Υπόθεση C-294/06
The Queen, κατόπιν αιτήσεως των:
Ezgi Payir κ.λπ.
κατά
Secretary of State for the Home Department
[αίτηση του Court of Appeal (England & Wales) (Civil Division) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Συμφωνία Συνδέσεως ΕΟΚ-Τουρκίας – Ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων – Απόφαση 1/80 του Συμβουλίου Συνδέσεως – Άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση – Εργαζόμενος ενταγμένος στη νόμιμη αγορά εργασίας – Άδεια εισόδου υπό την ιδιότητα του σπουδαστή ή του απασχολούμενου ως au pair – Συνέπειες για το δικαίωμα παραμονής»
Προτάσεις της γενικής εισαγγελέα J. Kokott της 18ης Ιουλίου 2007
Απόφαση του Δικαστηρίου (τρίτο τμήμα) της 24ης Ιανουαρίου 2008
Περίληψη της αποφάσεως
Διεθνείς συμφωνίες – Συμφωνία Συνδέσεως ΕΟΚ-Τουρκίας – Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων – Εργαζόμενοι – Δικαίωμα των Τούρκων υπηκόων για παράταση της ισχύος της άδειας παραμονής
(Απόφαση 1/80 του Συμβουλίου Συνδέσεως ΕΟΚ-Τουρκίας, άρθρο 6 § 1)
Το γεγονός ότι Τούρκος υπήκοος έλαβε άδεια εισόδου στο έδαφος κράτους μέλους υπό την ιδιότητα του au pair ή του σπουδαστή δεν μπορεί να του στερήσει την ιδιότητα του «εργαζομένου» και να έχει ως αποτέλεσμα να μη μπορεί να θεωρηθεί ενταγμένος στη «νόμιμη αγορά εργασίας» αυτού του κράτους μέλους, κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως 1/80 του Συμβουλίου Συνδέσεως EOK-Τουρκίας. Κατά συνέπεια, το γεγονός αυτό δεν μπορεί να εμποδίσει τον εν λόγω υπήκοο να επικαλεστεί την ως άνω διάταξη για να επιτύχει την ανανέωση της άδειας εργασίας του και την αναγνώριση του συνακόλουθου δικαιώματος παραμονής.
Συγκεκριμένα, προκειμένου να διαπιστωθεί αν οι Τούρκοι υπήκοοι πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 6, παράγραφος 1, της επίμαχης αποφάσεως δεν λαμβάνεται υπόψη ο λόγος για τον οποίο χορηγήθηκε στους ενδιαφερόμενους άδεια εισόδου στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους, καθόσον το άρθρο αυτό δεν εξαρτά την αναγνώριση των δικαιωμάτων που χορηγεί στους Τούρκους εργαζομένους από καμία προϋπόθεση αναγόμενη στους λόγους για τους οποίους είχε αρχικώς χορηγηθεί άδεια εισόδου, εργασίας και παραμονής σε αυτούς.
Σε περίπτωση που οι εν λόγω Τούρκοι υπήκοοι πληρούν δια των ικανοτήτων τους τις προϋποθέσεις των τριών περιπτώσεων του άρθρου 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως 1/80, δεν μπορούν να στερηθούν τα δικαιώματα που τους παρέχει σταδιακά η διάταξη αυτή, σε συνάρτηση με τη διάρκεια της μισθωτής τους δραστηριότητας.
Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι ένας σπουδαστής ή ένα πρόσωπο που απασχολείται ως au pair θα μπορούσε να καταστρατηγήσει τη νομοθεσία του κράτους μέλους υποδοχής για να αποκτήσει σταδιακά απεριόριστο δικαίωμα πρόσβασης στην αγορά εργασίας αυτού του κράτους, καθόσον οι ενδιαφερόμενοι απλώς ασκούν δικαίωμα το οποίο ρητά προβλέπει η απόφαση 1/80 . Το αντίθετο θα συνέβαινε μόνον αν αυτοί είχαν αποκτήσει δολίως δικαίωμα εισόδου στο έδαφος κράτους μέλους ισχυριζόμενοι ψευδώς ότι προτίθενται να παρακολουθήσουν σπουδές ή να ασκήσουν δραστηριότητα au pair. Αντιθέτως, εφόσον από την πραγματική παρακολούθηση ενός κύκλου σπουδών ή από την άσκηση δραστηριότητας au pair αποδεικνύεται ότι η ως άνω πρόθεση των ενδιαφερομένων είναι ειλικρινής και εφόσον αυτοί αποκτούν νομίμως εργασία στο κράτος μέλος υποδοχής και πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 6, παράγραφος 1, της επίμαχης αποφάσεως, μπορούν να επικαλεστούν άνευ περιορισμών τα δικαιώματα που τους απονέμει η εν λόγω διάταξη.
(βλ. σκέψεις 40, 45-46, 49 και διατακτ.)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 24ης Ιανουαρίου 2008 (*)
«Συμφωνία Συνδέσεως ΕΟΚ-Τουρκίας – Ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων – Απόφαση 1/80 του Συμβουλίου Συνδέσεως – Άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση – Εργαζόμενος ενταγμένος στη νόμιμη αγορά εργασίας – Άδεια εισόδου υπό την ιδιότητα του σπουδαστή ή του απασχολούμενου ως au pair – Συνέπειες για το δικαίωμα παραμονής»
Στην υπόθεση C‑294/06,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το Court of Appeal (England & Wales) (Civil Division) (Ηνωμένο Βασίλειο) με απόφαση της 28ης Ιουνίου 2006, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 30 Ιουνίου 2006, στο πλαίσιο της δίκης
The Queen, κατόπιν αιτήσεως των:
Ezgi Payir,
Burhan Akyuz,
Birol Ozturk
κατά
Secretary of State for the Home Department,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους A. Rosas, πρόεδρο τμήματος, J. N. Cunha Rodrigues, J. Klučka, P. Lindh (εισηγήτρια) και A. Arabadjiev, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: J. Kokott
γραμματέας: C. Strömholm, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 26ης Απριλίου 2007,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η Ε. Payir, εκπροσωπούμενη από τον S. Cox, barrister, και την R. Despicht, solicitor,
– οι Β. Akyuz και Β. Ozturk, εκπροσωπούμενοι από την N. Rogers, barrister,
– η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από τη C. Gibbs, επικουρούμενη από τον P. Saini, barrister,
– η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον M. Lumma και τη C. Schulze-Bahr,
– η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον I. M. Braguglia, επικουρούμενο από τη W. Ferrante, avvocato dello Stato,
– η Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών, εκπροσωπούμενη από τις H. G. Sevenster και C. Wissels,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον G. Rozet και την N. Yerrell,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 18ης Ιουλίου 2007,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως 1/80 του Συμβουλίου Συνδέσεως, της 19ης Σεπτεμβρίου 1980, σχετικά με την ανάπτυξη της συνδέσεως (στο εξής: απόφαση 1/80). Το Συμβούλιο Συνδέσεως συστάθηκε με τη Συμφωνία Συνδέσεως μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Τουρκίας, η οποία υπογράφηκε στις 12 Σεπτεμβρίου 1963, στην Άγκυρα, από την Τουρκική Δημοκρατία, αφενός, και από τα κράτη μέλη της ΕΟΚ και την Κοινότητα, αφετέρου, και η οποία συνάφθηκε, εγκρίθηκε και επικυρώθηκε εξ ονόματος της Κοινότητας με την απόφαση 64/732/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 23ης Δεκεμβρίου 1963 (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/001, σ. 48).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο δύο ένδικων διαφορών μεταξύ της Ε. Payir, αφενός, καθώς και των Β. Akyuz και Β. Ozturk, αφετέρου, και του Secretary of State for the Home Department (Υπουργού Εσωτερικών, στο εξής: Secretary of State) σχετικά με την άρνηση του υπουργού να παρατείνει την ισχύ της άδειάς τους παραμονής.
