούν τους προαναφερόμενους όρους, καθώς και τους οίνους, τους οποίους αυτές αφορούν αποκλειστικά·
γ) ενδεχομένως, τις παραδοσιακές ενδείξεις που παύουν να τυγχάνουν προστασίας στις χώρες καταγωγής τους.
[…]»
11 Το παράρτημα III του κανονισμού 753/2002 περιλαμβάνει τον κατάλογο των παραδοσιακών ενδείξεων που αναφέρονται στο άρθρο 24 του κανονισμού αυτού. Στο παράρτημα αυτό περιλαμβάνονται ειδικότερα:
– για την Ελλάδα, οι συμπληρωματικές παραδοσιακές ενδείξεις «Ειδικά Επιλεγμένος (Grande réserve)», «Επιλογή ή Επιλεγμένος (Réserve)», και «Παλαιωθείς επιλεγμένος (Vieille réserve)», η δε αναφερόμενη γλώσσα είναι τα ελληνικά,
– για την Ισπανία, οι συμπληρωματικές παραδοσιακές ενδείξεις «Reserva» και «Gran Reserva», η δε αναφερόμενη γλώσσα είναι τα ισπανικά,
– για την Ιταλία, η πρόσθετη παραδοσιακή ένδειξη «Riserva», η δε αναφερόμενη γλώσσα είναι τα ιταλικά,
– για την Αυστρία, η πρόσθετη παραδοσιακή ένδειξη «Reserve», η δε αναφερόμενη γλώσσα είναι τα γερμανικά, και,
– για την Πορτογαλία, οι συμπληρωματικές παραδοσιακές ενδείξεις «Reserva», «Reserva velha (ή grande reserva)» και «Super Reserva», η δε αναφερόμενη γλώσσα είναι τα πορτογαλικά.
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
12 Ο H. S. Schneider είναι ιδιοκτήτης αμπελοοινικής εκμεταλλεύσεως στο ομόσπονδο κράτος της Ρηνανίας-Παλατινάτου, εγγεγραμμένος στο εμπορικό μητρώο υπό την εταιρική επωνυμία «Consulat des Weins».
13 Από έλεγχο που διενεργήθηκε τον Νοέμβριο του 2002 διαπιστώθηκε ότι ο H. S. Schneider παρήγε οκτώ είδη οίνων των οποίων οι ετικέτες έφεραν την ένδειξη της εταιρικής επωνυμίας της εκμεταλλεύσεώς του καθώς και τις ενδείξεις «Grande Réserve» για δύο οίνους της κατηγορίας με την υψηλότερη τιμή, «Réserve» για τέσσερις οίνους της κατηγορίας της μεσαίας τιμής και «Terroir» ή «Terroir Palatinat» για δύο οίνους της κατηγορίας της χαμηλότερης τιμής.
14 Με απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2002, το Aufsichts- und Dienstleistungsdirektion Trier απαγόρευσε στον H. S. Schneider να εμπορεύεται τους εν λόγω οίνους με τις ενδείξεις στη γαλλική γλώσσα «Réserve» και «Grande Réserve».
15 Με απόφαση της 19ης Μαΐου 2003, το Aufsichts- und Dienstleistungsdirektion Trier απέρριψε τη διοικητική ένσταση με την οποία ο H. S. Schneider δήλωσε ότι ήταν πρόθυμος να κάνει χρήση, αντί των εν λόγω ενδείξεων, των ενδείξεων στη γερμανική γλώσσα «Reserve» ή «Privat-Reserve» και, με επιστολή της 21ης Μαΐου 2003, ανέφερε ότι ούτε η ένδειξη «Privat-Reserve» μπορούσε να γίνει δεκτή.
16 Με απόφαση της 29ης Ιανουαρίου 2004, το Verwaltungsgericht Neustadt an der Weinstraβe απέρριψε την προσφυγή που άσκησε ο H. S. Schneider κατά των αποφάσεων αυτών.
17 Με απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 2004, το Oberverwaltungsgericht Rheinland-Pfalz απέρριψε την έφεση που άσκησε ο H. S. Schneider κατά της αποφάσεως αυτής.
18 Ο H. S. Schneider υπέβαλε τότε αίτηση «Revision» ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου.
19 Στο πλαίσιο αυτό το Bundesverwaltungsgericht αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Πρέπει το άρθρο 47, παράγραφος 2, στοιχεία β΄ και γ΄, σε συνδυασμό με το τμήμα Β, σημείο 1, στοιχείο β΄, πέμπτη περίπτωση, το σημείο 3 του παραρτήματος VII του κανονισμού [...] 1493/1999 και το άρθρο 23 του κανονισμού [...] 753/2002 να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι μια ένδειξη, η οποία αφορά τη μέθοδο παραγωγής, παρασκευής και παλαιώσεως ή την ποιότητα του οίνου, είναι νόμιμη μόνον ως ρυθμιζόμενη προαιρετική ένδειξη βάσει του τμήματος Β, σημείο 1, στοιχείο β΄, πέμπτη περίπτωση, του παραρτήματος VII, του κανονισμού [...] 1493/1999 υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπει το τμήμα αυτό καθώς και το άρθρο 23 του κανονισμού [...] 753/2002 και όχι ως άλλη ένδειξη βάσει του τμήματος Β, σημείο 3, του παραρτήματος VII, του κανονισμού [...] 1493/1999;
2) Πρέπει το άρθρο 24, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, του κανονισμού [...] 753/2002 να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι υπάρχει παράνομη απομίμηση ή αναφορά μόνο στην περίπτωση που τούτο γίνεται στην ίδια γλώσσα με αυτήν της προστατευόμενης παραδοσιακής ενδείξεως;
3) Πρέπει το άρθρο 24, παράγραφος 2, του κανονισμού [...] 753/2002 να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι οι παρατιθέμενες στο παράρτημα ΙΙΙ παραδοσιακές ενδείξεις προστατεύονται μόνο σε σχέση με οίνους οι οποίοι προέρχονται από το ίδιο κράτος μέλος παραγωγής με αυτό από το οποίο προέρχεται η προστατευόμενη παραδοσιακή ένδειξη;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί του πρώτου ερωτήματος
20 Με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν αν η χρήση ενδείξεως σχετικής με τη μέθοδο παραγωγής, παρασκευής, παλαίωσης ή την ποιότητα του οίνου μπορεί να επιτραπεί μόνον βάσει του άρθρου 47, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1493/1999, σε συνδυασμό με το παράρτημα VII, τμήμα B, σημείο 1, στοιχείο β΄, πέμπτη περίπτωση, του κανονισμού αυτού και με το άρθρο 23 του κανονισμού 753/2002 ή αν η χρήση μιας τέτοιας ενδείξεως μπορεί επίσης να επιτραπεί βάσει του εν λόγω άρθρου 47, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, σε συνδυασμό με το εν λόγω παράρτημα VII, τμήμα B, σημείο 3.
21 Το άρθρο 47, παράγραφος 2, στοιχεία α΄ έως γ΄, του κανονισμού 1493/1999 ορίζει ότι οι κανόνες σχετικά με την περιγραφή, την ονομασία και την παρουσίαση ορισμένων προϊόντων που εμπίπτουν στον κανονισμό αυτό, καθώς και την προστασία ορισμένων ενδείξεων και αναφορών και ορισμένων όρων περιλαμβάνουν ειδικότερα τις διατάξεις που καθιστούν υποχρεωτική τη χρήση ορισμένων ενδείξεων (υποχρεωτικές ενδείξεις) και διατάξεων που επιτρέπουν τη χρήση ορισμένων άλλων ενδείξεων υπό ορισμένες προϋποθέσεις καθώς και τη χρήση ενδείξεων, περιλαμβανομένων των πληροφοριών που μπορεί να είναι χρήσιμες για τους καταναλωτές (προαιρετικές ενδείξεις).
22 Συναφώς, το παράρτημα VII, τμήμα B, σημείο 1, στοιχείο β΄, πέμπτη περίπτωση, του εν λόγω κανονισμού διευκρινίζει ότι, για τους επιτραπέζιους οίνους με γεωγραφική ένδειξη και τους οίνους ποιότητας που παράγονται εντός συγκεκριμένων περιοχών, η επισήμανση των προϊόντων που παρασκευάζονται στην Κοινότητα μπορεί να συμπληρώνεται με συμπληρωματικές παραδοσιακές ενδείξεις, υπό προϋποθέσεις που θα καθοριστούν και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που προβλέπει κάθε κράτος παραγωγής.
23 Για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής, το άρθρο 23 του κανονισμού 753/2002 καθορίζει την έννοια της συμπληρωματικής παραδοσιακής ενδείξεως.
24 Όμως, από την αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι, κατά το αιτούν δικαστήριο, οι επίδικες στη διαφορά της κύριας δίκης ενδείξεις δεν συνιστούν συμπληρωματικές παραδοσιακές ενδείξεις κατά την έννοια του άρθρου 23 και του παραρτήματος VII, τμήμα B, σημείο 1, στοιχείο β΄, πέμπτη περίπτωση, του κανονισμού 1493/1999 αφού οι ενδείξεις αυτές δεν καθορίστηκαν στη γερμανική νομοθεσία.
25 Επομένως, επιβάλλεται να εξετασθεί αν η χρήση των επίδικων στη διαφορά της κύριας δίκης ενδείξεων μπορεί να επιτραπεί βάσει του εν λόγω παραρτήματος VII, τμήμα B, σημείο 3.
26 Κατά τη διάταξη αυτή, η επισήμανση ορισμένων οίνων μπορεί να συμπληρώνεται από άλλες ενδείξεις.
27 Όπως προκύπτει από το άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 753/2002, τέτοιες ενδείξεις μπορούν να αφορούν τη φύση, την ταυτότητα, την ποιότητα, τη σύνθεση, την καταγωγή ή την προέλευση του σχετικού προϊόντος ή των προϊόντων που χρησιμοποιούνται για την παρασκευή του.
28 Πάντως, το εν λόγω άρθρο 6, παράγραφος 1, διευκρινίζει ότι ναι μεν η επισήμανση των σχετικών προϊόντων μπορεί να συμπληρώνεται από άλλες ενδείξεις, τούτο όμως υπό την προϋπόθεση ότι οι ενδείξεις αυτές δεν ενέχουν τον κίνδυνο να δημιουργήσουν σύγχυση στα άτομα στα οποία απευθύνονται οι πληροφορίες αυτές, κυρίως όσον αφορά τις υποχρεωτικές ενδείξεις που αναφέρει το παράρτημα VII, τμήμα A, σημείο 1, του κανονισμού 1493/1999 και τις προαιρετικές ενδείξεις που αναφέρει το ίδιο παράρτημα VII, τμήμα B, σημείο 1.
29 Επομένως, μολονότι δεν αποκλείεται η χρήση μιας ενδείξεως σχετικής με τη μέθοδο παραγωγής, παρασκευής, παλαιώσεως ή σχετικής με την ποιότητα του οίνου να μπορεί να επιτραπεί βάσει του παραρτήματος VII, τμήμα B, σημείο 3, του κανονισμού 1493/1999, τούτο δεν μπορεί να συμβαίνει αν η ένδειξη αυτή μπορεί να δημιουργήσει, στα πρόσωπα στα οποία απευθύνεται, κίνδυνο συγχύσεως μεταξύ της εν λόγω ενδείξεως και των συμπληρωματικών παραδοσιακών ενδείξεων που αναφέρει το εν λόγω παράρτημα VII, τμήμα B, σημείο 1, στοιχείο β΄, πέμπτη περίπτωση, και το άρθρο 23 του κανονισμού 753/2002.
30 Συγκεκριμένα, αντίθετη ερμηνεία θα ισοδυναμούσε με αποστέρηση από κάθε πρακτική αποτελεσματικότητα της προστασίας που παρέχει στις παραδοσιακές ενδείξεις το άρθρο 24 του κανονισμού 753/2002.
31 Εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εκτιμήσει αν οι επίδικες στη διαφορά της κύριας δίκης ενδείξεις μπορούν να δημιουργήσουν ένα τέτοιο κίνδυνο.
32 Κατά συνέπεια, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 47, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 1493/1999, σε συνδυασμό με το παράρτημα VII, τμήμα B, σημείο 3, του κανονισμού αυτού και το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 753/2002, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η χρήση ενδείξεως σχετικής με τη μέθοδο παραγωγής, παρασκευής, παλαιώσεως ή σχετικής με την ποιότητα του οίνου δεν μπορεί να επιτραπεί βάσει των διατάξεων αυτών παρά μόνον αν αυτή η ένδειξη δεν μπορεί να δημιουργήσει, στα πρόσωπα στα οποία απευθύνεται, κίνδυνο συγχύσεως μεταξύ της εν λόγω ενδείξεως και των συμπληρωματικών παραδοσιακών ενδείξεων που αναφέρει το εν λόγω παράρτημα VII, τμήμα B, σημείο 1, στοιχείο β΄, πέμπτη περίπτωση, και το άρθρο 23 του κανονισμού 753/2002. Εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εκτιμήσει αν οι επίδικες στη διαφορά της κύριας δίκης ενδείξεις μπορούν να δημιουργήσουν ένα τέτοιο κίνδυνο.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
33 Με το δεύτερο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν αν υπάρχει απομίμηση ή αναφορά σε παραδοσιακή ένδειξη κατά την έννοια του άρθρου 24, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, του κανονισμού 753/2002 αποκλειστικά στην περίπτωση κατά την οποία η χρησιμοποιούμενη γλώσσα είναι εκείνη στην οποία η ένδειξη αυτή αναφέρεται στο παράρτημα III του κανονισμού αυτού ή αν τούτο μπορεί επίσης να συμβαίνει όταν η εν λόγω ένδειξη μεταφράζεται σε άλλη γλώσσα εκτός εκείνης στην οποία αναφέρεται στο εν λόγω παράρτημα.
34 Βάσει του άρθρου 47, παράγραφος 2, στοιχείο δ΄, του κανονισμού 1493/1999, οι κανόνες σχετικά με την περιγραφή, την ονομασία και την παρουσίαση ορισμένων προϊόντων που εμπίπτουν στον ίδιο αυτό κανονισμό, καθώς και την προστασία ορισμένων ενδείξεων και αναφορών και ορισμένων όρων περιλαμβάνουν ειδικότερα τις διατάξεις που διέπουν την προστασία και τον έλεγχο ορισμένων ενδείξεων.
35 Το άρθρο 48, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού αυτού ορίζει ότι η περιγραφή και η παρουσίαση των προϊόντων που αναφέρει ο ίδιος αυτός κανονισμός, καθώς και κάθε μορφή διαφήμισης των προϊόντων αυτών, δεν πρέπει να είναι ανακριβείς ούτε να μπορούν να δημιουργήσουν σύγχυση ή να παραπλανήσουν τα πρόσωπα στα οποία απευθύνονται, ιδίως όσον αφορά τις ενδείξεις που προβλέπονται κατ’ εφαρμογή του άρθρου 47 του εν λόγω κανονισμού, και διευκρινίζει ότι η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και όταν οι ενδείξεις αυτές χρησιμοποιούνται μεταφρασμένες, όταν παραπέμπουν στην πραγματική προέλευση ή ακόμα όταν συνοδεύονται από ενδείξεις όπως «είδος», «τύπος», «μέθοδος», «απομίμηση», «μάρκα» ή άλλες παρόμοιες ενδείξεις.
36 Όμως, οι παραδοσιακές ενδείξεις του άρθρου 24, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, του κανονισμού 753/2002 περιλαμβάνονται στις εν λόγω ενδείξεις και απολαύουν της προστασίας που προβλέπει η διάταξη αυτή.
37 Κατά το άρθρο 24, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, οι παραδοσιακές ενδείξεις που εμφαίνονται στο παράρτημα III του κανονισμού αυτού προορίζονται για τους οίνους με τους οποίους συνδέονται και προστατεύονται από κάθε σφετερισμό, απομίμηση ή αναφορά.
38 Ασφαλώς, η παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, του εν λόγω άρθρου 24 διευκρινίζει ότι η προστασία μιας παραδοσιακής ενδείξεως δεν εφαρμόζεται παρά μόνον όσον αφορά τη γλώσσα ή τις γλώσσες στις οποίες αναγράφεται στο παράρτημα III.
39 Πάντως, δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι η μετάφραση μιας παραδοσιακής ενδείξεως σε γλώσσα διαφορετική εκείνης στην οποία η ένδειξη αυτή εμφαίνεται στο ίδιο αυτό παράρτημα ΙΙΙ να συνιστά απομίμηση ή αναφορά σε παραδοσιακή ένδειξη κατά την έννοια του άρθρου 24, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, του κανονισμού 753/2002, που μπορούν να δημιουργήσουν σύγχυση ή να παραπλανήσουν τα πρόσωπα στα οποία απευθύνεται αυτή η μετάφραση.
40 Συγκεκριμένα, ερμηνεία αντίθετη προς το άρθρο 24, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, του κανονισμού 753/2002 εμπεριέχει τον κίνδυνο να αγνοηθεί ο στόχος προστασίας των νόμιμων συμφερόντων των καταναλωτών που διαλαμβάνει το άρθρο 47, παράγραφος 1, του κανονισμού 1493/1999 και επομένως, αντίθετη προς την απαίτηση που διατυπώνεται στην τέταρτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 753/2002.
41 Εξάλλου, μια τέτοια ερμηνεία θα ήταν αντίθετη προς την ίδια τη φρασεολογία του άρθρου 48, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 1493/1999, που προβλέπει ρητά ότι η διάταξη αυτή έχει επίσης εφαρμογή όταν οι ενδείξεις αυτές χρησιμοποιούνται μεταφρασμένες.
42 Στην περίπτωση αυτή, πρέπει να διασφαλίζεται ειδικότερα ότι μια τέτοια μετάφραση δεν είναι ικανή να δημιουργήσει σύγχυση ή να παραπλανήσει τα πρόσωπα στα οποία απευθύνεται.
43 Εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξετάσει αν συντρέχει μια τέτοια περίπτωση στη διαφορά της οποίας επιλαμβάνεται.
44 Κατά συνέπεια, πρέπει στο δεύτερο ερώτημα να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 24, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, του κανονισμού 753/2002 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι μπορεί να υπάρχει απομίμηση ή αναφορά μιας παραδοσιακής ενδείξεως κατά την έννοια της διατάξεως αυτής όταν η ένδειξη αυτή μεταφράζεται σε γλώσσα διαφορετική εκείνης στην οποία η εν λόγω ένδειξη εμφαίνεται στο παράρτημα III του κανονισμού αυτού εφόσον η μετάφραση αυτή είναι ικανή να δημιουργήσει σύγχυση ή να παραπλανήσει τα πρόσωπα στα οποία απευθύνεται. Εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξετάσει αν συντρέχει μια τέτοια περίπτωση στη διαφορά της οποίας επιλαμβάνεται.
Επί του τρίτου ερωτήματος
45 Με το τρίτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν αν η παραδοσιακή ένδειξη που διαλαμβάνει το παράρτημα III του κανονισμού 753/2002 προστατεύεται αποκλειστικά όσον αφορά τους οίνους που προέρχονται από το ίδιο κράτος παραγωγής με εκείνο αυτής της παραδοσιακής ενδείξεως ή αν η ένδειξη αυτή προστατεύεται επίσης όσον αφορά τους οίνους που προέρχονται από τα άλλα κράτη παραγωγής.
46 Βάσει της πεντηκοστής αιτιολογικής σκέψεως και του άρθρου 47, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ και γ΄, του κανονισμού 1493/1999, οι κανόνες σχετικά με την περιγραφή, την ονομασία και την παρουσίαση ορισμένων προϊόντων που εμπίπτουν στον κανονισμό αυτό, καθώς και με την προστασία ορισμένων ενδείξεων, αναφορών και όρων, που καθορίστηκαν στο πλαίσιο της κοινής οργάνωσης της αμπελοοινικής αγοράς, έχουν ειδικότερα ως σκοπό να διασφαλίζουν την προστασία των νομίμων συμφερόντων των καταναλωτών και να ευνοούν την καλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.
47 Σύμφωνα με την τέταρτη αιτιολογική του σκέψη, ο κανονισμός 753/2002 πρέπει να τηρεί τους εν λόγω στόχους.
48 Στο πλαίσιο αυτό, ο κανονισμός αυτός καθιερώνει, όπως προκύπτει από τη δέκατη όγδοη αιτιολογική του σκέψη, ένα κοινό πλαίσιο για την καταχώριση και την προστασία ορισμένων εκφράσεων προκειμένου να διασφαλιστεί δίκαιος ανταγωνισμός και να αποφευχθεί παραπλάνηση των καταναλωτών.
49 Κατά το άρθρο 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 753/2002, που περιλαμβάνεται σ’ αυτό το κοινό πλαίσιο, οι παραδοσιακές ενδείξεις που εμφαίνονται στο παράρτημα III του κανονισμού αυτού προορίζονται για τους οίνους με τους οποίους συνδέονται.
50 Η παράγραφος 3 αυτού του άρθρου 24 ορίζει ότι, για την περιγραφή ενός οίνου δεν δύνανται να χρησιμοποιούνται στη σήμανση σήματα που αναφέρουν ονομασίες των παραδοσιακών ενδείξεων που εμφαίνονται στο παράρτημα ΙΙΙ χωρίς ο οίνος αυτός να δικαιούται τέτοια παραδοσιακή ένδειξη.
51 Η παράγραφος 4, τρίτο εδάφιο, του εν λόγω άρθρου 24 ορίζει ότι κάθε παραδοσιακή ένδειξη που αναγράφεται στο παράρτημα III συνδέεται με μια κατηγορία οίνου ή με περισσότερες κατηγορίες οίνων.
52 Βάσει της παραγράφου 5, στοιχείο δ΄, του ίδιου άρθρου 24, για να μπορεί να εμφαίνεται στο εν λόγω παράρτημα, μια παραδοσιακή ένδειξη πρέπει να συνδέεται με έναν ή, ενδεχομένως, με περισσότερους οίνους ή κατηγορίες κοινοτικών οίνων.
53 Υπό το σύνολο των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι οι παραδοσιακές ενδείξεις στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 24 του κανονισμού 753/2002 πρέπει να συνδέονται με μια κατηγορία ή με περισσότερες κατηγορίες οίνων και ότι οι ενδείξεις αυτές προορίζονται για την κατηγορία ή τις κατηγορίες οίνων με τις οποίες συνδέονται.
54 Οι κατηγορίες αυτές, οι οποίες απαριθμούνται στην παράγραφο 4, τρίτο εδάφιο, του εν λόγω άρθρου 24, είναι, όπως προκύπτει από την ίδια τη διατύπωση της παραγράφου 5, στοιχείο δ΄, του ίδιου άρθρου, κατηγορίες κοινοτικών οίνων.
55 Βάσει αυτού, οι εν λόγω κατηγορίες δεν μπορούν επομένως να θεωρούνται ως αναφερόμενες αποκλειστικά σε οίνους προερχόμενους από ένα μόνο κράτος παραγωγής, αλλά, πρέπει αντιθέτως να θεωρούνται ως συνδεόμενες με τους οίνους που προέρχονται από το σύνολο των κρατών μελών παραγωγής.
56 Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, η προστασία μιας παραδοσιακής ενδείξεως κατά την έννοια του άρθρου 24 του κανονισμού 753/2002 λειτουργεί τόσο ως προς τους οίνους της ίδιας κατηγορίας ή τις ίδιες κατηγορίες που προέρχονται από το ίδιο κράτος παραγωγής με εκείνο αυτής της παραδοσιακής ενδείξεως όσο και ως προς τους οίνους της ίδιας κατηγορίας ή τις ίδιες κατηγορίες που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη παραγωγής.
57 Αντίθετη ερμηνεία θα ισοδυναμούσε με αποστέρηση από την πρακτική της αποτελεσματικότητα της προστασίας των παραδοσιακών ενδείξεων, που διασφαλίζει το άρθρο 24, παράγραφος 2, και θα αντέβαινε προς τους σκοπούς προστασίας των νομίμων συμφερόντων των καταναλωτών και της ομαλής λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς που επιδιώκουν οι κανονισμοί 1493/1999 και 753/2002.
58 Κατά συνέπεια, στο τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 753/2002 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι μια παραδοσιακή ένδειξη που διαλαμβάνει το παράρτημα III του κανονισμού αυτού προστατεύεται τόσο ως προς τους οίνους της ίδιας κατηγορίας ή των ίδιων κατηγοριών που προέρχονται από το ίδιο κράτος παραγωγής με εκείνο αυτής της παραδοσιακής ενδείξεως όσο και ως προς τους οίνους της ίδιας κατηγορίας ή των ίδιων κατηγοριών που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη παραγωγής.
Επί των δικαστικών εξόδων
59 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τέταρτο τμήμα) αποφαίνεται:
1) Το άρθρο 47, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του κανονισμού (ΕΚ) 1493/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, για την κοινή οργάνωση της αμπελοοινικής αγοράς, σε συνδυασμό με το παράρτημα VII, τμήμα B, σημείο 3, του κανονισμού αυτού και το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 753/2002 της Επιτροπής, της 29ης Απριλίου 2002, για τη θέσπιση ορισμένων λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού 1493/1999 όσον αφορά την περιγραφή, την ονομασία, την παρουσίαση και την προστασία ορισμένων αμπελοοινικών προϊόντων, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1512/2005 της Επιτροπής, της 15ης Σεπτεμβρίου 2005, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η χρήση ενδείξεως σχετικής με τη μέθοδο παραγωγής, παρασκευής, παλαιώσεως ή σχετικής με την ποιότητα του οίνου δεν μπορεί να επιτραπεί βάσει των διατάξεων αυτών παρά μόνον αν αυτή η ένδειξη δεν μπορεί να δημιουργήσει, στα πρόσωπα στα οποία απευθύνεται, κίνδυνο συγχύσεως μεταξύ της εν λόγω ενδείξεως και των συμπληρωματικών παραδοσιακών ενδείξεων που αναφέρει το εν λόγω παράρτημα VII, τμήμα B, σημείο 1, στοιχείο β΄, πέμπτη περίπτωση, και το άρθρο 23 του κανονισμού 753/2002. Εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εκτιμήσει αν οι επίδικες στη διαφορά της κύριας δίκης ενδείξεις μπορούν να δημιουργήσουν ένα τέτοιο κίνδυνο.
2) Το άρθρο 24, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, του κανονισμού 753/2002, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1512/2005, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι μπορεί να υπάρχει απομίμηση ή αναφορά μιας παραδοσιακής ενδείξεως κατά την έννοια της διατάξεως αυτής όταν η ένδειξη αυτή μεταφράζεται σε γλώσσα διαφορετική εκείνης στην οποία η εν λόγω ένδειξη εμφαίνεται στο παράρτημα III του κανονισμού αυτού εφόσον η μετάφραση αυτή είναι ικανή να δημιουργήσει σύγχυση ή να παραπλανήσει τα πρόσωπα στα οποία απευθύνεται. Εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξετάσει αν συντρέχει μια τέτοια περίπτωση στη διαφορά της οποίας επιλαμβάνεται.
3) Το άρθρο 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 753/2002, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1512/2005, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι μια παραδοσιακή ένδειξη που διαλαμβάνει το παράρτημα III του κανονισμού αυτού προστατεύεται τόσο ως προς τους οίνους της ίδιας κατηγορίας ή των ίδιων κατηγοριών που προέρχονται από το ίδιο κράτος παραγωγής με εκείνο αυτής της παραδοσιακής ενδείξεως όσο και ως προς τους οίνους της ίδιας κατηγορίας ή των ίδιων κατηγοριών που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη παραγωγής.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy