Υπόθεση C-310/06
FTS International BV
κατά
Belastingdienst - Douane West
(αίτηση του Gerechtshof te Amsterdam
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Κοινό Δασμολόγιο — Συνδυασμένη Ονοματολογία — Κατάταξη — Τεμάχια κοτόπουλου χωρίς κόκαλα, κατεψυγμένα και εμποτισμένα με αλάτι — Κύρος του κανονισμού (ΕΚ) 1223/2002»
Περίληψη της αποφάσεως
Κοινό Δασμολόγιο — Δασμολογικές κλάσεις
(Κανονισμός 2658/87 του Συμβουλίου, άρθρο 9· κανονισμός 1223/2002 της Επιτροπής)
Κατατάσσοντας, με τον κανονισμό 1223/2002, για κατάταξη εμπορευμάτων στη συνδυασμένη ονοματολογία, στη διάκριση 0207 14 10 το κρέας κοτόπουλου με περιεκτικότητα σε αλάτι από 1,2 έως 1,9 % κατά βάρος, η Επιτροπή περιόρισε την έκταση εφαρμογής της κλάσεως 0210, στην οποία ενέπιπταν, σύμφωνα με τη συμπληρωματική σημείωση 7 του κεφαλαίου 2 του τμήματος Ι του δεύτερου μέρους της Συνδυασμένης Ονοματολογίας, όπως είχε διαμορφωθεί με τον κανονισμό 1832/2002, που τροποποιεί το παράρτημα I του κανονισμού 2658/87 για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το κοινό δασμολόγιο, τα βρώσιμα κρέατα και παραπροϊόντα σφαγίων, τα οποία έχουν υποστεί βαθύ αλάτισμα με εμποτισμό κατά τρόπο ομοιογενή σε όλα τα μέρη τους, έχοντας μια συνολική περιεκτικότητα άλατος ίση ή ανώτερη του 1,2 % κατά βάρος. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή υπερέβη τις εξουσίες που της απονέμει το άρθρο 9 του κανονισμού 2658/87. Κατά συνέπεια, ο κανονισμός 1223/2002 πρέπει να κηρυχθεί ανίσχυρος.
(βλ. σκέψεις 24-25 και διατακτ)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 18ης Ιουλίου 2007 (*)
«Κοινό δασμολόγιο – Συνδυασμένη Ονοματολογία – Κατάταξη – Τεμάχια κοτόπουλου χωρίς κόκαλα, κατεψυγμένα και εμποτισμένα με αλάτι – Κύρος του κανονισμού (ΕΚ) 1223/2002»
Στην υπόθεση C‑310/06,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το Gerechtshof te Amsterdam (Κάτω Χώρες) με απόφαση της 15ης Ιουνίου 2006, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 14 Ιουλίου 2006, στο πλαίσιο της διαδικασίας
F.T.S. International BV
κατά
Belastingdienst–Douane West,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους A. Rosas, πρόεδρο τμήματος, J. Klučka, J. N. Cunha Rodrigues, P. Lindh (εισηγήτρια) και A. Arabadjiev, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: P. Mengozzi
γραμματέας: M. Ferreira, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 19ης Απριλίου 2007,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η F.T.S. International BV, εκπροσωπούμενη από τους H. C. de Bie και M. Ouwehand, advocaten,
– η Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών, εκπροσωπούμενη από την H. G. Sevenster και τον P. van Ginneken,
– η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον I. M. Braguglia, επικουρούμενο από τον G. Albenzio, avvocato dello Stato,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τη J. Hottiaux και τον S. Schonberg, επικουρούμενους από τους F. Tuytschaever και F. Wijckmans, advocaten,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως αφορά το κύρος του κανονισμού (ΕΚ) 1223/2002 της Επιτροπής, της 8ης Ιουλίου 2002, για κατάταξη εμπορευμάτων στη συνδυασμένη ονοματολογία (ΕΕ L 179, σ. 8).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της F.T.S. International BV (στο εξής: FTS) και της Belastingdienst–Douane West (τελωνειακής αρχής του δυτικού τμήματος των Κάτω Χωρών) σχετικά με τη δασμολογική κατάταξη τεμαχίων κoτόπουλου χωρίς κόκαλα, κατεψυγμένων και αλατισμένων.
Το νομικό πλαίσιο
Το διεθνές δίκαιο
3 Η διεθνής σύμβαση για το εναρμονισμένο σύστημα ονοματολογίας και κωδικοποιήσεως των εμπορευμάτων (στο εξής: ΕΣ), συναφθείσα στις Βρυξέλλες στις 14 Ιουνίου 1983, και το τροποποιητικό της πρωτόκολλο της 24ης Ιουνίου 1986 (στο εξής: Σύμβαση για το ΕΣ), εγκρίθηκαν εξ ονόματος της Κοινότητας με την απόφαση 87/369/EΟΚ του Συμβουλίου, της 7ης Απριλίου 1987 (ΕΕ 1987, L 198, σ. 1).
4 Δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 1, της Συμβάσεως για το ΕΣ, κάθε συμβαλλόμενο μέρος αναλαμβάνει την υποχρέωση να προσαρμόσει την τελωνειακή και στατιστική ονοματολογία του με το ΕΣ, να χρησιμοποιεί όλες τις θέσεις και διακρίσεις αυτού χωρίς προσθήκες ή τροποποιήσεις, καθώς και τους σχετικούς κωδικούς, και να ακολουθεί την αρίθμηση του εν λόγω συστήματος. Η ίδια διάταξη προβλέπει ότι κάθε συμβαλλόμενο μέρος αναλαμβάνει επίσης την υποχρέωση να εφαρμόζει τους γενικούς κανόνες για την ερμηνεία του ΕΣ, καθώς και όλες τις σημειώσεις των τμημάτων, των κεφαλαίων και των διακρίσεων του ΕΣ και να μην τροποποιεί το περιεχόμενό τους.
5 Το Συμβούλιο Τελωνειακής Συνεργασίας, νυν Παγκόσμια Οργάνωση Τελωνείων (ΠΟΤ), συσταθέν με τη διεθνή σύμβαση περί ιδρύσεως του εν λόγω συμβουλίου, που υπογράφηκε στις Βρυξέλλες στις 15 Δεκεμβρίου 1950, εγκρίνει, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 8 της Συμβάσεως για το ΕΣ, τις επεξηγηματικές σημειώσεις που εκδίδει η επιτροπή του ΕΣ, όργανο του οποίου η οργάνωση διέπεται από το άρθρο 6 της συμβάσεως αυτής.
6 Η επεξηγηματική σημείωση της κλάσεως 0207 του ΕΣ, που τιτλοφορείται «Κρέατα και παραπροϊόντα σφαγίων βρώσιμα, νωπά, διατηρημένα με απλή ψύξη ή κατεψυγμένα, πουλερικών της κλάσης 0105», έχει ως εξής:
«Σ’ αυτή την κλάση κατατάσσονται αποκλειστικώς κρέατα και παραπροϊόντα σφαγίων βρώσιμα, νωπά, διατηρημένα με απλή ψύξη ή κατεψυγμένα, οικόσιτων πουλερικών που, ζώντα, κατατάσσονται στην κλάση 0105 […].»
7 Στην επεξηγηματική σημείωση της κλάσεως 0210 του ΕΣ, που τιτλοφορείται «Κρέατα και παραπροϊόντα σφαγίων βρώσιμα, αλατισμένα ή σε άρμη, αποξηραμένα ή καπνιστά. Άλευρα και σκόνες, βρώσιμα, από κρέατα ή παραπροϊόντα σφαγίων», αναφέρονται τα ακόλουθα:
«Η κλάση αυτή αφορά κρέατα και παραπροϊόντα σφαγίων κάθε είδους, που έχουν παρασκευασθεί κατά τους ειδικούς κανόνες του κειμένου αυτής της κλάσεως, πάντως, με εξαίρεση το λαρδί χωρίς τα κρεάτινα μέρη, το χοιρινό λίπος και το λίπος πουλερικών, όχι λειωμένα ή με άλλο τρόπο εκχυλισμένα (κλάση 0209) […].»
Η κοινοτική νομοθεσία
8 Το κείμενο της συνδυασμένης ονοματολογίας (στο εξής: ΣΟ) που ίσχυε από 1ης Ιανουαρίου 2003 προέκυπτε από τον κανονισμό (ΕΚ) 1832/2002 της Επιτροπής, της 1ης Αυγούστου 2002, που τροποποιεί το παράρτημα I του κανονισμού (ΕΟΚ) 2658/87 του Συμβουλίου, για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το κοινό δασμολόγιο (ΕΕ L 290, σ. 1). Το δεύτερο μέρος της ΣΟ περιλαμβάνει το τμήμα Ι που τιτλοφορείται «Ζώα ζωντανά και προϊόντα του ζωϊκού βασιλείου», το κεφάλαιο 2 του οποίου επιγράφεται «Κρέατα και παραπροϊόντα σφαγίων, βρώσιμα».
9 Η κλάση 0207 έχει ως εξής:
«0207 Κρέατα και παραπροϊόντα βρώσιμα, νωπά, διατηρημένα με απλή ψύξη ή κατεψυγμένα, πουλερικών της κλάσης 0105:
– πετεινοί και κότες:
[…]
0207 14 – – Τεμάχια και παραπροϊόντα σφαγίων, κατεψυγμένα:
– – – Τεμάχια:
0207 14 10 – – – – χωρίς κόκαλα
– – – – με κόκαλα
[...]»
10 Η κλάση 0210 είναι διατυπωμένη ως εξής:
«0210 Κρέατα και παραπροϊόντα σφαγίων, βρώσιμα, αλατισμένα ή σε άρμη, αποξηραμένα ή καπνιστά. Αλεύρια και σκόνες, βρώσιμα, από κρέατα ή παραπροϊόντα σφαγίων:
– Κρέατα χοιροειδών:
[…]
0210 20 – Κρέατα βοοειδών:
[…]
– Άλλα, στα οποία περιλαμβάνονται και τα αλεύρια και οι σκόνες, βρώσιμα, από κρέατα ή παραπροϊόντα σφαγίων:
[…]
0210 99 – – Άλλα:
– – – Κρέατα:
0210 99 10– – – – Αλόγων, αλατισμένα ή σε άρμη ή και αποξηραμένα
– – – – Προβατοειδών και αιγοειδών:
[…]
0210 99 31 – – – – Ταράνδων
0210 99 39 – – – – Άλλα
[…]»
11 Η συμπληρωματική σημείωση 7 του εν λόγω κεφαλαίου, όπως προέκυπτε από τον κανονισμό 1832/2202, διευκρίνιζε τα ακόλουθα:
«Θεωρούνται ως “αλατισμένα ή σε άρμη”, κατά την έννοια της κλάσης 0210, τα κρέατα και τα παραπροϊόντα σφαγίων, βρώσιμα, τα οποία έχουν υποστεί βαθύ αλάτισμα με εμποτισμό κατά τρόπο ομοιογενή σε όλα τα μέρη τους, έχοντας μια συνολική περιεκτικότητα άλατος ίση ή ανώτερη του 1,2 % κατά βάρος.»
12 Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2658/87 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1987, για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το κοινό δασμολόγιο (ΕΕ L 256, σ. 1), εξουσιοδοτεί την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων να διευκρινίζει το περιεχόμενο των δασμολογικών κλάσεων. Συναφώς, το άρθρο 9, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού ορίζει τα ακόλουθα;
«Τα μέτρα που αφορούν τα ακόλουθα θέματα θεσπίζονται με τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 10:
α) εφαρμογή της συνδυασμένης ονοματολογίας και του [ενοποιημένου δασμολογίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων], ιδίως όσον αφορά:
– την κατάταξη των εμπορευμάτων στις ονοματολογίες που αναφέρονται στο άρθρο 8,
– τις επεξηγηματικές σημειώσεις·
β) τροποποιήσεις της συνδυασμένης ονοματολογίας για να λαμβάνεται υπόψη η εξέλιξη των αναγκών στον τομέα της στατιστικής ή της εμπορικής πολιτικής·
[...]
δ) τροποποιήσεις της συνδυασμένης ονοματολογίας και προσαρμογές των δασμών σύμφωνα με τις αποφάσεις που θεσπίζονται από το Συμβούλιο ή την Επιτροπή·
ε) τροποποιήσεις της συνδυασμένης ονοματολογίας που έχουν σκοπό την προσαρμογή της στην τεχνολογική ή εμπορική εξέλιξη ή αποσκοπούν στην εναρμόνιση και διευκρίνιση των κειμένων·
[…]»
13 Το προμνησθέν άρθρο 9, του κανονισμού 2658/87 αποτελεί τη βάση του κανονισμού 1223/2002, ο οποίος προέβλεπε ότι τα ακόλουθα εμπορεύματα έπρεπε να κατατάσσονται στην κλάση 0207 της ΣΟ:
«Περιγραφή εμπορευμάτων
Κωδικός ΣΟ
Αιτιολογία
(1)
(2)
(3)
Τεμάχια κοτόπουλου, χωρίς κόκαλα, κατεψυγμένα και εμποτισμένα με αλάτι σε όλα τους τα μέρη. Έχουν περιεκτικότητα σε αλάτι από 1,2 έως 1,9 % κατά βάρος.
Το προϊόν υπόκειται σε βαθιά κατάψυξη και πρέπει να αποθηκευθεί σε θερμοκρασία μικρότερη των - 18°C, έτσι ώστε να διασφαλίζεται η συντήρησή του κατά ένα τουλάχιστον έτος.
0207 14 10
Η κατάταξη καθορίζεται από τις διατάξεις των γενικών κανόνων 1 και 6 για την ερμηνεία της συνδυασμένης ονοματολογίας και από το κείμενο των κωδικών 0207, 0207 14 και 0207 14 10.
Το προϊόν είναι κρέας κοτόπουλου κατεψυγμένο για μακροχρόνια συντήρηση. Η προσθήκη άλατος δεν αλλοιώνει το χαρακτήρα του προϊόντος ως κατεψυγμένου κρέατος της κλάσης 0207.»
14 Ο κανονισμός (ΕΚ) 1871/2003 της Επιτροπής, της 23ης Οκτωβρίου 2003, για την τροποποίηση του παραρτήματος Ι του κανονισμού 2658/87 (ΕΕ L 275, σ. 5), που τέθηκε σε ισχύ στις 14 Νοεμβρίου 2003, αντικατέστησε τη συμπληρωματική σημείωση 7 του κεφαλαίου 2 του τμήματος Ι του δεύτερου μέρους της ΣΟ με το ακόλουθο κείμενο:
«Θεωρούνται ως “αλατισμένα ή σε άρμη” κατά την έννοια της κλάσης 0210, τα βρώσιμα κρέατα και παραπροϊόντα σφαγίων, τα οποία έχουν υποστεί βαθύ αλάτισμα με εμποτισμό κατά τρόπο ομοιογενή σε όλα τα μέρη τους, έχοντας μια συνολική περιεκτικότητα άλατος ίση ή ανώτερη του 1,2 % κατά βάρος, υπό την προϋπόθεση ότι το αλάτισμα αποτελεί τη μοναδική διαδικασία που διασφαλίζει μακρόχρονη διατήρηση.»
15 Στις 27 Σεπτεμβρίου 2005, το όργανο διευθετήσεως των διαφορών του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ) έκρινε ότι τα τεμάχια κρέατος κοτόπουλου χωρίς κόκαλα, κατεψυγμένα και με περιεκτικότητα σε αλάτι από 1,2 έως 3 % κατά βάρος έπρεπε να κατατάσσονται στην κλάση 0210 της ΣΟ. Κατόπιν αυτής της συστάσεως, η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΚ) 949/2006, της 27ης Ιουνίου 2006, για την τροποποίηση του παραρτήματος I του κανονισμού 2658/87 (ΕΕ L 174, σ. 3). Τεθείς σε ισχύ αυθημερόν, ο κανονισμός 949/2006 κατάργησε τον κανονισμό 1223/2002 και αντικατέστησε τη συμπληρωματική σημείωση 7 του κεφαλαίου 2 του τμήματος Ι του δεύτερου μέρους της ΣΟ με τις ακόλουθες διατάξεις:
«Για τους σκοπούς των διακρίσεων 0210 11 έως 0210 93, οι όροι “κρέατα και παραπροϊόντα σφαγίων, βρώσιμα, αλατισμένα ή σε άρμη” σημαίνουν κρέατα και βρώσιμα παραπροϊόντα σφαγίων, τα οποία έχουν υποστεί βαθύ αλάτισμα με εμποτισμό κατά τρόπο ομοιογενή σε όλα τα μέρη τους, έχοντας συνολική περιεκτικότητα άλατος ίση ή ανώτερη του 1,2 % κατά βάρος, υπό την προϋπόθεση ότι το αλάτισμα αποτελεί τη μοναδική διαδικασία που διασφαλίζει τη μακρόχρονη διατήρηση. Για τους σκοπούς της διάκρισης 0210 99, οι όροι “κρέατα και παραπροϊόντα σφαγίων, βρώσιμα, αλατισμένα ή σε άρμη” σημαίνουν κρέατα και βρώσιμα παραπροϊόντα σφαγίων τα οποία έχουν υποστεί βαθύ αλάτισμα με εμποτισμό κατά τρόπο ομοιογενή σε όλα τα μέρη τους, έχοντας συνολική περιεκτικότητα άλατος ίση ή ανώτερη του 1,2 % κατά βάρος.»
Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
16 Από τις 5 έως τις 11 Αυγούστου 2003, η FTS εισήγαγε στις Κάτω Χώρες τεμάχια κρέατος κοτόπουλου καταγωγής Βραζιλίας, χωρίς κόκαλα, κατεψυγμένα και εμφανίζοντα περιεκτικότητα σε αλάτι μεταξύ 1,4 και 2,9 %.
17 Βάσει του κανονισμού 1223/2002, τα ολλανδικά τελωνεία κατέταξαν τα εμπορεύματα αυτά στη διάκριση 0207 14 10. Η Belastingdienst–Douane West απέρριψε την ένσταση της FTS που υποστήριζε ότι τα εν λόγω εμπορεύματα υπάγονταν στη διάκριση 0210 99 39. Η FTS προσέφυγε τότε κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του τμήματος τελωνειακών διαφορών του Gerechtshof te Amsterdam.
18 Εκτιμώντας ότι ο κανονισμός 1223/2002, που ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης, είναι ασυμβίβαστος με τη συμπληρωματική σημείωση 7 του κεφαλαίου 2 του τμήματος Ι του δεύτερου μέρους της τότε ισχύουσας ΣΟ, όπως προέκυπτε από τον κανονισμό 1832/2002, το Gerechtshof te Amsterdam αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Είναι έγκυρος ο κανονισμός 1223/2002 […];»
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
19 Η FTS διατείνεται ότι ο κανονισμός 1223/2002 είναι ανίσχυρος και υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ότι είναι ασυμβίβαστος με τη συμπληρωματική σημείωση 7 του κεφαλαίου 2 του τμήματος Ι του δεύτερου μέρους της ΣΟ καθώς και με τις επεξηγηματικές σημειώσεις των κλάσεων 0207 και 0210 του ΕΣ, σύμφωνα με τις οποίες τα κρέατα που έχουν υποστεί αλάτισμα εμπίπτουν στην κλάση 0210, όπως κρίθηκε από το όργανο διευθετήσεως των διαφορών του ΠΟΕ.
20 Η Ολλανδική και η Ιταλική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή εκτιμούν, αντιθέτως, ότι ο κανονισμός 1223/2002 είναι έγκυρος. Υποστηρίζουν, κατ’ ουσίαν, ότι η κλάση 0207 της ΣΟ καλύπτει τα τεμάχια κρέατος κατόπουλου χωρίς κόκαλα, κατεψυγμένα, τα οποία έχουν υποστεί βαθύ αλάτισμα με εμποτισμό κατά τρόπο ομοιογενή σε όλα τα μέρη τους και εμφανίζουν περιεκτικότητα άλατος μεταξύ 1,2 και 1,9 % κατά βάρος. Η Επιτροπή προσθέτει ότι το ασυμβίβαστο του κανονισμού 1223/2002 με τους κανόνες του ΠΟΕ δεν επηρεάζει το κύρος του κανονισμού αυτού από πλευράς κοινοτικού δικαίου, στο μέτρο που οι κανόνες αυτοί δεν έχουν άμεσο αποτέλεσμα, παραπέμπει δε, συναφώς, στις αποφάσεις της 23ης Νοεμβρίου 1999, C-149/96, Πορτογαλία κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1999, σ. I‑8395), και της 1ης Μαρτίου 2005, C‑377/02, Van Parys (Συλλογή 2005, σ. I‑1465).
21 Πρέπει εκ προοιμίου να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, το Συμβούλιο έχει παράσχει στην Επιτροπή, η οποία ενεργεί σε συνεργασία με τους τελωνειακούς εμπειρογνώμονες των κρατών μελών, ευρεία εξουσία εκτιμήσεως για τον προσδιορισμό του περιεχομένου των δασμολογικών κλάσεων που λαμβάνονται υπόψη για την κατάταξη συγκεκριμένου εμπορεύματος. Ωστόσο, η εξουσία της Επιτροπής να θεσπίζει τα μέτρα που προβλέπονται στο άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχεία α΄, β΄, δ΄ και ε΄, του κανονισμού 2658/87 δεν της επιτρέπει να τροποποιεί το περιεχόμενο των δασμολογικών κλάσεων που έχουν καθοριστεί βάσει του ΕΣ που καθιερώθηκε με τη σύμβαση, το περιεχόμενο της οποίας η Κοινότητα δεν μπορεί να τροποποιεί, σύμφωνα με τη δέσμευση που έχει αναλάβει με το άρθρο 3 της συμβάσεως αυτής (αποφάσεις της 14ης Δεκεμβρίου 1995, C-267/94, Γαλλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. Ι-4845, σκέψεις 19 και 20, και της 27ης Απριλίου 2006, C‑15/05, Kawasaki Motors Europe, Συλλογή 2006, σ. I‑3657, σκέψη 35).
22 Πρέπει, συνεπώς, να εξεταστεί μήπως η Επιτροπή, εκδίδοντας τον κανονισμό 1223/2002, τροποποίησε την κλάση 0210 της ΣΟ, υπερβαίνοντας έτσι τα όρια των εξουσιών που της απονέμει το άρθρο 9 του κανονισμού 2658/87.
23 Η συμπληρωματική σημείωση 7 του κεφαλαίου 2 του τμήματος Ι του δεύτερου μέρους της ΣΟ, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης, προέβλεπε απλώς ότι θεωρούνται ως «αλατισμένα» κατά την έννοια της κλάσεως 0210 «τα βρώσιμα κρέατα και παραπροϊόντα σφαγίων, τα οποία έχουν υποστεί βαθύ αλάτισμα με εμποτισμό κατά τρόπο ομοιογενή σε όλα τα μέρη τους, έχοντας μια συνολική περιεκτικότητα άλατος ίση ή ανώτερη του 1,2 % κατά βάρος». Συνεπώς, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, τα τεμάχια κρέατος κοτόπουλου χωρίς κόκαλα, κατεψυγμένα, εμποτισμένα με αλάτι σε όλα τα μέρη τους και των οποίων η περιεκτικότητα σε αλάτι είναι τουλάχιστον ίση προς 1,2 % εμπίπτουν στην κλάση 0210.
24 Όμως, κατατάσσοντας τα προϊόντα των οποίων η περιεκτικότητα σε αλάτι κυμαίνεται μεταξύ 1,2 και 1,9 % στη διάκριση 0207 14 10, ο κανονισμός 1223/2002 ανέβασε την κατώτατη περιεκτικότητα σε αλάτι των προϊόντων που εμπίπτουν στην κλάση 0210 πέραν του 1,9 %, οπότε τα προϊόντα με περιεκτικότητα σε αλάτι από 1,2 έως 1,9 %, τα οποία ενέπιπταν έως τότε στην τελευταία αυτή κλάση, εξαιρέθηκαν από την κλάση αυτή για να καταταγούν στη διάκριση 0207 14 10, με τη συνακόλουθη αύξηση των δασμών.
25 Κατατάσσοντας έτσι στη διάκριση 0207 14 10 το κρέας κοτόπουλου με περιεκτικότητα σε αλάτι από 1,2 έως 1,9 % κατά βάρος, η Επιτροπή περιόρισε την έκταση εφαρμογής της κλάσεως 0210 και, ως εκ τούτου, υπερέβη τις εξουσίες που της απονέμει το άρθρο 9 του κανονισμού 2658/87. Κατά συνέπεια, ο κανονισμός 1223/2002 πρέπει να κηρυχθεί ανίσχυρος.
26 Προκειμένου να δοθεί λυσιτελής απάντηση που να παρέχει στο αιτούν δικαστήριο τη δυνατότητα να επιλύσει τη διαφορά της οποίας έχει επιληφθεί, πρέπει να εξεταστεί η κατάταξη των επιδίκων στην υπόθεση της κύριας δίκης εμπορευμάτων.
27 Κατά πάγια νομολογία, χάριν της ασφάλειας δικαίου και προς διευκόλυνση των ελέγχων, το αποφασιστικό κριτήριο για τη δασμολογική κατάταξη των εμπορευμάτων πρέπει γενικώς να αναζητείται στα αντικειμενικά χαρακτηριστικά τους και στις αντικειμενικές τους ιδιότητες, όπως ορίζονται στην οικεία κλάση της ΣΟ και στις σημειώσεις των τμημάτων ή των κεφαλαίων (αποφάσεις της 16ης Σεπτεμβρίου 2004, C-396/02, DFDS, Συλλογή 2004, σ. Ι-8439, σκέψη 27, και της 15ης Σεπτεμβρίου 2005, C-495/03, Intermodal Transports, Συλλογή 2005, σ. I‑8151, σκέψη 47).
28 Από τον γενικό κανόνα αριθ. 1 για την ερμηνεία της ΣΟ προκύπτει ότι η κατάταξη των εμπορευμάτων καθορίζεται νόμιμα σύμφωνα με το κείμενο των κλάσεων και σημειώσεων των τμημάτων ή των κεφαλαίων, καθώς και σύμφωνα με τους λοιπούς γενικούς ερμηνευτικούς κανόνες, εφόσον αυτοί δεν είναι αντίθετοι προς το κείμενο των εν λόγω κλάσεων και σημειώσεων. Κατά τον γενικό κανόνα για την ερμηνεία της ΣΟ αριθ. 3, στοιχείο α΄, ο οποίος αφορά ακριβώς την περίπτωση κατά την οποία ορισμένα εμπορεύματα φαίνονται κατατακτέα σε πλείονες κλάσεις, «η περισσότερο εξειδικευμένη κλάση πρέπει να έχει προτεραιότητα έναντι των κλάσεων με γενικότερο περιεχόμενο».
29 Η κλάση 0207 αφορά τα «[κ]ρέατα και παραπροϊόντα βρώσιμα, νωπά, διατηρημένα με απλή ψύξη ή κατεψυγμένα, πουλερικών της κλάσης 0105». Ούτε το γράμμα ούτε η δομή της κλάσεως αυτής προβλέπουν ούτε αποκλείουν την εφαρμογή της στα αλατισμένα κρέατα.
30 Αντιθέτως, η κλάση 0210 αφορά τα «[κ]ρέατα και παραπροϊόντα σφαγίων, βρώσιμα, αλατισμένα ή σε άρμη, αποξηραμένα ή καπνιστά. Αλεύρια και σκόνες, βρώσιμα, από κρέατα ή παραπροϊόντα σφαγίων». Για τα προϊόντα αυτά, η συμπληρωματική σημείωση 7 του κεφαλαίου 2 του τμήματος Ι του δεύτερου μέρους της ΣΟ, όπως διαμορφώθηκε με τον κανονισμό 1832/2002, προβλέπει συνολική περιεκτικότητα σε αλάτι ίση προς ή μεγαλύτερη από 1,2 % κατά βάρος και, εξάλλου, απαιτεί να έχουν τα προϊόντα αυτά υποστεί «βαθύ αλάτισμα με εμποτισμό κατά τρόπο ομοιογενή σε όλα τα μέρη τους».
31 Έτσι, κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης, τα τεμάχια κρέατος κοτόπουλου χωρίς κόκαλα, κατεψυγμένα, εμποτισμένα με αλάτι, που έχουν υποστεί βαθύ αλάτισμα με εμποτισμό κατά τρόπο ομοιογενή σε όλα τα μέρη τους και τα οποία εμφανίζουν συνολική περιεκτικότητα σε αλάτι ίση προς ή υψηλότερη από 1,2 % κατά βάρος, ενέπιπταν στη διάκριση 0210 99 39 της ΣΟ.
32 Η Επιτροπή θεωρεί, ωστόσο, ότι η κλάση 0210 προορίζεται μόνο για τα κρέατα που έχουν υποστεί αλάτισμα με σκοπό τη συντήρησή τους. Αντιθέτως, υποστηρίζει ότι, όταν η συντήρηση εξασφαλίζεται με την κατάψυξη, τα κρέατα εμπίπτουν στην κλάση 0207, παρά το τυχόν αλάτισμά τους. Η Επιτροπή παραπέμπει, συναφώς, στις αποφάσεις της 17ης Μαρτίου 1983, 175/82, Dinter (Συλλογή 1983, σ. 969), και της 27ης Μαΐου 1993, C‑33/92, Gausepohl-Fleisch (Συλλογή 1993, σ. I‑3047).
33 Η άποψη αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Πράγματι, αρκεί η διαπίστωση ότι καμία διάταξη της ΣΟ που ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης δεν προέβλεπε ρητώς ότι η κατάταξη στην κλάση 0210 εξηρτάτο από το αν σκοπός του αλατίσματος ήταν η εξασφάλιση της μακρόχρονης συντηρήσεως του κρέατος. Όσον αφορά το προσφυές των προμνησθεισών αποφάσεων Dinter και Gausepohl-Fleisch, πρέπει να παρατηρηθεί ότι οι αποφάσεις αυτές εκδόθηκαν υπό συνθήκες διαφορετικές από εκείνες της διαφοράς της κύριας δίκης, στο μέτρο που καμία κανονιστική διάταξη αντίστοιχη της συμπληρωματικής σημειώσεως 7 του κεφαλαίου 2 του τμήματος Ι του δεύτερου μέρους της ΣΟ δεν είχε τότε εκδοθεί προς διευκρίνιση του περιεχομένου του όρου «αλατισμένα» της κλάσεως 0210 (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 8ης Φεβρουαρίου 1990, C‑233/88, van de Kolk, Συλλογή 1990, σ. I‑265, σκέψεις 14 και 15).
34 Στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να προβεί, με βάση τις ανωτέρω υποδείξεις, στην κατάταξη των επιδίκων στην κύρια δίκη εμπορευμάτων.
35 Συνεπώς, στο αιτούν δικαστήριο πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι ο κανονισμός 1223/2002 είναι ανίσχυρος.
Επί των δικαστικών εξόδων
36 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφαίνεται:
Ο κανονισμός (ΕΚ) 1223/2002 της Επιτροπής, της 8ης Ιουλίου 2002, για κατάταξη εμπορευμάτων στη συνδυασμένη ονοματολογία, είναι ανίσχυρος.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
Full & Egal Universal Law Academy