Το νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική νομοθεσία
3 Το άρθρο 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως 1/80 έχει ως εξής:
«1. Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 7, περί ελεύθερης προσβάσεως των μελών της οικογενείας του στην απασχόληση, ο Τούρκος εργαζόμενος που είναι ενταγμένος στη νόμιμη αγορά εργασίας κράτους μέλους
– εφόσον έχει απασχοληθεί νομίμως επί ένα έτος, δικαιούται, εντός αυτού του κράτους μέλους, ανανεώσεως της ισχύουσας αδείας εργασίας του στον ίδιο εργοδότη, αν εξακολουθεί να κατέχει θέση εργασίας·
– εφόσον έχει απασχοληθεί νομίμως επί τρία έτη και υπό την επιφύλαξη της αποδοτέας στους εργαζομένους των κρατών μελών της Κοινότητας προτεραιότητας, δικαιούται, εντός αυτού του κράτους μέλους, να αποδεχθεί, κατ’ επιλογήν του, άλλη προσφορά εργασίας, στο ίδιο επάγγελμα, που του γίνεται υπό συνήθεις συνθήκες από άλλο εργοδότη και έχει καταγραφεί από τις υπηρεσίες απασχολήσεως του οικείου κράτους μέλους·
– εφόσον έχει απασχοληθεί νομίμως επί τέσσερα έτη, έχει ελεύθερη πρόσβαση σε οποιαδήποτε έμμισθη δραστηριότητα της επιλογής του εντός αυτού του κράτους μέλους.»
Η εθνική νομοθεσία
4 Οι κρίσιμες διατάξεις σχετικά με τα πρόσωπα που απασχολούνται ως au pair προβλέπονται ιδίως στα άρθρα 88 έως 93 των κανόνων περί μεταναστεύσεως που θέσπισε το Κοινοβούλιο του Ηνωμένου Βασιλείου το 1994 (United Kingdom Immigration Rules, House of Commons Paper 395, στο εξής: Immigration Rules), τα οποία έχουν ως εξής:
«Ορισμός της απασχόλησης au pair
88. Στο πλαίσιο των παρόντων κανόνων ως απασχόληση au pair νοείται η συμφωνία δια της οποίας ένα νεαρό πρόσωπο:
α) έρχεται στο Ηνωμένο Βασίλειο για να μάθει την αγγλική γλώσσα· [...]
β) διαμένει για κάποιο διάστημα ως μέλος αγγλόφωνης οικογένειας όπου του παρέχονται κατάλληλες ευκαιρίες για μελέτη, και
γ) συνεισφέρει στις οικιακές εργασίες για διάστημα 5 ωρών ημερησίως κατ’ ανώτατο όριο, με αντάλλαγμα ένα εύλογο επίδομα και δύο ελεύθερες ημέρες την εβδομάδα.
Προϋποθέσεις για τη χορήγηση άδειας εισόδου [“leave to enter”] ως au pair
89. Οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληροί το πρόσωπο που ζητεί άδεια εισόδου στο Ηνωμένο Βασίλειο ως au pair είναι οι ακόλουθες:
i) να ζητεί να εισέλθει στο Ηνωμένο Βασίλειο για να αναλάβει συμφωνημένη απασχόληση, όπως αυτή νοείται σύμφωνα με τον ορισμό του ανωτέρω άρθρου 88· [...]
ii) να έχει ηλικία μεταξύ 17-27 ετών ή να είχε την ηλικία αυτή όταν έλαβε την άδεια εισόδου υπό την ιδιότητα αυτή για πρώτη φορά· [...]
iii) να είναι άγαμο· [...]
iv) να μην έχει εξαρτώμενα πρόσωπα· [...]
v) να είναι υπήκοος ενός από τα ακόλουθα κράτη: […] Τουρκίας· [...]
vi) να μην έχει την πρόθεση να παραμείνει στο Ηνωμένο Βασίλειο ως au pair για διάστημα άνω των δύο ετών· [...]
vii) να έχει την πρόθεση να εγκαταλείψει το Ηνωμένο Βασίλειο κατά τη λήξη της παραμονής του ως au pair· [...]
viii) στην περίπτωση κατά την οποία το εν λόγω πρόσωπο διέμεινε κατά το παρελθόν στο Ηνωμένο Βασίλειο ως au pair, να μη ζητεί άδεια εισόδου για διάστημα άνω των δύο ετών από την ημερομηνία κατά την οποία έλαβε την πρώτη άδεια εισόδου υπό την ιδιότητα αυτή, και
ix) να είναι σε θέση να αυτοσυντηρηθεί και να εξασφαλίσει κατοικία χωρίς τη συνδρομή δημόσιων πόρων.
Άδεια εισόδου ως au pair
90. Το πρόσωπο που ζητεί άδεια εισόδου στο Ηνωμένο Βασίλειο στο πλαίσιο απασχόλησης ως au pair μπορεί να γίνει δεκτό στο έδαφος της χώρας για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, υπό τον όρον ότι δεν απασχολείται σε άλλη εργασία εκτός από au pair και εφόσον ο υπάλληλος της υπηρεσίας μεταναστεύσεως κρίνει ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του ανωτέρω άρθρου 89 […]»
5 Οι σχετικές με τους σπουδαστές διατάξεις περί μεταναστεύσεως προβλέπονται ιδίως στα άρθρα 57 έως 62 των Immigration Rules:
«Προϋποθέσεις για τη χορήγηση άδειας εισόδου υπό την ιδιότητα του σπουδαστή
57. Οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληροί το πρόσωπο που ζητεί άδεια εισόδου στο Ηνωμένο Βασίλειο υπό την ιδιότητα του σπουδαστή είναι οι ακόλουθες:
i) να έχει γίνει δεκτός να παρακολουθήσει έναν κύκλο σπουδών σε:
α) ένα χρηματοδοτούμενο από το Δημόσιο ίδρυμα ανώτερης ή ανώτατης εκπαίδευσης ή [σε ορισμένα επιλέξιμα ιδιωτικά εκπαιδευτικά ιδρύματα]· [...]
ii) να είναι σε θέση και να έχει την πρόθεση να παρακολουθήσει:
α) είτε ένα κύκλο σπουδών πλήρους φοίτησης με σκοπό την απόκτηση αναγνωρισμένου πανεπιστημιακού τίτλου σε επιχορηγούμενο ίδρυμα ανώτερης ή ανώτατης εκπαίδευσης, είτε [ορισμένα προγράμματα σπουδών πλήρους φοίτησης]· [...]
[…]
iv) να έχει την πρόθεση να εγκαταλείψει το Ηνωμένο Βασίλειο μόλις περατώσει τις σπουδές του· [...]
v) να μην έχει την πρόθεση να ασκήσει επιχειρηματική δραστηριότητα ή να αναλάβει άλλη εργασία, εκτός από εργασία μερικής απασχόλησης ή εργασία κατά τη διάρκεια των διακοπών με την έγκριση του Secretary of State for Employment, και
vi) να είναι σε θέση να αναλάβει τα έξοδα των σπουδών και της παραμονής του και να συντηρήσει τον εαυτό του και τυχόν εξαρτώμενα πρόσωπα χωρίς να αναλάβει εργασία ή επιχειρηματική δραστηριότητα και χωρίς τη συνδρομή δημόσιων πόρων.
Άδεια εισόδου υπό την ιδιότητα του σπουδαστή
58. Το πρόσωπο που ζητεί άδεια εισόδου στο Ηνωμένο Βασίλειο υπό την ιδιότητα του σπουδαστή μπορεί να γίνει δεκτό στο έδαφος της χώρας για το αναγκαίο διάστημα, το οποίο υπολογίζεται ανάλογα με τη διάρκεια του προς παρακολούθηση προγράμματος σπουδών και τους πόρους που διαθέτει το πρόσωπο αυτό, η δε άδεια μπορεί να περιέχει όρο που περιορίζει το δικαίωμά του να αναλάβει εργασία […].»
6 Το παράρτημα A, σημείο 4, του κεφαλαίου 3 των οδηγιών της διεύθυνσης μεταναστεύσεως του Secretary of State («Immigrations Directorate’s Instructions») προβλέπει τα εξής:
«Οι σπουδαστές άνω των 16 ετών που τελούν υπό τους όρους του κώδικα 2 (όρος περιοριστικός του δικαιώματος ανάληψης εργασίας) μπορούν να αναλάβουν εργασία με μειωμένο ωράριο ή εργασία κατά τη διάρκεια των διακοπών χωρίς να χρειάζεται να ζητήσουν την άδεια του τοπικού γραφείου εργασίας [“local Jobcentre”]. Ομοίως, μπορούν να αναλάβουν εργασία στο πλαίσιο πανεπιστημιακού μαθήματος το οποίο περιλαμβάνει μία περίοδο εργασίας ή να πραγματοποιήσουν επαγγελματική άσκηση χωρίς να χρειάζονται άδεια εργασίας [εκδιδόμενη από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Ηνωμένου Βασιλείου]. Οι σπουδαστές δεν μπορούν να εργάζονται περισσότερο από 20 ώρες την εβδομάδα κατά τη διάρκεια της περιόδου των μαθημάτων […].»
Οι διαφορές της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
7 Οι διαφορές αφορούν, αφενός, μια νέα γυναίκα απασχολούμενη ως au pair, την Ε. Payir, και, αφετέρου, δύο σπουδαστές, τους Β. Akyuz και Β. Ozturk.
8 Στην Ε. Payir, ηλικίας τότε 21 ετών, επετράπη να εισέλθει στο Ηνωμένο Βασίλειο και εν συνεχεία της χορηγήθηκε, τον Απρίλιο του 2000, άδεια εισόδου ισχύουσα μέχρι τον Απρίλιο του 2002. Η άδεια αυτή περιελάμβανε μεταξύ άλλων τον όρο ότι η Ε. Payir δεν θα αναλάβει άλλη εργασία, έμμισθη ή άμισθη, εκτός της απασχόλησης ως au pair.
9 Αφότου εισήλθε στο Ηνωμένο Βασίλειο η Ε. Payir προσελήφθη ως au pair από μια πρώτη οικογένεια και εν συνεχεία, από τον Μάρτιο του 2001, από μια δεύτερη οικογένεια για την οποία εργαζόταν 15 με 25 ώρες την εβδομάδα. Ως αντάλλαγμα είχε στέγη, καθώς και τροφή και λάμβανε ένα ποσό 70 GBP (περίπου 103 ευρώ) την εβδομάδα.
10 Τον Απρίλιο του 2002, πριν από τη λήξη ισχύος της άδειάς της εισόδου, η Ε. Payir ζήτησε από τον Secretary of State παράταση της ισχύος της άδειάς της παραμονής στο Ηνωμένο Βασίλειο, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως 1/80, επικαλούμενη ότι εργάσθηκε στον ίδιο εργοδότη για περίοδο άνω του έτους και ότι επιθυμεί να παραμείνει στην υπηρεσία του. Η αίτησή της απορρίφθηκε με απόφαση της 18ης Αυγούστου 2004.
11 Η Ε. Payir άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του High Court of Justice (England & Wales), Queen’s Bench Division (Administrative Court). Το δικαστήριο αυτό, το οποίο δέχθηκε την προσφυγή, ακύρωσε την εν λόγω απόφαση και υποχρέωσε τον Secretary of State να παρατείνει την ισχύ της άδειας εισόδου της Ε. Payir και να άρει τον αρχικό όρο που περιόριζε την πρόσβαση της ενδιαφερομένης στην αγορά εργασίας. Η ισχύς της άδειας εισόδου της Ε. Payir παρατάθηκε μέχρι τις 2 Αυγούστου 2006. Τον Οκτώβριο του 2005, η Ε. Payir προσελήφθη ως πωλήτρια σε κατάστημα.
12 Ο Secretary of State άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως του High Court, επικαλούμενος ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως 1/80 δεν είχε εφαρμογή στα πρόσωπα που απασχολούνται ως au pair.
13 Οι Β. Akyuz και Β. Ozturk εισήλθαν στο Ηνωμένο Βασίλειο υπό την ιδιότητα των σπουδαστών το 1999 και το 1997, αντίστοιχα, εφοδιασμένοι με σχετικές άδειες εισόδου και εν συνεχεία τους χορηγήθηκαν άδειες παραμονής. Σύμφωνα με τις άδειες αυτές, οι ενδιαφερόμενοι μπορούσαν, κατά τη διάρκεια της περιόδου των μαθημάτων, να αναλάβουν εργασία με ανώτατη διάρκεια 20 ώρες την εβδομάδα.
14 Κατά τη διάρκεια των σπουδών τους, οι δύο αυτοί Τούρκοι υπήκοοι εργάστηκαν με μειωμένο ωράριο ως σερβιτόροι σε εστιατόριο, ο δε εργοδότης τούς πρότεινε την παράταση της συμβάσεως εργασίας τους. Πριν από τη λήξη ισχύος των αδειών εισόδου και παραμονής τους ως σπουδαστών, οι Β. Akyuz και Β. Ozturk ζήτησαν από τον Secretary of State, τον Ιούλιο του 2003 και τον Ιανουάριο του 2004, αντίστοιχα, άδειες παραμονής σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως 1/80. Κατά της αποφάσεως της 18ης Αυγούστου 2004, με την οποία απορρίφθηκαν οι αιτήσεις τους, οι ενδιαφερόμενοι υπέβαλαν αιτήσεις αναθεώρησης ενώπιον του High Court, το οποίο τις δέχθηκε. Ο Secretary of State άσκησε έφεση κατά των ως άνω αποφάσεων του High Court, επικαλούμενος ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως 1/80 δεν έχει εφαρμογή στους σπουδαστές.
15 Οι υποθέσεις της Ε. Payir, καθώς και των Β. Akyuz και Β. Ozturk συνεκδικάστηκαν από το Court of Appeal (England & Wales) (Civil Division).
16 Το ως άνω δικαστήριο επισημαίνει ότι οι τρεις αυτοί Τούρκοι υπήκοοι θεωρήθηκαν από το High Court ως εργαζόμενοι, κατά την έννοια που έχει δώσει στον όρο αυτό το Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, με την απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 1998, C‑1/97, Birden (Συλλογή 1998, σ. I‑7747, σκέψη 24).
17 Μολονότι αποδέχεται τη διαπίστωση αυτή του High Court, το Court of Appeal (England & Wales) (Civil Division) κρίνει αναγκαίο να ληφθεί υπόψη και η νομολογία του Δικαστηρίου σύμφωνα με την οποία τα κράτη μέλη δύνανται να θεσπίζουν συστήματα κοινωνικής προστασίας. Από τη νομολογία αυτή συνάγεται ότι, ακόμη κι αν τα εν λόγω συστήματα προβλέπουν την άσκηση δραστηριότητας υπό την ιδιότητα του μισθωτού, δεν οδηγούν κατ’ ανάγκη σε ένταξη των ενδιαφερομένων στη νόμιμη αγορά εργασίας των οικείων κρατών.
18 Στις υποθέσεις της κύριας δίκης, το Court of Appeal εκφράζει αμφιβολίες ως προς το αν οι εν λόγω Τούρκοι υπήκοοι δύνανται να επικαλεστούν τις διατάξεις του άρθρου 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως 1/80. Υπό τις συνθήκες αυτές, το ως άνω δικαστήριο αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Στην περίπτωση που:
– Τούρκος υπήκοος έλαβε άδεια εισόδου στο Ηνωμένο Βασίλειο για δύο έτη προκειμένου να αναλάβει εργασία στη χώρα αυτή ως au pair, όπως η εργασία αυτή ορίζεται από τους [Immigration Rules]· [...]
– η άδεια εισόδου τού παρείχε το δικαίωμα να εργαστεί υπ’ αυτή την ιδιότητα· [...]
– απασχολήθηκε αδιαλείπτως υπό την ιδιότητα αυτή από τον ίδιο εργοδότη για περίοδο άνω του έτους στη διάρκεια ισχύος της αδείας εισόδου του· [...]
– η εργασία αυτή ήταν γνήσια και πραγματική οικονομική δραστηριότητα· και
– η εργασία αυτή ήταν σύμφωνη προς την εθνική νομοθεσία περί εργασίας και μεταναστεύσεως,
ήταν αυτός ο Τούρκος υπήκοος κατά τη διάρκεια αυτής της εργασίας:
– εργαζόμενος κατά την έννοια του άρθρου 6 της αποφάσεως 1/80 [...];
– νομίμως ενταγμένος στην αγορά εργασίας του Ηνωμένου Βασιλείου κατά την έννοια του άρθρου αυτού;
2) Στην περίπτωση που:
– Τούρκος υπήκοος έλαβε άδεια εισόδου στο Ηνωμένο Βασίλειο σύμφωνα με τους [Immigration Rules] για την πραγματοποίηση σπουδών στη χώρα αυτή· [...]
– η άδεια εισόδου του παρείχε το δικαίωμα να εργαστεί σε οποιαδήποτε θέση με όριο κατά τη σπουδαστική περίοδο 20 ώρες εργασίας την εβδομάδα· [...]
– απασχολήθηκε αδιαλείπτως από τον ίδιο εργοδότη για περίοδο άνω του έτους κατά τη διάρκεια ισχύος της άδειας εισόδου του·
– η εργασία αυτή ήταν γνήσια και πραγματική οικονομική δραστηριότητα· και
– η εργασία αυτή ήταν σύμφωνη προς την εθνική νομοθεσία περί εργασίας και μεταναστεύσεως,
ήταν αυτός ο Τούρκος υπήκοος κατά τη διάρκεια της εργασίας αυτής:
– εργαζόμενος κατά την έννοια του άρθρου 6 της αποφάσεως 1/80 [...];
– νομίμως ενταγμένος στην αγορά εργασίας του Ηνωμένου Βασιλείου κατά την έννοια του άρθρου αυτού;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
19 Τα ερωτήματα που τίθενται στις δύο υποθέσεις είναι όμοια και αφορούν, αφενός, τα πρόσωπα που απασχολούνται ως au pair και, αφετέρου, τους σπουδαστές.
20 Από τα ερωτήματα αυτά προκύπτει ότι το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν το γεγονός ότι ένας Τούρκος υπήκοος έλαβε άδεια να εισέλθει στο έδαφος κράτους μέλους ως au pair ή υπό την ιδιότητα του σπουδαστή αποκλείει το να θεωρηθεί ο εν λόγω υπήκοος ως «εργαζόμενος» ενταγμένος στη «νόμιμη αγορά εργασίας» του κράτους μέλους αυτού, κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως 1/80, με συνέπεια ο εν λόγω υπήκοος να μη μπορεί να επικαλεσθεί την ως άνω διάταξη για να στηρίξει το αίτημά του για ανανέωση της άδειας εργασίας του και αναγνώριση του συνακόλουθου δικαιώματος παραμονής.
Παρατηρήσεις υποβληθείσες στο Δικαστήριο
21 Η Ε. Payir, οι Β. Akyuz και Β. Ozturk, καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων εκφράζουν συγκλίνουσες απόψεις. Κατά την άποψή τους, Τούρκοι υπήκοοι, όπως αυτοί τους οποίους αφορούν οι υποθέσεις της κύριας δίκης, πληρούν τις αναγκαίες προϋποθέσεις για να χαρακτηρισθούν ως «εργαζόμενοι» κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως 1/80. Τα πρόσωπα αυτά είχαν παράσχει, υπό τη διεύθυνση άλλου προσώπου, πραγματικές και γνήσιες υπηρεσίες, με συγκεκριμένη οικονομική αξία, έναντι των οποίων έλαβαν αμοιβή.
22 Οι εν λόγω Τούρκοι υπήκοοι ανήκουν στη νόμιμη αγορά εργασίας του κράτους μέλους υποδοχής. Είχαν εισέλθει νομίμως στο έδαφος του οικείου κράτους και στην αγορά εργασίας αυτού. Ειδικότερα, δεν είχαν μετέλθει απάτη προκειμένου να αποκτήσουν και να εκτελέσουν την ανατεθείσα σε αυτούς εργασία. Κατά συνέπεια, η θέση τους στην αγορά εργασίας είναι σταθερή και όχι πρόσκαιρη.
23 Στο μέτρο που οι εν λόγω Τούρκοι υπήκοοι πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως 1/80, μπορούν να επικαλεστούν τη διάταξη αυτή για να στηρίξουν το αίτημά τους για ανανέωση της άδειάς τους εργασίας και αναγνώριση του συνακόλουθου δικαιώματος παραμονής. Οι λόγοι για τους οποίους το Ηνωμένο Βασίλειο τους χορήγησε τις σχετικές άδειες εισόδου και παραμονής, ήτοι η εξασφάλιση εισόδου σε νεαρά άτομα αποκλειστικά υπό την ιδιότητα των προσώπων που απασχολούνται ως au pair ή των σπουδαστών, δεν είναι αναγκαίο ούτε λυσιτελές να εξεταστούν.
24 Αντιθέτως, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς και η Γερμανική, η Ιταλική Κυβέρνηση και η Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών υποστηρίζουν ότι οι λόγοι για τους οποίους χορηγήθηκε η άδεια παραμονής είναι σημαντικοί. Το άρθρο 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως 1/80 αφορά το δικαίωμα πρόσβασης στην απασχόληση Τούρκων υπηκόων οι οποίοι έλαβαν άδεια εισόδου στο έδαφος κράτους μέλους υπό την ιδιότητα των εργαζομένων. Καθόσον Τούρκοι υπήκοοι, όπως η Ε. Payir και οι Β. Akyuz και Β. Ozturk, δεν εισήλθαν στο Ηνωμένο Βασίλειο υπό την ιδιότητα αυτή, δεν δύνανται να επικαλεσθούν την εν λόγω διάταξη. Κατά συνέπεια, ακόμη κι αν η δραστηριότητα που ασκούν οι εν λόγω υπήκοοι δύναται να χαρακτηρισθεί ως γνήσια και πραγματική οικονομική δραστηριότητα, εντούτοις εξ αυτού δεν συνάγεται ότι οι ενδιαφερόμενοι έχουν την ιδιότητα του εργαζομένου ή ότι ανήκουν στη νόμιμη αγορά εργασίας του κράτους μέλους υποδοχής κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως.
25 Η αναγνώριση στους Τούρκους υπηκόους στους οποίους επετράπη η είσοδος στο έδαφος κράτους μέλους υπό την ιδιότητα των προσώπων που απασχολούνται ως au pair ή των σπουδαστών του δικαιώματος να επικαλούνται τις διατάξεις του άρθρου 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως 1/80 θα είχε σοβαρές συνέπειες. Καταρχάς, το γεγονός αυτό θα είχε ως συνέπεια ότι τα κράτη μέλη δεν θα είχαν την ελευθερία να καθορίζουν τις προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτάται η είσοδος Τούρκων υπηκόων στο έδαφός τους. Εν συνεχεία, το γεγονός αυτό θα ενθάρρυνε την καταστρατήγηση των εθνικών νομοθεσιών, καθόσον οι ενδιαφερόμενοι θα είχαν συμφέρον να εμφανίζονται ως σπουδαστές ή ως au pair προκειμένου να ενταχθούν στην αγορά εργασίας του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου εισήλθαν. Τέλος, τα κράτη μέλη θα αναγκάζονταν να εφαρμόσουν πιο περιοριστική πολιτική όσον αφορά την υποδοχή σπουδαστών και προσώπων που απασχολούνται ως au pair, τουρκικής ιθαγένειας, σε βάρος των δύο αυτών ομάδων ενδιαφερομένων.
26 Η Γερμανική Κυβέρνηση και η Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών προσθέτουν ότι η εξομοίωση της κατάστασης του σπουδαστή ή του απασχολούμενου ως au pair που εκτελεί εργασία με μειωμένο ωράριο με την κατάσταση του κοινού εργαζομένου, αντιβαίνει στην προσέγγιση που έχει υιοθετήσει ο κοινοτικός νομοθέτης με την οδηγία 2004/114/ΕΚ του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2004, σχετικά με τις προϋποθέσεις εισδοχής υπηκόων τρίτων χωρών με σκοπό τις σπουδές, την ανταλλαγή μαθητών, την άμισθη πρακτική άσκηση ή την εθελοντική υπηρεσία (ΕΕ L 375, σ. 12). Κατά την άποψή τους, η εν λόγω οδηγία διακρίνει σαφώς μεταξύ του σπουδαστή και του εργαζομένου.
Απάντηση του Δικαστηρίου
27 Για να δοθεί απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα, όπως αυτά αναδιατυπώνονται με τη σκέψη 20 της παρούσας αποφάσεως, πρέπει να υπομνησθούν οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως 1/80.
28 Η πρώτη από τις ως άνω προϋποθέσεις αφορά την ιδιότητα του εργαζομένου. Από πάγια νομολογία προκύπτει ότι, για να πληρούται η προϋπόθεση αυτή θα πρέπει ο Τούρκος υπήκοος να ασκεί πραγματικές και γνήσιες δραστηριότητες, ενώ αποκλείονται οι δραστηριότητες που είναι τόσο περιορισμένες ώστε εμφανίζονται ως τελείως επουσιώδεις και δευτερεύουσας σημασίας. Το βασικό χαρακτηριστικό της σχέσης εργασίας συνίσταται στο γεγονός ότι ένα πρόσωπο παρέχει, κατά τη διάρκεια ορισμένου χρόνου, προς άλλο πρόσωπο και υπό τη διεύθυνση αυτού του τελευταίου, υπηρεσίες έναντι των οποίων λαμβάνει αμοιβή (βλ. απόφαση Birden, προαναφερθείσα, σκέψη 25, και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
29 Η δεύτερη προϋπόθεση αναφέρεται στην ένταξη στη νόμιμη αγορά εργασίας. Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η έννοια αυτή δηλώνει το σύνολο των εργαζομένων που έχουν συμμορφωθεί προς τις νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις του κράτους μέλους υποδοχής και έχουν, επομένως, το δικαίωμα ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας σ’ αυτό το κράτος (βλ. απόφαση Birden, προαναφερθείσα, σκέψη 51).
30 Η τρίτη προϋπόθεση που επιβάλλει το άρθρο 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως 1/80 αφορά την ύπαρξη νόμιμης απασχόλησης, ήτοι σταθερής και όχι πρόσκαιρης κατάστασης στην αγορά εργασίας του κράτους μέλους υποδοχής και, συνακόλουθα, την ύπαρξη μη αμφισβητουμένου δικαιώματος παραμονής (βλ. απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 2002, C‑188/00, Kurz, Συλλογή 2002, σ. I‑10691, σκέψη 48).
31 Σύμφωνα με την απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου, τόσο η Ε. Payir όσο και οι Β. Akyuz και Β. Ozturk παρέσχον υπηρεσίες που συνιστούν γνήσιες και πραγματικές οικονομικές δραστηριότητες. Από τον φάκελο της υποθέσεως προκύπτει ότι εργάστηκαν υπό τη διεύθυνση ενός εργοδότη και ότι έλαβαν αμοιβή έναντι των υπηρεσιών τους. Η Ε. Payir απασχολήθηκε 15 με 25 ώρες την εβδομάδα, ενώ οι Β. Akyuz και Β. Ozturk απασχολήθηκαν κατ’ ανώτατο όριο 20 ώρες την εβδομάδα. Δεν υποστηρίχθηκε ότι οι δραστηριότητες που άσκησαν οι ενδιαφερόμενοι ήταν εντελώς δευτερεύουσας σημασίας. Συνεπώς, σύμφωνα με την περιγραφή του αιτούντος δικαστηρίου, οι εν λόγω δραστηριότητες συγκεντρώνουν τα αναγκαία χαρακτηριστικά προκειμένου τα πρόσωπα που ασκούν τις δραστηριότητες αυτές να χαρακτηριστούν, καταρχήν, ως «εργαζόμενοι» κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως 1/80.
32 Όσον αφορά τις άλλες δύο προϋποθέσεις, το αιτούν δικαστήριο τονίζει ότι η Ε. Payir, καθώς και οι Β. Akyuz και Β. Ozturk τήρησαν την εθνική νομοθεσία περί μεταναστεύσεως και εισήλθαν, επομένως, νομίμως στο Ηνωμένο Βασίλειο. Το εν λόγω δικαστήριο προσθέτει ότι οι ενδιαφερόμενοι ανέλαβαν εργασία σύμφωνη όχι μόνον προς τους κανόνες περί μεταναστεύσεως, αλλά και προς το εργατικό δίκαιο και, ειδικότερα, ότι αυτές οι θέσεις εργασίας πληρούσαν τις προϋποθέσεις που έθεταν οι άδειες εισόδου τους στο εθνικό έδαφος. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι οι εν λόγω υπήκοοι έχουν μη αμφισβητούμενο δικαίωμα παραμονής.
33 Κατά συνέπεια, τα χαρακτηριστικά των θέσεων εργασίας που ανέλαβαν οι τρεις Τούρκοι υπήκοοι τους οποίους αφορά η υπόθεση της κύριας δίκης, όπως αυτά παρουσιάζονται από το αιτούν δικαστήριο, πληρούν και τις άλλες δύο προϋποθέσεις του άρθρου 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως 1/80, ήτοι την ένταξη στη νόμιμη αγορά εργασίας και την ύπαρξη νόμιμης απασχόλησης.
34 Εντούτοις, τίθεται το ζήτημα αν η ιδιότητα των Τούρκων υπηκόων, των οποίων οι δραστηριότητες πληρούν εξάλλου τις προϋποθέσεις του άρθρου 6, παράγραφος 1, ως au pair ή ως σπουδαστών, αποκλείει τον χαρακτηρισμό τους ως εργαζομένων και τους εμποδίζει να θεωρηθούν ενταγμένοι στη νόμιμη αγορά εργασίας κράτους μέλους κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως.
35 Συναφώς, πρέπει να υπογραμμιστεί, καταρχάς, ότι ο ενδεχόμενος κοινωνικός σκοπός της χορηγούμενης στους σπουδαστές ή στα πρόσωπα που απασχολούνται ως au pair άδειας εισόδου, καθώς και του δικαιώματος εργασίας που τους αναγνωρίζεται, ουδόλως θίγει, αυτός καθαυτός, τον νόμιμο χαρακτήρα της δραστηριότητας που ασκούν οι ενδιαφερόμενοι και, συνεπώς, δεν τους εμποδίζει να θεωρηθούν ως ενταγμένοι στη «νόμιμη αγορά εργασίας» του κράτους μέλους υποδοχής. Το Δικαστήριο έκρινε με τη σκέψη 51 της προαναφερθείσας αποφάσεως Birden ότι η έννοια της «νόμιμης αγοράς εργασίας» δεν μπορεί να ερμηνεύεται ως αφορώσα τη γενική αγορά εργασίας, σε αντίθεση προς μια ειδική αγορά με κοινωνικό σκοπό και υποστηριζομένη από τις δημόσιες αρχές.
36 Εν συνεχεία, πρέπει να υπομνηστεί ότι η απόφαση 1/80 δεν θίγει την αρμοδιότητα των κρατών μελών να ρυθμίζουν τόσο την είσοδο στο έδαφός τους των Τούρκων υπηκόων όσο και τις προϋποθέσεις της πρώτης τους απασχολήσεως, αλλά ρυθμίζει απλώς, στο άρθρο 6, την κατάσταση των Τούρκων εργαζομένων που έχουν ήδη ενταχθεί νομίμως στην αγορά εργασίας του κράτους μέλους υποδοχής (απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 1997, C‑98/96, Ertanir, Συλλογή 1997, σ. I‑5179, σκέψη 23).
37 Κατά πάγια νομολογία, το άρθρο 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως 1/80 σκοπεί στη σταδιακή παγίωση της καταστάσεως των Τούρκων εργαζομένων στο κράτος μέλος υποδοχής (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 10ης Ιανουαρίου 2006, C‑230/03, Sedef, Συλλογή 2006, σ. I‑157, σκέψη 34).
38 Η διάταξη αυτή αφορά, επομένως, τους Τούρκους υπηκόους που έχουν την ιδιότητα του εργαζομένου στο κράτος μέλος υποδοχής, χωρίς ωστόσο να απαιτεί να εισήλθαν στην Κοινότητα ως εργαζόμενοι. Είναι δυνατόν αυτοί να απέκτησαν την εν λόγω ιδιότητα μετά την είσοδό τους στην Κοινότητα. Έτσι, στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προαναφερθείσα απόφαση Birden, ο Birden, ο οποίος είχε λάβει άδεια να εισέλθει στο έδαφος κράτους μέλους, ήταν αρχικά άνεργος στο οικείο κράτος μέλος, πριν αναλάβει μισθωτή απασχόληση. Στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προαναφερθείσα απόφαση Kurz, ο Τούρκος υπήκοος τον οποίο αυτή αφορούσε έλαβε άδεια να εισέλθει στην Κοινότητα σε ηλικία 15 ετών όχι ως εργαζόμενος, αλλά προκειμένου να παρακολουθήσει επαγγελματική εκπαίδευση υδραυλικού.
39 Μετά από απασχόληση ενός έτους ο Τούρκος υπήκοος δύναται, εφόσον πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 6, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση της αποφάσεως 1/80, να ζητήσει την ανανέωση της άδειάς του εργασίας στον ίδιο εργοδότη και την αναγνώριση του συνακόλουθου δικαιώματος παραμονής.
40 Προκειμένου να διαπιστωθεί αν οι Τούρκοι υπήκοοι πληρούν τις εν λόγω προϋποθέσεις, δεν λαμβάνεται υπόψη ο λόγος για τον οποίο χορηγήθηκε στους ενδιαφερόμενους άδεια εισόδου στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έχει κρίνει επανειλημμένα ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως 1/80 δεν εξαρτά την αναγνώριση των δικαιωμάτων που χορηγεί στους Τούρκους εργαζομένους από καμία προϋπόθεση αναγόμενη στους λόγους για τους οποίους είχε αρχικώς χορηγηθεί άδεια εισόδου, εργασίας και παραμονής σε αυτούς (βλ. απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 1997, C‑36/96, Günaydin, Συλλογή 1997, σ. I‑5143, σκέψεις 51 και 52, καθώς και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Το Δικαστήριο έκρινε έτσι ότι η πρόθεση την οποία εξέφρασε Τούρκος υπήκοος να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του μετά την παραμονή του για ορισμένα χρόνια στο κράτος μέλος υποδοχής δεν τον εμποδίζει να επικαλεστεί τα δικαιώματα που του παρέχει το εν λόγω άρθρο 6, παράγραφος 1. Αυτό θα ήταν δυνατό μόνον αν ο εν λόγω Τούρκος υπήκοος είχε προσπαθήσει να εξαπατήσει τις αρμόδιες αρχές εκφράζοντας ψευδή πρόθεση, με μοναδικό σκοπό να επιτύχει την εκ μέρους των αρμόδιων αρχών χορήγηση παρά τις ισχύουσες διατάξεις της απαιτούμενης αδείας (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση Günaydin, προαναφερθείσα, σκέψεις 54 και 60).
41 Όπως προκύπτει από την προαναφερθείσα απόφαση Günaydin, το γεγονός ότι ο εν λόγω Τούρκος υπήκοος έλαβε άδεια να εισέλθει στο έδαφος κράτους μέλους προκειμένου να παρακολουθήσει εντός αυτού πρόγραμμα σπουδών και ότι οι άδειες παραμονής του αρχικά περιείχαν απαγόρευση ασκήσεως μισθωτής δραστηριότητας δεν εμποδίζει τον ενδιαφερόμενο να επικαλεστεί τις διατάξεις του άρθρου 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως 1/80, εφόσον, εν συνεχεία, αυτός ανέλαβε νομίμως μισθωτή εργασία και απασχολήθηκε τουλάχιστον επί ένα έτος στον ίδιο εργοδότη.
42 Η ενδεχόμενη περιορισμένη διάρκεια της συμβάσεως εργασίας δεν μπορεί, επίσης, να αποτελεί εμπόδιο για την εφαρμογή του άρθρου 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως 1/80. Πράγματι, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, αν ο προσωρινός χαρακτήρας που επιβάλλεται με τον τρόπο αυτό στη σχέση εργασίας αρκούσε για να αμφισβητηθεί η νομιμότητα της θέσεως απασχολήσεως που ο ενδιαφερόμενος νομίμως κατέχει, τα κράτη μέλη θα είχαν τη δυνατότητα να στερούν αναρμόστως τους Τούρκους διακινουμένους εργαζομένους, στους οποίους επέτρεψαν να εισέλθουν στο έδαφός τους και οι οποίοι άσκησαν εκεί νόμιμη οικονομική δραστηριότητα αδιαλείπτως για ένα τουλάχιστον έτος, από το ευεργέτημα των δικαιωμάτων που αυτοί μπορούν να επικαλούνται απευθείας δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως 1/80 (βλ. απόφαση Birden, προαναφερθείσα, σκέψη 64).
43 Ως εκ τούτου, προκειμένου να διαπιστωθεί αν ένας Τούρκος υπήκοος, ο οποίος εισήλθε νομίμως στο έδαφος κράτους μέλους, δύναται, εφόσον έχει απασχοληθεί νομίμως επί ένα έτος στο κράτος αυτό, να επικαλεστεί τα δικαιώματα που του παρέχει το άρθρο 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως 1/80, πρέπει να εξεταστεί αν ο ενδιαφερόμενος πληροί τις αντικειμενικές προϋποθέσεις που προβλέπει η εν λόγω διάταξη, χωρίς να χρειάζεται να ληφθούν υπόψη οι λόγοι για τους οποίους είχε αρχικώς χορηγηθεί σε αυτόν άδεια εισόδου στο εν λόγω κράτος ούτε οι ενδεχόμενοι χρονικοί περιορισμοί που επιβάλλονται στο δικαίωμά του εργασίας. Σύμφωνα με πάγια νομολογία, οι εθνικές αρχές δεν έχουν την ευχέρεια να εξαρτούν από όρους ή να περιορίζουν την άσκηση των εν λόγω δικαιωμάτων, διότι διαφορετικά θα ετίθετο υπό αμφισβήτηση η πρακτική αποτελεσματικότητα της εν λόγω αποφάσεως (βλ. αποφάσεις Günaydin, προαναφερθείσα, σκέψεις 37 έως 40 και 50, Birden, προαναφερθείσα, σκέψη 19, Kurz, προαναφερθείσα, σκέψη 26, της 21ης Οκτωβρίου 2003, C‑317/01 και C‑369/01, Abatay κ.λπ., Συλλογή 2003, σ. I‑12301, σκέψη 78, και Sedef, προαναφερθείσα, σκέψη 34).
44 Κατά συνέπεια, στο πλαίσιο υποθέσεων όπως αυτές της κύριας δίκης, οι λόγοι για τους οποίους χορηγήθηκε η άδεια εισόδου στους Τούρκους υπηκόους τους οποίους αυτές αφορούν, ήτοι η άσκηση δραστηριότητας au pair ή η παρακολούθηση σπουδών, δεν δύνανται να εμποδίσουν τους ενδιαφερομένους να επικαλεστούν τις διατάξεις του άρθρου 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως 1/80. Το ίδιο ισχύει, επίσης, όσον αφορά τις δηλώσεις προθέσεων στις οποίες οφείλουν να προβούν οι εν λόγω υπήκοοι ότι δεν επιθυμούν να παραμείνουν στο κράτος μέλος υποδοχής για διάστημα άνω των δύο ετών ή ότι έχουν την πρόθεση να εγκαταλείψουν το κράτος αυτό μόλις περατώσουν τις σπουδές τους, καθώς και όσον αφορά τους χρονικούς περιορισμούς της άδειας παραμονής τους.
45 Εφόσον πληρούνται οι υπομνησθείσες στις σκέψεις 27 έως 30 της παρούσας αποφάσεως προϋποθέσεις και, ιδίως, εφόσον αποδεικνύεται ότι η εργασία την οποία εκτελούν οι εν λόγω Τούρκοι υπήκοοι είναι πραγματική, το γεγονός ότι τα πρόσωπα αυτά εισήλθαν υπό την ιδιότητα των σπουδαστών με σκοπό να παρακολουθήσουν σπουδές ή ως au pair με σκοπό την εκμάθηση της γλώσσας του κράτους μέλους υποδοχής δεν ασκεί επιρροή. Σε περίπτωση που οι εν λόγω Τούρκοι υπήκοοι πληρούν δια των ικανοτήτων τους τις προϋποθέσεις των τριών περιπτώσεων του άρθρου 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως 1/80, δεν μπορούν να στερηθούν τα δικαιώματα που τους παρέχει σταδιακά η διάταξη αυτή, σε συνάρτηση με τη διάρκεια της μισθωτής τους δραστηριότητας (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση Günaydin, προαναφερθείσα, σκέψη 37).
46 Υπό τις περιστάσεις αυτές, το επιχείρημα των κρατών μελών που υπέβαλαν παρατηρήσεις, σύμφωνα με το οποίο ένας σπουδαστής ή ένα πρόσωπο που απασχολείται ως au pair θα μπορούσε να καταστρατηγήσει τη νομοθεσία του κράτους μέλους υποδοχής για να αποκτήσει σταδιακά απεριόριστο δικαίωμα πρόσβασης στην αγορά εργασίας αυτού του κράτους, δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Συγκεκριμένα, δεν συντρέχει καταστρατήγηση όταν οι ενδιαφερόμενοι απλώς ασκούν δικαίωμα το οποίο ρητά προβλέπει η απόφαση 1/80. Το αντίθετο θα συνέβαινε μόνον αν αυτοί είχαν αποκτήσει δολίως δικαίωμα εισόδου στο έδαφος κράτους μέλους ισχυριζόμενοι ψευδώς ότι προτίθενται να παρακολουθήσουν σπουδές ή να ασκήσουν δραστηριότητα au pair. Αντιθέτως, εφόσον από την πραγματική παρακολούθηση ενός κύκλου σπουδών ή από την άσκηση δραστηριότητας au pair αποδεικνύεται ότι η ως άνω πρόθεση των ενδιαφερομένων είναι ειλικρινής και εφόσον αυτοί αποκτούν νομίμως εργασία στο κράτος μέλος υποδοχής και πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως 1/80, μπορούν να επικαλεστούν άνευ περιορισμών τα δικαιώματα που τους απονέμει η εν λόγω διάταξη.
47 Τέλος, η Γερμανική Κυβέρνηση και η Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών επικαλούνται την οδηγία 2004/114. Από την οικονομία της εν λόγω οδηγίας συνάγουν ότι σκοπός του κοινοτικού νομοθέτη ήταν να παράσχει στους σπουδαστές τη δυνατότητα να εργαστούν και να πραγματοποιήσουν έναν ορισμένο αριθμό ωρών εργασίας, χωρίς πάντως αυτοί να θεωρούνται ως μισθωτοί εργαζόμενοι και, κατά συνέπεια, χωρίς να μπορούν με τον τρόπο αυτό να αποκτήσουν πρόσβαση στην αγορά εργασίας του κράτους μέλους υποδοχής.
48 Εντούτοις, η οδηγία αυτή δεν είναι κρίσιμη. Πράγματι, κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, η εν λόγω οδηγία εφαρμόζεται υπό την επιφύλαξη ευνοϊκότερων διατάξεων διμερών ή πολυμερών συμφωνιών μεταξύ της Κοινότητας ή της Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφενός, και ενός ή περισσότερων τρίτων κρατών, αφετέρου. Κατά συνέπεια, όπως επισήμανε και η γενική εισαγγελέας με το σημείο 57 των προτάσεών της, η οδηγία 2004/114 αποκλείει μια συσταλτική ερμηνεία του άρθρου 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως 1/80 και δεν μπορεί να αποτελέσει κριτήριο ερμηνείας της διατάξεως αυτής.
49 Ως εκ τούτου, στο υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το γεγονός ότι Τούρκος υπήκοος έλαβε άδεια εισόδου στο έδαφος κράτους μέλους υπό την ιδιότητα του au pair ή του σπουδαστή δεν μπορεί να του στερήσει την ιδιότητα του «εργαζομένου» και να έχει ως αποτέλεσμα να μη μπορεί να θεωρηθεί ενταγμένος στη «νόμιμη αγορά εργασίας» αυτού του κράτους μέλους, κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως 1/80. Κατά συνέπεια, το γεγονός αυτό δεν μπορεί να εμποδίσει τον εν λόγω υπήκοο να επικαλεστεί την ως άνω διάταξη για να επιτύχει την ανανέωση της άδειας εργασίας του και την αναγνώριση του συνακόλουθου δικαιώματος παραμονής.
Επί των δικαστικών εξόδων
50 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφαίνεται:
Το γεγονός ότι Τούρκος υπήκοος έλαβε άδεια εισόδου στο έδαφος κράτους μέλους υπό την ιδιότητα του au pair ή του σπουδαστή δεν μπορεί να του στερήσει την ιδιότητα του «εργαζομένου» και να έχει ως αποτέλεσμα να μη μπορεί να θεωρηθεί ενταγμένος στη «νόμιμη αγορά εργασίας» αυτού του κράτους μέλους, κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως 1/80 του Συμβουλίου Συνδέσεως, της 19ης Σεπτεμβρίου 1980, σχετικά με την ανάπτυξη της συνδέσεως. Κατά συνέπεια, το γεγονός αυτό δεν μπορεί να εμποδίσει τον εν λόγω υπήκοο να επικαλεστεί την ως άνω διάταξη για να επιτύχει την ανανέωση της άδειας εργασίας του και την αναγνώριση του συνακόλουθου δικαιώματος παραμονής.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy